
Όταν αποφασίζεις να ξεμυτίσεις από τα βάθη του χρονοντούλαπου της Ιστορίας, οφείλεις να μη γίνεις περίγελος και ανέκδοτο στο στόμα του κόσμου, να μη λοιδορηθείς εντός και εκτός studio, πάνω και κάτω από τα «συναυλιακά σανίδια». Να αποδείξεις πως η επιστροφή σου είχε λόγο, αιτία και ουσία. Να μην αφήσεις περιθώρια σε κακεντρεχή σχόλια, τα οποία θα πουν ότι ο ντόρος γύρω από το όνομά σου γίνεται λόγω συναισθηματικών κινήτρων και να μη δείξεις πως τρέμεις μια ψυχρή, αντικειμενική κι αυστηρή αντιμετώπιση.
Οι CIRITH UNGOL λοιπόν, όταν επέστρεψαν στην ενεργό δράση, δεν κατάφεραν απλά τα παραπάνω… Συνέταξαν, με τις πράξεις τους, ένα σύγχρονο manifesto – οδηγό προς ναυτιλλομένους. Ένα εγχειρίδιο ως προς το πώς θα πρέπει μια μπάντα ευρισκόμενη σε ανάλογη φάση και θέση, να αντιμετωπίζει πρόσωπα, καταστάσεις, οπαδούς και εν τέλει, με γνώμονα την αυτοεκτίμηση και τον σεβασμό των τρίτων, τον ίδιο της τον εαυτό.
Με πολύ απλά λογάκια, η επανασύνδεση των Καλιφορνέζων έχει ήδη περάσει στα μεταλλικά χρονικά ως μια από τις καλύτερες όλων των εποχών. Επί της ουσίας, οι CIRITH UNGOL έδωσαν πολλά περισσότερα από όσα οι οπαδοί προσδοκούσαμε, όταν μαθαίναμε ότι βγαίνουν από μια πολυετή λήθη. Και είμαι σίγουρος πως τη δική μας πληρότητα τη νιώθει κι ένα συντριπτικό ποσοστό του ευρύτερου κοινού. Διαφορετικά, η μπάντα δε θα γνώριζε τις πιο αναγνωρίσιμες μέρες της και τη μεγαλύτερη εμπορική της επιτυχία.

Το νεότευκτο “All the shadows”, ως η συνέχεια των “Forever black” και “Dark parade”, έρχεται με την σειρά του να επαληθεύσει του λόγου το αληθές. Οι CIRITH UNGOL του 2026 είναι εδώ, από το πρώτο riff της κιθάρας, μέχρι την τελευταία ανάσα στο μικρόφωνο, γερά δεμένοι με τις ρίζες τους και με καινούργια κλαριά που απλώνονται προς άλλες, διαφορετικές κατευθύνσεις. Με μπόλικο καύσιμο στο ντεπόζιτο, κάψα για δημιουργία και τον ίδιο ασυμβίβαστο, αδάμαστο χαρακτήρα. Πώς ακούγονται όμως «οι CIRITH UNGOL του 2026»; Με τι μοιάζουν;
Το νέο άλμπουμ έχει μέσα του αρκετό από το μέταλλο της “Dio era” των BLACK SABBATH (κυρίως το “Mob rules”), ενώ αγκαλιάζει, ορθώς πράττοντας, τη μοντέρνα αμερικανική heavy/doom metal σκηνή και μπάντες σαν τους KHEMMIS, CASTLE και SPIRIT ADRIFT. Κι αν η επίδραση του Tony Iommi είναι κάτι σαν μια καλοδεχούμενη από όλους “conditio sine qua non” όταν μιλάμε για doom ακούσματα, άρα «δε θα ανοίξει ρουθούνι», αναγνωρίζω πως τα τελευταία ονόματα ίσως να δημιουργήσουν μια κάποια γκρίνια στους πιο συντηρητικούς οπαδούς της μπάντας. Είναι καθαρά θέμα οπτικής…
Η παραγωγή διά χειρός του Armand John Anthony κατά κύριο λόγο, με την συνδρομή των υπολοίπων, είναι υποδειγματική. Ογκώδης όσο πρέπει, καθαρή όσο χρειάζεται, με τεράστιο, αναλογικό αποτύπωμα, ντύνει με ένα υπέροχο, μοντέρνο κοστούμι, τα κατά τ’άλλα εντελώς old school τραγούδια. Τραγούδια με υποδειγματική ανάπτυξη, άψογο στήσιμο, «κολλητικές» μελωδίες και τον μοναδικό, ερεβώδη, απόκοσμο χαρακτήρα του γκρουπ, να τα χαρακτηρίζει περισσότερο από κάθε τι άλλο.
Η απουσία των Greg Lindstrom και Jim Barazza έγειρε ενστάσεις ηθικής φύσεως, για τις οποίες μπορεί να γίνει συζήτηση. Ωστόσο, όσον αφορά τη μουσική, λόγος ανησυχίας ουδείς. Οι CIRITH UNGOL το είχαν ξαναδεί το έργο, όταν βρέθηκαν στην ίδια ακριβώς θέση και το 1988. Βασικότατα μέλη έφυγαν και τότε, η σύνθεση άλλαξε κατά τα 3/5, ωστόσο ο κάβος ξεπεράστηκε και η μπάντα κυκλοφόρησε το “Paradise Lost”. Άλλωστε, με τους Tim Baker και Robert Garven σταθερούς και ακλόνητους, η ομαλή συνέχεια από το “Frost and fire” μέχρι σήμερα, με όλες τις αλλαγές/παραλλαγές μιας πορείας 45 ετών να είναι απολύτως δικαιολογημένες, είναι εξασφαλισμένη.
Η περίπτωση των Jarvis Leatherby και Armand John Anthony μου θυμίζει, σε μικρογραφία, την αντίστοιχη των Ritchie Faulkner και Andy Sneap. Όπως επωφελήθηκαν οι JUDAS PRIEST, με τον ίδιο τρόπο επωφελούνται και οι CIRITH UNGOL. Δεν πρόκειται για μισθοφόρους που ήρθαν να «υπηρετήσουν», έναντι αμοιβής. Πρόκειται για οπαδούς, που στα χρόνια της ενασχόλησής τους με τη μπάντα, γνωρίζουν πως πρέπει αυτή να ακούγεται και τί είδους τραγούδια να γράφονται, ώστε να μην καταντήσει καρικατούρα.
Βέβαια, αυτός που λάμπει περισσότερο όλων, είναι ο Tim Baker. Ειλικρινά, δε βρίσκω πολλά λόγια για να περιγράψω τη φωνή αυτού του ανθρώπου. Ο Tim είναι ένας άλλος Dorian Gray. Και δεν είναι μόνον ότι η δαιμονική φωνή του έχει διατηρηθεί αλώβητη στον χρόνο… είναι και ότι μετά από τόσες δεκαετίες, ακούγεται πιο δυναμική και ακραία (!), από όσο ακουγόταν στα νιάτα του. Πραγματικά, μιλάμε για ένα μοναδικό, ξεχωριστό φαινόμενο που όμοιό του δεν υπάρχει και που ξεπερνά ακόμη και περιπτώσεις όπως αυτές των Adams, Dickinson ή Bush.
Το ομώνυμο κομμάτι, ακολουθεί πιστά τη λογική των “Legions arise” και “Velocity (S.E.P)”. Κάτι άμεσο, up tempo, ώστε να κερδηθεί αμέσως ο ακροατής και να δημιουργηθεί το κατάλληλο κλίμα για την συνέχεια. Μια συνέχεια η οποία αποκαλύπτει το – για μένα – πραγματικό πρόσωπο των CIRITH UNGOL, όπου τους είναι θαρρείς αδύνατον να μη μεγαλουργήσουν: “This mortal stain”, “Shallow reflections”, “Empty tombs”, το σπουδαίο “On broken wings”… Σε αργούς κατά βάση ρυθμούς, είναι λες και το απίστευτο εξώφυλλο του Michael Whelan αποκτά μουσική υπόσταση!
Οι CIRITH UNGOL, την τελευταία εξαετία, έχουν να παρατάξουν δίσκους αυτόφωτους, που δεν έχουν ανάγκη την αίγλη των περασμένων μεγαλείων για να λάμψουν και δεν απομυζούν την παρελθοντική κληρονομιά. Δίσκους που αποδεικνύουν περίτρανα πως είναι φτιαγμένοι από την ίδια στόφα με εκείνους που χάρισαν στο group το status του μυθικού. Και το “All the shadows” είναι ίσως αυτός με το περισσότερο λούστρο απ’όλους.
Σκότος, μελαγχολία, οργή, μαυρισμένες καρδιές και καταβαραθρωμένα όνειρα, ιστορίες τρέλας, διαφθοράς, αμαρτίας, παραφροσύνης και ανείπωτου τρόμου… Ένας πραγματικός μεταλλικός θρύλος τραγουδά ξανά το δυστοπικό μέλλον της Ανθρωπότητας και εμείς, ακολουθώντας όπως τα παιδάκια τον αυλητή του Χάμελν, παρακαλάμε τούτη η κάθοδος στο Φρέαρ της Αβύσσου να αργήσει να φτάσει στο τέρμα της.
Ξεχωρίζουν με την πρώτη ακρόαση:
– Το πρωταγωνιστικό μπάσο του Jarvis
– Το λυρικό refrain του “This mortal stain”
– Το Maiden-ικό τελείωμα του “On broken wings”. Αν υποθέσουμε ότι μοιάζει πολύ με το αντίστοιχο του “Book of souls” (μοιάζει, άκου το riff), στοιχηματίζω ότι πολύς κόσμος θα ήθελε να ακούγεται ΕΤΣΙ το εν λόγω έπος των Gers/Harris, με τέτοιες κιθάρες.

ΣΥΝΘΕΣΗ:
Tim Baker – Φωνητικά
Armand John Anthony – Κιθάρα, β’ φωνητικά
Jarvis Leatherby – Μπάσο, β’ φωνητικά
Robert Garven – Τύμπανα, κρουστά, β’ φωνητικά
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: No Remorse Records
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp 1
Bandcamp 2
Facebook
Instagram
Spotify
Tidal
Deezer
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ:
“Frost and Fire” (Liquid Flames Records, 1981)
“King of the Dead” (Enigma, 1984)
“One foot in Hell” (Restless Records, 1986)
“Paradise Lost” (Restless Records, 1991)
“I’m alive” (Live, Metal Blade Records, 2019)
“Forever black” (Metal Blade Records, 2020)
“Half past human” (EP, Metal Blade Records, 2021)
“Dark parade” (Metal Blade Records, 2023)
“Live at the Roxy” (Live, Metal Blade Records, 2025)
“All the shadows” (No Remorse Records, 2026)
Δημήτρης Τσέλλος









![A day to remember… 5/11 [NEVEMORE] Nevemore](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/11/Nevermore-Politics-front-218x150.jpg)
![A day to remember… 04/11 [DARK TRANQUILLITY] Dark Tranquillity](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/11/Dark-Tranquillity-Atoma-front-218x150.jpg)
![A day to remember… 4/11 [HAMMERFALL] Hammerfall](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/11/Hammerfall-Built-to-last-front-218x150.jpg)