GRAVE DIGGER (Chris Boltendahl) interview – The story behind “Tunes of war”

0
57








>








Grave
Photo by Petros Karalis

“Rebellion in Scotland”

Οι αγαπημένοι Γερμανοί metallers, GRAVE DIGGER, έρχονται το Σάββατο 25/4 στη Λάρισα (Circus), την Κυριακή 26/4 στη Θεσσαλονίκη (Eightball) και τη Δευτέρα 27/4 στην Αθήνα (Gagarin 205) για να παρουσιάσουν το επετειακό show τους για τα 30 χρόνια από το θρυλικό “Tunes of war”. Στην Αθήνα μάλιστα, θα είναι μαζί τους οι BRAINSTORM και οι BLAZON STONE!!! Ποια καλύτερη αφορμή, λοιπόν, για να μιλήσει με τον αρχηγό του σχήματος, Chris Boltendahl, ο Σάκης Φράγκος και να μάθουμε όλες τις ιστορίες πίσω από το άλμπουμ που θα παρουσιαστεί καθ’ ολοκληρία!

Λοιπόν, είμαστε εδώ στο Rock Hard με τον Chris Boltendahl από τους GRAVE DIGGER. Πώς είσαι, Chris;
Είμαι καλά, ευχαριστώ πολύ.

Θα μιλήσουμε για τις ιστορίες πίσω από το “Tunes of War”, το οποίο θα παρουσιάσετε ολόκληρο. Αλλά πριν ξεκινήσουμε, μόλις μου είπες ότι θα μείνεις ακριβώς στο σημείο όπου βρίσκεται το στούντιο στο οποίο ηχογραφήσατε το “Tunes of War”.
Ναι, το πρώτο άλμπουμ που ηχογραφήσαμε στο Principal Studio ήταν το “Heart of Darkness” το 1995. Και τώρα μετακομίζω από την Κολωνία στην επαρχία όπου βρίσκεται το στούντιο. Από το Σάββατο θα μένω εκεί. Το Σάββατο κάνουμε τη μεγάλη μετακόμιση. Θα έχω το δικό μου στούντιο εκεί. Και ο επόμενος δίσκος των GRAVE DIGGER θα ηχογραφηθεί επίσης εκεί. Και ναι, πολλή δουλειά.

Ναι, θα έχει τα vibe του “Tunes of War”.
Τώρα θα κοιμάμαι με γκάιντες δίπλα μου.

Λοιπόν, μετά τη σκοτεινότερη ατμόσφαιρα του “Heart of Darkness”, τι σας έκανε να στραφείτε σε ένα τόσο μεγαλεπήβολο ιστορικό concept άλμπουμ;
Νομίζω ότι η αφορμή ήταν το τραγούδι “Heart of Darkness”, που ήταν ένα concept κομμάτι βασισμένο στην ταινία “Apocalypse Now”. Μετά σκεφτήκαμε, μαζί με τον Tommy Göttlich, τον πρώην μπασίστα μας, ότι θα ήταν καλή ιδέα να γράψουμε δύο ή τρία τραγούδια για τη σκωτσέζικη ιστορία, γιατί ήταν μεγάλος fan της και της χώρας. Συμφωνήσαμε και αρχίσαμε να συνθέτουμε. Και είπαμε, μπορούμε να κάνουμε πολλά περισσότερα τραγούδια για την ιστορία της Σκωτίας και του λαού της. Ήταν μια πολύ γρήγορη ιδέα. Και μετά είπαμε, εντάξει, κάνουμε ένα concept άλμπουμ για τη σκωτσέζικη ιστορία.

Και αν δεν κάνω λάθος, ο Tommy Göttlich ήταν καθηγητής αγγλικής ιστορίας.
Ναι, δίδασκε ιστορία και αγγλικά. Και ταξίδευε πολύ με τη μηχανή του στη Σκωτία. Ήξερε τα πάντα γι’ αυτό, τα μέρη, είχε πολύ καλό υπόβαθρο. Και αυτό βοήθησε πολύ στο concept και στους στίχους.

Πόσο σημαντικό ήταν το ακαδημαϊκό του υπόβαθρο στη διαμόρφωση της ιστορίας του άλμπουμ; Γιατί γράψατε μαζί τους στίχους, αν δεν κάνω λάθος.
Ναι, γράψαμε μαζί τους στίχους, αλλά εκείνος ήταν πλήρως υπεύθυνος για το concept και τη χρονολογική δομή. Έκανε πολλή δουλειά.

Ταξίδεψε μόνος του ή μαζί σας στη Σκωτία για να κατανοήσετε την κουλτούρα και την ιστορία;
Όχι, όταν γράφαμε το άλμπουμ, εγώ δεν είχα πάει ποτέ στη Σκωτία. Μετά πήγαμε με πολλούς δημοσιογράφους, κάναμε ένα πενθήμερο ταξίδι με nightliner και επισκεφθήκαμε όλα τα μέρη. Ήταν φανταστικό. Και την τελευταία μέρα κάναμε ένα listening session στο Dunvegan Castle, στο βόρειο τμήμα του Isle of Skye, και ήπιαμε πολύ σκωτσέζικο single malt ουίσκι. Ήταν μεγάλο πάρτι. Ήταν απίστευτο γιατί πολλά πράγματα «κούμπωσαν» τέλεια σε αυτό το άλμπουμ. Από τη μία ήταν τύχη, από την άλλη υπήρχε και η ταινία “Braveheart”. Δεν την είχα δει πριν γράψουμε τον δίσκο. Την είδα πρώτη φορά στο nightliner καθ’ οδόν για Σκωτία και είπα «αυτή είναι ακριβώς η ατμόσφαιρα του δίσκου». Πολλά πράγματα πήγαν πολύ καλά.

Γιατί πολλοί πιστεύουν ότι επειδή το “Braveheart” βγήκε έναν χρόνο πριν το “Tunes of War”, επηρέασε το concept.
Όχι, όχι ιδιαίτερα. Το “Braveheart” αφορά έναν χαρακτήρα, τον William Wallace. Εμείς καλύπτουμε όλη την ιστορία από το 1000 μέχρι το 1700. Είναι μόνο ένα κομμάτι του άλμπουμ. Αλλά η ατμόσφαιρα της ταινίας λειτουργεί σαν καθρέφτης του δίσκου.

Σκέφτηκες ποτέ ότι το “Tunes of War” θα έπρεπε να είναι το soundtrack της ταινίας;
Ναι, ναι, θα έπρεπε! (γέλια) Όχι, το “Braveheart” είναι blockbuster και δεν είναι και ιστορικά ακριβές. Ο Mel Gibson πρόσθεσε πολλά για ρομαντικούς λόγους. Αν το συγκρίνεις με το ιστορικό concept των GRAVE DIGGER, είναι διαφορετικά πράγματα.

Πόσο σημαντική ήταν για εσάς η ιστορική ακρίβεια όταν γράφατε για πρόσωπα όπως ο William Wallace ή ο Robert the Bruce;
Ήταν πολύ σημαντική. Δεν θέλαμε να προσθέσουμε πράγματα όπως έκανε ο Gibson. Θέλαμε ένα πραγματικά ιστορικό concept.

Όταν επισκέφθηκες τη Σκωτία, υπήρξαν μέρη που σου άφησαν έντονη εντύπωση;
Για μένα, το πιο σημαντικό ήταν το Stirling Castle. Υπάρχει μνημείο του William Wallace, μπορείς να ανέβεις. Υπάρχει μια φωτογραφία από το 1996 όπου κάθομαι σε μια καρέκλα με το Stirling πίσω. Είναι από τις αγαπημένες μου φωτογραφίες. Το 2018 πήγα ξανά με τον γιο μου και βγάλαμε την ίδια φωτογραφία στο ίδιο σημείο. Μετά το ταξίδι μου είπε ότι δεν θέλει να ξαναπάει Σκωτία γιατί είδε… κάθε κάστρο που υπάρχει (γέλια).

Πολλοί fans λένε ότι στο “Tunes of War” γεννήθηκε η κλασική «επική» φόρμουλα των GRAVE DIGGER. Ήταν στο μυαλό σας;
Όχι. Προέκυψε κομμάτι-κομμάτι. Τα μεγάλα ρεφρέν ήρθαν όταν μπήκε ο Hansi Kürsch με τα background φωνητικά. Στο τέλος δεν το είχαμε σχεδιάσει. Αλλά έγινε τεράστια παρακαταθήκη. Μετά όλοι ζητούσαν άλλο ένα “Tunes of War”. Η εταιρεία ήθελε περισσότερα concept άλμπουμ, και έτσι ήρθαν τα “Knights of the Cross”, “Excalibur” κ.λπ. Ήταν τεράστιο βήμα, αλλά και βάρος που δεν μπορούσαμε να ξαναφτάσουμε.

Είναι και ευλογία και κατάρα.
Ακριβώς. Δεν μπορείς να το επαναλάβεις. Προσπαθήσαμε, αλλά πάντα έμοιαζε με επαναχρησιμοποίηση ιδεών.

Το άλμπουμ έχει γκάιντες, κάτι ασυνήθιστο τότε για metal. Πώς προέκυψε;
Είπαμε, κάνουμε κάτι για τη σκωτσέζικη ιστορία, άρα η γκάιντα είναι αυθεντικό όργανο και συνδεδεμένο με τον πόλεμο. Είναι τόσο δυνατή που αν παίξει σε δωμάτιο, φεύγεις. Ήταν σαν «όπλο». Το πρόβλημα είναι ότι δεν κουρδίζει με την κιθάρα, οπότε ηχογραφήθηκε ξεχωριστά και προσαρμόστηκε. Γι’ αυτό και δεν παίζαμε μαζί ζωντανά – είναι σχεδόν αδύνατο.

Γι’ αυτό λέγεται “Tunes of War” – γιατί «πολεμάνε» μεταξύ τους.
Ακριβώς, δεν γίνεται αλλιώς.

Πώς βρήκατε τον Scott Cochrane;
Ήταν φίλος του Uwe Lulis από την ίδια πόλη. Ήρθε και ηχογράφησε τις γκάιντες μέσα σε μία μέρα. Μετά, στα επόμενα άλμπουμ, συνεργαστήκαμε με φίλο από το Αμβούργο που οργάνωνε ολόκληρες ορχήστρες με γκάιντες.

Το άλμπουμ ανοίγει με το “The Brave”, που είναι ουσιαστικά μια heavy metal εκδοχή του “Scotland the Brave”. Γιατί αποφασίσατε να ξεκινήσετε έτσι; Ήταν σαν γροθιά, αρκετά ασυνήθιστο άκουσμα. Θυμάμαι τότε μόνο οι SKYCLAD χρησιμοποιούσαν βιολί και ελάχιστες μπάντες είχαν όργανα πέρα από κιθάρα, πλήκτρα, μπάσο, τύμπανα. Και ξαφνικά ακούς γκάιντες και λες «τι στο καλό είναι αυτό;»
Ναι, είναι λίγο-πολύ ένας εθνικός ύμνος της Σκωτίας. Και είπαμε, εντάξει, ας το κάνουμε σε heavy metal. Δεν το σκεφτήκαμε πολύ. Σήμερα θα το αναλύαμε πολύ περισσότερο.

Αν το σκεφτόσασταν πολύ, δεν θα το κάνατε ποτέ.
Ναι, δεν είχαμε ξανακάνει κάτι τέτοιο. Είχαμε τρελές ιδέες κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης. Πίναμε πολύ και λέγαμε «οκ, καλή ιδέα, πάμε να το κάνουμε». Και έτσι κουρδίσαμε τις γκάιντες και βάλαμε από πάνω δίκαση και κιθάρες. Πολλά πράγματα «έδεσαν» σε αυτό το άλμπουμ. Πολλές καλές ιδέες μαζί.

Ακόμα και μέσα στα τραγούδια ακούς τις φατρίες να πολεμάνε, τα σπαθιά να «τραγουδούν» νότες. Κάτι επίσης ασυνήθιστο είναι η μπαλάντα “Mary, Queen of Scots”, όπου δείχνεις μια εντελώς διαφορετική πλευρά της φωνής σου. Ήταν δύσκολο να τραγουδήσεις με τόσο «ευάλωτο» τρόπο;
Όχι, αυτή είναι η κανονική μου φωνή. Η άλλη είναι η «κραυγαλέα». Έχω και φωνή για τραγούδι. Δεν είχα πρόβλημα. Σήμερα προσπαθώ να τα συνδυάζω περισσότερο. Αλλά στο “Ballad of Mary” έδειξα την άλλη μου πλευρά. Και το παίζαμε και live, μπορούσα να το τραγουδήσω έτσι κανονικά.

Θα είχε ενδιαφέρον να το ακούσουμε, γιατί έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που σας είδαμε στην Αθήνα το 1997 — αλλά θα το πιάσουμε μετά. Αυτός ο δίσκος περιλαμβάνει το “Rebellion”, που έχει γίνει ίσως το πιο γνωστό τραγούδι των GRAVE DIGGER. Όταν γράφατε το “Tunes of War”, είχατε καταλάβει ότι θα γίνει ύμνος;
Αμέσως μόλις το τραγούδησα. Το αστείο είναι ότι η μπάντα ήταν στο στούντιο κι εγώ ήμουν στην Κρήτη και έκανα εξάσκηση. Μετά πήγα στο Münster, στο Principal Studio, και άρχισα να γράφω φωνητικά. Όταν έφτασα στο “Rebellion”, τραγούδησα το ρεφρέν και λίγες μέρες μετά ήρθαν τα backing vocals και ακολούθησαν τη μελωδία. Όταν τελείωσαν, όλοι στο στούντιο τραγουδούσαν το ρεφρέν. Τότε καταλάβαμε ότι είχαμε γράψει επιτυχία. Και μετά live έγινε sing-along — εδώ και 30 χρόνια.

Γιατί πιστεύεις ότι αυτός ο δίσκος συνδέθηκε τόσο έντονα με το κοινό;
Νομίζω κυρίως λόγω των “Rebellion” και “Dark of the Sun”. Το πιο «κλασικό» τραγούδι των GRAVE DIGGER είναι μάλλον το “Heavy Metal Breakdown”, γιατί δείχνει όλη την ταυτότητα της μπάντας. Αλλά το “Rebellion” είναι τραγούδι για συμμετοχή του κοινού. Και η έννοια της εξέγερσης υπάρχει μέσα σε όλους. Αν δεις τον κόσμο σήμερα, υπάρχουν εξεγέρσεις παντού. Είναι κάτι βαθιά ανθρώπινο.

Συμφωνείς ότι αυτός ο δίσκος άλλαξε τη μοίρα της μπάντας;
Ναι, την άλλαξε, αλλά έγινε και μια βαριά παρακαταθήκη. Όπως οι QUEENSRŸCHE με το “Operation: Mindcrime”. Δεν το ξανάκαναν ποτέ. Κάτι τέτοιο συμβαίνει μία φορά στη ζωή. Προσπαθήσαμε πολλές φορές να ξανακάνουμε έναν τέτοιο δίσκο, αλλά σήμερα λέμε: το “Tunes of War” είναι αυτό που είναι. Τελείωσε. Τώρα κάνουμε αυτό που θέλουμε. Αν ακούσεις το “The Bone Collector”, είναι τελείως διαφορετικό — καθαρό heavy metal. Και ο νέος δίσκος είναι σχεδόν έτοιμος και επίσης πολύ διαφορετικός.

Αν μπορούσες να αλλάξεις κάτι μικρό στο “Tunes of War”;
Τίποτα. Κάθε δίσκος αντιπροσωπεύει μια περίοδο της μπάντας. Είναι το καλύτερο που μπορούσαμε να κάνουμε τότε. Δεν κοιτάζω πίσω — κοιτάζω το μέλλον.

Τώρα το παίζετε σχεδόν ολόκληρο για τα 30 χρόνια. Πώς είναι αυτή η εμπειρία;
Θα παίξουμε περίπου το 85%. Θα λείψουν δύο κομμάτια. Αλλά θα είναι ωραίο να ξαναπαίξουμε τραγούδια όπως “The Truth”, “Ballad of Mary”, “Culloden Muir”, “William Wallace”. Θα παίξουμε και κομμάτια από την τριλογία (“Knights of the Cross”, “Excalibur”). Πρέπει να τα ξαναμάθουμε όλα — και εγώ και ο Tobias στην κιθάρα. Ξεκινάμε πρόβες στα μέσα Απριλίου. Πιστεύω θα τα αποδώσουμε σχεδόν 100%, γιατί ο Tobias είναι εξαιρετικός κιθαρίστας.

Photo by Petros Karalis

Παίξατε πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1997, σε ένα soldout στο Ρόδον Club. Τι θυμάσαι;
Όταν κυκλοφόρησε το “Tunes of War”, μας είπαν ότι είμαστε πολύ δημοφιλείς στην Ελλάδα. Και λέγαμε «στην Ελλάδα;». Δεν είχαμε παίξει ποτέ. Και μετά ήρθε η πρόταση από το Ρόδον και μας είπαν ότι είναι sold out με 1.200 άτομα. Ήταν απίστευτο. Έχω πολύ ιδιαίτερη σχέση με τη χώρα σας.

Σαν να υπάρχει και δεύτερη γενιά που ακούει GRAVE DIGGER.
Ναι. Με τον Tobias, ο ήχος της κιθάρας έφερε ξανά την ταυτότητα της μπάντας. Ο κόσμος το αναγνωρίζει και αυτό μας δίνει νέα δυναμική.

Τι να περιμένουμε από τις ελληνικές εμφανίσεις;
Θα παίξουμε 85% “Tunes of War”, μερικά από “Knights of the Cross” και “Excalibur”, και τα κλασικά από τα ‘80s: “Headbanging Man”, “Witch Hunter”, “Heavy Metal Breakdown”. Υποσχόμαστε ένα καθαρό heavy metal show. Χωρίς περιττά πράγματα — μόνο μουσική. Όπως οι SAXON ή οι JUDAS PRIEST.

Φανταστικά. Chris, ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου.
Ευχαριστώ πολύ. Θα τα πούμε στην Αθήνα!

Σάκης Φράγκος

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here