Sunday, April 26, 2026




Home Blog Page 4

A day to remember… 15/4 [THE GATHERING]

0
Gathering

Gathering

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Home” – THE GATHERING
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2006
ΕΤΑΙΡΙΑ: Sanctuary
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Attie Bauw
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Hans Rutten – τύμπανα
René Rutten – κιθάρες
Frank Boeijen – πλήκτρα
Marjolein Kooijman – μπάσο
Anneke van Giesbergen – φωνητικά

Το “Home” είναι ο έκτος και τελευταίος δίσκος των THE GATHERING με την Anneke van Giesbergen πίσω από το μικρόφωνο. Είναι μακράν ο πιο σκοτεινός δίσκος της, μέχρι τώρα, δισκογραφίας τους, έχοντας διάχυτη μελαγχολία που αντικατοπτρίζεται τόσο στο μουσικό του μέρος, όσο στους στίχους και στην ερμηνεία της Anneke. Οι λόγοι που βγήκε έτσι είναι πάρα πολλοί και θα προσπαθήσουμε να τους φωτίσουμε 20 χρόνια μετά, δίνοντας έμφαση τόσο στα στοιχεία που τον συνθέτουν, όσο και στα γεγονότα που καθόρισαν την τελική του μορφή.

Ηχογραφήθηκε σε μια μικρή εκκλησία στο Maurik της Ολλανδίας, την La Divina Commedia με παραγωγό τον Attie Bauw. Δικαιωματικά του αξίζει ο τίτλος του ανθρώπου που ξέρει απόλυτα τον ήχο τους, έχοντας παίξει καθοριστικό ρόλο στην ηχητική τους στροφή 180 μοιρών με το magnum opus τους, “How to measure a planet?” (1998). Όπως και σε εκείνο το δίσκο, έτσι και εδώ ο ηχητικός σχεδιασμός διαφέρει από κομμάτι σε κομμάτι, δίνοντας ένα ηχητικό κολάζ τραγουδιών. Από τους up tempo ρυθμούς (“Shortest day”) στην εσωτερική ένταση του “Waking hour”, περνώντας από τα απόκοσμα ηχοτοπία του “Fatigue”, καταλήγοντας στην απόλυτα μελαγχολική αποφώνηση του “Forgotten reprise”.

Ακούγοντας τον δίσκο εκείνο τον Απρίλιο του 2006 ήταν σαφέστατα αντιληπτό ότι θρηνούσε αυτή η παρέα από το Oss που ξεκίνησε μαζί το 1989. Κρύφτηκαν πίσω από το χαμό του πατέρα των αδερφών Rutten, Henk, ο οποίος ήταν μαζί τους στις ηχογραφήσεις στην εκκλησία και τους φρόντιζε, μαγειρεύοντάς τους. Ο χαμός του ήταν ξαφνικός μετά από αδιαθεσία, που τον οδήγησε την αμέσως επόμενη μέρα στο θάνατο. Το σοκ ήταν μεγάλο για όλους και αυτό πέρασε και στη μουσική, γι’ αυτό θα παρατηρήσετε ότι από τη μέση και μετά τα κομμάτια αυτού του 60λεπτου άλμπουμ είναι πνιγμένα στην απόγνωση και στην απόκοσμη ατμόσφαιρα, κυρίως λόγω των ήχων που επέλεξε ο φοβερός πληκτράς τους, Frank Boeijen και του ήχου της κιθάρας του φοβερού και τρομερού, René Rutten. Όμως δεν ήταν ο μόνος λόγος…

Οι υποψιασμένοι οπαδοί που παρατηρούσαμε κάθε τους κίνηση, νιώθαμε ότι με τον δίσκο αυτό αποχαιρετούσαν την Anneke. Τα σημάδια ήταν πάρα πολλά. Προσωπικά το αισθάνθηκα έντονα την περίοδο του “Sleeping  buildings” δύο χρόνια πριν και ακόμα περισσότερο στις ανεπανάληπτες συναυλίες στο Paradiso του Amsterdam, όπου βιντεοσκόπησαν το “A sound relief” DVD. Ο κύριος λόγος που το διέκρινα ήταν οι απεγνωσμένες προσπάθειες της μπάντας να ορθοποδήσει μετά την επιλογή τους να συστήσουν την Psychonaut Records, για να κυκλοφορήσουν μόνοι τους τη μουσική τους, όντας απογοητευμένοι από τη Century Media. Με το που ανακοινώθηκε ότι δεν θα κυκλοφορήσουν το “Home” από τη δική τους εταιρία, επιλέγοντας την Sanctuary music και την The End στην Βόρεια Αμερική, ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι είχε έρθει το τέλος. Και μόνο που είδα το εξώφυλλο του “Alone” single, που κυκλοφόρησε ως προπομπός του άλμπουμ, απλά πάγωσα βλέποντας την Anneke σε πρώτο πλάνο και την υπόλοιπη μπάντα να μη φαίνεται καν!

Ήταν καθαρή επιλογή της εταιρίας να προβάλλει τους THE GATHERING ως την Anneke με τους μουσικούς της, κάτι που βίωναν ανάλογα την ίδια περίοδο και οι οπαδοί των THE CRANBERIES με την δική τους frontwoman, Dolores O’ Riordan. Ήταν η τάση της δεκαετίας με την ταμπέλα female fronted λόγω της τεράστιας επιτυχίας των EVANESCENCE. Η μουσική βιομηχανία επικεντρωνόταν στη γυναίκα πίσω από το μικρόφωνο, αφήνοντας την υπόλοιπη μπάντα να φαντάζει ως συνοδευτικοί μουσικοί. Και αυτό συνεχίστηκε και στις επίσημες φωτογραφήσεις, που είχαν σε μεγάλο βαθμό μόνο την Anneke, κάτι που απογοήτευσε και το γκρουπ σε μεγάλο βαθμό!

Οι THE GATHERING δεν ήταν ποτέ η μπάντα του ανθρώπου πίσω από το μικρόφωνο, μιας και όλη η μουσική συνδιαμορφωνόταν από όλους τους μουσικούς που ήταν εξαρχής στην μπάντα από την εκκίνηση τους. Μόνο που το “Home” είναι το πρώτο άλμπουμ τους μετά την αποχώρηση του τρομερού μπασίστα Hugo Prinsen Geerlings, γεγονός που ήταν για εμένα το πρώτο σημάδι αποσταθεροποίησης στη λειτουργία του «ολλανδικού θαύματος» – προσωνύμιο των fanzines στα early 90s όταν ακόμα είχαν κυκλοφορήσει μόνο demos! Η Marjolein Kooijman δεν κατάφερε ούτε στο ελάχιστο να γεμίσει το κενό της δεύτερης κιθάρας όπως ο Hugo είχε καταφέρει στην στρατηγική τους κίνηση να αφήσουν τη μπάντα μόνο με μία κιθάρα μετά την αποχώρηση του Jelmer Wiersma για καθαρά μουσικούς λόγους – ήταν αντίθετος στην κατεύθυνση που είχαν χαράξει κατά τη διάρκεια της διαμόρφωσης του “How to measure a planet?”.

Για το “Alone” όπως ήταν αναμενόμενο ετοιμάστηκε ένα video clip, μόνο που δεν γυρίστηκε από το group αλλά από τον Βραζιλιάνο Lorenzo Bonicontro. Η μνήμη μου μάλλον με απατά, αλλά διακινδυνεύω να πω ότι ήταν στο πλαίσιο ενός διαγωνισμού για video clip γι’ αυτό το τραγούδι που είχαν κάνει στο επίσημο forum τους, το οποίο στα 00s ήταν απόλυτα ενεργό. Το αποτέλεσμα είναι ένα video clip που θα ζήλευε αισθητικά ακόμα και ο πιο πλούσιος και πασίγνωστος μουσικός του κόσμου όλου! Θαρρώ πως είναι το πιο ταιριαστό video clip που έχει γυριστεί ποτέ από fan και φυσικά οι THE GATHERING το παρουσίασαν ως επίσημο, δίνοντας το απόλυτο credit στον δημιουργό του, επιβεβαιώνοντας την ικανότητα της cyber punk κουλτούρας να υπερκεράσει τα γιγαντιαία budget των εταιριών. Απλά θαυμάστε το!

Οι THE GATHERING συνήθως κυκλοφορούν ένα single πριν από το δίσκο και ένα ακόμα μετά την κυκλοφορία του. Παραδόξως για το “Home” δεν έγινε κάτι τέτοιο. Το ακόμα πιο παράδοξο ήταν η κυκλοφορία ενός ακόμα video clip. Και διάλεξαν το “Forgotten”, με το οποίο ξεκινάει η καταβύθιση στην μελαγχολία στο δεύτερο μισό του δίσκου. Δεν διάλεξαν ούτε το “Waking hour”, ούτε το “In between” που γινόταν χαμός στις συναυλίες της προώθησης του άλμπουμ! Αυτή η επιλογή φαντάζει μυστήρια μέχρι όμως να δείτε το video clip! Η επιλογή να είναι μόνο η Anneke χωρίς να τραγουδάει και να τη δείχνει να περπατάει σε διαδρόμους ξενοδοχείου κουρασμένη και βυθισμένη στις σκέψεις της, ήταν απλά η απόλυτη ένδειξη ότι αποχωρούσε! Αυτό το χαμόγελο στο video clip είχε και όταν την ρωτήσαμε ευθέως αν θα φύγει από τη μπάντα στο πλαίσιο της ομαδικής συνέντευξης που κάναμε μετά τη συναυλία προώθησης του άλμπουμ στη Θεσσαλονίκη. Ξεροκατάπιε το νερό που έπινε και είπε με αυτό το αινιγματικό χαμόγελο «όχι, όχι». Όλοι όσοι είμασταν, όμως, παρόντες ξέραμε ότι τους βλέπαμε για τελευταία φορά μαζί της στη χώρα μας…

Οι φήμες για αποχώρηση της Anneke δεν ήταν, όμως, κάτι καινούριο. Από τα late 90s οι σειρήνες της μουσικής βιομηχανίας την καλούσαν να ακολουθήσει solo καριέρα, αναγκάζοντας τον Hans Rutten να απαντά με εμφατικό τρόπο ότι αν φύγει οι THE GATHERING θα διαλυθούν! Αυτή η εμφατική απάντηση δικαιολογεί πλήρως όσα μου είχε πει ο Rene Rutten σε μια αδημοσίευτη συζήτηση που είχαμε με ανοιχτό μικρόφωνο στο περιθώριο των δύο DJ βραδιών προώθησης του “A sound severe” DVD που διοργανώσαμε το 2008 σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη με το soundmag.gr, στο οποίο ήμουν αρχισυντάκτης εκείνη την περίοδο. Μου είχε εκμυστηρευτεί ότι η Anneke τους είχε ανακοινώσει την απόφαση της να αποχωρήσει από το group και να την παρακαλάνε να μείνει, δίνοντας της το ελεύθερο να επικεντρωθεί στην προσωπική της καριέρα. Η ίδια είχε δεχτεί και ο τρόπος που έφυγε αποδεικνύει ότι τα λεγόμενα του ήταν απολύτως ορθά. Το έπραξε με μια απλή ανακοίνωση στο internet, αφήνοντας όλους στη μπάντα έκπληκτους. Πώς φάνηκε αυτό; Μεσολάβησε μια ολόκληρη μέρα για να προβούν οι THE GATHERING στη δική τους δήλωση, ευχαριστώντας την Anneke για τα χρόνια που ήταν μαζί τους. Και μιλάμε για ένα από τα πιο άμεσα ενημερωμένα επίσημα site σε όλο το φάσμα της μουσικής – ο Hans είναι απόφοιτος τμήματος Πληροφορικής! Οι παρατηρητικοί βέβαια κατάλαβαν και ότι η πικρία ήταν μεγάλη διαβάζοντας τον τρόπο που έγραψαν αυτό το αποχαιρετιστήριο μήνυμα, αφήνοντας ανοιχτό το θέμα της διάλυσης τους.

Τα χρόνια, όμως, καταπραΰνουν τα πάθη και το 2014 η Anneke δήλωσε το παρών στην επετειακή συναυλία τους για τα 25 χρόνια παρουσίας τους στη σκηνή, που κυκλοφόρησε σε live άλμπουμ. Επόμενη κίνηση που έδειξε ότι οι σχέσεις τους έχουν αποκατασταθεί πλήρως ήταν η συμμετοχή της στη διαμόρφωση και στο σχολιασμό της συλλογής “Blueprints” τρία χρόνια μετά. Σε αυτό το διπλό CD υπάρχουν demos και κομμάτια που έμειναν ανεκμετάλλευτα από την περίοδο του “Souvenirs” και του “Home”, γεγονός που αποδεικνύει την εκρηκτική δημιουργικότητα που είχαν στα 00s και δυστυχώς διακόπηκε απότομα με τη φυγή της Anneke.

Σε συζήτηση που είχα για το περιοδικό μας με τον Hans Rutten μου απάντησε καταφατικά όταν τον ρώτησα αν έχουν αποκατασταθεί πλήρως οι σχέσεις τους με την Anneke, τονίζοντας μου ότι δεν υπάρχει καμία περίπτωση να επιστρέψει, μιας και είχαν τη Silje Wergeland μετά τη φυγή της. Ακόμα και τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές η Anneke δεν είναι επίσημα μέλος της μπάντας, αν και έχουν περάσει σχεδόν πέντε μήνες από την ανακοίνωση της αποχώρηση της Silje. Αν θα πρέπει να κάνω μια πρόβλεψη θα είναι αυτή: Αν και μόνον αν οι THE GATHERING αποφασίσουν ότι θέλουν να ηχογραφήσουν νέα μουσική, τότε και μόνο τότε θα εντάξουν κανονικά την Anneke στο line up τους. Αν αντίθετα αποφασίσουν να συνεχίσουν στο μέλλον τις επετειακές συναυλίες όπως τώρα με το “Mandylion”, τότε η Anneke θα συμμετέχει απλώς! Όμως ποντάρω τα πάντα στο πρώτο ενδεχόμενο, γνωρίζοντας πως λειτουργούν σαν σχήμα, βάζοντας ως σαφές έρεισμα την παρουσία των THE HABITANTS ως support σχήμα στην περιοδεία που κάνει αυτή την περίοδο η Anneke.

Όταν είχε κυκλοφορήσει το “Home” πριν 20 χρόνια δεν με άγγιξε όσο τώρα που το άκουσα επανειλημμένως για τις ανάγκες αυτού του κειμένου. Η αποπνικτική του ατμόσφαιρα στο δεύτερο μισό του, η primitive trip rock ηχητική του όπως την προσδιόρισε ο Hans και ακόμα περισσότερο ο αποχαιρετισμός μιας ολόκληρης δημιουργικής περιόδου με την Anneke (1994-2007) που σημάδεψε ανεξίτηλα την πορεία της σκληρής μουσικής, με κάνει ακόμα να μελαγχολώ αν και τους είδα στις δύο πρώτες επετειακές συναυλίες τους στο Nijmegen της Ολλανδίας για το “Mandylion”. Είναι αυτή η γλυκόπικρη γεύση που μου αφήνει και τότε και τώρα αυτός ο δίσκος, γνωρίζοντας πως ό,τι επακολούθησε τους υποκατέστησε από πρωτοπόρους σε κομπάρσους…και καμία επετειακή περιοδεία δεν θα τους επαναφέρει εκεί που ανήκουν: Στην καλλιτεχνική κορυφή με την Anneke και πάλι πίσω από το μικρόφωνο!

Did you know that:

  • Στο πλαίσιο της περιοδείας προώθησης του δίσκου, βιντεοσκόπησαν την εμφάνιση τους στη Χιλή στη μεγαλύτερη σε διάρκεια εμφάνιση της καριέρας τους – 2 ώρες και 20 λεπτά. Ο τίτλος του DVD πάρθηκε από το κομμάτι του άλμπουμ, “A noise severe”, και λειτουργεί τόσο ως αντίβαρο του ηλεκτρακουστικού “A sound relief”, όσο ως θριαμβευτικός αποχαιρετισμός της εποχής Anneke για τους THE GATHERING.
  • Το “In between” είναι η τελική μορφή του “Zion”, το οποίο είχε διαρρεύσει στο internet πριν την κυκλοφορία του δίσκου και θεωρούσαν οι οπαδοί τους ως το διαφαινόμενο κρυμμένο διαμάντι τους. Υπάρχει στη συλλογή “Blueprints” μαζί με άλλα κρυμμένα διαμάντια και demos από την περίοδο αυτού του δίσκου, αλλά και του “Souvenirs”΄. Η συνολική διάρκεια του άλμπουμ είναι 113 λεπτά και συστήνεται μόνο στους ορκισμένους fans της μπάντας, μιας και εκεί υπάρχουν πολλά στάδια διαμόρφωσης αυτών των δύο δίσκων.
  • Στο “Solace” υπάρχουν στίχοι στα Ισπανικά που απαγγέλουν η Kristin Fjellseth και η Gema Pérez, η οποία είναι σύντροφος του René Rutten μέχρι και σήμερα – και τους εύχομαι για πάντα! Είναι μπασίστρια και συνεργάζονται μαζί στους σπουδαίους THE HABITANTS, που αξίζουν την προσοχή σας αν σας αρέσουν οι THE GATHERING από τα early 00s μέχρι και σήμερα.
  • To άλμπουμ επανεκδόθηκε την προηγούμενη δεκαετία σε διπλό βινύλιο με παραλλαγμένο εξώφυλλο από τη δική τους εταιρία Psychonaut Records και μετέπειτα από την Peaceville. Στην τέταρτη πλευρά του διπλού βινυλίου υπάρχουν demo κομμάτια που υπάρχουν στη συλλογή “Blueprints”.

Λευτέρης Τσουρέας

Οι Uriah Heep επιστρέφουν για μία τελευταία εμφάνιση στη χώρα μας!

0
Uriah

Uriah

Οι Uriah Heep επιστρέφουν για μία τελευταία εμφάνιση στη χώρα μας, την Κυριακή 8 Νοεμβρίου, στο Floyd Live Music Venue, στο πλαίσιο της αποχαιρετιστήριας περιοδείας τους “The Magician’s Farewell”. Οι θρυλικοί Βρετανοί hard rockers ανεβαίνουν στη σκηνή με ένα πλούσιο greatest hits set, προσφέροντας ένα μεγαλειώδες αντίο στο ελληνικό κοινό και στις αμέτρητες στιγμές που μοιράστηκαν μαζί του.

Η διάθεση των εισιτηρίων ξεκινά την Παρασκευή 17 Απριλίου, στις 10:00, προς 45€ και για περιορισμένο αριθμό. Μετά την εξάντλησή τους, η τιμή θα διαμορφωθεί στα 50€.

Την Tετάρτη 15 Απριλίου στις 11:00, θα ξεκινήσει μία ξεχωριστή προπώληση, μέσω Spotify, η οποία θα διαρκέσει 24 ώρες, με σχετική ενημέρωση από τα επίσημα κανάλια της μπάντας. 

Οι Uriah Heep είναι, χωρίς αμφιβολία, μια μπάντα-θεσμός που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα της στην κοσμογονική δεκαετία των ‘70s, αποτελώντας θεμέλιο λίθο του progressive hard rock και διαμορφώνοντας έναν απόλυτα αναγνωρίσιμο, δικό της ήχο.

Μαζί με τους Led Zeppelin, Black Sabbath και Deep Purple, συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του βρετανικού heavy metal, ξεκινώντας με το θρυλικό ντεμπούτο τους “Very ‘Eavy, Very ‘Umble”.

Η συνέχεια, κυρίως μέσα στα ‘70s, γράφτηκε με χρυσά γράμματα. Κλασικοί δίσκοι όπως τα “Look At Yourself” (1971), “Salisbury” (1971), “Demons And Wizards” (1972), “The Magician’s Birthday” (1972), “Firefly” (1977), αλλά και μεταγενέστερες κυκλοφορίες όπως τα “Sea Of Light” (1995) και “Wake The Sleeper” (2008), περιλαμβάνουν τραγούδια-ύμνους για γενιές ακροατών, όπως τα “Gypsy”, “July Morning”, “Easy Livin’”, “Sunrise” και “Lady in Black”.

Η χαρακτηριστική χρήση πολυφωνικών φωνητικών σε ένα heavy rock πλαίσιο τους χάρισε τον τίτλο «The Beach Boys of Heavy Metal», ενώ η επιρροή τους παραμένει εμφανής σε δεκάδες σχήματα μέχρι σήμερα.

Παράλληλα, υπήρξαν πρωτοπόροι στην ενσωμάτωση του Hammond organ στον σκληρό ήχο της εποχής, σε συνδυασμό με την κιθάρα-σήμα κατατεθέν του ηγέτη τους, Mick Box.

Με περισσότερους από 25 studio δίσκους, πάνω από 40 εκατομμύρια πωλήσεις και αμέτρητες ζωντανές εμφανίσεις, οι Uriah Heep έχουν γράψει τη δική τους ξεχωριστή ιστορία – από τις sold out περιοδείες παγκοσμίως μέχρι τη θρυλική εμφάνισή τους στη Μόσχα, το 1987, μπροστά σε 180.000 θεατές.

Η αποχαιρετιστήρια περιοδεία τους, με τίτλο “The Magician’s Farewell”, ξεκίνησε ήδη τον Ιανουάριο και θα περάσει από κάθε γωνιά του πλανήτη, σηματοδοτώντας το κλείσιμο μιας τεράστιας πορείας δεκαετιών.

Μια εμβληματική μπάντα που επιστρέφει για μια τελευταία, αξέχαστη βραδιά στην Ελλάδα – αντάξια της μοναδικής ιστορίας της.

Follow Uriah Heep

WebsiteFacebook | Instagram | Spotify

Διάθεση εισιτηρίων:

Floyd Live Music Venue: Πειραιώς 117, Γκάζι, Αθήνα, πλησίον του Στ. Μετρό Κεραμεικός / Τηλ. 210 3416706

Follow Floyd:

Official Website | Facebook  |  Instagram |  TikTok   | YouTube

METAL CHURCH – “Dead to rights” (Reaper Entertainment)

0
Metal Church

Metal Church

Δεν το βάζουν κάτω οι METAL CHURCH και συγκεκριμένα το σκυλί του πολέμου που ακούει στο όνομα Kurdt Vanderhoof, ένας από τους βασικούς στυλοβάτες του επονομαζόμενου αμερικάνικου heavy metal.

Μετά το προ δεκαετίας reboot που διεκόπη τραγικά από τον θάνατο του τραγουδιστή Mike Howe, ο οποίος είχε επιστρέψει στο σχήμα έπειτα από είκοσι χρόνια, ο Vanderhoof αρνήθηκε να αφήσει την ιστορία της μπάντας να τελειώσει εκεί. Ακολούθησε το “Congregation of annihilation” το 2023 με τραγουδιστή τον Marc Lopes, ένας δίσκος που λειτούργησε περισσότερο ως δήλωση επιβίωσης παρά ως πλήρης επανεκκίνηση.

Σήμερα ο Vanderhoof ξαναπατάει το restart κουμπί. Με ένα line-up βετεράνων μουσικών που περιλαμβάνει τον Brian Allen (VICIOUS RUMORS) στα φωνητικά, τον David Ellefson (MEGADETH) στο μπάσο, τον Ken Mary (FIFTH ANGEL, FLOTSAM AND JETSAM, CHASTAIN) στα τύμπανα και τον σταθερό συνεργάτη του από το 2008 Rick Van Zandt στις κιθάρες, οι METAL CHURCH επιστρέφουν με ένα φοβερό άλμπουμ όπως το “Dead to rights”.

Ένα άλμπουμ ολόφρεσκο, γεμάτο αιχμηρά riff και τεχνοτροπία που συνδέουν το κλασικό ύφος της μπάντας με μια πιο μοντέρνα metal προσέγγιση. Δεν είναι τυχαίο ότι το άλμπουμ πατάει γερά πάνω στην παραδοσιακή heavy/thrash metal ταυτότητα που έχει καθιερώσει το συγκρότημα από τα μέσα των 80s, ενώ ταυτόχρονα φέρει πιο στιβαρή παραγωγή και περίσσεια ενέργεια, με το αποτέλεσμα να μην ακούγεται σαν ανακύκλωση, αλλά σαν μια φυσική εξέλιξη του γνώριμου ήχου τους. Ο Brian Allen αποτελεί μία εκπληκτική επιλογή για τους METAL CHURCH, διαθέτοντας μία φωνή που δύσκολα συναντάμε πλέον καθώς δεν αρέσκεται στις φοβερές τσιρίδες ενώ με τη φοβερή χροιά του καταφέρνει και οικειοποιείται χαρακτηριστικές μελωδικές προσεγγίσεις των εμβληματικών προκατόχων του, τόσο του David Wayne όσο και του Mike Howe.

Στιχουργικά παραμένουν επίκαιροι, όπως στο “Brainwash game”, όπου αγγίζουν το θέμα της χειραγώγησης της πληροφορίας και στρέφουν το βλέμμα στα σύγχρονα media, αποδεικνύοντας ότι οι στίχοι διαθέτουν ουσία και κοινωνικό προβληματισμό, χωρίς να περιορίζονται σε μια τυπική metal θεματολογία αλλά τίποτα δεν θα είχε σημασία εάν το υλικό δεν ήταν αντάξιο του παρελθόντος του ιστορικού αυτού metal συγκροτήματος

Το “Dead to rights” σηματοδοτεί την επιστροφή μιας μπάντας που έμοιαζε να έχει χάσει τον προσανατολισμό της, παρουσιάζοντας τους METAL CHURCH αναζωογονημένους, επιθετικούς και με ξεκάθαρη δημιουργική ενέργεια.

8 / 10

Κώστας Αλατάς

LION’S SHARE – “Inferno” (Metalville)

0
Share

Share

Η επανασυγκρότηση/επανασύσταση ακόμα και ενός καλλιτέχνη που λάτρεψα στον καιρό της ακμής του, ανέκαθεν με έφερνε μπροστά σε μια σειρά από αμείλικτα ερωτηματικά. Ερωτηματικά που αφορούσαν κατά κύριο λόγο στο κατά πόσο είναι αγνές οι προθέσεις του αλλά και το ποια είναι εκείνα τα συστατικά που θα κατορθώσουν να τον επανεντάξουν στην σύγχρονη δισκογραφία. Ελάχιστες είναι εκείνες οι περιπτώσεις που έχω μείνει άναυδος με την ποιότητα του νέου πονήματος και αισθητά λιγότερες όσες μπορούν ευθέως να τοποθετηθούν δίπλα στα παρελθοντικά τους έργα δίχως να υστερούν σε οποιαδήποτε σύγκριση.

Οι Σουηδοί LION’S SHARE κυκλοφόρησαν την τελευταία studio δουλειά τους (έκτη στην σειρά) το 2009 με τίτλο “Dark hours” για το οποίο δεν θα συνιστούσε υπερβολή να εξάρουμε το σκοτεινό ύφος του heavy/power metal που ακολουθούσαν και τους διαχώριζε από την πιο μελωδική/πιο εύπεπτη -αν μου επιτρέπεται ο χαρακτηρισμός- προσέγγιση των περισσότερων ομόηχών τους. Καλοπαιγμένο υλικό, συνθέσεις με λόγο ύπαρξης και την χαρακτηριστική ερμηνεία του Nils Patrick Johansson, γνώριμο μας από την συμμετοχή τους στους WUTHERING HEIGHTS, Richard Andersson’s SPACE ODYSSEY,  CIVIL WAR και φυσικά τους ASTRAL DOORS με τους οποίους δισκογραφεί ακόμα. Μαζί με τον κιθαρίστα Lars Chriss αποτέλεσαν τον σκληρό πυρήνα της μπάντας από το ξεκίνημα της, στοιχείο που δεν διαφοροποιείται ούτε στο “Inferno”.

Τι αποζητούν οι LS το 2026; Ο μεταλλικός λόγος που αρθρώνουν είναι σε θέση να συγκινήσει τους οπαδούς του ιδιώματος ή μήπως αποτελούν κακέκτυπο του παρελθόντος; Η παραδοχή είναι απλή. Οι Σουηδοί ως λαός έχουν πάρει από μικρή ηλικία τις σωστές μουσικές βάσεις και με ότι καταπιάνονται φροντίζουν να το πράττουν με απόλυτο επαγγελματισμό αλλά και τον δέοντα σεβασμό τόσο στους εαυτούς τους όσο και στο κοινό που απευθύνονται. Είτε μιλάμε για AOR/hard rock είτε για black metal. Τα παραδείγματα άφθονα και προς πάσα κατεύθυνση. Η πρώτη αλλαγή που παρατηρείται με το πρώτο άκουσμα είναι η μετατόπιση του ήχου από το heavy/power σε ένα ύφος που συγγενικά διαθέτει περισσότερες ομοιότητες με τον ήχο των BLACK SABBATH/RAINBOW/DIO δηλαδή με το μεγαλείο του Ronnie James Dio και το τεράστιο αποτύπωμα που έχει αφήσει στην μουσική μας. Ομοίως και ψήγματα από Axel Rudi Pell. Ένας συνδυασμός από υπερβολικά heavy riffing Sabbathικής επινόησης, με solos που αποτίνουν φόρο τιμής στον Ritchie Blackmore εποχής Ουράνιου Τόξου και όλα αυτά με φωνητικά που ηχούν σαν πιο βαριά έκδοση του RJD…

Μετατόπιση, λοιπόν, ηχητική, που έχω την αίσθηση ότι ταιριάζει γάντι στην χροιά του Johansson που δίνει ορισμένες πολύ όμορφες ερμηνείες συνεπικουρούμενος από την εξάχορδη του Chriss που παίρνει φωτιά καθ’ όλη την διάρκεια του δίσκου. Και αν το ξεκίνημα ηχεί λίγο “μουδιασμένο” και αναγνωριστικό, η συνέχεια είναι αν μη τι άλλο εντυπωσιακή -τηρουμένων πάντα των αναλογιών και των προσδοκιών- με αρκετά κομμάτια να διαγωνίζονται για την άτυπη κατάκτηση της κορυφαίας στιγμής του άλμπουμ. Μεταξύ αυτών τα “The lion’s trial”, “Baptized in blood”, “Chain child”, “Run for your life”.  Αναμφίβολα μία από τις απρόσμενες εκπλήξεις της χρονιάς, το “Inferno” θέλω να πιστεύω ότι σηματοδοτεί την έναρξη μίας δεύτερης, ακόμα πιο δυναμικής, πορείας στο μονοπάτι που οι δημιουργοί του επιτυχώς επαναχάραξαν.

7 / 10

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

NERVOSA – “Slave machine” (Napalm Records)

0
Nervosa

Nervosa

Δεν έκρυψα ποτέ την αδυναμία που τρέφω στις, δικές μας πλέον, NERVOSA. Με την Prika Amaral να δηλώνει πια μόνιμος κάτοικος Τρικάλων αλλά και τις Έλενα Κοτίνα και Hel Pyre να αποτελούν μόνιμα μέλη τις μπάντας, σίγουρα δεν μπορεί να τις χαρακτηρίσει πια ως Βραζιλιάνικο σχήμα. Τρία χρόνια μετά το εξαιρετικό “Jailbreak” που αποτέλεσε κομβικό άλμπουμ για τη μπάντα μια και σηματοδότησε το ντεμπούτο της Amaral πίσω από το μικρόφωνο, τα κορίτσια επιστρέφουν με το νέο, έκτο τους άλμπουμ που τιτλοφορείται “Slave machine”.

Ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει και η σύνθεση των NERVOSA παραμένει ίδια, ενώ στη θέση του παραγωγού συναντούμε ξανά τον γνωστό και μη εξαιρετέο Martin Furia. Από το εισαγωγικό “Impending doom” γίνεται σαφές ότι ο ήχος των NERVOSA διαφοροποιείται αισθητά σε σύγκριση με τις προηγούμενες δουλειές τους.  Πιο κοντρολαρισμένες ταχύτητες, πιο μελωδικές συνθέσεις που όμως δεν χάνουν καθόλου σε τραχύτητα και επιθετικότητα. Προφανώς τα κορίτσια δεν ήθελαν να κυκλοφορήσουν ένα ακόμα “Jailbreak” και προσπάθησαν να εμπλουτίσουν τον ήχο τους με πιο μελωδικά στοιχεία και με μια φρέσκια, μοντέρνα προσέγγιση.

Για αρκετές μπάντες αυτό μπορεί να αποβεί δίκοπο μαχαίρι, για τις NERVOSA αυτό όμως λειτουργεί περίφημα. Σε αυτό παίζει καταλυτικό ρόλο η απίστευτη κιθαριστική δουλειά της Έλενας με τα φοβερά μελωδικά solos της, χωρίς να θέλω να υποτιμήσω την εξαιρετική απόδοση των υπόλοιπων κοριτσιών. Η Prika σκίζει το λαρύγγι της δείχνοντας να απολαμβάνει πλέον το ρόλο της ως τραγουδίστριας, χωρίς όμως να παραμελεί στο ελάχιστο να ξερνοβολάει κολασμένα riffs.

Στα του δίσκου τώρα, υπάρχουν συνθέσεις που σου καρφώνονται κατευθείαν στο μυαλό , όπως για παράδειγμα τα “Hate” και “The call” που εντυπωσιάζουν με την ωμότητά τους. Στην πλειοψηφία του όμως ο δίσκος, αν και αμιγώς thrash, απαιτεί από τον ακροατή την αμέριστη προσοχή του καθώς υπάρχει τέτοια ποικιλομορφία που δείχνει ότι οι NERVOSA δεν έκαναν έναν απλό thrash δίσκο, αλλά έναν δίσκο καλοδουλεμένο, με απίστευτα ποιοτικές συνθέσεις που δεν νομίζω να αφήσουν κανέναν παραπονεμένο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το “Slave machine” είναι το πρώτο άλμπουμ των NERVOSA που δεν έχει κάποιο καλεσμένο, καθώς η μπάντα ήθελε από τους ακροατές να επικεντρωθούν αποκλειστικά στη μουσική.

Το “Slave machine” δεν είναι το δεύτερο μέρος του “Jailbreak” και όσοι περιμένατε κάτι ανάλογο, ενδεχομένως να απογοητευτείτε. Είναι όμως το πιο πειραματικό, το πιο ποικιλόμορφο άλμπουμ των NERVOSA, που σαφέστατα ανοίγει νέους ορίζοντες στη μπάντα για να εξερευνήσει και εδώ θα είμαστε και εμείς να παρακολουθούμε στενά αυτά τα τρομερά κορίτσια.

8,5 / 10

Θοδωρής Κλώνης

A day to remember… 15/04 [RAGE]

0
Lingua

Lingua

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Lingua Mortis” – RAGE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: GUN Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Ulli Pösselt / Christian Wolff / “Peavy” Wagner
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά / Μπάσο – “Peavy” Wagner
Κιθάρες – Sven Fischer / Spiros Efthimiadis
Drums – Chris Efthimiadis

Στον κόσμο των RAGE, η φράση Lingua Mortis μπορεί να σημαίνει πολλά πράγματα. Όποτε έδιναν συναυλίες με ορχήστρα, το project είχε την ονομασία Rage feat. Lingua Mortis. Αργότερα, η LINGUA MORTIS ORCHESTRA έγινε κανονική μπάντα με τα ίδια μέλη των RAGE, αλλά δεν στέριωσε πέραν του ντεμπούτου. Πριν από όλα αυτά όμως, “Lingua Mortis” ήταν το όνομα μιας πολύ τολμηρής κυκλοφορίας του συγκροτήματος, η οποία αποτέλεσε μία καθοριστική κίνηση για να απολαμβάνουμε όλα αυτά τα χρόνια αυτό που ονομάζουμε Symphonic Metal.   

Κοιτώντας το tracklist, μπορεί πολύ εύκολα να διαπιστώσει κάποιος ότι δεν πρόκειται για ένα κανονικό full-length, με την κλασική έννοια του όρου. Η μπάντα, θέλοντας να επεκτείνει τον ήχο της, συνεργάστηκε με την Συμφωνική Ορχήστρα της Πράγας. Η αρχή δεν έγινε με νέες, φρέσκες συνθέσεις, αλλά αναπροσαρμόζοντας μουσική που είχαν γράψει σε προηγούμενα άλμπουμ, με την μερίδα του λέοντος να παίρνει το “Black in mind”. Μπορεί σε κάποιον που το διαβάζει τώρα να φαίνεται ως κάτι απλό και τετριμένο, αλλά η συνεργασία αυτή συνέβη πριν από 30 χρόνια. Οι NIGHTWISH και WITHIN TEMPTATION δεν είχαν δισκογραφήσει τότε, οι AFTER FOREVER (πρόγονοι των EPICA) συστήθηκαν 4 χρόνια μετά, ενώ προηγείται χρονικά μέχρι και του “Theli” των THERION, το οποίο τοποθετήθηκε στα ράφια λίγους μήνες αργότερα. Μπορούμε λοιπόν να ισχυριστούμε πως το “Lingua Mortis” ήταν μία άκρως ριζοσπαστική και επαναστατική πρόταση για την εποχή. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν πρόκειται για ανακάλυψη τροχού. LED ZEPPELIN, QUEEN, RAINBOW, SAVATAGE είχαν ήδη πειραματιστεί με παρόμοια στοιχεία σε κάποιο βαθμό. Οι RAGE όμως τα ενσωμάτωσαν πλήρως, τη στιγμή που έναν δίσκο πριν οριακά άγγιζαν το Thrash. 

Ακούγοντας το άλμπουμ, γίνεται ξεκάθαρο από την αρχή πως στα ορχηστρικά, ο ήχος βγαίνει πολύ φυσικός από τα ηχεία. Σαν να είσαι στον ίδιο χώρο με τους μουσικούς και να παρακολουθείς συναυλία. Τα metal όργανα δεν απολαμβάνουν την ίδια αντιμετώπιση αφού έχουν έναν πιο βρώμικο ήχο, με την παραγωγή να ακούγεται κάπως παλιομοδίτικη σήμερα. Το πάντρεμα αυτών των δύο κόσμων έγινε με πολλά καλά που διατηρούνται ακόμα, αλλά και με κάποια προβλήματα που εν καιρώ διορθώθηκαν. Το πιο τρανταχτό θετικό είναι πως η παρουσία της ορχήστρας έχει νόημα. Δεν βρίσκεται υποστηρικτικά, καταλήγοντας ως κάτι ξένο και παρείσακτο, αλλά δημιουργεί μία νέα υπόσταση στις συνθέσεις όπως π.χ. το “Alive but dead”. Κρατάει τις δυναμικές του και μας προσφέρει μία ενδιαφέρουσα εναλλακτική η οποία έχει λόγο ύπαρξης. Από την άλλη, η παρουσία του συμφωνικού πήγε μερικά βήματα παραπέρα αφού αγκάλιασε σε ασφυκτικό βαθμό την μέταλ πλευρά των κομματιών. Θα έχετε ακούσει ίσως πολλά συγκροτήματα να λένε πως δεν θέλουν όταν μπαίνει η ορχήστρα να υποχωρεί η μπάντα, ή να χάνεται τελείως το heavy στοιχείο. Αυτό ακριβώς γίνεται κατά κόρον εδώ. 

Το δεκαπεντάλεπτο “Medley” (παντρεύει τα “Don’t fear the Winter”, “Black in mind”, “Firestorm”, “Sent by the devil”, “Lost in the ice”) επιβεβαιώνει τον κανόνα των αντιθέσεων. Είναι γεμάτο με ονειρικές μελωδίες και πανέμορφα παιξίματα, τα κρουστά και έγχορδα γεμίζουν σε άριστο βαθμό τα τραγουστά μέρη, ενώ λειτουργούν τέλεια ως ιντερλούδια που μας μεταφέρουν από το ένα τραγούδι στο άλλο. Η συρραφή τραγουδιών βέβαια πιστεύω πως θα λειτουργούσε πολύ καλύτερα σε live περιβάλλον. Το να ακούμε μία φορά το ρεφραίν του “Black in mind”, αργότερα το “Sent by the devil” με τον τρόπο που γίνεται, δημιουργεί μία έλλειψη συνάφειας. Εκεί θα έρθει το “All this time” που ως μπαλάντα λειτουργεί πολύ καλύτερα. Το orchestral version του “Alive but dead” που κλείνει τον δίσκο; Ας πούμε πως ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του. Πλέον αγοράζουμε special editions όπου το δεύτερο CD είναι orchestral version ολόκληρου του tracklist!

Το “Lingua Mortis” δεν αποτέλεσε μία παρορμητική φάση για την μπάντα, αφού συνεχίστηκε η εξερεύνηση του ήχου αυτού τα επόμενα έτη. Η πορεία ανά τα χρόνια έχει απόλυτο ενδιαφέρον, όπως επίσης και η σύγκριση μεταξύ συνθέσεων αυτών των διαφορετικών περιόδων. Αξίζει πιστεύω να ακουστούν στη σειρά π.χ. τα “Medley” και “Eye for an eye”, όπου φαίνεται ξεκάθαρα η εξέλιξη του ιδιώματος μετά από 17 χρόνια! Το σίγουρο είναι πως αν θέλει κάποιος να ακούσει Symphonic Metal υπάρχουν πλέον αμέτρητες, καλύτερες επιλογές, τόσο από τους ίδιους τους RAGE όσο και από εκατοντάδες άλλα συγκροτήματα. Για τους λόγους που ανέφερα στην αρχή όμως, πιστεύω πως αξίζει τον χρόνο μας, ακόμα και αν είναι για μία, αναγνωριστική φορά. Παραδέχομαι πως σπάνια θα τον ακούσω πλέον, αλλά δεν θα υποτιμήσω ποτέ την τεράστια συνεισφορά του στο ίσως αγαπημένο μου υποείδος της σκληρής μουσικής.  

Παύλος Παυλάκης

BLIND GUARDIAN – “Follow the blind” – Worst To Best

0
Guardian

Guardian

Από τα παιδιά της Φινλανδίας στο προηγούμενο “Worst to best” και δη για το “Tuonela” των AMORPHIS, τώρα στα παιδιά από τη Γερμανία και φυσικά τους λατρεμένους μου Βάρδους, τους BLIND GUARDIAN, για ένα άλλο αγαπημένο άλμπουμ, το “Follow the blind”.

Ναι, το “Follow the blind” δεν είναι στην τετράδα των ανυπέρβλητων δίσκων του Hansi και της παρέας του, η οποία ξεκινάει στο επόμενο άλμπουμ και καταλήγει στο “Nightfall”. Όμως είναι σπουδαίος δίσκος! Και πως να μην είναι άλλωστε, όταν περιέχει 3 κομμάτια που προκαλούν «χαμό» ακόμα και σήμερα στις συναυλίες τους και φυσικά το “Valhalla”, που μία φορά να έχεις βρεθεί σε συναυλία των Βάρδων, καταλαβαίνεις και ξέρεις τι σημαίνει.

Έχοντας λοιπόν κυκλοφορήσει ένα χρόνο πριν, το 1988, το ντεμπούτο τους, “Battalions of fear”, παίζοντας ένα ξεκάθαρο speed metal με σαφέστατες επιρροές από HELLOWEEN, το 1989 έρχεται το δεύτερο «πόνημα», το άλμπουμ με το οποίο θα ασχοληθούμε εδώ. Οι ταχύτητες παραμένουν, όμως οι Γερμανοί θα γίνουν και πιο heavy ταυτόχρονα, αφού όπως έχουν δηλώσει και οι ίδιοι, εκείνη την περίοδο είχαν προσθέσει και το thrash metal συγκροτημάτων όπως οι TESTAMENT κυρίως, στις επιρροές τους. Να θυμόμαστε, ότι εδώ, ακόμα, δεν έχουν βρει τον δικό τους, παντελώς προσωπικό ήχο. Η ομάδα πίσω από τη μπάντα, σε παραγωγή/μίξη αλλά και εξώφυλλο, παραμένει ίδια με το ντεμπούτο, οπότε βρίσκουμε και πάλι τους Kalle Trapp (ιδιαίτερα hot όνομα τότε στη Γερμανία, κι όχι μόνο, έχοντας κάνει δουλειές με ANGEL DUST, DESTRUCTION, PARADOX, PESTILENCE και άλλους) και Detlev van Ravenswaay αντίστοιχα σε αυτές τις θέσεις.

Το άλμπουμ είχε μόλις ένα single, το “Banish from sanctuary”, στη μορφή 7” βινυλίου (όποιος το έχει, είναι τυχερός, αφού κυκλοφόρησαν μόλις 500 κόπιες), αλλά δεν έχει καμία σημασία, αφού η δουλειά έγινε. Η ποιότητα του δίσκου, σε συνδυασμό με το ήδη πολύ καλό όνομα που είχαν χτίσει με το ντεμπούτο τους, εδραίωσε το σχήμα (στους πιο underground κύκλους τότε) και φυσικά έβαλαν τις βάσεις για τη μετέπειτα εκτόξευση, που άρχισε όταν και οι ίδιοι άρχισαν να αποκτάνε το δικό τους ύφος, με το “Tales from the twilight world”.

Μεγάλη βοήθεια τότε στη μπάντα, είχε δώσει ο μέγας Kai Hansen (GAMMA RAY, HELLOWEEN), τον οποίο ακούμε κιόλας σε δύο τραγούδια του “Follow the blind”. Πάμε λοιπόν να τα βάλουμε σε μία σειρά, η οποία για να είμαι ειλικρινής, δεν νομίζω ότι με δυσκόλεψε ιδιαίτερα αυτήν τη φορά, αφού είναι από τους δίσκους που όλα είναι ξεκάθαρα στο μυαλό μου. Σημείωση, η διασκευή στο “Don’t break the circle” των DEMON θα μείνει εκτός, αφού ήταν μόνο στην έκδοση του CD και όχι και του βινυλίου. Χωρίς πολλά περισσότερα λοιπόν, αφού δεν έχει τρομερό «ζουμί» η κυκλοφορία από θέμα παρασκηνίων κλπ, πάμε στη λίστα.

The “Follow the blind” countdown:

  1. Inquisition” (00:41)

Σαν να κλέβεις εκκλησία. Αλλά αφού έχουμε το εισαγωγικό μικρό track, που ούτε instrumental δεν πιάνεται, τι να γίνει, κάνει εύκολη τη δουλειά για την αρχή της αντίστροφης μέτρησης. Το ξέρατε όμως πως οι ψαλμοί εδώ είναι sample από το “Monty Python & The Holy Grail”;;

  1. “Barbara Ann – Long Tall Sally” (01:43)

Η αλήθεια είναι πως την αγαπάω αυτήν τη διασκευή. Ακόμα παραπάνω πάντως από το “The forgotten tales”. Μια χαρά είναι, περάσανε αυτοί καλά που την ηχογραφήσανε, περάσαμε και περνάμε κι εμείς καλά όταν την ακούσαμε και όποτε την ξανακούμε, όμως πέραν αυτού, μην όντας η διασκευή που θα μείνει στην ιστορία, θα ήταν άδικο να πάρει θέση ενός αυθεντικού δικού τους τραγουδιού.

  1. Fast to madness” (05:59)

Θα προσπεράσουμε σε αυτόν το δίσκο το θέμα με τις ταχύτητες των τραγουδιών. Το πόδι είναι στο γκάζι. Είπαμε, speed metal με thrash επιρροές. Αυτό ήταν τότε οι Βάρδοι. Οπότε γινόμαστε και πιο λιτοί στις περιγραφές. Νομίζω αυτό το κομμάτι, από τότε μέχρι και σήμερα, είναι αυτό που έχω ακούσει λιγότερο από ολόκληρο το δίσκο. Ακόμα και από τη διασκευή εννοείται, που απλά επειδή είναι διασκευή βρίσκεται στην από πάνω θέση, αλλιώς θα ήταν στις κορυφαίες. Χωρίς να είναι κακό, δεν είναι και τίποτα ιδιαίτερο. Και όλα αυτά τα στοιχεία που έχει, τα έχουν και τα υπόλοιπα, απλά πολύ πολύ καλύτερα.

  1. Damned for all time” (05:00)

Όλα όπως πρέπει για τότε, όμως επειδή πολλά είναι παρεμφερή σε αυτόν το δίσκο, αυτό προσωπικά είναι από τα κομμάτια που πάντα με είχαν στο περίπου. Ναι μεν μου αρέσει πολύ, όχι τόσο όσο άλλα, όμως εκεί, στη μέση χοντρικά της κατάταξης είχα τους μόνους ενδοιασμούς για το ποιό γουστάρω περισσότερο ή λιγότερο. Σήμερα, θα μπει εδώ. Αλλά από τα κομμάτια που αν εμφανιστούν από σπόντα σε κάποιο live setlist θα μας κάνει (ΟΚ, τους boomers οπαδούς κυρίως) να χοροπηδάμε.

  1. Beyond the ice” (03:31)

To instrumental του δίσκου και πολύ ωραίο μάλιστα! Όχι πως άλλαξε κάτι επειδή είναι instrumental. Οι ταχύτητες, είπαμε, δεν αλλάζουν στο δίσκο. Αλλά εδώ ελλείψη της φωνής, είχαν και το χώρο τους παραπάνω για μερικά leads, που πάντα ήταν και είναι ευπρόσδεκτα από τους Βάρδους (αν και λείπουν τα τελευταία χρόνια για να είμαστε και ειλικρινείς). Πολύ ωραίο μεν, δεν μπορεί να πάει πιο πάνω δε.

  1. Hall of the King” (04:17)

Το κομμάτι που «συντρόφευε» το “Banish from sanctuary” στην single έκδοσή του. Α μεριά το “Banish”, Β το “Hall”. Και όχι αδίκως αν σκεφτεί κανείς πως τότε οι ίδιοι οι Βάρδοι δεν πίστευταν στο “Valhalla” (παραλίγο να την κάνουν την πατατιά). Στα συν του, ότι έχει διαφορετικά περάσματα από τα υπόλοιπα κομμάτια που είχαμε ως τώρα στην κατάταξη, έχει τα «χορωδιακά», κοιτάει λίγο προς το επόμενο άλμπουμ βασικά. Άρα όλα καλά! Το ότι σολάρει ο Kai Hansen εδώ, το λες και super bonus!

  1. Follow the blind” (07:13)

Εδώ έχουμε το πλέον διαφορετικό κομμάτι του άλμπουμ και ΙΣΩΣ αυτό που άνοιξε περισσότερο συνθετικά τους ορίζοντες του σχήματος, καθώς θα ακούσουμε στοιχεία που μετέπειτα εξέλιξαν ακόμα παραπάνω. Η εξαίρεση του κανόνα του δίσκου όπου τα πάντα ήταν τσίτα γκάζια. Πιο «σκοτεινό», πιο επικό, περισσότερες εναλλαγές με τη βάση να είναι πιο mid tempo, ένα τραγούδι, που «σπάει» τις νόρμες που οι ίδιοι είχαν θέσει σε αυτήν την κυκλοφορία. Και αυτό το “follow meeee”…!

  1. Banish from sanctuary” (05:28)

Ομορφιές! Αν δεν υπήρχε το “Valhalla” (που είπαμε, κοντά ήταν να μην υπάρχει), θα ήταν εύκολα το νο 1, ειδικά με τέτοιο ρεφρέν. Αυτά τα κολλητικά ρεφρέν των Βάρδων! Εδώ κι αν έχουμε ματιές στο μέλλον. Και εννοείται θα ήταν single. Δεν είναι ότι διαφέρει σε νοοτροπία ιδιαίτερα από τα υπόλοιπα, απλά εδώ, η συνταγή λειτούργησε σούπερ και φαίνεται ακόμα και τώρα στις συναυλίες όποτε το παίζουν. Να δεχτώ να το έχει κάποιος πχ πρώτο και όχι δεύτερο. Πιο κάτω το λες και αμαρτία και προσέξτε γιατί μιλάει για τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και θα πέσει καμιά κατάρα πάνω σας!

  1. Valhalla” (04:57)

Καμιά φορά είναι να σε θέλει. Και πολλές φορές δεν ξέρεις πως θα εξελιχθεί ένα κομμάτι. Εσύ το γράφεις και το θεωρείς σούπερ και πάει άπατο. Ή, όπως εδώ, το γράφεις, το θεωρείς αδύναμο, σκέφτεσαι ακόμα και να μη μπει στο δίσκο, το βάζεις τελικά επειδή έπρεπε να πιάσεις τη minimum διάρκειά του και αυτό γίνεται από τους μεγαλύτερους ύμνους σου σαν μπάντα. “Valhalla” λοιπόν, η μεγαλύτερη «από σπόντα» επιτυχία των Βάρδων και από τους διαχρονικότερους ύμνους τους. Αν βάλουμε μέσα και ότι κυκλοφόρησε το 1989, είναι ο «παλαιότερος» ύμνος της μπάντας. Πως να μην είναι στο Νο 1;;;

Φραγκίσκος Σαμοΐλης

Ladies Of Metal 2026 interview

0
Ladies

Ladies

Το Ladies Of Metal Festival είναι ένας θεσμός που υπάρχει εδώ και αρκετά χρόνια και η πέμπτη εκδοχή του, θα διεξαχθεί στις 23, 24 και 25 Απριλίου, στο Temple, στην Αθήνα, από την Angels PR Music Promotion.

Πρόκειται για ένα από τα πιο φιλόδοξα project που αφορούν όχι μόνο τον female fronted χώρο, αφού περιλαμβάνει συγκροτήματα που έχουν γυναίκες όχι μόνο πίσω από το μικρόφωνο, αλλά που παίζουν και κάποιο όργανο. 13 συνολικά σχήματα, όχι μόνο από τη χώρα μας, αλλά και από τη Σλοβακία, τη Βουλγαρία, τη Σουηδία και την Κύπρο.

Ο Σάκης Φράγκος, συνομίλησε με τη Vikki (GUILTERA), τη Hana (SYMFOBIA), τη Σία (VENUS EFFECT), τη Ralica (BENDIDA), τη Μάγια (GROTESCO KARMA) και τη Rachel (NOMOS) και αυτήν την κουβέντα, που εναλλάσσει αγγλικά κι ελληνικά συνεχώς, μπορείτε να τη δείτε ακριβώς από κάτω.

A day to remember… 14/4 [JUDAS PRIEST]

0
Priest

Priest

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Turbo” – JUDAS PRIEST
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1986
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Columbia
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Tom Allom
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ: 
Φωνητικά – Rob Halford
Κιθάρες/ Κιθάρες synthesizer – K.K. Downing/Glenn Tipton
Μπάσο – Ian Hill
Drums – Dave Holland

Μετά την ολοκλήρωση της Metal Conqueror World Tour του 1984, οι JUDAS PRIEST ήθελαν να κάνουν μια μικρή παύση για ανασύνταξη δυνάμεων. Είχαν ήδη «κατακτήσει» κάθε μεταλλά, θέλοντας και μη, αφού τα “British steel”, “Screaming for vengeance” και “Defenders of the faith”, που είχαν δει το φως της δημοσιότητας από το 1980 μέχρι το 1984 (με την αρωγή φυσικά και του “Point of entry” το 1981), ήταν 3 άλμπουμ που θα αποτελούν για πάντα ηχητικό ορισμό του heavy metal ιδιώματος, όντας αξεπέραστα. Παρόλα αυτά, τα μέλη ενός γκρουπ έχουν πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού τους, ότι κάποια στιγμή πρέπει να κυκλοφορήσει το επόμενο άλμπουμ τους.

Τον Μάιο του 1985 το συγκρότημα ηχογραφεί ένα demo για τον επόμενο δίσκο του στα “Chaton Studios”, ενώ στις 20 και 21 του ίδιου μήνα, ο τραγουδιστής του συγκροτήματος Rob Halford συμμετέχει στην ηχογράφηση του τραγουδιού “Stars” για το φιλανθρωπικό άλμπουμ “Hear ‘n’ aid”. Οι JUDAS PRIEST ήθελαν να κυκλοφορήσουν έναν διπλό ηχογραφημένο δίσκο, αλλά λόγω της δεκαετούς επετείου ύπαρξής τους, τελικά αποφασίστηκε να κυκλοφορήσει ένα studio album. Εκείνα τα χρόνια στην μουσική, όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συνεχώς ασχολούνταν με τη «μουσική του Διαβόλου», το μουσικό κανάλι MTV, είχε βάλει από την μια το heavy metal σε κάθε σπίτι, από την άλλη «υποστήριζε» πολύ και το εμπορικό hard rock της άλλης πλευράς του Ατλαντικού, με αποτέλεσμα πολλοί να έχουν επηρεαστεί. Σε όλο λοιπόν το κλίμα της εποχής, η γνωστή εταιρία μουσικών οργάνων Roland προσεγγίζει το σχήμα προτείνοντάς του να χρησιμοποιήσει τις ολοκαίνουργιες synth κιθάρες της.

Το καλοκαίρι του 1985, το συγκρότημα πήγε στα “Compass Point Studios” στις Μπαχάμες για να ξεκινήσει τις ηχογραφήσεις. Κατά την διάρκειά τους, τα μέλη του συμμετείχαν συχνά σε πάρτι, κάνοντας χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών, κάτι πολύ σύνηθες βέβαια από την μια, από την άλλη όμως, κάτι που μπορεί να επηρέαζε αρνητικά το όλο εγχείρημα. Παρόλη την ήδη μεγάλη δημοτικότητα του συγκροτήματος, ο Halford αντιμετώπιζε προβλήματα κατάθλιψης, αλλά και κάποια συναισθηματικής φύσης προσωπικά θέματα, με αποτέλεσμα μετά από μία πρόβα το Νοέμβριο του 1985, να πάρει υπερβολική δόση παυσίπονων, κινδυνεύοντας άμεσα η ζωή του. Ευτυχώς βρήκε τη δύναμη που χρειαζόταν, μπήκε σε κέντρο αποτοξίνωσης και βγήκε νικητής, επιστρέφοντας σε εξαιρετική φόρμα, «φωνητικά» και σωματικά!

Οι JUDAS PRIEST όντας πάντα σε πλήρη εναρμόνιση με το περιβάλλον, έχοντας την τεράστια επιτυχία των άλμπουμ τους από το 1980 μέχρι το 1984, θα μπορούσαν κάλλιστα να δημιουργήσουν/ «κατασκευάσουν» έναν κλώνο προς τέρψη όλων των οπαδών. Οι ίδιοι όμως ένιωθαν ότι είναι πρωτοπόροι στη μουσική και όχι μιμητές ή ακόλουθοι του εύκολου δρόμου επιτυχίας. Παρόλο που ήταν στο απόγειο της συνθετικής τους πορείας, σκέφτηκαν τότε, ότι θα ήταν καλύτερο να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό, τόσο για να αποφύγουν την καλλιτεχνική στασιμότητα όσο και για να αυξήσουν το κοινό τους. Σαφώς μια κίνηση που ίσως θα εγκυμονούσε κινδύνους για την καριέρα τους, αλλά γι’ αυτούς ήταν κάτι που αφού το ήθελαν, θα το έκαναν, αντιμετωπίζοντας τα αποτελέσματα.

Έτσι στα μέσα Απριλίου του 1986, το “Turbo”, η δέκατη δουλειά τους, θα ήταν στα δισκοπωλεία, ένα άλμπουμ που τότε «συζητήθηκε» όσο κανένα άλλο, αφού ήταν (και είναι μέχρι και σήμερα), αξιοσημείωτο για την πλήρη αλλαγή του συγκροτήματος σε έναν πολύ πιο εμπορικό metal ήχο, με την χρήση συνθεσάιζερ για πρώτη φορά σε ένα δίσκο τους. Αποφασίζουν να αφήσουν πίσω τους τα θέματα επιστημονικής φαντασίας και να ασχοληθούν περισσότερο στιχουργικά με την αγάπη και τον ρομαντισμό. Αλλάζουν τις συνθέσεις τους από αμιγώς heavy metal με κοφτά ή στακάτα κιθαριστικά ριφ, solos και ξεσηκωτικούς ρυθμούς που σε καθήλωναν, σε πιο εμπορικές arena rock, άκρως φιλικές προς το ραδιόφωνο, πιο «φλώρικες» σε ότι είχαν συνηθίσει το κοινό, σαν να ήταν μια hard rock/glam μπάντα της Αμερικής και όχι μια metal της Αγγλίας. Ξαφνικά τα τραγούδια τους ηχούσαν σαν να είναι η μουσική επένδυση ενός video game ή ενός soundtrack κάποιας στερεοτυπικής, και μη, Αμερικανικής ταινίας της δεκαετίας του ‘80, χωρίς καμία ομοιότητα με το πολύ πρόσφατο ηχητικό παρελθόν, ειδικά των δυο προηγουμένων δίσκων.

Στο “Turbo” αλλάζουν την τεχνοτροπία των συνθέσεων ειδικά στο πως ηχούν οι κιθάρες και  πειραματίζονται με τεχνολογικά αναβαθμισμένους ήχους, γεγονός που αποτέλεσε νεωτερισμό για το heavy metal, αλλά κατακρίθηκε από τους φανατικούς οπαδούς τους. Εκείνα τα χρόνια, οι πιο «κολλημένοι» οπαδοί, δεν μπορούν να καταλάβουν ότι είχαν διατηρήσει τη φόρμουλα που συνέθεταν τα τραγούδια τους τα προηγούμενα χρόνια. Όταν έχεις γράψει τραγούδια όπως τα “Heading out the highway”, “Love bites”, “Desert plains” και “Take these chains”, μεταξύ άλλων, διατηρώντας την συνθετική σου φιλοσοφία και το songwriting στυλ σου, και απλά προσαρμόζεις τον ήχο σου στο 1986 και την τότε όποια μικρή ή μεγάλη τάση αλλαγής στη μουσική ώστε να γίνει ίσως λίγο πιο «προσβάσιμη» στο κοινό, είναι κάπως άδικο να υποστηρίζεται ακόμα και σήμερα ότι το γκρουπ «ξεπουλήθηκε». Θεωρώ λάθος να αναφέρεται ότι το “Turbo” δεν ακούγεται σαν JUDAS PRIEST, όταν κάθε λεπτομέρεια που ήταν μέρος του ρεπερτορίου του συγκροτήματος σε όλα τα προηγούμενα άλμπουμ, είναι πλήρως εμφανής εδώ, έστω και με διαφορετικό τρόπο.

Ναι, σαφώς, το ηχητικό αποτέλεσμα ήταν μια «καταστροφή» στα μάτια κάθε παρωπιδιασμένου υποστηρικτή της heavy metal της δεκαετίας του ‘80. Το ίδιο το γκρουπ όμως, ήθελε μια αλλαγή και μια ανανέωση. Αντί να βαδίσει στα σίγουρα μονοπάτια, έκανε το βήμα παραπάνω. Όπως έχει δηλώσει και ο Halford κάποια στιγμή: «Με τις νέες κιθάρες που μας δόθηκαν, μπορούσαμε να πάρουμε τον γνώριμο ήχο μας και να τον μετατρέψουμε σε κάτι το εντελώς αλλιώτικο». Και αυτό έκαναν. Από την μια η αύξηση του αριθμού των οπαδών τους, «έβαλε» το heavy metal, σε πιο πολλά σπίτια. Από την άλλη, με μια πιο εμπεριστατωμένη τωρινή οπτική, φάνηκε ότι το γκρουπ ήταν πιο μπροστά από την εποχή του, σηματοδοτώντας τη μετέπειτα πορεία του στα “Ram it down” το 1988, και “Painkiller” το 1990, το άλμπουμ που θα ήταν ένα από αυτά που άλλαξαν όλο τον metal χάρτη από τότε και μετά. Ακούστε το “Rock you all around the world” με την ακολουθία των νοτών εκεί γύρω στο 1:40 για είκοσι δευτερόλεπτα, και μετά ακούστε το solo στο “Painkiller”, κάτι θα σας θυμίσει.

Σίγουρα το “Turbo” ήταν πιο κοντά στο hard rock παρά στο «αγνό», κλασσικό metal, που είχαν συνηθίσει το κοινό, ειδικά, την διετία 1982-1984. Όλος ο δίσκος όμως ήταν γεμάτος με εξαιρετικό υλικό, από μουσικούς που δεν έδειχναν σημάδια σύγχυσης ή πρόχειρης σύνθεσης τραγουδιών, και απέδιδαν τα κομμάτια τους με τον καλύτερο τρόπο. Οι JUDAS PRIEST πέτυχαν να γράψουν τραγούδια που είναι εύκολα στην άμεση ακρόαση, και ακόμα μια φορά έχουν σωστή διάταξη σε riffs, solos και refrain με τα μελωδικά μέρη να αποτελούν ένα σημαντικό παράγοντά της δουλειάς. Το συγκρότημα κατάφερε σε μια ακόμα δουλειά του να δημιουργήσει ευέλικτες συνθέσεις με πιασάρικες μελωδίες και groove που ακούγονται μονομιάς, και ας μην ήταν στο ηχητικό μοτίβο που προϋπήρχε. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι το “Turbo lover” έχει γίνει αναπόσπαστο μέρος του set list τους στις ζωντανές τους εμφανίσεις αλλά και το ότι τραγούδια όπως τα “Locked in”, “Private property”, “Parental guidance”, “Out in the cold” (με την συγκλονιστική ερμηνεία του Halford) και “Reckless”, ακούγονται μέχρι και σήμερα με θέρμη.

Παρατηρώντας την δισκογραφία των JUDAS PRIEST μέχρι εκείνη την στιγμή, ήταν φανερό πως δεν τους ένοιαζε η όποια ηχητική συνέπεια, έχοντας ήδη 9 άλμπουμ τόσο πλούσια ποικίλα, και ίσως σκόπιμα ασυνεπή. Το να ηχείς διαφορετικός ανά περιόδους, διατηρώντας όμως τις φόρμουλες που έχεις υιοθετήσει, σίγουρα σε αποτρέπει σαν συγκρότημα από το να είσαι βαρετό, ό,τι χειρότερο για καλλιτέχνες. Το συγκρότημα, έχοντας γράψει συνολικά 20 τραγούδια, εκείνο το διάστημα, ήταν σίγουρα σ’ ένα δημιουργικό ζενίθ. Ακόμα και με το “Turbo”, κατάφερε να δημιουργήσει τελικά μια δουλειά που άντεξε στον χρόνο, με τραγούδια που ακούγονται «φρέσκα» 40 χρόνια μετά, διαπρέποντας με κάτι που ήταν εν μέρη εκτός του στοιχείου του, διατηρώντας όμως το brand του σε υψηλό επίπεδο, κάνοντας την αρχή για μια πιο λαμπρή καριέρα.

Did you know that?

–  Αρχικά είχε σχεδιαστεί να κυκλοφορήσει σαν διπλό άλμπουμ με τίτλο “Twin Turbo”, αλλά τελικά αποφασίστηκε να το περιορίσουν σε ένα άλμπουμ. Ό,τι δεν «μπήκε» στο “Turbo” κυκλοφόρησε αργότερα. Το “All fired up” σαν bonus τραγούδι στην επανέκδοση του “Turbo”, το “Red, white & Blue” σαν bonus τραγούδι στην επανέκδοση του “British steel”, το “Prisoner of your eyes” σαν bonus τραγούδι στην επανέκδοση του “Screaming for vengeance”, το “Turn on your lights” σαν bonus τραγούδι στην επανέκδοση του “Defenders of the faith”, τα “Ram it down”, “Hard as iron”, “Love you to death” και “Monsters of rock”, ξαναδουλεύτηκαν για το “Ram it down”, το “Heart of a lion” στην συλλογή Metalogy, ενώ τα “Under the gun” και “Fighting for your love”, δεν έχουν κυκλοφορήσει ακόμα κάπου επίσημα.

–  Ο τίτλος του άλμπουμ ήταν εμπνευσμένος από την Porsche Turbo που είχε αγοράσει ο K.K. Downing λίγο πριν ξεκινήσει η διαδικασία σύνθεσης του δίσκου.

–  Οι παραγωγοί της ταινίας “Top Gun” ζήτησαν να συμπεριληφθεί το τραγούδι “Reckless” στο soundtrack, θέλοντας το αποκλειστικά εκεί, και έτσι το συγκρότημα το αρνήθηκε και αποφάσισε να το κρατήσει στο άλμπουμ. Στην αυτοβιογραφία του το 2018, ο K.K. Downing μετανιώνει για αυτή την απόφαση.

–  Μια φήμη που προέκυψε τη δεκαετία του ’80 ήταν ότι ο Λατίνος pop τραγουδιστής Julio Iglesias ήθελε να τραγουδήσει στον δίσκο. Χρόνια αργότερα, όταν ο Ian Hill έμαθε για αυτή την ιστορία, σχολίασε: «Η πραγματική ιστορία είναι ότι ηχογραφούσαμε στις Μπαχάμες και ο Julio Iglesias σε ένα κοντινό studio. Θυμάμαι ότι κάναμε ένα τραγούδι που δεν συμπεριλήφθηκε τελικά στο “Turbo”, το “Prisoner of your eyes”. Από όσο θυμάμαι, ο Rob το τραγουδούσε στο studio και ο Julio το άκουσε και είπε σε έναν από τους τεχνικούς μας: “Θέλω να τραγουδήσω σε αυτό το τραγούδι!”. Αλλά στην πραγματικότητα, δεν έγινε ποτέ”.

–  Ο Ian Hill έχει δηλώσει για το “Turbo”: «Πολλοί οπαδοί μας θα ήταν πολύ ευτυχισμένοι αν άκουγαν ένα ακόμη “Defenders of the faith”, αλλά εμείς νιώθαμε πως αυτός ο ήχος δεν μας αντιπροσώπευε πια, εκείνη την εποχή. Ξέρω πως πολλά συγκροτήματα βρίσκουν ένα στυλ, καθιερώνονται σε αυτό και δεν το αλλάζουν για να μην απογοητεύσουν τους οπαδούς, αλλά εμείς διαφέρουμε. Πάντα κοιτούσαμε μπροστά. Ήταν ένα πείραμα, ναι, αλλά ξέραμε πως πράττουμε το σωστό».

–  Σε μια συνέντευξη του 2025, ο session μπασίστας Nathan East, προφανώς επιβεβαίωσε ότι έπαιξε μπάσο στο “Turbo” ενώ ο Ian Hill ήταν σε κέντρο αποτοξίνωσης, δηλώνοντας: «Ξέρετε, μερικές φορές, οι άνθρωποι πρέπει να πάνε σε κέντρο αποτοξίνωσης, αλλά κάποια πράγματα πρέπει να γίνουν… Δεν θυμάμαι καν το όνομα του άλμπουμ, και μου είπαν «Δεν μπορούμε να βάλουμε το όνομά σου» στα credits.

–  Στο τραγούδι “Wild nights, hot & crazy days” συμμετείχε κάνοντας δεύτερα φωνητικά ο Jeff Martin που έχουμε γνωρίσει στους RACER X και BADLANDS, μεταξύ άλλων.

–  Το άλμπουμ έκανε στον Καναδά 100.000 πωλήσεις και στην Αμερική 1.000.000. Έφτασε στο no.33 στο UK Albums Chart και στο no.17 του Billboard 200, παραμένοντας στους καταλόγους επιτυχιών για 36 εβδομάδες, σηματοδοτώντας την κορύφωση της εμπορικής επιτυχίας των JUDAS PRIEST, αποτελώντας την υψηλότερη θέση που «κατέκτησε» το συγκρότημα στα charts μέχρι το “Angel of retribution” το 2005. Δυο μήνες μετά την αρχική του κυκλοφορία, βραβεύθηκε ως χρυσό. Παρόλα αυτά, η επιτυχία του δίσκου στην Ευρώπη δεν ήταν ανάλογη λόγω της αλλαγής του ήχου των JUDAS PRIEST.

– Τα “Reckless” και “Wild nights, hot & crazy days” ήταν τα πρώτα τραγούδια των JUDAS PRIEST που παίχτηκαν σε χαμηλότερη ηχητική κλίμακα από το Μι, «κουρδισμένα» μισό βήμα προς τα κάτω από το τυπικό κούρδισμα Μι♭.

– Το “Parental guidance” φέρεται να γράφτηκε ως απάντηση στην επίθεση της Tipper Gore στο συγκρότημα, και γενικότερα στη heavy metal μουσική, στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Ο οργανισμός της, το Parents Music Resource Center (PMRC), είχε τοποθετήσει το τραγούδι του συγκροτήματος “Eat me alive« (από το “Defenders of the faith”) στο no. 3 της λίστας με τα πιο προσβλητικά τραγούδια, που αναφέρεται ως “Filthy 15”. Το PMRC ισχυρίστηκε ότι το τραγούδι ήταν άσεμνο επειδή ενθάρρυνε την εκτέλεση στοματικού σεξ υπό την απειλή όπλου.

– Η έκδοση για την 30ή επέτειο του άλμπουμ, που κυκλοφόρησε το 2017, περιλαμβάνει μια ζωντανή ηχογραφημένη εμφάνιση σε 2 CD, από την συναυλία στις 22 Μαΐου 1986 στο Αμφιθέατρο Sandstone στο Bonner Springs του Κάνσας.

– Το “Reckless” παραμένει το μόνο τραγούδι από το άλμπουμ που δεν ερμηνεύτηκε ποτέ ζωντανά.

– Τα μουσικά βίντεο που κυκλοφόρησαν για την προώθηση του δίσκου, «Turbo lover” και “Locked in” είχαν έντονη παρουσία και προβολή στο μουσικό τηλεοπτικό κανάλι MTV, ενισχύοντας την εμπορική επιτυχία του.

– Το εξώφυλλο έγινε για άλλη μια φορά από τον γραφίστα Doug Johnson, ο οποίος σχεδίασε τα εξώφυλλα των “Screaming for vengeance” και “Defenders of the faith”.

– Για την προώθηση του άλμπουμ έγινε η “Fuel for life tour”. Ο σχεδιασμός της σκηνής περιλάμβανε αρκετές πλατφόρμες που έμοιαζαν με φουτουριστικά, κομψά, μηχανικά μέρη. Στο πίσω μέρος της σκηνής υπήρχε ένα μεγάλο ρομποτικό στήριγμα με μηχανικούς βραχίονες που θα σήκωναν τους κιθαρίστες του συγκροτήματος και τον Rob Halford κατά τη διάρκεια των ζωντανών εμφανίσεων. Κατά τη διάρκεια του σκέλους της περιοδείας στη Βόρεια Αμερική, το συγκρότημα είχε προσλάβει έναν τεχνικό ντραμς, τον Jonathan Valen, για να χειρίζεται τον ηλεκτρονικό εξοπλισμό της drums, ένα κανάλι για τα φωνητικά και ορισμένα εφέ κιθάρας. Λόγω των περιορισμών της τεχνολογίας εκείνη την εποχή, αυτές οι συσκευές απαιτούσαν τη χειροκίνητη λειτουργία τους από ένα άτομο. Την τελευταία νύχτα της περιοδείας παίχτηκαν τα “Screaming for vengeance” και “Diamonds and rust”, δυο τραγούδια που δεν περιλαμβάνονταν στο set list της περιοδείας. Στο Αμερικανικό σκέλος, το support γκρουπ ήταν οι DOKKEN, στην καναδική περιοδεία από τις 14 έως τις 27 Ιουλίου οι BON JOVI, στις 6 και 8 Αυγούστου οι KROKUS, στις 31 Αυγούστου οι LOUDNESS και στο Ευρωπαϊκό σκέλος της περιοδείας οι WARLOCK.

Θοδωρής Μηνιάτης

Ο Roy Khan επιστρέφει στο σύμπαν των KAMELOT: 5 λόγοι που αυτή η συναυλία δεν χάνεται

0
Khan
Photo by Thomas Skogan
Khan
Photo by Thomas Skogan

Το προσεχές διάστημα αναμένεται καυτό με τις συναυλίες που έχουν προγραμματιστεί και με αυτές που αναμένεται ακόμα να ανακοινωθούν. Έχουμε λοιπόν τα μεγάλα φεστιβάλ, τα τεράστια sold out των γιγάντων του metal, έχουμε όμως και αυτά τα μικρά διαμάντια, που πολλές φορές εξελίσσονται σε βραδιές ανεξίτηλες στον χρόνο, βραδιές που μας θυμίζουν γιατί δεθήκαμε με ένα συγκρότημα, τι βιώσαμε όταν ακούσαμε για πρώτη φορά αυτά τα τραγούδια και τι είναι τελικά αυτό που άφησε εποχή στην ψυχή μας. Η επικείμενη εμφάνιση του Roy Khan, με υλικό από την περίοδο του στους KAMELOT, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.

Η εποχή του Roy Khan στους KAMELOT θεωρείται από πολλούς η πιο δημιουργική και καθοριστική περίοδος του συγκροτήματος. Με την ιδιαίτερη θεατρικότητα της φωνής του, την έντονη συναισθηματική ερμηνεία και την ικανότητά του να μετατρέπει κάθε τραγούδι σε μικρή δραματική αφήγηση, ο Νορβηγός τραγουδιστής ήταν από τους βασικούς συντελεστές για τα σπουδαία έργα του συγκροτήματος.

Η συναυλία αυτή υπόσχεται μια βραδιά αφιερωμένη ακριβώς σε αυτή την εποχή  και εμείς θα πάμε να αναλύσουμε τους 5 βασικούς λόγους που την καθιστούν μια εμπειρία που δύσκολα πρέπει να χάσει κανείς.

Photo by Amalie Stepperud Antonsen

Η επιστροφή μιας από τις πιο χαρακτηριστικές φωνές του power metal

Η φωνή του Roy Khan δεν ήταν ποτέ απλώς «καλή». Από την πρώτη στιγμή που μας χάρισε τις εμβληματικές του ερμηνείες μέσω των CONCEPTION, ξεχώριζε για τον μοναδικό της χαρακτήρα. Με βαθιά, δραματική χροιά και έντονη θεατρικότητα, ο Khan έφερε στο power metal μια ερμηνευτική προσέγγιση που θύμιζε περισσότερο αφηγητή μιας σκοτεινής ιστορίας παρά έναν κλασικό frontman.

Όταν εντάχθηκε στους KAMELOT στα τέλη της δεκαετίας του ’90, το συγκρότημα βρισκόταν ήδη σε ανοδική πορεία. Ωστόσο, η παρουσία του έδωσε νέα ταυτότητα στη μπάντα. Τα τραγούδια απέκτησαν μεγαλύτερο συναισθηματικό βάθος και οι ιστορίες που αφηγούνταν οι στίχοι ζωντάνευαν μέσα από τις ερμηνείες του.

Μπορεί κανείς να ξεχάσει τα  “The edge of paradise”, “Center of the universe”, “Karma” ή το “The haunting”; Για πολλούς από εμάς, που μεγαλώσαμε με άλμπουμ όπως τα “The fourth legacy”, “Karma”, “Epica” και “The black halo”, είναι η ευκαιρία να ακούσουμε ξανά αυτή τη φωνή να ερμηνεύει το συγκεκριμένο υλικό ζωντανά και αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να είμαστε εκεί. Οι νεότεροι οπαδοί θα έχουν την ευκαιρία να βιώσουν κάτι μοναδικό και όσοι είχαν την τύχη να ακούσουν τον Roy Khan, τον Σεπτέμβριο που μας πέρασε στο Rock Hard Festival Greece, στο ακουστικό show των CONCEPTION, αλλά και στη guest εμφάνιση στον Gus G., γνωρίζουν ότι η φωνή του βρίσκεται σε εξαιρετικό επίπεδο, οπότε είναι μία μοναδική ευκαιρία, να μην χαθεί η μοναδική αυτή εμφάνιση.

Ένα αφιέρωμα στη χρυσή εποχή των KAMELOT

Αν υπάρχει μια περίοδος στην ιστορία των KAMELOT που συχνά χαρακτηρίζεται ως «χρυσή εποχή», αυτή είναι χωρίς αμφιβολία τα χρόνια του Roy Khan στο συγκρότημα.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου κυκλοφόρησαν άλμπουμ που σήμερα θεωρούνται κλασικά για το power metal. Το πρώτο άλμπουμ του Roy Khan στους KAMELOT ήταν το πολύ καλό “Siege perilous”, τρίτο στον κατάλογο της μπάντας . Από το “The fourth legacy” όμως και έπειτα, τα πράγματα άρχισαν να απογειώνονται και το “Karma” ήρθε να επαναπροσδιορίσει τους KAMELOT, ως ένα από τα σημαντικότερα power metal συγκροτήματα της εποχής αυτής.

Στη συνέχεια ήρθε το “Epica”, ένα άλμπουμ που έθεσε τις βάσεις για ένα από τα πιο φιλόδοξα concept στην ιστορία του συγκροτήματος. Η ιστορία αυτή ολοκληρώθηκε λίγα χρόνια αργότερα με το “The black halo”,  ένα έργο που θεωρείται από τα κορυφαία του συγκροτήματος και ακολούθησαν τα “Ghost opera” και “Poetry for the poisoned”.

Το “The black halo”

Αφού αναφερθήκαμε στο “The black halo”, δεν γίνεται να μην σταθούμε λίγο περισσότερο στο άλμπουμ που θα εστιάσει ο Roy Khan, μεταξύ άλλων, στις 17 Απριλίου στο Gagarin. Ένα πόνημα που συγκαταλέγεται εύκολα μέσα στα καλύτερα των KAMELOT, στο απόγειο της πορείας της μπάντας.

Εμπνευσμένο από την ιστορία του Faust, το “The black halo” αφηγείται μια σκοτεινή ιστορία φιλοδοξίας, πειρασμού και εσωτερικής σύγκρουσης. Η μουσική του συνδυάζει power metal ενέργεια, συμφωνικά στοιχεία και έντονη δραματικότητα, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που παραμένει μοναδική ακόμη και σήμερα.

Μπορείτε να ανατρέξετε στη στήλη μας A day to remember και τι είχα γράψει για το “The black halo” αν και μία ακρόαση του άλμπουμ, είναι ικανή να πείσει και τον πιο διστακτικό να μην απουσιάσει από αυτό το live.

Η ευκαιρία να ακουστεί ένα μεγάλο μέρος του ζωντανά είναι κάτι που δεν συμβαίνει συχνά. Στην πραγματικότητα, τέτοιου είδους εμφανίσεις είναι μάλλον σπάνιες.

Photo by Thomas Skogan

Μια σπάνια νοσταλγική εμπειρία

Το metal για ένα πολύ μεγάλο μερίδιο του κόσμου, εμπεριέχει μεγάλες δόσεις νοσταλγίας. Τα τραγούδια δεν είναι απλώς κομμάτια μουσικής, είναι βιώματα, αναμνήσεις από συναυλίες, παρέες, πρώτες ακροάσεις και στιγμές που συνδέθηκαν με τη μουσική.

Για πολλούς οπαδούς που ανακάλυψαν τους KAMELOT στις αρχές των 00s, η περίοδος του Roy Khan συνδέεται με μια ολόκληρη εποχή της ζωής μας. Τα άλμπουμ εκείνων των χρόνων αποτέλεσαν μόνιμη συντροφιά για μια γενιά μεταλλάδων που μεγάλωσε με αυτό το είδος.

Μια συναυλία αφιερωμένη σε αυτό το υλικό λειτουργεί συχνά σαν ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο. Είναι η ευκαιρία να ξανακουστούν τραγούδια που σημάδεψαν μια περίοδο και αυτή η συλλογική εμπειρία είναι συχνά ο λόγος που οι συναυλίες μένουν αξέχαστες.

Μια βραδιά που δύσκολα θα επαναληφθεί

Τέτοιου είδους εμφανίσεις, που επικεντρώνονται σε μια συγκεκριμένη περίοδο ή σε ένα συγκεκριμένο έργο, πάντα έχουν κάτι το ιδιαίτερο.

Αυτό σημαίνει ότι η ευκαιρία να δει κανείς τον Roy Khan να ερμηνεύει υλικό των KAMELOT δεν είναι δεδομένο ότι θα παρουσιαστεί ξανά σύντομα ή και ποτέ στο μέλλον.

Η μαγική εμφάνιση του Roy Khan στο Rock Hard Festival Greece, προσωπικά με έβαλε σε διαδικασία να σκεφτώ πόσο θα ήθελα να τον ακούσω να ερμηνεύει ξανά τραγούδια των KAMELOT. Αυτή η ευκαιρία παρουσιάζεται και είναι μία βραδιά που απαγορεύεται να χάσει ο οποιοσδήποτε.

Δημήτρης Μπούκης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece