SÓLSTAFIR – “Ótta” (Season of Mist)























    Ειλικρινά, απορώ πως γίνεται ένας τέτοιος δίσκος, από μία τέτοια μπάντα, να κυκλοφορεί κατά τη θερινή περίοδο του χρόνου.

    Πρόκειται για τους SÓLSTAFIR! Ένα συγκρότημα που έχει γεννηθεί μέσα στη μοναξιά του σκοταδιού και ο ήχος τους έχει βαφτιστεί μέσα στα ερεβώδη νερά της ακραίας μελαγχολίας. Και άντε πες η Season Of Mist είχε τους λόγους της. Εμείς που καλούμαστε να γράψουμε δυο λόγια για αυτόν το δίσκο, πως θα καταφέρουμε να ανακαλύψουμε κάθε πτυχή του πριν αρχίσουνε οι μέρες να μικραίνουν, πριν το θερμόμετρο αρχίσει να κατρακυλά, ώστε να δημιουργηθεί μια ατμόσφαιρα εφάμιλλη του ψύχους των συναισθημάτων που εκλύονται μέσα από το “Ótta”;

    Πέρα από το κακό timing, η μπάντα κατάφερε επίσης άλλο ένα πλήγμα, αυτή τη φορά προς τους οπαδούς της. Ο ήχος των SÓLSTAFIR σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί κάτω από ένα ή δύο είδη της metal μουσικής. Η μετά “Köld” (2009) εποχή, βρίσκει τη μπάντα να χαράζει τη δική της ρότα στα αχανή πελάγη της σύγχρονης μουσικής, χαρίζοντάς της έτσι, το προνόμιο της αυθεντικότητας, που για πολλές μπάντες αποτελεί τον κύριο σκοπό της ύπαρξής τους. Όταν λοιπόν, εκ φύσεως, είσαι μία μπάντα που δε σταματά να εξελίσσεται και που όσο και να πλέεις δε βλέπεις στον ορίζοντα το πολυπόθητο τέλος του ταξιδιού σου, η μουσική σου θα παραμένει για πάντα ευμετάβλητη, παλλόμενη στο διηνεκές του χρόνου, ώσπου να βρεί την τελική της μορφή. Αυτή ακριβώς η ρευστότητα είναι που παραξένευσε πολλούς από τους οπαδούς της περασμένης πενταετίας, που περίμεναν ένα δίσκο με την ίδια δυναμική με αυτή που συναντάμε είτε στο “Köld” είτε στο “Svartir sandar”. Διότι μπορεί το “Ótta” να είναι ένας δίσκος με έντονη συναισθηματική φόρτιση, ωστόσο αυτή επιτυγχάνεται με μια διαφορετική προσέγγιση από ότι είχαμε συνηθίσει στο παρελθόν.

    Αυτή τη φορά το κουαρτέτο από την Ισλανδία φαίνεται πως εμπλουτίζει την παλέτα των χρωμάτων που συνθέτουν το έργο της δημιουργίας του. Σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για θερμά ή παράταιρα χρώματα. Το κάδρο παραμένει το ίδιο ψυχρό και σκοτεινό. Αλλάζει ωστόσο η τεχνική, το πιάνο που δανείζονται από το “Vare” των TENHI, ο ρυθμός που γίνεται πιο αργός, τα φωνητικά που κατεβαίνουν μερικές οκτάβες, η κιθάρα που μπορεί να έχει χάσει μέτρα στις συνθέσεις (άρα και λιγότερο μονότονη από ότι στο παρελθόν), που ωστόσο ηχεί απαράλλακτη στη χροιά και τη μελωδία. Πρόκειται για ένα σταθερό, σωστά ζυγισμένο, βήμα προς τα μπροστά.

    Αυτό που λείπει από το δίσκο και ίσως είναι αυτό που έκανε κάποιους να απογοητευτούν, είναι μια μεγάλη στιγμή σε ένα τραγούδι. Αν ο ακροατής ψάχνει για ένα “78 days in the desert”, “Necrologue” ή ένα “Ljós í stormi”, ένα “Fjara”, δε νομίζω πως θα ανταμειφθεί από το αποτέλεσμα. Η ποιότητα σε αυτόν το δίσκο συναντάται σε όλη την έκτασή του. Και στα οκτώ κομμάτια, τα οποία σημειολογικά, βασίζονται σε ένα παλιό Ισλανδικό σύστημα χρόνου (“Eykt”), όπου το συγκρότημα έχει εναποθέσει και την τελευταία ρανίδα της έμπνευσής του. Αυτό που χρειάζεται ο δίσκος για να μεγαλώσει μέσα σου, είναι αρκετές επαναλήψεις κάτω από συγκεκριμένες ατμοσφαιρικές συνθήκες.

    8 / 10

    Νίκος Ζέρης

     

    LEAVE A REPLY

    Please enter your comment!
    Please enter your name here