VIRGIN STEELE – “Nocturnes of Hellfire & Damnation” (SPV)























    Πάνε πολλά χρόνια από την τελευταία μου αναφορά στους VIRGIN STEELE. Ένα συγκρότημα που λάτρεψα, γνώρισα προσωπικά και είχα την τιμή να συμπεριληφθώ και στα ευχαρηστήριά τους. Πρωταρχικά, όπως πολλοί από εμάς, ερωτεύτηκα την μουσική τους, με την Αμερικάνικη αίσθηση της μελωδίας και την ξεκάθαρη έμπνευση του ηγέτη τους, του David DeFeis. Με κέρδισαν εύκολα και με πώρωσαν όσο τίποτα με τα “Marriage of Heaven and Hell”. Για τον ίδιο λόγο όμως, έχασα τον ενθουσιασμό μου για τους Νεοϋορκέζους. Δηλαδή για την κατακόρυφη πτώση της έμπνευσης από το “Invictus” (που δεν είναι κι άσχημο) κι έπειτα, με το ναδίρ, το προηγούμενο (“The Black Light Bacchanalia”) να μην ακούγεται. Πρωτίστως γράφω αυτή την παρουσίαση, διότι υπάρχει μια ένδειξη βελτίωσης και αυτή η ηλιαχτίδα μπορεί να κάνει τους παλαιότερους φίλους των STEELE να ασχοληθούν ξανά. 

    Αντί για τα θετικά όμως, θα ξεκινήσω με τα αρνητικά. Σίγουρα εδώ ανήκει η αδύναμη, κομπιουτερίστικη παραγωγή, κάτι στο οποίο ο φίλτατος DeFeis δείχνει να έχει μια –ακατανόητη – εμμονή. Μακάρι οι κιθάρες του Edward Pursino να είχαν τον όγκο που ακούγαμε την δεκαετία του ’90, ή να άφηναν τον Frank Gilchriest να ταλαιπωρήσει τα τύμπανά του όπως ξέρει. Σημειώστε το αυτό γιατί έχω πολλές αμφιβολίες για το αν ο ογκώδης drummer έπαιξε και καθόλου στο άλμπουμ…
    Υπάρχουν αρκετές αχρείαστες στιγμές, άτονες και άχρωμες συνθέσεις, που αποσυντονίζουν την ομαλή ακρόαση του άλμπουμ. Τραγούδια όπως το “Hymns to damnation” προσπαθούν να δώσουν τον ρομαντισμό στο αυτοαποκαλούμενο “Barbaric-Romantic” metal, που όχι απλά αποτυγχάνουν αλλά ουσιαστικά υποβαθμίζουν το σύνολο. To “Delirium” είναι απλά ανύπαρκτο. Στο “Glamour” η προσπάθεια να τραγουδήσει ψιλά είναι… ασυγχώρητη. Παρότι η συνεργασία με τον φιλήσυχο κιθαρίστα ολοκληρώνει πλέον 3 δεκαετίες, ο Pursino μάλλον συμβάλλει λιγότερο σε κάθε βήμα των VIRGIN STEELE, όπως και ο αγαπητός Gilchriest που συμπλήρωσε πλέον εικοσαετία!

    Μην ξεχαστούμε. Ρε David, κόψε λίγο τις κραυγές και τις σκληριές! Λιγουλάκι…και τις εμμονές στις πολυτραβηγμένες συνθέσεις (7άλεπτα κι 8άλεπτα συνεχώς) που δεν είναι απαραίτητες.
    Ευτυχώς όμως υπάρχουν και οι καλές εκπλήξεις. Ναι εκπλήξεις. Σε αρκετά σημεία αναγνωρίζω στοιχεία της αγαπημένης “Marriage…” εποχής (ακόμα και ο τίτλος έχει ένα παραλληλισμό), με καλή ισορροπία στο μελωδικό στοιχείο και την βραχνάδα που χαρακτηρίζει την φωνή του DD. Ίσως η ενασχόλησή τους με τις επανακυκλοφορίες πέρυσι, να βοήθησε σε αυτή την ποιοτική στροφή. Ακούστε το “Lucifer’s hammer” και θα το συγκρίνετε πιστεύω με αυτό που αγαπήσαμε πριν 20 χρόνια, αν και η φωνή του αγαπητού David φανερώνει την ηλικία της (αφού δεν μπορούμε να σταθούμε στα ψευτο-φαλτσέτα). Παρόλα αυτά, μιλάμε για καλό τραγούδι, με τον βαρβαρομαντισμό ψηλά. Το “Persephone” δεν είναι νέο “Emalaith” αλλά είναι μια ηλιαχτίδα έμπνευσης που ευχαριστήθηκα υπερβολικά. Πραγματικά καλό. Ακόμα και το μπάσο του Josh Block βρίσκεται σε έξαρση(αν παίζει ο ίδιος). Παρεμπιπτόντως, υπάρχουν και πάλι Ελληνικές αναφορές, αφού ο DeFeis ανέκαθεν έτρεφε μια ιδιαίτερη αγάπη στην μυθολογία και την ιστορία μας. Μακάρι να είχαμε περισσότερα τραγούδια με τον χαρακτηριστικό όγκο και τον επική προσωπικότητα που έχουν αυτά το “Persephone” και το “Lucifer’s hammer”. Εξάρσεις/εξαιρέσεις, υπάρχουν διάσπαρτες και σε άλλα σημεία, αλλά δυστυχώς μένουν ανολοκλήρωτες.

    Αξίζει να σταθούμε σε δυο συνθέσεις πάντως. Τα “Black Mass” και “Queen of the dead”,  εκτός από τους παλιομοδίτικους τίτλους, έχουν ξεχωριστή θέση, αφού πρόκειται για διασκευές σε τραγούδια των EXORCIST, τα οποία βρίσκονται στο μοναδικό τους άλμπουμ (“Nightmare theatre”), στο οποίο ο Pursino με τον DeFeis είχαν ψευδώνυμα, παίζοντας ένα πρώιμο thrash/death το 1985. Το πρώτο είναι από τις καλύτερες στιγμές του “Nocturnes of hellfire & damnation” ενώ το δεύτερο υποδεέστερο ακόμα και της πρώτης cult εκτέλεσης. Έτσι και σε όλο το άλμπουμ περνάμε από την ελπίδα στην απελπισία. Ευτυχώς όπως ανοίγει με έντονα συναισθήματα, έτσι και κλείνει με το “Fallen angels” σε ένα μελωδικό, mid-tempo και ονειρικό έπος.

    Ποιο είναι το συμπέρασμα όλων αυτών λοιπόν; Είναι δύσκολο να κατακρίνεις μια δουλειά στην οποία κάποιοι μουσικοί έχουν αφιερώσει τεράστια ενέργεια. Όμως όταν αγαπάς πρέπει να είσαι ειλικρινής. Έτσι πώς να κρύψω ότι δεν με ικανοποιεί το “Nocturnes…”; Σίγουρα η ελπίδα επέστρεψε ακούγοντας κάποιες καλές ιδέες, και μετά από μια 15αετία μουσικής ανοργασμίας το άλμπουμ φέρνει δειλά χαμόγελα πως μπορεί να υπάρξει ανάσταση. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν ο David DeFeis έχει το σθένος να αποδώσει επί σκηνής, αλλά κάποια από τα τραγούδια εδώ, θα στεκόταν πανάξια δίπλα σε ύμνους του παρελθόντος (τέσσερα μόλις, αλλά κάτι είναι κι αυτό). Μακάρι, λέμε. Μακάρι.

    6 / 10

    Γιώργος Κουκουλάκης

    LEAVE A REPLY

    Please enter your comment!
    Please enter your name here