GUS G. – “Brand new revolution” (Century Media)





    >








    Μα πόσο γρήγορα ήρθε το δεύτερο προσωπικό άλμπουμ του δημιουργικού Θεσσαλονικού κιθαρίστα; Για πάμπολλα χρόνια, θεωρούσαμε τους FIREWIND το προσωπικό του όχημα, ενώ τώρα βλέπουμε να βάζει μπροστά το όνομά του, οδηγώντας το κοινό πιο απελευθερωμένος από ποτέ σε πιο πολυποίκιλα μονοπάτια. 

    Ο Gus G. είναι παγκόσμιο όνομα πλέον. Απανταχού φίλοι της σκληρής μουσικής ξέρουν το όνομά του (ή το παρατσούκλι του αν προτιμάτε), αναγνωρίζουν το πρόσωπό του και όλο και περισσότεροι αναγνωρίζουν το παίξιμό του. Έχει φτάσει στο υπέρτατο σημείο δηλαδή που ένας μουσικός μπορεί να φτάσει. Εκεί που ο ψαγμένος ακροατής θα καταλάβει την ταυτότητα του κιθαρίστα, απλά ακούγοντας το παίξιμό του.

    Παρόλα αυτά, ο δικός μας Κώστας Καραμητρούδης, συνεχίζει στον δρόμο που χάραξε εξ αρχής, δηλαδή παίζοντας αυτό που βγαίνει από μέσα του, χτίζοντας τον μύθο του μέσα από τραγούδια και τραγουδάρες, αλλά πάντα αφιερώνοντας χώρο στα τεχνικά του κιθαριστικά ξεσπάσματα που τον έχουν ανάγει σε είδωλο παγκοσμίως. Έχει μεγάλη σημασία αυτό, ότι ο Gus είναι τραγουδοποιός κι όχι απλά κιθαρίστας, ή shredder. Τραγουδοποιός.

    Όπως σε κάθε μπάντα που συμμετείχε, όπως στους δικούς του FIREWIND, όπως στο “I am the fire”, έτσι και στο “Brand new revolution”, μας παραθέτει το γνώριμο ύφος του. Το άλμπουμ, αντιφάσκωντας τον τίτλο που φέρει, δεν είναι τόσο επαναστατικό! Ίσως λιγότερο καινοτόμο κι από το πρώτο προσωπικό του. Έχει όμως αυτό για το οποίο αγαπάμε την μουσική του: Καλά τραγούδια.
    Μπορεί να ασχολούμαστε εδώ με την προσωπική δουλειά ενός καταξιωμένου κιθαρίστα, αλλά για κανέναν λόγο δεν έχουμε να κάνουμε με μια κιθαριστική δουλειά! Δηλαδή ο Gus για άλλη μια φορά αφοσιώνεται στο να γράψει ρεφραίν, να γράψει ριφ και να χτίσει τραγούδια. Οι φανφάρες μένουν εκτός και το shredding έχει χώρο μόνο στο εναρκτήριο “The quest”, όπου εν μέρη αποτίνει φόρο τιμής στους εμπνευστές του. Κομματάρα όμως, με επιθετικές ορέξεις και ταχύτητα.

    O Gus G. επιλέγει έναν περισσότερο Αμερικάνικο ήχο, κάτι που το ενισχύει η παρουσία του Jacob Bunton (LYNAM) στα 5 τραγούδια, όλα στο προσεκτικά τοποθετημένα στο πρώτο μισό του άλμπουμ, φανερώνοντας την πρόθεση. Όλα τους ραδιοφωνικά, όλα τους μελωδικά και μοντέρνα. Το αγαπημένο μου “Burn” πλησιάζει στον ήχο του “Scream” ενώ το “Behind those eyes” είναι και η πιο σύγχρονη, πιο προσιτή, πιο mainstream στιγμή του άλμπουμ, που θα γινόταν επιτυχία στις ΗΠΑ αν ακόμα έπαιζε τέτοια μουσική το MTV. Ενδιάμεσα, υπάρχει η φωνή της Elize Ryd (AMARANTHE), για μια ευχάριστη αλλαγή, που όμως περισσότερο πλησιάζει σε LACUNA COIL παρά σε AMARANTHE.

    Οι συνοδοιπόροι του Έλληνα κιθαρίστα, στην περιοδεία του ντεμπούτου, ο Jeff Scott Soto και ο Mats Leven, συμπληρώνουν το υπόλοιπο άλμπουμ, με κάποιες πιο κλασικές συνθέσεις. Το “Gone to stay” θα έμπαινε και στο τελευταίο Soto, ενώ το “Generation G”, όσο με ενθουσίασε με τα ριφ και την ταχύτητα στην αρχή, δεν με γέμισε στο ρεφραίν.

    Τρία από τα τελευταία τέσσερα ανήκουν στον Σουηδό και ο Leven δίνει ξανά τον καλύτερό του εαυτό χρωματίζοντας το καθένα και διαφορετικά. Το πιο αξιόλογο από αυτά ονομάζεται “The demon inside” και ξεχωρίζει για τα διάφορα επίπεδα που έχει και το αργόσυρτο ρεφραίν του που σου μένει.

    Πριν ολοκληρώσω, πρέπει να αφιερώσω δυο σειρές στο “One more try”, το οποίο είναι… ΟΖΖΥ. Ακούγωντάς το, πριν μιλήσουμε (σύντομα η συνέντευξη εδώ για περισσότερες λεπτομέρειες από τον δημιουργό), δεν μπορούσα να μην το ξεχωρίσω για τον ήχο που είχε ο ΟΖΖΥ προ 20αετίας και κοντά στο “Goodbye to romance” με στοιχεία “Old L.A. tonight”.

    Πώς να κλείσουμε; Συνοψίζοντας πως ο κορυφαίος Έλληνας κιθαρίστας, που με το ταλέντο και την δουλειά του έχει καταξιωθεί παγκοσμίως, κυκλοφορεί άλλη μια συλλογή με νέα τραγούδια του, σε συνεργασία με αγαπητούς τραγουδιστές, που ικανοποιεί αλλά δεν εντυπωσιάζει. Οι συνθέσεις δεν προσπαθούν να αποδείξουν την τεχνική του. Μάλλον δεν έχουν τίποτα να αποδείξουν, αφού ήδη γνωρίζουμε πως ο GUS επικεντρώνεται στο να γράψει όμορφα τραγούδια. Στο “Brand new revolution” αυτό γίνεται κάπως σε πιο heavy φόρμες σε σχέση με το “I am the fire” και σε αρκετά πιο σύγχρονο Αμερικάνικο ύφος, σε σχέση με τους FIREWIND. Μας άρεσε.

    7.5/10

    Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

    LEAVE A REPLY

    Please enter your comment!
    Please enter your name here