Από την Παρασκευή που άρχισα να μπαίνω στο mood του live, έως το δρόμο μέχρι το Fuzz και την αναμονή μέχρι να ξεκινήσει, ήμουν περίεργος για το τι θα δω και πως θα το ακούσω (γιατί οι «περίεργοι» ξέραμε πάνω κάτω τι θα ακούσουμε). Αν η κυκλοφορία του “Blackwater Park” ήταν το πρώτο κομβικό σημείο στην καριέρα των OPETH, τότε το περσινό “Heritage” ήταν σίγουρα το δεύτερο. Τα death metal στοιχεία, και δη τα φωνητικά πήγαν για βρούβες (αν και ο Μιχαλάκης κακά τα ψέματα, προς τα κει το πήγαινε), δημιουργώντας έτσι ένα καθαρά 70’s prog rock δίσκο, που «άγγιξε» αρκετούς, αλλά άφησε και άλλους τόσους αδιάφορους. Προσωπικά ανήκω κατά κάποιο τρόπο στους δεύτερους… Ο δίσκος σε καμία περίπτωση δεν είναι κακός, αλλά δεν μου έδωσε αυτό το «κάτι» που θα με κάνει να τον ακούσω ξανά και ξανά. Όλα αυτά σε συνδυασμό με το ότι δεν τους είχα ξαναδεί σε κλειστό χώρο (όπου μπορούν να αποδώσουν το maximum), παρά μόνο στο Rockwave του 2008, εποχής “Ghost Reveries”, έδιναν extra ενδιαφέρον στη βραδιά από πολλές απόψεις.
Ο κόσμος σχεδόν γέμισε το club (δεν το τίγκαρε πάντως), support μπάντα δεν υπήρχε (άρα τσουχτερό το 30αρι!), οπότε βουρ στο ψητό… Το “The Devil’s Orchard” αποδείχτηκε ιδανικό opener, με τις μπόλικες «συναυλιακές» αλλαγές του να δίνουν τις απαραίτητες «πάσες» στο κοινό, το οποίο ανταποκρίθηκε υπέρ του δέοντος εξ’ αρχής. Το τελευταίο τους πόνημα σαφώς και είχε την τιμητική του, απ’ το οποίο ακούσαμε επίσης τα “I Feel the Dark” (το επιβλητικό break στη μέση του κομματιού δίνει πόντους), “Slither” (αφιερωμένο στη μνήμη του Ronnie James Dio, όντας εμπνευσμένο από τους RAINBOW) και “Folklore”. Ενδιάμεσα αυτών παίχτηκαν τα “Face of Melinda” (άνετα στις καλύτερες στιγμές του live), “Credence” (έκπληξη για όσους δεν ήξεραν) και “To Rid the Disease”. Η τελευταία τετράδα όμως του setlist, ίσως αποτελούσε το κυρίως πιάτο για πολλούς εκεί μέσα και η στιγμή που λίγο-πολύ όλοι περιμέναμε…“Heir Apparent” (Ε-Π-Ο-Σ!!), “The Grand Conjuration” (συναυλιακότατο κομμάτι, άρχισαν να πέφτουν και οι πρώτες «ψιλές»), “The Drapery Falls” και το “Deliverance” για encore (ασχολίαστα αμφότερα).
Έτσι, μετά από περίπου 110 λεπτά, μας αποχαιρέτησαν οριστικά… Όχι, η ιστορία δε θα τελειώσει έτσι εύκολα! Σίγουρα η όλη διάρκεια δεν ήταν καθαρά μουσική καθώς η γνωστή παρλάρε διάθεση του Akerfeldt (“we are OTEP from America”, σχόλια για MANOWAR, GUNS ‘N’ ROSES και δε συμμαζεύεται), άλλοτε εύστοχη, άλλοτε όχι, μας φέρνει κατά νου καθαρό ποδοσφαιρικό χρόνο στα ελληνικά γήπεδα, αλλά αυτός είναι και σε όποιον αρέσει, σωστά; Και σίγουρα οι OPETH άρεσαν αρκετά σε γενικές γραμμές… Η μπάντα φάνηκε κεφάτη και οι αλλαγές τα τελευταία χρόνια στο line–up δεν τους έχουν πτοήσει (όσοι είδαν το «χταπόδι» Martin Axenrot στα ντραμς, που είχε και τα γενέθλιά του την επομένη και του αφιερώθηκε κλασσικά το Happy Birthday από το κοινό, καταλαβαίνουν τι εννοώ), αν και θαρρώ πως το κενό του Per Wilberg στα πλήκτρα φαίνεται ακόμη, σε επίπεδα σκηνικής παρουσίας τουλάχιστον. Βασικό «φάουλ-δολοφονικό τάκλιν στην καρωτίδα» της βραδιάς, ήταν η έλλειψη όγκου και έντασης στις κιθάρες κατά βάση, αλλά και στα brutal φωνητικά κυρίως, που στερούσε τη δυναμική των «βαρβατέ» σημείων. Κατά τα άλλα, setlist χωρισμένο στα δύο (ήρεμα-«γκάπα, γκούπα») που κάλυπτε σχεδόν όλη τη δισκογραφία τους, άριστη απόδοση που δείχνει το υψηλότατο επίπεδο της μπάντας και ένα κοινό αρκετά ενθουσιώδες (αν και το συνεχές ρυθμικό χειροκρότημα φέρνει στο νου το συνεχές ο-οο-οοο στις συναυλίες των MAIDEN!), θυμίζοντας παλιές καλές εποχές που η φήμη της τρέλας μας αποδεικνυόταν σε κάθε live, αλλά τώρα πλέον συνήθως παραμένει φήμη (η τεχνολογία μας μάρανε)! Μία ακόμη εμφάνιση λοιπόν των Σουηδών στη χώρα μας που μεγάλωσε την «κληρονομιά» τους εδώ και που σίγουρα θα μεγαλώσει και στο μέλλον…
Βασίλης Γκορόγιας
Φωτογραφίες: Πέτρος Καραλής







>


