A Day To Remember… 22/10 [HELLOWEEN, THE CULT]

0
116




>








ΟΝΟΜΑ ALBUM: “Walls Of Jericho” – HELLOWEEN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΙΑ: Noise
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Harris Johns – HELLOWEEN
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Kai Hansen
Κιθάρες – Kai Hansen, Michael Weikath
Μπάσο – Markus Grosskopf
Τύμπανα – Ingo Schwichtenberg

Όταν έρχεται η στιγμή να γράψεις και προσπαθήσεις να παρουσιάσεις όσο καλύτερα γίνεται μια απ’ τις σημαντικότερες και ιστορικότερες κυκλοφορίες στο metal, όπως το “Walls of Jericho”, αφενός χαίρεσαι, αφετέρου όμως είναι κάτι που σε αγχώνει αρκετά, μια και είναι κοινώς αποδεκτό πως απ’ αυτήν εδώ τη δουλειά γεννήθηκε το power, ενώ επιπλέον επηρεάστηκε και ορίστηκε κατά πολύ το speed/thrash. Η σημαντικότητα του δε, εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι και σήμερα μιας και αποτελεί και μάλλον θα αποτελεί εσαεί, μια μεγάλη επιρροή για τις μπάντες που κινούνται σε αυτό το ύφος.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα απ’ την αρχή. Βρισκόμαστε στο 1985 και τέσσερις νεαροί από το Αμβούργο, αφού έχουν δώσει δείγματα του ταλέντου και των προθέσεων τους λίγους μήνες πριν, μέσα από το εξαιρετικό ομώνυμο EP τους, αποφασίζουν να εισβάλουν για τα καλά στο metal προκαλώντας ένα ευχάριστο σοκ στον χώρο, με την φουριόζικη μεταλλική επιδρομή που πραγματοποιούν μέσα από το ντεμπούτο τους με τον τίτλο “Walls Of Jericho”, αναγκάζοντας έτσι την metal κοινότητα να αγκαλιάσει με θέρμη και θαυμασμό τους σχετικά νεοσύστατους HELLOWEEN.

Οι βασικές επιρροές των Γερμανών από IRON MAIDEN, JUDAS PRIEST και γκάζια από METALLICA γίνονται άμεσα αντιληπτές, μόνο που σε αυτές το συγκρότημα ήρθε και έβαλε τις εκπληκτικές μελωδίες του αλλά και τις δικές του τρελές ταχύτητες, καταφέρνοντας έτσι να δημιουργήσει ίσως το απόλυτο speed metal άλμπουμ μέσα από τις 9 συνθέσεις που διαρκούν μόλις 40 υπέροχα λεπτά.

Οι Kai Hansen και Michael Weikath, αξιοποιούν με εκπληκτικό τρόπο το πλήθος των ιδεών που διαθέτουν στο συνθετικό τους οπλοστάσιο και δημιουργούν έναν ήχο καινούριο, φρέσκο και όμορφα ακατέργαστο ακόμη, γεμάτο από το νεανικό πάθος, την τρέλα και την διάθεση που τους προσφέρει το νεαρό της ηλικίας τους. Άλλωστε αυτό το δηλώνει απερίφραστα η μπάντα, μιας και όπως λένε και οι ίδιοι ‘Heavy Metal (Is The Law)’.
Μαζί τους, ο αδικοχαμένος Ingo Schwichtenberg, κλέβει με τη σειρά του την παράσταση εδώ με ένα καταιγιστικό double bass drum, ενώ ο Markus Grosskopf, ακολουθεί από κοντά. Γενικώς είναι και οι δύο εξαιρετικοί, είτε μιλάμε για το rhythm section που συγκροτούν είτε για τις προσωπικές στιγμές που προσφέρουν ο καθένας στο άλμπουμ αφήνοντας έτσι και αυτοί το στίγμα τους.
Τα riffs και τα solos που εξαπολύουν οι κιθάρες των Hansen και Weikath συνδυάζουν την απαιτούμενη ταχύτητα μαζί με έναν άκρως επιθετικό χαρακτήρα με thrash αναφορές και πάνω απ’ όλα με δυνατές άφθονες και μαγευτικές μελωδίες. Αυτό αποτυπώνεται ιδανικά στα τόσο στα γκαζωμένα ‘Ride The Sky'(βίτσιο του Ελληνικού κοινού στα live των GAMMA RAY να το ερμηνεύσει ο Hansen και όχι άδικα), ‘Guardians’ και ‘Metal Invaders’ όσο και στα ‘Phantoms Of Death'(τι υπέροχη και κάπως ξεχασμένη κομματάρα) και ‘How Many Tears’. Πρόκειται για συνθέσεις που κρύβουν μέσα τους στοιχεία που καθόρισαν το μουσικό ύφος των Γερμανών μελλοντικά και έθεσαν τις βάσεις του ήχου τους, που στη συνέχεια τροποποιείται και εξελίσσεται.

Επίσης εδώ βρίσκεται τόσο το χαρακτηριστικό χιουμοριστικό τους ύφος με τρανό παράδειγμα το “Gorgar”, που αναφέρεται σε ένα φλίπερ, όσο και οι έξυπνοι παραλληλισμοί στους στίχους μέσα από το ‘Reptile’ που μιλάει για ένα τέρας των υπονόμων που θεριεύει.
Στο εκτελεστικό κομμάτι, όπως αναφέραμε, όλα λειτουργούν άψογα και άρτια. Ο Kai, μπορεί να μην ήθελε να είναι o τραγουδιστής, κάτι που αποτυπώνεται στο γεγονός ότι είχε γίνει ήδη η κρούση στον μετέπειτα τραγουδιστή της μπάντας Michael Kiske να βρίσκεται πίσω από το μικρόφωνο κάτι που τελικά αρνήθηκε θεωρώντας το υλικό αρκετά extreme για τα μέτρα του. Έτσι τελικά ο Hansen κράτησε τον ερμηνευτικό ρόλο που ήδη κατείχε από την αρχή και όπως είναι προφανές τα κατάφερε περίφημα και σε αυτόν τον τομέα. Παρά το γεγονός ότι η φωνή του ήταν ακόμη άγουρη, εντούτοις η δύναμη, το γρέζι και το βάθος που διαθέτει σε συνδυασμό με το σωστό τόνο και ύφος του ανάλογα με την περίσταση ταιριάζει άψογα με τα κομμάτια Πολύ περισσότερο όμως, κάτι τα φωνητικά, κάτι το ότι βάζει το χεράκι του στις περισσότερες συνθέσεις, συν το τεράστιο ταλέντο του, είναι αυτά που του έδωσαν και το άτυπο προσωνύμιο του νονού του power και στην τελική δείχνουν το γιατί είχε τα προσόντα να οδηγήσει την μπάντα σωστά, αλλά και τους λόγους που μετά την αποχώρηση του, οι ισορροπίες ανατράπηκαν και οι HELLOWEEN δυσκολεύτηκαν αρκετά να βρουν το δρόμο τους, κάτι ευτυχώς τελικά έγινε.

 Μνεία πρέπει να κάνουμε δε τόσο στο πολύ όμορφο αλλά και λιτό εξώφυλλο που ήταν ιδέα του του Michael Weikath και πραγματοποιήθηκε από τον Uwe και την Edda Karczewski, όσο και την καλή σε γενικές γραμμές για τα δεδομένα της εποχής παραγωγή του Harris Johns (GRAVE DIGGER, KREATOR, SODOM κλπ.) και της ίδιας της μπάντας.

Μέσα από όλα αυτά μάλλον είναι εύκολο να καταλάβει κανείς πως μολονότι το “Walls Of Jericho” δεν κατέχει και δεν απέκτησε τη φήμη των δύο “ Keeper of the Seven Keys” που ακολούθησαν, θεωρείται και ορθώς υπέρ κλασσικό και ιστορικό άλμπουμ για το metal. Επίσης με αυτό οι HELLOWEEN έλαβαν το δικό τους μερίδιο τόσο στον ορισμό του speed metal, όσο και στου power, του οποίου φυσικά και θεωρούνται πρωτοπόροι μιας και χάραξαν τις κατευθυντήριες γραμμές πάνω στις οποίες θα κινούνταν το είδος.
Ο νέος αυτός δυνατός και φρέσκος ήχος τους ήταν αυτός που άσκησε πολύ μεγάλη επίδραση στην Ευρώπη και όχι μόνο και τελικά μάλλον περισσότερο απ’ ότι και οι ίδιοι ίσως φαντάζονταν. Κλείνοντας, θα ήθελα να πω πως ακούγοντας το για μια ακόμη φορά σήμερα που έχουν περάσει 30 χρόνια από την κυκλοφορία του(και 20 χρόνια από την πρώτη φορά που το άκουσα μιας και ήταν το πρώτο άλμπουμ τους που αγόρασα και μάλιστα σε original βινύλιο, από τότε κρατά το βίτσιο τόσο με τον Hansen, όσο και με την μπάντα) καταλαβαίνω πως το ντεμπούτο των HELLOWEEN, θα μνημονεύεται για την ποιότητα και το αστείρευτο ταλέντο που κρύβει μέσα του και θα αποτελεί πηγή έμπνευσης για νέους μουσικούς και συγκροτήματα και στα επόμενα 30 χρόνια που θα περάσουν. Θα πρότεινα λοιπόν σε όσους το έχουν ακούσει να σπεύσουν να το ξανακάνουν και σε όσους όχι να σπεύσουν να γνωρίσουν αυτό το ιστορικό άλμπουμ.

Did you know that:

– Ο Chris Boltendahl των GRAVE DIGGER κάνει έξτρα φωνητικά και δεύτερα στο ‘Reptile’

– Το φλίπερ με την ονομασία Gorgar από όπου πήρε το όνομα του το κομμάτι κατασκευάστηκε το 1979 και ήταν το πρώτο φλιπεράκι που μίλαγε κατά την διάρκεια του παιχνιδιού.

– To κλασικό θέμα που παίζεται στο ‘Gorgar’ ανήκει στον σπουδαίο Νορβηγό συνθέτη και πιανίστα κλασικής μουσικής Edvard Grieg και βρίσκεται στο έργο του ‘In The Hall Of The Mountain King’.
– Από τον τίτλο του άλμπουμ εμπνεύστηκε το όνομα του ο επαγγελματίας Αμερικανο-Καναδός παλαιστής και τραγουδιστής των FOZZY, Chris Jericho.

ΟΝΟΜΑ ALBUM: ‘Love’ – THE CULT
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – 1985
ΕΤΑΙΡΙΑ – Beggars Banquet
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – Steve Brown

 ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:

Φωνητικά – Ian Astbury
Κιθάρες – Billy Duffy
Μπάσο – Jamie Stewart
Τύμπανα – Mark Brzezicki

Η δεύτερη ολοκληρωμένη στούντιο δουλειά των Βρετανών, τότε Goth rockers, THE CULT, περιέχει όλα τα στοιχεία, που θα τους δώσουν την ώθηση, να γίνουν ένα από τα πιο αγαπητά ονόματα στο metal κοινό με το επόμενο άλμπουμ τους, το “Electric”. Η κιθαριστική δουλειά του Duffy κοιτάζει πια με λατρεία και χωρίς ενδοιασμούς, το άγαλμα του Hendrix, αλλά και την συλλογή άλμπουμ των AC/DC. Ακούστε τα “Brother Wolf, Sister Moon”, “The Phoenix”, νιώστε το συνδυασμό μελωδίας, ευαισθησίας και υπόγειας ηλεκτρικής έντασης που προσφέρουν. Το rhythm section αν και δεν είχε ακόμη τη βοήθεια της παραγωγής του Rick Rubin, ξεφεύγει από τον χώρο του ανεξάρτητου Βρετανικού κιθαριστικού ροκ, λοξοκοιτώντας σε πιο Αμερικάνικες ροκ εκτελέσεις. Αυτός όμως που πλέον ξεχωρίζει, είναι ο χαρισματικός Ian Astbury. Μια μορφή μεταξύ τρελού σαμάνου και χίπη των 60ς, (μάλλον πολύ κοντινές περσόνες) δημιουργεί το πρότυπο τόσο του ψυχεδελικού stoner rock, που θα κατακλύσει τα 90ς σε τραγούδια σαν τα “Brother Wolf, Sister Moon”, “The Phoenix”όσο και την χαρισματική ροκ περσόνα, που σύντομα, θα αφήσει την μελωδία των 80’s και τη γοτθική μελαγχολία των “Love”, “Rain”, “Revolution”, “The Phoenix”, “She sells sanctuary”, για τον γυμνό κι αιχμηρό ήχο του “Electric”.

Το άλμπουμ αποτελεί ένα μείγμα ρομαντικού κιθαριστικού ανεξάρτητου ροκ, που παραπέμπει στην αντίστοιχη βρετανική σκηνή των 80’s και Αμερικάνικου ροκ, των αρχών των 70’s, περασμένα μέσα από την μηχανή riff, που ακούει στο όνομα Billy Duffy και το χρυσό λαρύγγι του Ian Astbury. Μια σειρά συνθέσεων που περιέχει είναι ακόμα στις κλασικές του σχήματος, ενώ το ταξιδιάρικο κλίμα του άλμπουμ, θα χαθεί για τις επόμενες δεκαετίες. Θα επανέλθει στα τελευταία άλμπουμ των THE CULT, όταν αποδεσμευμένοι πια, από την ανάγκη της εμπορικής επιτυχίας θα προσαρμόσουν τον ήχο τους, στα 00’s, κρατώντας την έντονη μελωδική χροιά τους ανέπαφη. Ένας προπομπός, της επομένης κυκλοφορίας του “Electric”, που οι κιθάρες θα γίνονταν πιο στεγνές, πιο δυνατές, τα μεταξωτά ρούχα, θα αντικαθιστούσαν δερμάτινα αλλά και το ίδιο το σχήμα, θα πήγαινε από τα κλαμπ, στις αρένες, με την ευκολία που μια κάμπια, γίνεται νομοτελειακά πεταλούδα.

Παναγιώτης “The Unknown Force” Γιώτας & Χαρά Νέτη

Κείμενο THE CULT: Στέλιος Μπασμπαγιάννης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here