ΠΡΟΑΚΡΟΑΣΗ FIREWIND – “Few against many” (Century Media)

    Firewindfew
    Firewindfew






















    firewindfew

    Μεγάλη Δευτέρα και βρεθήκαμε στα γραφεία της ΕΜΙ για να ακούσουμε τη νέα δουλειά των FIREWIND, με τίτλο “Few against many”. Με δεδομένο ότι η τελευταία του δισκογραφική δουλειά, το “Days of defiance” παρότι καλή, παρουσίαζε ένα πρόσωπο «μία από τα ίδια» για το συγκρότημα και θα απογοητευόμουν αν άκουγα τέταρτο σερί δίσκο στα χνάρια του εξαιρετικού “Allegiance”.

    Με τις πρώτες νότες που βγήκαν από το στερεοφωνικό (ναι, υπάρχουν ακόμα τέτοια, δεν ακούγεται μουσική μόνο από τα iphones ή τον υπολογιστή), με κόλλησαν στον τοίχο… Το “Wall of sound” που ανοίγει το “Few against many”, ξεκινά με ένα riff που παρόμοιό του δεν έχει ξαναγράψει ο Gus G και η εκλεκτή παρέα του. Πολύ τεχνικό, progressivίζει επικίνδυνα, αλλά σε σημεία μου θυμίζει και το “Domination” των PANTERA!!! Κλασικά έχουμε ένα uptempo, in your face opener, το οποίο θα το παραλλήλιζα με το “Constant motion” των DREAM THEATER. Το “Losing my mind” που ακολουθεί, μπορεί να είναι mid tempo, αλλά κι αυτό φέρνει στο μυαλό τους DREAM THEATER και το ρεφρέν με βρήκε να σιγοτραγουδώ το “Pull me under”.

    Το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου που ακολουθεί, έχει ντραμς που σκάνε κατευθείαν στη μούρη μας, αφού η μίξη του Jason Suecof και του Eyal Levi, έχουν κάνει τον ήχο των τυμπάνων, όπως και αυτόν της κιθάρας του Gus G, να «σκοτώνουν» στην κυριολεξία, ανεβάζοντας επίπεδο το δίσκο. Για μία ακόμη φορά, έχουμε ένα εξαιρετικό riff (ο δίσκος είναι γεμάτος από δαύτα), με γρήγορο ρυθμό, μοντέρνο ήχο, σαν να ακούς SYMPHONY X! Οι απίστευτες κιθάρες δεν βρίσκονται μόνο στο βασικό θέμα του κομματιού, αλλά και σαν background στο ρεφρέν. Το σόλο του είναι από τα πιο μελωδικά που έχει γράψει ο Gus, ενώ τα φωνητικά έχουν ποικιλία και είναι πολύ απαιτητικά, σχεδόν σε όλα τα τραγούδια, κάτι που με κάνει να θέλω να δω πώς θα αποδοθούν live. Το “The undying fire”, τέταρτο τραγούδι στη σειρά, ύστερα από μία σύντομη εισαγωγή, έρχεται να μας θυμίσει, έστω και λίγο, τους «παλιότερους» FIREWIND. Ένα καλό τραγούδι, με ένα ρεφρέν όμως που θεωρώ ότι θα ήθελε περισσότερη δουλειά. Μάλλον πήγαιναν να γράψουν κάτι που να μπορεί να τραγουδά ο κόσμος στα live. Παρόλα αυτά, έχει μία εξαιρετική γέφυρα. Ίσως το καλύτερο τραγούδι του δίσκου, είναι το ευφάνταστο “Another dimension”, μ’ ένα ταχύτατο και υπερτεχνικό riff, φοβερές κιθάρες γενικά, το οποίο θα μπορούσε να γίνει και instrumental!!! Ακούγοντάς το, είμαι βέβαιος ότι πλέον ο Τύπος και οι οπαδοί θα μπορούν να τους χαρακτηρίσουν ως “οι SYMPHONY X της Ευρώπης”.

    Το “Glorious”, με τα σηκώματα αλά Zakk Wylde και τη γενικότερη Ozzy ατμόσφαιρα, είναι ότι πιο κοντινό ακούσαμε τους «παλιούς» FIREWIND, με πολύ ωραίο, μελωδικό ρεφρέν. Η μπαλάντα με το πιάνο, το “Edge of a dream”, είναι το πρώτο τραγούδι που έχουν γράψει με πιάνο και συμμετέχουν οι APOCALYPTICA. Μετά από έξι τραγούδια, πολύ έντονα, ήρθε η ώρα να πέσουν λίγο οι τόνοι, αλλά να πω την αλήθεια, δεν μπόρεσε να ανταπεξέλθει στις προσδοκίες μου. Το “Destiny”, είναι ένα κλασικό power metal τραγούδι, ρυθμικό και midtempo, όπως έχουμε συνηθίσει τόσα χρόνια από το σχήμα και είναι βέβαιο ότι θα αγαπηθεί από τους παραδοσιακούς οπαδούς του. Για μία ακόμη φορά, ακούμε πολύ DREAM THEATER στο “Long gone tomorrow”, το οποίο είναι βαρύ και ασήκωτο, πολύ ρυθμικό με riff που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του και το “Few against many” τελειώνει με το “No heroes, no sinners”, ένα ακόμη midtempo και αρκετά συμπαθητικό τραγούδι.

    Ύστερα από μία μόνο ακρόαση του δίσκου, μπορώ να πω μετά βεβαιότητας, ότι έχει συντελεστεί πολύ μεγάλη αλλαγή στο ύφος του γκρουπ. Ο Gus παίζει πολύ απελευθερωμένα, γράφοντας τα πιο αιχμηρά του riff και τεχνικά όσο και συναισθηματικά σόλο. Πλήκτρα, στη μορφή που τα ξέραμε στους προηγούμενους δίσκους, δεν υπάρχουν! Ο Bob Katsionis, παίζει με εντελώς διαφορετικό τρόπο, κυρίως προσθέτοντας εφέ και δείχνει να ασχολείται πιο πολύ με την κιθάρα. Τα φωνητικά του Apollo, έχουν πολύ μεγαλύτερη ποικιλία, μπόλικα εφέ και φυσικά πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην προσέγγισή τους, ενώ ο νέος ντράμερ, Johan Nunez, φέρνει έναν νέο αέρα στο σχήμα, βοηθούμενος και από τη μίξη. Πολύ μοντέρνος δίσκος, που μπορεί να αγαπηθεί από κοινό και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, χωρίς από την άλλη να απογοητεύσει τους παλιούς οπαδούς του γκρουπ. Επιτέλους όμως, ακούω παιχταράδες όπως τον Gus G και τον Bob Katsionis, να ξεσαλώνουν παίζοντας τα όργανά τους βάσει των τεράστιων δυνατοτήτων τους και όχι «παγιδευμένοι» στη νόρμα των 4λεπτων mid tempo συναυλιακών κομματιών. Είμαι βέβαιος ότι όσο περισσότερες φορές ακούσω το δίσκο τις επόμενες ημέρες, θα μου αρέσει ολοένα και περισσότερο, οπότε περισσότερα στην κανονική κριτική του δίσκου!

    Ετοιμαστείτε τις επόμενες ημέρες να διαβάσετε από το www.rockhard.gr και την αναλυτικότατη συνέντευξη που κάναμε αμέσως μετά με τον Gus και τον Bob αλλά και το release party που ετοιμάζουμε σε συνεργασία με την ΕΜΙ και το συγκρότημα.

    Σάκης Φράγκος

    LEAVE A REPLY

    Please enter your comment!
    Please enter your name here