MACHINE HEAD – “Unto the locust” (Roadrunner)























     9 / 10

    Machine Head - Unto the Locust

     

    Λοιπόν, μερικοί το προτιμούν έτσι, μερικοί το προτιμούν γιουβέτσι, άλλοι πιο σκληρό, άλλοι πιο καθαρό και πάει λέγοντας. Προσωπικά το προτιμώ να είναι MACHINE HEAD γιατί αυτό από μόνο του περικλείει σαν όνομα πολλά πράγματα. Αλλαγές σε ύφος, πειραματισμούς και μια αρκετά σταθερή τάση για εξέλιξη. Μια συνολική πορεία που πάντοτε προκαλούσε συζήτηση (και αυτό είναι αρκετά υγιές πιστεύω), άλμπουμ μετά από άλμπουμ. Κάθε μα κάθε κυκλοφορία από τις οκτώ, ίσως με εξαίρεση το “Burn my eyes” (1994) που μάλλον χαίρει καθολικής αποδοχής από πολλούς παλιούς και νέους metalheads, έβρισκε κάποιους να μουρμουράνε και αρκετούς να γουστάρουνε (άλλους λιγότερο και άλλους περισσότερο). Το γεγονός ότι οι MACHINE HEAD έχουν μεγαλώσει τρομερά σε δημοτικότητα από την αρχή τους μέχρι τώρα βέβαια μόνο τυχαίο δεν είναι. Σημαίνει ότι παρά την όποια μίρλα κάθε φορά, υπάρχει πολύς κόσμος εκεί έξω που εκτιμάει τα εγχειρήματα της μπάντας.

    Το 8ο κατά σειρά στούντιο άλμπουμ είναι εδώ και το περίμενα πως και πως. Το “Unto the locust” είναι ενδιαφέρον. Μάλλον όχι, να κάνω μια διόρθωση. Είναι πολύ ενδιαφέρον! Καταρχάς είναι το άλμπουμ των MACHINE HEAD με τα λιγότερα τραγούδια, επτά στον αριθμό, στην καριέρα τους. Ένα λιγότερο από το “The blackening” (2007). Λιγότερα τραγούδια μεν αλλά με μεγάλη διάρκεια το καθένα. Για να καταλάβετε τι εννοώ, το μικρότερο τραγούδι (“Be still and know”) είναι διάρκειας 5:44. Θα μου πεις, και στο “The blackening” είχαν μεγάλα τραγούδια. Ισχύει. Χάλασε κανέναν αυτό; Πέρα από μερικά άτομα, η απάντηση στη συντριπτική πλειοψηφία είναι πως όχι, δεν χάλασε κανέναν η μέση διάρκεια των κομματιών. Οπότε ούτε τώρα θα έπρεπε να είναι θέμα προς συζήτηση αυτό. Το θέμα είναι, όσο μικρά ή μεγάλα μπορεί να είναι τα κομμάτια, σου λένε τίποτα; Εμένα προσωπικά μου λένε πολλά. Όταν ένα άλμπουμ μου είναι αδιάφορο τότε τα (ας πούμε) 45 λεπτά συνολικής διάρκειας μου φαίνονται αιώνας. Με το “Unto the locust” έχω την εντύπωση κάθε φορά πως πέρασε κάνα τέταρτο το πολύ. Όχι από αδιαφορία αλλά από το πόσο ευχάριστα κυλάει ο χρόνος ακούγοντας το.

    Έπειτα είναι τουλάχιστον δύο ακόμα κριτήρια για εμένα που έχουν μια κάποια σημασία. Το ένα είναι το πόσες φορές θα πατήσω το repeat χωρίς να το κάνω επειδή δεν έδινα βάση σε αυτό που άκουγα αλλά επειδή κάποιο τραγούδι (ή τραγούδια) με πόρωσε άσχημα. Το άλλο και ολίγον πιο εκφραστικό κριτήριο είναι το κατά πόσο θα με πιάσω να κοπανιέμαι και να κάνω air drumming, air guitar, air καραμούζα κατά την διάρκεια των πρώτων ακροάσεων ενός άλμπουμ. Με το “Unto the locust” και το repeat πατάω συνέχεια και η καράφλα μου κοπανιέται ανέμελα (lol). Από την πρώτη-πρώτη ακρόαση μάλιστα ξεχώρισα τα δύο πρώτα τραγούδια που μου καρφώθηκαν έντονα στα αυτιά. Το “I am hell (sonata in C#)” με το οποίο ανοίγει το άλμπουμ και το “Who we are” με το οποίο κλείνει. Ίσως να μην είναι καθόλου τυχαίο το ότι κόλλησα κατευθείαν με αυτά τα συγκεκριμένα κομμάτια καθότι και τα δύο είναι άκρως επιβλητικά. Και σε ατμόσφαιρα (το πρώτο με την χορωδία και το δεύτερο με τα παιδάκια στην αρχή) αλλά και σε χώσιμο. Καλά, ειδικά το “I am hell” σε αρπάζει από τα μούτρα με το βαρύ, οξύ μπάσιμο του. Γενικά χώνει καλά το άλμπουμ. Δίνει πόνο όπως λένε και οι νεότεροι στις μέρες μας. Και αυτή η παραγωγή του δίσκου, τι φοβερό πράγμα, τι φοβερή δουλειά που έχει γίνει!

    Ξέρω, μακρηγόρησα αλλά τι να κάνω, MACHINE HEAD είναι αυτοί! Σε αυτό το σημείο να αναφερθώ στο ότι σε κάποιους προφανώς δεν θα αρέσουν τα πολυφωνικά και κάποιες μελωδικές γραμμές στα φωνητικά που κατά τόπους και ορισμένες φορές θυμίζουν πιο νέες μπάντες τύπου TRIVIUM (με τους οποίους μιας που το έφερε η κουβέντα ο Flynn είναι πολύ καλό φιλαράκι) αλλά προσωπικά αυτού του είδους ο πειραματισμός για τους MACHINE HEAD δεν με πειράζει καθόλου. Πάντοτε έβλεπαν πιο μπροστά από ακόμη τους ίδιους τους οπαδούς τους και αυτό το έχουν αποδείξει επανειλημμένα. Εμένα μου αρέσει που ο Flynn δεν είναι στατικός ως προς το τι κάνει με τα φωνητικά του σε κάθε δίσκο. Μπορεί να μην είναι αντικειμενικά η πιο μουσικά άρτια φωνή που υπάρχει στον κόσμο αλλά είναι ο Rob fucking Flynn (και επίσης ένας απίστευτος frontman στα live)! Όσο για τους υπόλοιπους στην μπάντα, πραγματικά θέλετε να σας πω πόσο ωραία ηχούν οι κιθαριές των Demmel και Flynn; Ή πόσο τίγκα ακούγεται το μπάσο του Duce; Ή το ατελείωτο και καταπληκτικό ξυλοκόπημα των τυμπάνων του τρομερού ντράμερ που ακούει στο όνομα Dave McClain; Νομίζω πως ήρθε ή ώρα να πάρετε το “Unto the locust” και να το διαπιστώσετε από μόνοι σας! Κόβω έναν βαθμό μόνο και μόνο επειδή θέλω να δω όντως αν θα αντέξει στον χρόνο. Τους δίνω δεκάρι αν συνεχίσω να γουστάρω το άλμπουμ εξίσου πολύ και μετά από 1 χρόνο αν και κάτι μου λέει πως θα γουστάρω ακόμα κάργα! Μην πω και εγώ αυτό που ορισμένοι λένε στο Facebook, ότι μπορεί αυτός ο δίσκος τελικά να είναι πολύ πιο σημαντικός και επιδραστικός απ’ όσο καταλαβαίνουμε τώρα. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά άλλωστε. Το’ χουν ξανακάνει το κόλπο.

    Ορφέας Σπηλιωτόπουλος

    LEAVE A REPLY

    Please enter your comment!
    Please enter your name here