Home Στήλες Somewhere back in time A day to remember… 15/10

A day to remember… 15/10 [DIO]

0
75
Dio


















Dio

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Angry machines” – DIO
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΙΑ: Mercury / Mayhem
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Ronnie James Dio
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Ronnie James Dio
Κιθάρες – Tracy Grijalva (Tracy G)
Mπάσο – Jeff Pilson
Τύμπανα – Vinny Appice

Στα μέσα της δεκαετίας του ’90, ο Ronnie James Dio βρέθηκε αντιμέτωπος με μια μουσική πραγματικότητα που είχε αλλάξει αισθητά σε σχέση με εκείνη μέσα στην οποία είχε αναδειχθεί. Το grunge και οι πιο εναλλακτικές μορφές του αμερικανικού metal είχαν μετατοπίσει το ενδιαφέρον του κοινού. Συγκροτήματα όπως οι PANTERA, οι TOOL και οι NINE INCH NAILS, άφηναν το αποτύπωμα τους σε μια εποχή που αναζητούσε πιο ωμό ήχο, σκοτεινότερη θεματολογία και λιγότερο συμβατικές συνθέσεις. Το παραδοσιακό heavy metal, με τις μεγαλοπρεπείς μελωδίες και τον ηρωικό, μυθολογικό του χαρακτήρα, δεν βρισκόταν πλέον στο επίκεντρο της μουσικής επικαιρότητας.

Ο Dio είχε ήδη αρχίσει να απομακρύνεται από τη γνώριμη στιχουργική του ταυτότητα με το “Dehumanizer” των BLACK SABBATH το 1992. Η συγκεκριμένη περίοδος ολοκληρώθηκε με την αποχώρησή του από το συγκρότημα, μετά τη διαφωνία του σχετικά με την προοπτική να εμφανιστούν οι SABBATH ως support στις «αποχαιρετιστήριες» συναυλίες του Ozzy Osbourne στην Costa Mesa της Καλιφόρνια. Για τον Ronnie ήταν θέμα καλλιτεχνικής ακεραιότητας και αξιοπρέπειας. Τελικά, οι SABBATH, σε μία σπάνια συγκυρία, εμφανίστηκαν στις δύο συναυλίες με τον Rob Halford στα φωνητικά, που λίγους μήνες πριν είχε αποχωρήσει από τους JUDAS PRIEST.

Ο Dio επέστρεψε στη δική του μπάντα, η οποία περιλάμβανε έναν γυρολόγο της σκηνής του Los Angeles, τον Tracy Grijalva (Tracy G.) στις κιθάρες, τον πρώην μπασίστα των DOKKEN, Jeff Pilson και τον Vinny Appice στα ντραμς, ο οποίος ακολούθησε τον τραγουδιστή στην έξοδό του από τους SABBATH. Χωρίς να χάσει χρόνο, κυκλοφόρησε το “Strange highways” το 1993. Ο δίσκος διατήρησε τον βαρύ και σκοτεινό χαρακτήρα που είχε εγκαινιάσει το “Dehumanizer”, με τον Grijalva να παίζει πιο κοντά στα μοντέρνα ακούσματα της εποχής, και τον ήχο των DIO να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τον μελωδικό και φαντασιακό κόσμο των κλασικών κυκλοφοριών τους.

Η περιοδεία του “Strange highways” ξεκίνησε στις 4 Νοεμβρίου 1993 από την Ελλάδα, όπου ο θρυλικός τραγουδιστής ήρθε για πρώτη φορά στην χώρα μας, στο «Ρόδον», όχι με μία αλλά με τρεις (!) εμφανίσεις. Θέλετε η ελλιπής ενημέρωση (η πρώτη βραδιά ανακοινώθηκε τελευταία στιγμή), θέλετε ένας ποδοσφαιρικός αγώνας που έπαιζε την πρώτη βραδιά, εκείνη η εμφάνιση πήγε άπατη, ενώ και η απόδοση του συγκροτήματος δεν ήταν στα αναμενόμενα επίπεδα. Ευτυχώς τις δύο επόμενες βραδιές, η κατάσταση επανορθώθηκε. Η περιοδεία συνεχίστηκε στην Ευρώπη και το 1994, η μπάντα περιόδευσε στη Βόρεια Αμερική, ενώ ακολούθησαν και άλλες συναυλίες, με μια σύντομη περιοδεία στη Νότια Αμερική τον Δεκέμβριο του 1995. Όπως εξηγούσε ο ίδιος ο Dio σε συνέντευξή του, η εντύπωση ότι το συγκρότημα είχε εξαφανιστεί για σχεδόν τρία χρόνια δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Η δραστηριότητά του συνεχιζόταν, ενώ παράλληλα γραφόταν το νέο υλικό.

Το αποτέλεσμα αυτής της τριετίας ήταν το “Angry machines”, το έβδομο στούντιο άλμπουμ των DIO, που κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία στις 4 Οκτωβρίου 1996 από την Mercury Records και στις ΗΠΑ στις 15 Οκτωβρίου, μέσω της ανεξάρτητης Mayhem Records, που ανέλαβε την αμερικάνικη διανομή. Η ηχογράφησή του ολοκληρώθηκε μέσα σε περίπου πέντε εβδομάδες, έπειτα από μια διαδικασία σύνθεσης που είχε διαρκέσει σχεδόν δέκα μήνες. Σύμφωνα με τις τότε δηλώσεις του Dio, ο τίτλος “Angry machines” προέκυψε από δύο παρατηρήσεις του για τον σύγχρονο κόσμο: την υπερβολική οργή που χαρακτήριζε την ανθρώπινη συμπεριφορά και την ολοένα μεγαλύτερη παρουσία της τεχνολογίας. Οι «οργισμένες μηχανές» λειτουργούν έτσι ως εικόνα μιας πραγματικότητας όπου η επιθετικότητα και τα τεχνολογικά συστήματα παίζουν ολοένα και πιο καθοριστικό ρόλο στη ζωή των ανθρώπων.

Η συγκεκριμένη εξήγηση συνδέεται άμεσα με τη στιχουργική μεταστροφή του Dio. Ο ίδιος είχε εξηγήσει ότι δεν μπορούσε πλέον να γράφει αποκλειστικά για δράκους, μάγους και φανταστικούς κόσμους, όταν γύρω του υπήρχαν πραγματικά κοινωνικά προβλήματα, ανεργία και νέοι άνθρωποι που βίωναν αποξένωση. Ο κόσμος, όπως τον αντιλαμβανόταν, ήταν ένας σκληρός τόπος και δεν αισθανόταν πλέον άνετα να προσφέρει στους ακροατές του αυτό που θεωρούσε «ψεύτικα όνειρα». Η αλλαγή που είχε αρχίσει με το “Dehumanizer” και συνεχίστηκε με το “Strange highways” ολοκληρωνόταν με το “Angry machines”, δημιουργώντας μια άτυπη τριλογία.

Αυτή η φιλοσοφία επηρέασε και τη μουσική κατεύθυνση του άλμπουμ. Ο Dio ανέλαβε ο ίδιος την παραγωγή, επιδιώκοντας έναν πιο σύγχρονο, επιθετικό και άμεσο ήχο. Η πρόθεση ήταν να απομακρυνθεί από τη αισθητική της δεκαετίας του ’80 και να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στην ένταση. Η μουσική, σύμφωνα με τον ίδιο τον Ronnie, προηγούνταν των στίχων. Τα κιθαριστικά riffs και το παίξιμο του Appice στα ντραμς θα καθόριζαν την κατεύθυνση των συνθέσεων, με στοιχεία από PANTERA, TOOL, BLACK SABBATH εποχής “Born again” και “Dehumanizer”, και ακόμα και BEATLES (!), να βρίσκονται διάσπαρτα εδώ κι εκεί. Επιπλέον, ο πληκτράς Scott Warren, ο οποίος είχε συμμετάσχει ως guest στο “Strange highways”, ήταν παρών και εδώ, με τα πλήκτρα να συμβάλλουν στη διαμόρφωση της σκοτεινής ατμόσφαιρας που επιθυμούσε ο Dio.

Ο Tracy G αποτέλεσε μία από τις πιο χαρακτηριστικές αλλά και διχαστικές παρουσίες του δίσκου. Το παίξιμό του ήταν πιο τραχύ, κουρδισμένο χαμηλότερα και λιγότερο μελωδικό από αυτό που είχαν καθιερώσει οι προκάτοχοι του. Για ορισμένους, αυτή η προσέγγιση έδωσε στο άλμπουμ τη δική του ταυτότητα. Για άλλους, η περιορισμένη ποικιλία και η απουσία αξιομνημόνευτων μελωδιών αποδυνάμωσαν τις συνθέσεις. Ωστόσο, ο ίδιος ο Tracy G είχε επισημάνει ότι ο Dio διατηρούσε τον τελευταίο λόγο στις αποφάσεις και, επομένως, η ηχητική κατεύθυνση ήταν συλλογικά συνειδητή επιλογή.

Η δουλειά για το άλμπουμ δεν ήταν απρόσκοπτη. Η κυκλοφορία σχεδιαζόταν αρχικά για τον Απρίλιο του 1996, αλλά καθυστερήσεις στην παραγωγή μετέθεσαν την έκδοσή του για τον Οκτώβριο. Παράλληλα, ο Jeff Pilson απέκτησε ξανά υποχρεώσεις με τους DOKKEN, με αποτέλεσμα να υπάρξουν αλλαγές τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια της περιοδείας του “Strange highways”. Ο Jerry Best είχε ανακοινωθεί ως νέος μπασίστας το 1995, αλλά ο Pilson επέστρεψε για τις ηχογραφήσεις του “Angry machines”.

Το “Angry machines” ανοίγει με το “Institutional man”, εμπνευσμένο από επιστολές φυλακισμένων που έβρισκαν στη μουσική του Dio στήριγμα απέναντι στον εγκλεισμό. Ο βαρύς ρυθμός και τα αργά, επιθετικά riffs δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον, όπου η ανθρώπινη ύπαρξη μοιάζει παγιδευμένη μέσα σε έναν απρόσωπο κόσμο. Αντίθετα, το “Don’t tell the kids” κινείται σε ταχύτερους ρυθμούς, με επιθετική προσέγγιση και έμφαση στο groove. Η ένταση του Vinny Appice και η αμεσότητά του το καθιστούν ένα από τα πιο δυναμικά σημεία του άλμπουμ. Το “Black”, που ακολουθεί, είναι από τις πιο αμφιλεγόμενες συνθέσεις. Η ασυνήθιστη, ατονική αρμονία του απομακρύνεται από το παραδοσιακό heavy metal, προσδίδοντας μια αίσθηση αστάθειας.

Στο “Hunter of the heart”, το μπάσο του Jeff Pilson αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο από την εισαγωγή, οδηγώντας σε ένα σκοτεινό riff. Στον μπασίστα πιστώνεται συνθετικά και η πιο εκτεταμένη στιγμή του δίσκου, το “Stay οut of my mind”. Τα πλήκτρα του Warren και η προοδευτική ανάπτυξη της σύνθεσης δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που κινείται ανάμεσα στο doom και το progressive metal, κλείνοντας με ένα υπνωτιστικό φινάλε. Το επόμενο, “Big Sister”, έχει σαφείς αναφορές στον οργουελικό «Μεγάλο Αδελφό», με τα επιθετικά φωνητικά του Dio και τα ασύμμετρα riffs, να ενισχύουν την αίσθηση της απειλής.

Στο εύστοχο “Double Monday”, ο τίτλος συμπυκνώνει το άγχος και τις πιέσεις της καθημερινότητας. Η σύνθεση περιλαμβάνει μια σύντομη ακουστική παρένθεση, πριν επιστρέψει με μεγαλύτερη ένταση. Λίγο πριν το τέλος, το “Golden rules” ξεκινά με μια δυσοίωνη εκδοχή του παιδικού τραγουδιού “Twinkle, twinkle, little star”, πριν περάσει σε ένα βαρύ, επαναλαμβανόμενο groove. Η αντίθεση ανάμεσα στην αθωότητα της εισαγωγής και τη σκληρότητα της μουσικής ενισχύει την αίσθηση του κινδύνου. Το προτελευταίο “Dying in America” συνεχίζει τη θεματολογία της κοινωνικής αποξένωσης, εξετάζοντας τη σκοτεινή πλευρά μιας κοινωνίας που αφήνει στο περιθώριο όσους δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της.

Ο δίσκος κλείνει με το “This is your life”, τη μοναδική μπαλάντα του άλμπουμ, βασισμένη αποκλειστικά στο πιάνο του Scott Warren και τη φωνή του Dio. Ο τραγουδιστής επέλεξε συνειδητά να τοποθετήσει τη σύνθεση στο τέλος, ώστε να αφήσει μια χαραμάδα ελπίδας μέσα σε έναν κατά τα άλλα σκοτεινό δίσκο. Η αναφορά στη θνητότητα και την αξία της ζωής προσφέρει ένα ανθρώπινο αντίβαρο στην οργή που κυριαρχεί στο άλμπουμ. Σε ένα πικρά ειρωνικό παιχνίδι της Μοίρας, μετά τον θάνατο του Dio το 2010, η αυθεντική αυτή ηχογράφηση αποτέλεσε το ομότιτλο και καταληκτικό κομμάτι του all-star tribute άλμπουμ που κυκλοφόρησε στη μνήμη του το 2014.

Το “Angry machines” κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία στις 4 Οκτωβρίου 1996 και στις Ηνωμένες Πολιτείες στις 15 Οκτωβρίου, μέσω των Mercury Records και Mayhem Records αντίστοιχα. Στο εξώφυλλο, ο ακροατής έβλεπε μία κυριολεκτική απεικόνιση των «οργισμένων μηχανών», δια χειρός του Άγγλου καλλιτέχνη Paul R. Gregory, γνωστός τόσο για την συνεισφορά του σε εκδόσεις με θέμα τον J.R.R. Tolkien, όσο και για την (μετέπειτα) δραστηριότητά του ως συνιδρυτή του φεστιβάλ Bloodstock Open Air στο Derbyshire της Αγγλίας.

Η εμπορική πορεία του άλμπουμ υπήρξε απογοητευτική σε σύγκριση με τα σημαντικότερα άλμπουμ της προηγούμενης περιόδου. Οι πωλήσεις στις ΗΠΑ εκτιμώνται σε περίπου 36.000 αντίτυπα και το άλμπουμ δεν κατάφερε να εισέλθει στα αμερικανικά και βρετανικά charts. Αποτέλεσε το χαμηλότερο σε πωλήσεις στούντιο άλμπουμ των DIO, ενώ η μόνη παρουσία του σε charts ήταν στο γερμανικό νο. 44. Η περιορισμένη απήχησή του αποδίδεται σε διάφορες αιτίες όπως η αλλαγή του ήχου, η απομάκρυνση από τη γνώριμη μελωδική ταυτότητα των DIO και το γενικότερο μουσικό κλίμα της εποχής, που συνέβαλαν σε ένα αποτέλεσμα το οποίο δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες. Η απουσία ισχυρών singles και εύκολα αναγνωρίσιμων μελωδιών περιόρισε επιπλέον τις δυνατότητες προβολής του. Σημειώνεται ότι το “Angry machines” έμελλε να είναι το τελευταίο στούντιο άλμπουμ του Appice με το συγκρότημα, όπως και το τελευταίο με τον Tracy G. Πηγές της εποχής αναφέρουν ότι ο Dio πρότεινε την προσθήκη δεύτερου κιθαρίστα, κάτι που ο Tracy G δεν επιθυμούσε, και οι δύο πλευρές χώρισαν φιλικά, με τον Craig Goldy να επιστρέφει ως κιθαρίστας των DIO το 2000.

Η περιοδεία για την προώθηση του άλμπουμ ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 1996 και συνεχίστηκε έως το 1997, με συναυλίες στη Βόρεια Αμερική, την Ευρώπη, την Ιαπωνία και τη Νότια Αμερική. Η περιοδεία παρουσίασε διαφορετική εικόνα ανά περιοχή. Στις ΗΠΑ οι εμφανίσεις πραγματοποιούνταν κυρίως σε clubs και θέατρα, συχνά με χαμηλή προσέλευση, ενώ στη Γερμανία και στη Νότια Αμερική η ανταπόκριση ήταν θερμότερη, με ορισμένες συναυλίες να συγκεντρώνουν αρκετές χιλιάδες θεατές. Η σύνθεση της μπάντας μεταβλήθηκε κατά την περιοδεία. Ο Jeff Pilson δεν μπορούσε να ακολουθήσει όλες τις συναυλίες λόγω των υποχρεώσεών του με τους DOKKEN και αντικαταστάθηκε σε μέρος της περιοδείας από τον Larry “Thrash” Dennison και, σε κάποιες ημερομηνίες, ανέλαβε ο παλιός γνώριμος του Dio από την εποχή των RAINBOW, Bob Daisley. Προβλήματα υγείας επηρέασαν και τον Vinny Appice, καθώς νοσηλεύτηκε με πνευμονία. Η ασθένεια του επέβαλε αλλαγές στο πρόγραμμα των εμφανίσεων, με τον James Kottak (πρώην KINGDOM COME και μετέπειτα SCORPIONS) να αναλαμβάνει προσωρινά τα ντραμς σε ορισμένες συναυλίες.

Η περιοδεία αποτυπώθηκε στο διπλό ζωντανό άλμπουμ “Inferno: Last in live”, το οποίο κυκλοφόρησε το 1998. Το άλμπουμ συνδύαζε τραγούδια από την προσωπική πορεία του Dio με κλασικές συνθέσεις από την εποχή των RAINBOW και των BLACK SABBATH, ενώ, διακριτικά, εκπροσωπήθηκε και το “Angry machines” με τα “Double Monday” και “Hunter of the heart”. Το 2020, η επανέκδοση του “Angry machines” θα περιείχε έναν δεύτερο δίσκο με ζωντανές ηχογραφήσεις της περιόδου, προσφέροντας επιπλέον τεκμήρια για το πώς μεταφέρονταν οι νέες συνθέσεις στη σκηνή. Ειδικά για την Ιαπωνία, η έκδοση του άλμπουμ περιλάμβανε επίσης το “God hates heavy metal” ως bonus track. Το τραγούδι έμεινε εκτός της επανέκδοσης του 2020 και κυκλοφόρησε το 2021 σε single, με το “This is your life” και μια ζωντανή εκτέλεση του “Hunter of the heart”.

Το “Angry machines” δεν συγκαταλέγεται στα αριστουργήματα της δισκογραφίας του Ronnie James Dio. Δεν είναι το κρυφό διαμάντι που απλώς περίμενε τη σωστή εποχή για να αναγνωριστεί. Οι αδυναμίες του είναι πραγματικές. Ωστόσο, θα ήταν άδικο να αντιμετωπιστεί ως μια φτηνή προσπάθεια των DIO να ακολουθήσουν τις τάσεις της εποχής. Το “Angry machines” στέκει ως το πιο ακανθώδες σημείο στην καριέρα του Dio, μια απόπειρα επαναπροσδιορισμού που δεν βρήκε ποτέ τη χρυσή τομή αλλά αποτελεί απόδειξη του τιμήματος να ρισκάρει και να αλλάξει.

Κώστας Τσιρανίδης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

Radio
Press play to listen