Home Στήλες Somewhere back in time A day to remember… 16/10

A day to remember… 16/10 [THIN LIZZY]

0
143
Lizzy


















Lizzy

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Johnny the Fox”- THIN LIZZY
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1976
ΕΤΑΙΡΙΑ: Vertigo
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: John Alcock
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά/ Μπάσο – Phil Lynott
Κιθάρες – Scott Gorham
Κιθάρες – Brian Robertson
Τύμπανα – Brian Downey

Το 1976 ήταν μια χρονιά που θα μπορούσε να αλλάξει οριστικά την πορεία των THIN LIZZY. Με το “Jailbreak”, που κυκλοφόρησε τον Μάρτιο, και την επιτυχία του single “The boys are back in town”, το συγκρότημα του μπασίστα και τραγουδιστή Phil Lynott είχε εξελιχθεί από αξιόλογη αλλά εμπορικά ασταθή rock μπάντα σε όνομα που διεκδικούσε θέση στην πρωτοκλασάτη διεθνή σκηνή. Η αμερικανική αγορά, μέχρι τότε μεγάλος αλλά δύσκολος στόχος, έμοιαζε επιτέλους προσιτή. Οι THIN LIZZY είχαν ήδη περιοδεύσει στις ΗΠΑ δίπλα σε σημαντικά ονόματα και άρχιζαν να κερδίζουν το κοινό με τον δικό τους τρόπο: δυνατές συνθέσεις, μελωδικές κιθάρες, έναν χαρισματικό frontman και έναν ήχο που συνδύαζε την ωμή δύναμη του hard rock με μια σπάνια αίσθηση λυρικότητας και μελωδίας.

Η επιτυχία, ωστόσο, δεν σήμαινε ότι οι δυσκολίες είχαν τελειώσει. Η αυξανόμενη ζήτηση έφερε περισσότερες συναυλίες, εξαντλητικούς ρυθμούς και μεγαλύτερες προσδοκίες. Το συγκρότημα εργαζόταν και διασκέδαζε έντονα καθώς ένιωθε πως επιτέλους δικαιωνόταν. Ο κιθαρίστας Scott Gorham θυμάται ότι εκείνη την περίοδο ανέβαιναν στη σκηνή αποφασισμένοι να συντρίψουν κάθε αντίπαλο. Η αυτοπεποίθησή τους ήταν δικαιολογημένη, αλλά το σώμα του Lynott είχε αρχίσει να πληρώνει το τίμημα του τρόπου ζωής του. Και το τίμημα ήταν ηπατίτιδα.

Η διάγνωση διέκοψε απότομα την ανοδική πορεία. Ο Lynott χρειάστηκε να νοσηλευτεί στο Manchester, κοντά στο ξενοδοχείο της μητέρας του. Μια προγραμματισμένη περιοδεία με τους RAINBOW ακυρώθηκε, στερώντας από τους THIN LIZZY σημαντική ευκαιρία να αξιοποιήσουν τη δυναμική που είχαν αποκτήσει στην Αμερική. Παρά την ασθένεια, ο Lynott δεν έπαψε να γράφει. Αντί να αντιμετωπίσει την ανάρρωση ως αναγκαστικό διάλειμμα, την αξιοποίησε για να συγκεντρώσει υλικό για τον επόμενο δίσκο. Με μια ακουστική κιθάρα και αρκετό χρόνο για σκέψη, έγραψε σημαντικό μέρος των τραγουδιών που θα κατέληγαν στο διάδοχο άλμπουμ του “Jailbreak”. Όπως αναγνώρισε αργότερα, η ασθένεια τον ανάγκασε να αναλογιστεί ορισμένες πλευρές της ζωής του και οι στίχοι συγκεκριμένων τραγουδιών θα αποτύπωναν αυτή την πιο στοχαστική διάθεση.

Όταν ο Phil ξαναστάθηκε στα πόδια του, οι THIN LIZZY ταξίδεψαν στο Μόναχο, επιλέγοντας τα σύγχρονα Musicland Studios, εν μέρει για φορολογικούς λόγους. Η εμπειρία δεν εξελίχθηκε όπως περίμεναν. Η δυσαρέσκεια για τον ήχο, ιδιαίτερα των ντραμς, σε συνδυασμό με εντάσεις μέσα στο συγκρότημα, οδήγησε στην εγκατάλειψη των sessions και στην επιστροφή στην Αγγλία. Οι εργασίες συνεχίστηκαν στα Ramport Studios, όπου είχε ηχογραφηθεί το “Jailbreak”, και στα Olympic Studios του Λονδίνου.

Ο παραγωγός John Alcock, που είχε εργαστεί και στον προηγούμενο δίσκο, βρέθηκε ξανά στο τιμόνι. Αυτή τη φορά διαπίστωσε ότι το υλικό δεν είχε την ίδια ομοιογένεια με το “Jailbreak”. Σύμφωνα με τον παραγωγό, ο Lynott μάλλον χρειαζόταν περισσότερο χρόνο, ενώ ορισμένες συνθέσεις δεν είχαν την απαιτούμενη δύναμη. Στο μεταξύ, η πίεση δεν αφορούσε μόνο την παραγωγή. Η σχέση του Lynott με τον κιθαρίστα Brian Robertson είχε γίνει ιδιαίτερα τεταμένη. Ο Robertson, μόλις 20 ετών τότε, διέθετε έντονη προσωπικότητα και ήθελε να διεκδικεί τον χώρο του τόσο στη σκηνή όσο και στο στούντιο. Δεν συμμεριζόταν πάντοτε τις αποφάσεις του Lynott και θεωρούσε ότι το “Jailbreak” είχε βγει «αυστηρό» και «κλινικό». Αυτή η διαφορά προσέγγισης ακούγεται σε ολόκληρο τον δίσκο.

Η συνεισφορά του ντράμερ Brian Downey ήταν καθοριστική. Το παίξιμό του δεν περιορίζεται σε υποστηρικτικό ρόλο. Διαμορφώνει τη ροή, αλλάζει τον χαρακτήρα των κομματιών και δίνει στον δίσκο ιδιαίτερο ρυθμικό βάθος. Το κιθαριστικό ζευγάρι των Scott Gorham και Brian Robertson βρίσκεται σε εξαιρετική δημιουργική φόρμα. Οι χαρακτηριστικές διπλές κιθάρες δεν λειτουργούν απλώς ως εντυπωσιακό τέχνασμα. Δημιουργούν μελωδικές γραμμές που συνομιλούν μεταξύ τους, ενισχύουν τις συναισθηματικές κορυφώσεις και προσδίδουν στις συνθέσεις έναν πλούτο που τις κάνει αναγνωρίσιμες ακόμη και όταν κινούνται σε διαφορετικά είδη. Κατά την ταπεινή μου άποψη (και βάσει των δίσκων των THIN LIZZY που έπαιξαν μαζί μεταξύ 1974-1977), είναι ό,τι σπουδαιότερο σε κιθαριστικό δίδυμο μαζί με τους Martin Turner / Andy Powell (WISHBONE ASH) και Dave Murray / Adrian Smith (IRON MAIDEN).

Στις ηχογραφήσεις έλαβαν μέρος και εκλεκτοί guest μουσικοί. Ο μεγάλος Phil Collins, που τότε έκανε τα πρώτα του βήματα με τους GENESIS στα φωνητικά, ανέλαβε κάποια μέρη στα κρουστά μετά από πρόσκληση του Lynott, με τον οποίο διατηρούσε φιλική σχέση. Κανείς από τους εν ζωή LIZZY δεν θυμάται πού ακριβώς έπαιξε ο Collins, ενδεικτικό της κατάστασης που επικρατούσε στο στούντιο. Εκτός από τον Collins, ο Βρετανός τραγουδιστής Kim Beacon πρόσφερε δεύτερα φωνητικά και ο Ιρλανδός μουσικός Fiachra Trench συνέβαλε στις ενορχηστρώσεις. Οι παρεμβάσεις αυτές διεύρυναν το ηχητικό φάσμα του συγκροτήματος χωρίς να επισκιάζουν τον βασικό του χαρακτήρα.

Το νέο άλμπουμ, με τίτλο “Johnny the Fox”, κυκλοφόρησε στις 16 Οκτωβρίου 1976, μόλις λίγους μήνες μετά το “Jailbreak”. Η εμπορική του πορεία δεν επανέλαβε εκείνη του προκατόχου του, αλλά η σύγκριση των δύο δίσκων είναι κάπως παραπλανητική. Οι THIN LIZZY δεν προσπάθησαν να αναπαράγουν μια σίγουρη συνταγή. Συνέχιζαν να εξερευνούν τις δυνατότητες του ήχου τους, δίνοντας μεγαλύτερο χώρο στο funk, στις μπαλάντες, στις διαφορετικές κιθαριστικές εκφράσεις και στις ιδιαίτερες αφηγήσεις του Lynott.

Από την αρχή το εναρκτήριο “Johnny” θέτει τους όρους ακρόασης. Ο Lynott δεν χρειάζεται μεγάλη εισαγωγή για να δημιουργήσει ατμόσφαιρα. Ο ρυθμός, η φωνή του και οι κιθάρες αρκούν για να εισάγουν τον ακροατή στον κόσμο του. Ο Johnny είναι ένας ακόμη από τους χαρακτήρες που επανέρχονται στους στίχους του, έχοντας ήδη εμφανιστεί σε προηγούμενα τραγούδια όπως τα “Showdown” και “The Boys are back in town”. Ο Gorham είχε αστειευτεί ότι ο Lynott θα έπρεπε να είναι ο υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων του Johnny, αφού ο χαρακτήρας εμφανιζόταν παντού, βάζοντας τον ακροατή σ’ έναν κόσμο γεμάτο αμφιλεγόμενες επιλογές, επιθυμίες και συνέπειες. Το “Rocky” συνεχίζει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Η κιθαριστική βάση είναι άμεση και σκληρή, ενώ η εναλλαγή των φωνητικών και των μελωδιών προσδίδει στο τραγούδι πιο «αμερικάνικο» χαρακτήρα. Η σύνθεση διαθέτει την αυτοπεποίθηση μιας μπάντας που γνωρίζει ακριβώς πώς να κάνει ένα riff να λειτουργεί κοντά στη μελωδία. Το “Johnny” και το “Rocky” αποτελούν εξαιρετικό εναρκτήριο δίδυμο. Tο πρώτο χτίζει, το δεύτερο ανεβάζει την ένταση και τα δύο μαζί επιβεβαιώνουν ότι η καρδιά των THIN LIZZY χτυπάει στον ρυθμό του hard rock.

Η πρώτη μεγάλη αλλαγή διάθεσης έρχεται με το “Borderline”. Η σύνθεση κινείται σε πιο bluesy και συναισθηματικά φορτισμένα μονοπάτια, δείχνοντας πόσο φυσικά μπορούσε ο Lynott να περνά από την επιθετικότητα στην ευαισθησία. Οι στίχοι συνδέονται με μια δύσκολη ερωτική εμπειρία του Robertson, ο οποίος συνέβαλε και στη σύνθεση. Η συμμετοχή του κιθαρίστα δεν είναι διακοσμητική. Το “Borderline” φέρει κάτι από την προσωπική του ένταση, ενώ οι κιθάρες υπογραμμίζουν τη μελαγχολία χωρίς να την υπερβάλλουν. Για όσους αγαπούν τη λιγότερο επιθετική πλευρά των LIZZY, αυτή είναι μία από τις πιο ουσιαστικές στιγμές του δίσκου.

Το πιο γνωστό τραγούδι του άλμπουμ είναι ταυτόχρονα ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα της δημιουργικής τριβής μέσα στο συγκρότημα. Ο Lynott είχε αρχικά γράψει το “Don’t believe a word” ως αργό δωδεκάμετρο blues. Ο Robertson δεν ενθουσιάστηκε με την αρχική εκδοχή και μαζί με τον Downey, επεξεργάστηκε τη μουσική κατεύθυνση του τραγουδιού. Όταν ο ντράμερ πρότεινε πιο ζωηρό ρυθμό, ο νεαρός κιθαρίστας ανέπτυξε το riff που έδωσε στο τραγούδι την τελική του ταυτότητα. Το αποτέλεσμα είναι μια σύντομη, εκρηκτική σύνθεση που ισορροπεί ανάμεσα στο blues και στο hard rock. Ο Robertson δυσαρεστήθηκε επειδή τα επίσημα συνθετικά δικαιώματα αποδόθηκαν μόνο στον Lynott, παρότι θεωρούσε ότι η δική του συμβολή και εκείνη του Downey ήταν καθοριστικές, αν όχι ισότιμες. Η αρχική, αργή εκδοχή ηχογραφήθηκε αργότερα από τον Lynott και τον Gary Moore και εμφανίστηκε στο προσωπικό άλμπουμ του δεύτερου “Back on the streets” (1978). Η σύγκριση αναδεικνύει πόσο δραστικά μπορεί να αλλάξει μια σύνθεση μέσα από την ενορχήστρωση και τον ρυθμό.

Το “Fool’s gold” μεταφέρει τη θεματική από τις προσωπικές σχέσεις στην ιρλανδική ιστορία. Εμπνευσμένο από τον Μεγάλο Λιμό της Ιρλανδίας (1845–1852) και τη μαζική μετανάστευση των Ιρλανδών προς την Αμερική, περιγράφει την αναζήτηση καλύτερης ζωής μέσα από το πρίσμα της απώλειας και της απογοήτευσης. Εδώ φαίνεται μία από τις σημαντικότερες αρετές του Lynott: μπορούσε να γράφει για χαρακτήρες και ιστορίες που έμοιαζαν συγκεκριμένες, αλλά ταυτόχρονα άγγιζαν συλλογικές εμπειρίες. Η μουσική διατηρεί τη μελωδία, ενώ το ιστορικό βάρος των στίχων προσδίδει στο τραγούδι ιδιαίτερη συναισθηματική διάσταση.

Η δεύτερη πλευρά ανοίγει με μία από τις πιο απρόβλεπτες στιγμές του άλμπουμ. Στο “Johnny the Fox meets Jimmy the Weed”, η χαρακτηριστική εισαγωγή του Downey οδηγεί σε ένα funk rock κομμάτι που απομακρύνεται από το συνηθισμένο στυλ της μπάντας. Η αγάπη του Lynott για το “For the love of money” των O’JAYS αποτέλεσε μία από τις εμπνεύσεις του, ενώ το ρυθμικό παίξιμο του Downey δεν θα μπορούσε να είναι ιδανικότερο. Οι χαρακτήρες των στίχων συνδέονται με πραγματικά πρόσωπα από τον υπόκοσμο του Manchester. Το τραγούδι μετατρέπει αυτές τις αναφορές σε σχεδόν κινηματογραφική αφήγηση, όπου η φωνή, το groove και οι κιθάρες δημιουργούν ατμόσφαιρα διαφορετική από οτιδήποτε άλλο στον δίσκο.

Το “Old flame” επιστρέφει σε πιο οικείο έδαφος. Ο Lynott ήταν ιδιαίτερα ικανός να γράφει τραγούδια για σχέσεις που έχουν τελειώσει, για συναισθήματα που επιμένουν και για αναμνήσεις που δεν εξαλείφονται εύκολα. Η σύνθεση έχει γλυκόπικρη απλότητα, ενώ οι κιθάρες προσθέτουν λάμψη χωρίς να υπερφορτώνουν τη μελωδία. Στη συνέχεια έρχεται το “Massacre”, η σκοτεινότερη και ίσως πιο επιβλητική στιγμή του άλμπουμ. Σύμφωνα με τον Alcock, γράφτηκε μέσα στο στούντιο κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων. Η αφορμή για τους στίχους συνδέεται με επίσκεψη Προτεστάντη κληρικού στον Lynott όσο εκείνος νοσηλευόταν. Η καθολική ανατροφή του τον έκανε αρχικά αμυντικό απέναντι στον επισκέπτη, όμως αργότερα αναγνώρισε την προκατάληψη στη στάση του και έγραψε ένα τραγούδι που καταδικάζει τη θρησκευτική μισαλλοδοξία και τους ιερούς πολέμους. Η μουσική είναι αντίστοιχα αμείλικτη. Οι κιθάρες αναπτύσσουν ένα επιθετικό, σχεδόν πολεμικό θέμα, ενώ ο Downey προσφέρει ένα από τα πιο δυναμικά του παιξίματα. Η σύνθεση αγγίζει τις παρυφές του heavy metal και δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί διασκευάστηκε από τους IRON MAIDEN ως b-side στο single του “Can I play with madness”.

Λίγο πριν το τέλος, το “Sweet Marie” κινείται σε πιο ατμοσφαιρικά μονοπάτια, με ενορχηστρωτικές λεπτομέρειες από τον Fiachra Trench, ο οποίος με τα έγχορδα προσθέτει χρώμα στη μουσική. Εδώ μπορεί εύκολα κάποιος να εκτιμήσει την ευαισθησία και τη μελαγχολία των THIN LIZZY. Το άλμπουμ κλείνει με το “Boogie woogie dance”, τραγούδι που σύμφωνα με τον Alcock είναι το πιο αμφιλεγόμενο του δίσκου, καθώς δεν φτάνει το επίπεδο των υπόλοιπων.

Η ιστορία του εξωφύλλου είναι σχεδόν τόσο χαρακτηριστική όσο και η μουσική. Ο Ιρλανδός καλλιτέχνης Jim Fitzpatrick, που συνεργαζόταν με τους LIZZY από το “Vagabonds of the western world” (1973), είχε αναλάβει να δημιουργήσει εικόνα με κελτικές αναφορές, χωρίς να γνωρίζει αρχικά τον τελικό τίτλο. Ο Lynott ήθελε κάτι που να παραπέμπει στην ιρλανδική πολιτιστική παράδοση, αλλά όχι σε προβλέψιμη ή στερεοτυπική αισθητική. Όταν προέκυψε ο τίτλος Johnny the Fox, η αλεπού ενσωματώθηκε στο σχέδιο, δημιουργώντας εξώφυλλο με αίσθηση παραμυθιού και μυστηρίου. Η αλεπού είναι πλάσμα έξυπνο και ευέλικτο, που επιβιώνει μέσα από την προσαρμογή. Κάπως έτσι λειτουργούν και οι THIN LIZZY σε αυτόν τον δίσκο: αλλάζουν ύφος, κινούνται ανάμεσα σε διαφορετικά μουσικά στυλ, αλλά διατηρούν έναν απολύτως αναγνωρίσιμο χαρακτήρα.

Τον Οκτώβριο του 1976 το “Johnny the Fox” έφτασε στο νο. 11 του chart του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ το “Don’t believe a word”, που κυκλοφόρησε ως single, ανέβηκε στο νο. 12 των βρετανικών και στο νο. 2 των ιρλανδικών singles charts. Στις ΗΠΑ το άλμπουμ έφτασε στο νο. 52 του Billboard 200, επιβεβαιώνοντας ότι οι THIN LIZZY είχαν πλέον παρουσία στην εκεί αγορά, χωρίς όμως να κατορθώσουν να επαναλάβουν την επιτυχία που επιδίωκαν. Η περιοδεία στο Ηνωμένο Βασίλειο, με τους Αμερικανούς CLOVER ως support (το συγκρότημα του μετέπειτα superstar των 80s, Huey Lewis), πήγε εξαιρετικά και κορυφώθηκε στο Hammersmith Odeon του Λονδίνου.

Παρ’ όλα αυτά, η αμερικανική προοπτική παρέμενε εύθραυστη. Η περιοδεία που είχε προγραμματιστεί για το τέλος του 1976 ακυρώθηκε όταν ο Brian Robertson τραυματίστηκε σοβαρά στο χέρι σε καβγά στο Speakeasy Club του Λονδίνου. Μπήκε στην μέση για να βοηθήσει έναν φίλο του, ο οποίος κινδύνευε να δεχθεί επίθεση με μπουκάλι. Το σπασμένο μπουκάλι βρήκε τον κιθαρίστα στους τένοντες του καρπού, ο τραυματισμός του έκοψε την κιθάρα και μοιραία οδήγησε σε αναβολές συναυλιών. Αργότερα, τον Ιανουάριο του 1977, οι LIZZY θα επέστρεφαν στις ΗΠΑ με τον Gary Moore στη θέση του Robertson, πραγματοποιώντας περιοδεία μαζί με τους QUEEN, η οποία έκανε πρωτοσέλιδα στον βρετανικό μουσικό τύπο. Δυστυχώς, οι απώλειες των ευκαιριών του 1976, πρώτα με την ασθένεια του Lynott και έπειτα με τον τραυματισμό του Robertson, ζημίωσαν ανεπανόρθωτα την πορεία του συγκροτήματος στις ΗΠΑ. Και η εσωτερική ένταση δεν εξαφανίστηκε. Ενώ αυτή την περίοδο οι THIN LIZZY βρίσκονταν στο απόγειο της δημιουργικής τους δύναμης, αντιμετώπιζαν ταυτόχρονα τις δυσκολίες της συνεργασίας τεσσάρων ισχυρών προσωπικοτήτων. Η αποχώρηση του Robertson αργότερα και η «μισή» επιστροφή του για την επόμενη δουλειά τους θα έδιναν συνέχεια σε αυτή την περίπλοκη ιστορία.

Το “Johnny the Fox” ίσως να μην έγινε η μεγάλη επιτυχία που προσδοκούσαν οι fans μετά το “Jailbreak”. Έχει, όμως, τη δική του προσωπικότητα και αρκετές σπουδαίες στιγμές που δικαιολογούν την ιδιαίτερη θέση του στη δισκογραφία των THIN LIZZY. Από τη δυναμική του “Johnny” και του “Rocky” μέχρι την ευαισθησία των “Borderline”, “Old Flame” και “Sweet Marie”, και από το κατεδαφιστικό “Don’t believe a word” μέχρι το funk του “Johnny the Fox meets Jimmy the Weed”, και από εκεί στις κοινωνικές αναφορές των “Fool’s gold” και “Massacre”, το άλμπουμ δείχνει ένα συγκρότημα που δεν δίστασε να δοκιμάσει διαφορετικές προσεγγίσεις. Οι δίδυμες κιθάρες των Scott Gorham και Brian Robertson παραμένουν μνημειώδεις, ο Brian Downey κρατάει ιδανικά τον ρυθμό, ενώ ο Phil Lynott δίνει στις συνθέσεις τον ξεχωριστό χαρακτήρα του, συνδυάζοντας ιστορίες, προσωπικές σκέψεις και κοινωνικούς προβληματισμούς. Για μένα, το “Johnny the Fox” παραμένει ένας από τους πιο αγαπημένους μου δίσκους τους, ακριβώς επειδή έχει έναν δικό του χαρακτήρα. Μπορεί να μην κερδίζει κάθε σύγκριση με τον προκάτοχό  και το διάδοχό του, αλλά αυτό δεν μειώνει τη σημασία του. Και όποιος αφεθεί σε αυτόν, θα ανακαλύψει ότι έχει να προσφέρει πολλά περισσότερα από όσα αφήνει η εμπορική του πορεία να εννοηθούν.

Κώστας Τσιρανίδης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here

Radio
Press play to listen