
PMRC: Η εικόνα έγινε απόδειξη ενοχής
Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η αμερικανική κοινωνία ήρθε αντιμέτωπη και σε σύγκρουση με την εικόνα του metal και αντέδρασε με φόβο. Η Parents Music Resource Center (PMRC) δεν στόχευσε απλώς στίχους ή μουσικές φόρμες, στόχευσε και την ίδια την οπτική ταυτότητα της μουσικής οπότε λογικό ήταν το heavy metal ήταν εύκολος στόχος. Τολμηρά εξώφυλλα, επιθετικά logo, προκλητικές φωτογραφίες, στίχοι και σκηνική υπερβολή λειτούργησαν ως «αποδείξεις» ενός φαντασιακού κοινωνικού κινδύνου. Το metal δεν χρειαζόταν να ακουστεί για να κατηγορηθεί. Αρκούσε να φανεί. Η εικόνα του χρησιμοποιήθηκε ως συντόμευση φόβου, ως εύκολο θύμα σε έναν ηθικό πανικό που αφορούσε κάτι πολύ περισσότερα από τη μουσική.
Έως και την δεκαετία του ‘90, το metal δεν αντιμετωπιζόταν απλώς ως μουσικό είδος, αλλά πολλές φορές ως πολιτισμικό πρόβλημα: κάτι υπερβολικό, θορυβώδες, επικίνδυνο για τη νεολαία. Τα media (αρχικά περιοδικά και ραδιόφωνο) εστίασαν συχνά όχι μόνο στον ήχο, αλλά στην εικόνα. Εξώφυλλα, στίχοι, σκηνικές εμφανίσεις απομονώνονταν και παρουσιάζονταν ως αποδείξεις ηθικής παρακμής, και αποκλίνουσας συμπεριφοράς. Η δημιουργία της Parents Music Resource Center (PMRC) ήταν στίγμα. Και όμως, αυτό το στίγμα λειτούργησε πολλές φορές υπέρ του metal. Η απαγόρευση ενίσχυσε τη γοητεία. Το «μην πλησιάζεις» μετατράπηκε σε πρόκληση. Το αποτέλεσμα ήταν το γνωστό “Parental Advisory”. Ένα αυτοκόλλητο που σχεδιάστηκε για να προειδοποιεί, αλλά τελικά ενίσχυσε τον μύθο. Για το metal, δεν λειτούργησε ως φίλτρο αποτροπής, αλλά ως σήμα αυθεντικότητας. Ένα ακόμα στοιχείο εικόνας που δήλωνε ότι αυτή η μουσική δεν ζητούσε έγκριση και ακριβώς γι’ αυτό άξιζε να ακουστεί. H PMRC δεν έστειλε μπάντες στα δικαστήρια, αλλά έκανε αποδεκτή την ιδέα ότι μια μπάντα μπορεί να κατηγορηθεί, όχι μόνο εξαιτίας της μουσικής ή των στίχων της, αλλά κα λόγω της εικόνας της ή ενός εξωφύλλου. Και αυτό αρκούσε. Εάν έχετε διάθεση η υπόθεση της περίφημης λίστας “The filthy fifteen”, έχει πολύ ενδιαφέρον.

Metal, media και MTV: από τον πόλεμο στη νομιμοποίηση και αποδοχή της εικόνας
Η σχέση του metal με τα media υπήρξε από την αρχή δύσκολη και συχνά συγκρουσιακή. Όχι επειδή το metal επεδίωξε συνειδητά τη σύγκρουση, αλλά επειδή η ίδια του η εικόνα αμφισβητούσε όρια που τα mainstream μέσα δεν ήταν έτοιμα να αποδεχτούν και οι κοινωνίες που στην ουσία όσο ανοιχτές και εάν έδειχναν ο συντηρήσιμός είχε πολύ βαθιές ρίζες. Τα media (αρχικά περιοδικά και ραδιόφωνο) εστίασαν συχνά όχι μόνο στον ήχο, αλλά στην εικόνα. Η έλλειψη μουσικής «προόδου» ειδικά μέχρι τα μισά των 80s, και η σταθερή δομή της μουσικής του ταυτότητας, έγιναν πολύ μεγάλο αντικείμενο αρνητικής κριτικής από τους μουσικοκριτικούς της εποχής. Αυτό όμως ήταν μια στάση που είχαν τα γενικότερα media από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 όταν ακόμα ο όρος metal δεν ήταν διαδεδομένος και όλα γειτνίαζαν κάτω από την ταμπέλα του rock ή του hard rock.
Η πρόταση του heavy metal δεν ήταν μουσικά πολυμορφική, αλλά βασίζονταν στην ένταση και στην έκφραση. Παράλληλα και η εικόνα, όσο ανέβαινε η ένταση τόσο και αυτή γίνονταν πιο προκλητική. Με την έλευση του MTV, το metal βρέθηκε σε ένα παράδοξο σταυροδρόμι. Από τη μία πλευρά, η τηλεόραση έδωσε πρωτοφανή δημοσιότητα σε μπάντες που μέχρι τότε κινούνταν στο περιθώριο. Από την άλλη, απαίτησε οπτική προσαρμογή. Το metal έπρεπε να χωρέσει σε καλούπια, σε τηλεοπτικό χρόνο, σε αισθητικούς κανόνες που δεν το εξέφραζαν απαραίτητα πάντα. Κάποιες μπάντες χρησιμοποίησαν το MTV ως εργαλείο χωρίς να χάσουν την ταυτότητά τους. Άλλες «εξομαλύνθηκαν», συνειδητά ή ασυνείδητα. Το αποτέλεσμα όμως ήταν κοινό: η εικόνα του metal έπαψε σταδιακά να σοκάρει. Όταν κάτι προβάλλεται συνεχώς, παύει να λειτουργεί ως πρόκληση και μετατρέπεται σε γνώριμο θέαμα, καθώς γίνεται μέρος της καθημερινότητας.
Εκεί ξεκίνησε και η μετάβαση από την διαφοροποίηση στην νομιμοποίηση. Το metal δεν έγινε αποδεκτό επειδή άλλαξε πλήρως, αλλά επειδή η κοινωνία συνήθισε την εικόνα του. Και όταν κάτι παύει να προκαλεί φόβο, παύει συχνά και να λειτουργεί ως όριο. Το MTV δεν άλλαξε απλώς την εικόνα του metal, το επηρέασε σε μεγάλο βαθμό. Το εκτόξευσε και ταυτόχρονα το παγίδευσε. Ξαφνικά, η εικόνα έγινε ισότιμη με τον ήχο. Όσοι μπορούσαν να τη διαχειριστούν, κέρδισαν. Όσοι όχι, έμειναν πίσω. Το metal μπήκε στα σαλόνια χωρίς να αλλάξει αμέσως χαρακτήρα, αλλά κάτι άρχισε να μετατοπίζεται. Το video clip έγινε απαραίτητο. Και μαζί του ήρθε η ανάγκη για καθαρότερη, πιο εύπεπτη εικόνα. Κέρδισε κοινό, αλλά κάπου άρχισε να χάνει την φαντασία, ευτυχώς όχι τελείως, αλλά έκανε σε πολλές περιπτώσεις υποχωρήσεις στην εικόνα του. Η ψυχή δεν άλλαξε, άλλαξαν όμως πολλά γύρω-γύρω. Και πιστεύω ότι δεν είναι καθόλου τυχαία η «πτώση» του heavy metal στην δεκαετία του ‘90 και η αντικατάσταση του με άλλα είδη σκληρής rock έκφρασης.

Όταν όλα έγιναν Brand
Υπήρξε μια στιγμή που το εκάστοτε logo, (και ότι αυτό αντιπροσωπεύει) έπαψε να λειτουργεί ως σύμβολο και άρχισε να λειτουργεί ως προϊόν. Η μουσική βιομηχανία, ακόμα και οι ίδιες οι μπάντες έπρεπε να προστατεύσουν την μουσική τους και κατ’ επέκταση ότι σχετίζονταν με αυτή σε όλα τα επίπεδα κυρίως από ανάγκη. Το merchandise υπήρξε πάντα μέρος του metal. Όμως όσο το είδος μεγάλωνε, τόσο η εικόνα του άρχισε να αναπαράγεται μαζικά. Το logo τυπώθηκε σε αμέτρητες παραλλαγές, αποσπάστηκε από το αρχικό του βάρος και έγινε αναγνωρίσιμο ακόμη και χωρίς μουσικό πλαίσιο. Η εμπορευματοποίηση, η επιτυχία και αναγνωσιμότητα ήταν αναμενόμενο ότι θα δημιουργούσαν κανόνες και θα έβαζαν όρια. Όλα έγιναν προϊόν, όσο αυτό και εάν μας ξενίζει ή δεν μας αρέσει διότι ακόμα θέλουμε να έχουμε την ρομαντική εικόνα της μουσικής στην καρδιά μας.
Το management βλέπει οικονομικά αποτελέσματα, ο οπαδός βλέπει με απίστευτη γοητεία την ίδια του τη ζωή να περνά μέσα από ένα logo ή ένα εξώφυλλο δίσκου. Με τα χρόνια επήλθε η βιομηχανοποίηση της μουσικής και όσο και εάν μας ακούγεται «βαρύ» αυτό, είναι η πραγματικότητα. Εκεί χάθηκε κάτι λεπτό αλλά ουσιαστικό: το logo δεν δήλωνε αποκλειστικά συμμετοχή και ομοιογένεια πια, σήμαινε και κατανάλωση, πελατειακή σχέση με τον ιδιοκτήτη του. Δεν ήταν απαραίτητα κακό, αλλά ήταν διαφορετικό, όμως ποτέ δεν έχασε για τον απλό άνθρωπο την ελκυστικότητα και την δύναμη του. Σήμερα οι IRON MAIDEN, οι MEGADETH, οι METALLICA, οι RUSH, οι BON JOVI κλπ, σε γενικές γραμμές έχουν την εικόνα, το logo, τα σύμβολα, το ύφος των εξωφύλλων που είχαν και τότε. Αλλά δεν είναι πλέον μόνο συγκροτήματα, είναι τεράστια Brand Names με ότι αυτό συνεπάγεται. Η εικόνα και το image είναι εδώ, η διαχείριση και η εκμετάλλευση τους όμως είναι μια άλλη υπόθεση πια.

Το “Horns up”: Η Τελική Γέφυρα
Αν όλα όσα προηγήθηκαν, εξώφυλλα, logo, σκηνικά, εικόνα, αποτελούν το οπτικό σώμα του metal, τότε το horns up είναι η στιγμή που όλα αυτά μετουσιώνονται σε μια χειρονομία. Είναι το σημείο όπου η εικόνα παύει να είναι κάτι που βλέπεις και γίνεται κάτι που κάνεις. Το hand sign του metal δεν χρειάζεται συμφραζόμενα. Δεν χρειάζεται μετάφραση. Σηκώνεται αυθόρμητα, σχεδόν αντανακλαστικά, μπροστά στη σκηνή ή μέσα στο πλήθος. Δεν απευθύνεται στη μπάντα μόνο, απευθύνεται και στους γύρω σου. Είναι ένας σιωπηλός χαιρετισμός, μια επιβεβαίωση κοινής γλώσσας.
Σε έναν κόσμο όπου η εικόνα συχνά καταναλώνεται παθητικά, το horns up δηλώνει συμμετοχή. Για λίγα δευτερόλεπτα, δεν υπάρχει απόσταση ανάμεσα στη σκηνή και στο κοινό. Ίσως γι’ αυτό το συγκεκριμένο σύμβολο αντέχει περισσότερο από κάθε άλλο. Δεν έγινε ποτέ πλήρως εμπορεύσιμο. Δεν χωρά εύκολα σε πλαίσιο ή σε οθόνη. Υπάρχει μόνο όταν υπάρχει παρουσία. Και κάπως έτσι, το horns up λειτουργεί ως η φυσική γέφυρα προς το τέλος αυτού του κειμένου. Γιατί, τελικά, το metal δεν ορίστηκε μόνο από όσα έδειξε, αλλά από όσα κοινά μοιραστήκαμε όλοι.
Το metal χωρίς εικόνα ίσως να επιβίωνε. Οι νότες, τα riffs, η ένταση θα έβρισκαν τρόπο να ακουστούν, αλλά χωρίς τα εξώφυλλα, τα logo, τα σύμβολα δεν θα ήταν το ίδιο πράγμα. Ούτε θα ασκούσε την ίδια γοητεία. Γιατί το metal, για δεκαετίες, δεν ζητούσε απλώς να ακουστεί, ζητούσε και να φανεί, να φτιάξει τον δικό του κόσμο με κοινά παγκόσμια σύμβολα, ορολογία και κώδικες. Για πολλούς από εμάς, η πρώτη επαφή αν δεν ήταν ένα τραγούδι, ήταν ένα εξώφυλλο σε βιτρίνα δισκοπωλείου. Ένα εξώφυλλο που ένιωθες να σε απορροφά χωρίς να έχεις ακούσει την μουσική του δίσκου που περιείχε. Ένα logo σε μπλούζα μεγαλύτερων παιδιών. Εκεί γεννήθηκε η έλξη, από την εικόνα. Όταν το metal έγινε mainstream, δεν «χάλασε». Απλώς άλλαξε ρόλο. Έπαψε να είναι απειλή και έγινε επιλογή. Έχασε το στοιχείο του ρίσκου, της παρεξήγησης, της πρόκλησης. Και παρόλο που ένα κομμάτι της εικόνας του άλλαξε, εξακολουθεί να ασκεί μεγάλη γοητεία στο κοινό του και να έχει ακόμα εκατομμύρια οπαδούς.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι εάν το metal μπορεί να υπάρξει χωρίς εικόνα. Αλλά αν μπορεί (ή αν θέλει) να ξαναβρεί μια εικόνα που να μη ζητά αποδοχή. Μια εικόνα που να μην εξηγείται. Μια εικόνα που να σε κάνει να νιώθεις, όπως τότε, ότι μπαίνεις σε κάτι απαγορευμένο. Αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο που σηκώνει πολύ κουβέντα, καθώς ο μέσος όρος της ηλικίας των οπαδών δεν μειώνεται, αλλά αυξάνεται, οι ηγετικές μπάντες αποχωρούν και νέες δεν υπάρχουν.
Αυτό το κείμενο το γράφω ως ακροατής και άνθρωπος που έχει ζήσει τον χώρο του heavy metal από πολλές θέσεις. Ως κάποιος που όταν πρωτοείδε το εξώφυλλο του “The number of the beast” ένιωσε πως αυτό, ήταν κάτι διαφορετικό, κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να ακούσει, να μάθει, να καταλάβει τι είναι! Ίσως γι’ αυτό η οπτική ταυτότητα του metal δεν μου φαίνεται ποτέ επιφανειακή, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της σκηνής. Ακόμη κι όταν αποτυγχάνει, ακόμα και όταν είναι πραγματικά γελοία, ακόμη κι όταν υπερβάλλει, παραμένει μέρος ζωτικό κομμάτι της της μουσικής μας και κατ’ επέκταση της κουλτούρας μας.
Γιατί, τελικά, το metal δεν ήταν ποτέ μόνο ήχος.
Δημήτρης Σειρηνάκης











