LORD OF THE LOST INTERVIEW (Chris Harms, Benji Mundigler)

0
18
Photo by VDPictures








>








Photo by VDPictures

“Black arts”

Καιρό ήθελα να κάνω μια συνέντευξη με τους LORD OF THE LOST, καθώς παρακολουθώντας στενά την  πορεία τους την τελευταία δεκαετία, είχαν δημιουργηθεί πολλές απορίες. Ο αρχισυντάκτης με εφοδιάσε με τεχνολογικές ευκολίες και hacks, ώστε να είναι η απομαγνωτοφώνηση μια διαδικασία όχι τόσο επίπονη, όσο με τα πάλαι ποτέ δημοσιογραφικά κασετόφωνα, όμως η ίδια η τεχνολογία ταλαιπώρησε τόσο εμένα, όσο και τον mainman των LOTL Chris Harms, ο οποίος μαζί με τον πρόσφατα ενταγμένο Benji Mundigler, με περίμεναν στα παρασκήνια του πολυχώρου Progresja της Βαρσοβίας. Τρεις ώρες μετά την προκαθορισμένη ώρα, ώστε να λυθούν όλα τα ζητήματα, τελικά τα καταφέραμε και είχαμε μια μεστή συζήτηση, με αφορμή τόσο την επερχόμενη, headline εμφάνιση τους στο Gagarin 205 την Παρασκευή 27 Μαρτίου, αλλά και την ολοκλήρωση σε λίγες ημέρες της φιλόδοξης τριλογίας “Opvs noir”. Και κάπου στο ενδιάμεσο, σχολιάσαμε και κάποιες από τις πρακτικές της μουσικής βιομηχανίας. Η μισή ώρα που είχαμε μπροστά μας τελικά δεν ήταν αρκετή.

Λοιπόν, αυτή είναι η δεύτερη φορά που έρχεστε στη χώρα μας και αυτή τη φορά για club show, γιατί την πρώτη φορά ήσασταν σε ένα τεράστιο στάδιο ως support των IRON MAIDEN. Benji, δεν θυμάμαι αν ήσουν στη συγκεκριμένη συναυλία. Τι αναμνήσεις έχετε από εκείνη τη βραδιά στην Αθήνα;
Benji Mundigler: Στην πραγματικότητα ήμουν, αλλά όχι πάνω στη σκηνή ως μουσικός. Δούλευα ακόμα για το συγκρότημα ως stage manager εκείνη την περίοδο, οπότε έστησα τη σκηνή, αλλά δεν έπαιξα επάνω σε αυτήν.
Chris Harms: Έχω ίσως μία από τις πιο συναισθηματικές, ίσως και την πιο συναισθηματική ανάμνηση από όλη την περιοδεία. Θυμάμαι να κάθομαι, ενώ έπαιζαν οι IRON MAIDEN, πίσω από τη σκηνή, σε ένα σημείο απ’ όπου έβλεπα όλο το κοινό και το πλάι της σκηνής. Υπήρχαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι με τα καπνογόνα και τραγουδούσαν μαζί όταν ξεκίνησαν το “Fear of the dark”. Ήμασταν σε ένα στάδιο με περίπου 50.000 άτομα και όλοι άρχισαν να τραγουδούν. Έχω ακόμα το βίντεο στο κινητό μου και καθόμουν εκεί και άρχισα να κλαίω. Ένιωσα την ανάγκη να κάνω ένα Instagram story για να το μοιραστώ με τον κόσμο και να πω “Αυτό που ζούμε τώρα είναι κάτι που μόνο λίγα συγκροτήματα σε όλη τους τη ζωή μπορούν να βιώσουν, να παίζουν με θρύλους όπως οι IRON MAIDEN”. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Και η δική μας εμφάνιση φυσικά ήταν καταπληκτική. Το ελληνικό κοινό είναι εξαιρετικά παθιασμένο, πολύ δυναμικό, και ανυπομονούμε πολύ, γιατί δεν έχουμε ξανακάνει δική μας συναυλία στην Ελλάδα. Αν είναι τόσο παθιασμένοι και μαζί μας, όσο ήταν με τους IRON MAIDEN, τότε θα είναι μια σπουδαία εμφάνιση.

Σας δυσκόλεψε η ζέστη κατά την εμφάνισή σας; Γιατί θυμάμαι ότι ίδρωνα συνεχώς. Και είχα έρθει πολύ νωρίς για να σας δω.
ΒΜ: Ναι, είχε μπόλικη ζέστη. Δεν ήταν όπως το πιο ζεστό live που είχαμε, νομίζω στο Βουκουρέστι στη συγκεκριμένη περιοδεία, όπου ήταν ανυπόφορα. Αλλά στην Αθήνα ο καιρός ήταν υπέροχος. (σσ: Εγώ πάντως κόντεψα να λιποθυμήσω από την αφυδάτωση)
CH: Για μένα δεν είναι ποτέ ανυπόφορα. Λατρεύω τη ζέστη, νιώθω πιο άνετα έτσι. Και μάλιστα, το πρώτο πράγμα που θα κάνω μετά την ευρωπαϊκή περιοδεία, όταν τελειώσει τον Μάιο, είναι την επόμενη κιόλας μέρα να έρθω ξανά στην Ελλάδα για διακοπές. Ανυπομονώ για τη ζέστη.

ΟΚ! Τώρα, δεδομένων των largerthanlife παραγωγών που έχετε ως συγκρότημα,  θεωρείτε ότι τα club shows περιορίζουν ή ίσως αλλάζουν τον αντίκτυπο αυτού που θέλετε να παρουσιάσετε στο κοινό;
BM: Ναι και όχι. Προφανώς, επειδή τα club shows είναι μικρότερα, δεν μπορούμε να φέρουμε τα τεράστια πυροτεχνήματα και η σκηνή είναι λίγο πιο μικρή. Οπότε πρέπει κάπως να περιοριστούμε σε αυτό που μπορούμε να στήσουμε. Αλλά όσον αφορά την ενέργεια και αυτό που προσπαθούμε να μεταφέρουμε στο κοινό, δεν υπάρχει καμία διαφορά. Είτε είναι 100, 200, 500 ή 4.000 άτομα, όπως στο Αμβούργο για το Lordfest, δεν έχει σημασία. Πάντα δίνουμε το 100% και η ενέργεια είναι πάντα εκεί.
CH: Μερικές φορές τα πιο μικρά live είναι ακόμα πιο δυνατά από άποψη ενέργειας. Δώσαμε μερικές πολύ μικρές συναυλίες στην Αυστραλία και την Κίνα πριν έναν χρόνο. Στο τέλος της ημέρας, η ενέργεια της μουσικής και αυτό που συμβαίνει ανάμεσα στο συγκρότημα και το κοινό δεν περιορίζεται από τον χώρο. Οπτικά, φυσικά ένα μεγάλο show είναι πιο εντυπωσιακό και όμορφο. Αλλά σε προσωπικό επίπεδο, η ενέργεια στα μικρά live μερικές φορές μπορεί να είναι ακόμα καλύτερη.
ΒΜ: Και υπάρχει πιο άμεση σύνδεση με το κοινό, γιατί κυριολεκτικά είσαι πιο κοντά του.
CH: Και στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε τι να περιμένουμε, γιατί δεν έχουμε ξαναδώσει δική μας συναυλία στην Ελλάδα. Οπότε αν έρθουν μερικές εκατοντάδες άτομα, θα είμαστε ήδη υπερ-χαρούμενοι.

Κάνω την ερώτηση επειδή το club στο οποίο θα παίξετε είναι ελαφρώς μικρότερο σε σχέση με αυτά που έχετε εμφανιστεί στην περιοδεία σας.
CH: Στην πραγματικότητα δεν είναι και τόσο μικρό. Χωράει κάτι παραπάνω 1.000 άτομα. Νομίζω ότι είναι και λίγο μεγάλο για εμάς για την Ελλάδα. Δεν είμαστε οι IRON MAIDEN, ξέρεις. Ακόμα και στη Γερμανία παίζουμε σε μεγαλύτερους χώρους, αλλά όχι σε στάδια. Γιατί με τους MAIDEN παίζαμε κάθε μέρα σε στάδιο και τα περισσότερα μοιάζουν ίδια. Τα κοιτάς και είναι σαν να βλέπεις το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά. Αλλά αυτό στην Ελλάδα ξεχώριζε πραγματικά, γιατί ήταν πολύ όμορφο. Aυτό το θυμάμαι, γιατί τα περισσότερα στάδια απλώς μοιάζουν μεταξύ τους.
BM: Φυσικά δεν είναι Ολυμπιακό στάδιο. Αν και αυτό στην Ελλάδα ήταν πραγματικά όμορφο. Θυμάμαι ακόμα την καμάρα από πάνω. (σσ: Που να δεις τώρα με τους γερανούς πόσο όμορφο είναι)

Photo by vdpicturesofficial

Οι fans συνήθως περιμένουν να διαρρεύσουν τα setlists από κάθε συγκρότημα, πριν εκφράσουν την άποψή τους. Ψάχνουν συνέχεια σελίδες όπως το setlist.fm για να δουν ποιο είναι το setlist της περιοδείας. Εσείς όμως, ως συγκρότημα, αποκαλύψατε το δικό σας setlist στα social media πριν την έναρξη της περιοδείας σας, μέσα από τις σελίδες σας σε Facebook και Instagram. Ποια ήταν η σκέψη πίσω από αυτή την απόφαση; Δεν ξέρω πολλές αντίστοιχες περιπτώσεις συγκροτημάτων…
CH: Πρώτον, μόλις παίξεις την πρώτη συναυλία της περιοδείας, έτσι κι αλλιώς όλοι βρίσκουν το setlist. Οπότε γιατί να μην το δημοσιεύσουμε από πριν για όσους θέλουν να το γνωρίζουν; Δεύτερον, πολλά από αυτά τα sites, όπως το setlist.fm, γράφουν εντελώς βλακείες, γιατί έχουν πολλά λάθη. Και τρίτον, βγάζουν χρήματα από διαφημίσεις χρησιμοποιώντας περιεχόμενο που δεν έχουν δημιουργήσει οι ίδιοι. Οπότε γ@μ@ τους! Εμείς απλώς ανεβάσαμε το δικό μας setlist στα social media των LORD OF THE LOST.
BM: Το είχαμε κάνει και μία φορά στο παρελθόν και κάποιοι παραπονέθηκαν ότι δεν υπήρχε προειδοποίηση για spoilers. Οπότε αυτή τη φορά πήραμε το μάθημά μας και βάλαμε στην πρώτη εικόνα μια προειδοποίηση του τύπου “Αν θέλεις να δεις το setlist, βρίσκεται στην επόμενη εικόνα”. Αλλά φυσικά υπάρχουν και κάποιοι που δεν θέλουν να το μάθουν, οπότε έτσι έχουν την επιλογή.
CH: Και στην πραγματικότητα, ένα ωραίο πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να ανεβάσεις μια playlist στο Spotify, γιατί κάποιοι θέλουν να επιστρέψουν σπίτι μετά τη συναυλία και την επόμενη μέρα να ακούσουν ξανά όλα αυτά τα τραγούδια. Και αυτό είναι πολύ ωραίο. Tο κάναμε αυτό ήδη για αυτή την περιοδεία; Όχι ακόμα.

Για να είμαι ειλικρινής, έχω φτιάξει κι εγώ μια λίστα στο Spotify με το setlist σας για να προετοιμαστώ για τη συναυλία και το κάνω συνέχεια για τα αγαπημένα μου συγκροτήματα. Αλλά δεν θυμάμαι κάποιο παρόμοιο παράδειγμα συγκροτήματος που να αποκαλύπτει από μόνο του το setlist στο κοινό.
CH: Μας αρέσει να κάνουμε τα πράγματα διαφορετικά.

Οπότε υποθέτω ότι δεν θα έχετε αλλαγές στο setlist κατά καιρούς. Δηλαδή το setlist είναι αυτό.
CH: Θα υπάρξει μια μικρή αλλαγή στο setlist για το δεύτερο μέρος της περιοδείας, μετά δηλαδή την Ελλάδα, γιατί θα έχουμε διαφορετικά συγκροτήματα μαζί μας και ίσως υπάρξουν κάποιες συνεργασίες (σσ: DOGMA και LEAGUE OF DISTORTION). Οπότε θα γίνουν μικρές αλλαγές, αλλά όχι μεγάλες.
ΒΜ: Αλλά επειδή η παραγωγή μας είναι οργανωμένη με τέτοιο τρόπο, ώστε όλοι πρέπει να ξέρουν τι συμβαίνει, ο υπεύθυνος φωτισμού πρέπει να προετοιμάσει τα τραγούδια, όπως κι εμείς επίσης. Δεν μπορούμε να αλλάζουμε το setlist επιτόπου σε μεγάλο βαθμό. Έτσι, έχουμε μια “δεξαμενή” τραγουδιών στην αρχή της χρονιάς, αποφασίζουμε και μετά επιλέγουμε το setlist μέσα από αυτά. Αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τυχαίες προσθήκες όταν ο κόσμος φωνάζει “παίξτε αυτό το τραγούδι”.
CH: Δεν λειτουργεί έτσι. Δηλαδή, δεν είναι αδύνατο, αλλά και προσωπικά δε μου αρέσει. Για μένα, το να φτιάχνω ένα setlist είναι κάτι συναισθηματικό και πολύ προσεκτικό. Θέλω να υπάρχει καλή δυναμική, μια σωστή “δραματουργία” μέσα στο setlist. Το να αλλάζεις τα πράγματα κάθε μέρα τυχαία μου φαίνεται λάθος, γιατί θέλω να υπάρχει αγωνία, συναίσθημα, ηρεμία, δράση, όπως όταν δημιουργείς μια ταινία. Και αυτά δεν έρχονται τυχαία. Όταν χτίζεις μια ιστορία, προσέχεις τι κάνεις. Το ίδιο προσπαθούμε να κάνουμε και με το setlist. Γι’ αυτό δεν μου αρέσει να το αλλάζω. Θέλω να προσφέρουμε το ίδιο συναισθηματικό “rollercoaster” κάθε βράδυ.

Με έντεκα στούντιο άλμπουμ, αμέτρητα singles και video clips, ποια ήταν τα κριτήριά σας για τη διαμόρφωση του τρέχοντος setlist;
ΒΜ: Είναι ουσιαστικά ένας συνδυασμός. Προφανώς, αυτή είναι η TOVR NOIR, οπότε θέλουμε να παρουσιάσουμε το “Opvs noir”, όχι όμως ολόκληρο, γιατί το Volume 3 δεν έχει κυκλοφορήσει ακόμα, αν και παίζουμε ήδη ένα-δύο τραγούδια από αυτό. Αλλά δεν μπορείς να παίξεις μόνο νέο υλικό, γιατί κάποιοι fans, ειδικά σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου είναι η πρώτη μας headline club εμφάνιση, θέλουν να ακούσουν και αγαπημένα τραγούδια από τα παλιά. Οπότε φτιάχνεις ένα μείγμα από όλα αυτά και προσπαθείς να βρεις μια δυναμική που να λειτουργεί, όπως είπε και ο Chris, ώστε όλο το set να έχει μια καλή ροή. Κάποια τραγούδια αφαιρούνται, κάποια προστίθενται ξανά, μέχρι να καταλήξεις σε ένα τελικό setlist που να σου αρέσει. Και αυτό είναι που τελικά επιλέγουμε.
CH: Πάντα σκέφτομαι τα live, για τις περισσότερες περιοδείες, σαν να χωρίζονται σε τρία ίσα μέρη, διαιρούμενα δηλαδή διά του τρία. Το ένα τρίτο είναι το νέο υλικό από τον καινούριο δίσκο. Το δεύτερο είναι τα hits, τα hits, τα hits, δηλαδή τα διαχρονικά αγαπημένα του κόσμου. Και το τρίτο είναι ίσως παλιά τραγούδια που δεν έχουμε παίξει εδώ και καιρό. Κάποιες εκπλήξεις, ίσως ένα b-side, ίσως κάτι πιο “περίεργο”, κάτι που απλώς μας ενδιαφέρει. Και νομίζω ότι αυτός είναι πάντα ένας καλός συνδυασμός, να υπάρχουν αυτά τα τρία στοιχεία.
ΒΜ: Και αυτό είναι κάτι που θέλουμε πάντα να κάνουμε, δηλαδή να υπάρχουν και μερικά τραγούδια που τα παίζουμε για εμάς, όχι απαραίτητα τα κλασικά αγαπημένα των fans.
Ίσως κάποιοι να απορούν, “γιατί διάλεξαν αυτό το τραγούδι;”, αλλά θέλουμε να το παίξουμε, επειδή είναι και δικό μας show.
CH: Κάνει τα πράγματα πιο ενδιαφέροντα το να μην παίζεις ξανά και ξανά το top 10 σου στο Spotify.

Από την κυκλοφορία του πρώτου σας άλμπουμ “Fears” το 2010, δεν έχει υπάρξει ούτε μία χρονιά χωρίς κάποια κυκλοφορία των LORD OF THE LOST. Είτε είναι στούντιο άλμπουμ, είτε live κανονικό άλμπουμ, είτε συλλογή, ακόμα και το solo άλμπουμ σου Chris, το “1980”, που είναι αξιόλογο παρεμπιπτόντως. Έχετε ποτέ ανησυχήσει μήπως κάποια στιγμή στερέψετε από μουσική έμπνευση;
CH: Όχι. Νομίζω ότι αν συμβεί αυτό, τότε απλώς δεν θα κυκλοφορήσουμε κάτι για δύο ή τρία χρόνια. Αλλά μέχρι τώρα, στην πραγματικότητα το πρόβλημά μας είναι το αντίθετο. Έχουμε μια τεράστια λίστα από ωραίες ιδέες. Είτε πρόκειται για θεματολογία, είτε για τίτλους τραγουδιών, ιστορίες, οπτικές ιδέες. Έχω τόσα πολλά πράγματα στο μυαλό μου, που δεν θα προλάβω να τα κυκλοφορήσω όλα μέσα σε μία ζωή. Όχι, αυτή τη στιγμή δεν φοβάμαι κάτι τέτοιο.
ΒΜ: Αυτός είναι κυριολεκτικά ο λόγος που δημιουργήθηκε το “Opvs noir”, γιατί γράψαμε πάρα πολλά τραγούδια. Είχαμε to 2024 περίπου έναν χρόνο δημιουργικότητας, όπου γράφαμε τραγούδια ασταμάτητα. Στο τέλος είχαμε τόσα πολλά, αλλά δεν θέλαμε να απορρίψουμε κανένα, γιατί μας άρεσαν όλα εξίσου. Οπότε είπαμε “Ας τα κάνουμε όλα”. Δεν υπάρχει θέμα έλλειψης ιδεών.

Οπότε μέσα στο 2024, έπρεπε να ηχογραφήσετε και τα τρία volumes του “Opvs noir”, καθώς και το solo άλμπουμ σου Chris, σωστά;
CH: Ναι.
BM: Ηχογραφήσαμε όλο το “Opvs noir” στο τέλος. Βασικά, ηχογραφούσαμε συνέχεια.

Και κάνετε και live εμφανίσεις, σωστά; Οπότε πώς βρίσκετε όλη αυτή την έμπνευση μέσα σε τόσο λίγο διαθέσιμο χρόνο;
CH: Το θέμα είναι ότι η έμπνευση είναι ουσιαστικά μια ιδέα. Και οι ιδέες είτε έρχονται είτε όχι. Είναι σαν, ας πούμε, χθες το βράδυ να σκέφτηκες: “θέλω να φάω πίτσα”. Ήταν μια ιδέα που δεν την έλεγξες, απλώς σου ήρθε. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ιδέες για τραγούδια και τη δημιουργικότητα γενικά. Είτε έρχονται, είτε όχι. Αλλά ευτυχώς, αυτό δεν είναι ένα one-man show. Δεν τα κάνω όλα εγώ, ούτε τα κάνει όλα ο Benji. Είμαστε πολλοί. Και ακόμα κι αν κάποιος για ένα διάστημα νιώθει μπλοκαρισμένος ή χωρίς έμπνευση, υπάρχουν οι υπόλοιποι που υπερκαλύπτουν αυτό το κενό. Είμαστε μια εξαιρετική ομάδα. Και δεν είναι μόνο το συγκρότημα. Είναι και η ομάδα στο studio και στα live. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι, πολλά πράγματα που συμβαίνουν στο παρασκήνιο, οπότε ακόμα κι αν κάποιος “κολλήσει” για λίγο, δεν σταματάμε.
BM: Και μας αρέσει έτσι κι αλλιώς να ανταλλάσσουμε ιδέες μεταξύ μας. Μπορεί κάποιος να γράψει ένα riff ή μια μελωδία ή ένα refrain ή απλώς ένα μικρό απόσπασμα και να πει “Δεν ξέρω πώς να το εξελίξω”. Τότε το δίνει σε κάποιον άλλον, και εκείνος λέει με τη σειρά του “Έχω ιδέα τι να κάνω με αυτό”. Και έτσι τα πράγματα εξελίσσονται φυσικά και παίρνουν μορφή.
CH: Αυτό μου συμβαίνει πολύ συχνά. Έχω μια ιδέα για ένα τραγούδι, τις συγχορδίες, τη μελωδία και τα πάντα, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς πρέπει να είναι τελικά η ενορχήστρωση. Και τότε, για παράδειγμα, το δίνω στον Benji και του λέω “Αυτός είναι ο πυρήνας του τραγουδιού. Θέλεις να κάνεις την ενορχήστρωση;” Κι εκείνος τελικά καθορίζει το ύφος/είδος του τραγουδιού και κάνει την ενορχήστρωση. Οπότε μπορεί να λειτουργήσει και έτσι.

Άρα είναι ομαδική δουλειά. Δηλαδή έτσι λειτουργεί: κάποιος έχει την ιδέα, την εξελίσσει και μετά κάποιος άλλος την πάει στο επόμενο επίπεδο. Σωστά;
CH: Υπάρχει πολλή ομαδική δουλειά και δεν είναι ποτέ η ίδια ομάδα. Μπορεί να εμπλέκονται πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι, είτε από το συγκρότημα, είτε από το crew.

Τα περισσότερα άλμπουμ σας κυκλοφορούν σε “νεκρές” περιόδους της μουσικής βιομηχανίας, όπως στη μέση του καλοκαιριού ή προς το τέλος της χρονιάς. Και ειδικά στο τέλος της χρονιάς, οι συντάκτες, όπως κι εγώ, έχουν ήδη παραδώσει τις λίστες τους με τα top 20 της χρονιάς. Ξέρω πολλούς συντάκτες που απογοητεύτηκαν με το “Blood and glitter” για παράδειγμα, γιατί κυκλοφόρησε στο τέλος της χρονιάς. Βρήκαμε ένα εξαιρετικό άλμπουμ, αλλά δεν το βάλαμε στις λίστες της επόμενης χρονιάς. Προς τι αυτές οι επιλογές που δεν είναι “φιλικές” προς τα περιοδικά;
CH: Ναι, δεν ήταν καθόλου φιλικό προς τα περιοδικά, αλλά δεν μας ένοιαζε. Γιατί θέλαμε να εκπλήξουμε τον κόσμο. Ήταν πιο σημαντικό για εμάς να εκπλήξουμε τους fans μας. Να δουν το video του “Blood and glitter” και να πουν “Ω, έρχεται νέο άλμπουμ. Πότε; Σε έξι μήνες; Όχι. Σε έξι εβδομάδες; Όχι. Σε έξι μέρες; Τι διαόλο;” Το έχω ζήσει κι εγώ μικρός. Έβλεπα μια αφίσα στην πόλη μου που έγραφε “Την επόμενη εβδομάδα αυτό το συγκρότημα βγάζει νέο άλμπουμ”. Το μόνο που μπορούσα να ακούσω ήταν ίσως από ένα video στο MTV. Αυτό ήταν. Θέλαμε λοιπόν να φέρουμε πίσω αυτή τη μαγεία. Οπότε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μας ενδιέφερε ο Τύπος. Δεν κάνουμε μουσική για να είναι “φιλική” προς τα media. Κάνουμε μουσική γιατί θέλουμε να κάνουμε πράγματα που αγαπάμε. Και για το “Blood and glitter”, νιώθαμε ότι θέλαμε πραγματικά να εκπλήξουμε τους fans μας. Αυτό ήταν για εμάς πιο σημαντικό από τον Τύπο.
ΒΜ: Και το καλλιτεχνικό όραμα έρχεται πάντα πρώτο.
CH: Είτε είναι το “Blood and glitter”, είτε το “Opvs noir”, είτε το γεγονός ότι κυκλοφορούμε τραγούδια σε τρία ξεχωριστά volumes, που από πλευράς marketing είναι μάλλον κακή ιδέα, θέλουμε να το κάνουμε με τον τρόπο που εμείς θέλουμε και όπως το νιώθουμε.
Και ο Τύπος και το marketing απλώς θα πρέπει να προσαρμοστούν σε αυτό που κάνουμε.
Και ξέρεις, το “Blood and Glitter” πήγε κατευθείαν στο νούμερο ένα των γερμανικών charts.
ΒΜ: Οπότε δεν πήγε και τόσο άσχημα.
CH: Ναι, δεν χρειαστήκαμε τα περιοδικά.

Ναι, αλλά πέρα από τα γερμανικά charts, υπάρχουν τόσες χώρες — όπως η Ελλάδα — όπου δεν είστε και τόσο γνωστοί όσο στην πατρίδα σας.
CH: Το ξέρω, το καταλαβαίνω.

Οπότε συντάκτες όπως εγώ ή από άλλα περιοδικά, που θέλαμε να βάλουμε το “Blood and glitter” στην κορυφή των λιστών μας, δεν μπορούσαμε γιατί είχε ημερολογιακά κυκλοφορήσει την προηγούμενη χρονιά. Και χρειάστηκε να το διαχειριστώ, γιατί για μένα ήταν το καλύτερο άλμπουμ του 2023, όμως δεν μπορούσα να το βάλω στο νούμερο ένα.  Αλλά μπορώ να κατανοήσω το καλλιτεχνικό σας όραμα.
CH: Μερικές φορές αυτό πρέπει να είναι πιο σημαντικό από οποιαδήποτε στρατηγική marketing. Ξέρεις, για άλλα άλμπουμ ακολουθούμε το πλάνο. Μάλιστα, κάποια στιγμή θα θέλαμε να κάνουμε και ένα “shadow drop”, όπως έκανε ο Eminem με έναν από τους τελευταίους του δίσκους, να κυκλοφορήσουμε δηλαδή ένα άλμπουμ από τη μια μέρα στην άλλη, χωρίς καμία προειδοποίηση. Ούτε έξι μέρες πριν. Να εμφανιστεί ξαφνικά. Ξέρουμε ότι αυτό είναι ακόμα χειρότερο για τον Τύπο.

Όπως συνέβη χθες με τους NEUROSIS, αν τους γνωρίζετε, όπου έκαναν αυτό ακριβώς. Κυκλοφόρησαν άλμπουμ ξαφνικά. Είναι ωραίο αυτό. (σ.σ.: Η συνέντευξη έγινε Σάββατο 21 Μαρτίου) Ας πάμε τώρα στην τριλογία “Opvs noir”, της οποίας το τελευταίο μέρος πρόκειται να κυκλοφορήσει τις επόμενες ημέρες. Πώς νιώθετε που ολοκληρώνετε ένα τόσο φιλόδοξο project;
CH: Είναι δύσκολο να το περιγράψω. Από τη μία υπάρχει μια ικανοποίηση που τώρα ολοκληρώνεται και βγαίνουν τα πάντα προς τα έξω. Αλλά δεν είναι ότι νιώθω ιδιαίτερο ενθουσιασμό πλέον, γιατί το μυαλό μου είναι ήδη στο τι θα κάνουμε στο μέλλον. Ήδη σχεδιάζουμε τα επόμενα βήματα. Οπότε είναι λίγο σαν “Ας τελειώνουμε με αυτό, να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι, να το ακούσουν οι fans”. Υπάρχει ικανοποίηση, αλλά όχι τόσο ενθουσιασμός πλέον για μένα.
ΒΜ: Νομίζω ότι μία από τις καλύτερες αποφάσεις ήταν το ότι σχεδιάσαμε όλα αυτά τα άλμπουμ ταυτόχρονα. Τα ηχογραφήσαμε όλα μαζί, κάναμε παραγωγή για όλα μαζί και αποφασίσαμε από την αρχή ποια τραγούδια θα μπουν πού. Έτσι τώρα που ήδη αρχίζουμε να κοιτάμε προς το μέλλον, το τρίτο μέρος σε καμία περίπτωση δεν είναι αυτό που πήρε λιγότερη αγάπη ή προσοχή. Όλα αποφασίστηκαν τη στιγμή που ήμασταν πλήρως αφοσιωμένοι στο “Opvs noir”. Δεν είναι καθόλου “κατώτερο” ή κάτι τέτοιο επειδή δεν του δόθηκε χρόνος. Οπότε είμαστε ακόμα πολύ περήφανοι γι’ αυτό και φυσικά ανυπομονούμε για την κυκλοφορία του τρίτου μέρους.
CH: Ανυπομονώ κι εγώ, αλλά όχι με την έννοια του ενθουσιασμού. Είναι περισσότερο σαν “Ωραία, τώρα ολοκληρώθηκε”. Είναι λίγο σαν μια επιστροφή στο σπίτι. Τώρα η αποστολή ολοκληρώθηκε.
ΒΜ: Ξέρουμε κάποια από αυτά τα τραγούδια εδώ και δύο χρόνια. Οπότε για εμάς δεν είναι τόσο “καινούρια” όσο θα είναι για το κοινό. Αλλά αυτό είναι και ένα από τα όμορφα πράγματα όταν κυκλοφορείς μουσική. Τα ακούς σχεδόν σαν πρώτη φορά ξανά μέσα από τις αντιδράσεις του κόσμου. Λαμβάνεις μηνύματα από fans που λένε “Αυτό το τραγούδι σημαίνει τόσα πολλά για μένα” κ.λπ.
CH: Ακόμα και χωρίς τις αντιδράσεις, αυτό που απολαμβάνω τη μέρα της κυκλοφορίας είναι να ακούω ολόκληρο το άλμπουμ, γνωρίζοντας ότι χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες ή και περισσότεροι άνθρωποι το ακούν την ίδια στιγμή. Αυτό μου δημιουργεί ένα ιδιαίτερο συναίσθημα. Παρόλο που η μουσική δεν έχει αλλάξει, χθες ακουγόταν το ίδιο, το ότι τώρα είναι “εκεί έξω” κάνει τη διαφορά. Και κάτι ακόμα που ανυπομονώ πολύ είναι το τελευταίο, τελευταίο, τελευταίο βίντεο που κάναμε. Είναι για το τελευταίο τραγούδι του “Opvs noir”, το νούμερο 11 του Volume 3, το “The days of our lives”. Είναι ένα τραγούδι που μοιάζει περισσότερο με soundtrack και λειτουργεί σαν το φινάλε ολόκληρης της τριλογίας. Και φτιάξαμε ένα πολύ όμορφο βίντεο για αυτό, το οποίο ολοκληρώνεται αυτές τις ημέρες. Ανυπομονώ πολύ, γιατί θα είναι ένα πραγματικά όμορφο οπτικό έργο τέχνης.

Μιλώντας για video clips, υπάρχει μια αυξανόμενη τάση στη μουσική βιομηχανία να κυκλοφορείται ένα μεγάλο μέρος ενός studio album σε singles ή/και video clips, πριν από την πλήρη, επίσημη κυκλοφορία. Πιστεύετε ότι αυτό μειώνει το στοιχείο της έκπληξης για τον ακροατή; Για παράδειγμα, πριν την κυκλοφορία του “Opvs noir vol. 3”, γνωρίζουμε ήδη τα πέντε από τα έντεκα του τραγούδια.
CH: Ας γυρίσουμε δέκα λεπτά πίσω στην κουβέντα μας, στην κυκλοφορία του “Blood and glitter”. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που το κάναμε έτσι. Ένα τραγούδι και έξι μέρες μετά όλο το άλμπουμ. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, για το στοιχείο της έκπληξης. Γιατί είναι περίεργο να κυκλοφορείς έναν δίσκο και όλοι να το γνωρίζουν ήδη. Ή έστω το μισό του.

Και αυτό συνέβη και με το Volume 1 και με το Volume 2. Νομίζω είχατε τρία ή τέσσερα singles πριν από κάθε κυκλοφορία. Οπότε συμφωνείτε με αυτή την τάση; Γιατί δεν είστε οι μόνοι. Σχεδόν όλα τα συγκροτήματα πλέον το κάνουν.
CH: Πρέπει να συμφωνούμε, αλλά όπως βλέπεις, δεν συμφωνούμε πάντα. Γι’ αυτό και το “Blood and glitter” κυκλοφόρησε ως έκπληξη. Αλλά στο τέλος της ημέρας, για ένα project σαν αυτό (σ.σ.: το “Opvs noir), που κοστίζει πολλά χρήματα, ουσιαστικά φτιάξαμε μια τριλογία με το budget ενός δίσκου. Χρειαζόμαστε το marketing. Όλα αυτά τα video clips, τα singles που κυκλοφορούν πριν, η πιθανότητα να μπεις σε μεγάλες λίστες του Spotify. Όλα αυτά είναι κρίσιμα για να πουλήσεις τον δίσκο μετά. Οπότε, είτε μας αρέσει είτε όχι, αυτό είναι μέρος του παιχνιδιού σήμερα. Κάποιες φορές το σπάμε αυτό, όπως με το “Blood and glitter” και κάνουμε την έκπληξη. Αλλά δεν μπορούμε να το κάνουμε κάθε φορά, γιατί πρέπει και να βγάζουμε χρήματα. Και αυτά έρχονται από τις πωλήσεις, που με τη σειρά τους εξαρτώνται από το marketing. Και αυτό που είπες, με τα πολλά singles, είναι το βασικό εργαλείο marketing.
BM: Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά, η πιο “όμορφη”. Μας άρεσε η ιδέα να διατηρήσουμε αυτό το συναίσθημα του “Opvs noir” ζωντανό μέσα από τα τρία μέρη. Αν είχαμε κυκλοφορήσει και τα τρία volumes μαζί και όλοι άκουγαν κατευθείαν και τα τριάντα τρία τραγούδια, η μαγεία θα χανόταν μετά από λίγους μήνες. Τώρα όμως μπορούμε να κρατήσουμε αυτό το συναίσθημα ζωντανό για πολύ περισσότερο και, κυκλοφορώντας περίπου κάθε μήνα ένα νέο τραγούδι, διατηρείται η μαγεία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Τώρα που ολοκληρώνεται η τριλογία “Opvs noir”, ποια ήταν η κεντρική ιδέα πίσω από αυτή; Πώς αποφασίσατε ποια τραγούδια θα μπουν στο Volume 1, στο Volume 2 και στο Volume 3; Ήταν θέμα ενστίκτου, ότι “αυτό το τραγούδι ανήκει εδώ” ή υπήρχε μια συγκεκριμένη καλλιτεχνική κατεύθυνση;
CH: Eπειδή ονομάζεται “Opvs noir”, που σημαίνει «μαύρο» στα γαλλικά και είναι ένα άλμπουμ που ασχολείται κυρίως με όλες αυτές τις σκοτεινές πλευρές της ψυχής, της καρδιάς και του μυαλού μας, προσπαθήσαμε να κάνουμε το Volume 1 το πιο “noir”. Να παρουσιάσουμε την ουσία αυτού του συναισθήματος, όχι απαραίτητα τα μεγαλύτερα hits. Δεν είχε να κάνει με το ποια τραγούδια είναι “Α”, “Β” ή “C”, αλλά με το ποια αποδίδουν καλύτερα το συναίσθημα του “Opvs noir”. Και μετά να ανοίξουμε αυτό το σύμπαν σταδιακά, σαν μια τριλογία υπερηρώων: ξεκινάς από τον πυρήνα και στα επόμενα μέρη επεκτείνεις τον κόσμο.
BM: Αλλά παράλληλα πρέπει να φροντίσεις ώστε κάθε volume να λειτουργεί και αυτόνομα και να έχει καλή ροή. Οπότε χρειάζεται μια σωστή “δραματουργία” και μια συναισθηματική καμπύλη, που να διατρέχει όχι μόνο και τα τρία μαζί, αλλά και το καθένα ξεχωριστά.
CH: Μας πήρε πολύ χρόνο. Δούλευα με playlists στο iTunes, έβαζα όλα τα τραγούδια εκεί και τα αναδιάτασσα συνέχεια. Νομίζω ότι έστελνα στο συγκρότημα είκοσι μηνύματα την εβδομάδα στο WhatsApp “Τώρα το βρήκαμε!” και μετά πάλι από την αρχή. Ήταν μια συνεχής διαδικασία μπρος-πίσω. Μας πήρε χρόνο γιατί θέλαμε κάθε album να είναι πλήρες ως οντότητα.
BM: Τα ονόματα των αρχείων ήταν κάπως έτσι: “Final running order”, «Version 2», «Final now really version 3» (Γέλια).
CH: Είναι πολύ εύκολο να βρεις το πρώτο και το τελευταίο τραγούδι. Αυτά διαμορφώνουν το “πλαίσιο”. Το ίδιο συνέβη και με τα τρία volumes της τριλογίας: η αρχή και το τέλος ήταν εύκολα. Αλλά το τι μπαίνει στη μέση είναι αυτό που παίρνει χρόνο.

Μιλώντας για την τριλογία “Opvs noir”, έχετε πολλούς καλεσμένους στο Volume 1, στο Volume 2 και ειδικά στο Volume 3. Αλλά για να είμαι ειλικρινής, και το έχω γράψει και στις κριτικές μου, — προτιμώ τα αυτούσια τραγούδια των LORD OF THE LOST χωρίς τις συμμετοχές. Η χρήση των guests ήταν κάτι που είχατε εξ αρχής στο μυαλό σας, με συγκεκριμένα άτομα; Ή η επιρροή τους σε κάθε σύνθεση ήταν τόσο έντονη; Για παράδειγμα, το “Light can only shine in the darkness” ακούγεται εξαιρετικά κοντά στο ύφος των WITHIN TEMPTATION κ.λπ.
ΒΜ: Είναι ένας συνδυασμός και των δύο. Επιστρέφοντας σε αυτό που λέγαμε πριν, ξεκινάμε πάντα με ένα καλλιτεχνικό όραμα, που έρχεται πάντα πρώτο. Και νιώσαμε ότι θέλαμε να έχουμε όλους αυτούς τους καλεσμένους, αυτές τις συνεργασίες. Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που δεν τους αρέσει αυτό που κάνεις και άλλοι που σε αγαπούν ακριβώς γι’ αυτό που κάνεις. Και πιστεύουμε ότι το πιο αυθεντικό πράγμα που μπορούμε να κάνουμε είναι να ακολουθούμε αυτό που μας αρέσει και το ένστικτό μας. Μπορεί να ακούγεται κάπως περίεργο, σαν να μην μας νοιάζουν οι fans, όμως δεν ισχύει. Αλλά πιστεύουμε ότι μπορούμε να παρουσιάσουμε τον εαυτό μας με τον πιο αληθινό και αυθεντικό τρόπο, μη ακούγοντας τους άλλους που λένε “Θα θέλαμε να κάνετε αυτό ή εκείνο”. Οπότε κάνουμε αυτό που πραγματικά θέλουμε. Και σε αυτή την περίπτωση, αυτό σημαίνει αρκετές συνεργασίες. Βέβαια, υπάρχουν ακόμα αρκετά τραγούδια και χωρίς guests. Και ναι, υπάρχουν και κάποια τραγούδια, όπως αυτό με τη Sharon των WITHIN TEMPTATION, που σχεδιάστηκαν εξ αρχής έτσι.

Δηλαδή όταν γράφατε τη συγκεκριμένη σύνθεση, είχατε ήδη στο μυαλό σας έναν συγκεκριμένο ήχο.
CH: Ναι, ήταν σχεδιασμένο ως ένα “υβριδικό” τραγούδι. Κάποια άλλα τραγούδια όμως προέκυψαν τυχαία. Για παράδειγμα, το “I hate people” με τον Wednesday 13, όπου το τραγούδι ήταν ήδη έτοιμο χωρίς εκείνον. Αλλά μετά είχαμε προγραμματίσει περιοδεία μαζί του στις ΗΠΑ και σκεφτήκαμε ότι θα ήταν ωραίο να έχουμε ένα τραγούδι μαζί. Και το κομμάτι του ταίριαζε. Οπότε αποφασίσαμε να τον ρωτήσουμε αν θέλει να συμμετάσχει. Έτσι προέκυψε η συνεργασία. Γενικά, οι λόγοι που αποφασίζουμε να συνεργαστούμε με κάποιον μπορεί να διαφέρουν κάθε φορά.

Επειδή ξέρω ότι είστε ήδη στη Βαρσοβία και ετοιμάζεστε για τη συναυλία σας, δύο ερωτήσεις ακόμη. Η πρώτη είναι αν σκοπεύετε να παίξετε το “Opvs noir” ολόκληρο κάποια στιγμή επί σκηνής.
CH: Θα κάνουμε ένα πλήρες “Opvs noir” show στο τέλος της χρονιάς στο Αμβούργο, στην πόλη μας. Aλλά δεν θα είναι και τα τριάντα τρία τραγούδια, είναι απλά υπερβολή. Ίσως γύρω στα είκοσι με είκοσι πέντε.
ΒΜ: Ίσως σε μία δεκαετία, σαν επετειακό event, να παίξουμε ολόκληρη τη συλλογή του “Opvs noir”.

Και ποιες είναι οι προσδοκίες σας για την επερχόμενη συναυλία σας στην Αθήνα;
CH: Δεν έχω καμία προσδοκία, με την καλύτερη δυνατή έννοια. Δηλαδή, με τον πιο θετικό τρόπο. Δεν πάω σε καμία συναυλία, σε καμία χώρα με προσδοκίες. Και δεν το λέω από ασέβεια, αλλά δεν με νοιάζει σε ποια χώρα παίζουμε, γιατί παντού υπάρχουν υπέροχοι άνθρωποι και όλοι αξίζουν την ίδια αγάπη.
BM: Kαι είμαστε σίγουροι ότι όσοι έρθουν, θα κάνουν πάρτι μαζί μας και θα περάσουμε καλά. Θα είναι μια ιδρωμένη, ζεστή και πολύ διασκεδαστική συναυλία. Αυτό ελπίζουμε.

Γιώργος Κόης (με την τεχνολογική υποστήριξη του Σάκη Φράγκου)

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here