A day to remember… 26/3 [THIN LIZZY]

0
11
Lizzy








>








Lizzy

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Jailbreak” – THIN LIZZY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1976
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Vertigo Records/Mercury Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: John Alcock, Will Reid, Dick Neil Hornby
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Phil Lynott – Φωνητικά, μπάσο
Scott Gorham – Κιθάρες
Brian Robertson – Κιθάρες
Brian Downey – Τύμπανα
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Tim Hinckley – Πλήκτρα

“Tonight there’s gonna be a jailbreak, somewhere in this town!”

Το αριστουργηματικό “Jailbreak”, σήμερα συμπληρώνει μισόν αιώνα «ζωής». Με την ευκαιρία λοιπόν της επετείου αυτής, σκέφτομαι να ξεκινήσω το κείμενό μου για τούτον τον hard rock ογκόλιθο κάπως αλλιώς – από μια υπόθεση εργασίας, ένα συγκεκριμένο what if: Τι θα γινόταν, αν υπερίσχυε τελικά το «μεράκι» του Phil Lynott και το “Jailbreak” γραφόταν ως μια sci-fi opera;

Απάντηση: Οι THIN LIZZY θα έβαζαν το δικό τους «λιθάρι» στο «οικοδόμημα» με τα καλύτερα concepts στην ιστορία του «σκληρού ήχου». Τόσο απλά. Τι με κάνει να το πιστεύω; Πρώτον, το μαγικό ραβδάκι της Μούσας που είχε αιωνίως πάνω από το κεφάλι του ο Phil, όταν συνέθετε μουσική (μια ματιά στη δισκογραφία του θα σε πείσει) και δεύτερον, το άπλετο ταλέντο των Scott Gorham, Brian Robertson και Brian Downey. Συνεπώς, πιστεύω ακράδαντα ότι, το 1976, οι THIN LIZZY έχασαν μια σπουδαία ευκαιρία…

Ο Philo είχε οραματιστεί τους THIN LIZZY πρωταγωνιστές στην εξέγερση των φυλακών της φανταστικής πολιτείας “Dimension 5” και έπειτα, φυγάδες πια σε ένα σύμπλεγμα κτιρίων γνωστό ως “Rampic”, να οργανώνουν έναν πειρατικό ραδιοφωνικό σταθμό. Από κει, θα εξέπεμπαν κρυφά μηνύματα μέσω μουσικής (τα τραγούδια του “Jailbreak”) ώστε ο λαός να επαναστατήσει, με σκοπό να ρίξει από την εξουσία μια εξωγήινη οντότητα, τον Επικυρίαρχο (“the Overmaster”), που κυβερνούσε απολυταρχικά, ελέγχοντας τα πάντα.

Τούτα είχε φανταστεί, για να «ντύσει» στιχουργικά το έκτο κατά σειρά άλμπουμ των THIN LIZZY. Φυσικά, το σενάριο θα αναπτυσσόταν πολύ περισσότερο. Δυστυχώς όμως, οι υπόλοιποι δεν έδειξαν ιδιαίτερη ζέση στο να ακολουθήσουν το θέλημα του «Φίλιππα», η συνθετική τους συμβολή ήταν εντελώς «ξένη» ως προς αυτό κι έτσι, η ιδέα έμεινε σε αρχικό στάδιο. Μόνο κάποια κομμάτια «σώθηκαν», με την α’ ή τη β’ μορφή. Μας «χάλασε»; Με τίποτα, καθαρά εγκυκλοπαιδική κουβέντα γίνεται. Ούτως ή άλλως, το “Jailbreak” είναι ο ορισμός του all killers, no fillers!”.

Εννέα άσματα έχει μέσα, εννέα φορές πιάνει το 10/10. Και αυτό που κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση, είναι η ποικιλία του! Εκεί που ακούς ήχο – μπετό (“Jailbreak”), την αμέσως επόμενη στιγμή, οι THIN LIZZY γίνονται αιθέριοι (“Angel from the coast”). Εκεί που μπασαδούρα κι επιθετικές κιθάρες ενώνονται με proggy τύμπανα (“Warriors”) σχηματίζοντας γροθιά (στα μούτρα), νότες έρχονται να σε γεμίσουν άλλοτε με γλυκύτητα (“Cowboy song”), άλλοτε με χαρμολύπη (“Running back”) ή να σου «ζωγραφίσουν» στο πρόσωπο ένα μελαγχολικό χαμόγελο (“Romeo and the lonely girl”)! Άσε το υποβλητικό “Fight or fall”… Αυτό είναι μια κατηγορία μόνο του.

“That jukebox in the corner blasting out my favorite song
The nights are getting warmer, it won’t be long!”

Βέβαια, όλοι όσοι λατρεύουμε τούτο το άλμπουμ και γενικά τους THIN LIZZY, ξέρουμε ποια είναι τα δυο πιο εμβληματικά τραγούδια του… Ο λόγος για το “The boys are back in town” και το “Emerald”. Το πρώτο έγινε τεράστια επιτυχία, από το πουθενά! Ο Scott Gorham εξηγεί:

«Είχαμε ηχογραφήσει γύρω στα δεκαπέντε κομμάτια για το άλμπουμ και φωνάξαμε τον manager μας, τον Chris O’Donnell, για να τ’ ακούσει. Εμείς, είχαμε ήδη επιλέξει τα δέκα που θεωρούσαμε καλύτερα. Του τράβηξε λοιπόν την προσοχή ένα κομμάτι με τον τίτλο “G.I Joe”. Δεν ήταν στα δέκα που είχαμε ξεχωρίσει, γιατί οι στίχοι ήταν αντιπολεμικοί, κάτι που δεν μας πολυ-ταίριαζε και μουσικά πιστεύαμε ότι ήθελε ακόμη πολλή δουλειά. Ωστόσο, ο Chris επέμεινε να το συμπεριλάβουμε στον δίσκο…»

Το “The boys are back in town” πήρε την τελική του μορφή σε ελάχιστο χρόνο. Στην αρχή γράφτηκαν οι μπασογραμμές, μετά τα τύμπανα και τέλος οι κιθάρες. Ο τίτλος άλλαξε, οι αντιπολεμικοί στίχοι πήγαν περίπατο και τη θέση τους πήρε, μάλλον, η Quality Street Gang, μια συμμορία του Μάντσεστερ που ακροβατούσε και ακροβατεί κάπου μεταξύ πραγματικότητας και αστικού μύθου.

Ωστόσο, το συγκρότημα εξακολουθούσε να μην «το πιστεύει» ιδιαίτερα, θεωρώντας πως έχει γράψει ένα «απλά καλό τραγούδι». Τα πάντα άλλαξαν όταν δύο ραδιοφωνικοί παραγωγοί στο Louisville του Kentucky άκουσαν το άλμπουμ, λάτρεψαν το κομμάτι και του έδωσαν μπόλικο airplay. Ο κόσμος ξετρελάθηκε, το ζητούσε συνεχώς, η Mercury αποφάσισε να το κυκλοφορήσει ως single στις Η.Π.Α και τελικά, οι THIN LIZZY το ενέταξαν στην setlist, ΑΦΟΥ είδαν πως εμπορικά έσκιζε.

“From their graves I heard the fallen, above the battle cry
By that bridge near the border, there were many more to die
Then onward over the mountain and outward towards the sea
They had come to claim the Emerald, without it they could not leave!”

Οι THIN LIZZY δεν ήταν από αυτούς που ντρέπονταν για την καταγωγή τους. Το αντίθετο μάλιστα, κοίταζαν προς την κέλτικη μουσική παράδοση ουκ ολίγες φορές! Άλλωστε, οι τρεις από τους τέσσερεις δήλωναν υπερήφανοι Κέλτες – Ιρλανδοί ο Phil με τον «μεγάλο» Brian, Σκότος ο «μικρός» Brian – ενώ κι ο Αμερικανός Gorham «πολιτογραφήθηκε» Κέλτης πολύ γρήγορα, μπαίνοντας άμεσα στο «πνεύμα» του συγκροτήματος. Μεταξύ μας, με τέτοιο επίθετο, δε θα μου φαινόταν περίεργο αν η γενιά του κρατούσε από Καλυδωνία μεριά.

Το “Emerald” είναι ένας φόρος τιμής στον διαχρονικό ηρωισμό των Ιρλανδών. Η μόνη σύνθεση του δίσκου που έχει την υπογραφή σύσσωμης της μπάντας, θεωρείται πολλά περισσότερα από ένα «rock κομμάτι» – είναι ένας πατριωτικός ύμνος και συνάμα, δίχως να είναι καν metal αυτό καθαυτό, λογίζεται από τους προπομπούς, τις βασικότερες επιρροές του επικού heavy metal. Η επίδρασή του στο είδος, μουσικά και στιχουργικά, είναι τεράστια.

Στο άκουσμά του, είναι σαν να ταξιδεύεις πίσω στον χρόνο, δίνοντας το «παρών» στις πάμπολλες μάχες του Σμαραγδένιου Νησιού, στο πέρασμα των αιώνων. Συνθετικά, ο Lynott προσέφερε το κεντρικό riff, το «καλούπωμα» μπήκε απ’ τον αιώνια υποτιμημένο Brian Downey και τα υπόλοιπα τα «γέννησε» ένα αδιάκοπο jamming των Gorham-Robertson…

Πολλά έχουν γραφτεί για τις κιθάρες των THIN LIZZY, ανεξάρτητα του ποιοι τις κρατούσαν. Όλα τους δικαίως αποθεωτικά, αν αναλογιστούμε το επίπεδο παιξίματος, την συνεισφορά στη διαμόρφωση του ήχου του group και φυσικά, την τεράστια επιδραστικότητα στις μετέπειτα «γενιές» κιθαριστικών ντουέτων. Αλλά είναι κρίμα τούτο το καμάρι της Ιρλανδίας να λογίζεται ως μια αμιγώς κιθαριστική μπάντα, όταν της έδινε ρυθμό ένας ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ drummer, σαν τον Brian Downey!

«Μαγικά μολύβια, για μαγικά εξώφυλλα»

Πάλι θαύματα έκανε ο Jim Fitzpatrick, το άτυπο πέμπτο μέλος της μπάντας. Ο Phil, φανατικός αναγνώστης της Marvel, ήθελε για εξώφυλλο κάτι που να δείχνει σαν comic. Λάτρης της Marvel κι ο Fitzpatrick, ενθουσιασμένος, ζήτησε έναν «οδηγό». Ο Lynott του έδειξε το εξώφυλλο των Fantastic Four του τεύχους 77, από τον Jack Kirby, λέγοντάς του πως επιθυμούσε κάτι αντίστοιχο, επιμένοντας όμως σε μια λεπτομέρεια: Δε θα ήταν ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, το κεντρικό σημείο αναφοράς, αλλά ο Overmaster! Διότι αυτός ήταν ο Phil Lynott… Ταπεινός, χαμηλών τόνων, καθόλου εγωιστής.

Έτσι, κατάπληκτος κι ο ίδιος από την στάση του αρχηγού, ο Jim «είδε» τους THIN LIZZY την ώρα της απόδρασης, σε απευθείας μετάδοση στην TV, με κακό χαμό να γίνεται ολούθε και τον Overmaster (φέρνει κάπως στον Galactus ή είναι ιδέα μου;) σε πρωταγωνιστικό ρόλο παντεπόπτη. Όσον αφορά τα Τρίποδα (“Martian Tripods”), όντως, παραπέμπουν επίτηδες στον «Πόλεμο των Κόσμων», λόγω της λατρείας των δυο καλλιτεχνών προς τον H. G. Wells.

Στην περιοδεία που ακολούθησε της κυκλοφορίας του άλμπουμ, τα πράγματα δεν πήγαν καλά, αφού ο Philo αρρώστησε με ηπατίτιδα και αναγκάστηκε να σταματήσει πρόωρα, για να ακολουθήσει θεραπεία. Ωστόσο, οι πραγματικά καλές μπάντες πάντα έβρισκαν και θα βρίσκουν τρόπο να καλύπτουν το χαμένο έδαφος και οι THIN LIZZY το κατάφεραν στην περιοδεία για το “Johnny the fox”, κάτι μήνες (!) μετά. Θα μιλήσουμε για αυτό, όταν έρθει η ώρα. Εμπορικά πάντως, το “Jailbreak” τα πήγε έξοχα.

Βέβαια, οι «άνιωθοι» είναι μια διαχρονική αξία. Πάντοτε υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Ο Robert Christgau του περιοδικού The Village Voice, για παράδειγμα, από τους έγκριτους και σοβαρούς κατά τ’ άλλα αρθρογράφους – μουσικοκριτικούς, είχε χαρακτηρίσει τα τραγούδια του “Jailbreak” ως υπολείμματα του Bruce Springsteen (!), τους στίχους του Lynott βαρετούς (!!) και τις ιδέες του Gorham, δεύτερης διαλογής (!!!). Από τον Martin Popoff περίμενα κάτι τέτοιο, από αλλού μου ήρθε. Παραδόξως, εκείνου του άρεσε! Δεν πειράζει, ας πάρει και κανένας άλλος το βραβείο της χρυσής πατάτας, το μονοπώλιο ποτέ δεν έκανε καλό!

Το “Jailbreak” είναι ένα από τα πολυαγαπημένα μου rock albums. Τύπου «μπαίνει δεκάδα από τα πρώτα». Αλλά ξέρεις κάτι; Σε εκείνες τις ατέρμονες, λατρεμένες συζητήσεις, αν ο συνομιλητής μου θεωρήσει κάποιο άλλο ως το καλύτερο των THIN LIZZY, δε θα φέρω αντίρρηση. Ο λόγος; Η δισκογραφία της Αδύνατης Σαυρούλας, μοιάζει με σωρό πολύτιμων πετραδιών. Ποια σημασία έχει το σχήμα ή το χρώμα, εφόσον όλα είναι εξίσου πολύτιμα και λαμπερά; Καμία.

Did you know that:

– Από την αρχική ιδέα της sci-fi rock όπερας, έμειναν τελικά το “Jailbreak”, το “Fight or fall” και το “Warriors”. Δηλαδή η στιγμή της εξέγερσης στις φυλακές, η διακήρυξη της επανάστασης και το «πορτραίτο» των τεσσάρων ηγετών του ξεσηκωμού, αντίστοιχα. Με την αλλαγή της στιχουργικής ρότας, τ’ομώνυμο έμεινε ως είχε, στο “Fight or fall” ο Phil «μίλησε» στους «μαύρους αδερφούς» του, ως μαύρος Ιρλανδός, ενώ το “Warriors” «αφιερώθηκε» στους rock stars που πάλευαν με τα ναρκωτικά.

– Το “Cowboy song”, στην αρχή, λεγόταν “Derby blues” και παιζόταν live, ελαφρώς παραλλαγμένο, από το 1975.

– Ο «Ρωμαίος» του “Romeo and the lonely girl” είναι ο παλιόφιλος Gary Moore. Το “Romeo” είναι αναγραμματισμός του Moore και ο στίχος “For all his good looks there were scars that he took” αφορά την περίφημη ουλή στο σαγόνι, «παράσημο» απ’το 1974, όταν σε ένα μπαρ, θέλησε να υπερασπιστεί την κοπέλα που συνόδευε, την Donna Holton, από έναν νταή που της «κόλλαγε».

– Το σκληρό, bluesy “Running back”, άλλαξε ύφος κατόπιν προτροπής του παραγωγού John Alcock, προς κάτι πολύ πιο ήρεμο και ραδιοφωνικά «φιλικό». Ο Brian Robertson διαφώνησε, «στράβωσε», «μουλάρωσε» και τελικά αρνήθηκε να παίξει κιθάρα στην ηχογράφησή του! Το κράτησε μάλιστα «Μανιάτικο», ηχογραφώντας το «σωστό» στον δίσκο “Diamonds and dirt”.

– Ο session πληκτράς Tim Hinckley δεν αναφέρεται στα credits!

– Ο Fitzpatrick σχεδίασε τους τέσσερεις Lizzies στο εξώφυλλο με έναν ραπιδογράφο Rotring και στην συνέχεια πήρε ένα ξυράφι και χάραξε απευθείας πάνω στο μελάνι για να αποτυπώσει τις σκιές και τις λεπτομέρειες. Τα νύχια, φαντάσου, χαράχτηκαν ένα προς ένα! Μιλάμε για ένα απίστευτο, χειροποίητο έργο, με μια λεπτομερή ακρίβεια την οποία δυστυχώς δεν την συναντάμε πια, στην εποχή των ΑΙ εκτρωμάτων (γίνε και συ ζωγράφος, μπορείς).

– Με αφορμή τη φετινή επέτειο των πενήντα ετών από τη δημιουργία του, ο αειθαλής ζωγράφος «ξαναδούλεψε» τον πίνακα, αναδεικνύοντας λεπτομέρειες που στο πρωτότυπο, δε φαίνονταν. Τέλος, για τους απανταχού «βαρεμένους» εκεί έξω, στην τότε gatefold έκδοση ο Gorham δεν υπάρχει, έχει φαγωθεί από τον «δαίμονα» της εκτύπωσης. Ένα λάθος που αυτόματα καθιστά συλλεκτικές τις αυθεντικές εκείνες κόπιες, κυρίως τις βρετανικές και ιρλανδικές.

Δημήτρης Τσέλλος

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here