A day to remember… 21/4 [ACCEPT]

0
19
Accept








>








Accept

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Russian roulette” – ACCEPT
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1986
ΕΤΑΙΡΙΑ: RCA
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: ACCEPT
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Udo Dirkschneider
Κιθάρες – Wolf Hoffmann
Κιθάρες – Jörg Fischer
Mπάσο – Peter Baltes
Τύμπανα – Stefan Kaufmann

Η ιστορία μας ξεκινάει το 1985 και συγκεκριμένα μετά την 4η Μαρτίου και την κυκλοφορία του εμβληματικού άλμπουμ “Metal heart” από τους πανίσχυρους ACCEPT. Εκείνη την περίοδο, η μπάντα από το Solingen της Γερμανίας βρισκόταν στο απόγειο της δημοφιλίας της, με το προαναφερθέν άλμπουμ να σηματοδοτεί μία σαφή εμπορική στροφή τους προς έναν πιο γυαλιστερό ήχο, κυρίως απευθυνόμενο στην αμερικανική αγορά. Στην ουσία, οι ACCEPT προσπαθούσαν να κεφαλαιοποιήσουν την εμπορική επιτυχία του θρυλικού “Balls to the wall” (1983), που αποτέλεσε και την μεγαλύτερη εμπορική τους επιτυχία στις ΗΠΑ, πουλώντας πάνω από 500 χιλιάδες αντίτυπα και καταλήγοντας χρυσό.

Το “Metal heart” δεν απέφερε τα αναμενόμενα, σκοράροντας χαμηλότερα από τον προκάτοχο του, παρά το φοβερό υλικό του και την άρτια παραγωγή του, δια χειρός Dieter Dierks – του παραγωγού των SCORPIONS. Η μπάντα, ήδη από τον Μάρτιο και μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1985, βγήκε σε εκτενή παγκόσμια περιοδεία, καλύπτοντας την Ευρώπη, την Βόρεια Αμερική και φτάνοντας στην Ιαπωνία (για πρώτη φορά) τον Σεπτέμβριο. Από την θερμή υποδοχή και τα εκρηκτικά live που έδωσαν στην Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου, προέκυψε και το επίσημο «πειρατικό» live EP τους, η πρώτη ζωντανή τους ηχογράφηση, με τίτλο “Kaizoku-Ban” (1985). Η ιαπωνική τους περιοδεία οργανώθηκε από τον γνωστό ντόπιο promoter Mr. Udo (Seijiro Udo της Udo Artists), γεγονός που οι Ιάπωνες βρήκαν πολύ διασκεδαστικό καθώς ο “Mr. Udo” (ο διοργανωτής) έφερνε τον “Udo” (Dirkschneider, frontman των ACCEPT).

Ήδη μετά το πέρας της περιοδείας του “Metal heart”, οι διαφωνίες μεταξύ των μελών του συγκροτήματος για την μελλοντική τους κατεύθυνση είχαν γίνει αρκετά εμφανείς και έντονες. Ο τραγουδιστής τους Udo Dirkschneider απαρνιόταν την περαιτέρω εμπορική στροφή προς τις ΗΠΑ και ήθελε να παραμείνουν στο «μεταλλικό δόγμα» που είχαν υιοθετήσει από το “Breaker” του 1981. Αντίθετα, οι Wolf Hoffmann (κιθάρες), Peter Baltes (μπάσο) και η manager Gaby Hauke (μετέπειτα Gaby Hoffmann αλλά πιο γνωστή ως το «κρυφό» μέλος των ACCEPT με το προσωνύμιο “Deaffy”), σκέφτονταν τον χρυσό του “Balls to the wall” και επιθυμούσαν να κυνηγήσουν το αμερικάνικο όνειρο, ακολουθώντας τα χνάρια των συμπατριωτών τους, SCORPIONS. Η αδιαμφισβήτητη αλήθεια, πάντως, ήταν πως η μπάντα είχε κυκλοφορήσει τέσσερα πολύ δυνατά άλμπουμ σε 4 χρόνια και ήταν σωματικά, πνευματικά και δημιουργικά εξαντλημένη. Ωστόσο, προχώρησαν στην επόμενη φάση δίχως να χάσουν χρόνο.

Τον Οκτώβριο του 1985, οι ACCEPT συγκεντρώθηκαν ξανά στο στούντιο, προκειμένου να ηχογραφήσουν το έβδομο άλμπουμ τους. Η απόφαση τους για αυτή την επερχόμενη κυκλοφορία ήταν να επιστρέψουν σε έναν πιο σκοτεινό, βαρύ και «φυσικό» ήχο, πηγαίνοντας πίσω στο στυλ του “Restless and wild” και τραγουδιών όπως το καταιγιστικό “Fast as a shark”. Καθώς δεν τους έκατσε και πολύ καλά ο πιο γυαλισμένος ήχος του “Metal heart” αποφάσισαν να αναλάβουν οι ίδιοι την παραγωγή του νέου δίσκου και να μην συνεχίσουν με τον Dieter Dierks, που σύμφωνα με τον Hoffmann ήταν «πολύ αυστηρός, και τελειομανής, αναλώνοντας πολύ χρόνο ελπίζοντας να γίνει ο επόμενος John “Mutt” Lange», αναφερόμενος στον θρυλικό παραγωγό των επιτυχιών στην δεκαετία του ’80 που είχε επιμεληθεί άλμπουμ-σταθμούς όπως το “Back in black” και το “For those about to rock” των AC/DC, το “4” των FOREIGNER και το “Pyromania” των DEF LEPPARD. Παρόλα αυτά, είχαν στο πλευρό έναν άλλο συμπατριώτη τους και «μάγο» της κονσόλας, τον μηχανικό ήχου Michael Wagener, που μέχρι τότε είχε ξαναδουλέψει με τους ACCEPT από την εποχή του “Breaker” αλλά και με άλλα μεγάλα ονόματα όπως οι DOKKEN, οι W.A.S.P. και πολλά περισσότερο και λιγότερο γνωστά σχήματα.

Μέχρι τον Ιανουάριο του 1986, οι ACCEPT παρέμειναν στην περιοχή της Κολωνίας και στα Dierks Studios, όπου είχαν ηχογραφήσει το “Metal heart”, δουλεύοντας πάνω στο καινούριο άλμπουμ τους, με ζητούμενο έναν πιο ωμό και «ακατέργαστο» ήχο. Οι πρώτοι που ξεκίνησαν ήταν ο ντράμερ Stefan Kaufmann και ο μπασίστα Peter Baltes, ακολουθούμενοι από τους δύο κιθαρίστες Wolf Hoffmann και Jörg Fischer. Εκείνο τον μήνα ολοκλήρωσαν τον δίσκο τους, με ταχύτητα αλλά όχι και τόση σχολαστικότητα, αποφασίζοντας, θεματικά, να τον επικεντρώσουν σε αντιπολεμικά θέματα, απ’ όπου και προέκυψε και ο τίτλος του, “Russian roulette”. Κατά τον Peter Baltes εκφράζει τον παραλογισμό του πολέμου: ένα ανόητο παιχνίδι όπου στο τέλος κάποιος σίγουρα θα πεθάνει.

Τα δέκα τραγούδια που κυκλοφόρησαν στο “Russian roulette” φέρουν την χαρακτηριστικό ήχο των ACCEPT, με μπόλικη ταχύτητα, βαρύτητα και μελωδία. Η αρχή γίνεται με το ψυχροπολεμικό “T.V. War”, που ακούγεται λίγο σαν ένα άλλο “Fast as a shark” και αποτέλεσε το μοναδικό single του δίσκου, που κυκλοφόρησε στην Ιαπωνία. Πρόκειται, πρακτικά, για ένα speed metal κομμάτι με άφθονη δίκαση, υπερ-ενεργητικά riffs και έντονο αντιπολεμικό μήνυμα που βάζει αμέσως τον ακροατή στο κλίμα του άλμπουμ. Μάλιστα, κάποιοι fans το χαρακτηρίζουν ως ένα από τα κλασικότερα ανοίγματα σε άλμπουμ των ACCEPT, όπως είναι αντίστοιχα το “Aces high” στο “Powerslave” των IRON MAIDEN και το “Blackout” στο ομώνυμο άλμπουμ των SCORPIONS. Ακολουθεί το “Monsterman”, ένα σύντομο, ρυθμικό και κοφτερό heavy metal τραγούδι που συμπυκνώνει την ουσία του μοναδικού ήχου των ACCEPT, με τα μανιασμένα φωνητικά του Udo, ένα κολλητικό ρεφραίν και τα κιθαριστικά ουρλιαχτά στα σόλο του Wolf Hoffmann. Από τους fans θεωρείται μέχρι και σήμερα η επιτομή ενός κλασικού ύμνου των ACCEPT και σίγουρα ένα από τα δυνατότερα τραγούδια του δίσκου, που ακόμα παίζεται συχνά.

Το ομώνυμο “Russian roulette” είναι το θεματικό επίκεντρο του άλμπουμ, με την σκοτεινή, ατμοσφαιρική εισαγωγή του που σπάει απότομα, διαδίδοντας παράλληλα το έντονο αντιπολεμικό μήνυμα. Αρχικά, το εν λόγω κομμάτι και ο δίσκος επρόκειτο να ονομαστεί “War games”, αλλά άλλαξαν τίτλο λόγω πιθανής νομικής παρέμβασης από την εταιρεία διανομής της ομώνυμης ταινίας (“WarGames” του 1983). Όπως εύστοχα το περιγράφει ο Peter Baltes “πας και παίζεις το παιχνίδι… ένα ανόητο παιχνίδι, όπου σίγουρα κάποιος θα πεθάνει”, παρομοιάζοντας το κεντρικό θέμα του πολέμου ως ρωσική ρουλέτα.

Στη συνέχεια, το “It’s hard to find a way” είναι μια συναισθηματική ανάσα, μια heavy μπαλάντα που ξεκινά με ακουστικές κιθάρες, τραγουδισμένη εξ’ ολοκλήρου από τον ίδιο τον Udo (και όχι από τον Baltes όπως συνηθιζόταν σε αυτού του τύπου τα τραγούδια), με ένα υπέροχα μελαγχολικό ρεφραίν, που έλειπε από προηγούμενες δουλειές τους, προσφέροντας μία μελωδική ανάπαυλα ανάμεσα στα πιο σκληρά κομμάτια. Το “Aiming High” ανάβει ξανά την σκληρή μηχανή των ACCEPT σε πλήρη ισχύ, με στίχους που αντικατοπτρίζουν τη φιλοδοξία της μπάντας να «στοχεύσει ψηλά», ενώ θεωρείται από τους fans ως ένα από τα καλύτερα τραγούδια του συγκροτήματος και κατ’ εξοχήν metal χαρακτήρα.

Το “Heaven is hell” είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια (πάνω από 7 λεπτά) και πιο «επικό» κομμάτι του δίσκου, μία αντι-θρησκευτική διατριβή με το χαρακτηριστικό break όπου ο «μεφιστοφελικός» Udo ψιθυρίζει απειλητικά υπό τους ήχους των πλήκτρων. Δεν λείπει φυσικά το ευφυέστατο κιθαριστικό σόλο του Hoffmann και ατμόσφαιρα που θυμίζει κλασικούς ΑCCEPT, παρόλο που κάποιοι το βρίσκουν υπερβολικά μακρύ (!) ή ακόμα και στεγνή αντιγραφή του δικού τους “Balls to the Wall”, κάτι που προσωπικά το ακούω. Ακολουθεί το “Another second to be”, ένα σύντομο και έντονο κομμάτι με δυνατό drive, εξαιρετικά lead sections του Hoffmann και έναν από τους καλύτερους κιθαριστικούς διαλόγους του δίσκου μεταξύ του Wolf και του Jörg Fischer, ενώ το “Walking in the shadow” έχει ένα πιο groovy ύφος με στοιχεία που παραπέμπουν σε DIO, παρόλο που ορισμένοι το χαρακτηρίζουν λιγότερο εμπνευσμένο και «άχρωμο» σε σχέση με τα προηγούμενα. Σε παρόμοιο επίπεδο, το “Man enough to cry” συνεχίζει με μελωδικές και hard rock επιρροές (θυμίζοντας λίγο ZZ TOP), αλλά συχνά κρίνεται ως filler από κάποιους, ενώ το κλείσιμο με το “Stand tight” είναι ένας ακόμη ύμνος που απευθύνεται στον μέσο μεταλλά και ολοκληρώνει με τον πιο δυνατό, παραδοσιακό και “heavy metal” τρόπο ένα εξαιρετικό άλμπουμ.

Συνολικά, τα τραγούδια του “Russian roulette” δημιουργούν μια ισορροπημένη ροή ανάμεσα σε speed-metal επιθέσεις, mid-tempo ύμνους και μια μοναδική μπαλάντα, με έντονο αντιπολεμικό και σε κάποια σημεία αντιθρησκευτικό χαρακτήρα, εξαιρετικά solos του Wolf Hoffmann, μεγαλειώδη ρεφραίν και μια πιο σκοτεινή, λιγότερο γυαλιστερή παραγωγή σε σχέση με το “Metal heart”, κάτι που κάνει τον δίσκο να ακούγεται ώριμος και ποικιλόμορφος, ακόμα και αν η δεύτερη πλευρά θεωρείται από ορισμένους λίγο πιο προβλέψιμη σε σύγκριση με την πρώτη.

Στο χαρακτηριστικό εξώφυλλο του άλμπουμ, που το εμπνεύστηκε η Gaby “Deaffy” Hauke, βλέπουμε στην φωτογραφία του καλλιτέχνη Didi Zill Bravo τους ACCEPT σαν μία ομάδα Ρώσων αξιωματικών, που παίζουν ρωσική ρουλέτα. Ίσως είναι ειρωνικό, αλλά η επιθετικά φορτισμένη πόζα του συγκροτήματος στο εξώφυλλο να ήταν κατά κάποιο τρόπο προφητική αυτού που θα ακολουθούσε μετά την κυκλοφορία του δίσκου, τον Απρίλιο του 1986.

Με την κυκλοφορία του, το “Russian roulette” προκάλεσε μία πόλωση, αλλά γενικά απέσπασε θετικές κριτικές. Στο σύνολό του είναι υψηλού επιπέδου, συνεπές στην ποιότητα του και σίγουρα υποτιμημένο από πολλούς. Το ότι κάποιοι το βρήκαν κουραστικό σε σημεία, υπερβολικά «εμπορικό» ή μία μερίδα από τα ίδια που σέρβιρε το προηγούμενο “Metal heart” (μιλάμε για τόσο «σοβαρές» απόψεις), δεν το εμπόδισε να διαγράψει μία επιτυχημένη πορεία στα ευρωπαϊκά charts. Το άλμπουμ μπήκε στα top-10 Γερμανίας (νο. 5), Φινλανδίας (νο. 3) και Σουηδίας (νο. 9), στο νο. 16 της Νορβηγίας, και στο top-30 της Ελβετίας (νο. 26). Διεθνώς, έπιασε το νο. 30 της Ιαπωνίας, στην Αμερική παραδοσιακά κινήθηκε χαμηλά (νο. 114) ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο πήγε μέχρι το νο. 80, σημειώνοντας σημαντική υποχώρηση σε σχέση με το “Metal heart” (νο. 94 και 50, αντίστοιχα).

Η περιοδεία για το “Russian roulette” ξεκίνησε πριν την επίσημη κυκλοφορία του άλμπουμ, τον Μάρτιο του 1986 από την Γερμανία και ταξίδεψε σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες μέχρι τον Μάιο του 1986, οπότε και ταξίδεψαν στην Βόρεια Αμερική και από εκεί στην Ιαπωνία τον Σεπτέμβριο, κάνοντας περίπου την ίδια διαδρομή με την προηγούμενη περιοδεία. Κατά την διάρκεια των εμφανίσεων τους στις ΗΠΑ, άνοιγαν για τους DIO οι οποίοι εκείνη την εποχή περιόδευαν για το θρυλικό “Sacred heart”.

Μετά από ακόμη μία κουραστική περιοδεία, τα πράγματα στους κόλπους του συγκροτήματος είχαν φτάσει στο απροχώρητο. Οι διαφορετικές απόψεις για την μουσική κατεύθυνση του συγκροτήματος εξελίχθηκαν σε έντονες διαφωνίες, με αποτέλεσμα ο frontman Udo Dirkschneider να αποχωρήσει από το συγκρότημα. Ο τραγουδιστής με τη χαρακτηριστικά μη φιλική προς το ραδιόφωνο φωνή του, επέμενε να παραμείνουν πιστοί στο σκληρό μεταλλικό δόγμα που είχαν χτίσει από το 1981, ενώ οι Wolf Hoffmann, Peter Baltes και η manager Gaby Hauke πίεζαν για μεγαλύτερη εμπορική στροφή προς την αμερικανική αγορά, με πιο ραδιοφωνικό και μελωδικό ήχο, σε μία εποχή όπου ακόμα και συγκροτήματα όπως οι IRON MAIDEN και οι JUDAS PRIEST έκαναν αλλαγές στον δικό τους ήχο, προκειμένου να ενσωματωθούν καλύτερα στο γενικότερο κλίμα. Ο ίδιος ο Udo αργότερα περιέγραψε το τέλος ως αποτέλεσμα «επιχειρηματικών πιέσεων» από την εταιρεία που ήθελε πιο εμπορικό υλικό.

Παρότι πολλοί μίλησαν για «διάλυση», ο Wolf Hoffmann σε συνέντευξή του διευκρίνισε ότι δεν υπήρξε πραγματική διάλυση του συγκροτήματος: «Δεν το σπάσαμε εμείς, ήταν η παλιά κόντρα με τον Udo… ήμασταν κουρασμένοι ο ένας από τον άλλον». Ήταν «αμοιβαία απόφαση» και για λίγα χρόνια παρέμειναν φίλοι. Σε μια κίνηση που δείχνει το πολιτισμένο κλίμα του «διαζυγίου», οι υπόλοιποι ACCEPT έγραψαν και ηχογράφησαν ολόκληρο το πρώτο solo άλμπουμ του Udo, το εκρηκτικό “Animal house” (από τους U.D.O. το 1987), με υλικό που αρχικά προοριζόταν για το επόμενο άλμπουμ των ίδιων των ACCEPT – υλικό που οι ίδιοι δεν ήθελαν να κυκλοφορήσουν! Ο Udo συνέχισε αναπόσπαστος τη σόλο καριέρα του, περιοδεύοντας ακόμα και με επιτυχημένες μπάντες όπως οι Guns N’ Roses, ενώ οι ACCEPT δοκίμασαν τον Αμερικάνο David Reece, με αποτέλεσμα το καλό αλλά εμπορικά αποτυχημένο “Eat the heat” (1989). Οι fans, όπως τελικά αποδείχτηκε, παρέμειναν πιστοί στον Udo και η επανένωση θα ερχόταν συγκυριακά με το “Objection overruled” (1993).

Για τους περισσότερους fans, το “Russian roulette” παραμένει ένα αριστούργημα που συνδυάζει βαρύτητα με εμπορικότητα, προσφέροντας 43 λεπτά καθαρού, κλασικού heavy metal και που ακόμα και σήμερα θεωρείται από πολλούς το πιο υποτιμημένο άλμπουμ της κλασικής εποχής Udo. Όμως ίσως ακόμα πιο πολύ είναι το γλυκόπικρο συναίσθημα που έχει κρατήσει στην μνήμη μας αυτό το άλμπουμ με έναν ιδιαίτερο τρόπο, διότι αποτελεί το τέλος εποχής της κλασικής σύνθεσης ενός από τα μεγαλύτερα metal συγκροτήματα όλων των εποχών.

Κώστας Τσιρανίδης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here