Ας δώσουμε τα χέρια και ας συμφωνήσουμε ότι το “Crack the Skye” ήταν ένα άλμπουμ που οι MASTODON έβγαλαν τον πιο prog εαυτό τους και το “The hunter” που ακολούθησε ως ένα άλμπουμ που αντιδρά στον προκάτοχό του, όντας πιο απλουστευμένο και πιο άμεσο που τα ένωνε όμως ένα συναίσθημα θλίψης και έλλειψης αγαπημένων προσώπων.
Το “Once more ’round the sun” έχει τόσα κοινά χαρακτηριστικά αλλά και τόσες διαφορές την ίδια στιγμή με τα άλμπουμ που αναφέρουμε στην αρχή που το κάνει μοναδικό και σε αναγκάζει να υποκλιθείς για άλλη μία φορά στο ταλέντο αυτής της φοβερής μπάντας από τη Georgia. Στα πρώτα ακούσματα νιώθεις ότι έχεις να κάνεις με ένα άλμπουμ που διατηρεί το πιασάρικο feeling του “The hunter” με τραγούδια όπως το “The motherload” με το bigger-than-life ρεφρέν του και το «βρωμάει MELVINS από χιλιόμετρα» “High road” αλλά είναι τόσο πλούσιο και πομπώδες που αν μπορούσες να αλλάξεις την ιστορία και το τοποθετούσες με απόλυτη μαεστρία να διαδέχεται το “Crack the Skye”, η μετάβαση στο “The hunter” θα ήταν πιο ομαλή αλλά οι MASTODON δεν σκέφτονται έτσι. Ήταν τόσο ειλικρινείς απέναντί μας όλα αυτά τα χρόνια που νιώθεις ότι καταλαβαίνεις και τους αποκωδικοποιείς όπως έναν δικό σου άνθρωπο και στο “Once more ’round the sun” νιώθεις ότι εξοστρακίζουν το συναισθηματικό βάρος της απώλειας και είναι η φωνή του ρέμπελου Brent Hinds στο ομώνυμο τραγούδι που με τα “Leviathan” meets THIN LIZZY vibes του σκίζουν τον αέρα.
Από κει και πέρα το άλμπουμ απογειώνεται, με τα “Chimes at midnight” και “Asleep in the deep” να αποτελούν σοβαρές MASTODON συνθέσεις, τα “Ember city” και “Halloween” απλά μεγάλες τραγουδάρες με το πιο heavy προσωπείο του παρελθόντος να κάνει αρκετές φορές την εμφάνισή του αλλά να μην μονοπωλεί, όπως και τα χαρακτηριστικά τους αρπίσματα και το φλερτ με τις ακουστικές κιθάρες που αποτελούν λατρεία. Ο drummer Brann Dailor μπορεί να έχει περιορίσει τα drum-fill του αλλά έχει πλέον περισσότερο χώρο να απλώσει τα φωνητικά του και μπορούμε επίσημα να θεωρήσουμε ότι υπάρχουν τρεις τραγουδιστές στη μπάντα και παραμένει εντυπωσιακή η εξέλιξή τους σε αυτόν τον τομέα όσο κι αν υπερβάλλουν εαυτούς για να επιτύχουν το θεμιτό αποτέλεσμα. Η παραγωγή του Nick Raskulinecz (RUSH, DEFTONES, FOO FIGHTERS, GHOST) είναι ζεστή, καθαρή και οργανική χωρίς να αλλοιώνει το πνεύμα και ύφος της μπάντας και προσωπικά τους χειροκροτώ όρθιος μέχρι να ακουστεί και η τελευταία νότα του “Diamond in the witch house” για το απίστευτο σερί εκπληκτικών μονάχα κυκλοφοριών από το 2001 μέχρι σήμερα και για την όλη τους στάση όλα αυτά τα χρόνια.
Μην σκαλίζετε άσκοπα το χιπστερό-underground για να βρείτε τον επόμενο ψαγμένο δίσκο. Οι MASTODON τον προσφέρουν απλόχερα σε όλους μας. Όσοι πιστοί προσέλθετε, όλοι έτσι και αλλιώς τους γνωρίζετε. Οι υπόλοιποι ας περιοριστούν στο σχόλιο «τους είδα μια φορά στο Rockwave και είχαν μέτριο ήχο»…
8 / 10
Κώστας Αλατάς












