Αναμφίβολα, η απομάκρυνση του Frank Carter από τους GALLOWS το 2011 υπήρξε το σημείο καμπής για το σχήμα. Η αυθεντική λονδρέζικη χροιά του, σε συνδυασμό με την παρανοϊκή επιθετικότητα που χειριζόταν τους στίχους, πρόσδιδε στη μπάντα κάτι το μοναδικό στο πατροπαράδοτο hardcore που πραγματεύονταν. Η αντικατάστασή του από τον Wade MacNeil (γνωστός από την θητεία του στους ALEXISONFIRE), έστρεψε την πλειοψηφία των οπαδών μακριά από την αγαπημένη τους μπάντα. Όχι τόσο γιατί τα αμερικάνικα ακούγονταν φλώρικα στα αυτιά τους, αλλά πολύ περισσότερο επειδή άρχισαν να απομακρύνονται από τον punk/hardcore δρόμο τους.
Γενικά θα μπορούσαμε να προσομοιάσουμε τους GALLOWS με ένα καράβι, όπου ατάκτως εγκαταλείπεται από τον καπετάνιο και τον πρώτο μηχανικό, προτού αυτό πέσει πάνω στα βράχια. Φυσικά αναφέρομαι στην αποχώρηση του έτερου Carter, Steph, το 2013, ο οποίος όπως φαίνεται ήταν κι ο ιθύνων νους των αποστομωτικών riffs μέχρι και τον προηγούμενο δίσκο. Διότι ας μην γελιόμαστε, το τρίτο και ομότιτλο άλμπουμ, ακολουθούσε ακόμα την ξέφρενη πορεία του εκπληκτικού “Grey Britain” (2011). Σήμερα, το “Desolation sounds” δείχνει πως ακολουθεί μία διαφορετική ρότα, προς μια πιο crust (όχι), blackened (ούτε), ατμοσφαιρική (ναι) κατεύθυνση, όπου εμφανέστατα έχει χαραχθεί με γνώμονα τις ικανότητες και όχι τις ανάγκες του συγκροτήματος.
Φαίνεται πως η μπάντα αρχίζει να προσαρμόζεται σε μία αργόσυρτη φλυαρία, που δεν έχει καμία σχέση με τα ακουστικά ιντερλούδια του παρελθόντος. Το χαμηλό τέμπο έχει αφομοιωθεί στο μεγαλύτερο μέρος των κομματιών, ενώ ταυτόχρονα ο Laurent “Lags” Barnard έχει τροχίσει τις punk ακίδες της μουσικής τους, οδηγώντας έτσι τον ήχο της μπάντας σε μία πιο metal εκδοχή. Ναι, αυτή η κίνηση ίσως και να οδηγήσει νέους ακροατές προς το σκοτεινό λιμάνι των GALLOWS, ωστόσο τραγούδια όπως το “London is the reason” ή “Misery” αποτελούν οριστικά παρελθόν. Από την άλλη, όλη αυτή η ανερχόμενη μυστικιστική ατμόσφαιρα που εκλύεται τα τελευταία χρόνια από την περιρρέουσα occult τάση, έχει επιδράσει στο περιτύλιγμα του συγκροτήματος. Τόσο στο artwork, όσο και στα video clips, είναι ηχηρή η απουσία κάθε πολιτικής χροιάς, ενώ τα λατρεμένα μας χοιρινά (υπεύθυνα για τη διατήρηση της έννομης τάξης), έχουν δώσει τη θέση τους σε σαγηνευτικές σαδομαζοχιστικές παρουσίες.
Όχι, το “Desolation sounds” δεν είναι άσχημος δίσκος. Μπορεί να εκπέμπει μία γενικότερη μετριότητα, αλλά υπάρχουν εκείνα τα δύο τρία κομμάτια που σώζουν την κατάσταση, όπως το “Chains”, “Bonfire season” ή το “Mystic death” (όσα δηλαδή μεταφέρθηκαν στην οθόνη). Το μεγάλο θέμα είναι ότι από τη στιγμή που δεν απευθύνονται στο hardcore κοινό, δύσκολα θα βρουν τα πατήματά τους σε κάποια άλλη σκηνή, όπου μεγαθήρια επισκιάζουν τα πάντα εδώ και χρόνια.
6/10
Νίκος Ζέρης















