DEATH TO ALL – BLOODBATH (Gagarin 205, 13/06/2026)

0
16
Death to All










"/>





Death to All

Την πρώτη φορά που το all-star tribute στους DEATH, με όνομα DEATH TO ALL, είχε έρθει στην Ελλάδα με τους MEMORAIN και τους OBSCURA το 2016, στο Fuzz Club, θυμάμαι, να μην ξέρω τι να περιμένω ακριβώς. Βλέπετε, δεν είχα δει ποτέ μια από τις 3 αγαπημένες μου μπάντες όλων των εποχών (ούτε 8 χρονών όταν ήρθαν το ‘98), οπότε οι DEATH TO ALL, με Gene Hoglan (drums – “Individual thought patterns”, “Symbolic”), Steve DiGiorgio (μπάσο – “Human”, “Individual thought patterns”), Bobby Koeble (κιθάρες – “Symbolic”) και Max Phelps (κιθάρες, φωνή – μέλος στην tribute μπάντα SYMBOLIC) στις τάξεις τους, ήταν το αμέσως κοντινότερο πράγμα. Τι πήρα τότε; Πήρα μια βραδιά – γιορτή, που θα έκανε τον οραματιστή Chuck Schuldiner να χαμογελάει πλατιά από υπερηφάνεια για το πως ο κόσμος με τα χρόνια αναγνώρισε, εκτίμησε και τοποθέτησε τα πεπραγμένα του ακριβώς εκεί που τους πρέπει και τους αξίζει. Στο βάθρο του σκεπτόμενου ακραίου ήχου, στο κλειστό club των ρηξικέλευθων του metal ήχου, που κάθε τους κίνηση, κάτι άλλαζε στο χώρο που υπηρετούσαν.

Από τότε, μέχρι τώρα, οι DEATH τιμήθηκαν άλλες δύο φορές (μια Αθήνα, μια Θεσσαλονίκη), από έτερα παλαιά μέλη (Rick Rozz, Terry Butler – κιθάρες και μπάσο στο “Leprosy”) με τους Gus Rios και Matt Harvey να συμπληρώνουν την σύνθεση των LEFT TO DIE. Άμα θέλεις να διαβάσεις τι έγινε τουλάχιστον στην αξέχαστη συναυλία της Αθήνας, διάβασε όσα είχα γράψει τότε. Κάπως έτσι, φτάνουμε στην περιοδεία “Symbolic healing”, όπου γιορτάζονται τα 35 χρόνια του “Spiritual healing” αλλά και τα 30 χρόνια του “Symbolic”. Το μεν θα καλυφθεί εν μέρει, το δε θα παιχτεί στην ολότητά του. Το πακέτο συμπληρώνει ένα μεγάλο απωθημένο για τον γράφοντα. Οι Σουηδοί deathsters BLOODBATH, για πρώτη φορά στη χώρα μας. Μια από τις πλέον λατρεμένες μου μπάντες της συγκεκριμένης σχολής του death metal, ενώ φέρουν περήφανα τον τίτλο της πρώτης Σουηδικής death metal μπάντας που άκουσα/αγάπησα, προτού μάθω τους GRAVE, ENTOMBED, DISMEMBER, UNLEASHED, VOMITORY, EDGE OF SANITY και τα ρέστα. Ιδανικό ξεκίνημα κιόλας, μια και φτιάχτηκαν αρχικά, σαν φόρος τιμής στους προαναφερθέντες.

Ως τετράδα ανέβηκαν στην σκηνή (απουσία δεύτερης κιθάρας), οι BLOODBATH, οπότε έπρεπε να γεμίσουν κάπως τα κενά, εν μέρει το πέτυχαν. Ποιος να μου το έλεγε ότι θα τους έβλεπα με τον Nick Holmes στα φωνητικά (μπλουζάρα από το ντεμπούτο των BATHORY), ο οποίος ήταν πραγματικά πολύ καλός. Μου κάνει εντύπωση το πόσο έχει ξανανιώσει! Το μπάσιμο με το “So you die” ήταν αρκετό για να ζεστάνει το σβέρκο μου, αλλά η καπάκια εκτέλεση του “Breeding death” (κομμάτι γνωριμίας με τους BLOODBATH), με ΔΙΕΛΥΣΕ, σε σημείο που όποιος στεκόταν δίπλα μου στο Gagarin, με είδε εν εξάλλω να γκαρίζω τους στίχους! Το pit πίσω μου πήρε φωτιά, με το κόσμο να ζεσταίνεται ιδανικά για το τι θα ακολουθούσε. Ένα pit το οποίο, αποτελούνταν ως επί το πλείστον από νεαρά παιδιά, που παίζει αυτή να ήταν από τις πρώτες τους συναυλίες γενικά. Που αυτό μόνο θετικό είναι για τη μελλοντική τους ενασχόληση με τον ακραίο ήχο εν προκειμένω (και με αυτή τη μουσική εν γένει

Για την ιστορία το set των BLOODBATH, μοιράστηκε ως εξής: “Resurrection through carnage” (“Cry my name”, “Like fire”), “Nightmares made flesh” (“Cancer of the soul”, “Brave new hell”, “Outnumbering the day”, “Eaten”), “The fathomless mastery” (“Mock the cross”), “Grand morbid funeral” (“Let the stillborn come to me”), “The arrow of Satan is drawn” (“Fleischmann”) και το τελευταίο πόνημα “Survival of the sickest” (“Carved”, “Putrefying corpse”). Ο Nystrom κένταγε καλύπτοντας για δύο κιθάρες όσο μπορούσε (ΜΠΛΟΥΖΑΡΑ FORBIDDEN – “Twisted into form”), συν ο Joakim Antman από τους υπέροχους LIK, που γέμιζε με το μπάσο του τα κενά, δείχνοντας ωστόσο ότι οι λατρεμένοι Σουηδοί, χρειάζονται ένα σταθερό line up εκ νέου! Καλά, για τον καταστροφέα δερμάτων Martin Axenrot τι να πούμε; Το κάνει να φαίνεται εύκολο, μοιραίος με το γυαλί ηλίου εκείνος και ο Holmes, χωρίς να ιδρώνουν καν! Τώρα που τον βρήκατε τον δρόμο, ελάτε και για ένα πλήρες headline show, να μην μείνει πέτρα πάνω στη πέτρα. Με δεύτερη κιθάρα κατά προτίμηση!

Και τώρα, περνάμε στο κυρίως πιάτο. DEATH TO ALL, ξανά στην Αθήνα. Στην προαναφερθείσα συναυλία του 2016, ήμουν ακόμα φοιτητής (επί πτυχίω μεν, φοιτητής δε). Τώρα με πετυχαίνει σε μια άλλη φάση της ζωής μου. Αυτό, δεν μπαίνει ως άλλη μια βλαμμένη λεπτομέρεια που σκέφτηκα να γράψω εδώ μέσα, ελλείψει καλύτερης ιδέας! Μπαίνει, δείχνοντας κάποια άλλα πράγματα. Πως η μουσική (η συγκεκριμένη εν προκειμένω, αλλά και η μουσική εν γένει) γίνεται συντροφιά, σημείο αναφοράς, όσο κι αν αλλάξει η ζωή κάποιου λόγω συνθηκών, αυτή είναι πάντα “εκεί”. Και επιτελεί διαφορετική λειτουργία ανάλογα με το που βρίσκεται ψυχικά το κάθε άτομο που εκτίθεται σε αυτή. Ξέσπασμα, κάθαρση, λύτρωση, υπενθύμιση. Κάτι που έρχεται και δένει σαν σκεπτικό, με την ιδιοσυγκρασία του Chuck Schuldiner (και των DEATH κατ’ επέκταση) στην ύστερη, πιο μεστή φάση του στιχουργικά (“Spiritual healing” και έπειτα), η οποία θα είχε και την τιμητική της εκ των πραγμάτων στη βραδιά μας.

Τα φώτα χαμηλώνουν, η μπάντα ανεβαίνει στην σκηνή, οι πρώτες νότες παίζουν από το “Infernal death” και το Gagarin μετατρέπεται σε ένα pit ως επί το πλείστον. Η εισαγωγή του κομματιού, δίνει τη σειρά της στο “Living monstrosity” με την βία να μην σταματάει στιγμή! Καπάκια πάρε και ένα “Defensive personalities” να στρώσεις χαρακτήρα! Κάπου εκεί, ο Steve DiGiorgio, μας λέει “όλο αυτό σήμερα, γίνεται για να γιορτάσουμε την κληρονομιά ενός οραματιστή που λέγεται Chuck Schuldiner”. Το Gagarin σείεται από τα απανωτά “CHUCK, CHUCK” με τους τέσσερις επί σκηνής, να γνέφουν καταφατικά, προτού συνεχίσουν το set τους. Δύο ώρες συνολικά, συγκίνησης, λύσσας, αλλά και ενδοσκόπησης σε πολλά σημεία. Τιμήθηκαν όλες οι δουλειές των DEATH: “Scream bloody gore” (“Zombie ritual”), “Leprosy” (“Pull the plug”), “Spiritual healing” (“Altering the future”, ομώνυμο, “Within the mind”), “Human” (“Lack of comprehension”), “Individual thought patterns” (“The philosopher”) και “The sound of perseverance” (“Spirit crusher” σε ένα ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ντουέτο με το “Pull the plug” για σβήσιμο).

Φαίνεται σαν να παρέλειψα κάποιο, σωστά; Όχι, δεν το παρέλειψα, γιατί χρήζει ξεχωριστής αναφοράς, μια και παίχτηκε στην ολότητα του. “Symbolic” κυρίες και κύριοι! Το υποτιθέμενο φινάλε της καριέρας των DEATH, με όλη την σημειολογία που αυτό συνεπάγεται στιχουργικά και μουσικά, από τις πρώτες νότες του ομώνυμου ύμνου, ως το ακουστικό outro του “Perennial quest” που έκαναν και τους πιο σκληροτράχηλους να κλάψουν, έδειξε πως τα 30 χρόνια που πέρασαν από πάνω του, όχι μόνο δεν το άγγιξαν, αλλά το έκαναν αν είναι δυνατόν πιο σημαντικό για μια μερίδα ανθρώπων. Είναι η ενδοσκόπηση του “Empty words” και του ομώνυμου; Είναι η ώριμη δεικτικότητα του “Crystal mountain” προς την οργανωμένη θρησκεία; Είναι το υπέρτατο “1,000 eyes” που είναι πιο επίκαιρο από ποτέ στις μέρες μας. Μάλλον, είναι όλα αυτά μαζί και πολλά περισσότερα, που 30 χρόνια μετά, διατηρούν τον δίσκο ψηλά στις καρδιές του κόσμου. Κάτι που μπορεί να ειπωθεί γενικότερα για το έργο των DEATH και του οραματιστή Chuck Schuldiner.

Άλλη μια βραδιά που το πνεύμα του Chuck, βρισκόταν εκεί, παρακολουθούσε, χαμογελούσε, ενέκρινε και μας άκουγε δυνατά και καθαρά. Το έργο του δεν έχει ξεχαστεί, ούτε πρόκειται. Όσο φτιάχνονται μπάντες που έχουν τους DEATH ψηλά (ως οφείλουν θα πω εγώ), όσο ακούγεται η μουσική τους στις επόμενες γενιές, δεν έχει να φοβάται το παραμικρό. Ζει σε κάθε νότα, τώρα, πάντα και για πάντα.

To those that stood beside me, I’m glad you understand.

Γιάννης Σαββίδης
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here