
Η αφοσίωση του Quorthon στην κυκλοφορία του “Album”, του πρώτου του προσωπικού δίσκου, ο οποίος κυκλοφόρησε σχεδόν ταυτόχρονα με το “Requiem”, το 1994, οι πειραματισμοί του με είδη όπως η grunge και το alternative rock, δίνουν την εντύπωση ότι και ο ίδιος, κάπου έχασε την ταυτότητα των BATHORY.
Όλα τα παραπάνω, είχαν σαν αποτέλεσμα, το “Requiem” να δίνει την εντύπωση ότι ήταν πρόχειρο, γραμμένο «στο πόδι», στερούμενο την παροιμιώδη και μοναδική έμπνευση του ανθρώπου που ταύτισε το όνομα του όσο λίγοι με την Σουηδική (και όχι μόνο φυσικά) μεταλλική σκηνή.
Ο διάδοχος δε του “Requiem”, συνέχισε να κρατά αυτήν την ρετρό thrash αισθητική, βαθαίνοντας ένα παράξενο χάσμα μεταξύ του ανθρώπου πίσω από τους BATHORY και των ίδιων των BATHORY όπως αυτοί υπήρχαν στην συνείδηση του κοινού. Πρέπει αυτό να απασχολεί τον καλλιτέχνη; Όχι! Ειδικά αν αυτό που κάνει έχει μεράκι. Το κακό όμως εδώ, είναι ότι φαίνεται το μεράκι και η έμπνευση να τέθηκαν σε παύση για την περίοδο 1994-1996, για τον Quorthon. Το “Blood on ice” του ‘96, ήρθε για να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά ξανά.
Μπορεί άραγε να υπάρχει «κακός» δίσκος BATHORY; Όπως όλες οι δουλειές τους, έτσι και το “Requiem”, έχει το κοινό του και τους οπαδούς του. Η μοίρα των πιονέρων όμως, είναι να πρωτοπορούν… και σε αυτήν την δισκογραφική στιγμή τους οι BATHORY, δεν πρωτοπόρησαν ακριβώς και ίσως αυτό να είναι η αιτία για την ανάμεικτη (προς πικρή) «γεύση» που άφησε το “Requiem” στα αυτιά των ακροατών του.
Φανούρης Εξηνταβελόνης
















