
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του “Paradise lost” είναι η παραγωγή του. Ο Rhys Fulber (γνωστός για τη δουλειά του με τους FRONT LINE ASSEMBLY και FEAR FACTORY) ανέλαβε ξανά την παραγωγή, δίνοντας στο άλμπουμ μια καθαρή αλλά βαριά ηχητική ταυτότητα. Οι ηλεκτρονικές πινελιές είναι παρούσες αλλά διακριτικές, ενισχύοντας την ατμόσφαιρα αντί να κυριαρχούν στον ήχο. Το αποτέλεσμα είναι ένας δίσκος που ακούγεται σύγχρονος ακόμα και σήμερα, αποφεύγοντας τις παγίδες της εποχής του.
Το “Paradise Lost” συχνά θεωρείται ως το άλμπουμ που τους οδήγησε ξανά σε πιο μεταλλικά μονοπάτια, προετοιμάζοντας το έδαφος για τις πιο σκληρές κυκλοφορίες που θα ακολουθούσαν, όπως το “In Requiem” (2007) και το “Faith divides us – Death unites us” (2009). Παράλληλα, αποτέλεσε και μια από τις πιο συναισθηματικά φορτισμένες κυκλοφορίες τους, με στίχους που αγγίζουν θέματα απόγνωσης, απώλειας και υπαρξιακής αβεβαιότητας.
Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, το “Paradise lost” παραμένει ένα υποτιμημένο διαμάντι στην ιστορία της μπάντας. Δεν είχε την εμπορική επιτυχία του “Draconian times” ούτε τη λατρεία που περιβάλλει τα πρώτα doom/death άλμπουμ τους (και δικαίως), αλλά κατέχει μια ξεχωριστή θέση ως ένας δίσκος που τους βοήθησε να ανακαλύψουν ξανά τη μουσική τους ταυτότητα ή ακόμα καλύτερα, να την επεκτείνουν. Ήταν το άλμπουμ μιας μπάντας που δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, παραμένοντας πάντα πιστή στον πυρήνα της σκοτεινής αισθητικής της.
Σε μια εποχή που πολλές μπάντες του χώρου τους ανακυκλώνουν παλιές ιδέες, το ”Paradise lost” του 2005 αποτελεί υπενθύμιση του γιατί αυτή η μπάντα ξεχωρίζει: γιατί δεν φοβάται να πειραματιστεί, να αποτύχει, να ξαναβρεί τον δρόμο της και να συνεχίσει να δημιουργεί με ειλικρίνεια. Και αυτό, δύο δεκαετίες μετά, είναι το μεγαλύτερο επίτευγμά του.
Φανούρης Εξηνταβελόνης














