A day to remember… 2/6 [QUEEN]

0
88
Queen










"/>



Queen

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “A kind of magic” – QUEEN
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1986
ΕΤΑΙΡΙΑ: EMI/ Capitol
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: QUEEN/ Reinhold Mack/ David Richards
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Freddie Mercury
Κιθάρες – Brian May
Mπάσο – John Deacon
Τύμπανα – Roger Taylor

Η ώρα είναι λίγο μετά τις 19:00, στο ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα του Ιουλίου του 1985, και το Στάδιο Wembley κοντεύει να γκρεμιστεί. Οι QUEEN μόλις έχουν ολοκληρώσει το set τους στο Live Aid, το μεγαλύτερο φιλανθρωπικό μουσικό event που έχει γίνει μέχρι τότε, γράφοντας ιστορία με μια σύντομη αλλά επικών διαστάσεων εμφάνιση, η οποία επιβεβαίωσε τη θέση τους ανάμεσα στα κορυφαία συγκροτήματα της Βρετανίας, πίσω μόνο από τους BEATLES.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 οι QUEEN βρίσκονταν σε μια περίεργη θέση. Παρέμεναν τεράστιοι στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο, όμως είχαν χάσει σε μεγάλο βαθμό την αμερικανική αγορά. Μετά το τελευταίο τους νο. 1 άλμπουμ στις ΗΠΑ, το “The Game” (1980), και το super hit “Another one bites the dust”, ακολούθησε το soundtrack του “Flash Gordon”, που πέρασε σχεδόν απαρατήρητο, ενώ το αμφιλεγόμενο “Hot Space” (1982) δίχασε το κοινό με το μείγμα disco, funk, R&B, dance, pop και new wave. Ακόμη και το πιο επιτυχημένο “The Works” (1984) δεν κατάφερε να αποκαταστήσει πλήρως την αίγλη τους στην Αμερική, κατάσταση που επιδεινώθηκε από την αντίδραση στο βιντεοκλίπ του “I Want To Break Free”, το οποίο αντιμετωπίστηκε πολύ διαφορετικά στις ΗΠΑ απ’ ό,τι στην Ευρώπη. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, οι QUEEN έμοιαζαν να βρίσκονται σε μεταβατική περίοδο. Την ίδια στιγμή, όμως, υπήρχαν ενδείξεις ότι η ιστορία τους δεν είχε τελειώσει.

Τον Ιανουάριο του 1985 εμφανίστηκαν ως headliners στο “Rock in Rio”, πάνω από συγκροτήματα όπως οι IRON MAIDEN και οι WHITESNAKE, μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδες θεατές, αποδεικνύοντας ότι ως live μπάντα παρέμεναν ασυναγώνιστοι. Λίγους μήνες αργότερα ήρθε η στιγμή που άλλαξε τα πάντα. Στις 13 Ιουλίου ανέβηκαν στη σκηνή του Wembley για είκοσι ένα λεπτά που έμελλε να αλλάξουν την πορεία τους. Σήμερα η εμφάνισή τους στο Live Aid θεωρείται μία από τις κορυφαίες στην ιστορία της μουσικής. Ο Freddie Mercury μάγεψε το κοινό, ενώ οι Brian May, John Deacon και Roger Taylor παρουσίασαν δύναμη, αυτοπεποίθηση, θεατρικότητα και απόλυτο έλεγχο. Οι QUEEN θυμήθηκαν ποιοι πραγματικά ήταν.

Η ανταπόκριση κοινού και μέσων ήταν άμεση. Ο Mercury παραδέχθηκε αργότερα ότι το Live Aid, στο οποίο οι QUEEN μπήκαν κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, ήρθε την κατάλληλη ώρα για να δώσει νέα πνοή στο συγκρότημα. Ήταν η στιγμή που μια μπάντα η οποία άρχιζε να αντιμετωπίζεται ως «δεινόσαυρος» της δεκαετίας του ’70 βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο. Οπλισμένος με αυτή τη νέα δυναμική, ο Freddie κάλεσε τους υπόλοιπους στο στούντιο για να ξεκινήσουν αμέσως δουλειά πάνω σε νέο υλικό. Το πρώτο αποτέλεσμα αυτής της δημιουργικής έκρηξης ήταν το “One vision”.

Αν υπάρχει ένα τραγούδι που να συμπυκνώνει το πνεύμα των QUEEN μετά το Live Aid, αυτό είναι το “One vision”. Η αρχική ιδέα ανήκε στον Roger Taylor, ο οποίος άντλησε έμπνευση από τους λόγους του Martin Luther King και το αίσθημα ενότητας που δημιούργησε το τεράστιο φιλανθρωπικό event. Πολύ γρήγορα, το τραγούδι εξελίχθηκε σε συλλογική σύνθεση και για πρώτη φορά τα τέσσερα μέλη του συγκροτήματος μοιράστηκαν επίσημα τα συνθετικά δικαιώματα ενός κομματιού.

Η ηχογράφηση του “One vision” ήταν χαοτική, γεμάτη αυτοσχεδιασμούς και συζητήσεις, όμως οδήγησε σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια τους. Οι ηχογραφήσεις πραγματοποιήθηκαν στα Musicland Studios του Μονάχου και κινηματογραφήθηκαν σχεδόν στο σύνολό τους, δίνοντας για πρώτη φορά στο κοινό πρόσβαση στον κόσμο του στούντιο των QUEEN. Το αποτέλεσμα ήταν ένα τραγούδι γεμάτο ενέργεια, όπου η κιθάρα του Brian May συνυπάρχει με την ψηφιακή τεχνολογία της εποχής και η φωνή του Mercury περνά μέσα από πολύπλοκες επεξεργασίες. Εκεί ακούγεται και το περίφημο “fried chicken”, ένα αστείο που προέκυψε από τους αυτοσχεδιασμούς του Freddie και παρέμεινε στην τελική εκδοχή. Το “One Vision” κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 1985, μήνες πριν από το νέο άλμπουμ, λειτουργώντας ως προάγγελος μιας νέας εποχής για τους QUEEN. Ως single έφτασε στο νο. 7 του Ηνωμένου Βασιλείου και μόλις στο νο. 61 στις ΗΠΑ, επιβεβαιώνοντας τη μειωμένη απήχηση του συγκροτήματος στην αμερικανική αγορά. Παρ’ όλα αυτά, το 1986 απέκτησε κινηματογραφική παρουσία μέσω της πολεμικής περιπέτειας “Iron Eagle”, πλαισιωμένο από ένα soundtrack που περιλάμβανε καλλιτέχνες όπως οι DIO και οι KING KOBRA.

Ενώ οι QUEEN δούλευαν πάνω στο νέο υλικό τους, με τα πρώτα sessions στα Musicland Studios και τη συνέχεια στα Mountain Studios του Montreux, εμφανίστηκε μια απρόσμενη πρόταση. Ο Russell Mulcahy, σκηνοθέτης μιας νέας ταινίας φαντασίας με τίτλο “Highlander” και ήδη γνωστός από τη δουλειά του σε μουσικά βίντεο, αναζητούσε μια μπάντα ικανή να ντύσει μουσικά την ταινία του. Οι QUEEN αποδείχθηκαν ιδανική επιλογή.

Το “Highlander” αφηγούνταν την ιστορία του Connor MacLeod, ενός αθάνατου πολεμιστή καταδικασμένου να βλέπει τον χρόνο να περνά χωρίς να τον αγγίζει. Η αθανασία, η απώλεια, το πεπρωμένο και η υπαρξιακή μοναξιά ταίριαζαν απόλυτα με τη δραματική φύση της μουσικής των QUEEN. Ο Mercury εντυπωσιάστηκε από το σενάριο και η μπάντα βυθίστηκε γρήγορα στον κόσμο της ταινίας. Το αποτέλεσμα ήταν μοναδικό. Έξι από τα εννέα τραγούδια του άλμπουμ συνδέονται άμεσα με το “Highlander”, όμως το συγκρότημα δεν θέλησε να δημιουργήσει ένα συμβατικό soundtrack. Αντίθετα, χρησιμοποίησε την ταινία ως βάση για ένα ολοκληρωμένο στούντιο άλμπουμ. Έτσι γεννήθηκε ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του “A Kind of Magic”: μισό soundtrack, μισό αυτόνομο έργο.

Το ομώνυμο τραγούδι που έδωσε το όνομά του στον δίσκο ξεκίνησε από τον Roger Taylor, εμπνευσμένο από μια ατάκα του Connor MacLeod. Η τελική μορφή του, ωστόσο, οφείλει πολλά στον Freddie Mercury, ο οποίος αναδιαμόρφωσε τη δομή και τη μπασογραμμή, μετατρέποντάς το σε ένα από τα πιο ακαταμάχητα pop-rock singles της δεκαετίας. Το “A Kind of Magic” ισορροπεί ανάμεσα στο εμπορικό στοιχείο και τη θεατρικότητα που χαρακτήριζε πάντα τους QUEEN. Το groove του John Deacon, τα κοφτά φωνητικά του Mercury και η υπνωτική επανάληψη του τίτλου δημιουργούν ένα τραγούδι που αποκαλύπτει τις αρετές του σε κάθε ακρόαση. Παράλληλα, οι αναφορές στο σύμπαν του “Highlander” (“one prize”, “one goal”, “no mortal man”) λειτουργούν ως διακριτικές συνδέσεις με την ταινία, χωρίς να περιορίζουν το κομμάτι σε αυτήν. Δεν είναι τυχαίο ότι εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο διαχρονικά τραγούδια του συγκροτήματος. Ως single έφτασε στο νο. 3 του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ η Αμερική συνέχισε να δείχνει περιορισμένο ενδιαφέρον.

Το πιο απρόσμενο τραγούδι του δίσκου, το “One year of love”, φέρει την υπογραφή του John Deacon και αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη απόκλιση από τον παραδοσιακό ήχο των QUEEN. Αντί για τις κιθάρες του Brian May, ο Deacon φέρνει στο προσκήνιο το σαξόφωνο του Stephen Gregory, γνωστού από το “Careless whisper” του George Michael. Η επιλογή αυτή ενισχύει τον συναισθηματικό χαρακτήρα του τραγουδιού, το οποίο λειτουργεί ως soul μπαλάντα με έντονες AOR αναφορές. Ο Freddie Mercury προσφέρει μία από τις πιο ώριμες ερμηνείες του δίσκου, ενώ τα έγχορδα του Lynton Naiff προσθέτουν επιπλέον ευαισθησία. Δεν είναι από τα πιο γνωστά τραγούδια του άλμπουμ, όμως αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της δημιουργικής ελευθερίας που απολάμβανε ο Deacon. Ως single κυκλοφόρησε μόνο στη Γαλλία και την Ισπανία, φτάνοντας στο νο. 56 των γαλλικών charts.

Οι Mercury και Deacon συνέχισαν την απομάκρυνση από το κλασικό ύφος των QUEEN με το “Pain Is So Close To Pleasure”. Χρησιμοποιώντας μια ιδέα του Brian May, δημιούργησαν ένα τραγούδι με έντονες Motown, soul και funk επιρροές. Το χαρακτηριστικότερο στοιχείο του είναι τα φωνητικά του Mercury, ο οποίος τραγουδά σχεδόν αποκλειστικά σε falsetto, δημιουργώντας έναν ήχο που θυμίζει περισσότερο αμερικανική soul παρά βρετανικό arena rock. Το μπάσο του Deacon αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της σύνθεσης, ενώ τα πλήκτρα και τα synths αντανακλούν πλήρως το ηχητικό περιβάλλον της εποχής. Το κομμάτι συχνά παραβλέπεται, όμως αποκαλύπτει τη βαθιά αγάπη των QUEEN για τη μαύρη αμερικανική μουσική. Κυκλοφόρησε ως single στις ΗΠΑ και τον Καναδά, χωρίς ιδιαίτερη εμπορική επιτυχία.

Το “Friends will be friends” αντιπροσωπεύει την πιο συνειδητή προσπάθεια του συγκροτήματος να αναβιώσει το πνεύμα των μεγάλων συναυλιακών ύμνων της δεκαετίας του ’70. Οι Mercury και Deacon επιχειρούν να συνδέσουν το τραγούδι με τη συναισθηματική αμεσότητα του “We are the champions”, δημιουργώντας ένα κομμάτι σχεδιασμένο για μαζική συμμετοχή του κοινού. Η σύνθεση είναι εσκεμμένα απλή και εστιάζει στη φιλία, την αλληλεγγύη και την πίστη στους ανθρώπους που μένουν δίπλα μας στις δύσκολες στιγμές. Αυτή η ειλικρίνεια εξηγεί γιατί το τραγούδι λειτούργησε τόσο καλά στις συναυλίες. Κατά τη διάρκεια του Magic Tour εξελίχθηκε σε μία από τις πιο συμμετοχικές στιγμές του προγράμματος, με τον Mercury να μετατρέπει το κοινό σε χορωδία δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων. Ως single έφτασε στο νο. 14 του Ηνωμένου Βασιλείου.

Κάπου εδώ τα πράγματα σοβαρεύουν. Αν υπάρχει ένα αδιαμφισβήτητο αριστούργημα στο “A kind of magic”, αυτό είναι το “Who wants to live forever”. Ο Brian May έγραψε το τραγούδι αμέσως μετά την προβολή της σκηνής όπου η Heather, σύζυγος του Connor MacLeod, γερνά και πεθαίνει ενώ εκείνος παραμένει νέος. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μια κινηματογραφική μπαλάντα, αλλά μια βαθιά υπαρξιακή σύνθεση για τη θνητότητα, τον χρόνο και το κόστος της αθανασίας.

Ο May ανοίγει με μια εύθραυστη ερμηνεία πριν παραδώσει τη σκυτάλη στον Mercury, ο οποίος οδηγεί το τραγούδι σε διαστάσεις σχεδόν οπερατικής τραγωδίας. Η National Philharmonic Orchestra και οι ενορχηστρώσεις του Michael Kamen προσδίδουν κινηματογραφικό μεγαλείο χωρίς να επισκιάζουν τη σύνθεση. Μέσα στο “Highlander” λειτουργεί ως σχόλιο πάνω στην αθανασία. Μετά το 1991, όμως, άρχισε να ακούγεται σαν ένας οδυνηρά προφητικός στοχασμός πάνω στη ζωή του Freddie Mercury.

Εάν το “Who wants to live forever” εκφράζει τη μελαγχολική πλευρά του “Highlander”, το “Gimme the prize (Kurgan’s theme)” εκφράζει τη βία και τη σκοτεινή του ενέργεια. Η σύνθεση του Brian May είναι ένα από τα πιο επιθετικά τραγούδια που ηχογράφησαν ποτέ οι QUEEN. Βαριά riffs, σχεδόν μεταλλική αισθητική και αποσπάσματα διαλόγων από την ταινία συνθέτουν ένα κομμάτι που λειτουργεί ως μουσική προσωποποίηση του Kurgan, τον οποίο υποδύεται ο Clancy Brown. Σε μια περίοδο όπου οι QUEEN είχαν στραφεί έντονα προς τα synths και την pop αισθητική, το τραγούδι υπενθυμίζει ότι μπορούσαν ακόμη να ακούγονται σκληροί και απειλητικοί. Παρά το γεγονός ότι ούτε ο Mercury ούτε ο Deacon το συμπαθούσαν ιδιαίτερα, η ακατέργαστη ενέργειά του το έχει μετατρέψει σε αγαπημένο πολλών οπαδών.

Το “Don’t lose your head” του Roger Taylor αποτελεί μία από τις πιο παράξενες στιγμές του δίσκου. Βασισμένο σε ατάκα του “Highlander”, συνδυάζει ηλεκτρονικούς ρυθμούς, synths, samples και μια ατμόσφαιρα που παραπέμπει περισσότερο σε soundtrack παρά σε κλασικό άλμπουμ των QUEEN. Η συμμετοχή της Joan Armatrading προσθέτει μια ιδιαίτερη πινελιά, ενώ η παραγωγή του David Richards τονίζει τον σύγχρονο, σχεδόν κινηματογραφικό χαρακτήρα του κομματιού. Μπορεί να μην ανήκει στα πιο δημοφιλή τραγούδια του δίσκου, αποτελεί όμως σημαντικό δείγμα της διάθεσης του συγκροτήματος για πειραματισμό.

Το καλύτερο, πάντως, το κράτησε ο Freddie για το τέλος. Το “Princes Of The Universe” είναι η μοναδική σύνθεση του άλμπουμ που φέρει αποκλειστικά την υπογραφή του και λειτουργεί ως η απόλυτη μουσική ενσάρκωση του κόσμου του “Highlander”. Πρόκειται για μια συμπυκνωμένη rock όπερα γεμάτη αλλαγές ρυθμού, δραματικές κορυφώσεις και ασταμάτητη ένταση. Ο Mercury ακούγεται περισσότερο σαν μυθικός ήρωας παρά σαν τραγουδιστής. Οι στίχοι μιλούν για δύναμη, μοίρα και αθανασία, ενώ η μπάντα συνοδεύει με μία από τις πιο δυναμικές εκτελέσεις της καριέρας της. Το τραγούδι ανοίγει την ταινία, κλείνει ιδανικά το άλμπουμ και αργότερα απέκτησε δεύτερη ζωή ως θέμα της τηλεοπτικής σειράς “Highlander”. Με τα χρόνια εξελίχθηκε σε cult αγαπημένο κομμάτι και σε μία από τις τελευταίες μεγάλες hard rock δηλώσεις του Freddie Mercury. Ως κατακλείδα του “A Kind of Magic”, δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει πιο ταιριαστό τέλος.

Για την προώθηση του άλμπουμ γυρίστηκε μια σειρά από video clip που συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της ταυτότητάς του. Το «ντοκιμαντερίστικο» “One Vision” πρόσφερε μια ματιά στη δημιουργική διαδικασία των QUEEN στο Μόναχο, ενώ το “A Kind of Magic”, σκηνοθετημένο από τον Russell Mulcahy του “Highlander”, μετέτρεψε τον Freddie Mercury σε μια σχεδόν υπερφυσική φιγούρα που ζωντανεύει έναν εγκαταλελειμμένο θεατρικό χώρο. Το ατμοσφαιρικό “Who wants to live forever” επένδυσε στη δραματικότητα της σύνθεσης με ορχήστρα, χορωδία και εικόνες κινηματογραφικής μεγαλοπρέπειας, ενώ το “Princes Of The Universe” αξιοποίησε τα αυθεντικά σκηνικά του “Highlander” και τη συμμετοχή του Christopher Lambert, θολώνοντας τα όρια ανάμεσα σε μουσικό βίντεο και κινηματογραφική σκηνή. Την ίδια φιλοσοφία ακολουθούσε και το εξώφυλλο του δίσκου, σχεδιασμένο από τον Roger Chiasson, που παρουσίαζε τα μέλη των QUEEN ως υπερμεγέθεις καρτουνίστικους χαρακτήρες μέσα σε έναν πολύχρωμο κόσμο φαντασίας. Με τον Mercury να δεσπόζει στο κέντρο σαν μάγος-αφηγητής, το artwork αποτύπωνε ιδανικά τον χαρακτήρα του άλμπουμ: έναν συνδυασμό της rock μεγαλοπρέπειας των QUEEN με το φανταστικό σύμπαν του “Highlander”.

Όταν το “A kind of magic” έφτασε στα δισκοπωλεία, η ανταπόκριση στη Μεγάλη Βρετανία ήταν άμεση. Το 12ο άλμπουμ των QUEEN γνώρισε τεράστια επιτυχία, αν και η πορεία του στις ΗΠΑ ήταν σαφώς πιο συγκρατημένη. Αντικατόπτριζε απόλυτα τη θέση τους στα μέσα της δεκαετίας του ’80: ευρωπαϊκό μεγαθήριο, αλλά όχι πλέον αμερικανική υπερδύναμη. Το άλμπουμ μπήκε κατευθείαν στο Νο. 1 του Ηνωμένου Βασιλείου και παρέμεινε για 63 εβδομάδες στα charts. Την πρώτη εβδομάδα πούλησε περίπου 100.000 αντίτυπα, ενώ οι προπαραγγελίες είχαν ήδη ξεπεράσει τις 300.000. Μέχρι τον Οκτώβριο του 1986 είχε γίνει διπλά πλατινένιο με περίπου 600.000 πωλήσεις. Στην υπόλοιπη Ευρώπη έφτασε στο Νο. 2 της Ολλανδίας, Νο. 3 της Αυστρίας, Νο. 4 της Δυτικής Γερμανίας και της Ελβετίας, Νο. 5 της Νορβηγίας και Νο. 6 της Γαλλίας, ενώ κατέκτησε την κορυφή και στην Αργεντινή. Αξιοσημείωτο είναι ότι επτά από τα εννέα τραγούδια του κυκλοφόρησαν ως singles, με τέσσερα να εισέρχονται στο βρετανικό Top 30.

Στις ΗΠΑ, αντίθετα, το άλμπουμ σταμάτησε στο Νο. 46 του Billboard 200. Για μια μπάντα που λίγα χρόνια πριν είχε κυκλοφορήσει το πολυπλατινένιο “The game”, η επίδοση θεωρήθηκε απογοητευτική. Είναι χαρακτηριστικό ότι χρειάστηκαν άλλα δεκαέξι χρόνια για να αποκτήσει χρυσή πιστοποίηση. Οι QUEEN εξακολουθούσαν να είναι τεράστιοι στην Ευρώπη, αλλά δεν εξέφραζαν πλέον το αμερικανικό κοινό όπως την περίοδο 1974-1980, από το “Sheer heart attack” έως το “The game”.

Η κυκλοφορία του “A Kind Of Magic” συνοδεύτηκε από τη μεγαλύτερη περιοδεία της καριέρας των QUEEN. Το Magic Tour ξεκίνησε στις 7 Ιουνίου 1986 στη Στοκχόλμη και εξελίχθηκε σε θρίαμβο. Περισσότεροι από ένα εκατομμύριο θεατές παρακολούθησαν τις 26 συναυλίες της περιοδείας. Το Wembley γέμισε δύο φορές, στο Slane Castle της Ιρλανδίας κατέρριψαν κάθε προηγούμενο ρεκόρ προσέλευσης και στην Βουδαπέστη πρόσφεραν μία από τις σημαντικότερες εμφανίσεις δυτικού συγκροτήματος πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα.

Στο επίκεντρο βρισκόταν πάντα ο Freddie Mercury. Το κίτρινο στρατιωτικό σακάκι, η βασιλική κάπα, το στέμμα και η μοναδική επικοινωνία του με το κοινό δημιούργησαν εικόνες που σήμερα αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της μυθολογίας των QUEEN. Τότε, βέβαια, κανείς δεν γνώριζε ότι θα αποκτούσαν τόσο μεγάλη συναισθηματική βαρύτητα. Στις 9 Αυγούστου 1986, μπροστά σε περισσότερους από 120.000 θεατές στο Knebworth Park, οι QUEEN έδωσαν την τελευταία τους συναυλία με τον Freddie Mercury.

Το “A Kind Of Magic” δεν θεωρείται από όλους το κορυφαίο άλμπουμ των QUEEN. Η σημασία του, όμως, ξεπερνά τη μουσική του αξία. Είναι ο δίσκος που γεννήθηκε από την αναγέννηση του Live Aid, συνδέθηκε για πάντα με το “Highlander”, οδήγησε στη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή περιοδεία του συγκροτήματος και έκλεισε την τελευταία περίοδο κατά την οποία οι QUEEN μπορούσαν να κοιτάζουν το μέλλον χωρίς τη σκιά της ασθένειας. Ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί να ασκεί τέτοια γοητεία. Είναι το ηχητικό ντοκουμέντο της τελευταίας μεγάλης νίκης των QUEEN. Και όπως οι αθάνατοι ήρωες του “Highlander”, η μαγεία του συνεχίζει να επιβιώνει πολύ μετά το τέλος της ιστορίας.

Κώστας Τσιρανίδης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here