A day to remember… 15/3 [KISS]

0
11
Kiss




>








Kiss

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Destroyer” – KISS
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1976
ΕΤΑΙΡΙΑ: Casablanca Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Bob Ezrin
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Κιθάρες/Φωνητικά – Paul Stanley
Mπάσο/Φωνητικά – Gene Simmons
Κιθάρες – Ace Frehley
Τύμπανα/Φωνητικά – Peter Criss

Την 15η Μαρτίου 1976, πριν ακριβώς 50 χρόνια, οι KISS κυκλοφόρησαν το “Destroyer”, τον δίσκο που τους έκανε από cult φιγούρες σε παγκόσμια φαινόμενα, με έναν ήχο που ακόμα και σήμερα ακούγεται σαν κινηματογραφικό blockbuster.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, οι φερέλπιδες και ανατρεπτικοί KISS, είχαν ήδη κυκλοφορήσει τρία αξιόλογα άλμπουμ (“Kiss”, “Hotter than Hell” και “Dressed to kill”), πετυχαίνοντας το εξής παράδοξο: ενώ είχαν καθιερωθεί με την εικόνα και την σκηνική τους παρουσία σε μία σεβαστή βάση οπαδών, οι δίσκοι τους πουλούσαν από μέτρια έως απογοητευτικά. Ωστόσο, αυτή η συνθήκη άλλαξε άρδην το 1975, με την κυκλοφορία του πρώτου ζωντανά ηχογραφημένου τους άλμπουμ, “Alive!”, του πρώτου χρυσού τους άλμπουμ, το οποίο κατάφερε να αιχμαλωτίσει όλη αυτή την ενέργεια των συναυλιών τους, η οποία τους διέφευγε στο στούντιο.

Αυτή η πρωτοφανής, για τα δεδομένα του συγκροτήματος, επιτυχία, ανέβασε το συγκρότημα σε άλλη πίστα, και ανακούφισε την δισκογραφική τους εταιρεία, Casablanca Records. Η ανέλιξη αυτή, ωστόσο, αποδείχτηκε δίκοπο μαχαίρι για το συγκρότημα. Η επόμενη τους δουλειά έπρεπε να είναι αντάξια της νεότευκτης επιτυχίας τους και, επιτέλους, να μπορεί να μεταφέρει όλον τον ενθουσιασμό και ατμόσφαιρα των συναυλιών τους στο στούντιο. Κάπως έτσι, τον Αύγουστο του 1975, οι KISS άρχισαν ήδη να ετοιμάζουν υλικό για το τέταρτο στούντιο άλμπουμ τους, περιοδεύοντας για την προώθηση του “Alive!”.

Προκειμένου να διασφαλίσουν ότι το νέο άλμπουμ θα πετύχαινε αυτούς τους στόχους και θα ξεπερνούσε ό,τι προηγούμενο είχαν κυκλοφορήσει, οι KISS προσέλαβαν τον παραγωγό Bob Ezrin, γνωστό από τις λεπτομερείς και πολύπλοκες παραγωγές του στα μνημειώδη άλμπουμ του Alice Cooper στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70. Ο Ezrin έφερε μία «κινηματογραφική» προσέγγιση στην διαδικασία ηχογράφησης, ενώ επέμεινε σε εκτενείς πρόβες των τραγουδιών πριν την ηχογράφηση, κάτι που οι KISS δεν είχαν κάνει ποτέ στο παρελθόν.

Έτσι, λοιπόν, το συγκρότημα δούλευε καθισμένο σε κύκλο, με τον Ezrin να εξετάζει εξονυχιστικά κάθε πτυχή του κάθε τραγουδιού, από την δομή της σύνθεσης μέχρι τους στίχους. Έθεσε προκλήσεις στο συγκρότημα να ξεπεράσουν τα συνηθισμένα όρια τους, τόσο συνθετικά όσο και θεματικά, παίζοντας ολόκληρες ιστορίες και πλουσιότερες ενορχηστρώσεις και πιέζοντας τους να τελειοποιήσουν κάθε μικρή λεπτομέρεια στην απόδοση τους. Και ο ρόλος του δεν σταματούσε εδώ: ο Ezrin αναδιάτασσε κομμάτια στα τραγούδια, πρότεινε νέες τοποθετήσεις στα φωνητικά, έφερε μουσικά όργανα ορχήστρας και χορωδία και κυρίως, ενθάρρυνε τους KISS να σκέφτονται την μουσική τους με κινηματογραφικούς όρους, δηλαδή σαν το soundtrack μιας ταινίας. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, το νέο τους εγχείρημα εξελίχθηκε σε ό,τι πιο φιλόδοξο είχαν δοκιμάσει να κάνουν από την αρχή της καριέρας τους.

Όπως είχε αποκαλύψει ο Stanley, οι ηχογραφήσεις με τον Ezrin ήταν σαν ένα «μουσικό στρατόπεδο εκπαίδευσης», όπου ο παραγωγός τους ωθούσε, με τον τρόπο του, να τελειοποιήσουν κάθε κομμάτι που τους αφορούσε εντός της παραγωγικής διαδικασίας. Ξεκίνησαν τις πρώτες ηχογραφήσεις αρχές Σεπτέμβρη του 1975, στα Electric Lady Studios της Νέας Υόρκης, όντας ακόμα μέσα σε περιοδεία και αφού κατάφεραν να κλέψουν λίγο χρόνο ανάμεσα στις live εμφανίσεις τους. Εκεί κατάφεραν να βάλουν κάτω κάποια από τα βασικά κομμάτια του επερχόμενου άλμπουμ τους. Η κύρια δουλειά έγινε λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1976 στο Record Plant. Ο Ezrin επιστράτευσε μερικά ακόμα αντισυμβατικά μέσα για την παραγωγή του. Έφερε το πιάνο δίπλα στις ηλεκτρικές κιθάρες  πρόσθεσε ορχηστρικά και χορωδιακά μέρη, καθώς και ειδικά εφέ, με στόχο να δημιουργήσει ένα πιο «κινηματογραφικό» άλμπουμ, παρά να κάνει μία απλή και άμεση rock ηχογράφηση.

Τα μέλη των KISS δεν είχαν ακαδημαϊκή μουσική εκπαίδευση. Για αυτό, σε τακτά χρονικά διαστήματα, ο Ezrin σταματούσε τα sessions των ηχογραφήσεων για να τους διδάξει τα βασικά της μουσικής θεωρίας. Μάλιστα, σε μία περίπτωση που ο Peter Criss αδυνατούσε να κρατήσει σωστά τον ρυθμό με ακρίβεια, ο παραγωγός τον βοήθησε δίνοντας του ο ίδιος το tempo χτυπώντας ένα κουτί!

Όπως και με πολλά άλλα στοιχεία, εδώ έχουμε και την πρώτη φορά που οι KISS έφεραν μουσικούς εκτός μπάντας για να συνεισφέρουν στον δίσκο. Μέλη της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης παρείχαν συμφωνικά μέρη σε μία μπαλάντα που θα εξελισσόταν στο τεράστιο hit, ενώ ο κιθαρίστας του Alice Cooper, Dick Wagner, χάρισε στο άλμπουμ διάφορα κιθαριστικά μέρη.

Μία από τις πιο «κινηματογραφικές» στιγμές που προέκυψαν κατά τις ηχογραφήσεις ήταν η δραματική εισαγωγή σε ένα τραγούδι, η οποία περιλάμβανε ηχητικά εφέ, όπως το άναμμα της μηχανής ενός αυτοκινήτου και ένα σύντομο δελτίο ειδήσεων στο ραδιόφωνο. Για την ιστορία, ο Ezrin (που κάνει και τον ραδιοφωνικό ρεπόρτερ στο «δελτίο»), βγήκε από το στούντιο, πήρε μαζί του μικρόφωνα και ηχογράφησε πραγματικούς ήχους από ένα αυτοκίνητο ενός υπαλλήλου του στούντιο που ήταν παρκαρισμένο στο δρόμο. Έτσι κατόρθωσε να δημιουργήσει την «κινηματογραφική» ατμόσφαιρα στο τραγούδι, μαζί με το ραδιόφωνο που παίζει το “Rock and roll all nite” και την σφοδρή σύγκρουση στο τέλος του. Τώρα, για το αυτοκίνητο υπάρχουν απλά φήμες. Κάποιοι λένε πως πρόκειται για ένα Pontiac Firebird Trans Am, ενώ άλλοι μιλούν για supercar τύπου Ferrari ή κάποιο ευρωπαϊκό με κινητήρα V8/V12, λόγω του «μουγκρητού» που ακούγεται βαθύ και υψηλών στροφών. Προσωπικά, στοιχηματίζω πως είναι ξεκάθαρα “made in USA” και γιατί όχι και από το Detroit – την τότε Μέκκα της αμερικάνικης αυτοκινητοβιομηχανίας – αφού άλλωστε και οι KISS μας άφησαν ένα hint στον τίτλο του συγκεκριμένου τραγουδιού: “Detroit Rock City”.

Αυτό το τραγούδι, ένα από τα πιο γνωστό ‘70s hits των KISS κατέληξε να είναι το εναρκτήριο του νέου δίσκου, ο οποίος επρόκειτο, μεταξύ άλλων ευφάνταστων ιδεών, να ονομαστεί “Dynasty”! Παρόλα αυτά, πάνω στην βασανιστική προσπάθεια του συγκροτήματος να βρουν τίτλο για το άλμπουμ, ήρθε σαν από μηχανής θεός ο μικρός γιος ενός manager τους, που είπε ότι θα του άρεσε πολύ το “Destroyer”. Η έμπνευση του πιτσιρικά εντυπωσίασε το συγκρότημα που το αποδέχτηκε ομόφωνα και τους έδωσε την βάση και για το οπτικό κομμάτι της νέας κυκλοφορίας.

Γραμμένο από τους Paul Stanley και Bob Ezrin, το “Detroit Rock City”, που ανοίγει το “Destroyer”, αφηγείται την ιστορία ενός fan των KISS που σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα πηγαίνοντας σε συναυλία τους. Σύμφωνα με τον Stanley «κάποιος που ερχόταν στο γήπεδο σκοτώθηκε σε τροχαίο… πόσο παράξενο κάποιος να χάνει τη ζωή του, πηγαίνοντας σε κάτι τόσο διασκεδαστικό». Η εισαγωγή – μία ασυνήθιστη αφηγηματική προσθήκη, καθώς ελάχιστα hard rock τραγούδια ξεκινούσαν έτσι – περιλαμβάνει ένα ραδιοφωνικό δελτίο ειδήσεων με τη φωνή του Ezrin. Η μπασογραμμή, σύμφωνα με τον Gene Simmons, ήταν εμπνευσμένη από το “Freddie’s dead” του Curtis Mayfield. Παρόλο που αρχικά δεν τα πήγε καλά ως single, το “Detroit Rock City” έγινε ένα από τα πιο εμβληματικά κομμάτια των KISS και σταθερό μέρος των ζωντανών τους εμφανίσεων.

To “King of the night time world” που ακολουθεί, προήλθε από τους Hollywood Stars και γράφτηκε από τους Mark Anthony και Kim Fowley. Ο Paul Stanley ξαναέγραψε τους στίχους και προσάρμοσε την ενορχήστρωση για τους KISS. Είναι ένα από τα πιο βαριά και επιβλητικά κομμάτια του άλμπουμ. Ο Ezrin, ακούγοντας το demo, πρότεινε στους KISS να το ηχογραφήσουν. Τα power chords ενισχύθηκαν με πιάνο, δημιουργώντας αυτό που ονομάζεται στην στουντιακή ορολογία “wall of sound”. Ο Stanley περιγράφοντας τη φιλοσοφία του Ezrin, είπε πως «νομίζαμε ότι χρώμα στον ήχο σήμαινε να ρυθμίζουμε τα πρίμα στον ενισχυτή, αλλά με τον Bob καταλάβαμε ότι χρώμα σήμαινε ενορχήστρωση και πολλαπλά επίπεδα ήχου».

Ένα από τα πιο θεαματικά τραγούδια των KISS, το “God of thunder” γράφτηκε αρχικά από τον Paul Stanley για να το τραγουδήσει ο ίδιος, όμως το τραγούδι έγινε το σήμα κατατεθέν του Gene Simmons, που τελικά πήρε τα κύρια φωνητικά, αφού ο Ezrin επιβράδυνε τον ρυθμό. Σύμφωνα με τον Stanley «ο Bob είπε ότι θα το τραγουδήσει ο Gene, κι εγώ καταρρακώθηκα!». Το κομμάτι περιλαμβάνει ασυνήθιστα εφέ, όπως εκρήξεις, κραυγές παιδιών (που ήταν οι γιοι του Ezrin) και ανάποδα ηχογραφημένα τύμπανα. Η απειλητική ερμηνεία του Simmons ταίριαξε απόλυτα με τη σκοτεινή ατμόσφαιρα, μετατρέποντας το τραγούδι σε κεντρικό σημείο της θεατρικής του περσόνας ως “The Demon”.

Το “Great expectations” που κλείνει την πρώτη πλευρά του “Destroyer” είναι ένα από τα πιο ασυνήθιστα τραγούδια στην ιστορία των KISS. Γραμμένο από τους Simmons και Ezrin, διαθέτει ενορχήστρωση με χορωδία και μια μελωδία βασισμένη στη σονάτα “Pathétique” του Μπετόβεν! Η φιλοδοξία του Ezrin ήταν να δώσει στο άλμπουμ κινηματογραφική εμβέλεια, όπως προαναφέρθηκε και για αυτό τον σκοπό περιλαμβάνει τη χορωδία αγοριών του Χάρλεμ μαζί με διαφορετικές «στρώσεις» κιθάρας. Οι στίχοι αντανακλούν τον εγωισμό και τη ρομαντική έπαρση του Gene “Demon” Simmons, που τον ξανακούμε στα φωνητικά, αλλά η μουσική προσέγγιση είναι σαφώς πολύ θεατρική.

Η δεύτερη πλευρά ξεκινάει με το “Flaming youth”, ένα τραγούδι-Φρανκενσταϊν που κατασκευάστηκε από αποσπάσματα πολλών ημιτελών τραγουδιών και δεύτερο single από το άλμπουμ. Ο Ezrin οργάνωσε τα κομμάτια σε μια συνεκτική σύνθεση και πρόσθεσε ένα calliope (εκκλησιαστικό όργανο που λειτουργεί με ατμό!) για να ενισχύσει τον «καρναβαλικό» ήχο. Οι στίχοι μιλούν για τη νεανική επανάσταση και την ελευθερία. Το επόμενο “Sweet pain” είναι, το δίχως άλλο, ένα από τα πιο σκοτεινά και μυστηριώδη τραγούδια του “Destroyer”. Όταν ήρθε η ώρα της ηχογράφησης, ο Ace Frehley ήταν απών, οπότε ο Ezrin κάλεσε τον Dick Wagner (κιθαρίστας του Alice Cooper) για το κιθαριστικό σόλο, παρόλο που, για λόγους marketing, το σόλο πιστώθηκε αρχικά στον Frehley. Οι στίχοι κινούνται στα συνηθισμένα για τον Simmons θέματα περί αποπλάνησης και κινδύνου.

Μέχρι εδώ δεν ακούμε κάτι που να ξεχωρίζει ιδιαίτερα στην δεύτερη πλευρά του δίσκου. Όμως, με το πρώτο single του άλμπουμ τον Μάρτιο του 1976, το “Shout it out loud”, οι ισορροπίες αλλάζουν. Το περίεργο είναι ότι πρόκειται για ένα τραγούδι που –σε αντίθεση με τις προσφιλείς τακτικές του Ezrin – γράφτηκε στο πόδι, στο σπίτι του παραγωγού πριν από μία ηχογράφηση. Κατά τον Paul Stanley «προσπαθούσαμε να αντιγράψουμε κάτι στο ύφος της Motown… φωνητικά τύπου Four Tops με ερωταποκρίσεις». Το τραγούδι έγινε ένας από τους καθοριστικούς ύμνους του συγκροτήματος και γράφτηκε για να γίνει ο απόλυτος συναυλιακός ύμνος. Ήταν το πρώτο νο. 1 hit single των KISS στον Καναδά και μπήκε στο Top 40 των ΗΠΑ.

Παραδόξως, όμως, η μεγαλύτερη επιτυχία του άλμπουμ ξεκίνησε ως ένα demo με τίτλο “Beck”, γραμμένο από τον Peter Criss και τον συνθέτη και παραγωγό Stan Penridge. Και ευτυχώς, κανείς δεν ακολούθησε την συμβουλή του Neil Bogart, αφεντικού της Casablanca Records, που είχε δηλώσει ανοιχτά ενώπιον όλων, ότι το τραγούδι δεν του άρεσε καθόλου. Ο Ezrin το μετέτρεψε σε ορχηστρική μπαλάντα, φέρνοντας τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης για την ενορχήστρωση. Το τελικό κομμάτι, που βαπτίστηκε “Beth”, περιλαμβάνει μόνο τον Criss να τραγουδά, χωρίς τα υπόλοιπα μέλη. Αρχικά, ελέω Bogart, κυκλοφόρησε ως B-side του “Detroit Rock City”, αλλά έγινε η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία των KISS στις ΗΠΑ, καθώς οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί άλλαζαν κατευθείαν την πλευρά του single, επιλέγοντας το “Beth”! Τελικά, αφού κυκλοφόρησε ως αυτόνομο single τον Αύγουστο του 1976 , έφτασε μέχρι το νο. 7 του US Billboard Hot 100 και έγινε χρυσό, ενώ το 1977 κέρδισε και το People’s Choice Award, αυξάνοντας δραματικά την βάση των ακροατών του συγκροτήματος και βάζοντας τους μέσα σε πολλά αμερικάνικα νοικοκυριά, ερχόμενοι σε μία άτυπη συμφιλίωση με την πουριτανική αμερικανική κοινωνία. Χώρια το ότι αποτέλεσε με κάποιο τρόπο έναν πρόδρομου του πολύ εμπορικού είδους τραγουδιού που στα ‘80s θα ονομαζόταν “power ballad” και θα κατακτούσε τα αμερικάνικα (και όχι μόνο) ραδιόφωνα και τηλεοράσεις.

Το “Destroyer” κλείνει με μία ερώτηση. Το “Do you love me?” εξερευνά το θέμα της φήμης και της αβεβαιότητας στις σχέσεις στον κόσμο των rock stars. Κατά τον Paul Stanley «ασχολείται με το αιώνιο ερώτημα: με αγαπάς για αυτό που είμαι ή για αυτά που έχω;». Μουσικά συνδυάζει το glam rock ύφος με την εκλεπτυσμένη και πολύ ταιριαστή παραγωγή του Ezrin, αντανακλώντας την απότομη άνοδο των KISS στην κορυφή.

Το “Destroyer” σηματοδότησε και μια καθοριστική αλλαγή στην εικόνα του συγκροτήματος, ενισχύοντας την ιδέα ότι οι KISS ήταν ημίθεοι και όχι μια οποιαδήποτε rock μπάντα. Αρχικά, για το εξώφυλλο είχε προσεγγιστεί ο κορυφαίος Frank Frazetta, αλλά τελικά το ανέλαβε ο fantasy καλλιτέχνης Ken Kelly, ο οποίος δήλωσε συγκλονισμένος μετά από μια συναυλία τους. Ο Kelly χρειάστηκε να ζωγραφίσει το εξώφυλλο δύο φορές. Η πρώτη εκδοχή έδειχνε το συγκρότημα με τα παλαιότερα κοστούμια του “Alive!” και περιλάμβανε πολύ περισσότερες φλόγες και ερείπια. Η Casablanca Records την απέρριψε ως υπερβολικά βίαιη, ενώ ο μάνατζερ Bill Aucoin θεώρησε πως δεν ήταν αρκετά δυναμική! Η αναθεωρημένη έκδοση απεικονίζει τους KISS ως φιγούρες που μοιάζουν με υπερήρωες, ξεπηδώντας θριαμβευτικά πάνω από ένα μετα-αποκαλυπτικό, ερειπωμένο τοπίο. Το τελικό αποτέλεσμα έγινε μια από τις πιο εμβληματικές εικόνες στην ιστορία του rock, ταιριάζοντας απόλυτα με τον δραματικό και «μεγαλειώδη» ήχο του άλμπουμ. Αυτή η συγχώνευση μουσικής και θεατρικής ταυτότητας έγινε ο πυρήνας του brand των KISS. Και δύο μήνες αργότερα, ο καλλιτέχνης έμελλε να μας χαρίσει ένα ακόμη μυθικό εξώφυλλο, μέσω μίας άλλης κυκλοφορίας, ενός δίσκου-σταθμού στην ιστορία του hard rock και του heavy metal, που δεν είναι άλλος από το “Rising” των RAINBOW.

Όταν το κυκλοφόρησε το “Destroyer”, οι αντιδράσεις ήταν αρχικά ανάμικτες. Ορισμένοι κριτικοί το θεώρησαν υπερβολικά θεατρικό, με το περιοδικό Rolling Stone να ασκεί κριτική περί «φουσκωμένων μπαλαντών» και «στόμφου», αντανακλώντας τον αρνητισμό των δημοσιογράφων της εποχής απέναντι στους KISS. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, το άλμπουμ αναγνωρίστηκε ως ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους του hard rock των ’70s και ο δίσκος που τους μεταμόρφωσε από ένα δημοφιλές περιοδεύον συγκρότημα σε παγκόσμιο πολιτιστικό φαινόμενο. Έφτασε μέχρι το νο. 11 του Billboard 200 τον Μάϊο του 1976 και παρά τις αργές, αρχικές πωλήσεις, έγινε χρυσό τον Απρίλιο του 1976 και πλατινένιο τον Νοέμβριο του 1976. Μέχρι σήμερα έχει πουλήσει πάνω από δύο εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στις ΗΠΑ.

Στην συγκλονιστική περιοδεία που ακολούθησε για την προώθηση του άλμπουμ, το ολοένα αυξανόμενο κοινό των KISS βίωσε το απόλυτο σημείο καμπής, μετατρέποντας τις συναυλίες από μία απλή rock συναυλία σε ολοκληρωμένο «rock θέατρο» επιπέδου Broadway. Το σκηνικό ήταν μια πιστή, τρισδιάστατη αναπαράσταση της μετα-αποκαλυπτικής πόλης από το εξώφυλλο του Ken Kelly, με έναν πύργο πέντε μέτρων και πλατφόρμες που επέτρεπαν στο συγκρότημα να κινείται κατακόρυφα, ενισχύοντας την εικόνα τους με στολές-πανοπλίες υπερηρώων και μαζικότερα πυροτεχνήματα. Υπό την καθοδήγηση του Bob Ezrin, ο οποίος είχε θητεύσει δίπλα στον Alice Cooper, οι KISS άρχισαν να δομούν τη συναυλία τους με θεατρικές «σκηνές» για κάθε μέλος. Για παράδειγμα, ο Gene Simmons στο “God of thunder” έπαιζε την κεντρική στιγμή του “Demon”, φτύνοντας αίμα και φωτιά και πετώντας πάνω από τη σκηνή με υδραυλικό γερανό. O Peter Criss ερμήνευε ζωντανά το “Beth”, τραγουδώντας καθισμένος σε μια θήκη τυμπάνων, ενώ οι Ace Frehley και Paul Stanley είχαν τις δικές τους στιγμές με κιθάρες που πετούσαν καπνούς και τη μοναδική αλληλεπίδραση τους με το πλήθος. Παρά τις τεχνικές και οικονομικές προκλήσεις —καθώς το τεράστιο σκηνικό ήταν δύσκολο στη μεταφορά και συχνά έπρεπε να απλοποιείται για μικρότερους χώρους— η περιοδεία σημείωσε τεράστια επιτυχία. Ήταν η πρώτη φορά που οι KISS ταξίδεψαν διεθνώς (συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης), καθιερώνοντας το μοντέλο του “arena-rock spectacle”, που θα επηρέαζε αργότερα πολλά και διαφορετικά συγκροτήματα όπως οι Iron Maiden και οι Mötley Crüe.

Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του “Destroyer” ήταν η διεύρυνση των ηχητικών δυνατοτήτων του είδους, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό για ένα συγκρότημα σαν τους KISS. Ο Bob Ezrin προσέδωσε μια κινηματογραφική αισθητική, εισάγοντας ενορχηστρώσεις, χορωδίες και ηχητικά εφέ—μια προσέγγιση σπάνια για το hard rock των μέσων της δεκαετίας του ’70. Ο Paul Stanley, αντανακλώντας αυτή την αλλαγή, δήλωσε ότι «πριν από τον Bob, νομίζαμε ότι η ηχογράφηση δίσκου σήμαινε απλώς να συνδέουμε τα όργανα και να παίζουμε, όμως εκείνος μας έδειξε πώς να χτίζουμε κάτι πολύ μεγαλύτερο». Η αφηγηματική φιλοδοξία του δίσκου, με κομμάτια όπως το “Detroit Rock City”, λειτούργησε ως μια μίνι ροκ όπερα για τη νεολαία και τη μυθολογία των συναυλιών. Εμπορικά, το “Beth”, που καθιέρωσε για πολλούς την φόρμουλα της “power ballad” των ‘80s, ώθησε το “Destroyer” να γίνει ο πρώτος πλατινένιος δίσκος των KISS, εδραιώνοντας την άνοδό τους σε επίπεδο σούπερ σταρ που πλέον έπαιζαν σε αρένες. Και κοιτώντας πίσω, ίσως το “Destroyer” να αντιπροσωπεύει τη στιγμή που οι πλανήτες ευθυγραμμίστηκαν για τους KISS και το αμερικάνικο hard rock παντρεύοντας μουσική, εικόνα και φιλοδοξία.

Κώστας Τσιρανίδης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here