A day to remember… 19/2 [BRUCE DICKINSON]

0
20
Dickinson




>








Dickinson

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ:  “Skunkworks –   Bruce Dickinson
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΙΑ: Raw Power
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jack Endino
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Bruce Dickinson – Φωνητικά
Alex Dickson Κιθάρες
Chris Dale – Μπάσο
Alessandro Elena – Τύμπανα

“Skunkworks” λοιπόν από την άλλοτε (για τότε φυσικά) φωνή του Θηρίου και πρόκειται για ένα αίνιγμα, το οποίο κυκλοφόρησε μια μέρα σαν αυτή το 1996, σε μια περίοδο που ο Bruce Dickinson είχε απομακρυνθεί από τους IRON MAIDEN και προσπαθούσε ξεκάθαρα να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό του ως καλλιτέχνης. Εκείνη την εποχή, το όνομά του ήταν τόσο δεμένο με το heavy metal, που κάθε κίνηση εκτός αυτού του πλαισίου φαινόταν σχεδόν προκλητική. Το “Skunkworks” δεν γράφτηκε με heavy metal λογική, αντίθετα, γράφτηκε με πρόθεση να ακουστεί σύγχρονο και να πατήσει πάνω στον εναλλακτικό ήχο των 90s. Αυτό από μόνο του εξηγεί γιατί προκάλεσε σύγχυση σε αρκετούς ακροατές από την πρώτη στιγμή. Δεν ήταν αυτό που περίμενε ο κόσμος από τη φωνή που είχε συνδεθεί με έπη, αρένες και φυσικά τον ήχο της Σιδηράς Παρθένου και μια αίσθηση ξινίλας ήταν μάλλον αναπόφευκτη.

Η δημιουργία του άλμπουμ βασίστηκε σε μια σταθερή μπάντα που από το στούντιο θα έβγαινε στον δρόμο, κάτι που ο Dickinson ήθελε συνειδητά. Στο πλευρό του βρέθηκαν ο κιθαρίστας Alex Dickson, ο μπασίστας Chris Dale και ο ντράμερ Alessandro Elena (“I’m in band with an Italian drummer”;). Η παραγωγή έγινε από τον Jack Endino, όνομα συνδεδεμένο με τον ήχο του Σιάτλ και το grunge, επιλογή που από μόνη της δείχνει την κατεύθυνση που ήθελε να πάρει το project. Ο Dickinson δεν προσπάθησε να κρύψει αυτή τη στροφή, ούτε να την γλυκάνει για τους παλιούς του οπαδούς. Αντίθετα, έδειχνε αποφασισμένος να αφήσει πίσω του οτιδήποτε θύμιζε το παρελθόν του, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι θα απογοήτευε μεγάλο μέρος του κοινού του. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η αποφασιστικότητα δεν συνοδεύτηκε εντέλει από αντίστοιχα δυνατές ιδέες.

Συνθετικά, το “Skunkworks” κινείται σε πιο χαμηλούς τόνους από οτιδήποτε συνδεδεμένο με το όνομα του Dickinson, από τους SAMSON στο Θηρίο και στο “Tattooed millionaire” και τις “Μπάλες στον Πικάσο”. Τα τραγούδια βασίζονται σε απλά ριφ, αρκετά επαναλαμβανόμενα, με μια αισθητική που κοιτάζει (καθόλου κλεφτά) προς alternative rock και grunge μονοπάτια, χωρίς όμως να καταφέρνει να ξεχωρίσει πραγματικά μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Υπάρχουν στιγμές που η προσπάθεια μετάβασης σε τέτοιες διαδρομές δείχνει ειλικρινής, αλλά σπάνια ακούς κάτι που να μένει για ώρα στο μυαλό. Η φωνή του Dickinson, αν και αναγνωρίσιμη, μοιάζει συχνά περιορισμένη, όχι τόσο λόγω δυνατοτήτων όσο λόγω επιλογών. Σαν να προσπαθεί να χωρέσει σε έναν ήχο που δεν του ταιριάζει απόλυτα, κρατώντας χαμηλά την ένταση και αποφεύγοντας τις μεγάλες κορυφώσεις. Αυτό δίνει στον δίσκο μια επίπεδη αίσθηση, που δύσκολα ανατρέπεται ακόμα και στα πιο υποσχόμενα κομμάτια.

Από στιχουργικής πλευράς, το άλμπουμ είναι πιο εσωστρεφές και καθημερινό, μακριά από φανταστικά θέματα και δραματικές αφηγήσεις. Αυτό από μόνο του δεν είναι αρνητικό, όμως η γραφή συχνά μοιάζει πρόχειρη ή απλώς διεκπεραιωτική. Δεν υπάρχουν ιδιαίτερα στοιχεία που να ξεχωρίζουν, ούτε κάποια σαφής θεματική που να δένει το σύνολο. Ο δίσκος ακούγεται σαν συλλογή ιδεών που δεν εξελίχθηκαν όσο θα μπορούσαν. Είναι εμφανές ότι ο Dickinson ήθελε να αποδείξει πως δεν εξαρτάται από το παρελθόν του, όμως στην προσπάθεια αυτή φαίνεται να έχασε μέρος της ταυτότητάς του. Το αποτέλεσμα δεν είναι αποτυχημένο με την έννοια της κακής εκτέλεσης, αλλά περισσότερο άχρωμο και άτολμο, ειδικά αν ληφθεί υπόψη το επίπεδο εμπειρίας του.

Το “Skunkworks” ευτυχώς ή δυστυχώς, παραμένει ένας δίσκος που εξηγείται περισσότερο ιστορικά παρά μουσικά. Έχει αξία ως ντοκουμέντο μιας μεταβατικής περιόδου, όπου ο Bruce έψαχνε τον δρόμο του μακριά από τις βεβαιότητες της αξεπέραστης καριέρας του με τους MAIDEN. Ως σύνολο, όμως, δύσκολα δικαιολογεί τον χρόνο που απαιτεί, ειδικά για κάποιον που δεν έχει συναισθηματικό δέσιμο με τον δημιουργό του. Λείπει το κομμάτι εκείνο που θα λειτουργούσε ως σημείο αναφοράς, κάτι που να δίνει λόγο ύπαρξης σε όλο το εγχείρημα. Αντί γι’ αυτό, μένει η αίσθηση μιας προσπάθειας που δεν πήγε αρκετά καλά τελικά. Δεν είναι ένας δίσκος που εξοργίζει ή προκαλεί έντονες αντιδράσεις. Απλώς περνά και φεύγει, αφήνοντας πίσω του την εντύπωση ότι θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερος αν είχε βρει πιο καθαρή κατεύθυνση και μεγαλύτερη τόλμη. Ή αν πολύ απλά, δεν υπήρχε καν στον κατάλογο της αντιαεροπορικής σειρήνας.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here