
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The Deluge” – MANILLA ROAD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1986
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Black Dragon
ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ: Jay Merhoff, MANILLA ROAD, Max Merhoff, Rick Fisher, Sherry Avett
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά/Κιθάρες – Mark Shelton
Μπάσο – Scott Park
Drums/percussion/backing vocals/synthesizer – Randy “Thrasher” Foxe
«Αν ο Conan δεν ήταν ταινία, αλλά σειρά με πολλά επεισόδια, σίγουρα και το “The deluge”, των MANILLA ROAD, θα μπορούσε να την είχε «ντύσει» μουσικά». Αυτή ήταν μια από τις πρώτες μου σκέψεις πριν από πολλά χρόνια, όταν «έπεσε» στα χέρια μου το εν λόγω άλμπουμ. Ακούγοντας και τις υπόλοιπες δουλειές του συγκροτήματος, ειδικά τις πολύ κοντινές σε αυτό κυκλοφορίες, “Crystal logic” του 1983 και “Open the gates” του 1985, η σκέψη έγινε εντονότερη. Όσοι έχετε έστω και λίγο ασχοληθεί με το γκρουπ, λογικά θα συμφωνήσετε μαζί μου, αφού το συγκρότημα με τα προαναφερθέντα άλμπουμ είχε θέσει ήδη πολύ γερά θεμέλια σε ότι αποκαλούμε «Επικό heavy metal», αποτελώντας για πάντα έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους αντιπροσώπους του ιδιώματος.
Σε κάθε δίσκο του γκρουπ υπάρχει ένας ιδιαίτερος μυστικισμός και ατμόσφαιρα σε όλη την διάρκεια του, αφού οι συνθέσεις τους, όντας μη απλοϊκές αλλά περίτεχνα περίπλοκες και ποικιλόμορφες μουσικά, μια και το γκρουπ αναμειγνύει με μοναδικό τρόπο είδη, δεν είναι εύκολες στην ακρόαση. Παρόλο που δεν έγιναν ποτέ εμπορικό μεγαθήριο, εντούτοις μας χάρισαν δουλειές που σίγουρα σημάδεψαν την καριέρα τους, με το “The deluge”, την πέμπτη δουλειά τους, να είναι ένα από αυτά που έχουν ξεχωρίσει.
Έχω ξαναγράψει ότι αρκετές φορές, παρόλο που δεν είμαι μουσικός, προσπαθώ να «βάλω» τον εαυτό μου στην θέση των μελών ενός συγκροτήματος, προσπαθώντας να «μπω» λίγο στο μυαλό τους και να βιώσω πως αντιμετωπίζουν την επόμενη δισκογραφική τους κίνηση. Στην συγκεκριμένη περίπτωση επειδή ένα χρόνο πριν είχαν κυκλοφορήσει έναν «κολοσσιαίο» δίσκο σαν το “Open the gates”. Θεωρώ πως σίγουρα κάθε φορά θα υπάρχει ένα άγχος για το τελικό αποτέλεσμα, αφού αφενός οι συγκρίσεις είναι πάντα αναπόφευκτες, αφετέρου προσδοκούν στο να διατηρούν ενεργό το ενδιαφέρον του οπαδού για το γκρουπ, με ωραίες συνθέσεις. Όταν όμως αναφερόμαστε σε μουσικούς που η λέξη «ταλέντο» είναι «ποτισμένη» μέσα τους, είναι σύνηθες ο ακροατής να λαμβάνει μόνο θετικά αποτελέσματα, όπως έγινε και στο “The deluge”.
Οι MANILLA ROAD, ειδικά με τα τότε δυο προηγούμενα άλμπουμ τους, είχαν δημιουργήσει μια άκρως αναγνωρίσιμη ηχητική ταυτότητα με το μουσικό μοτίβο που ακολουθούσαν, στην οποία «πάτησαν» και στην τότε νέα δουλειά τους. Θέλησαν απλά να συνεχίσουν την πολύ καλή πορεία που είχαν πάρει, κάτι που σαφώς κατάφεραν. Τα τραγούδια τους είχαν ένα μείγμα Αμερικανικού power, παραδοσιακού heavy metal, με αρκετά progressive και speed metal μέρη, και κάποιες, ανά στιγμές πινελιές άλλων ιδιωμάτων όπως το doom, γεφυρώνοντας τα με τον πλέον ιδανικό τρόπο, δημιουργώντας άλμπουμ τα οποία με το που πατάς το play σε μεταφέρουν πετυχημένα από τη μια σε κόσμους όπου οι δράκοι, οι πολεμοχαρείς πολεμιστές, τα orks, και όλες οι φιγούρες που έχεις δει σε ταινίες που καταπιάνονται με επική θεματολογία, κινούνται δίπλα σου συνεχώς. Από την άλλη οι αναφορές σε ιστορικά γεγονότα, ή λοιπές μυθολογικές ιστορίες ήταν διάσπαρτες σε ότι έκαναν.
Τραγούδια, με συνεχείς ξεσηκωτικές και γεμάτες δυναμισμό στιγμές, με to-the-point μελωδίες και φωνητικές γραμμές, και μια συνεχή αφηγηματική δομή και ροή, η οποία μέσα από τις μουσικές εναλλαγές στη σύνθεση, έφτανε στην ένταση και κορύφωση της ιστορίας, όπως το συγκρότημα αντιλαμβανόταν. Συνθέσεις που είχαν ένα απόκοσμο πέπλο και μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα να τις περιβάλλει, και σίγουρα χρειάζονταν πολλές ακροάσεις για να εντρυφήσεις μέσα τους.

Έτσι και στην νέα τότε δουλειά ακολουθήθηκε η συνταγή των πρόσφατων παρελθοντικών ετών με ότι είχαν γνωρίσει οι ακροατές από το συγκρότημα. Το δραματικό στυλ και ύφος δόμησης των συνθέσεων που δημιουργούν ο συνδυασμός στίχων και μουσικής, τηρήθηκαν στο έπακρο και έτσι το άλμπουμ πήρε επάξια την σκυτάλη από την προηγουμένη δουλειά. Μπορεί σε σύνολο τραγουδιών να μην ήταν ακριβώς στο ίδιο συνθετικό επίπεδο, αλλά και πάλι το καθένα, αποτελούσε ένα μείγμα από νότες που δημιουργούσαν μοναδικές ιστορίες, από έναν τραγουδιστή που σίγουρα είναι ένας Viking storyteller. Κάθε σύνθεση ήταν σαν μια πολεμική ιαχή, ή μια έντονη μουσική καταιγίδα, αφού στην εν λόγω δουλειά δημιούργησαν ένα λίγο πιο επιθετικό, τεχνικό και γεμάτο θεματικό βάθος ήχο σε κάθε μια. Τα “Dementia”, “Shadow in the black”, “Hammer of the witches”, “Isle of the dead”, “Friction in mass”, το ομώνυμο και φυσικά το all time classic “Divine victim”, θα μνημονεύονται σαν αντιπροσωπευτικά δείγματα τέχνης ενός ιδιώματος.
Τραγούδια που θα είναι για πάντα μια ωδή στο επικό metal, με την άρρηκτη σφραγίδα του ήχου και των χαρακτηριστικών των MANILLA ROAD, να είναι σε πλήρη ισχύ, αφού για μια ακόμα δουλειά η «ωμή» παραγωγή έδωσε την ώθηση στις συνθέσεις να ηχούν όσο απόκοσμες και μυστικιστικές «έπρεπε» να είναι μες βάση αυτό που πρεσβεύουν. Το άλμπουμ περιλάμβανε πιο σύντομα και δυνατά κομμάτια στην αρχή, ακολουθούμενα από πιο ογκώδη, επικά τραγούδια, όπως το ομώνυμο, προς το τέλος, και παρόλο που διατήρησαν τον επικό metal ήχο τους, οι συνθέσεις «φλέρταραν» και κάπως με το thrash, λόγω των κιθαριστικών μερών.
Το μεγαλύτερο όμως «όπλο» και αυτού του άλμπουμ ήταν τα ίδια τα μέλη που έπαιζαν τα τραγούδια. Αν ο Shelton ήταν το κεφάλι και ο εγκέφαλος που σκεφτόταν και οργάνωνε τα πάντα, οι άλλοι δυο ήταν ένας Τιτάνας Άτλαντας σε ένα σώμα. Ο Randy Fox του οποίου η περίτεχνη τεχνική του στα τύμπανα έδωσε μια νέα πνοή στον ήχο των MANILLA ROAD, κάνοντάς τον πιο ζωντανό και επιβλητικό. Το παίξιμό του όντας ταυτόχρονα χαοτικό αλλά και πλήρως μελετημένο, έδωσε στο άλμπουμ μια απρόβλεπτη ενέργεια. Κάπως έτσι η ηχητική χημεία που προέκυψε με τον μπασίστα Scott Park, αλλά και τα ευφυή κιθαριστικά ριφ με συνεχείς εναλλαγές του Shelton, ενός μουσικού που είχε από τότε εξαιρετικές ικανότητές και στη σύνθεση τραγουδιών αλλά και στην θεατρική ερμηνεία, με τα ρινικά φωνητικά του να εκπέμπουν μια περίσσια «οργή» από τα ηχεία, δημιούργησε την ιδανική βάση για ένα δυναμικό rhythm section, που ήξερε τι να προσφέρει στον ακροατή.
Το “The deluge” αποτέλεσε το τρίτο κεφάλαιο σε μια «χρυσή σε δημιουργία και έμπνευση» εποχή ενός συγκροτήματος που μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο, δεν έκανε καμία κίνηση τυχαία, κυκλοφορόντας δίσκους που πρέπει να τους ακούς και απολαμβάνεις στην ολότητα τους, αφού η αρτιότητά τους ξεκινούσε από τα υπέροχα χαρακτηριστικά εξώφυλλα μέχρι, και φυσικά, τις συνθέσεις. Η εν λόγω δουλειά θα ενίσχυε την φήμη και την αίγλη που θα είχε δημιουργήσει το γκρουπ, «φέρνοντας» σίγουρα ακόμα πιο πολλούς οπαδούς, αποτυπώνοντας το ηχητικό στίγμα που ήθελαν να προσφέρουν οι MANILLA ROAD στο κοινό.
Το άλμπουμ από τότε λογίζεται σαν μια από τις ωραιότερες και αντιπροσωπευτικότερες δουλειές τους, και χρήζει τον σεβασμό του ακροατή. Απόδειξη σε αυτό είναι ότι ακόμα και σήμερα, 40 χρόνια μετά την κυκλοφορία του, ακούγεται το ίδιο ευχάριστα κάθε φορά που επιλέξει κάποιος να περάσει χρόνο μαζί του, κάνοντας το ένα άλμπουμ που έχει καταφέρει να διατηρηθεί ακμαίο στον χρόνο, επηρεάζοντας στο έπακρο, κυρίως, τους 3 επόμενους δίσκους του γκρουπ, αλλά και όλη την καριέρα του. Έτσι το άλμπουμ δεν πρέπει να λείπει από μια δισκοθήκη οπαδού του επικού ήχου, αφού έχει τραγούδια, που θα διεγείρουν για πάντα τις αισθήσεις του.
Did you know that?
– Η επανέκδοση του άλμπουμ σε cd το 2001, έχει σαν bonus την ζωντανή εκτέλεση του “Dementia”.
– Το τραγούδι “Divine victim” είναι εμπνευσμένο από την Ιωάννα της Λωραίνης.
– Το άλμπουμ ήταν διαθέσιμο μόνο σε format βινυλίου την χρονιά κυκλοφορίας.
– Το άλμπουμ έχει επανακυκλοφορήσει περισσότερες φορές σε format βινυλίου από CD.
– H εταιρία τους, Black Dragon Records, είναι μια από τις πιο αναγνωρίσιμες της δεκαετίας του 1980 και βοήθησε πολύ στην εξάπλωση του heavy metal. Αν δεν υπήρχε, συγκροτήματα όπως οι CANDLEMASS, LIEGE LORD, HEIR APPARENT, DAVID CHASTAIN, STEEL VENGEANCE, SAVAGE GRACE, ANTHEM και EXXPLORER, μεταξύ άλλων, ίσως δεν θα είχαν δει το φως της δημοσιότητας. Στην εν λόγω δισκογραφική, κυκλοφόρησαν και οι δικοί μας FLAMES την τρίτη τους δουλειά “Summon the dead”, παράλληλα με την Ελληνική δισκογραφική.
– Το line up του δίσκου είναι για πάρα πολλούς το πιο αγαπητό στην καριέρα του συγκροτήματος.
– Το άλμπουμ είναι ένα από αυτά που έχει επανακυκλοφορήσει αρκετές χρονιές από τη High Roller.
– Το άλμπουμ θεωρείται σαν ένα από τα αριστουργήματα του συγκροτήματος, με επιρροή σε συγκροτήματα όπως οι SLOUGH FEG, PHARAOH και ZUUL.
– Ο Shelton έχει δηλώσει ότι το άλμπουμ «έχει όλο το πακέτο» όσον αφορά την ηχογράφηση, τη σύνθεση τραγουδιών και την πολυπλοκότητα.
Θοδωρής Μηνιάτης







>



