
ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Presence” – LED ZEPPELIN
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1976
ΕΤΑΙΡΙΑ: Swan Song/Atlantic
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jimmy Page
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Robert Plant
Κιθάρες – Jimmy Page
Mπάσο/πλήκτρα – John Paul Jones
Τύμπανα – John Bonham
Τον Φλεβάρη του 1975, οι LED ZEPPELIN με το “Physical graffiti” βρέθηκαν στην κορυφή του κόσμου. Το άλμπουμ έγινε νο. 1 ταυτόχρονα σε ΗΠΑ και Μ. Βρετανία μέσα σε λίγες μέρες (μόνο οι BEATLES το είχαν καταφέρει επτά χρόνια νωρίτερα με το “White album”) και το συγκρότημα έσπασε κι άλλα συναυλιακά ρεκόρ, πετυχαίνοντας πέντε sold-out βραδιές στο Earls Court του Λονδίνου τον Μάιο του 1975, ενώ παρέμεναν σταθερά το όνομα με τα υψηλότερα έσοδα από περιοδείες παγκοσμίως εκείνη την περίοδο. Στις αρχές του 1975, κανείς δεν πλησίαζε τους LED ZEPPELIN σε εμπορική και συναυλιακή επιτυχία.
Η μπάντα ξεκίνησε την προετοιμασία για μία ακόμη περιοδεία στις ΗΠΑ, προγραμματισμένη για το καλοκαίρι του 1975. Συγκεκριμένα είχαν σχεδιάσει οκτώ συναυλίες, από τις 23 Αυγούστου έως τις 9 Σεπτεμβρίου με τις δύο πρώτες εμφανίσεις να έχουν ξεπουλήσει. Επιπλέον, μια ευρωπαϊκή περιοδεία είχε προγραμματιστεί για το φθινόπωρο. Αυτά τα μεγαλεπήβολα σχέδια, όμως, δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, λόγω της εμπλοκής του τραγουδιστή Robert Plant σε ένα παραλίγο μοιραίο περιστατικό, που έμελλε να επηρεάσει την μελλοντική πορεία των ZEPPELIN.
Το συγκρότημα αποφάσισε να κάνει ένα σύντομο διάλειμμα πριν επιστρέψει στην Αμερική. Οι οικογένειες των Plant και Page είχαν ζήσει ένα σχεδόν περιπετειώδες ταξίδι. Ξεκινώντας από το Μαρόκο, διέσχισαν τη Σαχάρα με Range Rover, χάθηκαν επανειλημμένα στην έρημο και τελικά κατέληξαν στην Καζαμπλάνκα και, από εκεί, στο γραφικό Montreux της Ελβετίας, όπου τους φιλοξένησε ο Claude Knobs του Montreux Jazz Festival (ο “Funky Claude” που αναφέρεται στο “Smoke on the water” των DEEP PURPLE). Η συνολική εμπειρία άφησε έντονα αποτυπώματα στους δύο καλλιτέχνες, όχι μόνο στην ψυχολογία του Plant, αλλά και στο υλικό που θα έγραφαν στη συνέχεια. Ωστόσο, ο Plant ένιωθε ότι χρειαζόταν ακόμη λίγες ημέρες ξεκούρασης πριν επιστρέψει στη σκηνή. Έτσι επέλεξε την όμορφη Ρόδο, έναν δημοφιλή προορισμό για τους Βρετανούς. Ο Page προτίμησε να κάνει μία εξόρμηση στην Σικελία, επιδιδόμενος στο αγαπημένο του «σπορ», το «κυνήγι» του μάγου Aleister Crowley και, εν προκειμένω, το παλιό «Αββαείο του Θελήματος» (Abbey of Thelema), στα περίχωρα της πόλης Cefalù, κοντά στο Παλέρμο, που ενδιαφερόταν να αγοράσει.
Στην Ρόδο, ο Plant με την σύζυγο του Maureen και τα παιδιά τους, συναντήθηκαν με φίλους, που διέμεναν σε σπίτι ιδιοκτησίας του Roger Waters. Το κλίμα ήταν χαλαρό και τίποτα δεν προμήνυε την καταστροφή που θα ακολουθούσε. Το απόγευμα της 4ης Αυγούστου 1975, ο Plant νοίκιασε ένα Morris Mini. Η σύζυγος του, Maureen, οδηγούσε, ενώ στο πίσω κάθισμα βρίσκονταν τα δυο παιδιά τους και η κόρη του Jimmy Page. Πίσω τους ακολουθούσε ένα δεύτερο αυτοκίνητο με συγγενείς. Κάποια στιγμή, χωρίς σαφή αιτία, η Maureen έχασε τον έλεγχο. Το αυτοκίνητο βγήκε από τον δρόμο και προσέκρουσε σε δέντρο. Οι συνέπειες, αν και ευτυχώς όχι θανατηφόρες, ήταν καταστροφικές. Ο Plant υπέστη σοβαρά κατάγματα στον αστράγαλο και τον αγκώνα. Η Maureen τραυματίστηκε ακόμη πιο βαριά, με κατάγματα στη λεκάνη, στο πόδι και στο κρανίο, και χάνοντας μεγάλη ποσότητα αίματος. Ο τραγουδιστής, βλέποντάς τη γυναίκα του αιμόφυρτη και αναίσθητη, πίστεψε ότι είχε πεθάνει. Τα παιδιά ούρλιαζαν από τον τρόμο στο πίσω κάθισμα.
Οι συνθήκες που επικρατούσαν τότε στο νησί δεν βοήθησαν την κατάσταση. Καθώς στην Ρόδο του 1975 δεν υπήρχε διαθέσιμο ασθενοφόρο, οι τραυματίες μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο με ένα ημιφορτηγό που μετέφερε φρούτα. Όταν, δε, έφτασαν επιτέλους στο νοσοκομείο, αποκαλύφθηκε το πλήρες μέγεθος της τραγωδίας. Η Maureen είχε υποστεί πολλαπλά κατάγματα και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, τα παιδιά είχαν κατάγματα σε πόδι και χέρι, ενώ η κόρη του Page, ήταν η μόνη που γλύτωσε με ελαφρούς τραυματισμούς. Η ζωή της Maureen κινδύνευε άμεσα λόγω της απώλειας αίματος, όντας ευτυχώς τυχερή στην ατυχία της καθώς η αδελφή της πρόσφερε αίμα για μετάγγιση. Από εκεί και πέρα, η ιστορία παίρνει σχεδόν κινηματογραφική τροπή.
Άμεσα ειδοποιήθηκε ο manager τους Peter Grant στο Λονδίνο, και ο tour manager Richard Cole κινητοποιήθηκε άμεσα. Οργανώθηκε μια «επιχείρηση διάσωσης» αλλά οι ελληνικές τοπικές αρχές αρνούνταν να αφήσουν τους τραυματίες να φύγουν πριν ολοκληρωθεί η έρευνα για το ατύχημα. Η λύση ήταν ακραία: ο Cole ουσιαστικά «απήγαγε» τους τραυματίες από το νοσοκομείο, μεταφέροντάς τους κρυφά σε ιδιωτικό αεροπλάνο. Μέσα σε λίγες ώρες βρίσκονταν στον αέρα, κατευθυνόμενοι προς το Λονδίνο. Ακόμη, όμως, και σε αυτό το σημείο, η παράνοια συνεχίστηκε. Επειδή οι ZEPPELIN ήταν «φορολογικοί εξόριστοι» (“tax exiles” που μεταφέραν μόνιμα την διαμονή τους σε άλλη χώρα με ευνοϊκότερη φορολογία, προκειμένου να αποφύγουν τους υψηλούς φόρους του Ηνωμένου Βασιλείου), η προσγείωση καθυστέρησε για… λογιστικούς λόγους. Το αεροπλάνο έκανε κύκλους στον αέρα, μέχρι που ο Cole αποφάσισε να αγνοήσει τις οδηγίες και να προχωρήσει σε άμεση προσγείωση. Ο Plant και η οικογένεια του μεταφέρθηκαν στο Guy’s Hospital του Λονδίνου. Οι γιατροί ήταν ξεκάθαροι: ο τραγουδιστής μπορεί να χρειαζόταν έξι μήνες για να περπατήσει ξανά, ενώ δεν υπήρχε εγγύηση πλήρους αποκατάστασης.
Ο Robert μεταφέρθηκε στο νησάκι της Μάγχης Jersey για ανάρρωση, σε κακή σωματική και ψυχολογική κατάσταση. Φιλοξενήθηκε σε μία έπαυλη, όπου, καθηλωμένος σε αναπηρικό καροτσάκι για εβδομάδες, περνούσε τον χρόνο του απομονωμένος, καταναλώνοντας αλκοόλ και παυσίπονα, με τη διάθεσή του να αμφιταλαντεύεται μεταξύ απελπισίας και αβεβαιότητας. Η αδράνεια, ωστόσο, δεν μπορούσε να συνεχιστεί επ’ αόριστον και, με την περιοδεία ακυρωμένη και το μέλλον αβέβαιο, ο Jimmy Page πίεσε για άμεση επιστροφή στη δημιουργική διαδικασία, θεωρώντας ότι η δουλειά ήταν η μόνη διέξοδος.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο γεννήθηκε το νέο άλμπουμ των LED ZEPPELIN. Ήταν η ανάγκη και όχι η δυνατότητα επιλογών, που διαμόρφωσε τον έβδομο δίσκο τους. Tον Σεπτέμβριο του 1975, οι Plant και Page πήγαν στο Malibu του Los Angeles, με τον κιθαρίστα να αναλαμβάνοντας τον πλήρη δημιουργικό έλεγχο, γράφοντας σχεδόν όλο το υλικό και καθορίζοντας τον ήχο. Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι «ήταν στο χέρι του να βρει τα riffs», κάτι που εξηγεί και τον έντονα κιθαριστικό χαρακτήρα του δίσκου. Ο Plant, από την άλλη, σωματικά περιορισμένος, διοχέτευσε όλο το τραύμα και την αβεβαιότητα από τις πρόσφατες εμπειρίες του στους στίχους του. Ο Bonham, παρά την όλο και πιο ακραία συμπεριφορά του εκτός στούντιο, παρέμεινε εκρηκτικός, ενώ ο Jones βρέθηκε στο περιθώριο, με την συνεισφορά του να είναι περιορισμένη (όπως ο ίδιος παραδέχτηκε με κάποιο παράπονο).
Στο ειδυλλιακό Malibu, μέσα σε ένα περιβάλλον απομόνωσης, ουσιών και ψυχολογικής φόρτισης, ο Page και ο Plant άρχισαν να γράφουν από το μηδέν. Δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου έτοιμο υλικό από πριν, κάτι ασυνήθιστο για τη μπάντα. Εκεί γεννήθηκαν οι πρώτες ιδέες για τραγούδια, όπως το “The wheelchair song” το οποίο στη συνέχεια εξελίχθηκε σε ένα δεκάλεπτο κομμάτι με τίτλο εργασίας “Two ones are won”, που εμπνεύστηκαν απευθείας από τα πρόσφατα κοινά τους ταξίδια και την άσχημη κατάσταση του τραγουδιστή. Θα γινόταν ένα από τα πιο αγαπημένα τραγούδια των ZEPPELIN, το επικό “Achilles last stand”. Παράλληλα, κομμάτια όπως το “Hots on for nowhere” και το “For your life”, αποτυπώνουν έντονα την απογοήτευση και τον θυμό του Plant. Όταν ήρθε και ο Bonham με τον Jones, το συγκρότημα ξεκίνησε τις πρόβες στα SIR Studios στο Hollywood, με το μεγαλύτερο μέρος του υλικού ήδη διαμορφωμένο, έχοντας άλλα πέντε τραγούδια στα σκαριά. Εκείνες τις μέρες ο Bonham ξέφυγε τελείως, καθώς ένα βράδυ πήγε στο περίφημο Rainbow Bar and Grill στο Los Angeles, ήπιε μονορούφι δέκα κοκτέιλ Black Russian και γρονθοκόπησε μία γυναίκα που νόμιζε ότι τον «κοίταζε περίεργα». Και όταν έφευγαν άρον-άρον από το Los Angeles για το Μόναχο, όπου είχε προγραμματιστεί η ηχογράφηση του άλμπουμ στα Musicland Studios, ο Bonham δημιούργησε τόσο μεγάλο θέμα με το μεθύσι του στο αεροπλάνο, που οι υπόλοιποι επιβάτες παρακαλούσαν τις αεροσυνοδούς να μην τον ξυπνήσουν μέχρι να φτάσουν.
Οι ZEPPELIN έπαιζαν κόντρα στον χρόνο. Είχαν στη διάθεσή τους μόλις 18 ημέρες πριν το στούντιο παραχωρηθεί στους Rolling Stones, οι οποίοι ετοιμάζονταν να ηχογραφήσουν το δικό τους νέο άλμπουμ, “Black and blue”. Αυτή η πίεση οδήγησε σε μια από τις πιο εντατικές ηχογραφήσεις στην ιστορία της μπάντας. Ο Page το πήρε σχεδόν εξ ολοκλήρου πάνω του να ολοκληρωθεί το άλμπουμ, δουλεύοντας έως και 20 ώρες την ημέρα. Ενθυμούμενος εκείνη την περίοδο, ανέφερε αργότερα ότι ο ίδιος και ο ηχολήπτης Keith Harwood δούλευαν σε συνεχείς βάρδιες, και όποιος ξυπνούσε πρώτος, ξυπνούσε και τον άλλον για να συνεχίσουν τη δουλειά.
Η πίεση κορυφώθηκε όταν ο Page χρειάστηκε να ολοκληρώσει όλα τα κιθαριστικά overdubs μέσα σε ένα μαραθώνιο session διάρκειας περίπου 14 ωρών. Το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι εμφανές στον ήχο του άλμπουμ: άμεσος και χωρίς περιττές προσθήκες. Από την άλλη, ο Plant, πέρα από τα σωματικά του προβλήματα, αντιμετώπιζε και έντονη ψυχολογική πίεση. Το στούντιο βρισκόταν στο υπόγειο ενός ξενοδοχείου, γεγονός που του προκαλούσε κλειστοφοβία, ενώ η απόσταση από την οικογένειά του επιβάρυνε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Σε μια χαρακτηριστική στιγμή, κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, ο άλλοτε εμβληματικός frontman προσπάθησε να σηκωθεί, έχασε την ισορροπία του, έπεσε και ακούστηκε ένας διαπεραστικός ήχος σπασίματος, με τον Plant να ουρλιάζει από την τρομάρα του. Όλα πάγωσαν μέχρι που ένα τηλέφωνο από το νοσοκομείο διαβεβαίωσε πως ο τραγουδιστής δεν είχε ξανασπάσει το πόδι του, και ο Page, απτόητος, ξανάπεσε με τα μούτρα στην δουλειά.
Παρά τις δύσκολες συνθήκες, το album ολοκληρώθηκε στις 27 Νοεμβρίου 1975, σε χρόνο-ρεκόρ για τα δεδομένα των LED ZEPPELIN. Πήρε τον τίτλο “Presence”, αντικατοπτρίζοντας την υπεράνθρωπη παρουσία και την δυνατή συντροφικότητα του συγκροτήματος, που υπερέβαινε τα χτυπήματα της μοίρας εναντίον τους, καθώς και την ισχυρή δέσμευση τους απέναντι στους οπαδούς τους και την τέχνη τους.
Με την ολοκλήρωση των ηχογραφήσεων, το κλίμα στο στρατόπεδο των Led Zeppelin ήταν ένα μείγμα εξάντλησης αλλά και ανακούφισης. Ο Robert Plant, προτού καν φύγει από μέσα του η ένταση, επικοινώνησε περιχαρής με τα γραφεία της εταιρείας τους Swan Song στη Νέα Υόρκη για να ανακοινώσει ότι το άλμπουμ είχε τελειώσει, προτείνοντας μάλιστα αστειευόμενος τον τίτλο “Thanksgiving”, καθώς η ολοκλήρωση συνέπεσε με την Γιορτή των Ευχαριστιών. Λίγες ημέρες αργότερα, το συγκρότημα επέστρεψε στο νησάκι του Jersey, όπου, παρά τη φυσική κατάσταση του Plant, άρχισε να επανέρχεται σταδιακά σε μια μορφή δραστηριότητας. Στις αρχές Δεκεμβρίου, οι John Bonham και John Paul Jones έσκασαν ξαφνικά σε ένα τοπικό κλαμπ μαζί με τον πιανίστα Norman Hale, ενώ λίγες ημέρες αργότερα ολόκληρη η μπάντα συμμετείχε σε ένα επίσης απροειδοποίητο live περίπου 45 λεπτών μπροστά σε λιγότερους από 300 θεατές. Ο Plant, καθισμένος σε σκαμπό, κατάφερνε περιστασιακά να σηκώνεται για να αποδώσει πιο έντονες φωνητικές στιγμές, σε μια από τις πρώτες ενδείξεις ότι η επιστροφή του, αν και δύσκολη, ήταν εφικτή.
Η πρόοδος αυτή επιβεβαιώθηκε λίγες εβδομάδες αργότερα στο Παρίσι, όπου, την Πρωτοχρονιά του 1976, ο Plant έκανε τα πρώτα του βήματα χωρίς βοήθεια μετά το ατύχημα, σηματοδοτώντας ένα ψυχολογικά καθοριστικό σημείο καμπής. Σύντομα, η μπάντα βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, με τον Jimmy Page να επιστρέφει στη δουλειά πάνω στο υλικό της συναυλιακής ταινίας (και του ζωντανού άλμπουμ) “The song remains the same”, που θα κυκλοφορούσε το φθινόπωρο του 1976, ενώ τα υπόλοιπα μέλη προσπαθούσαν να ξαναβρούν τους καθημερινούς ρυθμούς τους. Ωστόσο, η περίοδος αυτή δεν ήταν απαλλαγμένη από εντάσεις και υπερβολές, με τον John Bonham να συνεχίζει την αυτοκαταστροφική του συμπεριφορά, φτάνοντας στο σημείο να ανέβει μεθυσμένος στη σκηνή των Deep Purple όταν αυτοί έπαιξαν στη Νέα Υόρκη τον Γενάρη του 1976, να αναγγέλει ότι οι ZEPPELIN κυκλοφορούν νέο άλμπουμ και να προκαλέσει δημόσια τον Tommy Bolin, λέγοντας ότι δεν μπορεί να παίξει τίποτα!

Παράλληλα, πάντως, με όλα τα ευτράπελα, διαμορφωνόταν και η οπτική ταυτότητα του άλμπουμ. Η ομάδα της Hipgnosis ανέπτυξε την ιδέα ενός μυστηριώδους μαύρου αντικειμένου — ενός «οβελίσκου» που τοποθετείται σε καθημερινά, σχεδόν «κανονικά» περιβάλλοντα, δημιουργώντας μια αίσθηση αποξένωσης και συμβολικής ισχύος. Το αντικείμενο αυτό, που περιγράφηκε ως «μαύρη τρύπα», ενέπνευσε τελικά και τον τίτλο “Presence”, τον οποίο προτίμησε ο Page έναντι του αρχικού “Obelisk”, θεωρώντας ότι αποτύπωνε βαθύτερα την ιδέα μιας δύναμης που γίνεται αισθητή ακόμη και όταν δεν είναι ορατή.
Συνολικά, το “Presence” δεν είναι το άλμπουμ που περιέχει τεράστια ποικιλία ακουσμάτων, αλλά είναι ένα άλμπουμ έντασης. Κάθε τραγούδι λειτουργεί ως δείγμα μιας συγκεκριμένης ψυχολογικής κατάστασης. Και αν κάτι το κάνει πραγματικά ξεχωριστό, δεν είναι η τεχνική του αρτιότητα, αλλά το γεγονός ότι παρουσιάζει μια μπάντα που δημιουργεί ενώ βρίσκεται στα όριά της.
Το “Achilles last stand” ανοίγει το άλμπουμ ως το απόλυτο statement των Led Zeppelin εκείνης της περιόδου. Με διάρκεια που ξεπερνά τα δέκα λεπτά, αποτελεί μία από τις πιο φιλόδοξες και σύνθετες προσπάθειες της μπάντας. Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος. Στην ελληνική μυθολογία, ο Αχιλλέας ήταν άτρωτος εκτός από τη φτέρνα του. Η ειρωνεία είναι προφανής: ο Plant, μετά το ατύχημα στη Ρόδο, είχε τραυματιστεί ακριβώς στο ίδιο σημείο. Στιχουργικά, το κομμάτι αντλεί από τα ταξίδια των Page και Plant σε Μαρόκο, Ελλάδα και Ισπανία, αλλά και από τη λογοτεχνική επιρροή του William Blake. Η αναφορά στο “Albion” παραπέμπει τόσο στην Αγγλία όσο και στο έργο του Blake “The Dance of Albion”, ενώ οι στίχοι για τον Άτλαντα λειτουργούν σε διπλό επίπεδο, τόσο ως γεωγραφική αναφορά στα βουνά του Μαρόκου όσο και ως μυθολογική εικόνα του τιτάνα που κρατά τον κόσμο στους ώμους του. Πρόκειται για ένα κομμάτι που συνδυάζει αρμονικά προσωπικές εμπειρίες, μυθολογία και ποίηση.
Μουσικά, δε, ο Page δημιουργεί ένα εντυπωσιακό ηχητικό τοπίο της καριέρας του. Η χρήση έως και έξι κιθαριστικών overdubs, ηχογραφημένων μέσα σε μία μόνο βραδιά, προσφέρει ένα σχεδόν «ορχηστρικό» αποτέλεσμα. Όπως ο ίδιος ανέφερε, εκείνη τη στιγμή όλοι αμφισβητούσαν αν «ήξερε τι έκανε». Το αποτέλεσμα, όμως, τον δικαίωσε. Ο ίδιος θεωρεί το solo του κομματιού ισάξιο με αυτό του “Stairway to Heaven”. Ο John Paul Jones χρησιμοποιεί για πρώτη φορά οκτάχορδο μπάσο, δημιουργώντας ένα πιο γεμάτο ήχο, ενώ ο Bonham οδηγεί το κομμάτι με ένα παίξιμο, που ο Plant χαρακτήρισε «πέρα από ανθρώπινα όρια». Το κομμάτι δημιουργεί στον ακροατή μια αίσθηση συνεχούς κίνησης, καθιστώντας το όχι απλώς το καλύτερο κομμάτι του δίσκου, αλλά μάλλον το τελευταίο πραγματικά επικό κομμάτι του συγκροτήματος.
Το “For Your Life” κινείται σε πιο σκοτεινό και επιθετικό έδαφος. Πρόκειται για ένα κομμάτι που ουσιαστικά «γεννήθηκε» μέσα στο στούντιο, χωρίς να υπάρχει προκαθορισμένη δομή. Ο Page χρησιμοποιεί για πρώτη φορά Fender Stratocaster σε ηχογράφηση των Zeppelin, κάτι που δίνει έναν πιο κοφτερό ήχο. Τα “dive bombs” ενισχύουν αυτή την αίσθηση αποσταθεροποίησης, ενώ οι στίχοι του Plant είναι από τους πιο «δηλητηριώδεις» που έχει γράψει, κάνοντας (οξύμωρα) επίθεση στην κουλτούρα των ναρκωτικών που είχε κατακλύσει τη σκηνή του Los Angeles. Η φράση “crystal payin’ through your nose” δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Όμως το τραγούδι έχει και πιο προσωπική διάσταση, καθώς αναφέρεται σε συγκεκριμένο άτομο από τον κύκλο του Plant που μπήκε σε αυτή την λούπα.
Το “Royal Orleans” αποτελεί την πιο ανέμελη στιγμή του δίσκου, αλλά ακόμα και εδώ υπάρχει μια ιδιόμορφη ειρωνεία. Aναφέρεται σε πραγματικό περιστατικό από τη Νέα Ορλεάνη, όπου μέλος της μπάντας βρέθηκε σε μια αμήχανη κατάσταση με μία drag queen, ανακαλύπτοντας την επόμενη μέρα ότι «δεν ήταν αυτό που νόμιζε». Η μπάντα σύχναζε σε gay bars της πόλης, καθώς εκεί μπορούσε να κινηθεί πιο ελεύθερα χωρίς την πίεση των fans. Μουσικά, το κομμάτι έχει πιο funky χαρακτήρα, πιο χαλαρό vibe, και είναι μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις όπου η σύνθεση πιστώνεται και στα τέσσερα μέλη του συγκροτήματος.
Εδώ έχουμε ένα ακόμη hit των ZEPPELIN, το “Nobody’s fault but mine”, μία ακόμη επιτυχημένη blues διασκευή στην δισκογραφία τους. Βασισμένο στο gospel-blues κομμάτι του Blind Willie Johnson από το 1927, εδώ μετατρέπεται σε ένα δυναμικό, βαρύ και ηλεκτρικό κομμάτι. Παρότι πιστώνεται στους Page και Plant, το βασικό θέμα ανήκει στον Johnson, κάτι που και ο ίδιος ο Plant είχε αναγνωρίσει δημόσια. Στο “Nobody’s fault but mine”, οι Zeppelin αναλαμβάνουν την προσωπική ευθύνη, αλλά μετατοπίζουν το πλαίσιο από το θρησκευτικό στο υπαρξιακό. Αναφορές όπως “that monkey on my back” παραπέμπουν ξεκάθαρα στον εθισμό, ενώ υπονοείται μια εσωτερική πάλη. Μουσικά, το κομμάτι λειτουργεί μέσα την slide κιθάρα του Page και την φυσαρμόνικα του Plant, ενώ το rhythm section των Bonham και Jones είναι σφιχτό και έντονο. Στις ζωντανές εμφανίσεις της επόμενης χρονιάς, το τραγούδι αυτό έγινε βασικό μέρος του setlist.
Το “Candy store rock” λειτουργεί ως ένα περίεργο διάλειμμα μέσα στο άλμπουμ. Εμπνευσμένο από το rock ’n’ roll των αρχών της δεκαετίας του ’50, με εμφανείς επιρροές από Elvis Presley, παρουσιάζει τον Plant να υιοθετεί ένα σχεδόν rockabilly ύφος. Οι στίχοι του αποτελούν συρραφή φράσεων εμπνευσμένων από παλιά rock τραγούδια, ενώ η ίδια η σύνθεση γράφτηκε μέσα σε περίπου μία ώρα, λόγω της πίεσης χρόνου στο στούντιο. Παρά την απλότητά του, ο Plant το θεωρεί ένα από τα αγαπημένα του κομμάτια από το άλμπουμ. Κυκλοφόρησε και ως single στις ΗΠΑ, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία.
Στο “Hots on for nowhere”, το συγκρότημα επιστρέφει στον πυρήνα του άλμπουμ, που είναι η απογοήτευση και η αποξένωση. Ο Plant που έγραψε τους στίχους όντας καθηλωμένος στο Malibu, αντικατοπτρίζουν όχι μόνο τη φυσική του κατάσταση αλλά αφήνει και μία υπόνοια δυσαρέσκειας του προς τον Jimmy Page και τον Peter Grant που τους θεώρησε ανάλγητους μπροστά στο δράμα του. Η χαρακτηριστική φράση “I got friends who would give me f— all”, δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας για τα συναισθήματα του. Μουσικά, βασίζεται σε riff του ακυκλοφόρητου τότε “Walter’s walk” (θα έβγαινε αργότερα στο “Coda” του 1982), ενώ και εδώ η ηχογράφηση έγινε μέσα σε μία ώρα περίπου, όπως και άλλα τραγούδια του “Presence”.
Το άλμπουμ κλείνει με το “Tea for one”, σε πιο γκρίζο τόνο. Πρόκειται για ένα αργό blues, σαν το “Since I’ve been loving you” από το “III”, αλλά με πιο βαριά ατμόσφαιρα. Οι στίχοι γράφτηκαν σε ένα ξενοδοχείο στη Νέα Υόρκη, με τον Plant να αποτυπώνει τη μοναξιά της ζωής στον δρόμο. Ο Page προσέγγισε το solo με ιδιαίτερη προσοχή, αποφεύγοντας τα κλισέ και επιλέγοντας μια πιο «συγκρατημένη» και εκφραστική προσέγγιση. Το κομμάτι δεν παίχτηκε τότε live από τους Zeppelin, αλλά αργότερα παρουσιάστηκε από τους Page/Plant με ορχήστρα, δείχνοντας ότι η αξία του αναγνωρίστηκε εκ των υστέρων.
Το “Presence” κυκλοφόρησε στις 31 Μαρτίου 1976 από τη Swan Song και, παρά τις αντίξοες συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκε, επιβεβαίωσε τη δυναμική των Led Zeppelin, φτάνοντας άμεσα στο Νο.1 τόσο στις ΗΠΑ όσο και στο Ηνωμένο Βασίλειο, με εντυπωσιακές προπαραγγελίες και ισχυρή αρχική εμπορική απήχηση, μπαίνοντας στο top-10 των περισσότερων χωρών. Ωστόσο, σε σύγκριση με τους προκατόχους του, το άλμπουμ παρουσίασε μικρότερη αντοχή σε βάθος χρόνου, γεγονός που συνδέεται άμεσα με την απουσία περιοδείας για την υποστήριξή του. Μέχρι σήμερα, είναι και το λιγότερο εμπορικά επιτυχημένο των ZEPPELIN (μαζί με την συλλογή ανεκδότων τραγουδιών “Coda” του 1982), έχοντας πουλήσει μόνο τρία εκατομμύρια αντίτυπα στις ΗΠΑ (και πάνω από έξι εκατομμύρια, συνολικά παγκοσμίως). Ο μουσικός τύπος διχάστηκε, με κάποιους να το επικροτούν ως επιστροφή στον πρωτογενή ήχο της μπάντας, ενώ άλλοι το χαρακτήρισαν «άνισο» και «προϊόν πίεσης», χωρίς την πολυμορφία προηγούμενων κυκλοφοριών τους. Σε παρόμοιο πνεύμα και το κοινό τους, αν και αρχικά ανταποκρίθηκε, δεν αγκάλιασε το “Presence” με θέρμη. Πάντως, κατά τον Jimmy Page το “Presence” είναι ένα από τα τρία καλύτερα άλμπουμ τους.
Καθ’ όλη τη διάρκεια του 1976, οι δραστηριότητες του συγκροτήματος παρέμειναν περιορισμένες λόγω της ανάρρωσης του Robert Plant, με τη μπάντα να προετοιμάζεται σταδιακά για επιστροφή. Αυτή ήρθε το 1977 με μια μεγάλη αμερικανική περιοδεία, όπου εντάχθηκαν στο setlist κυρίως τα “Achilles last stand” και “Nobody’s fault but mine”. Όμως ακόμη και τότε δεν βρήκαν την πολυπόθητη ηρεμία. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, ο αιφνίδιος θάνατος του μικρού γιου του Plant, Karac (που είχε γλυτώσει οριακά στο τροχαίο της Ρόδου) διέκοψε απότομα την περιοδεία και βύθισε ξανά τη μπάντα στο πένθος και σε επ’ αόριστον παύση, επιβεβαιώνοντας ότι η περίοδος γύρω από το “Presence” δεν ήταν μια τυπική δύσκολη φάση, αλλά το πιο καθοριστικό σημείο καμπής στην ιστορία τους.
Κώστας Τσιρανίδης







>

![A day to remember… 31/3 [OSI] OSI](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/03/OSI-free-sbit-218x150.jpg)

