A day to remember… 7/2 [VIRGIN STEELE]

0
16
Steele








Steele

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “The marriage of Heaven and Hell Part II” – VIRGIN STEELE
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΙΑ: T&T / Noise
ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ: David DeFeis, Steve Young, Axel Thubeauville
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά/ Πλήκτρα – David DeFeis
Κιθάρες – Edward Pursino
Mπάσο – Rob DeMartino
Τύμπανα – Joey Ayvazian, Frank Gilchriest και Frank Zummo

Η δεκαετία του ’90 αποτέλεσε μία σκληρή δοκιμασία για πολλά μεγάλα αμερικάνικα heavy metal συγκροτήματα, που κυριαρχούσαν σε τηλεόραση, ραδιόφωνο και περιοδικά την προηγούμενη δεκαετία. Πρώτα και κύρια, η glam metal σκηνή, που είδε την δημοφιλία της να εξαϋλώνεται σχεδόν ακαριαία, καθώς το grunge ξεχύθηκε από τις βροχερές γειτονιές του Seattle και τα alternative rock συγκροτήματα πήραν τον έλεγχο στο MTV και τα ερτζιανά. Οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες έστρεψαν το ενδιαφέρον τους σε συγκροτήματα όπως οι NIRVANA, οι PEARL JAM, οι ALICE IN CHAINS και οι SOUNDGARDEN, συχνά αγνοώντας καθιερωμένα (μέχρι τότε) heavy metal συγκροτήματα. Ακόμα και το ίδιο το thrash, ένα κατ’ εξοχήν underground κίνημα, συνάντησε προκλήσεις. Οι METALLICA, αφού κατέκτησαν το mainstream κοινό με το “Metallica” (aka “Black Album”) πέρασαν σε μία αναθεωρητική φάση που ξένισε πολλούς, με τα πιο «εναλλακτικά» “Load” και “Reload”. Οι MEGADETH, οι SLAYER και οι ANTHRAX δεν έχασαν τον σεβασμό των fans τους, αλλά δεν κέρδισαν και το κάτι παραπάνω. Ουσιαστικά, το μόνο νεότερο σχήμα που γνώριζε τεράστια επιτυχία εκείνη την περίοδο ήταν οι PANTERA.

Και ενώ η μεγαλύτερη αγορά του κόσμου, οι ΗΠΑ, έψαχνε ακόμα τον ήχο της μέσα από υβρίδια, διάφορα υποείδη και μίξεις με άλλα μουσικά στυλ, η Γηραιά Ήπειρος της Ευρώπης μετατράπηκε σε καταφύγιο και κινητήρια δύναμη μίας Αναγέννησης του metal ήχου, κυρίως μέσω μικρών και ιδιαίτερων συγκροτημάτων, που κυκλοφορούσαν τα άλμπουμ τους σε ανεξάρτητες εταιρείες. Το ευρωπαϊκό κοινό αγκάλιασε την μελωδία, τα συμφωνικά στοιχεία, το power και το speed metal. Οι metal σκηνές σε Γερμανία, Σκανδιναβία και Ιταλία δημιούργησαν ένα μικρό αλλά πολύ ζωντανό και δραστήριο οικοσύστημα: αφοσιωμένοι οπαδοί, πλήθος από ταχυδρομικές παραγγελίες, ταχέως ανερχόμενα φεστιβάλ (όπως το Wacken, που ξεκίνησε το 1990) και δισκογραφικές εταιρείες όπως οι Nuclear Blast, Massacre, Century Media, T&T, SPV/Steamhammer και οι βετεράνοι της Noise, υπέγραφαν και προωθούσαν συγκροτήματα που οι τεράστιες πολυεθνικές των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου αγνοούσαν πλήρως.

Στο καλλιτεχνικό κάδρο αυτής της Αναγέννησης βρίσκονταν φιλόδοξα concept άλμπουμ, στίχοι με πολλή φαντασία, ασυμβίβαστη τεχνική κατάρτιση, έχοντας στο κέντρο του την θετικότητα και την τάση φυγής από την μουντή καθημερινότητα. Δεν ήταν απλά μία ανανέωση της παρουσίας του metal στην Ευρώπη, αλλά μία ουσιαστική αναβίωση της σκηνής που διατήρησε την ενέργεια και την δημιουργικότητα του αγαπημένου μουσικού είδους, διατρανώνοντας πως το metal μπορούσε να εξελιχθεί πάνω και πέρα από τους περιορισμούς που συνάντησε στις μεγάλες αγορές. Και απόδειξη αυτού ήταν η άνοδος αγαπημένων (πλέον) συγκροτημάτων όπως οι BLIND GUARDIAN, οι GAMMA RAY, οι RAGE, οι GRAVE DIGGER, οι STRATOVARIUS, οι Βρετανοί SKYCLAD και PARADISE LOST και οι Αμερικάνοι ICED EARTH.

Μέσα σε όλους αυτούς υπήρχαν και οι Νεοϋορκέζοι VIRGIN STEELE. Γεννημένοι το 1981 στην Νέα Υόρκη από τον κιθαρίστα Jack Starr και με τον ερχομό του τραγουδιστή David DeFeis, οι VIRGIN STEELE πρόσφεραν την δική τους πρόταση σε US power/heavy metal με οπερατικά φωνητικά, νεοκλασικές πινελιές και επική θεματολογία. Παρόλα αυτά, στα τέλη των 80s αντιμετώπισαν προβλήματα, κυρίως με την δισκογραφική τους εταιρεία. Ευτυχώς, η μουσική τους «μετανάστευση» στην Ευρώπη τους αναζωογόνησε. Μετά το “Life among the ruins” (1993), το συγκρότημα υπέγραψε με την γερμανική T&T Records (θυγατρική της θρυλικής Νoise Records) και κυκλοφόρησε το σπουδαίο “Marriage of Heaven and Hell – Part I” (1995).

Ο τίτλος παρέπεμπε διακριτικά στο ομώνυμο έργο του Άγγλου ποιητή του 18ου αιώνα, William Blake, αν και ο ίδιος ο DeFeis έχει δηλώσει ότι εκεί σταματούν και οι ομοιότητες με το συγκεκριμένο βιβλίο, καθώς δεν είχε υπόψη του το κεντρικό θέμα του ποιήματος όταν ξεκίνησε να γράφει το άλμπουμ, παρά μόνο ήρθε στην αντίληψή του όταν του επισημάνθηκε από τον ντράμερ Frank Gilchriest. Ως εκ τούτου, ναι μεν αναφέρθηκε στον Άγγλο ποιητή σε ένα γενικότερο πλαίσιο, αλλά απέδωσε την συνολική ιδέα στις προσωπικές του φιλοσοφικές πεποιθήσεις, δε. Το πρώτο “Marriage…” άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις στο metal κοινό, έλαβε θετικότατες κριτικές και τροφοδότησε μία περιοδεία που έμεινε αξέχαστη σε όσους fans την παρακολούθησαν. Όμως σε αυτό το σημείο, θεμιτό είναι να κάνουμε μία απόπειρα να δούμε μέσα από τα μάτια του ίδιου του καλλιτέχνη, προκειμένου να κατανοήσουμε το όραμα του.

Όταν ο DeFeis άρχισε να γράφει το “The marriage of Heaven and Hell”, στόχος του ήταν να οδηγήσει το συγκρότημα σε μια πιο επική, συμφωνική και «Βαρβαρική-Ρομαντική» κατεύθυνση. Για τον δημιουργό, ο εν λόγω συνδυασμός ήταν κάτι περισσότερο από μια απλή ταμπέλα. Ουσιαστικά, είναι η θεμελιώδης, αισθητική φιλοσοφία της μουσικής του. Ο DeFeis επινόησε τον όρο για να περιγράψει την συγκεκριμένη ένταση μεταξύ δύο αντίθετων δυνάμεων μέσα στην ανθρώπινη εμπειρία και την ίδια τη μουσική. Σε αυτό το πλαίσιο, το «βαρβαρικό» στοιχείο αντιπροσωπεύει την πρωταρχική, ακατέργαστη και επιθετική πλευρά της μουσικής. Σε αντίθεση, το «ρομαντικό» στοιχείο αντιπροσωπεύει την συναισθηματική, πνευματική και εκλεπτυσμένη πλευρά, με τον αρχηγό των VIRGIN STEELE να αντλεί, σε μεγάλο βαθμό, έμπνευση από το κίνημα του Ρομαντισμού του 19ου αιώνα και εκπροσώπους του όπως ο Chopin, ο Wagner και ο Λόρδος Βύρωνας. Ο DeFeis, έχοντας μεγαλώσει σε καλλιτεχνική οικογένεια, ήταν εξοικειωμένος με το αρχαίο δράμα, την μυθολογία, τον Shakespeare και το θέατρο, αλλά εμπνεόταν και από ποιητές και συγγραφείς, όπως οι «καταραμένοι» Γάλλοι Baudelaire, Verlaine και Rimbaud, καθώς και από τον Edgar Allan Poe.

Η σύνθεση (εξ ου και «Ο Γάμος») των δύο προσεγγίσεων περιλαμβάνει στοιχεία όπως π.χ. η  μετάβαση από έναν λεπτό ψίθυρο στο πιάνο («ρομαντικό») σε μια heavy metal αποκορύφωση («βαρβαρικό»). Ή η χρήση εκλεπτυσμένης, ποιητικής γλώσσας («ρομαντικό») για την περιγραφή σκηνών βίας, πολέμου και αίματος («βαρβαρικό»). Ή, ακόμα, και το ταίριασμα της πολυπλοκότητας μιας κλασικής σύνθεσης με την μαχητικότητα ενός heavy metal συγκροτήματος. Όπως έχει πει και ο ίδιος ο DeFeis, «…είναι ο συνδυασμός του πολύ άγριου και του πολύ όμορφου… το θηρίο και ο άγγελος που ζουν στο ίδιο σώμα».

Ήδη, από τις ηχογραφήσεις του “The marriage of Heaven and Hell – Part I”, ο DeFeis συνειδητοποίησε ότι είχε μια τεράστια ποσότητα υλικού που μοιραζόταν το ίδιο ηχητικό και φιλοσοφικό DNA. Αντί, λοιπόν, να αρχίσει την «κοπτοραπτική», αποφάσισε να χωρίσει το έργο σε δύο μέρη. Οι συνθέσεις και οι στίχοι ήταν κυρίως έμπνευσης του ίδιου, με τον κιθαρίστα Edward Pursino να συνεισφέρει στιχουργικά σε κάποια τραγούδια, όπως τα “Rising unchained”, “Prometheus the Fallen One”, “Devil/Angel”, “Unholy water” και “Victory is mine”. Παράλληλα, με το παίξιμο του, ο Pursino βοήθησε να επιτευχθεί αυτή η λεπτή ισορροπία μεταξύ επιθετικότητας και μελωδίας. Στην πορεία, οι VIRGIN STEELE σταθεροποίησαν την σύνθεση τους, ενσωματώνοντας τον μπασίστα Rob DeMartino – προερχόμενο από μία συνεργασία με τους θρυλικούς RAINBOW στο “Stranger in us all” –  μετά την προσφορά του στο πρώτο “Marriage…”. Παρόλα αυτά, στην θέση του ντράμερ, τα πράγματα ήταν πιο ρευστά, χρησιμοποιώντας όχι έναν, ούτε δύο αλλά τρεις ντράμερ, τους Joey Ayvazian (στα περισσότερα τραγούδια), Frank Gilchriest και Frank Zummo. Με αυτό το σχήμα, οι VIRGIN STEELE μπήκαν στα Media Recording Studios, στην Babylon της Νέας Υόρκης, όπου για αρκετούς μήνες δούλεψαν για ηχογραφήσουν το δεύτερο μέρος αυτού του εν εξελίξει ζεύγους των “The marriage of Heaven and Hell”. Ο DeFeis ήταν ο βασικός παραγωγός του άλμπουμ, υποβοηθούμενος από τους παραγωγούς Steve Young και Axel Thubeauville.

Καθώς ολοκληρώθηκαν οι εργασίες για το “The marriage of Heaven and Hell Part II”, όπως ονομάστηκε η επικείμενη κυκλοφορία, οι VIRGIN STEELE είχαν στα χέρια τους ένα ακόμα πολλά υποσχόμενο άλμπουμ. Ένας συνδυασμός power metal με την ευαισθησία της συμφωνικής μουσικής, μέσα από επικά θέματα και δυναμικές εναλλαγές. Τα ορχηστρικά πλήκτρα και τα θεατρικά φωνητικά του David DeFeis καθοδηγούν τον ακροατή, χωρίς να θυσιάζεται η επιθετικότητα και ο όγκος της παραγωγής. Στιχουργικά, το άλμπουμ εξερευνά τη λύτρωση και την εξέγερση. O DeFeis χρησιμοποιεί μοτίβα όπως ο Τιτάνας Προμηθέας (“Prometheus the Fallen One”) και την σκανδιναβική εσχατολογία του Ragnarök (“Twilight of the Gods”) για να συμβολίσει το ανθρώπινο πνεύμα που αψηφά τη θεϊκή καταπίεση (“Rising unchained”). Στην συναισθηματική καρδιά του άλμπουμ βρίσκεται η φανταστική ιστορία αγάπης του μυθικού βασιλιά της αρχαίας Ήλιδας, Ενδυμίωνα και της Emalaith, μέσα από τραγούδια όπως τα “Emalaith”, “Strawgirl” και “Transfiguration”. Φυσικά, οι VIRGIN STEELE δεν παραλείπουν να μας καλέσουν στην μάχη και τον ηρωισμό με ύμνους όπως τα “A Symphony of Steele”, το “Crown of Glory” (που παίχτηκε κάμποσο στα ραδιόφωνα) και φυσικά το δημοφιλέστατο “Victory is mine”. Τέλος, κλείνουν την «συμφιλίωση των αντιθέτων», μέσα από τα “Devil/Angel”, “Unholy Water” και τα ορχηστρικά “From Chaos to Creation” και “The marriage of Heaven and Hell Revisited”.

Το “ The marriage of Heaven and Hell Part II” συντροφεύει τον ακροατή σε μία περιπλάνηση στην μυθολογία και την φιλοσοφία, που μεταφέρεται μουσικά μέσα από βαριά riffs, νεοκλασικές πινελιές, σποραδική blues αισθητική και έντονη θεατρικότητα, αφήνοντας έντονο το αποτύπωμα του στο συμφωνικό metal καθώς και στον κατάλογο των σημαντικότερων metal concept άλμπουμ. Το σουρεαλιστικό εξώφυλλο, που επιμελήθηκε ο Νεοϋορκέζος γραφίστας Darren Boerckel, αποτυπώνει την αιώνια διαμάχη μεταξύ τις δυνάμεις του Παραδείσου και της Κόλασης. Πάντως, όταν κυκλοφόρησε πριν 30 χρόνια, αυτό το έβδομο άλμπουμ τους δεν είχε εμπορική επιτυχία στις ΗΠΑ (λίγο-πολύ αναμενόμενο) και πέρασε χαμηλά από τα ευρωπαϊκά και ιαπωνικά charts. Η Noise Records (που είχε την T&T Records) επικεντρώθηκε στο ευρωπαϊκό metal ακροατήριο με στοχευμένες προωθητικές ενέργειες. Καθώς το άλμπουμ άρχισε να συγκεντρώνει θετικότατες κριτικές κατά την κυκλοφορία του, οι VIRGIN STEELE βγήκαν σε περιοδεία ως headliners στα τέλη του 1996, κυρίως στην Γερμανία αλλά και στην Ολλανδία, την Ιταλία και την Ελλάδα, όπου είχαν εξελιχθεί σε αγαπημένοι του ελληνικού κοινού.

Δύο χρόνια αργότερα, αυτός ο κύκλος κυκλοφοριών θα έκλεινε σε μία άτυπη τριλογία, με το “Invictus” (1998), που αποτελεί και το βαρύτερο (μουσικά) από τα τρία. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, το δεύτερο μισό της δεκαετίας των 90s , όπως φάνηκε, ήταν μία εποχή ακμής για τους VIRGIN STEELE, που μουσικά ξανάνιωσαν και κέρδισαν πολλούς νέους οπαδούς στο γεμάτο προκλήσεις τοπίο που διαμόρφωσε η εποχή, όπως αναφέραμε στην αρχή. Και το “The marriage of Heaven and Hell Part II” αποτέλεσε την περίτεχνη γέφυρα αυτής της τριάδας άλμπουμ που μας ταξίδεψε μέσα από την υπαρξιακή διάσταση της αιώνιας μάχης του Παράδεισου και της Κόλασης, με ό,τι συναίσθημα συνεπάγεται αυτής, στα πιο ανέμελα μας χρόνια.

Κώστας Τσιρανίδης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here