Thursday, March 12, 2026




Home Blog Page 10

A day to remember… 7/2 [VIRGIN STEELE]

0
Steele

Steele

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “The marriage of Heaven and Hell Part II” – VIRGIN STEELE
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΙΑ: T&T / Noise
ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ: David DeFeis, Steve Young, Axel Thubeauville
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά/ Πλήκτρα – David DeFeis
Κιθάρες – Edward Pursino
Mπάσο – Rob DeMartino
Τύμπανα – Joey Ayvazian, Frank Gilchriest και Frank Zummo

Η δεκαετία του ’90 αποτέλεσε μία σκληρή δοκιμασία για πολλά μεγάλα αμερικάνικα heavy metal συγκροτήματα, που κυριαρχούσαν σε τηλεόραση, ραδιόφωνο και περιοδικά την προηγούμενη δεκαετία. Πρώτα και κύρια, η glam metal σκηνή, που είδε την δημοφιλία της να εξαϋλώνεται σχεδόν ακαριαία, καθώς το grunge ξεχύθηκε από τις βροχερές γειτονιές του Seattle και τα alternative rock συγκροτήματα πήραν τον έλεγχο στο MTV και τα ερτζιανά. Οι μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες έστρεψαν το ενδιαφέρον τους σε συγκροτήματα όπως οι NIRVANA, οι PEARL JAM, οι ALICE IN CHAINS και οι SOUNDGARDEN, συχνά αγνοώντας καθιερωμένα (μέχρι τότε) heavy metal συγκροτήματα. Ακόμα και το ίδιο το thrash, ένα κατ’ εξοχήν underground κίνημα, συνάντησε προκλήσεις. Οι METALLICA, αφού κατέκτησαν το mainstream κοινό με το “Metallica” (aka “Black Album”) πέρασαν σε μία αναθεωρητική φάση που ξένισε πολλούς, με τα πιο «εναλλακτικά» “Load” και “Reload”. Οι MEGADETH, οι SLAYER και οι ANTHRAX δεν έχασαν τον σεβασμό των fans τους, αλλά δεν κέρδισαν και το κάτι παραπάνω. Ουσιαστικά, το μόνο νεότερο σχήμα που γνώριζε τεράστια επιτυχία εκείνη την περίοδο ήταν οι PANTERA.

Και ενώ η μεγαλύτερη αγορά του κόσμου, οι ΗΠΑ, έψαχνε ακόμα τον ήχο της μέσα από υβρίδια, διάφορα υποείδη και μίξεις με άλλα μουσικά στυλ, η Γηραιά Ήπειρος της Ευρώπης μετατράπηκε σε καταφύγιο και κινητήρια δύναμη μίας Αναγέννησης του metal ήχου, κυρίως μέσω μικρών και ιδιαίτερων συγκροτημάτων, που κυκλοφορούσαν τα άλμπουμ τους σε ανεξάρτητες εταιρείες. Το ευρωπαϊκό κοινό αγκάλιασε την μελωδία, τα συμφωνικά στοιχεία, το power και το speed metal. Οι metal σκηνές σε Γερμανία, Σκανδιναβία και Ιταλία δημιούργησαν ένα μικρό αλλά πολύ ζωντανό και δραστήριο οικοσύστημα: αφοσιωμένοι οπαδοί, πλήθος από ταχυδρομικές παραγγελίες, ταχέως ανερχόμενα φεστιβάλ (όπως το Wacken, που ξεκίνησε το 1990) και δισκογραφικές εταιρείες όπως οι Nuclear Blast, Massacre, Century Media, T&T, SPV/Steamhammer και οι βετεράνοι της Noise, υπέγραφαν και προωθούσαν συγκροτήματα που οι τεράστιες πολυεθνικές των ΗΠΑ και του Ηνωμένου Βασιλείου αγνοούσαν πλήρως.

Στο καλλιτεχνικό κάδρο αυτής της Αναγέννησης βρίσκονταν φιλόδοξα concept άλμπουμ, στίχοι με πολλή φαντασία, ασυμβίβαστη τεχνική κατάρτιση, έχοντας στο κέντρο του την θετικότητα και την τάση φυγής από την μουντή καθημερινότητα. Δεν ήταν απλά μία ανανέωση της παρουσίας του metal στην Ευρώπη, αλλά μία ουσιαστική αναβίωση της σκηνής που διατήρησε την ενέργεια και την δημιουργικότητα του αγαπημένου μουσικού είδους, διατρανώνοντας πως το metal μπορούσε να εξελιχθεί πάνω και πέρα από τους περιορισμούς που συνάντησε στις μεγάλες αγορές. Και απόδειξη αυτού ήταν η άνοδος αγαπημένων (πλέον) συγκροτημάτων όπως οι BLIND GUARDIAN, οι GAMMA RAY, οι RAGE, οι GRAVE DIGGER, οι STRATOVARIUS, οι Βρετανοί SKYCLAD και PARADISE LOST και οι Αμερικάνοι ICED EARTH.

Μέσα σε όλους αυτούς υπήρχαν και οι Νεοϋορκέζοι VIRGIN STEELE. Γεννημένοι το 1981 στην Νέα Υόρκη από τον κιθαρίστα Jack Starr και με τον ερχομό του τραγουδιστή David DeFeis, οι VIRGIN STEELE πρόσφεραν την δική τους πρόταση σε US power/heavy metal με οπερατικά φωνητικά, νεοκλασικές πινελιές και επική θεματολογία. Παρόλα αυτά, στα τέλη των 80s αντιμετώπισαν προβλήματα, κυρίως με την δισκογραφική τους εταιρεία. Ευτυχώς, η μουσική τους «μετανάστευση» στην Ευρώπη τους αναζωογόνησε. Μετά το “Life among the ruins” (1993), το συγκρότημα υπέγραψε με την γερμανική T&T Records (θυγατρική της θρυλικής Νoise Records) και κυκλοφόρησε το σπουδαίο “Marriage of Heaven and Hell – Part I” (1995).

Ο τίτλος παρέπεμπε διακριτικά στο ομώνυμο έργο του Άγγλου ποιητή του 18ου αιώνα, William Blake, αν και ο ίδιος ο DeFeis έχει δηλώσει ότι εκεί σταματούν και οι ομοιότητες με το συγκεκριμένο βιβλίο, καθώς δεν είχε υπόψη του το κεντρικό θέμα του ποιήματος όταν ξεκίνησε να γράφει το άλμπουμ, παρά μόνο ήρθε στην αντίληψή του όταν του επισημάνθηκε από τον ντράμερ Frank Gilchriest. Ως εκ τούτου, ναι μεν αναφέρθηκε στον Άγγλο ποιητή σε ένα γενικότερο πλαίσιο, αλλά απέδωσε την συνολική ιδέα στις προσωπικές του φιλοσοφικές πεποιθήσεις, δε. Το πρώτο “Marriage…” άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις στο metal κοινό, έλαβε θετικότατες κριτικές και τροφοδότησε μία περιοδεία που έμεινε αξέχαστη σε όσους fans την παρακολούθησαν. Όμως σε αυτό το σημείο, θεμιτό είναι να κάνουμε μία απόπειρα να δούμε μέσα από τα μάτια του ίδιου του καλλιτέχνη, προκειμένου να κατανοήσουμε το όραμα του.

Όταν ο DeFeis άρχισε να γράφει το “The marriage of Heaven and Hell”, στόχος του ήταν να οδηγήσει το συγκρότημα σε μια πιο επική, συμφωνική και «Βαρβαρική-Ρομαντική» κατεύθυνση. Για τον δημιουργό, ο εν λόγω συνδυασμός ήταν κάτι περισσότερο από μια απλή ταμπέλα. Ουσιαστικά, είναι η θεμελιώδης, αισθητική φιλοσοφία της μουσικής του. Ο DeFeis επινόησε τον όρο για να περιγράψει την συγκεκριμένη ένταση μεταξύ δύο αντίθετων δυνάμεων μέσα στην ανθρώπινη εμπειρία και την ίδια τη μουσική. Σε αυτό το πλαίσιο, το «βαρβαρικό» στοιχείο αντιπροσωπεύει την πρωταρχική, ακατέργαστη και επιθετική πλευρά της μουσικής. Σε αντίθεση, το «ρομαντικό» στοιχείο αντιπροσωπεύει την συναισθηματική, πνευματική και εκλεπτυσμένη πλευρά, με τον αρχηγό των VIRGIN STEELE να αντλεί, σε μεγάλο βαθμό, έμπνευση από το κίνημα του Ρομαντισμού του 19ου αιώνα και εκπροσώπους του όπως ο Chopin, ο Wagner και ο Λόρδος Βύρωνας. Ο DeFeis, έχοντας μεγαλώσει σε καλλιτεχνική οικογένεια, ήταν εξοικειωμένος με το αρχαίο δράμα, την μυθολογία, τον Shakespeare και το θέατρο, αλλά εμπνεόταν και από ποιητές και συγγραφείς, όπως οι «καταραμένοι» Γάλλοι Baudelaire, Verlaine και Rimbaud, καθώς και από τον Edgar Allan Poe.

Η σύνθεση (εξ ου και «Ο Γάμος») των δύο προσεγγίσεων περιλαμβάνει στοιχεία όπως π.χ. η  μετάβαση από έναν λεπτό ψίθυρο στο πιάνο («ρομαντικό») σε μια heavy metal αποκορύφωση («βαρβαρικό»). Ή η χρήση εκλεπτυσμένης, ποιητικής γλώσσας («ρομαντικό») για την περιγραφή σκηνών βίας, πολέμου και αίματος («βαρβαρικό»). Ή, ακόμα, και το ταίριασμα της πολυπλοκότητας μιας κλασικής σύνθεσης με την μαχητικότητα ενός heavy metal συγκροτήματος. Όπως έχει πει και ο ίδιος ο DeFeis, «…είναι ο συνδυασμός του πολύ άγριου και του πολύ όμορφου… το θηρίο και ο άγγελος που ζουν στο ίδιο σώμα».

Ήδη, από τις ηχογραφήσεις του “The marriage of Heaven and Hell – Part I”, ο DeFeis συνειδητοποίησε ότι είχε μια τεράστια ποσότητα υλικού που μοιραζόταν το ίδιο ηχητικό και φιλοσοφικό DNA. Αντί, λοιπόν, να αρχίσει την «κοπτοραπτική», αποφάσισε να χωρίσει το έργο σε δύο μέρη. Οι συνθέσεις και οι στίχοι ήταν κυρίως έμπνευσης του ίδιου, με τον κιθαρίστα Edward Pursino να συνεισφέρει στιχουργικά σε κάποια τραγούδια, όπως τα “Rising unchained”, “Prometheus the Fallen One”, “Devil/Angel”, “Unholy water” και “Victory is mine”. Παράλληλα, με το παίξιμο του, ο Pursino βοήθησε να επιτευχθεί αυτή η λεπτή ισορροπία μεταξύ επιθετικότητας και μελωδίας. Στην πορεία, οι VIRGIN STEELE σταθεροποίησαν την σύνθεση τους, ενσωματώνοντας τον μπασίστα Rob DeMartino – προερχόμενο από μία συνεργασία με τους θρυλικούς RAINBOW στο “Stranger in us all” –  μετά την προσφορά του στο πρώτο “Marriage…”. Παρόλα αυτά, στην θέση του ντράμερ, τα πράγματα ήταν πιο ρευστά, χρησιμοποιώντας όχι έναν, ούτε δύο αλλά τρεις ντράμερ, τους Joey Ayvazian (στα περισσότερα τραγούδια), Frank Gilchriest και Frank Zummo. Με αυτό το σχήμα, οι VIRGIN STEELE μπήκαν στα Media Recording Studios, στην Babylon της Νέας Υόρκης, όπου για αρκετούς μήνες δούλεψαν για ηχογραφήσουν το δεύτερο μέρος αυτού του εν εξελίξει ζεύγους των “The marriage of Heaven and Hell”. Ο DeFeis ήταν ο βασικός παραγωγός του άλμπουμ, υποβοηθούμενος από τους παραγωγούς Steve Young και Axel Thubeauville.

Καθώς ολοκληρώθηκαν οι εργασίες για το “The marriage of Heaven and Hell Part II”, όπως ονομάστηκε η επικείμενη κυκλοφορία, οι VIRGIN STEELE είχαν στα χέρια τους ένα ακόμα πολλά υποσχόμενο άλμπουμ. Ένας συνδυασμός power metal με την ευαισθησία της συμφωνικής μουσικής, μέσα από επικά θέματα και δυναμικές εναλλαγές. Τα ορχηστρικά πλήκτρα και τα θεατρικά φωνητικά του David DeFeis καθοδηγούν τον ακροατή, χωρίς να θυσιάζεται η επιθετικότητα και ο όγκος της παραγωγής. Στιχουργικά, το άλμπουμ εξερευνά τη λύτρωση και την εξέγερση. O DeFeis χρησιμοποιεί μοτίβα όπως ο Τιτάνας Προμηθέας (“Prometheus the Fallen One”) και την σκανδιναβική εσχατολογία του Ragnarök (“Twilight of the Gods”) για να συμβολίσει το ανθρώπινο πνεύμα που αψηφά τη θεϊκή καταπίεση (“Rising unchained”). Στην συναισθηματική καρδιά του άλμπουμ βρίσκεται η φανταστική ιστορία αγάπης του μυθικού βασιλιά της αρχαίας Ήλιδας, Ενδυμίωνα και της Emalaith, μέσα από τραγούδια όπως τα “Emalaith”, “Strawgirl” και “Transfiguration”. Φυσικά, οι VIRGIN STEELE δεν παραλείπουν να μας καλέσουν στην μάχη και τον ηρωισμό με ύμνους όπως τα “A Symphony of Steele”, το “Crown of Glory” (που παίχτηκε κάμποσο στα ραδιόφωνα) και φυσικά το δημοφιλέστατο “Victory is mine”. Τέλος, κλείνουν την «συμφιλίωση των αντιθέτων», μέσα από τα “Devil/Angel”, “Unholy Water” και τα ορχηστρικά “From Chaos to Creation” και “The marriage of Heaven and Hell Revisited”.

Το “ The marriage of Heaven and Hell Part II” συντροφεύει τον ακροατή σε μία περιπλάνηση στην μυθολογία και την φιλοσοφία, που μεταφέρεται μουσικά μέσα από βαριά riffs, νεοκλασικές πινελιές, σποραδική blues αισθητική και έντονη θεατρικότητα, αφήνοντας έντονο το αποτύπωμα του στο συμφωνικό metal καθώς και στον κατάλογο των σημαντικότερων metal concept άλμπουμ. Το σουρεαλιστικό εξώφυλλο, που επιμελήθηκε ο Νεοϋορκέζος γραφίστας Darren Boerckel, αποτυπώνει την αιώνια διαμάχη μεταξύ τις δυνάμεις του Παραδείσου και της Κόλασης. Πάντως, όταν κυκλοφόρησε πριν 30 χρόνια, αυτό το έβδομο άλμπουμ τους δεν είχε εμπορική επιτυχία στις ΗΠΑ (λίγο-πολύ αναμενόμενο) και πέρασε χαμηλά από τα ευρωπαϊκά και ιαπωνικά charts. Η Noise Records (που είχε την T&T Records) επικεντρώθηκε στο ευρωπαϊκό metal ακροατήριο με στοχευμένες προωθητικές ενέργειες. Καθώς το άλμπουμ άρχισε να συγκεντρώνει θετικότατες κριτικές κατά την κυκλοφορία του, οι VIRGIN STEELE βγήκαν σε περιοδεία ως headliners στα τέλη του 1996, κυρίως στην Γερμανία αλλά και στην Ολλανδία, την Ιταλία και την Ελλάδα, όπου είχαν εξελιχθεί σε αγαπημένοι του ελληνικού κοινού.

Δύο χρόνια αργότερα, αυτός ο κύκλος κυκλοφοριών θα έκλεινε σε μία άτυπη τριλογία, με το “Invictus” (1998), που αποτελεί και το βαρύτερο (μουσικά) από τα τρία. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, το δεύτερο μισό της δεκαετίας των 90s , όπως φάνηκε, ήταν μία εποχή ακμής για τους VIRGIN STEELE, που μουσικά ξανάνιωσαν και κέρδισαν πολλούς νέους οπαδούς στο γεμάτο προκλήσεις τοπίο που διαμόρφωσε η εποχή, όπως αναφέραμε στην αρχή. Και το “The marriage of Heaven and Hell Part II” αποτέλεσε την περίτεχνη γέφυρα αυτής της τριάδας άλμπουμ που μας ταξίδεψε μέσα από την υπαρξιακή διάσταση της αιώνιας μάχης του Παράδεισου και της Κόλασης, με ό,τι συναίσθημα συνεπάγεται αυτής, στα πιο ανέμελα μας χρόνια.

Κώστας Τσιρανίδης

Pete Sandoval (ex-MORBID ANGEL): Ανακοίνωσε ότι διαγνώστηκε ως αυτιστικός

0
Sandoval

Sandoval

Ο Pedro «Pete» Sandoval, ο θρυλικός ντράμερ πίσω από τους MORBID ANGEL και νυν μέλος των TERRORIZER και I AM MORBID, αποκάλυψε ότι έχει διαγνωστεί επίσημα ως αυτιστικός. Ο 61χρονος μουσικός μοιράστηκε την είδηση μέσω Instagram, αναλογιζόμενος μια ζωή γεμάτη σύγχυση, λανθασμένες διαγνώσεις και, πλέον, μια νεοαποκτηθείσα διαύγεια. Διαβάστε αναλυτικά τη δήλωσή του:

«Μετά από πολλά χρόνια σύγχυσης και λανθασμένων διαγνώσεων, επιτέλους διαγνώστηκα σωστά ως αυτιστικός (Επίπεδο 1) ADOS-2 module 4 (και κάποιες άλλες εξετάσεις). Αυτό αποτελούσε μέρος του ποιος είμαι από την παιδική μου ηλικία, παρότι για πολύ καιρό δεν είχα τις λέξεις ή την κατανόηση για να το περιγράψω.

Με τα χρόνια, αυτό έχει επηρεάσει τον τρόπο που επικοινωνώ, τον τρόπο που επεξεργάζομαι τον ήχο και τον τρόπο που αλληλεπιδρώ με τους ανθρώπους — κάποιες φορές με τρόπους που μπορεί να έμοιαζαν συγκεχυμένοι, απόμακροι ή παρεξηγημένοι. Ποτέ δεν είχε να κάνει με αδιαφορία, με το ότι δεν άκουγα ή με το ότι δεν ήθελα να συνδεθώ.

Τώρα, στα 61 μου, αυτή η διαύγεια μου έχει φέρει πολλή γαλήνη. Εξηγεί τόσα πολλά — και μου επέτρεψε να κατανοήσω καλύτερα τον εαυτό μου αντί να παλεύω μαζί του. Είμαι ακόμα εδώ, συνεχίζω να παίζω, συνεχίζω να δημιουργώ, συνεχίζω να είμαι ευγνώμων — μετά από χειρουργείο στη μέση, μετά από τις προκλήσεις της ζωής και τώρα με καλύτερη κατανόηση του ίδιου μου του μυαλού.

Αν το να μοιράζομαι αυτό βοηθήσει έστω και έναν άνθρωπο να νιώσει λιγότερο μόνος ή πιο υπομονετικός με τον εαυτό του ή με τους άλλους, τότε αξίζει τον κόπο. Σας ευχαριστώ για την αγάπη και τη στήριξη όλα αυτά τα χρόνια».

RECORD STORE DAY 2026 με SLIPKNOT, MEGADETH, MESHUGGAH και πολλούς άλλους

0
Record

Record

Η λίστα κυκλοφοριών για το Record Store Day 2026 ανακοινώθηκε και οι φίλοι του metal και του hard rock έχουν πολλούς λόγους να ενθουσιαστούν. Προγραμματισμένη για τις 18 Απριλίου σε ανεξάρτητα δισκοπωλεία σε όλο τον κόσμο, αυτή η μέρα περιλαμβάνει έναν συνδυασμό πολυαναμενόμενων κυκλοφοριών, ντεμπούτων σε βινύλιο και συλλεκτικών εκδόσεων.

Ανάμεσα στις πιο πολυσυζητημένες κυκλοφορίες βρίσκεται το μυθικό άλμπουμ του “παρακλαδιού” των SLIPKNOT, “Look Outside Your Window”, που επιτέλους βλέπει το φως της δημοσιότητας. Ηχογραφημένο αρχικά κατά τη διάρκεια των sessions του “All Hope Is Gone” το 2008, αυτό το πειραματικό side project περιλαμβάνει τους Corey Taylor, Jim Root, Shawn «Clown» Crahan και Sid Wilson και αναμενόταν με μεγάλη ανυπομονησία από τους οπαδούς για περισσότερα από 15 χρόνια. Άλλες metal και heavy κυκλοφορίες περιλαμβάνουν:

Deafheaven – Η στούντιο session τους στο KEXP το 2025 αποκτά για πρώτη φορά κυκλοφορία σε βινύλιο.
Meshuggah – Οι Σουηδοί τιτάνες του metal έχουν έτοιμα δύο remastered άλμπουμ για τους συλλέκτες.
Ozzy Osbourne – Θα διατεθεί μια αποκλειστική φιγούρα σε βινύλιο του Prince of Darkness, ο οποίος στο παρελθόν υπήρξε πρεσβευτής του Record Store Day.
The Sword – Η σπάνια stoner/doom κυκλοφορία τους “Four Songs”, που αρχικά πωλούνταν σε CD-R στις συναυλίες το 2005, κάνει το ντεμπούτο της σε βινύλιο.
Porcupine Tree – Το ακουστικό live άλμπουμ “We Lost The Skyline” προστίθεται επίσης στη λίστα, προσφέροντας μια stripped-down εμπειρία από τους θρύλους του progressive rock.

Με έναν συνδυασμό δυσεύρετων σπανιοτήτων, ζωντανών ηχογραφήσεων και συλλεκτικών εκδόσεων, το Record Store Day 2026 διαμορφώνεται ως ένα γεγονός που δεν πρέπει να χάσουν οι metalheads, οι φίλοι του rock και οι συλλέκτες βινυλίου. Δείτε την πλήρη λίστα εδώ, καθώς και τις δικές μας rock και metal επιλογές παρακάτω!

  • Alcatrazz – No Parole From Rock ’N’ Roll (Culture Factory) (2 x LP, RSD Exclusive) (2000)
  • Alcatrazz – No Parole From Rock ’N’ Roll (Culture Factory) (CD, RSD Limited Run / Regional Focus) (700)
  • Jon Anderson & the Band Geeks – TRUE (Frontiers) (2 x LP, RSD First) (1500)
  • BABYMETAL – Live At The O2 Arena – Highlights (Capitol Records) (12″ Vinyl EP, RSD Exclusive) (3000)
  • Bad Brains – Live (Org Music) (LP, RSD Exclusive) (2500)
  • Black Sabbath Featuring Tony Iommi – Seventh Star (Rhino) (LP, RSD Exclusive) (5400)
  • David Bowie – Hallo Spaceboy (Rhino) (LP, RSD Exclusive) (7500)
  • David Bowie – Excerpts From Outside (Rhino) (LP, RSD Exclusive) (7500)
  • Bring Me The Horizon – Lo-files (Columbia Records) (2 x LP, RSD First) (1500)
  • Captain Beefheart & The Magic Band – Lick My Decals Off, Baby (Deluxe Edition) (Rhino) (2 x LP, RSD Exclusive) (3000)
  • The Cars – Heartbeat City Live (Rhino) (2 x LP, RSD Exclusive) (3500)
  • The Darkness – One Way Ticket For Birmingham (Live At The NEC) (Rhino) (2xLP) (limited to 2000)
  • Deafheaven – KEXP Sessions (Roadrunner) (12″) (limited to 6500)
  • Fear Factory – Digimortal (Remastered, Expanded, 25th Anniversary) (Real Gone Music) (2 x LP, RSD Limited Run / Regional Focus) (1000)
  • John Frusciante – To Only Record Water for Ten Days (Rhino) (2 x LP, RSD Exclusive) (3000)
  • Peter Gabriel – Sledgehammer (Real World) (12″ Single, RSD Exclusive) (2000)
  • Goatsnake – Dog Days (Southern Lord) (LP, RSD Exclusive) (1300)
  • Goblin – The Singles Collection 1975–1979 (Cinevox) (LP, RSD Limited Run / Regional Focus) (1000)
  • Gong – Flying Teapot (Charly Records) (LP, RSD Limited Run / Regional Focus) (1000)
  • Violet Grohl – What’s Heaven Without You / Swallowtail (Republic) (7″ Vinyl, RSD Exclusive) (3000)
  • Judas Priest – Live in Los Angeles ’90 (Legacy Recordings) (LP, RSD Exclusive) (4900)
  • King Gizzard & The Lizard Wizard – Big Fig Wasp (Having Fun) (Vinyl, RSD Exclusive) (2500)
  • KISS – A Special KISS Tour Album (Mercury Records) (12″ Vinyl EP, RSD First) (10000)
  • Bruce Kulick (From KISS) – Transformer (Culture Factory) (LP, RSD Exclusive) (1500)
  • Bruce Kulick (From KISS) – Transformer (Culture Factory) (CD, RSD Limited Run / Regional Focus) (700)
  • Mark Lanegan – Bubblegum (Original Draft) (Beggars Banquet) (2 x LP, RSD Exclusive) (1500)
  • Look Outside Your Window – Look Outside Your Window (LOYW) (LP, RSD Exclusive) (2300)
  • Megadeth – Hidden Treasures (Capitol / UMe) (LP, RSD First) (6500)
  • Meshuggah – Destroy Erase Improve: Remastered Anniversary Edition (Reigning Phoenix Music) (2 x LP, RSD Exclusive) (1600)
  • Meshuggah – Catch Thirtythree: Remastered Anniversary Edition (Reigning Phoenix Music) (2 x LP, RSD Exclusive) (1600)
  • Misfits – Famous Monsters (Rhino) (LP, RSD Exclusive) (4000)
  • Mötley Crüe – Live Wire EP (45th Anniversary) (BMG) (12″ Vinyl EP, RSD Exclusive) (2500)
  • Motörhead – On Parole (Steve Wilson Remix) (Rhino) (LP, RSD Exclusive) (5000)
  • Motörhead – The Lost Tapes, Vol. 7 (Lemmy’s 50th Birthday, Live in West Hollywood, 1995) (BMG) (2 x LP, RSD Exclusive) (3000)
  • Muse – Muscle Museum (Warner Records) (12″ Vinyl EP, RSD Exclusive) (2500)
  • Muse – Muse (Warner Records) (12″ Vinyl EP, RSD Exclusive) (2500)
  • Mutemath – Mutemath (Rhino) (2 x LP, RSD Exclusive) (3130)
  • New York Dolls – One Day It Will Please Us To Remember Even This (Rhino) (2 x LP, RSD Exclusive) (3000)
  • Ozzy Osbourne – Ozzy Osbourne (Handmade By Robots) (Handmade by Robots) (Novelties, RSD Exclusive) (2000)
  • Paramore – All We Know Is Falling (Deluxe) (Rhino) (2 x LP, RSD Exclusive) (7000)
  • Pearl Jam – React/Respond – Dark Matter Tour (with Exclusive Live 7″) (Monkeywrench) (7″ + Book, RSD xclusive) (1500)
  • Robert Plant – Saving Grace: All That Glitters… with Suzi Dian (Nonesuch) (12″ Vinyl EP, RSD Exclusive) (3500)
  • Porcupine Tree – We Lost The Skyline (Transmission) (LP, RSD Exclusive) (3500)
  • Puscifer – Normal Isn’t (Live) (BMG) (2 x LP, RSD First) (2500)
  • Ramones – Live In San Francisco (Rhino) (2 x LP, RSD Exclusive) (6000)
  • The Rolling Stones – Big Hits (High Tide and Green Grass) – Japanese Edition (ABKCO Music & Records, Inc.) (Vinyl – Import, RSD Exclusive) (3500)
  • The Rolling Stones – The Rolling Stones RSD3 Mini-Turntable (ABKCO Music & Records, Inc.) (Turntable, RSD Exclusive) (2500)
  • The Rolling Stones – Get Off of My Cloud (ABKCO Music & Records, Inc.) (3″ Record, RSD Exclusive) (1500)
  • The Rolling Stones – Honky Tonk Women (ABKCO Music & Records, Inc.) (3″ Record, RSD Exclusive) (1500)
  • The Rolling Stones – Play With Fire (ABKCO Music & Records, Inc.) (3″ Record, RSD Exclusive) (1500)
  • The Rolling Stones – Heart of Stone (ABKCO Music & Records, Inc.) (3″ Record, RSD Exclusive) (1500)
  • The Rolling Stones – Mother’s Little Helper (ABKCO Music & Records, Inc.) (3″ Record, RSD Exclusive) (1500)
  • The Rolling Stones – Have You Seen Your Mother, Baby, Standing in the Shadow? (ABKCO Music & Records, Inc.) (3″ Record, RSD Exclusive) (1500)
  • Sex Pistols – Jubilee (25th Anniversary Edition) (UMR) (LP, RSD First) (3000)
  • Skid Row – Live at the Moscow Music Peace Festival (BMG) (12″ Picture Disc, RSD Exclusive) (2800)
  • Sleep Token – Caramel (RCA) (12″ Vinyl, RSD First) (3000)
  • Sonic Youth – Diamond Seas (Geffen) (12″ Vinyl, RSD First) (3500)
  • Steely Dan – Alive in America (Rhino) (2 x LP, RSD Exclusive) (4000)
  • Stone Temple Pilots – Live at Rolling Rock 2001 (Rhino) (2 x LP, RSD Exclusive) (4000)
  • The Stranglers – Rarities (Rhino) (LP, RSD Exclusive) (3000)
  • The Sword – Four Songs (Kemado) (12″ Vinyl EP) (RSD Exclusive) (5500)
  • Thin Lizzy – Live in Cleveland 1976 (UMR/Vertigo) (2 x LP) (‘RSD First’) (4000)
  • Various Artists – Metal Machine Music: Power To Consume Vol. 2 (Legacy Recordings) (2 x LP) (RSD Limited Run / Regional Focus) (1000)
  • Van Halen – Live in New Haven, CT 1986 (Rhino) (2 x LP) (RSD Exclusive) (5000)
  • Scott Weiland – Live (Scott Weiland) (LP) (RSD Exclusive) (2000)
  • The Who – A Quick One (UMR/Polydor) (2 x LP) (‘RSD First’) (5000)
  • Yes – Tales From Topographic Tours (Rhino) (3 x LP) (RSD Exclusive) (3500)

TWISTED SISTER: Ακύρωσαν όλες τις φετινές τους εμφανίσεις λόγω προβλήματος υγείας του Dee Snider

0
Twisted

Twisted

Οι TWISTED SISTER, που θα γιόρταζαν φέτος τα 50 τους χρόνια παίζοντας πολλές headline εμφανίσεις σε φεστιβάλ της Ευρώπης (και όχι μόνο), ανακοίνωσαν ότι ακυρώνουν τα πάντα, λόγω προβλήματος υγείας του τραγουδιστής τους, Dee Snider.

Αναλυτικά η ανακοίνωση κι εμείς να ευχηθούμε περαστικά στον γίγαντα Dee!!!

“Με λύπη,
Οι Twisted Sister ακυρώνουν τις επετειακές εμφανίσεις για τα 50 χρόνια τους.
Λόγω της αιφνίδιας και απρόσμενης αποχώρησης του τραγουδιστή των Twisted Sister, Dee Snider, η οποία προκλήθηκε από μια σειρά προβλημάτων υγείας, το συγκρότημα αναγκάστηκε να ακυρώσει όλες τις προγραμματισμένες συναυλίες, ξεκινώντας από τις 25 Απριλίου στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας και συνεχίζοντας καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Το μέλλον των Twisted Sister θα καθοριστεί τις επόμενες εβδομάδες.
Μείνετε συντονισμένοι για ενημερώσεις,
Jay Jay French / Eddie Ojeda
French Management Enterprises


Μια ολόκληρη ζωή γεμάτη θρυλικά επιθετικές εμφανίσεις έχει αφήσει το αποτύπωμά της στο σώμα και την ψυχή του Dee Snider. Εν αγνοία του κοινού (μέχρι τώρα), ο Snider (70) πάσχει από εκφυλιστική αρθρίτιδα και έχει υποβληθεί σε αρκετές χειρουργικές επεμβάσεις όλα αυτά τα χρόνια απλώς για να συνεχίσει, μπορώντας να ερμηνεύσει μόνο λίγα τραγούδια τη φορά, με πόνο.
Σαν να μην έφτανε αυτό, ο Dee διαπίστωσε πρόσφατα ότι το επίπεδο έντασης που έχει αφιερώσει στο έργο της ζωής του έχει επηρεάσει και την καρδιά του. Δεν μπορεί πλέον να ξεπερνά τα όρια της rock n’ roll μανίας όπως έκανε για δεκαετίες. Λέει ο Snider: «Δεν ξέρω άλλον τρόπο να παίζω rock. Η ιδέα του να επιβραδύνω είναι απαράδεκτη για μένα. Προτιμώ να αποχωρήσω παρά να είμαι η σκιά του παλιού μου εαυτού».
Στα αθάνατα λόγια του Dirty Harry: «Ένας άντρας πρέπει να ξέρει τα όριά του». Δυστυχώς, ο Dee Snider τώρα γνωρίζει τα δικά του.

Underground Halls Vol. 227- FILI BIBIANO’S FORTRESS & GORRCH

0
Halls

Halls

«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το άλμπουμ; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: FILI BIBIANO’S FORTRESS
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Death is your master”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: High Roller Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Fili Bibiano – Κιθάρα, μπάσο, πλήκτρα
Juan Aguila – Φωνητικά
Joey Mancaruso – Τύμπανα
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Chris Scott Nunez – Φωνητικά
Adrian Aguilar – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Facebook
Instagram
Spotify
YouTube

Πονεμένη ιστορία το neoclassical metal… Με έχει απογοητεύσει αρκετά η πορεία του. Τώρα θα μου πεις, εντάξει, δύσκολο να ακούμε εσαεί μουσική μόνο σαν αυτή που έγραφε ο Malmsteen στα 80s- 90s (άσχετο, αλλά μιας και τον ανέφερα, ο μαέστρος είχε καταπληκτικό σερί, επί πολλά χρόνια, που ελάχιστοι έχουν να επιδείξουν παρόμοιο), αλλά όχι και τέτοια κατρακύλα ρε παιδιά… Σπανιότατα βγαίνει κάτι από τον χώρο του neoclassical τα τελευταία χρόνια που να με χαροποιεί πλέον. Για ενθουσιασμό, ούτε λόγος, οι φορές πρέπει να είναι μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού.

Μια από αυτές, ασχοληθήκαμε τους Καλιφορνέζους FILI BIBIANOS FORTRESS, από την πόλη Whittier. Πόλη άγνωστη λογικά στον πολύ κόσμο, αλλά όσοι τρώνε Quaker, κάπου θα έχουν πετύχει την επωνυμία της βιομηχανίας Whittier Citrus Association, η οποία εδρεύει εκεί. Βέβαια, οι (τότε σκέτοι) FORTRESS, στο πρώτο τους, ομώνυμο EP το 2018, δεν έκαναν αίσθηση ούτε ως μέρος της βιομηχανίας παραγωγής βρώμης ούτε ως neoclassical μπάντα, αλλά με το υψηλών προδιαγραφών και αξιώσεων Priest-ικό τους μέταλλο.

Οι Αμερικανοί χρειάστηκαν μόλις 17 λεπτά της ώρας και τέσσερα κομμάτια, για να τοποθετήσουν τον πήχη των προσδοκιών ψηλά και να θεωρούντο, μαζί με μπάντες σαν τους RIOT CITY και τους TRAVELER, από τα πλέον ελπιδοφόρα συγκροτήματα στον χώρο του παραδοσιακού heavy metal. Και αν οι πρώτοι, ως τώρα τουλάχιστον, επιβεβαίωσαν όσους θεωρούσαν μεγάλο το ταλέντο τους και οι δεύτεροι μας άφησαν χρόνους, οι FORTRESS έκαναν κάτι άλλο: Άλλαξαν στυλ και ύφος.

Το πρώτο full length τους, με τίτλο “Dont spare the wicked, σήμανε την είσοδο τους στο neoclassical metal πεδίο. Το αποτέλεσμα, εκπληκτικό. Ο δίσκος χαιρετίστηκε με θέρμη και επαίνους από το underground και απέδειξε πως ο αρχηγός Fili Bibiano πήρε την σωστή απόφαση. Ο γράφων δε, του έδωσε μια θέση στην πρώτη δεκάδα με τα καλύτερα του 2021 και απλά εφιστούσε την προσοχή ως προς το να μην υπάρχει βιασύνη για νέο υλικό. Τίποτ’άλλο. Όσο για την αλλαγή ονόματος; Από την στιγμή που η μπάντα πέρασε στο neoclassical και υπάρχει αρχηγός και με τη βούλα, κιθαρίστας γαρ, ήταν θέμα χρόνου να μπει πριν από το όνομα FORTRESS, το ονοματεπώνυμό του. Μη χαλάμε και τας παραδόσεις!

Φέτος, το Οχυρό συμπληρώνει μια δεκαετία στα πράγματα και το “Death is your master” είναι η τρίτη του επίσημη κυκλοφορία, με αλλαγμένη σύνθεση. Πλέον, εκτός από τον κιθαρίστα – μπασίστα – πληκτρά Fili Bibiano, συναντάμε τον Joey Mancaruso στα τύμπανα και τον Juan Aguila στα φωνητικά. Πριν καν ακούσω τη νέα σύνθεση, να πω ότι ο προηγούμενος τραγουδιστής, Chris Scott Nunez, είχε ιδανική για το στυλ φωνή, με μια σούπερ χροιά που αρκετές φορές «έπιανε» τον Jeff Scott Soto και τον Graham Bonnet, με άνεση μάλιστα! Οπότε, ο Aguila θα είχε εκ των πραγμάτων δύσκολη δουλειά να φέρει εις πέρας, ειδικά από την στιγμή που ο Nunez έχει ακόμη παρουσία στο γκρουπ, με μια εξαίσια ερμηνεία στο “Blackest night”.

Με τραγούδια γεμάτα από Malmsteen, Impellitteri, ALCATRAZZ και λοιπούς τεραστίων διαστάσεων neoclassical μύθους, το “Death is your master” δεν έχει δύσκολο έργο, ώστε να κερδίσει τον ακροατή. Ο Bibiano παραμένει ένας πολύ καλός συνθέτης, πηγαίος, αυθόρμητος και εστιάζει, όπως ο ίδιος λέει, στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα. Οι συνθέσεις έχουν αμεσότητα, ποικιλία και εν αντιθέσει με το σαράκι που κατατρώει αρκετούς στον χώρο, χαρακτηρίζονται από παντελή έλλειψη κιθαριστικής φλυαρίας και επιδειξιμανίας. Τω όντι, ο Bibiano παίζει και να είναι ο λιγότερο επιδειξιομανής βιρτουόζος, στο οπωσδήποτε «προσωποκεντρικό» neoclassical. Και μπράβο του!

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του “Death is your master”, είναι το γεγονός ότι όσο προχωρούμε στην ακρόαση, τόσο ανεβαίνει το επίπεδο. Περίεργο δεν είναι; Συνήθως, από τη μέση και μετά επέρχεται η συνθετική πτώση, εάν και εφόσον είναι να επέλθει. Εδώ, συμβαίνει το αντίθετο, με το “Blackest night” (είπαμε, με τον Nunez στα φωνητικά), το “Maze” που θυμίζει κάπως το θεϊκό “Riot in the dungeons” του Malmsteen και το θεαματικό “B.Y.O.D”, που είναι το πιο διαφορετικό τραγούδι του δίσκου και με έκανε να αναφωνήσω ζήτω οι HELSTAR, DESTINY’S END, MAGNABOLT, CRESCENT SHIELD, ONWARD και λοιποί ισόθεοι!

Με τις όποιες συγκρίσεις όσον αφορά τα φωνητικά να πέφτουν γρήγορα στο τραπέζι, ο «νέος» το κερδίζει άξια το ψωμί του. Δεν είναι Nunez, δεν είναι η φωνάρα που το ίδιο το neoclassical μας έχει συνηθίσει να έχει στους σπουδαίους εκπροσώπους του, ανεπαρκή πάντως δεν τον λες. Την παραγωγή θα ήθελα καλύτερη επίσης, αφού στερείται σχετικά δυναμικής και καθαρότητας, μα και εδώ, αξιόλογο είναι το αποτέλεσμα. Ίσως όμως ένας παραγωγός που ξέρει καλά το γήπεδο αυτό, να μπορούσε να σουλουπώσει καλύτερα τον ήχο την επόμενη φορά.

Άρα, τι λέμε για το τέλος; Λέμε πως το “Death is your master” μπορεί να είναι μισό κλικ κατώτερο του προκατόχου του, αλλά και πάλι, είναι ένα άλμπουμ που αξίζει να ακουστεί και να ακουστεί αρκετά. Σίγουρα, με τη γενικότερη ανομβρία που υπάρχει σε αυτού του είδους τη μουσική, θα αγκαλιαστεί και θα εκτιμηθεί ιδιαίτερα από τους οπαδούς. Εγώ πάντως, το ευχαριστήθηκα.

(8 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: GORRCH
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: Stillamentum
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Avantgarde Music
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Chimsicrin – Τύμπανα, φωνητικά, πλήκτρα
Droich – Κιθάρες, μπάσο
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Bandcamp
Spotify

Το “Stillamentum” είναι ένας δίσκος που δείχνει ξεκάθαρα ότι οι Ιταλοί GORRCH, μετά από πολλά χρόνια απουσίας από την δισκογραφία, βρίσκονται σε μια φάση σιγουριάς και εσωτερικής συγκέντρωσης. Δεν προσπαθούν να αποδείξουν κάτι ούτε να κυνηγήσουν εντυπώσεις. Αντίθετα, αφήνουν τη μουσική να μιλήσει μόνη της και αυτό λειτουργεί υπέρ τους. Από την αρχή μέχρι το τέλος υπάρχει μια αίσθηση βαρύτητας και σκοτεινής ηρεμίας, σαν να σε τραβάει σιγά σιγά σε έναν κόσμο που έχει τον δικό του ρυθμό. Τα κομμάτια δένουν μεταξύ τους με φυσικό τρόπο και δεν νιώθεις ότι υπάρχουν απλώς για να γεμίσουν χρόνο, άλλωστε το άλμπουμ “τρέχει” σε μόλις περίπου σαράντα, πολύ χορταστικά λεπτά. Ο δίσκος ακούγεται σαν ένα ενιαίο σώμα, με συνοχή και ξεκάθαρη ταυτότητα, κάτι που δεν είναι πάντα αυτονόητο στο είδος.

Αυτό που ξεχωρίζει στο “Stillamentum” είναι το πώς καταφέρνει να είναι έντονο χωρίς να γίνεται κουραστικό. Η μουσική έχει δύναμη, αλλά δεν βασίζεται μόνο στην ταχύτητα ή στον θόρυβο. Υπάρχουν στιγμές που αφήνονται να εξελιχθούν αργά, δίνοντας χώρο στο συναίσθημα και στην ατμόσφαιρα. Άλλες φορές η ένταση ανεβαίνει και σε παρασύρει, χωρίς όμως να χάνεται ο έλεγχος. Όλα δείχνουν μετρημένα και δουλεμένα με υπομονή. Δεν υπάρχει η αίσθηση της βιασύνης ή της υπερβολής, υπάρχει μια σταθερή πορεία που σε κρατάει προσηλωμένο. Είναι από εκείνους τους δίσκους που δεν προσπαθούν να σου τραβήξουν την προσοχή με το ζόρι, απλά συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις σταματήσει να προσέχεις ούτε στιγμή.

Η ατμόσφαιρα του άλμπουμ παίζει καθοριστικό ρόλο στην εμπειρία. Υπάρχει μια σκοτεινή διάθεση που δεν είναι χαοτική αλλά στοχαστική, σχεδόν εσωστρεφής. Οι μελωδίες εμφανίζονται εκεί που πρέπει και εξαφανίζονται χωρίς να μένουν παραπάνω απ’ όσο χρειάζεται. Αυτό δίνει στον δίσκο μια αίσθηση ισορροπίας και ωριμότητας. Δεν νιώθεις ότι σου εξηγεί τι πρέπει να αισθανθείς, σε αφήνει να μπεις μόνος σου μέσα στο κλίμα. Με κάθε ακρόαση ανακαλύπτεις μικρές λεπτομέρειες που αρχικά περνούν απαρατήρητες, κάτι που δείχνει ότι το υλικό έχει βάθος και αντοχή στον χρόνο. Είναι ένας δίσκος που σε καλεί να επιστρέψεις.

Στο σύνολό του το “Stillamentum” είναι μια πολύ δυνατή και θετική δήλωση για το ποιοι είναι οι GORRCH σήμερα. Δεν αναλώνεται σε εύκολες λύσεις ούτε προσπαθεί να αντιγράψει κάτι γνώριμο. Αντλεί δύναμη από τη συνέπεια και την ειλικρίνειά του. Ο δίσκος στέκεται με αυτοπεποίθηση και μεταφέρει μια αίσθηση πληρότητας, σαν να έχει ειπωθεί ακριβώς αυτό που έπρεπε. Για τον ακροατή που εκτιμά τον σκοτεινό ήχο με ουσία και χαρακτήρα, πρόκειται για μια κυκλοφορία που αξίζει χρόνο και προσοχή. Είναι μια δημιουργία που δείχνει μια μπάντα δεμένη και συγκεντρωμένη στο όραμά της.

(8 / 10)

Φανούρης Εξηνταβελόνης

TRIUMPHER: Ανακοινώθηκε συναυλία στο Κύτταρο τον Απρίλιο

0
Triumpher

Triumpher

TRIUMPHER

Κυριακή 19 Απριλίου 2026 – Αθήνα – Κύτταρο Live

Σε μια εποχή όπου η μουσική βιομηχανία κινείται με απλησίαστες ταχύτητες και η μετριότητα συχνά αποθεώνεται, υπάρχουν συγκροτήματα που αντέχουν και διαμορφώνουν τις εξελίξεις.

Οι συμπατριώτες μας, TRIUMPHER, ανήκουν αδιαμφισβήτητα σε αυτή την κατηγορία.

Μέσα σε ελάχιστα χρόνια, το Αθηναϊκό epic metal σχήμα κατάφερε να μετατραπεί από “ελπιδοφόρο σχήμα” σ’ ένα από τα πιο συζητημένα ονόματα του σύγχρονου επικού heavy metal παγκοσμίως. Με δύο εξαιρετικά άλμπουμ στις αποσκευές τους – “Storming The Walls” (2023) και “Spirit Invictus” (2024) – οι TRIUMPHER έθεσαν νέα standards στο ιδίωμα, συνδυάζοντας επικό heavy metal με black metal και extreme metal στοιχεία και τέλος επιβλητική θεατρικότητα.

Το 2026 βρίσκει το συγκρότημα στο απόγειο της δημιουργικής του δυναμικής, με την κυκλοφορία του τρίτου τους άλμπουμ “Piercing The Heart Of The World” από την No Remorse Records. Ένα άλμπουμ – δήλωση, με συνθέσεις ακραίας έμπνευσης, επιθετικό epic metal, μνημειώδη φωνητικά, κινηματογραφική ατμόσφαιρα και παραγωγή τεράστιου βεληνεκούς.

Λίγο μετά την κυκλοφορία του νέου τους άλμπουμ και στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής τους περιοδείας, οι TRIUMPHER θα εμφανιστούν στην Αθήνα, για μια χορταστική συναυλία, δίωρης διάρκειας, την Κυριακή 19 Απριλίου 2026 στο Κύτταρο Live.

Όσοι έχουν παρακολουθήσει το συγκρότημα ζωντανά γνωρίζουν ότι οι TRIUMPHER “δεν παίρνουν αιχμαλώτους” και έχουν ήδη αφήσει το στίγμα τους σε κορυφαία Ευρωπαϊκά φεστιβάλ όπως τα Keep It True, Up The Hammers, Hell Over Hammaburg, Midálidare Rock και Metalheads Open Air, ενώ έχουν μοιραστεί τη σκηνή με ονόματα όπως Midnight, Crimson Glory, Primordial, Tom Gabriel Warrior’s Triumph Of Death και Grave Digger μεταξύ άλλων.

Η επερχόμενη εμφάνιση στο Κύτταρο Live αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα κορυφαία metal live της χρονιάς, με υλικό και από τις τρείς δισκογραφικές δουλειές του συγκροτήματος και έμφαση στο νέο, πολυσυζητημένο “Piercing The Heart Of The World”.

Ήδη κραδαίνουμε τα σπαθιά μας!!!

Ώρα έναρξης: 22:00 – Τιμή εισιτηρίου: 15 Ευρώ (Προπώληση) – 18 Ευρώ (Ταμείο)

Η online προπώληση εισιτηρίων Θα ξεκινήσει την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026 στις 14:00 μέσω του www.ticketservices.gr

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σύντομα θα ξεκινήσει και η προπώληση εισιτηρίων μέσω των παρακάτω φυσικών σημείων πώλησης.

Προπώληση Εισιτηρίων

Ticket Services (Πανεπιστημίου 39 (Στοά Πεσμαζόγλου), Αθήνα / Τηλ: 210-7234567)

Metal Era (Εμμανουήλ Μπενάκη 22, Αθήνα / Τηλ: 210-3304133)

Reload Store (Ακαδημίας 81, Αθήνα / Τηλ: 210-3801464)

Le Disque Noir (Θεμιστοκλέους 29, Αθήνα / Τηλ: 211 2143554)

Monsterville (Αγίας Ειρήνης 13, Μοναστηράκι / Τηλ: 210-3648180)

 

Facebook event: https://www.facebook.com/events/4207837839478571

SOEN interview (Joel Ekelöf)

0
Soen
Photo by Linda Florin
Soen
Photo by Linda Florin

“Keepin’ it prog”

Οι SOEN, είναι ένα συγκρότημα, που ιδιαίτερα στην Ελλάδα, πλέον, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις, αφού λατρεύονται στην κυριολεξία από τους φίλους της προοδευτικής -και όχι μόνο- μουσικής. Το πολύ πρόσφατο άλμπουμ τους, με τίτλο “Reliance”, μπορεί να μην είναι το καλύτερο της καριέρας τους, αλλά έρχεται να τους σταθεροποιήσει στην κορυφή του ιδιώματος. Ο τραγουδιστής τους, Joel Ekelöf, πολύ φιλικός και ανθρώπινος, μας μίλησε για το άλμπουμ αυτό και όλα όσα αφορούν το συγκρότημα.

Joel, καλώς ήρθες στο Rock Hard.
Ευχαριστώ.

Πρέπει να πω ότι σχεδόν όλοι οι δίσκοι σας — και συγκεκριμένα οι δύο τελευταίοι — έχουν αναδειχθεί δίσκοι της χρονιάς από τους συντάκτες του Rock Hard Greece. Για να δούμε λοιπόν τι μας επιφυλάσσει το 2026 με το “Reliance.
Εντάξει, ναι. Έχω μεγάλες ελπίδες.

Το “Reliance είναι το έβδομο στούντιο άλμπουμ των SOEN. Τι προσωπική σημασία έχει για εσένα η λέξη “Reliance”;
Για μένα σημαίνει κυρίως το να έχεις το θάρρος να βασίζεσαι σε άλλους ανθρώπους, να έχεις το κουράγιο να εξαρτάσαι από αυτούς. Δεν είναι ότι ένας άνθρωπος είναι αρκετά δυνατός για να τα βάλει με όλο τον κόσμο — είναι ακριβώς το αντίθετο. Πρέπει να έχεις το θάρρος να στηρίζεσαι στους άλλους και να τους εμπιστεύεσαι.

Photo by Linda Florin

Το δελτίο Τύπου τονίζει την ειλικρίνεια ως τον πυρήνα του άλμπουμ. Τι σημαίνει ειλικρίνεια στη σύνθεση τραγουδιών για τους SOEN; Και τι σημαίνει να είσαι ειλικρινής σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούν το image και το branding;
Για μένα ειλικρίνεια σημαίνει ότι η μουσική μας, οι στίχοι μας και όσα πρεσβεύουμε είναι πραγματικά δικά μας. Δεν γράφουμε μουσική για να απευθυνθούμε σε κάποια συγκεκριμένη αγορά ή κοινό. Δεν λέμε ποτέ “ας δούμε τι πουλάει”. Απλώς κάνουμε τη μουσική που αγαπάμε. Και ελπίζουμε ότι αυτό θα αρέσει και στον κόσμο, γιατί πιστεύω πως οι άνθρωποι μπορούν να νιώσουν και να ακούσουν αυτή την ειλικρίνεια. Ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα προϊόν φτιαγμένο για να ικανοποιήσει μια συγκεκριμένη ομάδα.
Όσο για το image και το branding, για εμάς δεν ήταν ποτέ πρόβλημα. Κάνουμε αυτό εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Δεν υπάρχει κανείς να μας λέει τι να κάνουμε, τι να φορέσουμε ή πώς να είμαστε. Δεν έχουν καμία πιθανότητα — είμαστε πολύ μεγάλοι και πολύ πεισματάρηδες γι’ αυτό. Κάνουμε απλώς αυτό που θέλουμε.

Βλέπεις το “Reliance ως συνέχεια του “Memorial ή ως ένα συνειδητό βήμα σε διαφορετικό συναισθηματικό έδαφος;
Νομίζω ότι είναι συνέχεια. Πήραμε πολλά από τα στοιχεία που πειραματιστήκαμε στο “Memorial” — τον ήχο, τα πιο βαριά και “τραχιά” φωνητικά, τον πιο σκληρό ήχο, τα πιο κλασικά metal riffs — και τα προχωρήσαμε ακόμη περισσότερο στο “Reliance”.
Παράλληλα όμως, σε αυτό το άλμπουμ πειραματιστήκαμε περισσότερο από ποτέ. Δεν ξέρω αν ο κόσμος αντιλαμβάνεται πόσο πολύ πειραματιστήκαμε. Είναι αρκετά διαφορετικό από αυτή την άποψη. Σε επίπεδο παραγωγής, για παράδειγμα, είχαμε περισσότερο χρόνο να κάνουμε ακριβώς αυτό που θέλαμε. Και αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον παραγωγό μας, τον Alexander Backlund, που ήταν δίπλα μας σε όλη τη διαδικασία.

Τι πιστεύεις ότι άλλαξε ο Alexander στον ήχο σας;
Βασικά, είναι ένας πολύ ταλαντούχος και νεαρός τύπος, εξαιρετικά ανοιχτός σε νέες ιδέες. Δεν λειτουργεί με τον κλασικό τρόπο του παραγωγού που μπαίνει στο στούντιο και σου λέει τι να κάνεις. Αντίθετα, μας επιτρέπει να πειραματιστούμε, να είμαστε δημιουργικοί, να δοκιμάζουμε ιδέες και να διασκεδάζουμε μέσα στο στούντιο. Και χάρη στην εμπειρία του, μας βοηθά να υλοποιούμε αυτές τις ιδέες, γιατί ξέρει πώς να πετύχει τον ήχο που έχουμε στο μυαλό μας. Με αυτή την έννοια, συνέβαλε καθοριστικά στο να “ζωντανέψει” το άλμπουμ.

Photo by Linda Florin

Ένα πράγμα πάντως στο οποίο σίγουρα δεν πειραματιστήκατε είναι οι μονολεκτικοί τίτλοι των τραγουδιών.
(γέλια) Όχι, όχι, όχι. Ποτέ.

Έχει γίνει εμμονή ή απλώς βγαίνει φυσικά;
Θα έλεγα πως πλέον δεν είναι εμμονή — είναι παράδοση. Έχει γίνει παράδοση. Και τώρα δεν θέλουμε να το αλλάξουμε, γιατί θα ήταν κακή τύχη.

Δεν μπορείτε να το αλλάξετε.
Όχι, δεν μπορούμε. Έτσι είναι πλέον. Και εξακολουθεί να μου αρέσει. Ένας μόνο λόγος — και μετά μπαίνεις στη μουσική και στους στίχους και πρέπει να το βιώσεις. Είναι διαφορετικό από το να έχεις έναν τίτλο τύπου “I Love Rock and Roll”.

Μιλώντας για στίχους, έχουν γίνει πιο άμεσοι και κοινωνικά τοποθετημένοι. Τι σας ώθησε σε αυτή τη στροφή; Πάντα γράφατε για κοινωνικά ζητήματα, αλλά όπως έχει πει και ο Martin, κάποια στιγμή αρχίσατε να “φωνάζετε” για όσα έχουν σημασία.
Νομίζω ότι απλώς αρχίσαμε να θέλουμε να λέμε τα πράγματα πιο ξεκάθαρα και άμεσα. Χωρίς ωραιοποιήσεις, χωρίς “ζάχαρη”, χωρίς υπερβολικά ποιητικές διατυπώσεις. Απλώς να τα λες όπως είναι. Και επίσης να μην φοβάσαι να μιλήσεις ανοιχτά για πολιτικά ζητήματα. Με την ηλικία, νομίζω ότι σταματάς να νοιάζεσαι τόσο για το τι θα πουν οι άλλοι. Γίνεσαι πιο σίγουρος για τον εαυτό σου.

Έχω περιγράψει κάποτε τους SOEN με δύο λέξεις από τραγούδια σας: “Unbreakable και “Invincible. Ποιο στοιχείο πιστεύεις ότι κρατά το συγκρότημα άθραυστο και ανίκητο; Πιστεύω ότι υπάρχει κάτι ιδιαίτερο εδώ. Οι καλές μπάντες έχουν αυτή τη συντροφικότητα. Περνάς τόσα χρόνια μαζί, τόσο χρόνο μαζί, και αυτό σε “χτίζει”. Δημιουργείται ένα αίσθημα “εμείς απέναντι στον κόσμο”. Όταν είμαστε μαζί, μπορούμε να αντέξουμε τεράστια πίεση. Και υπάρχει πολλή πίεση — αλλά ναι, αυτό είναι που μας κρατά.

Όταν ξεκινήσατε να παίζετε μουσική, υπήρχαν πολλές συγκρίσεις με τους TOOL και τους A PERFECT CIRCLE. Με τα χρόνια όμως έχετε διαμορφώσει ξεκάθαρα μια δική σας ταυτότητα. Τι πιστεύεις ότι ορίζει σήμερα αυτό που αποκαλούμε “ήχο των SOEN”;
Ίσως αυτό να είναι κάτι που θα έπρεπε να το περιγράφουν άλλοι. Παρόλα αυτά, νομίζω ότι υπάρχουν κάποια ξεκάθαρα στοιχεία στον ήχο μας. Είναι δυναμικός. Βασίζεται πολύ στην ένταση και την αποφόρτιση. Υπάρχουν πολύ βαριά σημεία και πολύ ήπιες στιγμές μέσα στο ίδιο κομμάτι, κάτι που πιστεύω ότι εκτιμά ο κόσμος — και το εκτιμάμε κι εμείς.
Νομίζω επίσης ότι παίζει ρόλο το γεγονός ότι είμαστε όλοι έμπειροι μουσικοί. Φέρνουμε στη μουσική μας πολλές εμπειρίες από άλλα είδη. Παρ’ όλα αυτά, ο πυρήνας είναι πάντα το metal. Εκεί γεννηθήκαμε μουσικά. Απλώς δεν φοβόμαστε να προσθέσουμε και άλλα στοιχεία. Πιστεύω ότι αν σου αρέσουν οι SOEN, είσαι άνθρωπος που του αρέσει να αναμειγνύει πράγματα, που αγαπά γενικά τη μουσική και μπορεί να εκτιμήσει διαφορετικές πτυχές και διαφορετικά είδη.

Photo by Linda Florin

Καθώς ο κόσμος γίνεται όλο και πιο χαοτικός, πιστεύεις ότι η μουσική εξακολουθεί να έχει τη δύναμη να προκαλέσει ουσιαστική αλλαγή; Οι στίχοι σας δείχνουν ότι θέλετε να τονίσετε αυτή την παγκόσμια αναταραχή.
Είναι παράξενο, αλλά σήμερα μοιάζει σχεδόν το αντίθετο. Αυτοί που έχουν την εξουσία, αυτοί που κυβερνούν, είναι ήδη οι ακραίοι. Δεν μπορείς να τους προκαλέσεις, γιατί βρίσκονται ήδη στα άκρα. Κι εμείς είμαστε οι “φυσιολογικοί”, οι λογικοί άνθρωποι, που μιλάμε για πολύ απλά, ώριμα και — θα έλεγα — βαρετά πράγματα. Λέμε ότι οι άνθρωποι πρέπει να μένουν ενωμένοι, να χτίζουν κοινότητες, να νοιάζονται ο ένας για τον άλλον και να δείχνουν ανοχή. Και είναι απίστευτο πώς σήμερα αυτά θεωρούνται ακραίες απόψεις.

Εμείς είμαστε οι περίεργοι και όχι αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία.
Ακριβώς. Με έναν τρόπο, μιλάμε απλώς για κοινή λογική και για πράγματα αυτονόητα για κανονικούς ανθρώπους.

Δεν θα έπρεπε καν να χρειάζεται να μιλάμε γι’ αυτά.
Δεν θα έπρεπε, ναι. Και φαντάζομαι πόσο δύσκολο θα είναι αυτό για τους punk rockers σήμερα. Αν θέλεις να είσαι προκλητικός ή να μιλάς για αναρχία, δεν είναι εύκολο σε έναν κόσμο που είναι ήδη τόσο τρελός. Είναι δύσκολο να σοκάρεις, όταν η πραγματικότητα έχει ξεπεράσει κάθε όριο.

Ακούγοντας τα τραγούδια σας, παρατηρεί κανείς ξεκάθαρα παύσεις, στιγμές σιωπής, πριν μπει π.χ. ένα ρεφρέν. Είναι αυτό ένα ακόμα στοιχείο-παράδοση στον ήχο των SOEN;
Ναι, πιθανότατα είναι ένα από τα χαρακτηριστικά μας. Έχει να κάνει ξανά με τη δυναμική, με την ένταση και την αποφόρτιση. Αν παίζεις “τέρμα” συνεχώς, στο τέλος όλα θολώνουν και δεν ακούγονται καν βαριά. Γίνονται μονότονα. Οι αντιθέσεις είναι αυτές που δημιουργούν συναίσθημα. Τουλάχιστον αυτό προσπαθούμε να πετύχουμε.

Τα φωνητικά σου σε αυτό το άλμπουμ ακούγονται πιο επιθετικά. Ήταν συνειδητή επιλογή και σχετίζεται με τη θεματολογία των στίχων;
Ναι, ήταν συνειδητό. Και για τους δύο λόγους. Μου αρέσει να τραγουδάω με πιο σκληρά, “βρώμικα” φωνητικά. Το απολαμβάνω. Πολλοί μου λένε: «Γιατί τραγουδάς έτσι; Έχεις τόσο όμορφη φωνή, γιατί δεν τη χρησιμοποιείς απλώς καθαρά;» Για μένα όμως η φωνή δεν είναι για να εντυπωσιάζει τεχνικά. Είναι εργαλείο για να μεταφέρει συναίσθημα. Θέλω να προκαλεί κάτι στον ακροατή. Και για να το κάνω αυτό, θέλω να χρησιμοποιώ τη φωνή μου με όλους τους τρόπους. Αυτή την περίοδο μου αρέσουν πολύ τα σκληρά και επιθετικά φωνητικά και πιστεύω ότι ταιριάζουν στα τραγούδια. Αλλά μου αρέσουν και τα δύο. Είναι απαραίτητο για να χτίζεις μουσική που έχει ενδιαφέρον και ουσία.

Photo by Linda Florin

Πιστεύεις ότι πήρατε καλλιτεχνικά ρίσκα στο “Reliance ή κινηθήκατε σε γνώριμα μονοπάτια;
Νομίζω ότι πήραμε αρκετά ρίσκα. Αυτό που μας λένε συχνά είναι ότι είμαστε μια εξαιρετική progressive rock μπάντα. Το “ασφαλές” θα ήταν να συνεχίσουμε σε αυτή την πορεία, να εδραιωθούμε στο είδος, ακολουθώντας τα βήματα συγκροτημάτων όπως οι DREAM THEATER ή οι RUSH. Αλλά εμείς κάναμε κάτι διαφορετικό. Και αν ρωτήσεις όλους αυτούς που “ξέρουν” τη μουσική βιομηχανία, θα σου πουν ότι είμαστε τρελοί. Γιατί δεν κάνουμε αυτό που περιμένουν από εμάς. Αντί γι’ αυτό, ακολουθούμε αυτή τη “τρελή” metal διαδρομή, αντί για το προβλέψιμο progressive μονοπάτι.

Ναι, αλλά αυτό ακριβώς είναι που σας διαφοροποιεί. Και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι η πραγματική progressive μουσική.
Συμφωνώ απόλυτα. Δεν είναι progressive να κάνεις απλώς αυτό που “πρέπει”. Αυτό δεν είναι πρόοδος.

Αυτό είναι regress, όχι progress — το να παίζεις εκ του ασφαλούς.
Ακριβώς. Ευχαριστώ.

Μετά από τόσα χρόνια στη μουσική, τι εξακολουθεί να σε ενθουσιάζει δημιουργικά και προσωπικά όταν μπαίνεις στο στούντιο;
Το να δοκιμάζω, να εξερευνώ. Το να προσπαθώ να δημιουργήσω την καλύτερη δυνατή μουσική εξακολουθεί να με ενθουσιάζει.

Νιώθεις ότι έχεις ακόμα πολλή μουσική μέσα σου.
Ναι, ακριβώς. Νιώθω ότι αυτό θέλω να κάνω. Όσο έχει νόημα και είναι διασκεδαστικό, θα συνεχίσω. Το αγαπάω.

Τι να περιμένουμε από εσάς στο άμεσο μέλλον; Και ποιες είναι οι αναμνήσεις σου από τις φορές που έχεις βρεθεί στην Ελλάδα;
Έρχεται πολλή περιοδεία. Υπάρχει νέο άλμπουμ και θέλουμε να το παρουσιάσουμε σε όλο τον κόσμο. Να παίξουμε παντού και να κάνουμε δυνατές εμφανίσεις. Ξεκινάμε από τις σκανδιναβικές χώρες, μετά πάμε στις ΗΠΑ, το καλοκαίρι φεστιβάλ και το φθινόπωρο Ευρώπη. Ελπίζω και σίγουρα Ελλάδα. Και ίσως… με τη δική σου εμπλοκή.

Σε ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου. Ήταν χαρά μου όχι μόνο να σε βλέπω στη σκηνή, αλλά και να μιλάμε.
Κι εμένα το ίδιο.

Σου εύχομαι ό,τι καλύτερο με το νέο άλμπουμ. Είμαι σίγουρος ότι θα τραβήξει την προσοχή των παλιών οπαδών αλλά και νέων ακροατών.
Σε ευχαριστώ. Ελπίζω να τα πούμε σύντομα στην Ελλάδα.

Σάκης Φράγκος

Η ΟΠΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ HEAVY METAL – από τα εξώφυλλα στο horns up (μέρος δεύτερο)

0
Image

Image

(Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ)

PMRC: Η εικόνα έγινε απόδειξη ενοχής

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, η αμερικανική κοινωνία ήρθε αντιμέτωπη και σε σύγκρουση με την εικόνα του metal και αντέδρασε με φόβο. Η Parents Music Resource Center (PMRC) δεν στόχευσε απλώς στίχους ή μουσικές φόρμες, στόχευσε και την ίδια την οπτική ταυτότητα της μουσικής οπότε λογικό ήταν το heavy metal ήταν εύκολος στόχος. Τολμηρά εξώφυλλα, επιθετικά logo, προκλητικές φωτογραφίες, στίχοι και σκηνική υπερβολή λειτούργησαν ως «αποδείξεις» ενός φαντασιακού κοινωνικού κινδύνου. Το metal δεν χρειαζόταν να ακουστεί για να κατηγορηθεί. Αρκούσε να φανεί. Η εικόνα του χρησιμοποιήθηκε ως συντόμευση φόβου, ως εύκολο θύμα σε έναν ηθικό πανικό που αφορούσε κάτι πολύ περισσότερα από τη μουσική.

Έως και την δεκαετία του ‘90, το metal δεν αντιμετωπιζόταν απλώς ως μουσικό είδος, αλλά πολλές φορές ως πολιτισμικό πρόβλημα: κάτι υπερβολικό, θορυβώδες, επικίνδυνο για τη νεολαία. Τα media (αρχικά περιοδικά και ραδιόφωνο)  εστίασαν συχνά όχι μόνο στον ήχο, αλλά στην εικόνα. Εξώφυλλα, στίχοι, σκηνικές εμφανίσεις απομονώνονταν και παρουσιάζονταν ως αποδείξεις ηθικής παρακμής, και αποκλίνουσας συμπεριφοράς. Η δημιουργία της Parents Music Resource Center (PMRC) ήταν στίγμα. Και όμως, αυτό το στίγμα λειτούργησε πολλές φορές υπέρ του metal. Η απαγόρευση ενίσχυσε τη γοητεία. Το «μην πλησιάζεις» μετατράπηκε σε πρόκληση. Το αποτέλεσμα ήταν το γνωστό “Parental Advisory”. Ένα αυτοκόλλητο που σχεδιάστηκε για να προειδοποιεί, αλλά τελικά ενίσχυσε τον μύθο. Για το metal, δεν λειτούργησε ως φίλτρο αποτροπής, αλλά ως σήμα αυθεντικότητας. Ένα ακόμα στοιχείο εικόνας που δήλωνε ότι αυτή η μουσική δεν ζητούσε έγκριση και ακριβώς γι’ αυτό άξιζε να ακουστεί. H PMRC δεν έστειλε μπάντες στα δικαστήρια, αλλά έκανε αποδεκτή την ιδέα ότι μια μπάντα μπορεί να κατηγορηθεί, όχι μόνο εξαιτίας της μουσικής ή των στίχων της, αλλά κα λόγω της εικόνας της ή ενός εξωφύλλου. Και αυτό αρκούσε. Εάν έχετε διάθεση η υπόθεση της περίφημης λίστας “The filthy fifteen”, έχει πολύ ενδιαφέρον.

Metal, media και MTV: από τον πόλεμο στη νομιμοποίηση και αποδοχή της εικόνας

Η σχέση του metal με τα media υπήρξε από την αρχή δύσκολη και συχνά συγκρουσιακή. Όχι επειδή το metal επεδίωξε συνειδητά τη σύγκρουση, αλλά επειδή η ίδια του η εικόνα αμφισβητούσε όρια που τα mainstream μέσα δεν ήταν έτοιμα να αποδεχτούν και οι κοινωνίες που στην ουσία όσο ανοιχτές και εάν έδειχναν ο συντηρήσιμός είχε πολύ βαθιές ρίζες. Τα media (αρχικά περιοδικά και ραδιόφωνο)  εστίασαν συχνά όχι μόνο στον ήχο, αλλά στην εικόνα. Η έλλειψη μουσικής «προόδου» ειδικά μέχρι τα μισά των 80s, και η σταθερή δομή της μουσικής του ταυτότητας, έγιναν πολύ μεγάλο αντικείμενο αρνητικής κριτικής από τους μουσικοκριτικούς της εποχής. Αυτό όμως ήταν μια στάση που είχαν τα γενικότερα media από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 όταν ακόμα ο όρος metal δεν ήταν διαδεδομένος και όλα γειτνίαζαν κάτω από την ταμπέλα του rock ή του hard rock.

Η πρόταση του heavy metal δεν ήταν μουσικά πολυμορφική, αλλά βασίζονταν στην ένταση και στην έκφραση. Παράλληλα και η εικόνα, όσο ανέβαινε η ένταση τόσο και αυτή γίνονταν πιο προκλητική.  Με την έλευση του MTV, το metal βρέθηκε σε ένα παράδοξο σταυροδρόμι. Από τη μία πλευρά, η τηλεόραση έδωσε πρωτοφανή δημοσιότητα σε μπάντες που μέχρι τότε κινούνταν στο περιθώριο. Από την άλλη, απαίτησε οπτική προσαρμογή. Το metal έπρεπε να χωρέσει σε καλούπια, σε τηλεοπτικό χρόνο, σε αισθητικούς κανόνες που δεν το εξέφραζαν απαραίτητα πάντα. Κάποιες μπάντες χρησιμοποίησαν το MTV ως εργαλείο χωρίς να χάσουν την ταυτότητά τους. Άλλες «εξομαλύνθηκαν», συνειδητά ή ασυνείδητα. Το αποτέλεσμα όμως ήταν κοινό: η εικόνα του metal έπαψε σταδιακά να σοκάρει. Όταν κάτι προβάλλεται συνεχώς, παύει να λειτουργεί ως πρόκληση και μετατρέπεται σε γνώριμο θέαμα, καθώς γίνεται μέρος της καθημερινότητας.

Εκεί ξεκίνησε και η μετάβαση από την διαφοροποίηση στην νομιμοποίηση. Το metal δεν έγινε αποδεκτό επειδή άλλαξε πλήρως, αλλά επειδή η κοινωνία συνήθισε την εικόνα του. Και όταν κάτι παύει να προκαλεί φόβο, παύει συχνά και να λειτουργεί ως όριο. Το MTV δεν άλλαξε απλώς την εικόνα του metal, το επηρέασε σε μεγάλο βαθμό. Το εκτόξευσε και ταυτόχρονα το παγίδευσε. Ξαφνικά, η εικόνα έγινε ισότιμη με τον ήχο. Όσοι μπορούσαν να τη διαχειριστούν, κέρδισαν. Όσοι όχι, έμειναν πίσω. Το metal μπήκε στα σαλόνια χωρίς να αλλάξει αμέσως χαρακτήρα, αλλά κάτι άρχισε να μετατοπίζεται. Το video clip έγινε απαραίτητο. Και μαζί του ήρθε η ανάγκη για καθαρότερη, πιο εύπεπτη εικόνα. Κέρδισε κοινό, αλλά κάπου άρχισε να χάνει την φαντασία, ευτυχώς όχι τελείως, αλλά έκανε σε πολλές περιπτώσεις υποχωρήσεις στην εικόνα του. Η ψυχή δεν άλλαξε, άλλαξαν όμως πολλά γύρω-γύρω. Και πιστεύω ότι δεν είναι καθόλου τυχαία η «πτώση» του heavy metal στην δεκαετία του ‘90 και η αντικατάσταση του με άλλα είδη σκληρής rock έκφρασης.

Όταν όλα έγιναν Brand

Υπήρξε μια στιγμή που το εκάστοτε logo, (και ότι αυτό αντιπροσωπεύει) έπαψε να λειτουργεί ως σύμβολο και άρχισε να λειτουργεί ως προϊόν. Η μουσική βιομηχανία, ακόμα και οι ίδιες οι μπάντες έπρεπε να προστατεύσουν την μουσική τους και κατ’ επέκταση ότι σχετίζονταν με αυτή σε όλα τα επίπεδα κυρίως από ανάγκη. Το merchandise υπήρξε πάντα μέρος του metal. Όμως όσο το είδος μεγάλωνε, τόσο η εικόνα του άρχισε να αναπαράγεται μαζικά. Το logo τυπώθηκε σε αμέτρητες παραλλαγές, αποσπάστηκε από το αρχικό του βάρος και έγινε αναγνωρίσιμο ακόμη και χωρίς μουσικό πλαίσιο. Η εμπορευματοποίηση, η επιτυχία και αναγνωσιμότητα ήταν αναμενόμενο ότι θα δημιουργούσαν κανόνες και θα έβαζαν όρια.  Όλα έγιναν προϊόν, όσο αυτό και εάν μας ξενίζει ή δεν μας αρέσει διότι ακόμα θέλουμε να έχουμε την ρομαντική εικόνα της μουσικής στην καρδιά μας.

Το management βλέπει οικονομικά αποτελέσματα, ο οπαδός βλέπει με απίστευτη γοητεία την ίδια του τη ζωή να περνά μέσα από ένα logo ή ένα εξώφυλλο δίσκου. Με τα χρόνια επήλθε η βιομηχανοποίηση της μουσικής και όσο και εάν μας ακούγεται «βαρύ» αυτό, είναι η πραγματικότητα. Εκεί χάθηκε κάτι λεπτό αλλά ουσιαστικό: το logo δεν δήλωνε αποκλειστικά συμμετοχή και ομοιογένεια πια, σήμαινε και κατανάλωση, πελατειακή σχέση με τον ιδιοκτήτη του. Δεν ήταν απαραίτητα κακό, αλλά ήταν διαφορετικό, όμως ποτέ δεν έχασε για τον απλό άνθρωπο την ελκυστικότητα και την δύναμη του. Σήμερα οι IRON MAIDEN, οι MEGADETH, οι METALLICA, οι RUSH, οι BON JOVI κλπ, σε γενικές γραμμές έχουν την εικόνα, το logo, τα σύμβολα, το ύφος των εξωφύλλων που είχαν και τότε. Αλλά δεν είναι πλέον μόνο συγκροτήματα, είναι τεράστια Brand Names με ότι αυτό συνεπάγεται. Η εικόνα και το image είναι εδώ, η διαχείριση και η εκμετάλλευση τους όμως είναι μια άλλη υπόθεση πια.

Το “Horns up”: Η Τελική Γέφυρα

Αν όλα όσα προηγήθηκαν, εξώφυλλα, logo, σκηνικά, εικόνα,  αποτελούν το οπτικό σώμα του metal, τότε το horns up είναι η στιγμή που  όλα αυτά μετουσιώνονται σε μια χειρονομία. Είναι το σημείο όπου η εικόνα παύει να είναι κάτι που βλέπεις και γίνεται κάτι που κάνεις. Το hand sign του metal δεν χρειάζεται συμφραζόμενα. Δεν χρειάζεται μετάφραση. Σηκώνεται αυθόρμητα, σχεδόν αντανακλαστικά, μπροστά στη σκηνή ή μέσα στο πλήθος. Δεν απευθύνεται στη μπάντα μόνο, απευθύνεται και στους γύρω σου. Είναι ένας σιωπηλός χαιρετισμός, μια επιβεβαίωση κοινής γλώσσας.

Σε έναν κόσμο όπου η εικόνα συχνά καταναλώνεται παθητικά, το horns up δηλώνει  συμμετοχή. Για λίγα δευτερόλεπτα, δεν υπάρχει απόσταση ανάμεσα στη σκηνή και στο κοινό. Ίσως γι’ αυτό το συγκεκριμένο σύμβολο αντέχει περισσότερο από κάθε άλλο. Δεν έγινε ποτέ πλήρως εμπορεύσιμο. Δεν χωρά εύκολα σε πλαίσιο ή σε οθόνη. Υπάρχει μόνο όταν υπάρχει παρουσία. Και κάπως έτσι, το horns up λειτουργεί ως η φυσική γέφυρα προς το τέλος αυτού του κειμένου. Γιατί, τελικά, το metal δεν ορίστηκε μόνο από όσα έδειξε,  αλλά από όσα κοινά μοιραστήκαμε όλοι.

Το metal χωρίς εικόνα ίσως να επιβίωνε. Οι νότες, τα riffs, η ένταση θα έβρισκαν τρόπο να ακουστούν, αλλά χωρίς τα εξώφυλλα, τα logo, τα σύμβολα δεν θα ήταν το ίδιο πράγμα. Ούτε θα ασκούσε την ίδια γοητεία. Γιατί το metal, για δεκαετίες, δεν ζητούσε απλώς να ακουστεί, ζητούσε και να φανεί, να φτιάξει τον δικό του κόσμο με κοινά παγκόσμια σύμβολα, ορολογία και κώδικες. Για πολλούς από εμάς, η πρώτη επαφή αν δεν ήταν ένα τραγούδι, ήταν ένα εξώφυλλο σε βιτρίνα δισκοπωλείου.  Ένα εξώφυλλο που ένιωθες να σε απορροφά χωρίς να έχεις ακούσει την μουσική του δίσκου που περιείχε. Ένα logo σε μπλούζα μεγαλύτερων παιδιών.  Εκεί γεννήθηκε η έλξη, από την εικόνα. Όταν το metal έγινε mainstream, δεν «χάλασε». Απλώς άλλαξε ρόλο. Έπαψε να είναι απειλή και έγινε επιλογή. Έχασε το στοιχείο του ρίσκου, της παρεξήγησης, της πρόκλησης. Και παρόλο που ένα κομμάτι της εικόνας του άλλαξε, εξακολουθεί να ασκεί μεγάλη γοητεία στο κοινό του και να έχει ακόμα εκατομμύρια οπαδούς.

Ίσως, τελικά, το ερώτημα δεν είναι εάν το metal μπορεί να υπάρξει χωρίς εικόνα. Αλλά αν μπορεί  (ή αν θέλει) να ξαναβρεί μια εικόνα που να μη ζητά αποδοχή. Μια εικόνα που να μην εξηγείται. Μια εικόνα που να σε κάνει να νιώθεις, όπως τότε, ότι μπαίνεις σε κάτι απαγορευμένο. Αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο που σηκώνει πολύ κουβέντα, καθώς ο μέσος όρος της ηλικίας των οπαδών δεν μειώνεται, αλλά αυξάνεται, οι ηγετικές μπάντες αποχωρούν και νέες δεν υπάρχουν.

Αυτό το κείμενο το γράφω ως ακροατής και άνθρωπος που έχει ζήσει τον χώρο του heavy metal από πολλές θέσεις. Ως κάποιος που όταν πρωτοείδε το εξώφυλλο του “The number of the beast” ένιωσε πως αυτό, ήταν κάτι διαφορετικό, κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να ακούσει, να μάθει, να καταλάβει τι είναι!  Ίσως γι’ αυτό η οπτική ταυτότητα του metal δεν μου φαίνεται ποτέ επιφανειακή, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της σκηνής. Ακόμη κι όταν αποτυγχάνει, ακόμα και όταν είναι πραγματικά γελοία, ακόμη κι όταν υπερβάλλει, παραμένει μέρος ζωτικό κομμάτι της της μουσικής μας και κατ’ επέκταση της κουλτούρας μας.

Γιατί, τελικά, το metal δεν ήταν ποτέ μόνο ήχος.

Δημήτρης Σειρηνάκης

PANTERA: Έρχονται στο Release στις 9 Ιουλίου!!!

0
Pantera

Pantera

Το Release Athens 2026 υποδέχεται τους Pantera, την Πέμπτη 9 Ιουλίου, στην Πλατεία Νερού. Οι θρυλικοί Τεξανοί πρωτοπόροι του groove metal θα πραγματοποιήσουν την πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα, κλείνοντας επιτέλους ένα από τα μεγαλύτερα κενά στη συναυλιακή ιστορία του heavy metal στη χώρα μας με ένα ανεπανάληπτο show.

Περισσότερα ονόματα θα ανακοινωθούν σύντομα!

Οι Pantera παραμένουν μέχρι σήμερα ένα από τα πιο επιδραστικά και καθοριστικά συγκροτήματα στην ιστορία του heavy metal. Με πωλήσεις δεκάδων εκατομμυρίων δίσκων παγκοσμίως, τέσσερις υποψηφιότητες για Grammy και δισεκατομμύρια streams, το εμβληματικό σχήμα των Philip H. Anselmo, Dimebag Darrell, Rex Brown και Vinnie Paul δημιούργησε έναν μοναδικό ήχο, που δεν έμοιαζε με τίποτα πριν ή μετά από αυτούς. Έναν ήχο που άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο το metal ακουγόταν, έμοιαζε και γινόταν αισθητό.

Ξεκινώντας από τη σκηνή του Τέξας, έκαναν τη μεγάλη τους έκρηξη με το πολυπλατινένιο Cowboys from Hell (1990). Δύο χρόνια αργότερα, το Vulgar Display of Power (1992) επανακαθόρισε το metal και το hard rock, γεννώντας διαχρονικά κομμάτια όπως τα “Walk” και “This Love”, και κατέκτησε μια θέση στο Top 10 της λίστας του Rolling Stone με τα 100 σπουδαιότερα metal άλμπουμ όλων των εποχών.

Το Far Beyond Driven (1994) έκανε ντεμπούτο στο Νο.1 του Billboard 200 και παραμένει μέχρι σήμερα γνωστό ως «το πιο σκληρό άλμπουμ που έφτασε ποτέ στην κορυφή του chart». Συνεχίζοντας ακόμη πιο ακραία, το The Great Southern Trendkill (1996) έγινε χρυσό με το Pitchfork να λέει για το δίσκο πως «πιο συναρπαστικός δεν γίνεται». Το Reinventing the Steel (2000) χάρισε στο συγκρότημα το τρίτο συνεχόμενο Top 5 άλμπουμ τους στο Billboard 200.

Ακολούθησε μια περίοδος σιωπής και η μουσική κοινότητα θρήνησε την απώλεια των Dimebag Darrell και Vinnie Paul. Παρ’ όλα αυτά, η μουσική των Pantera συνέχισε να διαπερνά την ευρύτερη κουλτούρα, εμφανιζόμενη σε ταινίες όπως The Crow, Donnie Darko, Sonic the Hedgehog 2 και το βραβευμένο με Oscar The Big Short.

Το 2022, οι Pantera επέστρεψαν στη ζωή με τους Anselmo και Brown, πλαισιωμένους από τους μακροχρόνιους φίλους και συνοδοιπόρους τους, Zakk Wylde και Charlie Benante (Anthrax). Έκτοτε, το συγκρότημα έχει πρωταγωνιστήσει σε μεγάλα φεστιβάλ, έχει γεμίσει αρένες σε ολόκληρο τον κόσμο και συνόδευσε τους Metallica στην παγκόσμια περιοδεία M72 World Tour για σχεδόν τρία χρόνια. Μέσα σε μόλις τέσσερα χρόνια, οι Pantera έχουν παρουσιάσει τα διαχρονικά τους anthems σε περισσότερους από 4 εκατομμύρια θεατές παγκοσμίως. Το 2025 έκλεισε με το The Heaviest Tour of the Summer, γιορτάζοντας την κληρονομιά τους και συστήνοντάς τη σε μια νέα γενιά fans.

Μετά από δεκαετίες αναμονής, την Πέμπτη 9 Ιουλίου, τραγούδια όπως τα “This Love”, “Walk”, “New Level” και “Mouth for War”, ανάμεσα σε πολλά άλλα, θα δονήσουν – επιτέλους – την Πλατεία Νερού, σε μια μοναδική εμπειρία που μπορεί να νιώσει κανείς μόνο ζωντανά.

Follow Pantera:

Official Website
Instagram
Facebook
TikTok
Spotify

X

YouTube

Η διάθεση των εισιτηρίων ξεκινάει το Σάββατο 7 Φεβρουαρίου, στις 12:00, προς 75€ και για συγκεκριμένο αριθμό. Οι επόμενες φάσεις θα ανακοινωθούν στην πορεία. 

Επίσης, διατίθεται περιορισμένος αριθμός VIP εισιτηρίων, με πρώτη τιμή τα 250€.

Στη συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνονται οι εξής προνομιακές παροχές:

  • Ξεχωριστή υπερυψωμένη περιοχή διαμορφωμένη με stands & stools για όλους
  • Open-bar
  • Ξεχωριστή πύλη εισόδου
  • Ιδιωτικό parking
  • Ξεχωριστές τουαλέτες
  • Αναμνηστικό δώρο

Παράλληλα, γίνονται διαθέσιμες δύο ακόμα ειδικές προσφορές για όσες και όσους επιθυμούν να παρακολουθήσουν δύο ή τρεις ημέρες του φεστιβάλ, επωφελούμενοι από μία σημαντική έκπτωση:

Pantera & more tba (9/7, Πλατεία Νερού) + Limp Bizkit, Viagra Boys, Ecca Vandal (15/6, Πλατεία Νερού) προς 140€ (όφελος 15€)

Pantera & more tba (9/7, Πλατεία Νερού) + Limp Bizkit, Viagra Boys, Ecca Vandal (15/6, Πλατεία Νερού) + Three Days Grace & more tba (28/6, Πλατεία Νερού) προς 185€ (όφελος 30€)

Διάθεση εισιτηρίων:

Τηλεφωνικά στο 2117700000

Online / releaseathens.grmore.com

Φυσικά σημεία: https://www.more.com/el/physical-spots/

Όλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.gr

Διάθεση εισιτηρίων ΑμεΑ:

Το Φεστιβάλ φροντίζει για την πρόσβαση Ατόμων με Αναπηρία, προσφέροντας ειδικό χώρο με ανεμπόδιστη θέα προς τη σκηνή. Ο ειδικός χώρος είναι προσβάσιμος με αμαξίδιο, διαθέτει καθίσματα, ξεχωριστές τουαλέτες & δωρεάν parking.

Για την αγορά εισιτηρίων ΑμεΑ, παρακαλούμε να προωθήσετε το αίτημά σας ηλεκτρονικά στο support@releaseathens.gr, επισυνάπτοντας την κάρτα αναπηρίας σας. Για την είσοδό σας στους χώρους ΑμεΑ, η κάρτα αυτή θα χρειαστεί να επιδειχθεί κατά την άφιξή σας στο Φεστιβάλ.

Follow Release Athens: 

Official Website

Facebook

Instagram 

TikTok 

YouTube 

Spotify 

POPPY – “Empty hands” (Sumerian)

0
Poppy

Poppy

Ας μιλήσουμε λοιπόν για το φαινόμενο Poppy. Το όνομά της μπορεί να σας φαίνεται οικείο, από τις κατά καιρούς συμμετοχές της σε συνθέσεις των SPIRITBOX, KNOCKED LOOSE και BABYMETAL, αλλά έχει πολλά παραπάνω να επιδείξει στη σύντομη, αλλά αρκετά πλούσια καριέρα της. Ειδικά από τη στιγμή που έφυγε από πάνω της το gimmick της pop persona That Poppy και ανέδειξε την αγάπη της για τον σκληρό ήχο.

Η μεταμόρφωση ξεκίνησε από το 2020 που μπήκε κάτω από την ομπρέλα της Sumerian με το τρίτο της άλμπουμ “I disagree”, όπου έδειξε τις metalcore/industrial αρετές της και η παγκόσμια εκτόξευση επήλθε με το “Negative spaces”. Εκεί όπου την πήραν στις φτερούγες τους ο Jordan Fish (ο υπεύθυνος για τη μετάλλαξη των BRING ME THE HORIZON και πρώην πλέον κημπορντίστας τους) και ο Stephen Harrison (ο mastermind των HOUSE OF PROTECTION).

Έχοντας πλέον κατασταλάξει στα μουσικά πλαίσια στα οποία θέλει να κινηθεί και με εφοδιασμένες τις αποσκευές της με την παγκόσμια αναγνώριση που της αξίζει, η Poppy κυκλοφορεί την έβδομη δουλειά της “Empty hands” και τα πράγματα πλέον είναι συγκεκριμένα. Τα industrial στοιχεία στο “Empty hands” είναι ακόμη περισσότερα σε σχέση με τον προκάτοχό του, ο Fish έχει τη γενική επίβλεψη και στις μισές συνθέσεις βάζει τις metalcore πινελιές του και ο Harrison.

Σε ότι αφορά την ηρωίδα μας, για μια ακόμη φορά μεταμορφώνεται από τραγούδι σε τραγούδι. Με έμφαση στην ευαίσθητη Poppy, εδώ έχουμε ευκολομνημόνευτες, στην πεπατημένη των EVANESENSE, συνθέσεις όπως τα singles “Guardian”, “Unravel” και “Time will tell”, pop punk σφηνάκια όπως το εναρκτήριο “Public domain” και το χαβαλετζίδικο “Eat the hate” και βεβαίως, δεν θα μπορούσε να λείψει (ή και όχι) και η κάφρικη πτυχή της, με τις διάσημες, love/hate τσιρίδες της στο πρώτο single “Bruised sky”, όπως και στα εντελώς hardcore “Dying to forget” και στην ομώνυμη σύνθεση, που είναι και ο επίλογος.

Θα μπορούσα να μη γράψω όλα αυτά και να περιγράψω τη μουσική της Poppy ως τη χρυσή τομή μεταξύ των εμπορικών BRING ME THE HORIZON και της δημιουργικότητας της Lady Gaga, αλλά νομίζω ότι θα την αδικούσα κατάφωρα. Για τους πιο εξοικειωμένους με τις δουλειές της, θα μπορούσα να βαφτίσω το “Empty hands” ως το sequel του “Negative spaces”, αλλά και πάλι υπάρχουν διαφοροποιήσεις. Η ευελιξία να μεταπηδά από ένα είδος στο άλλο με χαρακτηριστική άνεση, ακόμη μέσα και στην ίδια σύνθεση, κάνουν την Poppy ως one of a kind και στο σημείο αυτό έγκειται η τεράστια αποδοχή και επιτυχία της.

Αν θέλετε το metal σας αγνό και ανόθευτο, μείνετε όσο γίνεται μακριά. Αν όμως έχετε συνειδητοποιήσει ότι το ημερολόγιο γράφει 2026 και θέλετε να ακούσετε κάτι φρέσκο, συναρπαστικό και που συμβαίνει τώρα, το “Empty hands” σας περιμένει για να περιηγηθείτε μαζί του. Με την πεποίθηση ότι τα καλύτερα δεν έχουν έρθει ακόμη για την Poppy και ότι το “Empty hands” θα κάνει πάταγο παντού εκτός από τη χώρα μας, θα είμαι συνειδητά συγκρατημένος.

8 / 10

Γιώργος Κόης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece