Sunday, January 18, 2026




Home Blog Page 13

DEADSOUL TRIBE interview 2005 (Devon Graves)

0
Deadsoul

Deadsoul

Το “The dead tree” των DEADSOUL TRIBE, ήταν το τέταρτο και προτελευταίο άλμπουμ τους, με την εμβληματική μορφή του Devon Graves (που τον είχαμε μάθει ως Buddy Lackey στους PSYCHOTIC WALTZ). Σήμερα, κλείνει 20 χρόνια από την ημέρα της κυκλοφορίας του και αντί για επετειακό κείμενο, παρουσιάζουμε τη συνέντευξη που είχε κάνει ο Λευτέρης Καλοσπύρος με τον χαρισματικό Devon, για το έντυπο Rock Hard, ολόκληρη, δίχως περικοπές και με φωτογραφίες εποχής.

The unspoken truth

Ο Buddy Lackey των τρισμέγιστων και καθολικά αποδεκτών ( τουλάχιστον από τους λίγους που γνώριζαν) PSYCHOTIC WALTZ ήταν μια τοτεμική φυσιογνωμία του ψαγμένου prog χώρου που μόνο το σεβασμό (ίσως και λίγο φόβο) ενέπνεε. Ο Devon Graves των υπολογίσιμων αλλά όχι και τόσο επιτυχημένων DEADSOUL TRIBE είναι ένας μουσικός σαν όλους τους άλλους, προσιτός και λιγάκι προβλέψιμος. Η ουσία πάντως είναι ότι μόλις κυκλοφόρησε ένα πολύ καλό άλμπουμ, ίσως το καλύτερο των DEAD SOUL TRIBE ως τώρα, γι’ αυτό κι έχει κάθε λόγο να είναι χαρούμενος και διόλου τσιγκούνης σε σχόλια και διευκρινήσεις για όσα έχουν να κάνουν με αυτό.

Μάλλον μιλάμε για την καλύτερη δουλειά των DEAD SOUL TRIBE μέχρι σήμερα.
Σε ευχαριστώ πολύ.

Τίποτα. Ποια είναι λοιπόν η γενική ιδέα πίσω από το καινούριο άλμπουμ; Κάθε άλμπουμ σας, αν και δεν είναι concept, εντούτοις διέπεται από ένα βαθύτερο νόημα, μια στιχουργική συνέχεια, θα έλεγα.
Συνήθως το νόημα έχει σχέση με τον τίτλο του άλμπουμ. Όπως, είπες δεν πρόκειται για concept. Κάθε τραγούδι είναι διαφορετικό και δεν θα έλεγα  ότι υπάρχει μια γενική ιδέα που  κρύβεται πίσω από κάθε άλμπουμ και η οποία  λειτουργεί συνεκτικά για τα τραγούδια, αλλά υπάρχει μια ιδέα που κρύβεται πίσω από όλα τα άλμπουμ της μπάντας. Εκφράζει τις απόψεις μου για τις πτυχές εκείνες της ανθρώπινης ζωής που είναι κρυμμένες στο σκοτάδι. Είναι σαν να προσπαθώ να ξεθάψω τα ανομολόγητα μυστικά.

Όλες οι συνθέσεις του “ The dead word” κινούνται πάνω κάτω στο ίδιο μοτίβο. Ξεκινούν ήρεμα για να εξελιχθούν σε βροντερές εκρήξεις στη συνέχεια. Γιατί τόση οργή, τόσος πόνος;
Δεν ξέρω αν είναι οργή ή πόνος, είναι απλά η μουσική που μου αρέσει. Μάλλον η μουσική μου χαρακτηρίζεται από μια αίσθηση αναζήτησης και πόθου για κάτι που δεν μπορείς να αγγίξεις, να προσεγγίσεις, να κατακτήσεις.

Ποια είναι όμως τελικά η σημασία  των στίχων; “Α dead  word”, άρα κατά μια έννοια η λέξη που δεν μπορεί να ειπωθεί, ή κατά άλλη η λέξη που έχει απολέσει το νόημά της…
Κάθε ένα τραγούδι θα πρέπει να το αντιμετωπίσεις διαφορετικά διότι μπορεί να σταθεί από μόνο του σαν ξεχωριστή οντότητα. Μην το συνδέεις απόλυτα με τον τίτλο. Σε όλη μου τη ζωή προσπαθώ να ξεκλειδώσω τα μυστικά της ανθρώπινης ύπαρξης. Να κατανοήσω την ίδια την ουσία της ύπαρξης. Όποτε βρίσκω απαντήσεις, νιώθω ευγνωμοσύνη γι’ αυτές. Οι απόηχοι των υπαρξιακών ερωτημάτων μου και των απαντήσεών τους βρίσκουν τη θέση τους στα τραγούδια μου. Ίσως κι αυτά με τη σειρά τους να αποτελούν τις απαντήσεις στις ερωτήσεις κάποιων άλλων ανθρώπων. Ο καθένας πάντως θα ερμηνεύσει τα πράγματα με βάση τις δικές του εμπειρίες κι έτσι θα υπάρξουν πολλές και διάφορες εκτιμήσεις των τραγουδιών μου. Εγώ βέβαια γνωρίζω τι κρύβεται πίσω από κάθε τραγούδι όμως προτιμώ να μην αποκαλύπτω τα νοήματα, αλλά να τα αφήνω στην κρίση των άλλων, να βάζω έτσι τον κόσμο σε μια διαδικασία σκέψης και προβληματισμού. Αν ήθελα να μιλήσω ευθέως, τότε θα έγραφα βιβλία κι όχι στίχους!

Όπως σου είπα και στην αρχή, θεωρώ το “Dead Word” σαν την καλύτερη ως τώρα δουλειά σας. Σίγουρα την πιο ολοκληρωμένη και κατασταλαγμένη. Στα πρώτα δυο άλμπουμ προσπαθούσες να βρεις τον ήχο που σου ταιριάζει περισσότερο, δεν είχες ξεκάθαρη ταυτότητα και νομίζω ότι αυτό που θα αποκαλούμε σαν τυπικό στυλ των DEAD SOUL TRIBE είναι αυτό που ακούμε στα “January tree” και “Dead Word”.
Συμφωνώ. Αν και νομίζω ότι ο ήχος των DEAD SOUL TRIBE άρχισε να διαμορφώνεται από το δεύτερο άλμπουμ, αλλά βέβαια εκεί ήταν μόνο η αρχή. Γενικά πάντως προσπαθώ να βρω μια ισορροπία ανάμεσα στην πρόοδο του ήχου της μπάντας αλλά και σε αυτό καθαυτό το στυλ της. Υπάρχουν πολλές μπάντες εκεί έξω που έχουν αλλάξει την μουσική τους κατεύθυνση με αποτέλεσμα άλλοι οπαδοί τους να θαυμάζουν την πρώιμη περίοδο της μπάντας και άλλοι την μεταγενέστερη. Δεν θέλω να κάνω κάτι ανάλογο. Θέλω η εξέλιξη του ήχου της μπάντας να λαμβάνει χώρα μέσα στα γνώριμα, καθιερωμένα πλαίσια του. Δεν επιζητώ να αλλάζω δραματικά το στυλ μου κάθε τρεις και λίγο.

Για όσους έχουν κόλλημα με τις «ταμπέλες» και δυσκολεύονται να χαρακτηρίσουν την μουσική σου, τι βοήθεια θα τους έδινες;
Θα έλεγα ότι παίζουμε tribal metal. Να σου πω την αλήθεια προτιμώ τον όρο rock σε σχέση με το metal. Είναι αρκετά περίεργο αυτό που συμβαίνει με τις ταμπέλες. Για παράδειγμα, κατατάσσουν τους TOOL στο alternative rock και τους DEAD SOUL TRIBE στο progressive metal. Αυτό συμβαίνει και με άλλες μπάντες. Λένε ότι παίζω metal επειδή έχω βαριές κιθάρες. Το αποδέχομαι  γιατί δεν έχω όρεξη να τσακωθώ μαζί τους. Σύμφωνα όμως με τη δική μου άποψη, είμαστε μια tribal metal μπάντα.

Έχω την αίσθηση ότι ο ρόλος του Adel στην μπάντα είναι σαφώς αναβαθμισμένος σε σχέση με την εποχή που ήρθε στην μπάντα. Αν κάποιος πρέπει να θεωρείται κοντινότερος συνεργάτης σου στους DEAD SOUL TRIBE, τότε μάλλον είναι αυτός.
Αυτό συνέβη στο “January tree”, σε μια περίοδο που έψαχνα για νέες ιδέες, και οι ιδέες που μου πρόσφερε ο Adel ήταν πράγματι πολύ καλές. Μου παρουσίασε κάποια αρκετά εμπνευσμένα riffs τα οποία και χρησιμοποίησα στο άλμπουμ. Θα ήθελα να έχει ακόμη πιο ενεργό ρόλο, όμως για τις ανάγκες του καινούριου άλμπουμ βρεθήκαμε μόνο μια φορά, κι έτσι σε όλο το άλμπουμ δεν υπάρχει παρά μόνο ένα riff του Adel. Το “The dead word” το έγραψα μόνος μου. Δεν ένιωθα καθόλου ανασφαλής, και αφού είδα ότι τα πήγαινα πολύ καλά μόνος μου, δεν προέκυψε η ανάγκη να φωνάξω κάποιον άλλο να με βοηθήσει στη συγγραφή του άλμπουμ.

Ποιος είναι υπεύθυνος για τις σκοτεινές, μακάβριες εικόνες στα εξώφυλλά σας;
Ο Travis Smith που είναι φίλος μου από την εποχή που συνεργαστήκαμε μαζί στους PSYCHOTIC WALTZ.

Δικές του είναι οι ιδέες ή απλά υλοποιεί τις δικές σου;
Του δίνω μόνο τον τίτλο του άλμπουμ και το πολύ- πολύ να του πω και ποιο χρώμα να χρησιμοποιήσει.

Κάνει τα εξώφυλλα χωρίς να έχει ακούσει το άλμπουμ;
Δουλεύει τα εξώφυλλα την ίδια ακριβώς στιγμή που εγώ βρίσκομαι στο στούντιο και κάνω την παραγωγή, ώστε να μην χάνουμε χρόνο. Τον εμπιστεύομαι απόλυτα, γιατί σχεδόν πάντα οι ιδέες που μου παρουσιάζει ανταποκρίνονται σε αυτά που έχω στο μυαλό μου.

Το “The dead word” είναι το τέταρτο στούντιο άλμπουμ σας. Το 4 είναι αριθμός σημαδιακός, γιατί και οι PSYCHOTIC WALTZ κυκλοφόρησαν 4 στούντιο άλμπουμ. Έστω λοιπόν ότι βρίσκεσαι δίπλα σε έναν πιτσιρικά μέσα σε ένα δισκοπωλείο και ο μικρός σε ρωτάει ποια από τις δυο μπάντες να διαλέξει. Ποια θα του πρότεινες; Γιατί να διαλέξει DEAD SOUL TRIBE και όχι PSYCHOTIC WALTZ και το αντίστροφο;
Το μόνο πράγμα που θα του έλεγα, διότι έτσι πιστεύω, είναι ότι στους DEAD SOUL TRIBE τραγουδώ πολύ – πολύ καλύτερα σε σχέση με τους PSYCHOTIC WALTZ. Πάντως, το θέμα ποια από τις δυο μπάντες να διαλέξει κανείς είναι σχετικό. Θα πρότεινα τους PSYCHOTIC σε όσους ασχολούνται βαθιά με την μουσική. Στους μουσικούς και στους συνθέτες. Ειδικότερα θα τους πρότεινα το “A social grace”, το πρώτο άλμπουμ των PSYCHOTIC, διότι ήταν πραγματικά κάτι πρωτόγνωρο και ασυνήθιστο ακόμη και για τα σημερινά δεδομένα. Το υλικό το γράψαμε όταν είμαστε 17,18 και 19 ετών. Θα το πρότεινα για την γνήσια, αυθεντική παράνοια που κουβαλάει. Αντίθετα, οι DEAD SOUL TRIBE απευθύνονται σε ένα ευρύτερο  κοινό, πιθανότατα να άρεσαν ακόμη και στους γονείς μου! (Χρησιμοποιώ το παράδειγμα των γονιών μου σαν το τυπικό δείγμα μέσων ανθρώπων που ασχολούνται με την μουσική). Αυτό οφείλεται εν μέρει και στον τρόπο που έχω επιλέξει πια να τραγουδώ. Οι υστερικές κραυγές στα άλμπουμ των PSYCHOTIC μου φαίνονται πια υπερβολικές κι εξεζητημένες. H πολυπλοκότητα στους DEAD SOUL TRIBE δεν φαίνεται με τις πρώτες ακροάσεις, πρέπει να σταθεί κανείς σε μικρές λεπτομέρειες για να τη νιώσει, να την κατανοήσει.

Είσαι ο μόνος από τους υπόλοιπους PSYCHOTIC που έχεις απομείνει να ηχογραφείς σε καθαρά επαγγελματικό επίπεδο και να προβάλλεσαι από τα Μέσα…
Ναι, απ’ όσο γνωρίζω ο Dan αποφάσισε να κάνει ένα διάλειμμα για κάποιο χρονικό διάστημα και να αφοσιωθεί στην οικογενειακή του ζωή. Ο Brian εξακολουθεί να γράφει μουσική, άλλωστε έχει και δικό του στούντιο.

Ναι, αλλά κινείται σε καθαρά underground επίπεδο…
Σωστά, έχεις δίκιο. Δεν έχει κάποιο συμβόλαιο, ούτε θα ακούσεις ποτέ ότι το τάδε άλμπουμ του είναι έτοιμο να κυκλοφορήσει. Αυτό που πραγματικά του αρέσει και θέλει να κάνει είναι να γράφει μουσική για soundtracks.

Είσαι ακόμη σε επαφή μαζί τους;
Όχι. Πρόσφατα όμως ζήτησα από έναν κοινό φίλο τα e-mail τους ώστε να έρθω σε επαφή μαζί τους.

Αν δεν κάνω λάθος έχετε γυρίσει ένα video clip για κάποιο από τα τραγούδια του “The dead word”.
Ναι, για το “A flight on an angel’s wing”. H έκδοση του cd που θα υπάρχει στα δισκοπωλεία θα περιέχει και το videoclip. Σε προειδοποιώ όμως ότι δεν μπορείς να δεις το cd σε ένα τυπικό dvd player, παρά μόνο στον υπολογιστή σου. Δεν έχω ιδέα αν θα φτάσει ποτέ να παιχτεί στο MTV, τουλάχιστον όμως θα μπορείς να το βλέπεις  στο pc σου!

Πώς αισθάνεσαι για την περιοδεία που θα κάνετε με τους SIEGES EVEN το Γενάρη;
Δεν γνωρίζω πολλά για τους SIEGES EVEN. Άκουσα ένα sample που κατέβασα από το site τους και μου άρεσε αρκετά.

Πριν 14-15 περίπου χρόνια οι PSYCHOTIC είχαν δώσει live με τους SIEGES EVEN. Πώς είναι δυνατό να μην θυμάσαι τι μουσική παίζουν;
Θυμάμαι ότι είχαμε παίξει live, μου το θύμισε πρόσφατα ένας δημοσιογράφος, όμως έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε και δεν θυμάμαι τίποτα για την μουσική τους.

Επειδή η εποχή των PSYCHOTIC WALTZ είναι ανεξάντλητη πηγή «χαριτωμένων», αξιοπερίεργων περιστατικών, έχεις καμιά ιστορία να μας πεις που δεν έχεις πει σε κανένα μέχρι σήμερα;
Για να θυμηθώ…Χα, χα…Ναι σου έχω μια ιστορία από τις ηχογραφήσεις του “Into the everflow”. Ζούσαμε όλοι μαζί σε ένα κάστρο στην Γερμανία και ο Dan κι εγώ κοιμόμαστε μαζί στο ίδιο κρεβάτι. Θυμάμαι λοιπόν να ξυπνάω και να κρατάμε ο ένας το χέρι του άλλου ή να βρίσκω το χέρι του Dan ακουμπισμένο στο στήθος μου…χα, χα! Μόλις αντιλαμβανόμουν τι συνέβαινε, φώναζα! Χα, χα. Ήταν σαν να κοιμάσαι με τη γυναίκα σου ή τη φίλη σου!

Λευτέρης Καλοσπύρος

BOLT THROWER interview 2005 (Gavin Ward)

0
Bolt Thrower

Bolt Thrower

Προφανώς, η 11η Νοεμβρίου του 2005 ήταν Παρασκευή και βγήκαν πολλές και αξιόλογες κυκλοφορίες εκείνη τη μέρα. Μία από αυτές, ήταν και το “Those once loyal”, ο τελευταίος όπως αποδείχθηκε, δίσκος των BOLT THROWER. Ας γυρίσουμε πίσω στο αρχείο του εντύπου Rock Hard και να διαβάσουμε μία συνέντευξη (καθ’ ολοκληρίαν, καθώς στο έντυπο είχαν κοπεί μέρη της ώστε να χωρέσουν) που είχε πάρει real time η Μαριλένα Σμυρνιώτη, από τον κιθαρίστα του σχήματος, Gavin Ward, για εκείνον το δίσκο τσεκάροντας και το επετειακό κείμενο του Γιάννη Σαββίδη!!!

“Hunters seeking for prey”

Είναι μοναδική εμπειρία το να παίρνει κανείς συνέντευξη από Άγγλο μουσικό. Μπορεί να ακούσει τα πιο παλαβά πράγματα δοσμένα με απόλυτα σοβαρό τρόπο ή αντίστοιχα τις πιο σοβαρές καταστάσεις σκιαγραφημένες με έντονη αίσθηση του χιούμορ. Όταν μάλιστα έχει κανείς την ευκαιρία να έχει απέναντί του έναν τόσο ευφυή και διορατικό συνομιλητή όσο αποδείχθηκε ότι είναι ο Gavin Ward, τότε τα λόγια περιττεύουν. Οι BOLT THROWER αριθμούν μία ανάσα λιγότερο από είκοσι χρόνια στο μουσικό στερέωμα. Ο Gavin μιλάει για τα καλά, τα άσχημα και τα ευτράπελα όλων αυτών των χρόνων, για τον John Peel, για τις αλλαγές μελών και για ό,τι άλλο έχει γαλουχήσει το συγκρότημα. Και με απίστευτη ευθύτητα και ακρίβεια επιδίδεται σε ένα χωρίς έλεος ξεγύμνωμα της πόρνης που ονομάζεται «μουσική βιομηχανία». Όποιος τολμά λοιπόν…

 

Συγχαρητήρια για το άλμπουμ. Θα ήθελες να μου μιλήσεις γι’ αυτό;
Νούμερο 8 για εμάς.

Και από μουσικής άποψης;
Τα ίδια.

Πολύ λακωνικό σε βρίσκω.
Όταν χρειάζεται!

Λοιπόν, ποιοι είναι αυτοί που ήταν παλιά πιστοί (σ.σ. “Those once loyal”);
Θα έλεγα πως είναι μάλλον μία αναφορά σε όσους πέθαναν στον πόλεμο για κάποιο ανώτερο σκοπό, σε όσους πέθαναν τιμημένοι.

Δεν έγραψες εσύ τους στίχους, σωστά;
Ο Karl έγραψε τους στίχους γι’ αυτό το άλμπουμ. Εγώ έγραψα κάποια σημεία, όχι όμως πολλά. Είχα γράψει περισσότερα στο “Honor, valor, pride”.

Σε τι αναφέρονται;
Αναφέρονται σε ένα μεγάλο αριθμό θεμάτων, τις περισσότερες φορές προτάσσοντας τον πόλεμο σαν κάποιου είδους μεταφορά. Ασχολούνται με παλιά ιδανικά, έννοιες όπως η τιμή, η συντροφικότητα και η πίστη, έννοιες ιερές, παλιές, που σπάνια συναντά κανείς σήμερα. Λέμε ιστορίες για ό,τι μας κάνει να αισθανόμαστε καλά. Είμαι σίγουρος πως το ίδιο ισχύει και για τον Karl.

Πολλά συνέβησαν από την κυκλοφορία του προηγούμενου άλμπουμ σας μέχρι σήμερα. Μπορείς να μου πεις με λίγα λόγια τι μεσολάβησε αυτά τα χρόνια;
Ξεκινήσαμε να γράφουμε τον πρώτο χρόνο. Έφυγε ο Dave, επανήλθε ο Karl, συνεχίσαμε να γράφουμε. Αποφασίσαμε να μην ηχογραφήσουμε και δεν το κάναμε. Συνεχίσαμε να γράφουμε, μέχρι που αισθανθήκαμε έτοιμοι να βγάλουμε άλμπουμ. Κάναμε πρόβες.

Καλά όλα αυτά, πρέπει όμως να επιμείνω: γιατί έφυγε ο Dave (Ingram, ex-BENEDICTION, φωνητικά);
Πιεζόταν ήδη πάρα πολύ από το γεγονός ότι ήταν νιόπαντρος και είχε μόλις αποκτήσει παιδί, και επίσης υπάρχει ιστορικό κατάθλιψης στην οικογένειά του. Δεν θέλω να εντρυφήσω σε αυτό.

Καταλαβαίνω…
Άτομα από το περιβάλλον του έχουν αυτοκτονήσει, είναι αρκετά καταθλιπτική οικογένεια. Ζούσε στη Δανία και νομίζω πως και αυτό ήταν δύσκολο γι’ αυτόν. Όταν πια ήρθε και το παιδί, αποφάσισε να φύγει από το συγκρότημα, γιατί δεν μπορούσε να είναι πια 110% αφοσιωμένος σε αυτό. Έφυγε, δεν εκδιώχθηκε.

Ο Karl ήταν η πρώτη σας επιλογή για αντικαταστάτη;
Φυσικά. Του είχαμε ζητήσει να συμμετάσχει στο “Mercenary”. Ήρθε, τραγούδησε στο άλμπουμ και θυμάμαι πως είχαμε περάσει πολύ καλά. Τότε όμως ήταν ακόμη στο πανεπιστήμιο, στο τελευταίο έτος των σπουδών του. Δεν μπορούσε να αφοσιωθεί εκείνη την περίοδο στο συγκρότημα και τότε ήταν που ήρθε ο Dave. Δεν ξανα-ασχοληθήκαμε με το θέμα, όταν όμως έφυγε ο Dave το πρώτο πρόσωπο στο οποίο στραφήκαμε ήταν φυσικά ο Karl. Επέστρεψε λοιπόν σαν κανονικό μέλος.

Αυτός ήταν ο λόγος που ο Karl είχε φύγει εξ αρχής; Το ιστορικό του με το συγκρότημα είναι κάπως μπερδεμένο: ήταν στο συγκρότημα, έφυγε, επέστρεψε για να ηχογραφήσει το “Mercenary” και μετά ξανάφυγε…
Ουσιαστικά έφυγε μόνο την πρώτη φορά. Τη δεύτερη ήρθε απλώς δοκιμαστικά, για να δούμε πως θα τα πηγαίναμε ηχογραφώντας όλοι μαζί. Πιστεύαμε πως θα ήταν άβολα, κάτι που δεν συνέβη. Την πρώτη φορά ωστόσο ήταν κάπως περίεργη η κατάσταση. Όπως ανακάλυψα κι εγώ πρόσφατα μιλώντας μαζί του, εκείνο τον καιρό βρισκόταν σε αρκετά μεγάλη αναστάτωση, καθώς ο ντράμερ που είχαμε τότε (Andrew Whale) ήταν φίλος του. Γι’ αυτό είχε έρθει στο συγκρότημα ο Karl εξ’ αρχής. Όταν έφυγε λοιπόν ο Andy, έφυγε και ο Karl, όντας πιστός στο φίλο του. Αυτό έγινε στη μέση μίας “shitty” αμερικάνικης περιοδείας, δεν υπήρξαν όμως τριβές. Ήταν εύκολο γι’ αυτόν να επιστρέψει, η θέση ήταν πάντοτε ανοιχτή γι’ αυτόν.

Οι BOLT THROWER βρέθηκαν λοιπόν σε μεγάλο βαθμό με το αρχικό τους line up. Πώς αισθάνεσαι γι’ αυτό;
Έτσι έπρεπε να γίνει, εάν καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Είχαμε αρκετά διαφοροποιημένα line-up σε διαφορετικές στιγμές, και στις συναυλίες μας επίσης. Ο Dave ήταν πολύ καλός επαγγελματίας για τις ζωντανές εμφανίσεις. Ούτε ο Van Drunen ήταν κακός, δεν θα ηχογραφούσαμε όμως άλμπουμ μαζί του. Οι BOLT THROWER έχουν διανύσει αρκετές διαφορετικές περιόδους. Το rhythm section έχει παραμείνει το ίδιο, αλλάζουμε όμως συνέχεια ντράμερ και τραγουδιστές. Έτσι λοιπόν το line up που έχουμε αυτή τη στιγμή είναι κατά 80% το αρχικό, και το υπόλοιπο 20% αφορά σε κάποιον που θέλουμε να βρίσκεται μαζί μας.

Ελπίζω να καταφέρετε να κρατήσετε σταθερό ντράμερ για αρκετό καιρό.
Κι εμείς επίσης. Θα ήταν καλό να σταθεροποιήσουμε επιτέλους το line-up, γιατί πάει πολύς καιρός που δεν έχει γίνει κάτι τέτοιο. Τώρα πρέπει επίσης να αρχίσουμε να περιοδεύουμε.

Μετά από μία πορεία πολλών χρόνων στην Earache, βρεθήκατε ξαφνικά κάποια στιγμή στη Metal Blade. Πώς είχε γίνει αυτό;
(ξεκινάει με μισόλογα και γελάκια) Είχαμε προβλήματα με την Earache έτσι κι αλλιώς και δεν πιστεύαμε πως ήταν πια καλή εταιρία. Υπήρχαν μόνο δύο επιλογές εάν θέλαμε να φύγουμε: να αγοράσουμε τα δικαιώματά μας, πράγμα που σήμαινε πολλά λεφτά, ή να τους κάνουμε να μας διώξουν. Περάσαμε λοιπόν ενάμιση χρόνο και φερόμασταν σαν καθίκια προσπαθώντας να τους κάνουμε να μας διώξουν, γνωρίζοντας ταυτόχρονα ότι στη Metal Blade μας περίμενε με ένα συμβόλαιο έτοιμο στη γωνία. Δεν θέλαμε η Earache να το γνωρίζει αυτό, γιατί η κατάσταση θα περιπλεκόταν ακόμη περισσότερο. Στο τέλος καταφέραμε να το περάσουμε το μήνυμα, μας αποδέσμευσε η Earache και προφανώς υπογράψαμε στη Metal Blade, χωρίς να κοιτάξουμε πίσω. Η Earache προς το τέλος είχε αποδειχθεί εντελώς σκάρτη (σ.σ. τα «Γαλλικά» του τα παραφράζω λιγάκι). Αυτό μπορείς να το διαπιστώσεις και από τα συγκροτήματα που τους έχουν μείνει. Δεν έχουν πια κανένα καλό συγκρότημα, ενώ όσα συγκροτήματα έχουν φύγει από εκεί κι έχουν πάει σε άλλη εταιρία έχουν γίνει μεγαλύτερα. Πιστεύω πως αυτό τα λέει όλα.

Θες να μου πεις πως πραγματικά καταφέρατε να σας διώξουν;
Ναι, και δεν ήταν καθόλου εύκολο! Χρειάστηκε καιρό και πολύ προσπάθεια!

Μπορώ να μάθω πώς στο καλό το κατορθώσατε αυτό;!
Προς το τέλος η Earache δεν γνώριζε καν εάν βρισκόμασταν σε περιοδεία ή όχι. Η εταιρία δεν είχε ιδέα τι έκανε το συγκρότημα! Είχαμε οργανώσει την περιοδεία με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορούν να γνωρίζουν ούτε πού ήμασταν, ούτε με ποια συγκροτήματα ήμασταν. Φερθήκαμε σαν μαλ***ς, σταματήσαμε να μιλάμε μαζί τους, τους λέγαμε μαλ****ς όλη την ώρα και τέτοια πράγματα. Μέχρι που επιτέλους καταφέραμε να τσαντίσουμε κάποιον! Μας πήρε ωστόσο ενάμιση χρόνο να τον καταφέρουμε τον μπάσταρδο! Μάλλον είχε θεωρήσει πως εάν μας κράταγε όσο το δυνατόν περισσότερο θα έχαναν το ενδιαφέρον τους οι άλλες εταιρίες. Προφανώς δεν γνώριζε πως η Metal Blade μας περίμενε. Δόξα τω Θεό που καταφέρουμε να ξεφύγουμε από αυτήν την εταιρία. (σ.σ. τι να πω τώρα εγώ; Αναρωτιέμαι μόνο πώς κατάφεραν να γλιτώσουν τη μήνυση…)

Απίστευτη ιστορία! Λοιπόν, από μουσικής απόψεως θεωρείστε μάλλον «ξεροκέφαλο» συγκρότημα, δεδομένου ότι δεν έχετε κάνει σχεδόν καμία αλλαγή στη μουσική σας όλα αυτά τα χρόνια. Στην περίπτωσή σας αυτό έχει θεωρηθεί ως πλεονέκτημα, αλλά τα περισσότερα συγκροτήματα δεν είναι τόσο τυχερά. Τι έχεις να πεις;
Σκέψου κάθε συγκρότημα σαν ένα βιβλίο και κάθε άλμπουμ σαν ένα ξεχωριστό κεφάλαιο. Πρόκειται πάντα για το ίδιο βιβλίο. Όλα τα συγκροτήματα που μας άρεσαν παλιά έχουν χαλάσει. Είτε ξεπουλήθηκαν, είτε προσπάθησαν να βγάλουν περισσότερα χρήματα, τέλος πάντων άλλαξαν και δεν τους το συγχωρέσαμε αυτό. Δεν θέλουμε σε καμία περίπτωση κάτι τέτοιο για τους BOLT THROWER. Εάν ο κόσμος πιστεύει πως δεν είμαστε προοδευτικοί, ποιος νοιάζεται; Παίζουμε μουσική για εμάς και τους οπαδούς μας. Όλοι οι υπόλοιποι μας αφήνουν αδιάφορους.

Για να συνεχίσω τον παραλληλισμό σου, έχεις σκεφτεί ποτέ ότι ίσως κάποια στιγμή το βιβλίο καταντήσει βαρετό;
Η πλοκή διαφέρει, κι ένας από τους λόγους είναι οι διαφορετικοί μουσικοί που έχουν παρελάσει κατά καιρούς από το συγκρότημα. Ίσως να ισχύει αυτό που λες. Δεν είναι κάτι που μας απασχολεί. Μπορείς να μας πεις ότι όλα μας τα άλμπουμ είναι ίδια μεταξύ τους: σε ευχαριστούμε πολύ! Αυτό είναι το θέμα, έτσι πρέπει να είναι. Πρέπει να προσπαθείς κάθε φορά να «πιάσεις» τον ήχο σου (σ.σ. “You try to fetch your own sound”)

Έχετε σκεφτεί ποτέ να πειραματιστείτε λίγο; Έχετε δοκιμάσει ή σκέφτεστε να δοκιμάσετε κάτι τέτοιο;
Φυσικά κι έχουμε πειραματιστεί. Μόνο που κανείς δεν έχει ακούσει το αποτέλεσμα εκτός από εμάς! Εάν θεωρήσουμε πως κάτι ταιριάζει στους BOLT THROWER, το κρατάμε. Εάν πάλι όχι, το αφήνουμε. Απλό.

Δεν μετράει τότε, εάν μόνο εσείς το ακούτε! Δεν υπάρχει πρόκληση.
Δεν πειράζει, μετράει για εμάς. Αυτό έχει σημασία.

Υποθέτω πως αυτό είναι το βασικότερο.
Αυτό και οι οπαδοί μας, οι οποίοι θέλουν να ακούσουν BOLT THROWER και όχι πειραματικές βλακείες. Γι’ αυτό κι εμείς δεν τις παίζουμε.

Έχετε αισθανθεί ποτέ πως αυτή η εμμονή που έχετε τόσα χρόνια με ένα συγκεκριμένο στιλ και με μία συγκεκριμένη θεματολογία τα οποία έχουν συνδεθεί πλέον με το όνομά σας, σας περιορίζει;
Το μόνο πράγμα που μπορεί να περιορίσει κάποιον είναι η φαντασία του. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί κάτι τέτοιο, δεν μου είχε φανεί σημαντικό. Δεν συναντάμε κανένα όριο, πάντα θα υπάρχει κάποιο θέμα σχετικό με τον πόλεμο για να χρησιμοποιήσουμε ως υλικό. Πάντα γίνονταν πόλεμοι, γίνονται σήμερα και θα συνεχίσουν να γίνονται. Αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ. Μουσικά κινούμαστε πάντα στο ίδιο μονοπάτι, επιδιώκοντας την τελειότητα σε αυτό που κάνουμε. Εάν την έχουμε βρει ή όχι, δεν το γνωρίζω. Εάν αυτό είναι το καλύτερο άλμπουμ που έχουμε γράψει μέχρι τώρα, ούτε αυτό το γνωρίζω. Προσπαθούμε να γράφουμε ωραία κομμάτια που θα αρέσουν στον κόσμο. Στη συνέχεια το άλμπουμ βγαίνει στα μαγαζιά: εάν αρέσει στον κόσμο, θα το αγοράσει. Εάν όχι, δεν θα το αγοράσει. Τόσο απλά είναι τα πράγματα.

Πώς ξεκίνησε η εμμονή σας με τη συγκεκριμένη θεματολογία;
Οι πρώτοι στίχοι που έγραψε ο πρώτος τραγουδιστής που είχαμε πριν από τον Karl περιστρέφονταν γύρω από το θέμα του πολέμου. Τότε ξεκίνησε σαν concept ιδέα. Όλα τα υπόλοιπα συγκροτήματα ασχολούνταν με το gore, το σατανισμό… ανούσια θέματα. Δεν χάσαμε το χρόνο μας με τέτοια πράγματα. Δεν πρόκειται για εμμονή, πρόκειται περισσότερο για concept.

Έχετε κρατήσει ένα ιδιαίτερα χαμηλό προφίλ όλα αυτά τα χρόνια.
Ήταν ευχαρίστησή μας. Ακόμη θεωρούμε ότι είμαστε underground συγκρότημα. Μπορεί να πουλάμε πολλούς δίσκους και να μπαίνουμε στα charts που και που, εξακολουθούμε όμως να είμαστε ένα αυστηρά underground συγκρότημα. Βρισκόμαστε ακόμη σε αυτό το πρωτόγονο στάδιο όπου παίζουμε απλώς τη μουσική που μας αρέσει. Εάν θέλουμε να παίξουμε κάπου, θα το κάνουμε. Εάν μας καλέσουν να δώσουμε μία συναυλία θα το κάνουμε, εάν όχι, καλώς. Δεν κυνηγάμε δουλειές και συναυλίες. Οι άλλοι έρχονται σε εμάς. Εάν θέλουμε να κάνουμε κάτι, θα το κάνουμε. Απλό.

Άρα ανήκετε στους τυχερούς…
Κάνουμε ό,τι στο διάολο θέλουμε, όποτε το θελήσουμε. Είναι ωραίος τρόπος ζωής αυτός.

Έχουν περάσει κάτι λιγότερο από 20 χρόνια από τότε που ξεκινήσατε το συγκρότημα.
Το θυμάμαι σαν χθες.

Μπορείς να θυμηθείς την καλύτερη και τη χειρότερη στιγμή;
Η καλύτερη στιγμή… νομίζω πως ήταν η πρώτη μας εκπομπή με τον John Peel. Η χειρότερη στιγμή ήταν μάλλον όταν ο πρώτος μας roadie μετά την πρώτη μας περιοδεία αυτοκτόνησε. Χάσαμε άλλον ένα roadie στην τρίτη μας περιοδεία, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Αυτές ήταν προφανώς οι χειρότερες στιγμές.

Τι θυμάσαι από την επαφή σας με τον John Peel; Σε το βαθμό σας είχε βοηθήσει;
Μας βοήθησε μα πάρα πολλούς τρόπους. Το έχω συζητήσει με αρκετούς ανθρώπους. Πρώτον, είναι ωραία να ξέρεις πως κάποιος πιστεύει σ’ εσένα. Βέβαια έχεις κι εσύ πίστη στο συγκρότημά σου, τις περισσότερες φορές όμως περνάς τον καιρό σου στέλνοντας κασέτες σε εταιρίες οι οποίες σε θεωρούν ένα μάτσο σκατά και δεν ενδιαφέρονται. Ο John Peel ήταν ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε. Έκανε μία τρομερή εκπομπή που κάλυπτε πολλά διαφορετικά είδη μουσικής. Πληρωνόμασταν γι’ αυτό, άρα τα πάντα γίνονταν σε επαγγελματικό επίπεδο, και είχαμε την ευκαιρία να ηχογραφήσουμε στο καλύτερο στούντιο της Αγγλίας. Τελικά ήρθε κάποια στιγμή μαζί με την οικογένειά του να μας δει σε μία συναυλία μας. Δεν πρόκειται να αντικατασταθεί ποτέ. Όλα αυτά τα έκανε από αγάπη για τη μουσική, οποιουδήποτε είδους.

Και τώρα φαντάσου πως το κοντινότερο πράγμα που διαθέτουμε σε κάτι τέτοιο είναι το MTV…
Καμία σχέση δεν έχει το MTV μ’ αυτό. Το MTV είναι ένα μάτσο σκατά, ο John Peel ήταν γνήσιος.

Το ξέρω, μπορείς να σκεφτείς όμως κάτι που να προσπάθησε έστω να συνεχίσει αυτό που ξεκίνησε ο John Peel; Το μόνο μέσο που έχει απομείνει είναι το MTV.
Ναι, αλλά το MTV είναι ένα τίποτα. Είναι ένα πλαστικό κατασκεύασμα στο οποίο πρέπει να αγοράσεις τη διαφήμισή σου. Ποτέ δεν θα παίζαμε εκεί, δεν μου αρέσει καθόλου. Όσον αφορούσε το John Peel, το θέμα ήταν η διασταύρωση μουσικών ειδών. Όσον αφορά το MTV, το θέμα είναι τα χρήματα.

Όταν είχατε πρωτοξεκινήσει τους BOLT THROWER, είχατε σκεφτεί πως θα φτάνατε μέχρι εδώ που είστε σήμερα; Είχατε φανταστεί πως θα βρισκόταν κάποιος να σας εμπιστευτεί ένα συμβόλαιο, με όλα τα επακόλουθα;
Είναι πολύ εύκολο το να βρει κανείς συμβόλαιο. Μπορείς να υπογράψεις ανά πάσα στιγμή με οποιαδήποτε εταιρία, στο βαθμό που αυτή θεωρήσει πως μπορεί να πουλήσει «κομμάτια». Δεν έχει σημασία τι σκατά παίζεις, το να βρεις εταιρία δεν είναι πρόβλημα. Σήμερα ο οποιοσδήποτε θα υπέγραφε οτιδήποτε, όσο έχει την ελπίδα ότι μπορεί να το πουλήσει.

Bolt

Καταλαβαίνω τι θες να πεις. Εξαιτίας του περιοδικού έχουν πέσει πολλά άθλια συγκροτήματα στα χέρια μου και κάθε φορά αναρωτιέμαι πως κατάφεραν να βρουν διανομή.
Τις περισσότερες φορές το αν θα βρεις εταιρία εξαρτάται από το είδος της μουσικής που παίζεις. Αυτή την περίοδο είναι της μόδας το metalcore. Θα ξεκινήσει λοιπόν η εταιρία υπογράφοντας κάποια metalcore συγκροτήματα τα οποία θα είναι οριακά καλά. Στη συνέχεια θα υπογράψει 50 ηλιθιότητες αυτού του είδους, επειδή πιστεύει πως θα μπορέσει να τις πουλήσει. Τελικά αυτό το είδος πεθαίνει, εξαιτίας της υποβάθμισής του. Αυτό συμβαίνει με όλα τα είδη: έτσι πέθανε το punk και έτσι πέθαναν και αρκετά άλλα είδη. Δεν έχει σημασία η ποιότητα, γι’ αυτό και σε βομβαρδίζουν με ποσότητα. Γι’ αυτό το λόγο υπάρχουν τόσες διαφορετικές εκδόσεις: box sets, disc sets, ό,τι-να-ναι sets… (σ.σ. τρομερό: τα γρανάζια της μουσικής βιομηχανίας αποσαθρώνονται σε 8 σειρές…)

Μάλιστα. Θα γιορτάσετε λοιπόν την επέτειο των 20 χρόνων σας με κάποια ειδική κυκλοφορία, όπως για παράδειγμα ένα… box set; (πολλά γέλια)
Όχι βέβαια! That’s fucking lame!

Θα το θυμάμαι αυτό! Όσα λες γράφονται!
Κάντο. Μπορείς να θυμάσαι όλα όσα λέω, λέω τα ίδια πράγματα είτε περάσουν τέσσερα, είτε περάσουν είκοσι χρόνια. Ο ρόλος των box sets είναι να κλέβουν τους οπαδούς. Εάν ποτέ αποφασίσουμε να κάνουμε κάτι τέτοιο, θα φροντίσουμε ώστε να είναι προσβάσιμο και από την ιστοσελίδα μας και να μπορεί ο καθένας να το κατεβάσει. Οποιαδήποτε εταιρία θα τρελαινόταν με την προοπτική ενός box set, ενός live άλμπουμ και ενός-δυο EP. Θα μπορούσαμε να πετάμε υλικό στη Metal Blade και αυτή να το ρίχνει στην αγορά πριν προλάβεις να πεις κύμινο. Δεν θέλουμε όμως να κάνουμε κάτι τέτοιο. Θέλουμε να είμαστε σίγουροι πως όλες οι κυκλοφορίες μας περιορίζονται σε μία έκδοση – ένα άλμπουμ ανά κυκλοφορία. Εκτός από το ένα άλμπουμ που μπορούν να έχουν, θα κυκλοφορήσουν και μία digipack έκδοση στη Γερμανία. Με εξαίρεση αυτό, δεν θα υπάρξει άλλη εκδοχή. Οτιδήποτε άλλο είναι σκουπίδια που προσπαθούν οι εταιρίες να πουλήσουν σε ανθρώπους που δεν θέλουν να τα αγοράσουν.

Μία ακόμη πρόσφατη συνήθεια είναι να επανηχογραφούνται παλιά άλμπουμ, αντί να επανακυκλοφορούν απλώς με βελτιωμένο ήχο.
Αυτό σε ρίχνει πολύ χαμηλά. Μετά από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα τα δικαιώματα των άλμπουμ περιέρχονται στο συγκρότημα. Η εταιρία έχει το δικαίωμα να επανακυκλοφορήσει το αρχικό, εσύ όμως όχι. Εάν όμως επανηχογραφήσεις το άλμπουμ μπορείς και να το κυκλοφορήσεις. Πρόκειται λοιπόν για έναν τρόπο να διπλασιαστούν οι πωλήσεις και να διαχωριστεί από την εταιρία η οποία πρώτη το κυκλοφόρησε. Είναι περισσότερο μία νομική κίνηση.

Πώς καταφέρνετε να συνδυάζετε μία χαμηλών τόνων ζωή με μία τόσο επιθετική μουσική;
Πολύ εύκολα! Ζούμε σε ένα βίαιο κόσμο. Είναι παιχνιδάκι. Περιμένεις την κατάλληλη στιγμή για να χτυπήσεις, και αυτό κάνουμε εμείς: ετοιμαζόμαστε και περιμένουμε. Το δυσκολότερο έρχεται μετά την περιοδεία, όταν γυρνάς στο σπίτι σου και παρόλα αυτά, γύρω στις 11.30 κάθε βράδυ, την ώρα που κανονικά θα έβγαινες στη σκηνή, σε καταλαμβάνει ένα τεράστιο κύμα αδρεναλίνης και εκείνη τη στιγμή θες να κάνεις το ίδιο σου το σπίτι γυαλιά-καρφιά! Το πρόβλημα λοιπόν ξεκινάει αμέσως μετά την περιοδεία, δεν βρίσκεται στην προετοιμασία που οδηγεί σε αυτήν. Κάθε βράδυ μετά την περιοδεία συμβαίνει αυτό το πράγμα. Κάθε βράδυ, την ίδια ώρα, σε καταλαμβάνει ένα κύμα αδρεναλίνης, ακόμη κι όταν κάθεσαι ήρεμος στον καναπέ σου και χαζεύεις στην τηλεόραση! Ύστερα από λίγους μήνες αρχίζει σταδιακά να υποχωρεί. Αυτό είναι το δύσκολο μέρος. Όλα τα υπόλοιπα δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι προετοιμασίες ενός κυνηγού πριν βγει για το κυνήγι! Κυκλοφορούμε άλμπουμ και υπάρχουν μεγάλα κενά ενδιάμεσα. Σε τελική ανάλυση όμως είμαστε ένα συγκρότημα που κάνει ζωντανές εμφανίσεις, θέλουμε να δίνουμε συναυλίες. Στο πέρασμα των χρόνων οι BOLT THROWER έχουν αρκετές φορές αποδιοργανωθεί και αποπροσανατολιστεί. Πάντα καταφέρναμε να έχουμε και να ελέγχουμε κάποιο line up, ωστόσο αυτό δεν έπαυε ποτέ να μας αποδιοργανώνει ελαφρώς. Τώρα είμαστε σε καταπληκτική φόρμα και ξέρουμε πως ανά πάσα στιγμή μπορούμε να ξεχυθούμε στους δρόμους και να αρχίσουμε να παίζουμε, αυτό ακριβώς επιζητάμε όλοι. Είναι πολύ ωραία η ατμόσφαιρα μέσα σε ένα στούντιο, κάποιες φορές όμως γίνεται ψυχρή.

Στο κάτω-κάτω μόνο πάνω στη σκηνή μπορεί ένα συγκρότημα να αποδείξει την αξία του.
Ακριβώς. Οποιοσδήποτε μπορεί να γράψει ένα καλό άλμπουμ, εγγυημένα. Χρησιμοποιούνται πλέον ειδικά προγράμματα επεξεργασίας των κομματιών σε υπολογιστή και δεν έχεις ιδέα τι μπορεί να καταφέρει κανείς με αυτά. Όταν όμως βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή, υπάρχουν δύο ενδεχόμενα: θα παίξεις καλά ή δεν θα παίξεις καλά. Ακόμη μας συμβαίνει αυτό: κάποιες φορές είμαστε καλοί και κάποιες όχι. Έτσι είναι τα πράγματα.

Ποια είναι τα σχέδια σας από εδώ και στο εξής;
Να δώσουμε πολλές συναυλίες, τίποτα περισσότερο. Όλοι ανυπομονούμε να ξεκινήσουμε την περιοδεία. Θα έρθουμε στην Ελλάδα γύρω στον Απρίλη.

Ευχαριστώ για τη συνέντευξη!

Μαριλένα Σμυρνιώτη

Α day to remember…11/11 [BOLT THROWER]

0
Bolt

Bolt

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Those once loyal” – BOLT THROWER
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: Metal Blade
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Andy Faulkner/BOLT THROWER
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Karl Willets
Κιθάρες – Gavin Ward
Κιθάρες – Barry Thompson
Μπάσο – Jo Bench
Drums – Martin Kearns

4 χρόνια μετά το εξαίρετο και τόσο υποτιμημένο “Honour – valour – pride” (2001), οι ταγματάρχες του death metal BOLT THROWER θα επέστρεφαν στο πεδίο της μάχης. Χωρίς τον υπέροχο David Ingram των BENEDICTION ο οποίος το 2004 θα αποχωρούσε για λόγους ψυχικής υγείας. Επιστροφή λοιπόν για τον εμβληματικό Karl Willets, σε αυτό που έμελλε να είναι από τα πλέον σημαδιακά άλμπουμ των Βρετανών. Ίδιος παραγωγός, ίδια σύνθεση κατά τα άλλα, με τις ηχογραφήσεις να διαρκούν από Μάιο μέχρι Σεπτέμβριο του 2005. Σύμφωνα με την ίδια τη μπάντα, γράφτηκαν περί τα 25-30 κομμάτια στη περίοδο προετοιμασίας για το συγκεκριμένο άλμπουμ, έτσι ώστε να καταλήξουν σε 10.

Αυτά τα 10, πέρασαν από πόσες διαφορετικές εκδοχές μέχρις ότου να καταλήξουν σε αυτές που ικανοποιούσαν το συγκρότημα, ενώ άμα δεν τους περιόριζε χρονικά η Metal Blade, σύμφωνα με τον Thompson, μέχρι την ημέρα της κυκλοφορίας θα το διόρθωναν! Φυσικά, αυτό μας φαίνεται, ως εξωτερικών παρατηρητών, εξωφρενικά τελειομανές, ωστόσο, στις 11 Νοεμβρίου 2005, βγήκε ένα άλμπουμ που ΕΠΡΕΠΕ να βρίσκεται σε αυτά τα επίπεδα και που να πάρει ο διάολος, το πέτυχε! “Those once loyal” κυρίες και κύριοι! Ένας δίσκος κόσμημα για τη δισκογραφία των BOLT THROWER, κόσμημα για το Ευρωπαϊκό (και όχι μόνο) death metal, λίαν επιεικώς απαραίτητος για κάθε δισκοθήκη.

Και έρχεται και με ρωτάει κάποιος “μα, γιατί;”. Προσπερνάμε, για οικονομία της συζήτησης, το γεγονός ότι υπάρχει αυτή η ερώτηση εξ αρχής 20 χρόνια μετά τη κυκλοφορία του και πάμε να την απαντήσουμε. Αρχικά, έχεις ένα δίσκο που στο πρώτο του κομμάτι “At first light” σε έχει κάνει να πηγαίνεις πάνω κάτω με την γκρούβα που οι BOLT THROWER έχουν τελειοποιήσει στο είδος, μετά σου σκάει το “Entrenched” και σε ισοπεδώνει σαν tank με την λύσσα του. Χώρια που σου θυμίζει στο φινάλε του, μια πάγια αρχή της μπάντας αυτής: IN A WORLD OF COMPROMISE, SOME DON’T. Έτσι απλά, έτσι όμορφα. Όποιος δεν κατάλαβε ακόμα, μην ανησυχεί, μέχρι το πέρας του κειμένου, θα καταλάβει.

“The killchain” και ο σβέρκος πετσοκόβεται με μπαλτά, σε μια από τις πιο αγαπημένες επιλογές των Βρετανών συναυλιακά από ετούτο το μνημείο. Η φυσική συνέχεια των “In battle there’s no law”, “World eater”, “Cenotaph”, “Embers”, “Powder burns” με βάση εισαγωγή και φινάλε. Καθαρά συναυλιακό και έρχεται να κάνει ζευγαράκι με το “Granite wall” (όνομα και πράγμα, τι σκάσιμο κι αυτό!) που πέφτει πάνω σου με τα καταστροφικά του τύμπανα. Και κάπου εδώ εμφανίζεται το φερώνυμο έπος του δίσκου. Αυτό που συνοψίζει το μοναχικό αλλά τόσο φανατικά αγαπητό δρόμο των BOLT THROWER σε μερικές μόλις γραμμές. Διαβάστε, τραγουδήστε, ουρλιάξτε τους ει δυνατόν, μαζί μου:

TO THOSE ONCE LOYAL, NOW WREATHED IN CRIMSON
SOLEMN REMINDER OF SILENT SACRIFICE
TO THOSE ONCE LOYAL, FOREVER WRAPPED IN GLORY
IN WHITE-CROSSED ACRES, LINES OF SORROW LAID
BRAVE ARE THE DEEDS OF FALLEN VICTORIOUS
NEVER FORGOTTEN, LONELY ARE THE GLORIOUS

Συνεχίζω το λοιπόν με δάκρυα στα μάτια να σας γράφω για το ΕΠΟΣ ετούτο, που ακολουθείται από το “Anti-tank (dead armour)” όπου λάμπει η μπασογραμμή της μεγάλης κυρίας του ακραίου ήχου, της Jo Bench. Πραγματικά, αυτό το υπόκωφο χτύπημα στις χορδές, λες και πέφτουν οβίδες δεξιά και αριστερά σου, είναι από τα πιο βαριά πράγματα που έχουν ακούσει τα αυτιά μου. Όχι στο death metal, όχι στο metal, στη μουσική γενικότερα. Τα γκάζια του “Last stand of humanity” μας δείχνουν πόσο σπουδαίοι είναι ΚΑΙ σε αυτό οι BOLT THROWER. Για το ισοπεδωτικό “Salvo” που αποτελεί την δεύτερη μεγαλύτερη σύνθεση του δίσκου, δεν μένουν πολλά να ειπωθούν, που να περιγράφουν το μεγαλείο του.

Ένα μεγαλείο που ξεπερνάει, μόνο η μεγαλύτερη σύνθεση του δίσκου σε διάρκεια και μια από τις μεγαλύτερες που υπήρξαν ποτέ στην ιστορία τους. “When cannons fade”. Ένα κομμάτι που συμπυκνώνει όλες τις αρετές των BOLT THROWER σε 5,5 λεπτά. Από το σφιχτό rhythm section από γρανίτη που διαλύει κάθε αντίσταση, στις κιθάρες που πότε γκρουβάρουν, πότε ξύνουν κατά το δοκούν, πότε σε συγκινούν με τις δυνατές μελωδίες που πηγάζουν από ατόφια ευαισθησία, αυτή που βγαίνει μόνο μέσα από αυθεντική σκληρότητα. Αυτό που λέμε “από άλλα υλικά φτιαγμένος”. Το δε fade out με τα τύμπανα, που σιωπούν σαν κανονιοβολισμοί που χάνονται στο βάθος….είναι τουλάχιστον ανατριχιαστική σύλληψη.

Ειδικά δε, αν σκεφτεί κανείς, τα γεγονότα. Πάμε να τα δούμε ένα ένα. Αρχικά, ο δίσκος αγκαλιάστηκε φουλ, οδηγώντας στην Those still loyal περιοδεία το 2006 με MALEVOLENT CREATION, NIGHTRAGE, NECROPHAGIST στο πρώτο της σκέλος και με GOD DETHRONED, KATAKLYSM στο δεύτερο (Ναι, καλά μαντέψατε, ήταν χρυσή περίοδος για τις διαθήκες!). Το 2007, η μπάντα, ξεκίνησε σύνθεση του νέου, ένατου δίσκου….είδε ότι το υλικό δεν ήταν στο επίπεδο που θέλανε, αλλά και στον πήχη που έθεσε το “Those once loyal”. Σε μια κίνηση απερίγραπτης τιμιότητας λοιπόν, πέταξε το υλικό που έγραφε, καθιστώντας έτσι το “Those once loyal” το κύκνειο άσμα τους.

Επιπλέον, αποτέλεσε τη τελευταία ηχογράφηση του καταστροφέα Martin Kearns, μια και εκείνος έφυγε από τη ζωή στις 14 Σεπτεμβρίου 2015, μετά από μια πρόβα για να περιοδεία στην Αυστραλία. Μόλις στα 38 του έτη παρακαλώ. Στην πρώτη μαύρη επέτειο, η μπάντα, ανακοίνωσε τη διάλυση της ως ένδειξη σεβασμού στη μνήμη του (“η θέση του drummer θάφτηκε μαζί του” είπαν χαρακτηριστικά), σκορπώντας θλίψη σε όλους μας, αλλά κάνοντας μας να χαιρετήσουμε στρατιωτικά με δάκρυα να κυλούν, εις μνήμην των πολέμαρχων του death metal. Εις μνήμην μιας πυροβολαρχίας που σίγησε, μετά από έναν τελευταίο μεγάλο πόλεμο. Αυτή είναι η κληρονομιά του “Those once loyal”, 20 χρόνια μετά, αυτή είναι και η κληρονομιά των BOLT THROWER. Πάμε πάλι:

IN A WORLD OF COMPROMISE….SOME DON’T!

Did you know that?

– To ισοπεδωτικό “A symbol of eight” βρίσκεται σαν bonus στην digipak έκδοση του δίσκου. Συνεχίζει έτσι τη παράδοση των Βρετανών να έχουν ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΑ bonus κομμάτια δεξιά και αριστερά σε διάφορες εκδόσεις των δίσκων τους.

– Το εξώφυλλο είναι παρμένο από μια πλάκα στο Guards Memorial, ένα μνημείο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στο St. James’s Park του Λονδίνου. Η Jo Bench, που είχε την ιδέα να χρησιμοποιηθεί αυτή η πλάκα για εξώφυλλο, για να κάνουν κάτι πραγματικά επικό, μακριά από τα πιο fantasy εξώφυλλα του παρελθόντος.

– Ο τίτλος, σε πρώτη ανάγνωση αφορά τους στρατιώτες και τη πίστη τους. Αλλά όπως λέει ο ίδιος ο Willets “το πιο σημαντικό είναι πως αυτός ο τίτλος μιλάει στη πραγματικότητα για τους οπαδούς μας. Γιατί χωρίς αυτούς, δεν θα ήμασταν εδώ”.

Γιάννης Σαββίδης

A day to remember… 11/11 [RIOT]

0
Riot

Riot

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The Brethren of the Long House” – RIOT
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Sony Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Mark Reale, Steve Loeb, Rod Hui
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Mike DiMeo – Φωνητικά, πιάνο, πλήκτρα
Mark Reale – Κιθάρες
Michael Flyntz – Κιθάρες
Pete Perez – Μπάσο
John Macaluso – Τύμπανα
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Bobby Jarzombek – Τύμπανα
Steve Loeb – Έγχορδα, ενορχηστρώσεις
Kevin Dunne – Έγχορδα, ενορχηστρώσεις
Phil Mangalanous – Έγχορδα, ενορχηστρώσεις
Steve Briody – Έγχορδα, ενορχηστρώσεις
David L. Spier – Τρομπέτα

“Greetings from the People of the Standing Stone…”

Δεν είναι και λίγα τα άλμπουμ και τα τραγούδια στο hard rock και το heavy metal που βασίζονται σε κάποιο μυθιστόρημα ή κάποια κινηματογραφική ταινία. Όχι μόνο επειδή πρόκειται για μια πολύ σίγουρη πηγή έμπνευσης στίχων, αλλά επειδή οι δημιουργοί τους ενθουσιάστηκαν τόσο πολύ μαζί τους, που θέλησαν να μεταφέρουν στο πεντάγραμμο τη δική τους οπτική, επάνω στο εκάστοτε έργο. Ένα από αυτά τα άλμπουμ που δημιουργήθηκαν λόγω ακριβώς μιας τέτοιας λατρείας, είναι και το “The Brethren of the Long House”, προϊόν της λατρείας των RIOT για το αριστούργημα του Michael Mann με τίτλο “The last of the Mohicans”…

Ένα κινηματογραφικό έργο που από το 1992 μέχρι σήμερα, δεν έχει χάσει ούτε ίχνος από την απαράμιλλη γοητεία του και παραμένει ένα μνημείο στον χώρο της 7ης Τέχνης. Βέβαια, κι αυτό με την σειρά του βασιζόταν στο ομώνυμο κλασσικό μυθιστόρημα του James Fenimore Cooper, δεν ήρθε αυτόφωτο. Σύμφωνα όμως με συνεντεύξεις της εποχής, ο Mark Reale είχε ξεκαθαρίσει τη θέση του: Ο Τελευταίος των Μοϊκανών του έδωσε τεράστια έμπνευση όχι μέσω των σελίδων του, αλλά μέσω των κινηματογραφικών του καρέ. Κάτι που τον ώθησε να γράψει τον δικό του «δίσκο – φόρο τιμής» προς μια συγκεκριμένη εποχή, με αφορμή και κύρια αιτία την καταπληκτική αυτή ταινία.

Στο “The Brethren of the Long House” λοιπόν, το concept καταπιάνεται γενικότερα με τους γηγενείς, αυτόχθονες κατοίκους της βορείου Αμερικής, κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Μουσικά δε, η μπάντα ολοκληρώνει την ηχητική «στροφή» του “Nightbreaker”, νιώθοντας ακόμη πιο «σίγουρη» και άνετη. Το υπερδυναμικό power metal των “Thundersteel” και “The privilege of power” έχει αντικατασταθεί (μέχρι να το ξανακούσουμε το 2011 στο “Immortal soul”) από έναν ήχο σαφέστατα πιο hard rock και πιο 70s, με κύριο «χαρτί» την εντελώς κόντρα από αυτή του Tony Moore, αλλά εξίσου θεϊκή φωνή του βραχνού, αισθαντικού Mike DiMeo και τις vintage κιθάρες των Mark Reale και Michael Flyntz.

Τώρα πια, οι DEEP PURPLE και RAINBOW επιρροές του αρχηγού είναι αυτές που βγαίνουν μπροστά περισσότερο από ποτέ και ενώνονται με τον Gary Moore (δεν είναι μόνον η διασκευή στο “Out in the fields” που το «φωνάζει» αυτό, ο Ιρλανδός είναι παντού), τους BAD COMPANY, WHITESNAKE, την παραδοσιακή μουσική, τα blues καθώς και τη latin. Αποτέλεσμα, ένα ξεχωριστό από κάθε άποψη power-άδικο hard rock (κι όμως, νομίζω αυτός ο χαρακτηρισμός ταιριάζει πολύ) album, που δε διστάζει να γίνει bluesy και να ασπαστεί τη folk, παραμένοντας σε κάθε του πτυχή, συναισθηματικά φορτισμένο.

Αν και την προσωπική μου αγαπημένη τριάδα του δίσκου απαρτίζουν το σαρωτικό “Glory calling”, ως «παιδί» του “Warrior” και «εγγονάκι» του “Spotlight kid”, το σπαραξικάρδιο “Rain” και το “Santa Maria” με το πιάνο, τις ακουστικές κιθάρες και την τρομπέτα, δε γίνεται να μην αναγνωρίσω ως αντικειμενικά καλύτερη στιγμή του το “The last of the Mohicans”. Πρόκειται για μια ελεύθερη απόδοση μερών του soundtrack της ταινίας και συγκεκριμένα του βασικού θέματός της, μαζί με το “The kiss”/“Promentory” και το “The elk hunt”, που αναδεικνύει με τρόπο εμφατικό τις εκπληκτικές τεχνικές ικανότητες κάθε μέλους της μπάντας, ειδικότερα δε του μπασίστα Pete Perez, στο εξαίσιό του σόλο.

Μιας και ανέφερα τον Perez, ας περάσουμε και στα υπόλοιπα μέλη, λέγοντας για αρχή πως τούτο δω είναι το δεύτερο άλμπουμ της μπάντας όπου ακούγονται δύο drummers. To πρώτο ήταν το “Thundersteel”, με το δίδυμο των τυμπανιστών να αποτελούν οι Mark Edwards και Bobby Jarzombek. Εδώ, δεν υπάρχει Edwards, υπάρχει όμως ένας John Macaluso που αν ενδιαφερθείς να μάθεις ποιος είναι, πού και τι έχει παίξει, θα καταλάβεις πολλά. Οι Reale/Flyntz ακούγονται σαν «ένα» και ο Mike DiMeo, πλήρως προσαρμοσμένος στο νέο ύφος του γκρουπ (ή μήπως το γκρουπ, πλήρως προσαρμοσμένο σε αυτόν;), χαρίζει πραγματικά υπέροχες ερμηνείες θυμίζοντας τις μεγάλες hard rockin’ blues φωνές των 70s – 80s. Στ’αλήθεια, τραγουδιστής μιας άλλης εποχής…

Πολύ ωραία είναι και η προσέγγιση του θέματος των στίχων. Αρκετά αντικειμενική, δίχως κάποιο προσωπικό «κόλλημα», κάποια εμπάθεια ή κάποιο αίσθημα ενοχής να τη διακατέχει, θωρεί το αντικείμενο από την πλευρά της ιστορικής, όσο γίνεται, καταγραφής. Άλλωστε, είναι ιστορικά τεκμηριωμένο και αδιαμφισβήτητο πως οι σχέσεις μεταξύ των ιθαγενών της Βορείου αλλά και αυτών της Κεντρικής Αμερικής (κυρίως αυτών), μόνο ειδυλλιακές δεν ήταν στο πέρασμα των ετών. Φαίνεται πως ο Reale ήξερε ότι τα ιστορικά γεγονότα μελετώνται πάντα υπό το πρίσμα της εποχής που συνέβησαν και από όλες τις πλευρές. Όσο για την παραγωγή, μιλώντας με όρους 2025, είναι μεν vintage αλλά στέκεται με πολλές αξιώσεις και σήμερα, με μεγάλη συμβολή σ’ αυτό, από το «μαγικό» χέρι του «πολυπλατινένιου» Rod Hui.

Δεν ξέρω που τοποθετεί καθένας μας το “The Brethren of the Long House”, το προσωπικό γούστο είναι κάτι που στο τέλος κερδίζει τους πάντες και τα πάντα. Μπορώ όμως να πω με κάθε σιγουριά, πως είναι ίσως ο πιο πολύπλευρος και «πλούσιος» δίσκος των RIOT, το πιο «μουσικό» τους άλμπουμ, αυτό με το μεγαλύτερο «βάθος», αυτό που κάθε του ακρόαση, μοιάζει με παρθενική. Και μαζί με το καταπληκτικό “Inishmore” που ακολούθησε, είναι τα καλύτερα δείγματα μιας περιόδου του γκρουπ που ακόμη και σήμερα, κρίνεται μάλλον υποτιμημένη.

Τόλμησέ το…

Did you know that

– Ο Λαός του Μακριού Σπιτιού (“People of the Longhouse”) είναι οι Ιροκουά (ή Ιροκέζοι), ένα σύνολο φυλών ιθαγενών Αμερικανών, μελών μιας συνομοσπονδίας πέντε και αργότερα των έξι εθνών. Οι φυλές ήταν αρχικά οι Σενέκα (ο Λαός του Μεγάλου Λόφου), Καγιούγκα (ο Λαός του Μεγάλου Βάλτου), Ονοντάγκα (οι Άνθρωποι των Λόφων), Ονέιντα (ο Λαός της Όρθιας Πέτρας), Μοχώκ (ο Λαός του Πυριτόλιθου) και μετέπειτα προστέθηκαν και οι Τυσκαρόρα (οι Συλλέκτες Βοτάνων). Για τις φυλές αυτές, το μακρόστενο σπίτι χρησίμευε πέραν από κατοικία, ως σύμβολο της πολιτικής και κοινωνικής τους ένωσης. Δεν ξέρουμε ακριβώς πότε δημιουργήθηκε η ένωση αυτή, αλλά την περίοδο της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, οι Ιροκουά επεκτάθηκαν κι αυτοί από την Νέα Υόρκη μέχρι το Οντάριο και το Κεμπέκ και μέχρι την Βιρτζίνια και το Κεντάκι. Εχθροί τους ήταν οι Χιούρον.

– Το κομμάτι “Shenandoah”, είναι διασκευή του ομότιτλου παραδοσιακού τραγουδιού που αφηγείται την ιστορία ενός εμπόρου, ο οποίος ερωτεύτηκε την κόρη του μεγάλου αρχηγού των Ονέιντα, John Skenandoa (ή Shenandoah, ελληνιστί Σενάντοα, 1710 – 1816). Τα γεγονότα, πίσω από την ιστορία αγάπης, έχουν ως εξής: Μέχρι τον 19ο αιώνα, μόνο οι τυχοδιώκτες που αναζητούσαν την τύχη τους ως κυνηγοί και έμποροι γούνας κάστορα τολμούσαν να εισέλθουν στα εδάφη των αυτοχθόνων πληθυσμών. Οι περισσότεροι από αυτούς, που ήταν Γάλλοι άποικοι, γίνονταν φίλοι με τους ιθαγενείς Αμερικανούς και μερικές φορές τους παντρεύονταν. Εκεί στηρίχτηκε το τραγούδι. Όσο για τον ίδιο τον αρχηγό Σενάντοα, κατά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας υποστήριξε τους αποίκους και μάλιστα υπέγραψε και σχετική συνθήκη με τον στρατηγό Ουάσιγκτον, που εξασφάλιζε πολλά δικαιώματα για τη φυλή του. Ήταν επίσης συνιδρυτής της Ακαδημίας Ονέιντα, η οποία στην πορεία έγινε το Κολλέγιο Χάμιλτον στο Κλίντον της Νέας Υόρκης και είναι θαμμένος στον χώρο του πανεπιστημίου. Ο ομώνυμος ποταμός, πήρε επίσης το όνομά του από αυτόν.

– Η ρωσική έκδοση και κάποιες ιαπωνικές, έχουν διαφορετική σειρά τραγουδιών

ΥΓ: Αφιερωμένο στους Πρωτοπόρους, στον Πιλότο, στον Τελευταίο των Μοϊκανών, στον Ιχνηλάτη, στον Ελαφοκυνηγό και σε όλους τους ήρωες και αντιήρωες του James Fenimore Cooper, τους οποίους πρωτογνώρισα στα Κλασσικά Εικονογραφημένα. Το «ευχαριστώ για τις αναμνήσεις», είναι λίγο.

Δημήτρης Τσέλλος

ANNIHILATOR interview 2005 (Jeff Waters)

0
Annihilator

Annihilator

Συνεχίζουμε ακάθεκτοι τις βουτιές στο παρελθόν και στο αρχείο του έντυπου Rock Hard, ανεβάζοντας τη συνέντευξη που είχε κάνει ο Κώστας Αλατάς με τον Jeff Waters πριν από 20 ολόκληρα χρόνια, με αφορμή το –καινούργιο τότε- “Schizo deluxe”. Ας φρεσκάρουμε και το επετειακό κείμενο του Θοδωρή Κλώνη για τον εν λόγω δίσκο και να διαβάσουμε την πολύ ωραία συνέντευξη, όπως πάντα με φωτογραφίες εποχής!!! 

“Twisting under schizophrenia” 

O Jeff Waters είναι ο κατάλληλος άνθρωπος για να πάρεις συνέντευξη. Πρώτα απ’ όλα έχει το χάρισμα να την μετατρέπει την όλη διαδικασία σε πολύ ευχάριστη συζήτηση. Με την ευκαιρία του ενδέκατου άλμπουμ του, “Schizo deluxe” μας μίλησε εντελώς ακομπλεξάριστος για όλα που αφορούν το εν λόγω άλμπουμ αλλά και απορίες που είχαμε από την πρώτη φορά που ακούσαμε την μουσική του. Αφού ξεπεράσαμε κατά πολύ τον χρόνο που δικαιούμασταν και με αρκετή αίσθηση του χιούμορ προερχόμενη από τον μακρινό Καναδά είπαμε τα παρακάτω… 

Γεια σου Jeff! Μόλις τελείωσα μία συνέντευξη που είχα με τον Rob Flynn από τους MACHINE HEAD και είπε να σου δώσω χαιρετίσματα και να μην ξεχάσω να σε αποκαλέσω shredder.
Shredder;;!! (σ.σ. γέλια). Ελπίζω να είπε καλά λόγια για μένα. Είναι πολύ καλός τύπος.

Μιας και το έφερε η κουβέντα μπορείς να μου δώσεις κάποιες λεπτομέρειες για την συμμετοχή σου στο anniversary άλμπουμ της Roadrunner;
Πριν από πάρα πολύ καιρό -δεκαέξι χρόνια πριν- το 1989, υπέγραψα ένα συμβόλαιο την Roadrunner διαμέσου του Monte Conner, που όλοι γνωρίζουμε ποιος είναι αυτός ο τύπος και οι ANNIHILATOR ήταν η πρώτη μπάντα που υπέγραψε. Μετά άφησα την Roadrunner και συνέχισα την καριέρα μου ώσπου κάποια στιγμή, όχι πολύ καιρό πριν, δέχτηκα ένα τηλεφώνημα που ζήταγαν να συμμετάσχω στο συγκεκριμένο CD μιας και αποτελώ μέρος της ιστορίας της Roadrunner. Εγώ φυσικά δέχτηκα και τους ρώτησα τι ήθελαν να κάνω. Να παίξω ρυθμική κιθάρα, μπάσο, solo, να γράψω, τι ακριβώς; Αυτοί μου όμως μου ζήτησαν να μπω σε ένα αεροπλάνο και να έρθω στο San Francisco και εγώ χάρηκα ακόμα περισσότερο γιατί το San Fransisco είναι ένα πολύ όμορφο μέρος. Την επόμενη μέρα πήρα το αεροπλάνο και συνάντησα τον Rob Flynn. Τον είχα ξανασυναντήσει άλλη μία φορά στην ζωή μου και είναι αστείο γιατί ήταν τα προηγούμενα Χριστούγεννα στο αεροδρόμιο του Heathrow στο Λονδίνο. Εγώ μαζί με τον γιο μου τον Alex είχαμε φτάσει εκεί από τον Καναδά με σκοπό να πάμε στη Γερμανία ώστε να περάσω εκεί τις γιορτές με την κοπελιά μου. Τον συνάντησα στον έλεγχο εισιτηρίων, αυτός είχε μόλις τελειώσει την παγκόσμια περιοδεία του, στην συνέχεια φάγαμε μαζί και αποχαιρετιστήκαμε έτσι απλά. Έτσι μετά από λίγους μήνες τον συνάντησα ξανά. Η δουλειά που είχα να κάνω ήταν πολύ εύκολη για μένα και για την ακρίβεια ότι ευκολότερο μου έχει συμβεί στην ζωή μου σε επαγγελματικό τομέα. Απλά μου ζητήθηκε να ηχογραφήσω την κιθάρα μου ενώ στους ANNIHILATOR είμαι υπεύθυνος για τα πάντα. Την ηχοληψία, την παραγωγή και όλα τα σχετικά. Το ίδιο ευχάριστα ήταν όταν μου ζητήθηκε να παίξω μαζί με τους SAVATAGE πριν από μερικά χρόνια.

Πως σου ήρθε να ονομάσεις το νέο σου άλμπουμ, “Schizo deluxe”;
Στην αρχή ήθελα να το ονομάσω “Reign in blood” αλλά κάποιος άλλος με είχε προλάβει, μετά “Back in black” αλλά και κει με πρόλαβαν και στην προτίμησα “Number of the beast” αλλά μια μπάντα με το όνομα IRON MAIDEN το είχε χρησιμοποιήσει πριν από μένα. Έτσι διάλεξα το “Schizo deluxe” γιατί όπως οι MEGADETH αποκαλούν τους οπαδούς τους Droogies έτσι κι εμείς έχουμε τους Schizos. Ήθελα να κάνω κάτι ωραίο γι’ αυτούς. Η λέξη deluxe δηλώνει την καλύτερή δουλειά κάποιου και επειδή την συγκεκριμένη δουλειά την θεωρώ μία από τις τρεις-τέσσερις καλύτερες δουλειές μου αποφάσισα να τους το αφιερώσω.

Διαβάζω το δελτίο τύπου που αναφέρεσαι στο άλμπουμ ως 100% pure metal. Είχες παρατηρήσει μήπως ότι οι οπαδοί σου δεν είχαν ενθουσιαστεί και τόσο με τον ήχο του “All for you”;
Το “All for you” θα έλεγα ότι είναι σχιζοφρενικό άλμπουμ, με την έννοια ότι κάθε τραγούδι ήταν διαφορετικό. Είχε μπαλάντες, instrumental, thrash τραγούδια, πιο μελωδικά και γενικά ήταν πειραματικό περιέχοντας όλα τα heavy metal στιλ. Ο νέος μας τραγουδιστής τότε, ο Dave Padden, δεν ήταν σίγουρος τι να τραγουδήσει γιατί δεν είχε ξανατραγουδήσει σε δίσκο και εγώ δεν γνώριζα την φωνή του. Έτσι δημιουργήσαμε διαφορετική φωνή για το κάθε τραγούδι. Κάποιοι ενοχλήθηκαν αλλά κάποιοι άλλοι το γούσταραν αυτό γιατί ήταν περίεργο στο άκουσμα, συν ότι είχε τις δύο μπαλάντες και τo instrumental που έριχναν τις ταχύτητες και ξενέρωναν. Αυτή τη φορά η διαφορά είναι ξεκάθαρη. Δεν έβαλα μπαλάντες και instrumental, o Dave Padden δεν τραγούδησε με εννιά διαφορετικές φωνές αλλά με δύο-τρεις και είχε περισσότερη αυτοπεποίθηση στο studio. Επίσης το παίξιμο στα drums και η τελική μίξη είναι πολύ heavy αυτή τη φορά και αυτά τα στοιχεία είναι πολύ σημαντικά για ένα metal άλμπουμ.

Τι προσδοκίες έχεις από το νέο σου άλμπουμ;
Να γίνω πλούσιος και διάσημος. Ξέρεις κάτι; Είναι αστείο, γιατί οι οπαδοί και ο  Τύπος γνωρίζουν ότι δεν τα κάνω όλα αυτά για τα λεφτά ή για την διασημότητα αλλά επειδή αγαπώ την heavy metal μουσική. Οι προσδοκίες μου αλλάζουν από καιρό σε καιρό αλλά βασικά να μπορώ να επιβιώσω. Εγώ δίνω τον καλύτερό μου εαυτό και αν ο κόσμος το γουστάρει εγώ προσπαθώ να το υποστηρίξω. Το μόνο αρνητικό είναι οτιδήποτε έχει σχέση με εταιρίες, managers, tour agencies και όσο μεγαλώνεις τόσο απογοητεύεσαι γιατί το μόνο που θέλουν αυτοί οι άνθρωποι είναι να σου πιουν το αίμα και να σου φάνε τα λεφτά. Αυτό το πράγμα μπορεί να επηρεάσει την μουσική σου, την ζωή σου και την οικογένειά σου και γι’ αυτό αποφάσισα αυτή τη χρονιά να μην αφήσω κανέναν να με γα***ει και να μου φάει τα λεφτά. Αυτή η απόφαση μου έχει δώσει φοβερή ώθηση και πολύ ενέργεια. Αυτός ο δίσκος είναι ο τελευταίος μου με την AFM Records και είμαι πλέον free agent και μπορώ να τα κάνω όλα μόνος μου. Είμαι πολύ ενθουσιασμός γιατί στο “All for you” είχαμε ωραία τραγούδια, τον φοβερό drummer Mike Mangini και o Dave Padden έκανε καλή δουλειά για πρώτη του ηχογράφηση. Θεωρώ ότι έγινε καλή δουλειά και στις μπαλάντες και μην νομίζετε ότι ο Dave ήρθε στην μπάντα και είπε ας παίξουμε μερικές μπαλάντες. Μόνο ο Jeff Waters μπορεί να το κάνει αυτό. Μια μεγάλη μερίδα του Τύπου δεν ήξερε αν τους άρεσε αρκετά το “All for you” γιατί δεν ήταν καθαρό heavy/thrash άλμπουμ.

Κάτι ανάλογο δεν είχε συμβεί και με το “Set the world on fire”;
Και με τα δύο αυτά άλμπουμ επίσης χάσαμε μερικούς από τους πιο heavy οπαδούς αλλά κερδίσαμε από την άλλη οπαδούς που γούσταραν αυτή τη πιο μελωδική μας πλευρά. Το “Set the world on fire” μας έκανε διάσημους στην Ασία, στην Ιαπωνία. Καταλαβαίνω όμως ότι όσο υπάρχουν αυτοί που γουστάρουν μια δουλειά θα υπάρχουν και αυτοί που δεν θα τους αρέσει. Το “All for  you” όμως πούλησε περισσότερο από άλλους δίσκους και είναι περίεργο γιατί στις συνεντεύξεις που δίνω για το “Schizo deluxe” δεν έχει υπάρξει ένας που να μου πει ότι το άλμπουμ είναι αδύναμο ή αν δεν έχει αποφασίσει ακόμα αν του αρέσει το άλμπουμ. Όλοι είναι στο στιλ ότι μπορεί να μην είναι το άλμπουμ της χρονιάς αλλά είναι πολύ καλό. Για μένα όταν έχεις την υποστήριξη του Τύπου είναι πολύ ευχάριστο και πάντα ελπίζεις ο κόσμος να γουστάρει αυτό που κάνεις. Μερικές φορές γράφω πολύ καλά και κλασικά τραγούδια και άλλες φορές εντελώς σκατά ή απλά καλά. Δεν το κάνω επίτηδες. Όταν είσαι καλλιτέχνης μερικές φορές έχεις την εντύπωση ότι το τραγούδι που έχεις γράψει είναι το καλύτερο που έχεις συνθέσει αλλά ένα χρόνο μετά συνειδητοποιείς ότι δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Αυτή τη φορά όμως εκτιμώ καλύτερα τα πράγματα. Έκατσα και άκουσα αυτά που μου είπε ο Τύπος και το επόμενο βήμα για να νιώσω ικανοποίηση είναι να αρέσει στους οπαδούς. Μιλάω πάρα πολύ έτσι δεν είναι;

Στο τραγούδιLike father like gun” ακούγεσαι επηρεασμένος από μπάντες όπως οι PANTERA και CORROSION OF CONFORMITY. Συνδυάζοντας αυτές τις επιρροές με τον τίτλο του τραγουδιού να μαντέψω ότι το τραγούδι έχει να κάνει με την δολοφονία του Dimebag Darrel;
Η απάντηση είναι παντού όχι. Δεν έχω ακούσει ποτέ την μουσική των C.O.C. και δεν έχω ούτε ένα άλμπουμ τους. Πιθανότατα να είναι πολύ καλή μπάντα αλλά εγώ δεν τους έχω ακούσει. Όσο για το αν μοιάζει με PANTERA νομίζω ότι καταλαβαίνω τι λες αλλά για μένα οι PANTERA είναι μία μίξη METALLICA με BLACK SABBATH και αυτό το feeling έχει και το “Like father like gun”. Ίσως να φταίει και το γεγονός ότι είμαι μεγάλος οπαδός των PANTERA. Όσο για τους στίχους το τραγούδι δεν αναφέρεται στον Dimebag αφού έχει γραφτεί και ηχογραφηθεί πριν την δολοφονία του. Καταλαβαίνω όμως γιατί τα συνδέει ο κόσμος εφόσον υπάρχει το όπλο στον τίτλο και έχει μουσικές αναφορές στους PANTERA. Στιχουργικά έχει να κάνει με κάτι που είδα στην τηλεόραση πριν αρκετό καιρό, όταν σε μια πορεία διαμαρτυρίας είχαν βγει πατεράδες με αυτόματα όπλα και πολυβόλα πυροβολώντας στον αέρα και σοκαρίστηκα γιατί είχαν τα παιδιά τους μαζί και όλοι φώναζαν «θάνατος», «σκοτώστε», «πέθανε» και άλλα φρικτά πράγματα γεμάτοι μίσος. Αυτά τα παιδιά φαίνεται ότι δεν έχουν ευτυχισμένη ζωή. Έχουν μάθει στο μίσος και στη βία, στο έγκλημα και στον τρόμο και αυτό είναι πολύ λυπηρό. Έτσι έγραψα το συγκεκριμένο τραγούδι όχι για να βγάλω θλίψη αλλά θυμό. Τον Dimebag  τον είχα συναντήσει αρκετές φορές, είχαμε περιοδεύσει μαζί στο παρελθόν και τελευταία φορά που τον είδα ήταν όταν έπαιξε εδώ στο Vancouver πριν από τρία χρόνια νομίζω. Ήταν φανταστικός τύπος και λείπει σε όλους μας αλλά το τραγούδι δεν έχει καμία σχέση με PANTERA.

Για άλλη μία φορά είσαι υπεύθυνος για την παραγωγή. Σου αρέσει αυτός ο ρόλος του παραγωγού;
Το πρόβλημα που είχα όλα αυτά τα χρόνια ήταν ότι όταν ξοδεύεις πολύ καιρό στην σύνθεση και στην ηχογράφηση ενός άλμπουμ, όταν φτάνει η στιγμή της μίξης τότε είναι που πρέπει χρειάζομαι να έρθει κάποιος άλλος και να κάνει αυτή τη δουλειά. Συνήθως την κάνω μόνος μου γιατί δεν έχω τα λεφτά για να προσλάβω κάποιον. Αυτή τη φορά όμως είχα ένα πολύ καλό προαίσθημα και θεώρησα ότι ο καιρός να φωνάξω κάποιον. Έκανα την παραγωγή και την ηχοληψία, συνέθεσα όλο το άλμπουμ, ηχογράφησα όλες τις κιθάρες και το μπάσο αλλά έπρεπε να έρθει ένας επαγγελματίας για την μίξη. Όχι ότι εγώ δεν είμαι, αλλά όχι για την δική μου μουσική που ήδη έχω κουραστεί τόσο. Με την νέα μίξη ήδη έχουμε ανέβει ένα επίπεδο παραπάνω από τις υπόλοιπες κυκλοφορίες μας. Όσο για το γενικό έλεγχο πάντα ήμουν εγώ τα έκανα όλα. Την μοναδική φορά που έκανα πίσω ήταν στο “Never neverland” όπου κάποιος άλλος ανέλαβε την παραγωγή.

Έχεις τυχόν αισθανθεί καμιά φορά ότι η επιτυχία των δύο πρώτων άλμπουμ σου σε περιορίζουν ως μουσικό και υποσυνείδητα σε αναγκάζουν να περιτριγυρίζεσαι μουσικά γύρω από αυτά;
Πιστεύω ότι το 1990 όταν η heavy metal μουσική είχε εξαφανιστεί από τα περισσότερα μέρη του κόσμου και συγκεκριμένα το 1993 όταν τα περισσότερα συγκροτήματα έχασαν τα συμβόλαιά τους γιατί κανείς δεν υπέγραφε heavy metal μπάντες πλέον, αισθάνθηκα ότι ήταν να δώσω, το έδωσα με το “Alice in hell” και “Never neverland” και αυτό με είχε στοιχειώσει γιατί ο κόσμος με θυμόταν για αυτά τα άλμπουμ. Ήμουν όμως πολύ τυχερός γιατί κυκλοφόρησα το “King of the kill” και αυτό το άλμπουμ ήταν πολύ σημαντικό για μένα το 1994. Έκανε ανθρώπους να πούνε ότι αυτός τύπος έχει ακόμα ενέργεια και γράφει ακόμα τραγούδια και στην συνέχεια ήρθαν και άλλα καλά άλμπουμ και άλλα ίσως λιγότερα καλά. Κάποια στιγμή γύρισε και τραγουδιστής του “Alice in hell”, ο Randy Rampage, αργότερα πήρα τον Joe Comeau έναν τυπικό 80s τραγουδιστή, σαν αυτούς που αντέγραφαν τον Bruce Dickinson. Στο “All for you” είχα πάλι έναν νέο τραγουδιστή και τον Mike Mangini στα τύμπανα και παρά όλες αυτές τις αλλαγές κατάφερα να κρατήσω την μπάντα δημοφιλή. Μερικές φορές έχεις τα πάνω και τα κάτω στην καριέρα σου αλλά αυτή τη στιγμή είμαστε αρκετά ικανοποιημένοι και βλέπω ότι ο κόσμος αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι τα “Alice in hell” και “Never neverland” είναι δεκαπέντε χρόνων κυκλοφορίες και ψιλο-σοκάρεται όταν ακούει ότι είμαι στο studio και βγάζω ακόμα δουλειές. Βλέπουν ότι δεν κυκλοφόρησα απλά δύο καλά άλμπουμ και τα παράτησα αλλά έχω φτάσει στο ενδέκατο άλμπουμ μου. Οι ANNIHILATOR δεν σταμάτησαν ποτέ, ακόμα και αν κάποια άλμπουμ δεν ήταν και τα καλύτερα ή κλασικά που έχω κυκλοφορήσει. Ό,τι κάνω το κάνω επειδή αγαπώ την heavy metal μουσική και προσφέρω ό,τι καλύτερο για τους οπαδούς μου. Είμαι πολύ τυχερός και με τιμάει το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που θέλουν να μιλήσουν μαζί μου, να μου κάνουν συνέντευξη και να αγοράσουν το άλμπουμ μου. Είναι πολύ σημαντικό αυτό για τους ANNIHILATOR.

Σε ρωτάω γιατί τα περισσότερα εξώφυλλά σου έχουν στοιχεία από το “Αlice in hell” ή ακόμα κάποια riff παραπέμπουν σε παλαιότερές σου δουλειές.
Στο καινούριο άλμπουμ δεν υπάρχουν αναφορές στο “Alice in hell” και γενικότερα σε παλαιότερο υλικό. Το σχεδίασε ένα Ούγγρος σχεδιαστής και είναι αρκετά τρελό, σαν το στιλ ζωγραφικής του Salvador Dali. Είναι αρκετά καλό. Το παίξιμο στα drums είναι απίστευτο, ειδικά στις μπότες αλλά στα κιθαριστικά solos είναι εκεί που έδωσα γερή κλωτσιά στον πισινό μου και έδωσα τον καλύτερό μου εαυτό. Το χέρι μου, ο λαιμός μου και το κεφάλι μου καταπονήθηκαν πάρα πολύ και γι’ αυτό χρειάστηκε να σταματήσω για δυο μέρες γιατί πίεσα πάρα πολύ τον εαυτό μου για να παιχτούν όλα αυτά. Εδώ και ένα μήνα έχω σταματήσει να παίζω κιθάρα για να σιγουρευτώ ότι δεν έχω βλάψει τον εαυτό μου. Έπαιζα το κάθε μέρος πάρα πολλές φορές μέχρι να έχω το επιθυμητό αποτέλεσμα. Στην ρυθμική κιθάρα υπάρχουν όλα τα χαρακτηριστικά Jeff Waters στιλ αλλά άρχισα να βάζω και καινούριες ιδέες. Στα solos υπάρχουν στοιχεία από τις παλαιότερες δουλειές μου αλλά τα συνδύασα με κάποιες στοιχεία που ανακάλυψα από κιθαρίστες όπως οι Schenker και Eddie Van Halen. H αγάπη μου γι’ αυτούς του κιθαρίστες ξεκινάει από πολύ παλιά όταν ήμουν έφηβος στο υπόγειό μου και έκανα εξάσκηση πάνω στα solo τους και είναι πολύ ευχάριστο και σοκ για μένα που είκοσι χρόνια μετά ανακαλύπτω την επιρροή του Eddie Van Halen στο παίξιμό μου.

Μήπως θέλεις να δώσεις εσκεμμένα ένα deja-vu συναίσθημα στους οπαδούς σου; Για παράδειγμα η εισαγωγή του “Drive” είναι ίδια με αυτή του “King of the kill”.
Αυτό έγινε εσκεμμένα. Κάθισα κάτω και σκέφτηκα ποιο είναι το αγαπημένο μου riff και αποφάσισα ότι ήταν αυτό του “King of the kill”. Έτσι κάθισα και το έπαιξα πάνω στο drum-beat, είδα ότι ταίριαζε και το άφησα.

Οι ANNIHILATOR είναι γνωστοί για την τεχνική τους, την άριστη δομή των τραγουδιών και θεωρούνται από τις πρώτες μπάντες που συνδύασαν τον thrash metal ήχο με αρκετά τεχνικό παίξιμο. Τι σας ώθησε να κινηθείτε στο συγκεκριμένο στιλ;
Εύκολη απάντηση. Προέρχεται από διάφορες χώρους. Επειδή δεν είμαι απλά κιθαρίστας  αλλά έχω αρκετές αρμοδιότητες μέσα στην μπάντα, για μένα όταν κάποιος μου ζητά να του εξηγήσω τι με ώθησε και ποιες οι επιρροές μου σε αυτό που κάνω, θα πρέπει να απαντήσω ξεχωριστά για κάθε τομέα. Στην ρυθμική κιθάρα τύποι σαν τον James Hetfield, οι SLAYER, EXODUS, JUDAS PRIEST, IRON MAIDEN, λίγο από DESTRUCTION, KREATOR και γενικά από την γερμανική και βρετανική σκηνή, το Bay Area. Επίσης καναδικές μπάντες όπως οι EXCITER, RAZOR και ANVIL ήταν μεγάλη επιρροή για μένα. Στα solo ήταν ο Angus Young, o Matthias Jabs από τους SCORPIONS, ο Michael Schenker, o Eddie Van Halen, o Randy Rhoads. Στα drums ήταν ο Dave Lombardo και το στιλ των SLAYER και METALLICA. Στο μπάσο δεν θα έλεγα ότι κάνω κάτι ιδιαίτερο οπότε δεν χρειάζεται να το αναλύσω. Το γεγονός ότι ακούω όλα αυτές τις διαφορετικές σχολές μουσικών και γενικά ο λόγος που ακούω heavy metal είναι επειδή είναι η καλύτερη μουσική στον κόσμο. Έχει στοιχεία από κλασική μουσική, jazz, blues, rock, funk, τα πάντα. Ακούς τον Ozzy, τους SCORPIONS, KISS, JUDAS PRIEST, AC/DC, SLAYER, WATCHTOWER, DESTRUCTION, RAZOR και κοιτάζεις πίσω και βλέπεις ότι όλοι αυτοί παίζουν διαφορετική μουσική μεν, heavy metal δε. Όταν ακούς τον Randy Rhoads στον Ozzy ακούς κλασική κιθάρα. Στον Eddie Van Halen ακούς από jazz μέχρι και funk. Η πρώτη συμβουλή που δίνω στους κιθαρίστες είναι να ακούνε όλα τα είδη της heavy metal μουσικής. Αν σου αρέσουν οι SLAYER, μην κάθεσαι και ακούς μόνο αυτούς. Άκου METALLICA και πιο μελωδικά πράγματα και μην κάθεσαι να παίζεις ένα μόνο στιλ. Όλα αυτά πoυ σου ανέφερα είναι οι επιρροές των ANNIHILATOR ακούγονται στην μουσική μας.

Είστε από τις λίγες μπάντες που χρησιμοποιείτε κιθαριστικά solo. Που πιστεύεις ότι οφείλεται αυτή η απουσία από τις σημερινές μπάντες;
Ξέρεις κάτι; Αυτό οφείλεται στις δισκογραφικές εταιρείες που θεωρούν ότι τα solo δεν είναι πλέον στην μόδα, επειδή θυμίζουν heavy metal. Αυτό ίσχυε στα 90’s, όταν νέες μπάντες σαν τους PEARL JAM, NIRVANA εκφράζανε μια νέα γενιά κιθαριστών που δεν έμαθαν πως να παίζουν solo. Έτσι τα solo εξαφανίστηκαν και υπήρξαν κάποιες μπάντες που τα χρησιμοποίησαν, δεν τα ήθελαν οι εταιρείες. Τύποι σαν τον Kirk Hammett, Kerry King, Jeff Hanneman, οι IRON MAIDEN και οι JUDAS PRIEST μπορούν να παίξουν solo αλλά οι νεότεροι που μεγάλωσαν στα 90s τους νοιάζει απλά να παίζουν τρεις-τέσσερις συγχορδίες. Αν το αναλύσουμε, αυτό που χρειάζεται σήμερα για να παίζεις σε μπάντα είναι να είσαι νέος, εμφανίσιμος, με cool ντύσιμο, να πηγαίνεις λύκειο και να χοροπηδάς πάνω-κάτω σαν τον Flea των THE RED HOT CHILI  PEPPERS. Ο καθένας μπορεί να το κάνει. Τα 90s έδωσαν στον καθένα την ευκαιρία να γίνει rock-star χωρίς να χρειάζεται να είναι καλός κιθαρίστας. Σήμερα όμως βλέπω με χαρά ότι υπάρχουν παιδιά που επαναφέρουν πάλι τα solo.

Αντιπροσωπεύει η μουσική που παίζεις με τον χαρακτήρα σου; Είσαι τόσο περίπλοκος χαρακτήρας και με αίσθηση του χιούμορ στην καθημερινή σου ζωή;
Πιστεύω ότι είμαι εύκολος χαρακτήρας. Επικοινωνώ και τα πάω μια χαρά με όλους τους ανθρώπους. Ακόμα και όταν άνθρωποι μου συμπεριφέρονται άσχημα και με εκμεταλλεύονται, πχ. με κάποιους ανέντιμους όρους στο συμβόλαιο, μπορώ και διατηρώ την ήρεμη πλευρά μου και παραμένω ψύχραιμος και ευγενικός, που είναι κακό σε αυτή τη δουλειά αλλά καλό για τον χαρακτήρα του κάθε ανθρώπου. Έχω όμως και εγώ τα πάνω και τα κάτω μου. Όταν ακούω ευχάριστα νέα μπορώ να πω ότι υπέρ-ενθουσιάζομαι και στα άσχημα πέφτω πού άσχημα ψυχολογικά και απογοητεύομαι. Δεν είναι ιατρικό πρόβλημα, απλά προσπαθώ πλέον να συγκρατώ τον εαυτό μου και να ξέρω ότι τα πάντα είναι καλά στο τέλος.

Όταν σε ρώτησα προηγουμένως ποιες είναι οι προσδοκίες από το νέο σου άλμπουμ μου είπες μεταξύ σοβαρού και αστείου ότι θέλεις να βγάλεις λεφτά. Με αυτό το σκεπτικό γιατί αρνήθηκες την πρόταση να γίνεις μέλος των MEGADETH;
Πιστεύω ότι βγάζω πιο πολλά λεφτά με τους ANNIHILATOR απ’ ότι θα έβγαζα με τους MEGADETH. Αν ήμουν στους MEGADETH θα ήμουν απλά ένας μισθωμένος κιθαρίστας. Με τους ANNIHILATOR είμαι ο μοναδικός στην μπάντα. Απλά δίνω κάποια λεφτά στον τραγουδιστή και στον drummer που θα έχω. Έτσι δεν υπάρχουν τέσσερα μέλη να μοιράζονται τα έσοδα και τα παίρνω σχεδόν όλα εγώ. Αυτός είναι και λόγος που δεν άφησα τους ANNIHILATOR για να πάω σε άλλη μπάντα εκτός και αν με πλήρωναν με αρκετά λεφτά. Ο Dave Mustaine δεν είχε ανάγκη να μου δώσει πολλά λεφτά γιατί το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένας δεύτερος κιθαρίστας και όχι ένας συνεργάτης. Ποτέ δεν έκανα κάποια «κανονική» δουλειά από τότε που έφτιαξα τους ANNIHILATOR.

Πόσες φορές σου είχε ζητήσει ο Dave Mustaine να πας στους MEGADETH;
Ξέρεις κάτι; Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν μου ζήτησε να μπω στην μπάντα. Απλά μου ζήτησε να περάσω από audition το 1989 όπως είχε ζητήσει και από τον Marty Friedman και τον Dimebag Darrell. Ήταν τιμή μου βέβαια, αλλά όπως εγώ είχα τους ANNIHILATOR έτσι και ο Dimebag είχε τους PANTERA. Έκανε όμως πολύ καλή επιλογή αφού πήρε τον Marty Friedman και έβγαλε το “Rust in peace”. Υπήρξε όμως και μία φήμη στις αρχές του 2000 ότι θα μου έκανε πάλι ανάλογη πρόταση αλλά δεν με πήρε ποτέ τηλέφωνο. Το 2004 όμως με πήρε τηλέφωνο γιατί χρειαζόταν έναν δεύτερο κιθαρίστα για την περιοδεία του “The system has failed” αλλά μετά από συζήτηση σκέφτηκα ότι δεν έχει νόημα για μένα να αφήσω τους ANNIHILATOR και να αμελήσω το δισκογραφικό μου συμβόλαιο για να βγω απλά σε περιοδεία. Θα το έκανα και θα ήταν τιμή μου αν με ήθελε να μπω στην μπάντα και να γράψουμε μαζί τον δίσκο, αλλά ο Dave δεν ήθελε κάτι τέτοιο.

Υπήρχε περίπτωση να μην σκοτωθείτε στο studio;
Τρέφω μεγάλο σεβασμό για τον Dave Mustaine και είμαι σίγουρος ότι και αυτός σέβεται και τη μουσική και το παίξιμό μου. Είναι καλός φίλος και την περασμένη χρονιά μιλάγαμε σχεδόν κάθε εβδομάδα και μιλήσαμε ακόμα για το ενδεχόμενο να ηχογραφούσαμε μαζί έναν δίσκο ως project. Δεν έχουμε πει κάτι περισσότερο, αλλά είναι φοβερή ιδέα.

Πως και δεν έχεις κάνει κάτι έξω από τους ANNIHILATOR; Πχ να κυκλοφορήσεις ένα instrumental solo άλμπουμ;
Ίσως κάποια στιγμή όταν οι ANNIHILATOR δεν θα υπάρχουν πλέον αρχίσω να κάνω διάφορα πράγματα. Μου γίνονται διάφορες προτάσεις από άλλες μπάντες, να γράψω τραγούδια για άλλους ή για εταιρίες παιχνιδιών. Πάντα προσπαθώ να κάνω πράγματα έξω από τους ANNIHLATOR αλλά πάντα γυρνάω πίσω. Είναι η ζωή μου δεν πρόκειται αυτό να αλλάξει. Είναι η δουλειά μου η οποία πάει μια χαρά και αφοσιώνομαι πλήρως σε αυτήν.

Οι DREAM THEATER συνηθίζουν στις συναυλίες τους να διασκευάζουν ολόκληρα άλμπουμ αγαπημένων τους συγκροτημάτων ή στην περίπτωση των DIO να παίζουν ολόκληρο ένα κλασικό τους άλμπουμ, όπως το “Holy diver”. Θα έκανες ποτέ εσύ κάτι ανάλογο;
Δεν το έχω σκεφτεί ποτέ. Για μένα είναι κάτι από το πολύ μακρινό παρελθόν. Ίσως να κάνω κάτι ανάλογο όταν θα τελειώνω την καριέρα μου και θα πρέπει να πω αντίο. Λογικά θα έπαιζα το “Never neverland” το οποίο είναι και το αγαπημένο μου.

Και ποιο θα διασκεύαζες;
Ω, Θεέ μου!! Δεν θα είναι μόνο ένα. Θα ήταν το “Reign in blood”, το “Master of   puppets” και το “Metal on metal” των ANVIL.

Έχεις καθόλου επαφή με τα παλαιότερα μέλη των ANNIHILATOR;
Μιλάω με αρκετούς από αυτούς. Θα βγάλουμε ένα διπλό DVD κάπου τον Φεβρουάριο από την SPV και θα περιέχει συνεντεύξεις από τον Coburn Pharr και από όλους που έχουν περάσει από τους ANNIHILATOR. Με δύο, να σου πω την αλήθεια, δεν έχω επαφή γιατί δεν το επιθυμώ ο ίδιος λόγω σοβαρών προβλημάτων που είχαμε στο παρελθόν και αυτοί είναι οι Joe Comeau και Randy Black.

Ποιο τραγούδι των ANNIHILATOR θεωρείς ότι είναι το πιο απαιτητικό για σένα;
To “Drive” από το καινούριο μας άλμπουμ και ένα-δύο τραγούδια από το “Criteria for a black widow” είναι πολύ δύσκολο για μένα να τα παίξω.

Υπάρχει περίπτωση να γράψεις ξανά τρελά τραγούδια σαν τα “Brain dance” και “Imperiled eyes”;
Μερικές φορές μου έρχονται κάποιες ιδέες όχι μόνο για τους στίχους αλλά και για την μουσική όταν κάθομαι στο studio για να κάνω ένα αρκετά τρελό τραγούδι σαν το “Brain dance”. Μπορεί να ήταν ένα χιουμοριστικό τραγούδι αλλά η μουσική ήταν πολύ καλή, με αρκετές αλλαγές και ποικίλο σε ότι αφορά το στιλ. Εννοείται ότι μου αρέσει πάρα πολύ όμως και το “Imperiled eyes”.

Πρόσφατα άκουγα το “Snake in the grass” από το “Set the world on fire” και διάβαζα τους στίχους. Είναι καλύτερες οι σχέσεις σου με τις γυναίκες τον τελευταίο καιρό;
Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε. Είναι πολύ καλύτερα τα πράγματα τώρα και έμαθα από τα λάθη μου και δεν πρόκειται να το κάνω ξανά. Είμαι με κοπελιά από την Γερμανία που μένει μαζί μου τώρα, όχι πολύ καιρό, αλλά δεν πρόκειται να κάνω το λάθος να ξαναπαντρευτώ.

Πως σου ήρθε να αλλάξεις το ύφος της μουσικής σου από το “Never neverland” σε αυτό του “Set the world on fire”;
Κατά κάποιον τρόπο ήταν ρίσκο αλλά αν κοιτάξεις πίσω θα δεις ότι ήταν σωστή κίνηση γιατί μας έκανα πολύ διάσημους όπως σου είπα προηγουμένως στην Ασία και σε κάποιες χώρες της Ευρώπης. Ήταν ένα άλμπουμ που θα γινόταν τεράστιο αν είχε κυκλοφορήσει το 1997. Το να κυκλοφορήσεις ένα μελωδικό άλμπουμ το 1993 δεν ήταν και ότι καλύτερο όταν ο κόσμο τότε ήθελε να ακούσει PANTERA, BIOHAZARD και όλη αυτή τη hardcore metal σκηνή που άκμαζε τότε. Θυμάσαι τι επικρατούσε τότε; Οι ANNIHILATOR ακουγόντουσαν σαν 80s μπάντα εκείνη την εποχή. Η περιοδεία όμως ήταν πολύ καλή και περιέχει πολύ καλά τραγούδια αλλά ίσως να μην κυκλοφόρησαν την κατάλληλη περίοδο. Μετά όμως κυκλοφόρησε το “King of the kill” το οποίο ήταν πολύ καλό άλμπουμ.

Πως δικαιολογείς την τρέλα που βγάζουν οι καναδικές μπάντες;
Έχουμε μικρό πληθυσμό και μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης ο Καναδάς είναι η μεγαλύτερη χώρα και κατοικούν σε αυτή μόλις 20-30 εκατομμύρια άνθρωποι. Δεν έχουμε πάρα πολλές μπάντες αλλά είναι τέτοια η θέση μας γεωγραφικά όπου δεχόμαστε επιρροές από τις Η.Π.Α. αλλά και από την κεντρική Ευρώπη και την Αγγλία. Όταν ακούς μία αμερικάνικη μπάντα ή μία γερμανική καταλαβαίνεις αμέσως από που προέρχονται ενώ στον Καναδά ακούμε τα πάντα. Η κουλτούρα μας είναι «ανοιχτή» και οι άνθρωποι προέρχονται διάφορα έθνη και θρησκείες και έτσι βλέπουμε την μουσική. Επηρεαζόμαστε από την μουσική όλου του κόσμου.

Ένας από τους σημαντικότερους μουσικούς της καναδικής σκηνής, ο Piggy των VOIVOD, δεν είναι κοντά μας; Τον είχες γνωρίσει ποτέ;
Τον είχα συναντήσει μία φορά σε ένα bar στο Montreal το 1990 ή το 1991 και ήμουν πάρα πολύ μεθυσμένος και ήμουν πολύ μαλ**ας γιατί του είπα απλά ένα γεια και μετά έφυγα. Μακάρι να τον είχα γνωρίσει γιατί μένει πολύ κοντά σε μένα, σχεδόν μιάμιση ώρα με το αμάξι, Ήταν αυθεντικός ρυθμικός κιθαρίστας. Μπορεί οι VOIVOD να μην είχαν την επιτυχία των METALLICA ή των SLAYER αλλά ήταν καινοτόμοι και πρωτότυποι, ειδικά στο πως έπαιζαν μουσική. Εδώ στον Καναδά θεωρούνται θρύλοι.

Κώστας Αλατάς

Weekly Metal Meltdown (1-7/11, MAYHEM, EVERGREY, DEATH ANGEL and many more)

0
Weekly 1-7-11

Weekly 1-7-11

Η εβδομαδιαία στήλη επιστρέφει με καινούργια clips. Mιάς και η χρονιά φθάνει στο τέλος της από την άποψη καινούργιων κυκλοφορών, πολλά από τα singles που βλέπεται παρακάτω αφορούν κυκλοφορίες που θα μας έρθουν στις αρχές του νέου έτους. Tέτοια είναι τα κομμάτια των MAYHEM, DEATH ANGEL, TAIGUNNER, EDENBRIDGE, SUBWAY TO SALLY ft SCHANDMAUL. Επιπλέον καινούργια tracks από NIGHTFALL, LORD OF THE LOST ft INFECTED RAIN, EVERGREY, CYCLONE, OMNIUM GATHERUM, KING ULTRAMEGA και KORPIKLAANI συμπληρώνουν το μενού.

Photo by Agnes Köhler, Nima Taheri, Joyce Van Doorn. Editing by Daniele Valeriani

Το πιο επιδραστικό black metal συγκρότημα όλων των εποχών επιστρέφει με το 7ο στούντιο άλμπουμ του “Liturgy of Death” που θα κυκλοφορήσει στις 6 Φεβρουαρίου. Με ​​αυτό το νέο έργο, οι MAYHEM επιβεβαιώνουν την ιδιότητά τους ως η πιο ασυμβίβαστη δύναμη στην extreme metal μουσική. Τέσσερις δεκαετίες μετά την έναρξη της καριέρας τους, οι MΑΥΗΕΜ στρέφουν την προσοχή τους στην αναπόφευκτη πραγματικότητα του θανάτου. Το “Liturgy of Death” εξετάζει την απώλεια, τον φόβο του θανάτου, την αδυναμία και την ευθραυστότητα της ύπαρξης μέσα από ένα αυστηρό και αδυσώπητο πρίσμα.
“Weep for Nothing” λέγεται το νέο πρώτο single που βλέπουμε παρακάτω, μετατρέπει τον φόβο της θνητότητας σε αποκάλυψη, έναν ύμνο στο τίποτα όπου η θλίψη χάνει το νόημά της. Με το ψυχρό και γρήγορο μεγαλείο του, τα κοφτερά riff και την αποπνικτική ατμόσφαιρα, το συγκρότημα διοχετεύει την ουσία της θνητότητας χωρίς να προσφέρει παρηγοριά ή απόδραση.

Photo by Edgar Salazar

Οι θρύλοι του thrash metal DEATH ANGEL επέστρεψαν για να αφήσουν πίσω τους το 2025 με το κολοσσιαίο νέο τους single “Cult of the Used”. Το δεύτερο νέο τους τραγούδι μέσα σε 6 χρόνια, είναι ένα έντονο pit fuel που πυροδοτεί μια φλόγα με τον αδιαμφισβήτητο ρυθμό και τα break neck riffs του συγκροτήματος. Το κομμάτι συνοδεύεται από ένα εκπληκτικό animated βίντεο που δημιουργήθηκε από την Tamara Llenas των AIMED AND FRAMED.
Σχολιάζοντας το τραγούδι, ο κιθαρίστας Rob Cavestany λέει: “Το νέο μας τραγούδι “Cult Of The Used” είναι μια απεικόνιση της κοινωνίας υπό ύπνωση, η οποία χειραγωγείται στρατηγικά και εκμεταλλεύεται. Σε προτρέπει να αφήσεις πίσω σου την λεγόμενη πραγματικότητα. Ο Fendie Daywalker έκανε εξαιρετική δουλειά σε αυτό το clip. Θέλαμε να κυκλοφορήσουμε αυτό το τραγούδι για να συμπέσει με την περιοδεία μας “Act III” στις ΗΠΑ, η οποία ξεκινά στις 26 Νοεμβρίου στο Denver και ολοκληρώνεται με δύο νύχτες στο The Fillmore στο San Francisco στις 18 και 19 Δεκεμβρίου για το 10ο ετήσιο «Another Death Angel Xmas Show(s)». Δεν έχουμε εμφανιστεί ως headliners στις ΗΠΑ από το 2019, οπότε θέλαμε να το κάνουμε ακόμα πιο ξεχωριστό! Φυσικά, είμαστε ενθουσιασμένοι που θα συμπεριλάβουμε το “Cult Of The Used” στο setlist μας όταν βγούμε στον δρόμο αυτόν τον μήνα.”
Nα θυμίσουμε ότι το νέο single των DEATH ANGEL ακολουθεί το “Wrath (Bring Fire)” που κυκλοφόρησε νωρίτερα φέτος.

Photo by Rudy De Doncker

Οι Βέλγοι cult thrashers CYCLONE ανακοίνωσαν ένα νέο mini άλμπουμ με τίτλο “Known Unto God”. Η ευρωπαϊκή κυκλοφορία θα γίνει από την High Roller Records και θα είναι διαθέσιμη στις 6 Φεβρουαρίου. Οι ρίζες των CYCLONE, οι οποίοι τελικά έγιναν ένα από τα πιο δημοφιλή ευρωπαϊκά thrash metal συγκροτήματα, ανάγονται στο 1981. Τερματίζοντας μια μακρά παύση, οι CYCLONE αποφάσισαν να επανενωθούν το 2018 και από τότε εμφανίζονται τακτικά ζωντανά (παίζοντας μόνοι τους ή σε διάσημα φεστιβάλ όπως το Headbangers Open Air στη Γερμανία). Tο mini άλμπουμ επιστροφής των CYCLONE “Known Unto God”, το οποίο παρουσιάζει πέντε ολοκαίνουργιες συνθέσεις. Η τρέχουσα σύνθεση του συγκροτήματος αποτελείται από τους Maxime Deschamps (κιθάρα), Jesse Van Den Bossche (ρυθμική κιθάρα), Vincent Heyman (μπάσο), Gabriel Deschamps (ντραμς) και Guido Gevels (φωνητικά).
Το εναρκτήριο κομμάτι “Eliminate” το ακούμε παρακάτω:

Photo by VDPictures

Oι Γερμανοίgothic rockers LORD OF THE LOST αποκάλυψαν το τρίτο single από το επερχόμενο νέο άλμπουμ “Opus Noir vol.2” που θα κυκλοφορήσει στις 12 Δεκεμβρίου μέσω της Napalm Records. Στο κομμάτι “Would You Walk With Me Through Hell?” οι LORD OF THE LOST συνεργάζονται με τους INFECTED RAIN, προσθέτοντας μια επιπλέον πινελιά στην πολυτέλεια των master του είδους.
Με τους Lena Scissorhands και Chris Harms, δύο από τους πιο αναγνωρίσιμους τραγουδιστές του είδους συναντιούνται για να δημιουργήσουν πολυεπίπεδα ηχοτοπία από απαλά καθαρά φωνητικά, δυνατά γρυλίσματα και μελαγχολικές διαθέσεις.
Αρκετοί είναι οι καλεσμένοι που συμμετέχουν στον δίσκο, πρώτη είναι η Lena Scissorhands των INFECTED RAIN, η οποία βελτιώνει το κατάμαυρο “Would You Walk With Me Through Hell?” με όλο το φάσμα των έντονων, αλλά και εύθραυστων φωνητικών της. Ομοίως, η Anna Brunner των ανερχόμενων αστέρων της μελωδικής metal LEAGUE OF DISTORTION και του συμφωνικού metal συγκροτήματος EXIT EDEN δανείζει την ενεργητική της φωνή στο “Please Break The Silence”, προκαλώντας ανατριχίλα, κάθε ταλέντο είναι μια σημαντική σκηνή στην απαίσια πολύχρωμη ταινία των Opus Noir για τα αυτιά. Η απροσδόκητη, αλλά ταιριαστά Φινλανδή καλλιτέχνης της ραπ KÄÄRIJÄ, δεύτερη στη Eurovision 2023, μετατρέπει το “Raveyard” σε πίστα χορού με ένα μείγμα industrial, gothic και φινλανδικής ραπ – σαν να προαναγγέλλει την αυγή ενός νέου είδους.

Photo by Marios Theologis / Math Studio

Οι Έλληνες πρωτοπόροι του blackened death metallers NIGHTFALL κυκλοφορούν ένα εντυπωσιακό νέο video για το “The Traders of Anathema (Judas Iscariot)”, μια από τις πιο επιβλητικές στιγμές από το πρόσφατα αναγνωρισμένο άλμπουμ τους “Children of Eve”. Το κομμάτι αποτελεί έναν ύμνο-κλίμακα στον Ιούδα τον Ισκαριώτη. Μια φιγούρα που οι NIGHTFALL  επαναπροσδιορίζουν ως τον απόλυτο επαναστάτη και τραγικό προδότη, τα φλεγόμενα riffs και η πανύψηλη χορωδία τους χτισμένα για τη σκηνή.
Το video έρχεται καθώς το συγκρότημα ετοιμάζεται να ξεκινήσει την επερχόμενη ευρωπαϊκή του περιοδεία, παίζοντας μαζί με τους POSSESSED, TERRORIZER, MASSSACRE, και ALTER. και Ater. Αυτό σηματοδοτεί την πολυαναμενόμενη επιστροφή των NIGHTFALL στις ηπειρωτικές σκηνές, η οποία κορυφώνεται με μια ειδική εμφάνιση στο Eindhoven Metal Meeting.
Ο Ευθύμης Καραδήμας σχολιάζει: “Γεια σας, άνθρωποι του σκότους. Ήρθε η ώρα να ξεκινήσουμε μια περιοδεία σε όλη την Ευρώπη. Μετά από μια πολύ μεγάλη εσωστρεφή περίοδο όπου κρατήσαμε το συγκρότημα μακριά από περιοδείες, επιτέλους ετοιμαστήκαμε να αναστηθούμε ξανά. Από τις στάχτες της κατάθλιψης, τις μάχες με τους εσωτερικούς μας δαίμονες και όλες αυτές τις ατελείωτες νύχτες απελπισίας, καταφέραμε να γίνουμε πιο δυνατοί και με κίνητρο. Αυτή είναι μακράν η καλύτερη σύνθεση, η πιο δυνατή και η πιο ακριβής. Ανυπομονώ να τραγουδήσω για τον πόνο και το σκοτάδι μπροστά σας. Αγκαλιάστε το σκοτάδι, παιδιά της Εύας”.
Παρακολουθούμε το clip παρακάτω:

Photo by Patric Ullaeus

Πριν οι EVERGREY ξεκινήσουν την ευρωπαϊκή τους περιοδεία με τους KATATONIA, οι Σουηδοί metal γίγαντες επιστρέφουν με ένα νέο τραγούδι, το “Oxygen!”, διοχετεύοντας την ουσία τους με ανανεωμένη ένταση. Συνδυάζοντας απόκοσμες ατμόσφαιρες και συντριπτικά riffs, εμβαθύνει σε θέματα κατάθλιψης και εσωτερικής πάλης.
Τροφοδοτούμενοι από τον νέο τους ντράμερ, Simen Sandnes, μια νέα ομάδα παραγωγής με τους Tom S. Englund και Vikram Shankar (WITHIN TEMPTATION, SILENT SKIES), και το mix του Adam “Nolly” Getgood – γνωστού για τη δουλειά του με γίγαντες όπως οι PERIPHERY, SLEPP TOKEN και ARCHITECTS, οι EVERGREY ακούγονται τόσο ζωτικοί όσο και στην αρχή τους αλλά ταυτόχρονα έντονα μοντέρνοι. Το “Oxygen” γίνεται ταυτόχρονα μια απεγνωσμένη έκκληση για ανθεκτικότητα μέσα στο σκοτάδι και μια καθαρτική απελευθέρωση, μια σπλαχνική κραυγή για αέρα στην ασφυκτική λαβή της αναταραχής.

Photo by Tunde Valiszka

Οι heavy metallers TAILGUNNER κυκλοφορούν το δεύτερο άλμπουμ τους, “Midnight Blitz”, στις 6 Φεβρουαρίου 2026 μέσω της Napalm Records. Σε παραγωγή του θρύλου της metal μουσικής, KK. Downing, η δεύτερη δουλειά τους αντλεί έντονα από το κλασικό βρετανικό Heavy Metal, αλλά όπως ακριβώς και αυτές οι επιρροές, το συγκρότημα είναι αποφασισμένο να προχωρήσει μπροστά. Οι TAILGUNNER δεν λατρεύουν απλώς την μουσική αυτή αλλά είναι αποφασισμένοι να σταθούν πάνω σε αυτήν και να γίνουν οι Metal Θεοί μιας ολόκληρης νέας γενιάς headbangers. Το πρώτο single, το δυνατό ομώνυμο κομμάτι, “Midnight Blitz”, στέκεται ως προάγγελος της επίθεσης με blitzkrieg τύμπανα και ουρλιάζουσες δίδυμες κιθάρες. Το ακούμε παρακάτω:

Οι Φινλανδοί super star του folk Metal KORPIKLAANI κυκλοφόρησαν ένα video για τη διασκευή τους στην δημοφιλή εκδοχή των ANTHRAX του “Got The Time” του Joe Jackson, η οποία είναι τώρα διαθέσιμη. Αρχικά κυκλοφόρησε στα φινλανδικά με το όνομα “Ennen” ανάμεσα στα πιο πρόσφατα άλμπουμ των KORPIKLAANI, Jylhä (2021) και “Rankarumpu” (2024), και τώρα μπορείτε να απολαύσετε και την αγγλική έκδοση παρακάτω.

Photo by Pedro Stoehr & Daniel Sommer

Οι folk metallers  SUBWAY TO SALLY θα φιλοξενήσουν για άλλη μια φορά τις ετήσιες συναυλίες τους Eisheilige Nacht. Γιορτάζοντας μαζί με τους φετινούς συνεργάτες τους στην περιοδεία SCHANDMAUL, κυκλοφόρησαν ένα ολοκαίνουργιο single συνεργασίας, το “Räuber und Narren”! Αλλά αυτό είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό τραγούδι: ως συνεργασία μεταξύ δύο από τα πιο επιδραστικά συγκροτήματα της γερμανικής μεσαιωνικής ροκ, το “Räuber und Narren”, που μεταφράζεται ως “Παράνομοι και Τρελοί”, είναι ένας συναρπαστικός ύμνος που τιμά και τις δύο πλευρές , τους SUBWAY TO SALLY ως ληστές και τους SCHANDMAUL ως ανόητους, καθώς και την κοινή τους ιστορία.

Το Αυστριακό συμφωνικό metal συγκρότημα EDENBRIDGE κυκλοφορεί ένα νέο single και video. Το τραγούδι “Where The Wild Things Are” προέρχεται από το επερχόμενο άλμπουμ στούντιο “Set The Dark On Fire” που θα κυκλοφορήσει στις 16 Ιανουαρίου.
Το “Where The Wild Things Are” μεταφέρει μια ιρλανδική/κελτική ατμόσφαιρα στις μελωδίες και την ενορχήστρωση. Το περιεχόμενο του τραγουδιού αναφέρεται στη γη ως ζωντανό ον, που εκδηλώνεται στην πρωταρχική θηλυκή δύναμη του χαρακτήρα Aleen.
Η Sabine Edelsbacher αναφέρει: “Η Aleen ενσαρκώνει μια αληθινή σύνδεση με τα στοιχεία της φύσης και επομένως με τη φυσική δύναμη της γης. Η ρουτίνα δεν είναι το φόρτε της. Ζει μια σαγηνευτική ζωτικότητα που είναι απαράμιλλη. Είθε όλο και περισσότεροι άνθρωποι να αναγνωρίσουν και να εκφράσουν αυτή τη δύναμη μέσα τους.”

Photo by Jari Heino

Για να γιορτάσουν την κυκλοφορία του νέου τους άλμπουμ, “May The Bridges We Burn Light The Way”, οι Φιλανδοί melodic death metallers OMNIUM GATHERUM κυκλοφορούν ένα video για το επικό “The Darkest City”, το οποίο δημιουργήθηκε από τον Jari Heino και την Coldstore Productions.
“Το ‘The Darkest City’ είναι ο ύμνος του νέου άλμπουμ”, λέει ο τραγουδιστής Jukka Pelkonen. “Είναι βαρύ, απαιτητικό και ικανοποιητικό. Το λατρεύω.” Ο έτερος κιθαρίστας Markus Vanhala προσθέτει περαιτέρω: “Το “The Darkest City” είναι το προσωπικό μου αγαπημένο από το άλμπουμ. Ενώ τα προηγούμενα τρία κομμάτια ήταν μικρότερα και πιασάρικα, αυτό είναι ένα πιο κινηματογραφικό και αφηγηματικό τραγούδι που δείχνει την βαθύτερη πλευρά του άλμπουμ. Αρχικά και όχι μόνο!” Ο κιθαρίστας Markus Vanhala εξηγεί λεπτομερώς για το άλμπουμ: “Αυτό είναι το άλμπουμ νούμερο Χ, οπότε έπρεπε να κάνουμε ένα μικρό βήμα παραπάνω. Ξαναβγάλαμε στοιχεία από το παρελθόν μας και τα βελτιώσαμε, ώστε να μπορέσουμε να τα χρησιμοποιήσουμε στο μέλλον. Αυτό είναι το αρχικό τραγούδι στην πιο αγνή και συμπαγή μορφή του. Μετά το πιο mid tempo, επικεντρωμένο στο “Origin”(2021), έπρεπε να επιταχύνουμε τα πράγματα και να τα υπερταχύνουμε”.

Η alternative rock κολεκτίβα KING ULTRAMEGA, με μέλη των ALICE IN CHAINS, ANTHRAX, MASTODON και SOUNDGARDEN επιστρέφει και αυτή την φορά για να τιμήσουν την ένταξη των θρυλικών SOUNDGARDEN στο Rock & Roll Hall of Fame στις 8 Νοεμβρίου 2025, η εναλλακτική ροκ ομάδα KING ULTRAMEGA κυκλοφόρησε μια δυνατή νέα διασκευή του “The Day I Tried To Live”, με τη συμμετοχή του κιθαρίστα Kim Thayil των SOUNDGARDEN, της Alissa White-Gluz των ARCH ENEMY, του Mark Menghi των METAL ALLEGIANCE και του Charlie Benante των ANTHRAX.
Το “The Day I Tried To Live” περιλαμβάνεται επίσης σε μια κυκλοφορία LP 2 τραγουδιών που περιλαμβάνει επίσης την διασκευή του κλασικού τραγουδιού των SOUNDGARDEN “Rusty Cage” από τους KING ULTRAMEGA. Οι KING ULTRAMEGA δημιούργησαν αυτό το single στη μνήμη του θρυλικού τραγουδιστή Chris Cornell, ενώ παράλληλα συγκέντρωσαν χρήματα και ευαισθητοποίησαν το κοινό για το MusiCares, το μη κερδοσκοπικό ίδρυμα της Ακαδημίας Ηχογράφησης που παρέχει υπηρεσίες ψυχικής υγείας, απεξάρτησης και έκτακτης ανάγκης σε όσους ανήκουν στη μουσική κοινότητα.
Ο Kim Thayil καλωσόρισε αυτή τη μοναδική ευκαιρία να ανακαλύψει ξανά τη σχέση του με το τραγούδι, έξω από το οικείο πλαίσιο της ερμηνείας του ως μέλος των SOUNDGARDEN. Αν και η διαδικασία της κοινοποίηση των πρωτότυπων συνεισφορών και ερμηνειών των κιθαριστικών του ερμηνειών με άλλους μουσικούς ήταν απαιτητική, ο Thayil τη βρήκε προσωπικά καθαρτική, αποτυπώνοντας την ουσία του “The Day I Tried To Live”, ενώ παράλληλα προσέφερε μια φρέσκια δύναμη και ομορφιά στο τραγούδι.
Ο Thayil σχολιάζει: “Πιστεύω ότι η προσωπική εξερεύνηση που προέκυψε από την αποδοχή της πρόσκλησης από τον Mark και τους ΚΙΝG ULTRAMEGA να συμμετάσχω σε αυτές τις ηχογραφήσεις, μου επέτρεψε να ανοιχτώ στα δημιουργικά ρίσκα της κοινής χρήσης μιας συναισθηματικής και καλλιτεχνικά οικείας εμπειρίας με άλλα δημιουργικά άτομα, και ότι αυτό αποδείχθηκε ανταποδοτικό και ενθαρρυντικό, για μένα, για μελλοντικές παρόμοιες συνεργασίες.”
Ο Menghi σχολιάζει: “Ήταν λίγο αγχωτικό για μένα να μπω και να ηχογραφήσω αυτό το κομμάτι γνωρίζοντας ότι ο Kim θα συμμετείχε σε αυτό το τραγούδι, καθώς είναι το τραγούδι της μπάντας του εξαρχής. Επιπλέον, ήταν εξίσου σημαντικό για μένα να το κρατήσω πιστό στο πρωτότυπο, ώστε η Alissa να έχει μια ισχυρή βάση για να προσφέρει τη μαγεία της. «Τι θα σκεφτόταν ο Chris;» ήταν το ερώτημα που επαναλαμβανόταν στο μυαλό μου ξανά και ξανά”.
Ως μακροχρόνια θαυμάστρια των SOUNDGARDEN, η τραγουδίστρια Alissa White-Gluz αναφέρει το έργο του Chris Cornell ως εξαιρετικά επιδραστικό και εμπνευσμένο για το δικό της, μέσα από όλα τα projects του. Η ενεργητική της ερμηνεία μεταφέρει το τραγούδι μέσα από μια σειρά συναισθηματικών κορυφών και κοιλάδων, από ομαλές, σκοτεινές στροφές μέχρι σκληρά, εκρηκτικά ρεφρέν. Η χρήση διακριτικών δυναμικών και υφών δείχνει σχολαστική προσοχή στη λεπτομέρεια, καταδεικνύοντας την πρόθεση της White-Gluz να δημιουργήσει έναν φόρο τιμής που παραμένει πιστός στο στυλ και την ερμηνεία του Chris Cornell. “Ένιωσα ότι έπρεπε να προσπαθήσω να ενσαρκώσω τη μοναδική του δύναμη και αλαζονεία όταν ερμήνευα τα φωνητικά εδώ”, σχολιάζει. “Πάντα είχε έναν τόσο αξιοσημείωτο τρόπο να διατυπώνει τα πράγματα. ‘Έκλεψα τα ψιλά χιλίων ζητιάνων και τα έδωσα στους πλούσιους” – τόσο, τόσο καλό. Πάντα κατάφερνε να τραβάει την προσοχή μας με την αφήγηση και να διατηρεί το ενδιαφέρον μας με προσεγμένη επιλογή λέξεων και ενδιαφέροντα μηνύματα”.
“Αυτό είναι ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια των SOUNDGARDEN”, σχολιάζει ο Benante. “Απλώς λατρεύω τα πάντα στο τραγούδι. Μου αρέσει ιδιαίτερα το τέλος, δεν περίμενα ποτέ να τελειώσει έτσι. Είναι απλώς ένα όμορφο μουσικό κομμάτι. Το ότι ο Μatt Cameron παίζει αυτή τη μελωδία πραγματικά συμπληρώνει πολύ το τραγούδι. Απλώς προσπάθησα να μείνω πιστός σε αυτό.”

Ραντεβού την επόμενη εβδομάδα.

A day to remember… 9/11 [WHITE LION]

0
White Lion

White Lion

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ : “Fight to survive” – WHITE LION
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ : 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ : JVC/Victor Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ : Peter Haucke
ΣΥΝΘΕΣΗ :
Mike Tramp – φωνή
Vito Bratta – κιθάρες
Felix Robinson – μπάσο
Nick Capozzi – τύμπανα

Έχουμε διαβάσει πολλές ιστορίες για καλλιτέχνες που δυσκολέυτηκαν να βρουν συμβόλαιο, άλλους που έδωσαν αγώνα για να πετύχουν και κάποιους που έφτυσαν αίμα για να καταξιωθούν. Αυτό που συνέβη όμως με τους WHITE LION είναι μια ξεχωριστή υπόθεση, γεμάτη από δράμα, χιλιάδες δολλάρια, ένα Γιαπωνέζικο όνειρο, χαρές, λύπες και τελικά ένα ντεμπούτο που φέρει τον πιο ιδανικό τίτλο. Το “Fight to survive”, είναι κάτι παραπάνω από την πρώτη δισκογραφική τους προσπάθεια. Ήταν ένας γολγοθάς και μια τεράστια αποζημίωση ενός μακροπρόθεσμου αγώνα σε μια εποχή που οι καλλιτέχνες συνήθως δεν είχαν τις αντοχές, όσο οι δισκογραφικές εταιρείες, όσο το ραδιόφωνο και το MTV καθόριζαν την τύχη τους. Τώρα, μέσα σε όλα αυτά, τι σχέση μπορεί να έχει η Τάνια Τσανακλίδου;

Βλέπετε, η ιστορία των WHITE LION προέρχεται από τις στάχτες των Δανών STUDS που το 1982 έκαναν μια τρελή απόπειρα να μεταφερθούν στην Νέα Υόρκη για να βρουν την τύχη τους. Φανταστείτε πόσο δύσκολο είναι από μόνο του αυτό το εγχείρημα και βέβαια οι περισσότερες πιθανότητες ήταν εναντίον τους. Ο Mike Tramp, ο ξανθόμάλλης τραγουδιστής τους, είχε παρελθόν στους MABEL, μια παρέα νεαρών Δανών που έφτασε μέχρι την Eurovision του 1978, όπου όμως δεν κατάφεραν να μαζέψουν πάνω από 13 βαθμούς με το τραγούδι “Boom boom”, αφήνοντάς τους 16ους, πίσω ακόμα κι από την Ελλάδα, που συγκέντρωσε 66, με το “Charlie Chaplin” της Τσανακλίδου. Η πρώτη γεύση της επιτυχίας του έδωσε την ώθηση για να παραμείνει στις ΗΠΑ όταν οι άλλα παρέδωσαν τα όπλα και να φτάσει να φτιάξει τέλικά τους WHITE LION το 1983.

Για να συμπληρωθεί το DNA τους, χρειαζόταν το έταιρο μισό της αλυσίδας. Ο Vito Bratta, επίσης στα 23 του χρόνια τότε, είχε φτάσει ήδη ένα βήμα πριν την μπάντα του Ozzy Osbourne, όσο και τους KISS αφού το τεράστιο ταλέντο του διαφαινόταν στα κλαμπ που έπαιζε με την μπάντα του. Τελικά, κατάφερε να βρει το μουσικό του σπίτι στους WHITE LION, όπου όχι μόνο μπόρεσε να αποκαλύψει τις απίστευτες κιθαριστικές του ικανότητες, αλλά και να ξεδιπλώσει το συνθετικό του ταλέντο, συμμετέχοντας σε όλα τα τραγούδια.

Παρά το νεαρό της ηλικίας τους, τόσο ο Tramp, όσο και ο Bratta, ακουγόταν ώριμοι και υπερβολικά έμπειροι όταν έπαιζαν. Ο πρώτος, με την βραχνή, ξεχωριστή φωνή του, με μια δόση ξένης προφοράς και κάτι από Don Dokken. Ο δεύτερος, σαν ο μικρότερος αδερφός του Eddie Van Halen, έκανε την κιθάρα του να φτύνει φωτιές σε κάθε σόλο, ενώ έγραφε ριφ-άρες, εμπνευσμένος τόσο από την Δυτική ακτή με τους φαντεζί παίκτες, όσο κι από τους παραδοσιακούς Βρετανούς κιθαρίστες. Όμως, οι φήμες λένε πως ο μπασίστας τους, έπαιξε τον μεγαλύτερ ρόλο στο να υπογράψουν σε μια πολυεθνική, αφού το παρελθόν του Felix Robinson στους ANGEL (με τον Gregg Giuffria), τον έκανε πασίγνωστο και για εμπορικούς λόγους, προσέλκυσε ενδιαφέρον.

Δεν συνηθίζουμε να αναφερόμαστε σε επετείους κυκλοφοριών από την Ιαπωνία, όμως το “Fight to survive” δεν κυκλοφόρησε στην Ευρώπη και την Αμερική, παρά αρκετούς μήνες αργότερα. Η JVC/Victor πίστεψε στην προοπτική αυτού του νεαρού και ιδιόμορφου σχήματος, παρά το γεγονός πως η Elektra, που τους είχε υπογράψει στις ΗΠΑ, έβαλε το άλμπουμ στην κατάψυξη. Ευτυχώς όμως, είχε ήδη χρηματοδοτήσει την ηχογράφηση του άλμπουμ, που έγινε για έναν παράδοξο λόγο, στην Φρανκφούρτη, της Δυτικής Γερμανίας τον Φεβρουάριο του 1985, με τον Peter Haucke ως παραγωγό. Έτσι ο ήχος του δίσκου, ήταν πιο ωμός και ακατέργαστος από ότι αν είχε γραφτεί στην Αμερική, ενώ τα τραγούδια είχαν μεγάλη έμφαση στις πιασάρικες μελωδικές γραμμές. Γενικά όμως, το συγκρότημα ακροβατούσε μεταξύ του ραδιοφωνικού μελωδικού hard n’ heavy και του πιο σκληρού metal. Μάλιστα, για ένα συγκρότημα που έγινε μετέπειτα γνωστό για τις τεράστιες επιτυχίες του, οι στίχοι των περισσότερων τραγουδιών εδώ αναφέρονται σε πιο σοβαρά και όχι τόσο χαρούμενα μοτίβα.

Στην τελική όμως, είναι η ποιότητα η οποία κρίνεται σε βάθος χρόνου και το “Fight to survive” είναι ένας εξαιρετικός δίσκος, με τραγούδια που άδικα θάφτηκαν, λόγω λάθος αποφάσεων. Η επιτυχία που βρήκαν αργότερα το απέδειξε. Το “Broken heart” ανοίγει απαλά, σε ξεγελάει, για να μεταμορφωθεί σε ένα hard rock ύμνο. Το “Cherokee” – που αναφέρεται βέβαια στους ιθαγενείς – έχει βάθος, με τον Bratta να δείχνει για πρώτη φορά τα «δόντια» του, τόσο στις έξυπνες ιδέες στις στροφές, αλλά και το τρομερό του σόλο. Μετά μπαίνει το a-la-EVH εισαγωγικό του ομότιτλου τραγουδιού, μια σύνθεση με αλλαγές στην ατμόσφαιρα, αλλά και στο παίξιμο, που έγινε σημείο αναφοράς της ταυτότητας των WHITE LION. Θα μπορούσα να αναφερθώ στο κάθε ένα ξεχωριστά, διότι υπάρχουν ριφ, ρεφραίν, σόλο και πολύ attitude από το νεαρό συγκρότημα. Αγαπώ όμως ιδιαίτερα τα “All the fallen men” και “Road to Valhalla”, που ίσως φανερώνουν περισσότερο από τα υπόλοιπα την ιδανική συνύπαρξη του Tramp με τον Bratta. Ο πρώτος έφερνε την Ευρωπαϊκή αύρα (QUEEN πιανάκι;) και την πιο ποπ αισθητική, με τον δεύτερο να φέρνει την τεχνική, την ένταση και τον Αμερικάνικο ήχο.

Δεν υπάρχει τίτλος που να αρμόζει καλύτερα στο ντεμπούτο των WHITE LION από το “Fight to survive” και αυτό ισχύει για όλόκληρη την καριέρα τους. Πιστεύω πως το έχετε στην κατοχή σας, όλοι εσείς που διαβάζεται αυτές τις γραμμες. Εάν όχι, τότε απλά αναζητήστε το.

Did you know that:

  • Η επιτυχία του άλμπουμ ήρθε αφού το δεύτερό τους πόνημα κυκλοφόρησε και πούλησε καλά. Το “Pride” βγήκε το 1987 και τελικά το 1988 το “Fight to survive” σκαρφάλωσε στο 151 Billboard.
  • Τόσο ο Felix Robinson όσο και ο άγνωστος Nick Capozzi, είχαν αντικατασταθεί όταν κυκλοφόρησε το άλμπουμ, σχεδόν δύο χρόνια μετά την ηχογράφησή του. Ο πρώτος, από τον James LoMenzo (μετέπειτα στους BLACK LABEL SOCIETY, MEGADETH, DAVID LEE ROTH BAND και άλλους) και ο δεύτερος από τον Greg D’Angelo (προηγουμένως στους ANTHRAX).
  • To “Brokenheart” επανηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε στο “Maneattraction” το 1991, όπου και τελικά απέκτησε την αναγνώριση που του άξιζε.

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

A day to remember… 9/11 [W.A.S.P.]

0
WASP

WASP

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The Last Command” – W.A.S.P.
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Capitol Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Spencer Proffer
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Φωνητικά/Μπάσο – Blackie Lawless
Κιθάρες – Chris Holmes/Randy Piper
Drums – Steve Riley

Το 1984, θεωρώ ότι είναι αντικειμενικά μια από τις σημαντικότερες χρονιές και έχει (καθ)ορίσει όλη την αρχική πορεία πολλών καλλιτεχνών στη rock/hard rock και heavy metal μουσική. Συγκροτήματα που ήδη προϋπήρχαν χρονικά, και από το κίνημα του New Wave Of British Heavy Metal στην Αγγλία, αλλά και από αλλά σε όλη την Ευρώπη, κυκλοφόρησαν εκείνη την χρονιά δίσκους που έχουν αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα τους στην δισκογραφία. Γκρουπ όπως οι BATHORY, BON JOVI, GRAVE DIGGER, ANNIHILATOR, CANDLEMASS, BLIND GUARDIAN, CELTIC FROST, HELLOWEEN, RUNNING WILD, ICED EARTH, OBITUARY, RAGE, SEPULTURA, JAG PANZER, LIZZY BORDEN, STRATOVARIUS, PRETTY MAIDS, STRYPER έκαναν τα πρώτα τους βήματα στην σκηνή, άλλοι μικρά και άλλοι πιο μεγάλα.

Στην Αμερική, γκρουπ όπως οι METALLICA, SLAYER, ANTHRAX, MANOWAR, ARMORED SAINT, METAL CHURCH, MEDIEVAL STEEL, BROCAS HELM, OMEN, CIRITH UNGOL, DIO, DOKKEN, FATES WARNING, HELSTAR, WARLORD, TROUBLE, QUEENSRYCHE, με τις κυκλοφορίες που είχαν εκείνη την χρονιά κρατούσαν ψηλά την σημαία του metal. Μια από αυτές όμως θα έκανε μια ακόμα ιδιαίτερη εντύπωση, το ομώνυμο των W.A.S.P. Το όνομα, που παρέπεμπε σε κάτι διαβολικά σεξιστικό, για κάποιους, και το όλο στήσιμο και attitude τους, που ίσως απώτερο σκοπό είχε να διαπομπεύσει και να καταστρέψει οτιδήποτε μέχρι τότε ήταν ταμπού στην πουριτανική Αμερικανική κοινωνία, σόκαρε τους πάντες.

Όταν το συγκρότημα πρωτοεμφανίστηκε, δεν ήταν απλά άλλη μια μπάντα στην αχανή σκηνή. Ήταν μια ηχητική, και σίγουρα, μια αισθητική πρόκληση προς κάθε κατεύθυνση. Το άλμπουμ δεν γινόταν να διαφέρει από αυτό που ήθελε να μεταδώσει/πρεσβεύσει, και έτσι η κάθε του σύνθεση ξεχείλιζε από φρενήρεις ρυθμούς και μια ανεπανάληπτη ένταση και «ωμότητα», που δεν σε άφηνε να ηρεμήσεις. Η πρώτη τους δουλειά σε σύνολο 10 τραγουδιών έβγαλε 4 singles, δείγμα του υψηλού επιπέδου του δίσκου.

Είχαν ήδη ξεκινήσει να αποτελούν μια ανερχομένη δύναμη στο κλασικού ύφους heavy metal κι έτσι δεν έμειναν άπραγοι, αλλά έκαναν την μια κίνηση μετά την άλλη, για να κρατάνε το όνομα τους «ζεστό» στο κοινό. Το ίδιο έτος κυκλοφορούν σε βιντεοκασέτα την ζωντανή εμφάνισή τους στο Lyceum του Λονδίνου, έπειτα μπαίνουν στο studio και μια χρονιά μετά, η δεύτερη δισκογραφική τους δουλειά “The last command”, ήταν στα δισκοπωλεία. Η όποια σύγκριση με το ντεμπούτο θα ήταν αναπόφευκτη, αλλά οι Blackie Lawless και Chris Holmes, κύριοι συνθέτες του δίσκου, βάση τελικού αποτελέσματος, είχαν την ικανότητα με την μουσική τους, να αποσιωπήσουν την κάθε πιθανή αρνητική κριτική.

Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, έλεγαν οι Αρχαίοι μας πρόγονοι. Έτσι το εναρκτήριο τραγούδι  “Wild child”, και σαν σύνθεση αλλά και σαν video clip, θα φανέρωνε άμεσα τις προθέσεις του γκρουπ. Από την μια ήθελαν να κρατήσουν την ηχητική ταυτότητα που είχαν δημιουργήσει μια χρονιά πριν, από την άλλη προσδοκούσαν να έχουν τραγούδια που σου προκαλούν μια τέτοια εσωτερική ξεγνοιασιά, σαν συνειρμικά, να καβαλάς τη μηχανή σου με ωραίες γυναικείες παρουσίες από πίσω, να κάνεις όσες στάσεις επιθυμείς για φαΐ και σεξ και μετά να οδηγείς πάλι προς το πουθενά, ακούγοντας απλά την μουσική τους σε ένταση. Οι W.A.S.P., ειδικά εκείνα τα χρόνια, ήταν από τα συγκροτήματα που έγραφαν τραγούδια που εκκρίνανε περίσσια ενέργεια, ηχητική αλητεία και τσαμπουκά.

Υπάρχουν άλμπουμ που έχουν ορίσει μια εποχή ή μια χρονιά, όχι εξαιτίας μόνο της όποιας αρτιότητας τους, αλλά επειδή έχουν το βάρος μιας αλλαγής, έστω και μικρής, και πως θα την αντιμετωπίσει ο κόσμος. Το “The last command”, θα είναι για πάντα ένα από αυτά. Οι W.A.S.P., μετά το «βίαιο» ντεμπούτο τους, αντί να αντιγράψουν τους εαυτούς τους με, μάλλον, σίγουρη την επιτυχία, αποφασίζουν να κάνουν το βήμα παραπάνω, που οι ίδιοι θεώρησαν σωστό, δημιουργώντας κάπως πιο εμπορικές συνθέσεις, με ίσως απώτερο σκοπό μεγαλύτερη απήχηση και πωλήσεις, κάτι που προφανώς κατάφεραν. Είχαν το ταλέντο/έμπνευση/πείτε το όπως θέλετε, να γράψουν εκτός του “Wild child”, ένα τραγούδι που αν και οι πέτρες είχαν στόμα και λαρύγγι θα το τραγουδούσαν, το “Blind in Texas”. Αυτά τα δυο, «άνοιξαν» κάθε πιθανή κλειστή πόρτα, «βάζοντας» τους μέσα σε κάθε σπίτι, metal club, ή όπου αλλού ακουγόταν η heavy metal μουσική.

Φυσικά δυο τραγούδια δεν φέρνουν την άνοιξη. Έτσι τα “Ballcrusher”, “Fistful of diamonds”, “Jack action”, “Widomaker”, “Cries in the night”, “The last command”, “Running wild in the streets” και “Sex drive”, χωρίς βεβαίως να είναι ισάξια των δυο, αποτέλεσαν όμως τα ιδανικά δεκανίκια για να σταθούν οι W.AS.P. στα πόδια τους και να κάνουν το βήμα, που ήθελαν ή προσδοκούσαν. Δημιουργήσαν 10 τραγούδια που δικαιολογούσαν απολύτως τη φήμη και τον ντόρο που έγινε τον προηγούμενο χρόνο, δίνοντας στο κοινό συνθέσεις που είχαν από την αρχή μέχρι το τέλος τους, 100% τον χαρακτηριστικό ήχο του γκρουπ και το στυλ δόμησης που προϋπήρχε. Αφαίρεσαν την «αρχέγονη» ωμότητα στη σύνθεση, «κρατώντας» όμως το επιθετικό ύφος, την ηχητική δυναμική και τα trademarks που προϋπήρχαν, έχοντας, κυρίως, αυτές τις μελωδίες, ειδικά στα κιθαριστικά μέρη, αλλά και τα refrain, που σου «κολλούσαν» τόσο εύκολα, σαν την νικοτίνη.

Φυσικά τα τραγούδια τα κάνουν οι μουσικοί. Έτσι τα τότε μέλη του σχήματος, παρόλο που ο drummer ήταν καινούργιος, κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα στιβαρό line-up που «έδεσε» γρήγορα και προσέφερε ένα πολύ καλό αποτέλεσμα. Βεβαίως είναι περιττό να αναφερθεί ότι την μερίδα του λέοντος την είχε, από τότε, η φιγούρα και προσωπικότητα του Blackie Lawless. Η χαρακτηριστική φωνή του θα μείνει ηχητικά αθάνατη στο χρόνο. Ο λυσσασμένος τρόπος που ερμηνεύει την κάθε σύνθεση, σου κάνει τα συναισθήματα σου να ζωντανεύουν σε κάθε ακρόαση. Είναι από τις αυτές τις λίγες φωνές που έστω και ένα τραγούδι να έχεις ακούσει, την αναγνωρίζεις σε δευτερόλεπτα.

Αν το ομώνυμο ντεμπούτο ήταν η γέννηση του θηρίου, το ”The last command” ήταν το παιδί που έγινε γρήγορα έφηβος και «μεγάλωσε» των W.A.S.P.. To άλμπουμ, με τις σωστές βεβαίως κινήσεις που έγιναν, ειδικά με την βοήθεια του μουσικού καναλιού MTV που έπαιζε συχνά τα video clip τους, κέρδισε γρήγορα την αποδοχή του ευρύτερου κοινού, κάνοντάς το, το πιο εμπορικά επιτυχημένο του γκρουπ, κυρίως στην Αμερική. Η αμεσότητα των τραγουδιών στον ακροατή, «έκλεισε» πολλά στόματα αμφισβητιών του συγκροτήματος, από την μια, και από την άλλη γέμισε με χαρά πολλούς οπαδούς αφού είχαν άλλο ένα άλμπουμ, να «λιώσουν» στο παίξιμο. Η εν λόγω δουλειά έχει μείνει στην ιστορία και την έχει γράψει με χρυσά γράμματα, γιατί οι ίδιοι οι μουσικοί, αποφάσισαν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να επαναπροσδιορίσουν ηχητικά τον εαυτό τους, κερδίζοντας στο τέλος την ψήφο του κοινού. Αν όντως ήταν «Η Τελευταία Εντολή», αυτή σίγουρα θα μας έλεγε: «Ακούτε heavy metal όπου είστε και ό,τι κι αν κάνετε». Κάπως έτσι οι W.A.S.P., έγιναν για πάντα μια από τις «κολώνες» του ιδιώματος.

Did you know that?

–  Το άλμπουμ θα ήταν το τελευταίο του κιθαρίστα Randy Piper αφού αποχώρησε μετά.

–  Ο παραγωγός του δίσκου, Spencer Proffer, έγινε πολύ γνωστός μετά την δουλειά του στο έξι φορές πλατινένιο album “Metal health” των QUIET RIOT του 1983.

–  Το τραγούδι “Running wild in the street” έχει γραφτεί από τον Spencer Proffer, και αρχικά ήταν να κυκλοφορήσει από τους KICK AXE. Στη εκτέλεση στο δίσκο συμμετέχουν στα backing vocals ο κιθαρίστας Carlos Cavazo (ex-QUIET RIOT, ex-RATT) και ο μπασίστας Chuck Wright (ex-QUIET RIOT, ex-HOUSE OF LORDS). Όπως είναι κατανοητό, και οι δυο αυτές συμμετοχές έφεραν πολλά credits στο δίσκο αλλά και τη μπάντα.

–  Το τραγούδι “Sex drive” είναι σύνθεση των Lawless/Piper από την συνεργασία τους στους SISTER, group που υπήρχε από το 1976 μέχρι το 1978 με πολύ επίσης γνωστό μέλος στο lineup τον μπασίστα Nikki Sixx, που θα γινόταν τα επόμενα χρόνια διάσημος από τους MOTLEY CRUE.

–  Το τραγούδι “Cries in the night” υπήρξε προηγουμένως με διαφορετική μορφή και τίτλο, αφού αρχικά ονομαζόταν “Mr. Cool”. Ο Blackie Lawless το έγραψε όταν ήταν 18 ετών, πολύ πριν από τη δημιουργία των W.A.S.P., κατά την περίοδο που έπαιζε στους CIRCUS CIRCUS. Σύμφωνα με άλλες πηγές, δημιουργήθηκε όταν ήταν στους KILLER KANE BAND με τον Arthur Kane. Η τελική εκδοχή του, περιλαμβάνει αλλαγές στον ρυθμό, τη μουσική και τους στίχους του refrain. Ο Lawless δήλωσε αργότερα ότι μετάνιωσε που άλλαξε την αρχική εκδοχή, καθώς θεωρούσε καλύτερη την πρώτη σύνθεση. Οι αλλαγές έγιναν κατόπιν συμβουλής ενός υπαλλήλου της τότε δισκογραφικής εταιρείας Capitol Records, που τους είχε προτείνει να αλλάξουν το refrain για εμπορικούς λόγους.

–  H digital remastered έκδοση του “The last command”, έχει σαν bonus τα b-sides από singles, “Mississippi queen” διασκευή στο γνωστό τραγούδι των MOUNTAIN και “Savage” (ακυκλοφόρητο) και 5 τραγούδια από την ζωντανή εμφάνιση του συγκροτήματος, τον Οκτώβριο του 1984 στο Lyceum Ballroom.

–  Η σημαία στο εξώφυλλο του δίσκου δεν είναι κάποια υπαρκτή εθνική σημαία, αλλά ένα φανταστικό σύμβολο που δημιουργήθηκε για τις ανάγκες του εξωφύλλου. Πιο συγκεκριμένα, εκτός των ωραία συνδυασμένων χρωμάτων, απεικονίζει έναν λύκο, που αποτελεί σύμβολο δύναμης, ανεξαρτησίας και επιθετικότητας έχοντας μια μαύρη λωρίδα, δημιουργώντας μια ωραία αισθητικά εικόνα.

–  Υπάρχουν φήμες ότι ο Blackie Lawless είχε προσφέρει το τραγούδι “Wild child” στους MOTLEY CRUE, αλλά ο Nikki Sixx το απέρριψε επειδή θεώρησε ότι ο τραγουδιστής των MOTLEY CRUE, Vince Neil, δεν θα μπορούσε να το ερμηνεύσει σωστά. Ωστόσο, δεν υπήρξε ποτέ επίσημη επιβεβαίωση από τους ίδιους τους μουσικούς για την ακρίβεια αυτής της ιστορίας. Είναι γνωστό ότι οι Lawless και Sixx είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν στην μπάντα SISTER, πριν ο Lawless απολύσει τον Sixx, ο οποίος στη συνέχεια δημιούργησε τους MOTLEY CRUE. Αυτή η σχέση είναι πιθανό να έχει τροφοδοτεί τέτοιες φήμες.

–  Οι W.A.S.P. και με το “The last command” στοχοποιήθηκαν από το Κέντρο Μουσικών Πόρων Γονέων (PMRC), μια δικομματική κυβερνητική επιτροπή των Ηνωμένων Πολιτειών που συστάθηκε το 1985 με τον δηλωμένο στόχο της αύξησης του γονικού ελέγχου στην πρόσβαση των παιδιών σε μουσική που θεωρείται ότι έχει βίαια ή σεξουαλικά θέματα και στίχους που υμνούν και προωθούν τα ναρκωτικά. Το έργο της επιτροπής οδήγησε στην ευρεία υιοθέτηση και τοποθέτησης του αυτοκόλλητου Γονικής Συμβουλευτικής (Parental Advisory: Explicit Content/Lyrics) στα εξώφυλλα των άλμπουμ, μέχρι και σήμερα.

–  Το “The last command” των W.A.S.P. έχει πουλήσει περισσότερα από ένα εκατομμύριο αντίτυπα παγκοσμίως. Πιο συγκεκριμένα στις Ηνωμένες Πολιτείες πιστοποιήθηκε ως Χρυσό από την RIAA (Ένωση Βιομηχανίας Ηχογράφησης της Αμερικής) στις 4 Ιουνίου 1998. Η επιτυχία του οφείλεται στα δημοφιλή singles που περιείχε, όπως το “Blind in Texas” και φυσικά το “Wild child”, δυο τραγούδια που είχαν συχνές προβολές από το μουσικό κανάλι MTV. Το άλμπουμ έφτασε στη θέση No. 49 του Billboard 200 στις αρχές του 1986.

–  Ο Alexi Laiho κιθαρίστας και τραγουδιστής των CHILDREN OF BODOM, ακούγοντας το “Wild child”, έκανε τον τίτλο του τραγουδιού παρατσούκλι του.

–  Το “Wild child” έχει διασκευαστεί από τους SUSPERIA, NOKTURNAL MORTUM, CRYSTAL VIPER και NIGHWISH μεταξύ άλλων.

–  Το “Wild child”, αν και θεωρείται ένα από τα κορυφαία τραγούδια του γκρουπ, εντούτοις κυκλοφόρησε επισήμως το 1986, μια χρονιά μετά την επίσημη χρονιά κυκλοφορίας, σε remix έκδοση και όχι σαν single προπομπός του άλμπουμ.

Θοδωρής Μηνιάτης

A day to remember… 9/11 [TWISTED SISTER]

0
Twisted Sister

Twisted Sister

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Come out and play” – TWISTED SISTER
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Atlantic Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Dieter Dierks
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Dee Snider – Φωνητικά
Jay Jay French, Eddie Ojeda – Κιθάρες
Mark “The Animal” Mendoza – Μπάσο
A.J. Pero (R.I.P. 2015) – Τύμπανα

Μόλις έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του υπερεπιτυχημένου “Stay hungry”, οι TWISTED SISTER κυκλοφόρησαν το τέταρτο τους άλμπουμ , με τίτλο “Come out and play”. Πολύ αγαπημένος δίσκος για τον γράφοντα, παρά τις ομολογουμένως αρκετές, κατά τη γνώμη μου αστοχίες του.

Ας ξεκινήσουμε με τα κακώς κείμενα. Υπάρχουν κομμάτια που ακούγοντας τα, χωρίς να είναι κακά, προκαλούν απορία στον ακροατή. Το “Leader of the pack”, μια παντελώς αχρείαστη διασκευή σε κομμάτι του γυναικείου γκρουπ THE SHANGRI-LAS που μεσουράνησε την δεκαετία του ‘60, θα μπορούσε να έχει κυκλοφορήσει ως b-side σε κάποιο single. Το “Be chrool to your scuel” παρά την συμμετοχή των πολλών καλεσμένων όπως του Alice Cooper και του Billy Joel, ακούγεται και αυτό αρκετά εκτός κλίματος. Προφανώς και η μπάντα ήθελε να καρπωθεί την επιτυχία του “Stay hungry” και ακολούθησε κάπως πιο εμπορικές φόρμες, που όμως έμοιαζαν αταίριαστες με την γενική εικόνα των SISTER. Ακόμα και η , πανέμορφη κατά τα άλλα, μπαλάντα “I believe in you”, χάνει σε σύγκριση αν μπει στη ζυγαριά με το ανυπέρβλητο “The price”.

Και αφού τελειώσαμε με τα, ας πούμε άσχημα, ας πιάσουμε τώρα τα καλά. Και είναι ΠΟΛΥ καλά! Πολύ όμορφα τα “You want what we got” και “Lookin’ out for #1” που, χωρίς να είναι ultra heavy, είναι δυνατά και με τον κλασικό SISTER ήχο. Τα πράγματα βαραίνουν με τα πορωτικά “I believe in rock ‘n’ roll “  και “Kill or be killed” ενώ τα πολύ σκοτεινά “The fire still burns” και “Out on the streets” παίζει να είναι τα δύο πιο αγαπημένα μου κομμάτια του δίσκου….

… φυσικά μετά το ΑΣΥΛΛΗΠΤΟ ομώνυμο κομμάτι που ανοίγει τον δίσκο! Γρήγορο, ωμό, ασυμβίβαστο και πάνω από όλα HEAVY METAL, το “Come out and play” είναι ξεκάθαρα ένα από τα καλύτερα κομμάτια των SISTER, που αν θεωρείς τον εαυτό σου μεταλλά, δεν μπορείς να μην παρασυρθείς όταν το ακούς!

Η παραγωγή από τον Dieter Dierks, πασίγνωστο για τις δουλειές του με SCORPIONS και ACCEPT, μεταξύ άλλων, είναι ίσως η καλύτερη που είχαν ποτέ οι SISTER σε δίσκο τους, ενώ και η απόδοση της μπάντας είναι φοβερή με τον Snider να τραντάζει βουνά με το πάθος του.

Σε γενικές γραμμές, το “Come out and play” είναι ένας πολύ καλός δίσκος, παρά τις αστοχίες του. Το πρόβλημα είναι ότι εκείνη την εποχή οι TWISTED SISTER πειραματίστηκαν και έβγαλαν ένα δίσκο που ακροβατούσε ανάμεσα στην εμπορικότητα και τον heavy ήχο τους με οδυνηρά για την μπάντα αποτελέσματα που αντικατοπτρίσθηκαν στις χαμηλές πωλήσεις των εισιτηρίων για την περιοδεία και την αποχώρηση του ντράμερ A.J. Pero. Μπορεί να δίχασε τους οπαδούς όταν κυκλοφόρησε, τελικά όμως αγαπήθηκε από τον κόσμο σε βάθος χρόνου. Και ο χρόνος είναι πάντα ο απόλυτος κριτής. Οπότε, μέρα που είναι…

PLAY IT LOUD MUTHA!

Did you know that:

  • Η περιορισμένη έκδοση του βινυλίου κόστισε αρκετά στην Atlantic καθώς είχε ένα pop-up εξώφυλλο με τον Snider να βγαίνει από το καπάκι ενός υπονόμου.
  • Προσπαθώντας να εκμεταλλευτούν την επιτυχία που γνώρισαν με τα προηγούμενα βίντεο κλιπ τους, οι TWISTED SISTER γύρισαν δύο σε παρόμοιο μοτίβο για τα “The leader of the pack” και “Be chrool to your scuel” που όμως δεν είχαν την ανάλογη απήχηση και σίγουρα αυτό έπαιξε τον ρόλο του στις πωλήσεις του άλμπουμ. Ειδικά το βίντεο του “Be chrool to your scuel” απαγορεύτηκε από το MTV καθώς θεωρήθηκε υπερβολικά βίαιο.
  • Η CD έκδοση του άλμπουμ περιέχει επιπλέον την μπαλάντα “King of the fools” που κυκλοφόρησε αρχικά σαν standalone single νωρίτερα την ίδια χρονιά.
  • Το ομώνυμο κομμάτι παραμένει ένα από τα απόλυτα fan favorites μέχρι και σήμερα, ενώ συνήθως με αυτό η μπάντα ξεκινάει τα encore στα live της. Όσο για την εισαγωγή, αυτή είναι εμπνευσμένη από την κλασική cult ταινία “The warriors” του 1979.

Θοδωρής Κλώνης

A day to remember… 8/11 [ANNIHILATOR]

0

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Schizo deluxe” – ANNIHILATOR
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: AFM Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jeff Waters
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Dave Padden – Φωνητικά
Jeff Waters – Κιθάρες, Μπάσο, Φωνητικά στο “Too far gone”
Tony Chappelle – Τύμπανα

Η περίοδος των Καναδών thrashers ANNIHILATOR με τον Dave Padden στα φωνητικά δεν είχε ξεκινήσει και με τους καλύτερους οιωνούς. Το πρώτο άλμπουμ με τον Padden πίσω από το μικρόφωνο, το “All for you” του 2004 ήταν, για να το πω κομψά, απογοητευτικό. Το “Schizo deluxe” που κυκλοφόρησε έναν χρόνο αργότερα, έδειχνε ότι ο Waters είχε αφουγκραστεί τα παράπονα των οπαδών και παρουσίασε έναν δίσκο που έδειχνε ότι άρχισε να παρεκκλίνει από την nu-metal πορεία του προκατόχου του, αν και όχι εντελώς.

Ακούγοντας το “Schizo deluxe” για μια ακόμη φορά χάριν της επετείου αυτής, διαπίστωσα ότι η άποψη μου  για τον ενδέκατο δίσκο των ANNIHILATOR δεν έχει ακόμη και 20 χρόνια μετά. Έχει κάποια μέτρια κομμάτια, αλλά έχει και κάποιες φοβερές κομματάρες που διέψευσαν με τον καλύτερο τρόπο όσους ισχυρίζονταν ότι ο Waters έχει στερέψει από έμπνευση. Ας ξεκινήσουμε όμως με τα κακώς κείμενα, πάντα κατά την ταπεινή μου άποψη.

Συνήθως οι ANNIHILATOR ξεκινούν τα άλμπουμ τους με δυνατά κομμάτια. Το “Maximum Satan” που ανοίγει τον δίσκο παίζει να είναι και από τα χειρότερα εναρκτήρια κομμάτια των ANNIHILATOR. Οι επιρροές από MACHINE HEAD και PANTERA είναι εμφανέστατες και η κατάσταση δεν σώζεται ούτε στο thrash ξέσπασμα στο τέλος. Οι πειραματισμοί συνεχίζονται στο “Too far gone” όπου αναλαμβάνει ο Waters εξ ολοκλήρου τα φωνητικά και ηχητικά παραπέμπει στο “Remains”. Τα “Like father, like gun” και “Something witchy” είναι παντελώς αδιάφορα, ενώ το “Clare” , που προσπαθεί να συνδέσει στιχουργικά τις ιστορίες των “Alice in hell” και “Never, neverland” έχει δυνατές προοπτικές αλλά αυτά τα nu-metal στοιχεία κάπου φρενάρουν την κατάσταση.

Όμως για τους ANNIHILATOR μιλάμε, διάολε, όχι για τίποτα τυχάρπαστους φτωχούς αντιγραφείς των MACHINE HEAD!  Και εκεί που έχεις ακούσει το “Maximum Satan” και σε ζώνουν τα φίδια ότι θα ακούσεις άλλη μια έκδοση του “All for you”, σκάει μύτη το “Drive” και σου πέφτει το σαγόνι. Φανταστείτε το riff του “King of the kill” παιγμένο σε διπλάσια ταχύτητα! Ο ρυθμός είναι καταιγιστικός μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο και, με κίνδυνο να φανώ υπερβολικός, εκτιμώ ότι είναι ένα από τα πιο επιθετικά κομμάτια που έχει γράψει ο Waters. Πολύ δυνατά επίσης και τα “Warbird” και “Plasma zombies”, ίσως η μοναδικές στιγμές που το πάντρεμα του μοντέρνου ήχου που ακολουθούσαν τότε οι ANNIHILATOR με τις πιο βασικές τους φόρμες ακούγεται αρμονικά. Τέλος, τα “Invite it” και “Pride” είναι καταπληκτικά και δεν μπορούν να μην φέρουν χαμόγελα στον κάθε παραδοσιακό ANNIHILATOR οπαδό! Το πρώτο ακούγεται σαν να έρχεται κατευθείαν από το 1990 και το “Never, Neverland” , ενώ το δεύτερο έχει αυτό το παρανοϊκό riff που μόνο ο Waters θα μπορούσε να γράψει και σου καρφώνεται στο μυαλό.

Το άλμπουμ έγινε δεκτό με θετική ανταπόκριση από τον κόσμο που είδε την μπάντα να αρχίζει να γυρνά σε πιο κλασικές φόρμες μετά την απογοήτευση του “All for you”. Ναι, υπάρχουν ακόμα εδώ αυτά τα στοιχεία που ξένισαν τους οπαδούς. Όμως, υπάρχουν και κάποιες κομματάρες που θύμισαν εκείνη την εποχή που οι ANNIHILATOR μεσουρανούσαν. Με λίγα λόγια, το “Schizo deluxe” είναι το μεταβατικό άλμπουμ από την πειραματική φάση των Καναδών προς τις back to basics ρίζες τους, και αυτό μόνο ως θετικό χαρακτηρίζεται!

Did you know that:

  • Αξίζει να αναζητήστε τη deluxe έκδοση του δίσκου που περιέχει κάποια πολύ ενδιαφέροντα bonus κομμάτια. Το ένα είναι το “Weapon X” (γραμμένο φυσικά για τον Καναδό mutant της καρδιάς μας, τον Wolverine) το οποίο είχε κυκλοφορήσει στο E.P. “The one” τον Απρίλιο του 2004. Πρόκειται για μια πολύ δυνατή thrash σύνθεση που θεωρήθηκε ότι δεν ταίριαζε με το όλο κλίμα του “All for you” και δεν συμπεριλήφθηκε εκεί. Όσο για τα άλλα δύο, έχουν ιστορική σημασία καθώς το ένα είναι το “I am in command” από την πρώτη πρόβα της μπάντας το 1990 με τον αείμνηστο Coburn Pharr , ενώ το άλλο είναι το “Annihilator” από εποχής 1985 με τον John Bates στα φωνητικά και θεωρείται η πρώτη ηχογράφηση των ANNIHILATOR.

Θοδωρής Κλώνης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece