Sunday, January 18, 2026




Home Blog Page 14

A day to remember… 7/11 [ALICE IN CHAINS]

0
Chains

Chains

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ – “Alice in chains” – ALICE IN CHAINS
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ – 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ – Columbia/ Sony
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ Toby Wright
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Layne Staley
Kιθάρες/φωνητικά – Jerry Cantrell
Mπάσο – Mike Inez
Τύμπανα – Sean Kinney

Το ομότιτλο άλμπουμ των ΑLICE IN CHAINS βγήκε σαν σήμερα πριν από τριάντα χρόνια, σε μια σκοτεινή και δύσκολη περίοδο για το σχήμα που αντανακλάται απόλυτα και στην ήχο του συγκεκριμένου δίσκου. Ας δούμε όμως τα πράγματα χρονολογικά που θα μας επιτρέψουν να καταλάβουμε πώς προέκυψε ο ήχος και οι συνθέσεις του “Alice in chains”.

Η μπάντα ήταν σε ένα τρελό rollercoaster καλλιτεχνικής και εμπορικής επιτυχίας με τα δυο πρώτα άλμπουμ τους, γεγονός που εκτοξεύθηκε με την κυκλοφορία του EP “Jar of flies” τον Ιανουάριο του 1994 . Ήταν το πρώτο EP στην ιστορία του billboard που έφτασε στον # 1 των album charts, γεγονός που δείχνει αν μη τι άλλο την τεράστια δημοτικότητά τους εκείνη την εποχή. Όμως αμέσως μετά ο Layne Staley μπήκε σε κλινική αποτοξίνωσης και ακόμα και όταν βγήκε δεν ήταν στην καλύτερη κατάσταση για περιοδείες. Έτσι το σχήμα αποφάσισε ανεπίσημα να σταματήσει στις δραστηριότητες του για τους επόμενους έξι μήνες και ο καθένας θα ασχοληθεί με τα δικά του project.  Ο κιθαρίστας Jerry Cantrell έγραφε κομμάτια για ένα πιθανό solo δίσκο ενώ ο μπασίστας Mike Inez συμμετείχε στον δίσκο του Slash “It’s five o clock somewhere”. O Staley συμμετείχε στους MAD SEASON, project που ξεκίνησε από τον κιθαρίστα των PEARL JAM, Mike McCready και ηχογράφησε το άλμπουμ “Above” τον χειμώνα του 1994.

Μετά την κυκλοφορία του “Above” από τους ΜΑD SEASON τον Μάρτιο του 1995 η μπάντα αποφασίζει μετά και από πιέσεις της δισκογραφικής εταιρίας τους να ξαναμαζευτεί και να δουλέψει πάνω σε υλικό για έναν νέο δίσκο. Ένα μήνα μετά την κυκλοφορία του “Αbove” θα μπουν στα Bad Animals Studios (ιδιοκτησία των αδελφών Wilson από τους ΗΕΑRΤ), studio που επιλέχθηκε για να είναι κοντά στο σπίτι του Staley και να μπορεί να εμφανίζεται.

Επίσης κομμάτια όλοι μαζί δεν είχαν γράψει, πως να γίνει άλλωστε αφού είχαν ένα χρόνο να βρεθούν. Όμως κάποια demos που έγραφε αυτό το διάστημα ο Cantrell χρησιμοποιήθηκαν σαν ιδέες για τα μελλοντικά κομμάτια. Ο παραγωγός Toby Wright (CORROSION OF CONFORMITY) είχε να διαχειριστεί μια δύσκολη κατάσταση με τον εθισμό του Staley, καθώς πολλές φορές αργούσε ή απουσίαζε στις πρόβες και στις ηχογραφήσεις. Οπότε για να αποφεύγει τέτοιες καταστάσεις είχε βάλει τον βοηθό του να ειδοποιεί τόσο αυτόν όσο και την μπάντα την στιγμή που ο Staley ήταν διαθέσιμος για εργασία, ανεξάρτητα από την ώρα της ημέρας. Πράγματι, οι ηχογραφήσεις γίνονταν σχεδόν πάντα αργά την νύχτα μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες σε κλίμα μυσταγωγικό κατά κάποιο τρόπο. Μάλιστα πολλές φορές ο παραγωγός έδινε ρεπό αρκετών ημερών στα μέλη του σχήματος ώστε να μπορέσουν να ξεκουρασθούν και να αποβάλουν την ένταση του studio.

Τελικά μετά από πέντε μήνες στο studio, οι συνθέσεις ετοιμάσθηκαν και ηχογραφήθηκαν. Ο δίσκος θα βγει αρκετά πειραματικός και διαφορετικός σε πολλά σημεία απ’ ότι είχαν κάνει το παρελθόν και όλα αυτά που περιγράφονται παραπάνω προφανώς είχαν παίξει τον ρόλο τους. Πάλι καλά που κυκλοφόρησε θα λέγαμε τελικά μετά από ότι προηγήθηκε αλλά και ότι ακολούθησε της κυκλοφορίας του δίσκου, περισσότερα για αυτά όμως παρακάτω.

Το πρώτο single “Grind” κυκλοφόρησε λίγο πριν το release date του δίσκου και ήταν ένα εξαιρετικό heavy κομμάτι με τα lead φωνητικά να τα αναλαμβάνει ο Jerry Cantrell, ο Layne έκανε τις αρμονικές σε αυτό και με στίχους που θα έρθουν να απαντήσουν στις φήμες που έδιναν και έπαιρναν το διάστημα της απουσίας τους ότι ο Staley ήταν νεκρός. “In the darkest hole, you’d be well advised, not to plan my funeral, before the body dies, come the morning light, it’s a see through show, what you may have heard and what you think you know” ήταν η απάντηση.

Το δεύτερο single ήταν το “Heaven beside you” και είναι μια σύνθεση που σε μεταφέρει στις ακουστικές στιγμές του “Jar of flies” EP ενώ το τελευταίο από τα singles του δίσκου ήταν το “Again”, άλλη μια σύνθεση του Cantrell που μας θυμίζει τις σπουδαίες heavy στιγμές αυτής εδώ της μπάντας. Η πρώτη πλευρά του δίσκου διαθέτει και άλλα ωραία κομμάτια. Το “Brush away” με την ψυχεδελική του αύρα και το “Ηead creeps” με το εθιστικό refrain του, τα φοβερά τύμπανα του Kinney και τον υπόκωφο μουντό ήχο στις κιθάρες είναι δύο από τις καλύτερες στιγμές. Το αργόσυρτο ψυχεδελικό “Sludge factory” είναι αρκετά μεγάλο σε διάρκεια και αρκετά πειραματικό, προσωπικά το θεωρώ το μόνο αδύναμο της πρώτης πλευράς.

Η δεύτερη πλευρά είναι πολύ πιο σκοτεινή ενώ μια βαριά ατμόσφαιρα πλανάται στις συνθέσεις. Το “Shame in you’”, ένα κομμάτι που μας μεταφέρει πάλι στο κλίμα του “Jar of flies” EP,  μας δίνει μια ήρεμη και κάπως χαλαρωτική αίσθηση. To “God am” είναι ένα πολύ ωραίο κομμάτι με έξυπνους στίχους από τον Staley. “Μπορώ να είμαι όπως ο Θεός μου;” ρωτάει o στιχουργός αφού αμέσως πριν λίγο έχει δηλώσει  “Δεν είμαι καλά, βαρέθηκα να προσποιούμαι.” Αυτό μπορεί κάλλιστα να είναι το θέμα ολόκληρου του άλμπουμ, δεν ήταν καλά και προσποιούταν ότι όλα πάνε καλά. Μέτριο είναι επίσης το “So close” όπως κουραστικό και ψιλοαδιάφορο είναι και το ψυχεδελικό οκτάλεπτο “Frogs”.

Το “Nothing song” είναι το πιο ωραίο κομμάτι στην δεύτερη πλευρά που περιγράφει την κατάσταση του Staley να έρχεται αργά στο studio χωρίς στίχους και πως αυτό επηρέαζε την σχέση του με τα υπόλοιπα μέλη. Ένα κομμάτι που και μουσικά έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Τέλος, το κομμάτι που κλείνει τον δίσκο, το “Over now” είναι τραγουδισμένο και αυτό από τον Cantrell, ένα κομμάτι προφητικό για το μέλλον το σχήματος με την παρούσα σύνθεση.

Ο δίσκος πήρε ανάμεικτες κριτικές αλλά αυτό δεν το εμπόδισε να πάει κατευθείαν στο #1 της Αμερικής και έγινε 3 φορές πλατινένιος. Όμως η μπάντα λόγω του προβλήματος με τα ναρκωτικά του Staley δεν μπορούσε να περιοδεύσει για να προωθήσει τον δίσκο, κάτι που ο Cantrell δεν ήθελε με τίποτα, να γίνουν οι AIC μια studio μπάντα. Παρόλα αυτά κατάφεραν και εμφανίσθηκαν στο MTV Unplugged, μια εμφάνιση που κυκλοφόρησε κιόλας επίσημα. Επίσης θα εμφανισθούν στα shows του David Letterman και στο Saturday Night Special. Θα πάρουν μέρος στην reunion περιοδεία των KISS το 1996 αλλά άντεξαν λόγω Staley να εμφανισθούν μόνο σε τέσσερις συναυλίες. Μάλιστα η τελευταία συναυλία στο Kansas στις 03 Ιουλίου του 1996 ήταν και η τελευταία φορά που θα εμφανιζόταν ζωντανά ο Layne Staley πριν τον θάνατό του το 2002. Μάλιστα μετά το live αυτό κατέληξε στο Νοσοκομείο λόγω υπερβολικής δόσης. Στις 29 Οκτωβρίου του ίδιου έτους η πρώην αρραβωνιαστικιά του Demri Parrott βρέθηκε νεκρή από υπερβολική δόση. Το χρονόμετρο μετρούσε ήδη αντίστροφα για τον αγαπημένο τραγουδιστή και τίποτα απ’ ότι φαίνεται δεν μπορούσε να το αποτρέψει.

Το “Alice in chains” προσωπικά το εκτιμώ σήμερα λίγο περισσότερο απ’ όταν κυκλοφόρησε, γνωρίζοντας πλέον την ιστορία πίσω από τα τραγούδια και το κόπο που κατέβαλαν για να το γράψουν και να το ηχογραφήσουν. Δεν φθάνει σε ποιότητα σε καμία περίπτωση τα δύο πρώτα αριστουργήματα της μπάντας “Facelift” και “Dirt” αλλά σε μια εποχή που είχαμε την αυτοκτονία του Cobain και την διάλυση των NIRVANΑ, το grunge να πλέει πλέον τα λοίσθια και πολλά από τα σχήματα του είδους να αλλάζουν τον ήχο τους ή να διαλύονται, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό ντοκουμέντο της εποχής εκείνης και της δύσκολης κατάστασης που βρισκόταν οι ALICE IN CHAINS.

Did you know that?

– Ο δίσκος  λόγω εξωφύλλου αναφέρεται συχνά και σαν “Tripod” η “Three -legged dog” μάλιστα ο σκύλος του εξωφύλλου ήταν πραγματικός και λεγόταν Sunshine.

– Το artwork  επιλέχθηκε για να αντικατοπτρίσει την ατέλεια και την επιβίωση,  κατοπτρισμός των δικών τους προβλημάτων και ιδιαίτερα του τραγουδιστή τους Layne Staley.

– Τα κομμάτια “Again’” και “Grind” προτάθηκαν για grammy στις κατηγορίες best hard rock video και best hard rock performance.

– Όταν κυκλοφόρησε για πρώτη φορά, μπορούσες να βρεις το “Alice in Chains” σε δύο διαφορετικά χρωματιστές θήκες. Οι περισσότερες ήταν κίτρινες με μωβ ράχη, αλλά οι πιο σπάνιες ήταν μωβ με κίτρινη ράχη. Ακόμα και οι κασέτες έρχονταν σε χρωματιστές θήκες – κίτρινες, με μωβ ταινία μέσα.

Γιάννης Παπαευθυμίου

From the Top to Obscurity: 70s Rock Bands That Struggled in the 80s (Μέρος δεύτερο)

0
Obscurity

Obscurity

Μέρος Β: Casualties of war

Αφού στο πρώτο μέρος μιλήσαμε για τις αλλαγές από την μια δεκαετία στην άλλη, το καινούργιο και τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις μπάντες, ήρθε η ώρα να δούμε τις ίδιες τις μπάντες που σε αυτή την θαυμαστή δεκαετία θα τα έβρισκαν πολύ σκούρα τα πράγματα!

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ

KANSAS και οι υπόλοιποι προοδευτικοί που τους ξέχασε η …πρόοδος

Το prog rock στα 70s ήταν σχεδόν ισότιμο του κλασικού ροκ. Ο κόσμος αποθέωνε τις συνθέσεις των 12 λεπτών, τα φουτουριστικά concepts, τα φανταχτερά πλήκτρα και την τεχνική δεξιοτεχνία. Στα 80s όμως, το prog έγινε σχεδόν απαγορευμένη λέξη . Οι δισκογραφικές δεν στήριζαν πια περίπλοκα άλμπουμ. Οι νέοι ακροατές ήθελαν εικόνα, τραγούδι, γρήγορο hook.

Οι EMERSON, LAKE & PALMER που εδώ μπορεί να μην τους έχουμε σε μεγάλη εκτίμηση, αλλά με πωλήσεις άνω των 40.000.000 άλμπουμ, ίσως να μην έχουμε και πολύ δίκιο. Μετά τη διάλυση στα τέλη των 70s, επανήλθαν ως EMERSON, LAKE & POWELL (χωρίς τον Palmer) το 1986 με το “Touch and go”, αλλά φάνταζαν σαν καρικατούρα του εαυτού τους. Το prog rock  είχε ήδη παραδώσει τα σκήπτρα. Αντιθέτως, η δημιουργία των ASIA με τον Palmer στην σύνθεση τους, με εκρηκτικό μείγμα prog rock και μελωδίας ήταν το ιδανικό παράδειγμα προσαρμογής του prog στις φόρμουλες των eighties, όπως και οι GENESIS ..που άλλαξαν δέρμα. Νέες prog μπάντες όπως οι IQ, PALLAS, TWELFTH NIGHT, PENDRAGON  κλπ δεν μπόρεσαν να αντέξουν πολύ τότε, αν και αργότερα επανήλθαν στο προσκήνιο. Εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα οι MARILLION βέβαια οι οποίοι είναι ένα μουσικό θαύμα προσαρμοστικότητας.

Γενικότερα το prog rock είχε ηττηθεί, και θαυμάσιες μπάντες όπως οι CAMEL, GENTLE GIANT, ELOY, BARCLAY JAMES HARVEST, VAN DER GRAAF GENATATOR κλπ, άλλοι διαλύθηκαν, άλλοι προσπάθησαν να προσαρμοστούν χωρίς επιτυχία, αλλά γενικότερα αντιμετώπισαν σοβαρότατα προβλήματα επιβίωσης. Οι CAMEL π.χ. ουσιαστικά διαλύθηκαν, οι ELOY, BARCLAY JAMES HARVEST αν και παρέμειναν δισκογραφικά ενεργοί, προσπάθησαν να βρουν πιο εμπορικούς δρόμους χωρίς επιτυχία. Οι YES έκαναν πιο προσιτό τον ήχο τους και γνώρισαν επιτυχία τέτοια που τους επέτρεψε να επιβιώσουν και να μας δώσουν πολύ ενδιαφέροντα άλμπουμ.  Μην ρωτάτε για τους PINK FLOYD και τους RUSH, αυτοί ήταν, είναι και θα είναι μια κατηγορία μόνοι τους, από τα κορυφαία σχήματα που ανέδειξε η rock μουσική.

Ακόμα ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι KANSAS. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 ήταν κολοσσοί στις Η.Π.Α.: “Carry on wayward son”, “Dust in the wind” κλπ, πολυπλατινένια άλμπουμ, γεμάτα στάδια και αξιοσέβαστη μουσική υπόσταση — ένα μοναδικό μείγμα αμερικανικού prog και μελωδικού hard rock. Μπήκαν στα 80s με ένα από τα καλύτερά τους άλμπουμ, το “Audio-Visions” (1980), αλλά ήδη το κοινό είχε αρχίσει να μετακινείται σε άλλα ακούσματα. Η μεγάλη καμπή ήρθε όταν ο Steve Walsh αποχώρησε και αντικαταστάθηκε από τον John Elefante. Τα δύο άλμπουμ που ακολούθησαν, “Vinyl confessions” (1982) και “Drastic measures” (1983), είχαν πιο AOR προσανατολισμό, αλλά έχασαν το χαρακτήρα και το μεγαλείο της κλασικής περιόδου των 70s, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έλειπε η ποιότητα και οι καλές συνθέσεις. Απλά το κοινό τους δεν μπορούσε πολύ εύκολα να δεχτεί την αλλαγή και οι νεότεροι δεν έρχονταν εύκολα προς αυτούς.

Για μένα, απλά είναι λίγο περίεργο το ότι άλλες μπάντες, συνοδοιπόροι τους, όπως οι STYX, REO SPEEDWAGON, JOURNEY ενώ και αυτοί άλλαξαν δραστικά τον ήχο τους, βρήκαν απίστευτη επιτυχία, οι KANSAS παρά τα καλά άλμπουμ τους δεν βρήκαν αντίστοιχη ανταπόκριση. Το 1986 ο Steve Walsh επέστρεψε για το άλμπουμ “Power”, με νέο δισκογραφικό συμβόλαιο και νέο παραγωγό τον Andrew Powell. Το single “All I wanted” έφτασε στο νο9 του Billboard, σηματοδοτώντας ένα σύντομο comeback, αυτή τη φορά με έναν περισσότερο AOR/arena rock ήχο – κοντά στους SURVIVOR ή FOREIGNER. Το επόμενο άλμπουμ, “In the spirit of things”, ήταν ένα φιλόδοξο concept, αλλά εμπορικά δεν πήγε καθόλου καλά. Αν και είχαν μερικές ραδιοφωνικές επιτυχίες όπως το “Play the game tonight”, ήταν σαφές ότι δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν την εικόνα και τον ήχο των νέων συγκροτημάτων ή των παλαιοτέρων ανταγωνιστών τους. Κυκλοφόρησαν πέντε άλμπουμ μέσα στα 80s, αλλά στο τέλος έχασαν το δισκογραφικό τους συμβόλαιο και δεν βρήκαν ξανά ποτέ συμβόλαιο σε major label. Ο  μύθος των 70s είχε  επισκιαστεί από την αμηχανία των 80s, ήταν πολύ «προοδευτικοί» για να γίνουν AOR stars, και πολύ AOR για να παραμείνουν prog ήρωες. Έπεσαν στο κενό μεταξύ δύο εποχών.

Γενικότερα το prog rock αναγεννήθηκε πρώτα μέσα από τις metal μπάντες  τύπου DREAM THEATER, FATES WARNING, όπου και η ύπαρξη αυτού του ρεύματος ωφέλησε τα μέγιστα ώστε παλιότερα και νεότερα σχήματα να βρουν ξανά τον δρόμο προς πιο μεγάλα ακροατήρια.

URIAH HEEP και ο θρίαμβος του hard rock που δεν αφορούσε τους …hard rockers των 70s!

Η στροφή της δεκαετίας του ’80 προς το θεαματικό hair / glam metal (διαφωνώ κάθετα με τον όρο, αλλά δεν έχει σημασία) έφερε νέο ήχο, νέα αισθητική, νέα πρότυπα επιτυχίας. Οι μπάντες που είχαν χτίσει την καριέρα τους στα 70s με riff και ιδρώτα στη σκηνή, βρέθηκαν ξαφνικά να ανταγωνίζονται μπάντες που μουσικά ήταν στο σύνολο τους άρτιες, αλλά η μουσική τους ήταν πιο «εύκολη», η εμφάνιση τους στα πρότυπα της εποχής, με περισσότερη… λακ μαλλιών, τρομακτική ορμή, φανταστικά show  και άφθονη υποστήριξη. RATT, STRYPER, BON JOVI, CINDERELLA, SKID ROW, NIGHT RANGER, DEF LEPPARD κλπ όχι μόνο ήταν μια νέα γενιά, αλλά είχαν και την μουσική παιδεία και συνθετική ικανότητα να σαρώσουν ότι έβρισκαν μπροστά τους.  Πάμε να δούμε μερικά τυπικά παραδείγματα:

UFO

Η μπάντα του Phil Mogg είχε ζήσει μεγαλεία στα 70s με τον Michael Schenker στην κιθάρα, επί της ουσίας όρισε το hard rock. Όταν o Schenker αποχώρησε το 1978, άρχισε η φθίνουσα πορεία, αλλά εξακολουθούσαν να μας δίνουν καλή μουσική. Το “Mechanix” (1982) και το “Making contact” (1983) ήταν αξιοπρεπή, αλλά δεν άντεξαν στον ανταγωνισμό, μιας και η μπάντα έδειξε κουρασμένη. Ο ήχος τους ακουγόταν “παλιός” σε μια εποχή όπου οι  DEF LEPPARD και οι QUIET RIOT γέμιζαν τα στάδια του κόσμου. Εσωτερικές αστάθειες, καυγάδες, ναρκωτικά, αλκοόλ τους ακολουθούσαν από παλιά και βοήθησαν τα μέγιστα ώστε να έρθει η παρακμή. Η μουσική αλλαγή των πολύ καλών, αλλά αταίριαστων στο ύφος της μπάντας,  “Misdemeanor” και “High stakes & dangerous men” φυσικά ήταν αποτυχίες μεγίστου βαθμού, που είχαν ακολουθήσει την πτώση τους.

URIAH HEEP

Έδωσαν τιτάνια μάχη για να κρατηθούν σε ένα ασταθές για αυτούς περιβάλλον, με εσωτερικές διαμάχες και συνεχής αλλαγές μελών. Από το 1980 με το “Conquest” έως το 1991 με το “Different world” έδωσαν πραγματικά επικές μάχες να αλλάξουν, να γράψουν μουσική εναρμονισμένη στην εποχή, να επιβιώσουν. Το εξαιρετικό  “Abominog” του 1982  είναι ίσως το πιο επιτυχημένο βήμα τους στα 80s, μα η επιτυχία των 70s δεν ήρθε ξανά στην πατρίδα τους, για την Αμερική δεν το συζητάμε καν, παρόλο που η αλλαγή στην μουσική τους είχε αυτό το στόχο.  Με τον εξαιρετικό Peter Goalby στα φωνητικά και παραγωγή στα μέτρα των καιρών, προσπάθησαν να μπουν στο AOR ρεύμα,  αλλά το brand URIAH HEEP παρέπεμπε σε κάτι πολύ διαφορετικό. Παρόλα αυτά “Abominog” και “Equator” παρά το γεγονός ότι είναι πολύ μακριά από τον τυπικό τους ήχο, έχουν μέσα τους εξαιρετικές συνθέσεις. Παρά τις πολύ έντονες προσπάθειες τους οι URIAH HEEP στα 80s, γνώρισαν την εμπορική παρακμή και θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε ως μια από τις πλέον …αντιτουριστικές μπάντες για το MTV. Παρόλα αυτά, τα άλμπουμ τους, μόνο άσχημα δεν είναι..

BAD COMPANY

Είναι αυτές οι Αγγλικές μπάντες που όσο και να προσπαθήσουν, όσο καλά και να παίξουν τον Αμερικάνικο ήχο που πλησιάζει το AOR, είναι τόσο δυνατό τα παρελθόν τους από την μία, και τόσο δύσκολη η αποδοχή τους στην απέναντι ακτή από την άλλη,  που ήταν καταδικασμένες. Μετά τη φυγή του Paul Rodgers το 1982, επανήλθαν, με άλλες συνθέσεις και με νέους τραγουδιστές (Brian Howe και Robert Hart)  με προσέγγιση πολύ πιο ραδιοφωνική, με αρκετά πλήκτρα και η αποδοχή από τους παραδοσιακούς οπαδούς τους, ήταν και είναι σχεδόν απορριπτική.  Κυκλοφόρησαν με σχεδόν μέτρια επιτυχία πέντε άλμπουμ, αλλά σήμερα ο κόσμος δεν τους θυμάται για κανένα από αυτά δυστυχώς, παρά το γεγονός ότι είναι καλές δουλειές, αλλά διαφορετικές…

BLACKFOOT και άλλοι ήρωες του Νότου…

Μια από τις πιο τίμιες southern hard rock μπάντες των 70s. Με δίσκους όπως το “Strikes” και το “Tomcattin’”, άφησαν σοβαρό αποτύπωμα στην Αμερικάνικη σκηνή αλλά και απέκτησαν ικανό αριθμό οπαδών και στην δική μας ήπειρο.  Στα 80s προσπάθησαν πολύ — το “Marauder” (1981) είναι πιο σκληρό και άγριο από τα προηγούμενα τους άλμπουμ, αλλά δεν άντεξε απέναντι στις μπάντες με περισσότερο «λάμψη». Πάντως αξίζει να το έχετε στην δισκοθήκη σας. Την στροφή σε πιο εμπορικά μονοπάτια την έκαναν αμέσως μετά με το “Siogo” (1983), πολύ πιο εμπορικό,  στο οποίο είχε και συμμετοχή του Ken Hensley (ex-URIAH HEEP) στα πλήκτρα — αλλά ακόμα κι έτσι, και παρά την ύπαρξη πολύ αξιόλογων συνθέσεων αυτό και το επόμενο τους άλμπουμ το “ Vertical smiles” (μετριότατο), το οποίο ήταν ακόμα πιο FM Rock, δεν γνώρισαν την αναγκαία επιτυχία. Τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα με το “Rick Medlocke and Blackfoot” που ακολούθησε αφού ουσιαστικά η μπάντα είχε διαλυθεί. Γενικότερα το Southern rock, στα 80s σε καμία περίπτωση δεν είχε την επιτυχία των προηγούμενων χρόνων και παρά την παραγωγικότητα (υπό πολύ αντίξοες συνθήκες) συγκροτημάτων όπως πχ οι MOLLY HATCHET, DOC HOLIDAY, OUTLAWS κ.α.  η εμπορική τους απήχηση ήταν ελάχιστη. Αρκετά χρόνια αργότερα όμως και αυτοί θα έκαναν το come back τους. Η εξαίρεση που επιβεβαίωσε τον κανόνα ήταν οι 38 SPECIAL που προσάρμοσαν τον ήχο τους και γνώρισαν επιτυχία, και οι BLACK CROWS (αν και ήταν 80s band) που στόλισαν το southern rock παίξιμό τους και με άλλες επιρροές.

WISHBONE ASH and more sad stories to come…

APRIL WINE

Οι Καναδοί είχαν δυναμική παρουσία στα ’70s, εξαιρετικές πωλήσεις, εκτεταμένες περιοδείες και πολύ καλό όνομα. Μπήκαν στα ’80s με το εξαιρετικό “The nature of the beast” (1981) και μια σειρά από ενδιαφέροντα άλμπουμ,  όμως σταδιακά και σταθερά η δημοτικότητα τους έφθινε και μέχρι το 1988, παρά την δισκογραφική τους συνέπεια,  διέλυσαν. Τα δυνατά singles που κυκλοφόρησαν,  όπως το “Just Between You and Me”,δεν ήταν αποτυχημένα όμως  η μπάντα δεν μπόρεσε να σταθεί στην αμερικανική αγορά απέναντι στην νέα γενιά που έρχονταν με (και αυτή..) με φόρα!

WISHBONE ASH

Η μπάντα είχε ήδη χάσει έδαφος εμπορικά και με την εταιρία τους να τους πιέζει για εμπορική επιτυχία με το “Just testing”  του 1980 τα πράγματα στο εσωτερικό της μπάντας έγιναν ακόμα χειρότερα. O Wetton ήρθε για να φύγει πριν καν την κυκλοφορία του αποτυχημένου “Number the brave” για να σχηματίσει τους ASIA και ακολούθως με τον Trevor Bolder κυκλοφόρησαν το σχεδόν metal “Twin barrels burning”, γνωρίζοντας επιτυχία μόνο στην Μ. Βρετανία. Μπορεί να προσπάθησαν να ακουμπήσουν τις νέες τάσεις, αλλά το MTV αγνόησε πλήρως τους WISHBONE ASH. Δεν είχαν ιδιαίτερα video clips, ούτε είχαν την παραμικρή σύνδεση με την “οπτική” κουλτούρα του 80s rock. Η δισκογραφία τους ήταν πλέον μάλλον άνιση και μετριότατη, ειδικά και με τις απίστευτες παλινωδίες στο εσωτερικό της μπάντας. Η twin-guitar αισθητική τους είχε επηρεάσει όλο το metal των 80s, αλλά οι δάσκαλοι ξεπεράστηκαν πολύ εύκολα από τους μαθητές.

BLUE ÖYSTER CULT

Με το “Fire of unknown origin” οι αγαπημένοι μας BLUE OYSTER CULT μπήκαν στην δεκαετία του ‘80 με τους καλύτερους οιωνούς. Όμως η συνέχεια δεν ήταν η αναμενόμενη, αν και τα άλμπουμ τους μόνο άσχημα δεν ήταν. “The revolution by night” (πολύ αγαπημένο), “Club Ninja” και “Imaginos” είναι μια τριάδα εξαίσιων  προσπαθειών, πιο εμπορικών μεν, εξαιρετικών δε!  Όμως το παραδοσιακό τους κοινό δε τα εκτίμησε και οι νέοι ακροατές δεν συγκινήθηκαν. Ίσως και η εποχή δεν σήκωνε το στυλ τους.  Και τα τρία (εμπορικά) για τα δεδομένα της εποχής ήταν αποτυχίες (για το “Imaginos” και την ιστορία του μπορείτε να διαβάσετε το αντίστοιχο άρθρο), πράγμα που οδήγησε την μπάντα στο χείλος της καταστροφής και χρειάστηκε μια ολόκληρη δεκαετία μέχρι να βρουν ξανά δισκογραφικό συμβόλαιο.

Πολλές πετυχημένες μπάντες των 70s όπως οι παραπάνω αλλά και οι ALLMAN BROTHERS, MOUNTAIN, FOGHAT, GRAND FUNK RAILROAD, TEN YEARS AFTER δεν βρήκαν καθόλου τον δρόμο της επιτυχίας στα 80s. Μεγαθήρια σε πωλήσεις, όσο και εάν δεν τους εκτιμάμε εδώ, όπως οι SLADE και οι SWEET ουσιαστικά εξαφανίστηκαν. Οι φτωχοί οι SLADE (16 top 20 hit singles στην M. Βρετανία εκ των οποίων τα 6 στο νο1 παρακαλώ στα 70s, με το “”Merry Xmas Everybody” από μόνο του να έχει πουλήσει πάνω από 1.000.000 αντίτυπα.. )  έκαναν μια πρόσκαιρη επιτυχία με το θαυμάσιο “Run runaway” και “My oh my” , αλλά από εκεί και πέρα οι νεότεροι τότε τους έμαθαν μόνο από τις διασκευές στα δικά τους “Come on feel the noise” και “Mamma we’re all crazy now” που έκαναν οι QUIET RIOT με απίστευτη επιτυχία. Οι δε SWEET είχαν στο ρεπερτόριο τους επιτυχίες όπως τα “Fox on the run”, “Ballroom Blitz”, “Action”, “Love is like oxygen” όπου και αυτοί έβλεπαν μπάντες όπως οι KROKUS και οι DEFL LEPPARD να τα διασκευάζουν, ενώ τους ίδιους  ο κόσμος τους είχε ξεχάσει εντελώς. Μια ιδιάζουσα περίπτωση είναι αυτή του Alice Cooper. Έζησε τις χειρότερες εμπορικά χρονιές της καριέρας του στις αρχές των ’80s. Το shock rock δεν συγκινούσε πια, το glam metal τον ξεπέρασε, και οι έξι δίσκοι του (“Special forces”, “Zipper catches skin”, “DaDa” κλπ ) ήταν άνισοι, χωρίς προώθηση και εμπορικά δεν πήγαν καθόλου καλά.  Χρειάστηκε να περάσει σχεδόν η δεκαετία και να έρθει η υπερπαραγωγή του “Trash” (1989) προκειμένου να επιστρέψει δυναμικά πίσω στην επιτυχία και να γνωρίσει μια περίοδο μεγάλης ακμής και παγκόσμιας αναγνώρισης. Μέχρι τότε όμως… πάλευε μόνος του.

Τέλος, θα κάνω μια μικρή αναφορά σε τρεις μουσικούς που τα 80s για αυτούς ήταν εξαιρετικά δύσκολα, όχι μόνο από μουσικής απόψεως αλλά και λόγω προσωπικών προβλημάτων. Phil Lynott και Rory Gallagher, δυο σπουδαιότατοι μουσικοί όπου το χάος των 80s τους βύθισε ακόμα περισσότερο στο προσωπικό τους χάος.  Ο πρώτος έφυγε γρήγορα, πριν προλάβει να επανιδρύσει τους THIN LIZZY, ο δεύτερος, πάντα ασυμβίβαστος, έφυγε μια δεκαετία αργότερα, αλλά ουσιαστικά η rock σκηνή στην οποία τόσα πρόσφερε, το είχε ξεχάσει σχεδόν οριστικά. Τον Jimmy Page ακόμα τον ψάχνουμε από τότε μιας και κανείς δεν έδωσε και πολύ σημασία στις κυκλοφορίες του με τους FIRM είτε με το προσωπικό του “The outrider” το 1988. Τον θυμηθήκαμε ξανά  μόνο το 1993 με το “Coverdale–Page” άλμπουμ.

Επίλογος: Από την κορυφή στην αφάνεια — αλλά …

Αναφέραμε επιγραμματικά περιπτώσεις συγκροτημάτων στα οποία τα 80s δεν τους φέρθηκαν και με πολύ ευγένεια… Παρά τη φαινομενική τους πτώση, πολλές από αυτές τις μπάντες δεν χάθηκαν ποτέ πραγματικά. Μπορεί να μην προσαρμόστηκαν στο MTV, να μην έκαναν clip ή να μην μπήκαν ποτέ στα charts των ’80s, αλλά πρόλαβαν και άφησαν πίσω τους έργο διαχρονικό. Άλμπουμ, riffs και μελωδίες που συνεχίζουν να επηρεάζουν νέους καλλιτέχνες και να ζουν στις καρδιές των παλιών οπαδών. Γιατί το rock ‘n’ roll δεν μετριέται μόνο σε πωλήσεις – μετριέται σε πάθος, επίδραση και αφοσίωση. Και αυτά δεν τα σβήνει καμία δεκαετία.

Όμως νιώθω την ανάγκη να τονίσω και πάλι, ότι πολλές από αυτές τις μπάντες, για να μην πω σχεδόν όλες, θα είχαν τα επόμενα χρόνια και μια δεύτερη και τρίτη ευκαιρία να επανέλθουν. Και τα κατάφεραν. Επίσης πολλά 70s σχήματα που εναρμονίστηκαν με επιτυχία στην χρυσή δεκαετία, στα 90s τα βρήκαν και αυτοί πολύ σκούρα και η επιτυχία τους στοίχησε πολύ, αφού είχαν χάσει εν καιρώ την βάση των πιστών τους οπαδών, αλλά και η σύγκρουση με νέα ρεύματα της rock ήταν άνιση. Πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα οι WHITESNAKE, οι REO SPEEDWAGON και οι STYX. Αλλά ακόμα και αυτοί όμως με την αλλαγή της χιλιετίας θα γνώριζαν πάλι στιγμές αναγνώρισης και σεβασμού…

ΥΓ: Κάπου θα έπρεπε να βρω χώρο για τους αγαπημένους μας SUPERTRAMP, αλλά πραγματικά νομίζω ότι δεν θα ενδιέφερε και πολλούς…

ΥΓ: Και επειδή δεν θα ήθελα να κάνω ειδική αναφορά, θα πω εδώ για τους DEEP PURPLE και ας σας φανεί παράξενο. Αν εξαιρέσουμε το reunion άλμπουμ τους, το “Perfect strangers” μη θαρρείτε ότι έκαναν κατόπιν καμιά εμπορική επιτυχία στα 80s… Όπως και η περίπτωση των BLACK SABBATH όπου με τις γνωστές παλινδρομήσεις και ανακατατάξεις δεν πέρασαν καθόλου εύκολα την δεκαετία, ειδικά μάλιστα κατόπιν  της διάσπασης της μπάντας τα χρόνια μετα τον Dio. Το ειδικό βάρος όμως και των δυο ήταν τέτοιο που τους απότρεψε από την ολική καταστροφή.

Δημήτρης Σειρηνάκης

AMORPHIS interview (Esa Holopainen, Tomi Koivusaari)

0
Amorphis

Amorphis

“Crossing the borders”

Αυτή η συνέντευξη με τους AMORPHIS, είχε μία μεγαλύτερη δυσκολία, καθώς τότε, απασχολημένος φουλ με τα του Rock Hard Festival, δεν είχε προλάβει να είμαι στην ώρα μου για τη συνέντευξη. Ο Esa Holopainen (lead κιθάρα) ήταν στις επάλξεις, όμως ο Tomi Koivusaari (ρυθμική κιθάρα) είχε φύγει, εξ ου και το γεγονός ότι τον βλέπετε στο αυτοκίνητό του!!! Αν εξαιρέσει κανείς αυτή τη δυσκολία, όμως, όλα κύλησαν πάρα πολύ ωραία, σε πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα και μας λύθηκαν όλες οι απορίες γύρω από το “Borderland”, το πρόσφατο άλμπουμ των Φινλανδών.

Ευχαριστώ και τους δυο για τον χρόνο και την υπομονή σας. Ας ξεκινήσουμε τη συνέντευξη.
Τι συμβολίζει για εσάς προσωπικά και καλλιτεχνικά ο τίτλος “Borderland”;
Esa:
Νομίζω ότι περιγράφει πολύ καλά τα θεματικά μοτίβα των στίχων του άλμπουμ. Το “Borderland” είναι ουσιαστικά η γραμμή ανάμεσα στον κάτω κόσμο και τον κόσμο των ζωντανών — αυτό αντιπροσωπεύει. Εφόσον βασίζεται στην εννοιολογική θεματολογία των στίχων, θεωρήσαμε ότι θα ήταν και ένας εξαιρετικός τίτλος.
Tomi:
Ναι, ρωτήσαμε τον Pekka, τον στιχουργό μας, αν είχε στο μυαλό του κάποια λέξη που θα μπορούσε να ενώσει τους στίχους, κάτι σαν εννοιολογικό άξονα και το “Borderland” ήταν η δική του ιδέα.

Πώς διέφερε η παραγωγική προσέγγιση του Jacob Hansen από εκείνη του Jens Bogren, με τον οποίο συνεργαζόσασταν τόσα χρόνια; Γιατί αποφασίσατε να κάνετε αυτή την αλλαγή;
Esa:
Ε, κάναμε τρία άλμπουμ με τον Jens και σκεφτήκαμε ότι θα ήταν ωραίο να εξερευνήσουμε λίγο περισσότερο τον ήχο μας, να αποκτήσουμε μια νέα οπτική. Μιλήσαμε με τον Jens και του είπαμε ότι μάλλον θα δουλεύαμε με κάποιον άλλον. Εκείνη την περίοδο, όταν κάναμε το “Halo”, ο Jens ήταν ήδη πολύ απασχολημένος με την εταιρεία του, τη Bogren Digital, και δεν ήταν σίγουρος αν θα συνέχιζε να κάνει τόσες πολλές παραγωγές. Ήταν πάντα μεγάλα, απαιτητικά πρότζεκτ που έπαιρναν πολύ χρόνο, οπότε το κατάλαβε απόλυτα. Έπειτα ψάξαμε κάποιες επιλογές και καταλήξαμε στον Jacob Hansen, γιατί τα άλμπουμ που έχει παράγει και μιξάρει ακούγονται φανταστικά, με τρόπο που ταίριαζε με το πώς θέλαμε να ακούγονται και οι AMORPHIS.
Tomi:
Η συνεργασία μαζί του ήταν αρκετά διαφορετική. Ο Jens είναι τελειομανής, εστιάζει πολύ στις λεπτομέρειες, ενώ ο Jacob αφήνει περισσότερο τη μπάντα να παίξει. Εστιάζει περισσότερο στο να αποτυπώσει την ατμόσφαιρα και να πετύχει μια εξαιρετική μίξη. Εντελώς διαφορετική προσέγγιση, αλλά μου αρέσουν και οι δύο. Αυτή τη φορά, νομίζω ότι ακουγόμαστε πιο φρέσκοι από ποτέ.

Νιώσατε την ανάγκη για μια διαφορετική προσέγγιση; Κάτι που θα έδινε έναν αέρα ανανέωσης στους AMORPHIS;
Esa:
Πιθανόν, ναι. Ο Jacob είναι ένας πολύ ευχάριστος τύπος, εύκολος στη συνεργασία, κι αυτό από μόνο του εμπνέει καλύτερα αποτελέσματα. Αξίζει πάντα να δοκιμάζεις νέα πράγματα. Μουσικά, δεν άλλαξε κάτι δραματικά στη σύνθεση ή στις ενορχηστρώσεις μας, ίσως μόνο μικρές λεπτομέρειες. Αλλά συνολικά έκανε τις ηχογραφήσεις πολύ απολαυστικές και μας ενέπνευσε να δημιουργήσουμε αυτό το άλμπουμ.

Υπήρξε κάποιο κομμάτι που σας έβγαλε πιο έξω από τη ζώνη άνεσής σας;
Esa:
Όχι ιδιαίτερα!
Tomi:
Έχουμε κάνει τόσα διαφορετικά είδη τραγουδιών τα τελευταία 35 χρόνια, που μάλλον δεν έχει μείνει τίποτα να μας εκπλήξει πια. Οπότε όχι.

Το δελτίο τύπου αναφέρει το τραγούδι “Dancing Shadow”. Η ερώτησή μου δεν αφορά το ίδιο το κομμάτι, αλλά τον προσωρινό τίτλο του, “Disco Tiger”. Το σκεφτόσασταν σοβαρά ως πιθανό τίτλο άλμπουμ;
Esa:
(γέλια) Όχι, όχι. Πάντα δίνουμε προσωρινούς τίτλους στα demo πριν τα στείλουμε. Συνήθως είναι αστείοι ή τυχαίοι, απλώς για εσωτερική χρήση ώστε να μπορούμε να μιλάμε εύκολα για τα τραγούδια. Το “Disco Tiger” προέκυψε τυχαία, μάλλον επειδή είχε έναν ρυθμό τύπου disco.

Ναι, αλλά μερικές φορές, αν δεν βρίσκουμε μετά τον σωστό τίτλο, κρατάμε ακόμα και το όνομα του demo. Ποτέ δεν ξέρεις, το “Disco Tiger” θα μπορούσε να γίνει πραγματικός τίτλος!
Tomi:
(γέλια) Καμιά φορά οι καταστάσεις αυτές είναι δύσκολες για τη μπάντα, μιας και θυμόμαστε μόνο τους προσωρινούς τίτλους και ξεχνάμε τους κανονικούς!

Αναφέρατε ότι είχατε demo με 24 τραγούδια. Πόσο δύσκολο ήταν να τα περιορίσετε και ποια ήταν τα κριτήρια επιλογής των τελικών κομματιών;
Esa:
Έχουμε πολλούς συνθέτες μέσα στη μπάντα. Όλοι γράφουν μουσική και μετά ανεβάζουμε όλα τα demo σε έναν κοινό φάκελο. Έτσι ξαφνικά είχαμε 24 κομμάτια! Αφού τα μαζέψουμε, μετά τα στέλνουμε όλα στον παραγωγό, σε αυτή την περίπτωση τον Jacob, και εκείνος τα ακούει όλα. Οπότε ο παραγωγός επιλέγει ποια τραγούδια θα φτάσουν στη διαδικασία της ηχογράφησης. Έτσι δουλεύουμε. Του δίνουμε αυτή την εξουσία για να αποφύγουμε ατελείωτες συζητήσεις και διαφωνίες μέσα στη μπάντα για προσωπικά αγαπημένα. Κάποιες φορές αυτά δεν τελειώνουν ποτέ! Ο παραγωγός βλέπει τη μεγάλη εικόνα του πώς πρέπει να “αισθάνεται” το άλμπουμ συνολικά και κάνει την επιλογή. Έτσι το κάναμε τόσο με τον Jens όσο και με τον Jacob.

Κατά τη γνώμη μου, το “Borderland” είναι το πιο “προσβάσιμο” άλμπουμ σας μέχρι τώρα — χωρίς να χάνετε την ταυτότητά σας ή τον χαρακτηριστικό σας ήχο. Συμφωνείτε;
Tomi:
Ναι, νομίζω πως έτσι είναι. Μετά το “Halo”, αυτό ακούγεται περισσότερο σαν “ομαδικό” άλμπουμ. Δεν χρησιμοποιήσαμε τόσα ορχηστρικά στοιχεία ή αν το κάναμε, είναι πολύ διακριτικά στο βάθος. Ήταν μια πολύ αυθόρμητη διαδικασία. Περιμέναμε ότι ο Jacob θα δούλευε όπως ο Jens, κόβοντας τα κομμάτια σε μικρά μέρη κατά την παραγωγή, αλλά δεν το έκανε. Μας είπε απλώς “παίξτε όπως θέλετε”, και αυτό κάναμε.
Έτσι, ο ήχος είναι πιο άμεσος αν και διατηρεί την πολυπλοκότητά του. Αλλά η όλη διαδικασία έχει σαν επίκεντρο την μπάντα.

Μετά από τόσα χρόνια μαζί, πώς κρατάτε τη δημιουργικότητά σας φρέσκια;
Esa:
Το υπέροχο με τους AMORPHIS είναι ότι πολλοί γράφουν τραγούδια και προσφέρουν ιδέες. Η μπάντα δεν είναι ένα άτομο που κάνει τα πάντα. Υπάρχουν πολλά πράγματα που μοιραζόμαστε μεταξύ μας και νομίζω ότι αυτό κρατάει το ενδιαφέρον και τη δημιουργικότητα ζωντανά. Κάθε φορά που αρχίζουμε να σχεδιάζουμε ένα νέο άλμπουμ, είναι μια μακρά διαδικασία. Για το “Borderland”, αρχίσαμε να γράφουμε νωρίς, μέσα στο 2024. Κάναμε την πρώτη μας κλήση μέσω Zoom με τον Jacob Hansen τον Ιανουάριο του 2024 για να συζητήσουμε την παραγωγή, και αρχίσαμε τις ηχογραφήσεις τον Ιανουάριο του 2025.
Παίξαμε πολλές συναυλίες πέρυσι, αλλά ανάμεσα στις περιοδείες γράφαμε και κάναμε πρόβες συνεχώς. Το να φτιάξεις ένα άλμπουμ παίρνει χρόνο, και τα χρονοδιαγράμματα αυτά μας δίνουν κίνητρο. Το να ξέρεις δηλαδή ότι έχεις ένα συγκεκριμένο διάστημα για να ολοκληρώσεις κάτι σε κρατά συγκεντρωμένο και δημιουργικό.

Εξακολουθείτε να κάνετε πρόβες και να γράφετε όλοι μαζί, ή είναι κυρίως εξ αποστάσεως μέσω Google Drive και αρχείων;
Esa:
Θα ήταν ωραίο να πούμε ότι μαζευόμαστε όλοι σε μια αίθουσα και τζαμάρουμε, αλλά αυτό δεν ισχύει πια (γέλια).
Tomi:
Πλέον όλοι έχουμε στούντιο στο σπίτι, οπότε είναι εύκολο να δοκιμάζουμε ιδέες, να γράφουμε demo και να τα μοιραζόμαστε. Έτσι, τα τραγούδια είναι σχεδόν έτοιμα πριν καν συναντηθούμε. Είναι πολύ διαφορετικό από τα παλιά χρόνια, όταν κάποιος έφερνε ένα riff κι ο άλλος προσέθετε κάτι που δεν ταίριαζε καθόλου — αλλά στο τέλος, κατά κάποιον τρόπο, ακουγόταν προοδευτικό!
Esa:
Είναι αστείο ίσως, αλλά όταν ξεκινήσαμε, δεν υπήρχε ούτε ίντερνετ, ούτε υπολογιστές όπως σήμερα. Δεν είχαμε άλλη επιλογή παρά να παίζουμε όλοι μαζί σε ένα δωμάτιο και να δημιουργούμε έτσι.

Μιλώντας για το παρελθόν, πώς αντιδρούν οι νεότεροι οπαδοί σας στα παλαιότερα άλμπουμ, ειδικά στα “Tales from the thousand lakes” και “Elegy”; Έχετε πια αρκετό νέο κοινό στις συναυλίες σας.
Tomi:
Νομίζω κάθε άλμπουμ σηματοδοτεί ένα σημαντικό στάδιο στην πορεία μας, και δεν ντρέπομαι για κανένα. Φυσικά, όταν ακούω κάτι που ηχογραφήσαμε στα 18, μπορεί να σκεφτώ “θα το έκανα αλλιώς τώρα”. Αλλά γιατί; Έχει ακόμη το αρχικό συναίσθημα, το αρχικό πνεύμα. Αν μπορούσαμε να παίζουμε μεγαλύτερα σετ, θα ήταν υπέροχο, γιατί με 15 άλμπουμ είναι αδύνατο να φτιάξεις setlist που να ικανοποιεί τους πάντες. Παρ’ όλα αυτά, απολαμβάνω να παίζω και τα παλιά και τα καινούργια κομμάτια.

Και οι fans, ειδικά οι νεότεροι, πώς αντιδρούν στα παλαιότερα τραγούδια;
Tomi:
Κάποιοι γνωρίζουν όλη την ιστορία των AMORPHIS, αλλά ειδικά στη Φινλανδία το κοινό μας έχει ποικιλία. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ακούνε γενικά metal αλλά τους αρέσουν οι AMORPHIS. Μερικές φορές ξαφνιάζονται όταν παίζουμε τα πιο βαριά, με growls, κομμάτια, αλλά νομίζω πως πλέον οι περισσότεροι ξέρουν τι να περιμένουν.
Στις συναυλίες, τα παλιά και τα νέα τραγούδια “δένουν” όμορφα, χάρη στην ενέργεια και τον ήχο της μπάντας.

Ο Tomi (Joutsen) εξακολουθεί να κάνει harsh φωνητικά στη σκηνή — ίσως όχι τόσο συχνά, αλλά είναι ακόμα εκεί. Ποιο είναι το πιο δύσκολο κομμάτι στο να ισορροπείς μεταξύ καθαρών και “σκληρών” φωνητικών στα τραγούδια των AMORPHIS;
Esa:
Αυτό συνήθως εξαρτάται από τον Tomi. Εμείς γράφουμε τη μουσική κι εκείνος χτίζει τις φωνητικές του γραμμές πάνω σε αυτά. Μπορούμε συχνά να μαντέψουμε πού θα χρησιμοποιήσει καθαρά φωνητικά, συνήθως στο ρεφρέν, αλλά μερικές φορές μας εκπλήσσει βάζοντας growls σε απρόσμενα σημεία. Ποτέ δεν ξέρεις. Εξαρτάται από το πώς αισθάνεται τη στιγμή της ηχογράφησης.

Είστε μπάντα εδώ και 35 χρόνια. Εκτός από το γεγονός ότι είστε ακόμη μαζί, ποιο επίτευγμα σας κάνει πιο περήφανους;
Esa:
Το ότι είμαστε ακόμη μαζί, σχεδόν με τους ίδιους ανθρώπους. Αυτό από μόνο του είναι εντυπωσιακό.
Tomi:
Ναι, συμφωνώ. Τώρα που ο Olli επέστρεψε και ο Jan είναι επίσης στη μπάντα, έχουμε ουσιαστικά ξανά το αρχικό σχήμα, συν έναν κιμπορντίστα και τον “νέο” τραγουδιστή.

Ο τραγουδιστής εν τω μεταξύ είναι στη μπάντα εδώ και 20 χρόνια. Είναι ο “νέος” τραγουδιστής, αλλά…
Esa:
Ναι, είναι ο “νέος τύπος”, μετά από 20 χρόνια…!!!

Ακριβώς! Όπως το αστείο με τον Mikkey Dee στους MOTORHEAD — ήταν “ο νέος ντράμερ των MOTORHEAD και έπαιζε μαζί τους επί 30 χρόνια…
Tomi:
(γέλια) Έτσι πάει. Αλλά ναι, έχουμε δημιουργήσει άλμπουμ για τα οποία είμαστε περήφανοι, και παραμένουμε φίλοι και εκτός μπάντας, πράγμα σπάνιο. Πολλές μπάντες βλέπονται μόνο πάνω στη σκηνή και ζουν χωριστές ζωές εκτός αυτής. Για εμάς, εξακολουθεί να είναι διασκεδαστικό. Δεν μοιάζει με δουλειά.

Οι περισσότερες μπάντες αποφεύγουν να μπλέκουν την προσωπική με την επαγγελματική ζωή για να αποτρέψουν εντάσεις.
Esa:
Σωστό, αλλά εμείς είμαστε φίλοι από μικρά παιδιά, οπότε θα ήταν χαζό να τα χωρίσουμε έτσι, δουλειά και φιλία. Δεν θα είχε νόημα. Ίσως αυτό να λειτουργεί για μπάντες με session μουσικούς, αλλά εμείς μεγαλώσαμε μαζί. Είναι αλλιώς…

 

Έχετε περάσει πολλές φάσεις ως AMORPHIS. Ποια εποχή πιστεύετε ότι ορίζει καλύτερα την ταυτότητά σας;
Esa:
Υπάρχουν μερικές! Τα άλμπουμ “Under the Red Cloud” και “Queen of Time” αποτυπώνουν πραγματικά το πώς ακούγονται οι σύγχρονοι AMORPHIS. Αλλά, φυσικά, και τα “Tales…”, “Elegy”, “Eclipse” και “Skyforger” έχουν μεσα τους τα βασικά στοιχεία της μπάντας.
Πάντα προσπαθούμε να εξελισσόμαστε. Έχουμε την παλιά εποχή των ’90s, τα ‘00s και τώρα τη σύγχρονη περίοδο.

Ναι, κάθε φάση δείχνει μια διαφορετική πλευρά των AMORPHIS, αλλά πάντα αναγνωρίζεις τον ήχο τους. Δεν είναι εύκολο αυτό. Ποιο είναι το μεγαλύτερο μάθημα που πήρατε σχετικά με τη μακροβιότητα στη μουσική βιομηχανία;
Esa:
Να περιβάλλεσαι από τους σωστούς ανθρώπους. Ανθρώπους που εμπιστεύεσαι και με τους οποίους έχεις καλή χημεία.
Tomi:
Αυτό ισχύει για τη μπάντα, το management, το crew, τη δισκογραφική, για όλους. Είναι πολύ σημαντικό να έχεις γύρω σου ανθρώπους που εμπιστεύεσαι, ώστε να μπορείς να επικεντρώνεσαι σε αυτό που κάνεις καλύτερα, το να δημιουργείς μουσική.

Φανταστικά. Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας.
Esa:
Ευχαριστούμε, Σάκη, ήταν υπέροχη η κουβέντα.
Tomi:
Ευχαριστώ κι εγώ.

Σάκης Φράγκος
Απομαγνητοφώνηση: Θανάσης Μπόγρης
Φωτογραφίες: Sam Jamsen

A day to remember… 7/11 [DEEP PURPLE]

0
Purple

Purple

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Come taste the band” – DEEP PURPLE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1975
ΕΤΑΙΡΙΑ: Purple Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Martin Birch
ΣΥΝΘΕΣΗ:
David Coverdale – φωνητικά
Tommy Bolin – κιθάρες, φωνητικά, μπάσο
Jon Lord – πλήκτρα
Glenn Hughes – μπάσο, φωνητικά
Ian Paice – drums

That was a …Good company!

Ήταν 21 Ιουνίου του 1975, όταν ο Ritchie Blackmore, επισημοποίησε την αποχώρησή του από τους DEEP PURPLE. Ένα σοκ για την παγκόσμια rock σκηνή. Ακολούθως, στις 7 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς, η μπάντα με νέο κιθαρίστα τον Αμερικανό Tommy Bolin κυκλοφορεί το “Come taste the band”, ουσιαστικά ένα τετράμηνο αργότερα και μόλις ένα τρίμηνο μετά την ένταξη του Bolin στην μπάντα, στις αρχές Αυγούστου. Σε λιγότερο από ένα χρόνο, στα μέσα Μαρτίου του 1976 δηλαδή, οι DEEP PURPLE είχαν διαλυθεί, μετά τις καταστροφικές συναυλίες στην Αγγλία με αποκορύφωμα το δράμα του Liverpool! Μια εντυπωσιακή αλληλουχία γεγονότων τα οποία συνέβησαν με ταχύτητα και οδήγησαν σε χρόνο ρεκόρ μια από τις μεγαλύτερες rock μπάντες της γης, σε μια διαδοχική διαδικασία κατάρρευσης. Από το σοκ της αποχώρησης του Blackmore, στην αναγέννηση, δημιουργία, πτώση και καταστροφή σε λιγότερο από 365 μέρες συνολικά. Συναρπαστικό αν το σκεφτεί κανείς…

Το λεγόμενο το λεγόμενο Mark IV lineup: David Coverdale (φωνητικά), Glenn Hughes (μπάσο και φωνητικά), Jon Lord (πλήκτρα), Ian Paice (drums) και Tommy Bolin (κιθάρα) ήταν απελπιστικά βραχύβιο και τελικά πολύ δυσλειτουργικό όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα. Παρόλα αυτά, κατέχει το δικό του πολύ αξιόλογο μερίδιο στον θρύλο των DEEP PURPLE και μάλιστα μας έδωσε ένα άλμπουμ πολύ διαφορετικό μεν, καθ’ όλα αξιόλογο δε. Είναι επίσης ο τελευταίος δίσκος πριν το διάλυση της μπάντας μέχρι τα χρόνια του reunion και το “Perfect strangers”, και το μόνο με τον Bolin ως μόνιμο μέλος τους. Ηχογραφήθηκε στο Musicland Studios στο Μόναχο, τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1975 με τον Martin Birch μαζί με την μπάντα να κάνει την παραγωγή. Μια μπάντα που δεν λειτουργούσε με τις μηχανές της στο φουλ, αφού κατά την διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους των ηχογραφήσεων ο Glenn Hughes ήταν για αποτοξίνωση στο Λονδίνο και έκανε πολύ λιγότερα φωνητικά, ο Bolin, που ήταν και αυτός εθισμένος, αναγκάστηκε να παίξει και μπάσο ενώ ο Coverdale να ηχογραφεί ξανά και ξανά ώστε να καλύψει τα κενά. “Come taste the band” κύριοι, η πιο δύσκολη κυκλοφορία της μπάντας ever.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…

Όταν ο Ritchie Blackmore έφυγε μετά το “Stormbringer”, οι Coverdale, Hughes, Lord και Paice αποφάσισαν μετα από αρκετή σκέψη να συνεχίσουν. Η πρόταση του Coverdale να αλλάξουν το όνομα της μπάντας σε σκέτο PURPLE ή GOOD COMPANY δεν έπεισε κανέναν (άσε που υπήρχαν και οι BAD COMPANY από την άλλη δηλαδή..) και σκέφτηκαν πιθανούς αντικαταστάτες για την θέση του κιθαρίστα. Αρχικές επιλογές ήταν οι Jeff Beck και Rorry Gallagher. Κανείς όμως από τους δύο δεν ήταν πρόθυμος να μπει στους DEEP PURPLE. Η audition με τον Clem Clempson από τους HUMBLE PIE δεν λειτούργησε και το κενό παράμεινε. Ο Coverdale είχε ακούσει τη δουλειά του Tommy Bolin (Billy Cobham’s SPECTRUM, James Gang, ZEPHYR κ.α) και τον κάλεσε για jam και audition. Ο Bolin, ένα “exotic creature” όπως τον χαρακτήρισε ο Coverdale λόγω της εμφάνισής του, ήταν ένας νεαρός κιθαρίστας που δεν είχε και πολύ σχέση με το hard rock. Ήταν πολύ πιο πολύ fusion και jazz μουσικός, ενώ η σχέση του με τους DEEP PURPLE περιοριζόταν μόνο στο άκουσμα του “Smoke on the water”. Όμως εντυπωσίασε αμέσως με το ευέλικτο στυλ του, ένα μείγμα rock, funk, soul και fusion, κι έτσι πήρε την θέση. Η επιλογή του ήταν συνειδητή και δεν έγινε για να έχουν οι PURPLE έναν κιθαρίστα στο στυλ του Blackmore, αλλά έναν μουσικό που θα έδινε την δυνατότητα για μια νέα κατεύθυνση και νέους μουσικούς ορίζοντες στην μπάντα. Ο Glenn Hughes το λέει ξεκάθαρα: “It would have been ridiculous to get a Ritchie Blackmore clone… Tommy didn’t sound like Blackmore… we fell in love with what Tommy was doing” είχε δηλώσει στο MusicRadar.

Οι ηχογραφήσεις έγιναν 3/8–1/9/1975 στο Musicland studio όπως είπαμε και το αποτέλεσμα ήταν ένα άλμπουμ που εν πολλοίς δεν είχε σχέση με το παρελθόν της μπάντας. Ήταν μεν ο Paice και ο Lord εκεί, αλλά οι επιρροές και η κυριαρχία των Coverdale, Hughes και Bolin είχαν μετατρέψει τους DEEP PURPLE από ένα στιβαρό και επιθετικό hard rock σχήμα σε μια μπάντα που ακούγονταν πια πιο πολύ funk rock, πιο πολύ soul, πιο πολύ rock n’ roll και πιο πολύ groovy γενικότερα. Ήταν άσχημο αυτό; Δεν ήταν, αντίθετα ήταν μια χαρά, αλλά μάλλον δεν ήταν και πολύ DEEP PURPLE όπως τουλάχιστον τους γνωρίζαμε και αυτοί είχαν ορίσει τον 70s hard rock ήχο που θα οριοθετούσε σε μεγάλο βαθμό και το heavy metal. Από την άλλη δεν μπορείς να παραπονεθείς όταν μουσικοί τέτοιου βεληνεκούς ξεδιπλώνουν το ταλέντο τους και προσφέρουν τόσο καλή μουσική. Άλλωστε οι ρίζες της πρώτης φάσης των WHITESNAKE (μέχρι το “Saints and sinners” δηλαδή), εδώ είναι ξεκάθαρα διακριτές και δεν γίνεται να σου αρέσουν τα “Come and get it” ή “Lovehunter” για παράδειγμα και να μην σου αρέσει το “Come taste the band” που περιέχει τραγούδια όπως “Coming home”, “Ι need love” ή το “Lady luck” για παράδειγμα. Όπως πάντως και να το κάνουμε, για μια κυκλοφορία που φέρει το όνομα DEEP PURPLE και μάλιστα το 1975, τουλάχιστον «τολμηρό» θα μπορούσα να χαρακτηρίσω το “Come taste the band”.

Βέβαια κατά την προσωπική μου άποψη το άλμπουμ μας δίνει δύο από τις κορυφαίες στιγμές στην ιστορία της μπάντας και ακόμα μια συναρπαστική στιγμή, κάτι σαν bonus:

Οι δυο στιγμές:

“You keep on moving”, γραμμένο από το 1974, μελωδικό, συναισθηματικό, η κορυφαία ever στιγμή του ντουέτου Hughes/Coverdale που εδώ γράφει ιστορία. Η ατμόσφαιρα είναι σχεδόν τελετουργική, οι φωνές δένουν τέλεια, και το κιθαριστικό solo του Bolin έχει κάτι από μια απόλυτα μελαγχολική ομορφιά. Κλείνει το άλμπουμ με ένα αίσθημα λύτρωσης αλλά και επί της ουσίας αποχαιρετισμού, αφού αυτές εδώ ήταν οι τελευταίες νότες που ακούσαμε από αυτή τη σύνθεση και οι τελευταίες γενικότερα των DEEP PURPLE για εκείνη την περίοδο .

“This time around”, τρομερά συναισθηματικό αλλά πολύ διαφορετικό σε ύφος, είναι μια soul/rock μπαλάντα με γλυκόπικρη ερμηνεία του Hughes και άρτια συνεργασία με τον Lord. Ο συνδυασμός των δύο δημιουργεί μια στιγμή καθαρής μαγείας και ανατριχιάζεις μόνο που τους ακούς… Το πιο συγκινητικό σημείο του δίσκου νομίζω.

Και το …bonus!

Το “Owed to ‘G’”, ένα instrumental tour de force του Bolin, ένα jazz rock έπος που αναδεικνύει τη δεξιοτεχνία του. Αν θέλετε ένα καλό δείγμα της αξίας του Bolin, στο “Owed to G” θα βρείτε ότι ακριβώς ψάχνετε.

Αν είχαν ολοκληρώσει και το “Same in L.A.” θα ήταν ακόμα ένα ατού για το άλμπουμ, αλλά τουλάχιστον μπήκε στην επετειακή του έκδοση.

Κατά την κυκλοφορία του (Νοέμβριος 1975) οι κριτικές ήταν μικτές: κάποιοι επαίνεσαν την φρεσκάδα και το παίξιμο του Bolin, οι πιο πολλές όμως υπογράμμισαν, όχι άδικα, ότι δεν είναι μια κυκλοφορία των DEEP PURPLE όπως τους ξέραμε. Η επιτυχία του άλμπουμ δεν ήταν η αναμενόμενη και αυτό φυσικά δεν είναι περίεργο, μιας και η μουσική στροφή που είχε ήδη φανεί από το “Stormbringer” είχε ολοκληρωθεί με θεαματικό τρόπο, η φυγή του Blackmore και η εμφάνιση ενός τόσο διαφορετικού κιθαρίστα στην θέση του, έφεραν σε φανερή αμηχανία το κοινό τους. Το κακό όμως δεν ήταν αυτό. Αυτό σε ένα παράλληλο σύμπαν θα μπορούσε να έχει διορθωθεί εάν η μπάντα είχε τον χρόνο με το μέρος της και θα ήταν σε θέση να κάνουν ακόμα μια προσπάθεια. Όμως οι καταστάσεις εντός του συγκροτήματος δεν ήταν αυτές που θα επέτρεπαν μια δεύτερη ευκαιρία σε αυτή την σύνθεση.

Τα βασικά προβλήματα που προέκυψαν εντός του συγκροτήματος συνοψίζονται πρώτον στην βαρύτατη χρήση οπιούχων ουσιών και ηρωίνης από τον Bolin, κάτι που η μπάντα γνώριζε, αλλά όχι τον βαθμό που διαπίστωσαν αργότερα. Δεύτερον, στην έντονη χρήση κοκαΐνης από τον Hughes. Τρίτον στην εξουθένωση τους από τις συνεχείς εμφανίσεις και περιοδείες. Τέταρτον στο ότι ο Bolin, μην έχοντας καμία επαφή με το παρελθόν της μπάντας, δυσκολεύτηκε πολύ να προσαρμοστεί και να μάθει το παλιό ρεπερτόριο, η χρήση ουσιών δεν βοηθούσε κιόλας… Πέμπτο, ότι έγιναν κάτι …αλλαξοκωλιές εσωτερικά στο συγκρότημα, μιας και η κοπέλα του Bolin έμπλεξε με τον Hughes, αλλά και η κοπέλα του Hughes έμπλεξε με τον …Lord!

Η περιοδεία για το “Come taste the band” ξεκίνησε από την Χαβάη και προχώρησε προς την Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία με αρχικά πολύ επιτυχία. Από την Ινδονησία όμως και μετά, τα πράγματα πήραν άσχημη τροπή για τους λόγους που αναφέραμε πιο πάνω και σημαδεύτηκε από εμφανίσεις μέτριες έως και καταστροφικές. Ήδη από την Ινδονησία ο Bolin είχε πρόβλημα λόγω χρήσης μολυσμένης σύριγγας και κακής ποιότητας ηρωίνης, με το ένα του χέρι, και το πρόβλημα γενικεύτηκε κατά τις εμφανίσεις τους στην Ιαπωνία όπου η μπάντα έπαιζε σχεδόν χωρίς κιθαρίστα και τα μέρη της κιθάρας τα έπαιξε στα πλήκτρα ο Lord. Από την τελευταία τους εμφάνιση εκεί, μπορείτε να ακούσετε το “Last concert in Japan” το οποίο αποτυπώνει σε μεγάλο βαθμό της κατάσταση των DEEP PURPLE εκείνη την περίοδο. Ακολούθησε η περιοδεία τους στην Αμερική, όπου σε δύο μήνες μέσα έδωσαν τριάντα (!) show και ακολούθως η μπάντα έπρεπε να κάνει ένα διάλειμμα. Οι manager όμως, ενώ στο σχέδιο ήταν να ξεκουραστεί επιτέλους το συγκρότημα μέχρι το καλοκαίρι, τον Μάρτιο του 1975 έκλεισαν ακόμα πέντε εμφανίσεις στην Αγγλία.

Αυτό ήταν και το μοιραίο χτύπημα για μια μπάντα που ήταν σε κακή κατάσταση, είχε χάσει την εμπιστοσύνη στον εαυτό της, ήταν εξαντλημένη και αφόρητα πιεσμένη από το βάρος του ονόματός της. Το κοινό στην πατρίδα τους δεν ήταν τόσο ανεκτικό όσο το αντίστοιχο της Αμερικής ή της Αυστραλίας. Εκεί ακόμα ο Blackmore ήταν ένας ήρωας κι ο Bolin απλά ένας Αμερικανός στην ιερή του θέση. Η κατάσταση ήταν άσχημη και η αντιμετώπιση του Bolin, την έκανε ακόμα χειρότερη. Τα πράγματα έγιναν οριακά όταν και ο Hughes από την χρήση ουσιών ήταν αλλού γι’ αλλού, ούτε για τα encore δεν ήταν ικανός να βγει στην σκηνή και τον έσερνε έξω ο Lord! Το κύκνειο άσμα και τραγικό τέλος, ήρθε αμέσως μετα την τραγική τους εμφάνιση στο Λίβερπουλ στις 15 Μαρτίου στο Liverpool Empire Theatre, όπου οι Lord και Paice πληροφόρησαν τον Coverdale ο οποίος τους είπε ότι θέλει να παραιτηθεί, πως δεν γίνονταν αυτό, μιας και πια δεν υπήρχε μπάντα από την οποία θα μπορούσε να φύγει… Είχε έρθει το τέλος… Στο μεταξύ ο Bolin …δεν είχε καταλάβει και πολλά και τις επόμενες μέρες δήλωνε ότι θα έμπαιναν στο στούντιο να γράψουν το επόμενο τους άλμπουμ.. ήταν Μάρτιος του 1976 και ο φτωχός λίγους μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο, σε ηλικία μόλις 25 ετών θα πλήρωνε πολύ ακριβά τους εθισμούς του και τις κακές συνήθειες του.

Το “Come taste the band” είναι σαν ένα ποτό που καίει αλλά σε κάνει να νιώθεις ζωντανός. Δεν είναι το πιο “DEEP PURPLE” άλμπουμ, αλλά είναι σίγουρα ειλικρινές, γεμάτο πάθος, αυτοκαταστροφή, groove και ψυχή, ήταν μια τελευταία πρόποση πριν τη σιωπή.

Δημήτρης Σειρηνάκης

The Exploited και στη Θεσσαλονίκη! Special Guests Ομίχλη! Σάββατο 28 Μαρτίου 2026 στο Principal

0
Exploited

Exploited

The Exploited (UK) live στην Θεσσαλονίκη

45 Years of Punk’s Not Dead Tour 2026

Σάββατο 28 Μαρτίου 2026 | Principal Club Theater, Θεσσαλονίκη

Special guests: Ομίχλη

Τα εισιτήρια κοστίζουν 23 ευρώ (περιορισμένη προπώληση), 25 ευρώ (προπώληση), 28 ευρώ (ταμείο).

Προπωληση πραγματοποιείται μέσω της more.com και του δικτύου καταστημάτων της, όπως και σύντομμα στα καταστήματα The Nephilim και Alone Records.

Online προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/music/the-exploited-omixli-2026

Facebook Event https://www.facebook.com/events/2050151805719194

Στις 29 Μαρτίου οι The Exploited θα εμφανιστούν και στην Πάτρα στο Frida!
https://cometogether.live/event/3913/the-exploited-uk-live-sthn-patra

Οι The Exploited επιστρέφουν στην Ελλάδα για να γιορτάσουν 45 χρόνια ασυμβίβαστης punk τραγουδοποιίας και στάσης ζωής. Το συγκρότημα που με το Punks Not Dead (1981) όρισε μια ολόκληρη εποχή, έρχεται στη Θεσσαλονίκη για μια εμφάνιση που -όπως και κάθε προηγούμενη- θα αναδείξει τη δύναμη, την ωμότητα και τον κοινωνικό σχολιασμό που χαρακτήρισαν τη βρετανική punk σκηνή των αρχών της δεκαετίας του ’80.

Ιδρυμένοι το 1979 από τον Wattie Buchan, οι Exploited υπήρξαν από την πρώτη στιγμή φωνή της οργής και της απογοήτευσης μιας γενιάς που ένιωθε προδομένη από το σύστημα. Με αιχμηρούς in-your-face στίχους και έναν ήχο που συνδύαζε το αγνό, ανόθευτο punk με thrash και hardcore στοιχεία, έγιναν σημείο αναφοράς για την underground μουσική σκηνή των δεκαετιών που ακολούθησαν, επηρεάζοντας δεκάδες συγκροτήματα. Τα albums Troops of Tomorrow (1982), Let’s Start a War… (1983) και Death Before Dishonour (1987) που ακολούθησαν, καθιέρωσαν το συγκρότημα ως έναν από τους πιο συνεπείς και επιδραστικούς εκπροσώπους του είδους και όχι άδικα!

Πιστοί στην DIY ηθική και τη ριζοσπαστική τους στάση, οι The Exploited παρέμειναν στο προσκήνιο για ένα τρελό σερί τεσσάρων δεκαετιών, περιοδεύοντας ασταμάτητα ανά τον κόσμο, και διατηρώντας ταυτόχρονα τον σκληρό ιδεολογικό πυρήνα, την κοινωνική, αλλά και την μουσική ταυτότητά τους. Η σκηνική παρουσία του Wattie Buchan, αυτού του άκρως αφοσιωμένου frontman αποτέλεσε σημείο αναφοράς για το είδος και για πολλούς, μια ηχηρή πολιτική δήλωση που εκφραζόταν επί σκηνής.

Έχοντας στη φαρέτρα τραγούδια όπως τα “Army Life”, “Sex and Violence”, “Dogs of War” και “Beat the Bastards”, οι Exploited προσφέρουν διαπιστευμένα ιδρωμένες, high energy συναυλιακές συγκινήσεις, σε κάθε ζωντανή τους εμφάνιση! Οι εν Ελλάδι συναυλίες του Μαρτίου θα είναι μια αναδρομή στην πολυτάραχη πορεία και πολυπληθή δισκογραφία τους και ταυτόχρονα μια επιβεβαίωση ότι το punk δεν ήταν ποτέ μόδα, παρά μια διαρκής πράξη αντίστασης.

Ναι, 45 χρόνια μετά, το σύνθημα “Punk’s Not Dead” εξακολουθεί να ηχεί επίκαιρο, όχι ως νοσταλγία για μια εποχή που πέρασε, αλλά ως ζωντανή υπενθύμιση ότι ο χρόνος δεν αλλοίωσε ποτέ το αληθινό punk! Beat the Bastards!

Οι Clutch έρχονται στο FLOYD – 23.05.2026

0
Clutch

Clutch

Οι Clutch επιστρέφουν στην Αθήνα, το Σάββατο 23 Μαΐου, στο Floyd Live Music Venue, για μια βραδιά  καταιγιστικού και παθιασμένου rock ‘n’ roll! 

Την Πέμπτη 21 Μαΐου, η μπάντα θα εμφανιστεί στο Principal Club Theater, στη Θεσσαλονίκη.

Η προπώληση ξεκινά την Παρασκευή 7 Νοεμβρίου, στις 10:00, προς 39€ και για συγκεκριμένο αριθμό εισιτηρίων. Οι επόμενες φάσεις θα ανακοινωθούν στην πορεία.

Διάθεση:
Τηλεφωνικά στο 2117700000 / Online more.com / Φυσικά σημεία: https://www.more.com/el/physical-spots/

Οι Clutch δημιουργήθηκαν το 1991, στο Maryland των ΗΠΑ. Σε μια πορεία που, όταν έρθουν ξανά στην Ελλάδα, θα έχει συμπληρώσει 35 χρόνια, το lineup της μπάντας παραμένει αδιαπραγμάτευτα σταθερό: Tim Sult (κιθάρα), Dan Maines (μπάσο), Jean-Paul Gaster (ντραμς) και, βέβαια, Neil Fallon (φωνή, κιθάρα) αποτελούν την τετράδα-μηχανή που παράγει ένα “διαβολικό” groove ‘n’ roll και ενώνει το heavy rock με τα blues και άλλα, φαινομενικά ετερόκλητα, στοιχεία που – στον πλανήτη των Clutch – μοιάζουν απόλυτα φυσιολογικά.

Από το ντεμπούτο άλμπουμ τους μέχρι σήμερα, παραμένουν απόλυτα προσηλωμένοι σε αυτό που κάνουν, ξεπερνώντας συνεχώς τον εαυτό τους και μεγαλώνοντας, εμπορικά και καλλιτεχνικά, με κάθε νέο τους βήμα.

Εκεί που πραγματικά μεγαλουργούν είναι η σκηνή, αφού πρόκειται για μια μπάντα που ζει για να δίνει συναυλίες, μπροστά σε οπαδούς κάθε ηλικίας. Στη χώρα μας το έχουμε διαπιστώσει πολλές φορές και το ίδιο θα συμβεί και σε αυτή την πολυαναμενόμενη επιστροφή τους, τέσσερα χρόνια μετά την σπουδαία εμφάνισή τους στο Release Athens!

Ετοιμαστείτε για μια βραδιά απόλαυσης με “Electric Worry”, “The Regulator”, “The Mob Goes Wild”, “X-Ray Visions”, “Earth Rocker”, “A Quick Death in Texas”, “Red Alert (Boss Metal Zone)” και “We Strive For Excellence”, “How to Shake Hands”, “Burning Beard”, “The Wolf Man Kindly Requests…” και πολλά ακόμα.

 

Follow Clutch

Official Website | Facebook  |  Instagram | YouTube


Follow Floyd

Official Website | Facebook  |  Instagram |  TikTok   | YouTube

Floyd live music venue: Πειραιώς 117, Γκάζι, Αθήνα, πλησίον του Στ. Μετρό Κεραμεικός / Τηλ. 210 3416706

A day to remember… 6/11 [SYMPHONY X]

0
Symphony X

Symphony X

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The damnation game” – SYMPHONY X
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Inside Out (Ευρώπη) / Zero Corporation (Ιαπωνία)
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Michael Romeo, Steve Evetts, Eric Rachel
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Κιθάρα – Michael Romeo
Φωνητικά – Russell Allen
Πλήκτρα – Michael Pinella
Τύμπανα – Jason Rullo
Μπάσο – Thomas Miller

Το progressive metal είχε αρχίσει να είναι στα φόρτε του κι εγώ αγόραζα μανιωδώς οτιδήποτε έστω και από το εξώφυλλο μου μύριζε prog. Κάπως έτσι βρήκα το “The damnation game” των SYMPHONY X 20 χρόνια πίσω κι αφού το ντεμπούτο τους είχε βγει μόνο στην Ιαπωνία μέχρι τότε, το μόνο που ρώτησα τον πωλητή ήταν: «είναι progressive;» και στην καταφατική του απάντηση, το αγόρασα χωρίς δεύτερη κουβέντα… Το πρώτο που κάνει εντύπωση, είναι οι εκπληκτικές κιθάρες του Michael Romeo, που είχαν αυτό που πάντα ήθελα από τον Malmsteen, δηλαδή περισσότερο όγκο στον ήχο του.

Neoclassical progressive, στα καλύτερά του από τους SYMPHONY X, που στη συνέχεια γιγαντώθηκαν, αλλά τότε ακούγοντας το “The edge of forever”, την απαρχή ουσιαστικά από τις ασύλληπτες «ημι-μπαλάντες» (όπως το “The accolade” και τόσα άλλα μνημεία της μουσικής μας), έπαθα κοκομπλόκο. Δεν ήταν τυχαίο ότι στη ραδιοφωνική εκπομπή που είχα, το συγκεκριμένο κομμάτι έπαιζε σχεδόν κάθε εβδομάδα για αρκετούς μήνες!!! Ουσιαστικά από το άλμπουμ ξεχωρίζει το τρίπτυχο “The edge of forever”, “The haunting” (καρακλασικό ύφος SYMPHONY X) και το “The winter’s dream” που κλείνει το άλμπουμ. Από εκείνη τη φουρνιά των συγκροτημάτων, οι SYMPHONY X ήταν ένα από τα ελάχιστα που μπορούσαν να παίζουν υπερτεχνικά, αλλά να έχουν και κολλητικές μελωδίες.

Σ’ εκείνο το άλμπουμ, υπήρχαν στιγμές που δεν το κατάφερναν εντελώς, αφού άλλοτε ακούγονταν cheesy κι άλλοτε απλά υπερβολικοί, αλλά είχαν τεθεί οι βάσεις. Μεγάλο όπλο, εκτός από τον Romeo, ο Russell Allen, που ανέλαβε τα φωνητικά στη θέση του μετριότατου Rod Tyler, ο οποίος είναι αρκετά νεαρός και άγουρος τότε, αλλά έδειχνε ότι επρόκειτο για κορυφαίο τραγουδιστή. Όσο για τους υπόλοιπους παίχτες, ιδιαίτερα ο Pinella στα πλήκτρα και ο Rullo στα ντραμς, αποδείχτηκαν «λίρα εκατό», συνεχίζοντας μέχρι σήμερα στο σχήμα και βοηθώντας το τα μέγιστα να βρίσκεται στην ελίτ του prog metal, με χαρακτηριστική άνεση.

Πολύ ανώτερο από το ντεμπούτο (που ήταν σχετικά απογοητευτικό, να λέμε την αλήθεια), κάνει εντύπωση πως μέσα σε τόσους λίγους μήνες, βρέθηκε τόση έμπνευση μαζεμένη (αφού το “The damnation game” βγήκε λίγους μήνες μετά το “Symphony X”), δεν είναι όμως και το τόσο καλά κρυμμένο διαμάντι του prog metal. Ούτε καν στους 5 καλύτερους δίσκους του γκρουπ. Δείχνει όμως από πού ξεκίνησαν όλα και τέθηκαν οι βάσεις για το κολοσσιαίο υπερδημιούργημα που ακούει στο όνομα “The divine wings of tragedy”, το οποίο κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα.

Πόσο μας λείπουν οι SYMPHONY X, αλήθεια…

Σάκης Φράγκος

CORONER interview (Tommy Vetterli)

0
Coroner
Photo by Manuel Schuetz
Coroner
Photo by Manuel Schuetz

“Renewal of our mind”

Αν δεν υπήρχε ορισμός για την έννοια του αναπάντεχα καλού reunion δίσκου, αυτός θα πήγαινε σίγουρα στο “Dissonance theory” των CORONER. Φυσικά περιμέναμε ένα πολύ καλό άλμπουμ, αυτό όμως που ακούσαμε ήταν πραγματικά ασύλληπτο… Και μάλιστα 32 χρόνια μετά το “Grin” του 1993 και δύο εμφανίσεις στη χώρα μας (Αθήνα και Ηράκλειο Κρήτης). Ο Σάκης Φράγκος, έκανε meeting με τον Κώστα Αλατά, οι λίγες ερωτήσεις του οποίου, γέμισαν δύο σελίδες, κάνοντας το έργο ακόμα πιο εύκολο (;), προσπαθώντας να ρωτήσουμε όσο το δυνατό περισσότερα πράγματα στο μισάωρο που είχαμε στη διάθεσή μας. Κυρίες και κύριοι, ο Tommy Vetterli…

 

Λοιπόν, έχουμε εδώ τον Tommy Vetterli από τους CORONER. Γεια σου Tommy, καλώς ήρθες στο Rock Hard Greece.
Γεια σου, ευχαριστώ για την πρόσκληση, φίλε μου. Είναι χαρά μου.

Είχαμε κάνει μία συνέντευξη πριν από 11 ή 12 χρόνια και τότε συζητούσαμε για την πιθανότητα ενός νέου άλμπουμ των CORONER, λίγο πριν από την προηγούμενη συναυλία σας, την οποία προωθούσα στην Αθήνα. Και να υποθέσουμε ότι αυτό είναι, θεωρητικά, το δικό σας “Hysteria” των DEF LEPPARD, ας πούμε;
Ναι, ίσως να είναι περισσότερο το δικό μας “Chinese Democracy”, ξέρεις. Θέλαμε να το ονομάσουμε “Reborn too Late”.

Και να το συνδέσετε με το παρελθόν. Όπως το “Reborn Through Hate”. Χαχαχα! Οπότε, σκεφτήκατε ποτέ να αφήσετε το παρελθόν ως έχει; Πόσο δύσκολη ήταν η απόφαση να πάρετε το ρίσκο να επιστρέψετε με ένα νέο άλμπουμ, μετά από τόσα χρόνια που λέγατε ότι δουλεύετε πάνω σε νέο υλικό και τέτοια;
Ναι, εννοώ, όταν ξεκινήσαμε την επανένωση το 2011, απλώς θέλαμε να παίξουμε μερικά live, μερικά φεστιβάλ, μερικές μικρές περιοδείες και τέτοια. Και ο Marky ποτέ δεν ήθελε να κάνουμε άλμπουμ. Πίστευε, “όχι, θα καταστρέψουμε την κληρονομιά μας” και τέτοια. Αλλά μετά από δύο χρόνια με φεστιβάλ και περιοδείες, ο Marky είχε κουραστεί και ήθελε να φύγει από το συγκρότημα έτσι κι αλλιώς. Οπότε μίλησα με τον Ron και του είπα, όχι, δεν θέλω να σταματήσω τώρα. Περνάω πολύ καλά. Αλλά τότε ήταν ξεκάθαρο ότι έπρεπε να γράψουμε νέο υλικό. Είναι περίεργο να παίζεις τα ίδια παλιά κλασικά για χρόνια.

Photo by Manuel Schuetz

Ποια ήταν τα εμπόδια σε αυτή τη διαδρομή; Γιατί αρχίσατε να γράφετε τραγούδια το 2015.
Σωστά. Υπογράψαμε το δισκογραφικό συμβόλαιο το 2014 και τότε άρχισα να δουλεύω πάνω σε αυτό το 2015, αλλά μετά η ζωή μπήκε στη μέση. Συνέβησαν πολλά πράγματα. Πέθαναν άνθρωποι, όπως ο πατέρας μου, ο πατέρας του Ron, εγώ πέρασα ένα διαζύγιο, ήρθε ο γαμ**ένος COVID. Και νομίζω ότι το βασικό μου πρόβλημα ήταν η καθημερινή δουλειά μου ως παραγωγός — μετά από ολόκληρη μέρα δουλεύοντας με μια άλλη μπάντα, δεν μου έμενε καθόλου δημιουργικότητα. Αυτό ήταν το κύριο πρόβλημά μου. Και ακόμα κι όταν είχα λίγες μέρες ελεύθερες, το να γράψω εδώ ήταν αδύνατο, γιατί με αποσπούσαν όλα. Έβλεπα δουλειές που έπρεπε να γίνουν σε κάθε γωνιά του στούντιο. Οπότε δούλευε μόνο όταν έπαιρνα μια εβδομάδα άδεια και πήγαινα μόνος μου στα βουνά της Ελβετίας — τότε άρχισαν να ρέουν οι ιδέες. Αλλά μπορούσα να το κάνω μόνο για λίγες μέρες ή μια εβδομάδα. Μετά έπρεπε να επιστρέψω στο στούντιο γιατί ερχόταν η επόμενη μπάντα. Ήταν πολύ δύσκολο για μένα. Ίσως είχα και ένα μικρό πρόβλημα αναβλητικότητας — κατά τη διάρκεια του COVID, είχα χρόνο να γράψω αλλά δεν είχα διάθεση. Επικεντρώθηκα σε άλλα πράγματα. Έφτιαχνα ένα τεράστιο pedalboard. Ίσως φοβόμουν κιόλας λίγο να κάνω αυτό το άλμπουμ. Και έτσι πήρε πολύ χρόνο το γράψιμο, γιατί βαριέμαι πολύ εύκολα τον εαυτό μου. Έπρεπε πάντα να νιώθω αυτό το ιδιαίτερο συναίσθημα όταν έγραφα ένα riff. Ίσως από 30 ή 50 riffs, μόνο ένα να κατέληγε στο άλμπουμ, κάτι τέτοιο. Ήταν λίγο εμμονικό, ίσως, αλλά νομίζω ότι άξιζε. Τα τραγούδια είχαν χρόνο να ωριμάσουν. Νομίζω ότι αυτό είναι καλό.

Μόλις ανέφερες ότι φοβόσουν να κυκλοφορήσεις νέο υλικό.
Ναι, ίσως.

Πάντα αντιμετώπιζες τον πειραματισμό ως φυσικό κομμάτι της μουσικής σου και όχι ως αυτοσκοπό. Πώς μπορείς, μετά από περισσότερα από 30 χρόνια, να κρατήσεις αυτό το πειραματικό πνεύμα αυθεντικό, όταν ο κόσμος το περιμένει από εσένα; Και ταυτόχρονα να παρουσιάσεις κάτι φρέσκο και διαφορετικό από το παρελθόν σου. Αυτό ήταν που σε φόβισε;
Ναι, πιθανόν. Σκέφτηκα πολύ το πώς έπρεπε να είναι αυτό το άλμπουμ. Περισσότερο σαν συνέχεια του “Grin”, το οποίο αρέσει σε πολλούς, αλλά άλλοι προτιμούν τα τρία πρώτα άλμπουμ. Και κατάλαβα πολύ γρήγορα ότι δεν έχει νόημα, γιατί είμαι τελείως διαφορετικός άνθρωπος σήμερα. Οπότε απλώς άρχισα να γράφω. Και πάντα έλεγα στον Ron, ή συζητούσαμε, ότι θα γράψουμε αυτό το άλμπουμ για εμάς, όπως κάναμε και στο παρελθόν. Πάντα γράφαμε πρώτα για εμάς, όχι για το κοινό. Ίσως γι’ αυτό η μουσική μας ακούγεται κάπως περίεργη καμιά φορά, υποθέτω.

Το δελτίο τύπου αναφέρει ότι κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων ένιωσες ότι κάτι έλειπε. Κάτι σαν μια φρέσκια ή κριτική ματιά. Τι σε έκανε να ζητήσεις βοήθεια; Και ήταν πρόβλημα αυτή η βοήθεια;
Ένιωθα λίγο μόνος. Έγραψα τα πάντα μόνος μου. Δούλεψα στα drum beats με τον Diego (σ.σ. ντράμερ του σχήματος). Και πάντα του άρεσαν οι ιδέες μου. Είχα την αίσθηση ότι χρειάζομαι να δουλέψω με κάποιον που εμπιστεύομαι 100%, έναν επαγγελματία μουσικό. Έτσι ζήτησα τη βοήθεια του καλού μου φίλου Dennis Russ. Δουλεύουμε μαζί στο στούντιο σχεδόν μια δεκαετία. Τον φέρνω όταν μια μπάντα έχει πρόβλημα με τους στίχους ή τη σύνθεση και εγώ δεν έχω χρόνο γιατί δουλεύω σε άλλο project. Είναι σαν τον Mr. Wolf στο “Pulp Fiction”. Έρχεται, τα ελέγχει όλα και λέει “οκ, αυτό λειτουργεί, αυτό όχι”. Εμπιστευόμαστε ο ένας τον άλλον απόλυτα. Ήμουν σίγουρος ότι αν θεωρούσε κάτι όχι καλό, θα μου το έλεγε. Αρχικά τον κάλεσα επειδή είναι Αμερικανός και χρειαζόμουν βοήθεια με τους στίχους. Στο παρελθόν, ο Mark έγραφε όλους τους στίχους, αλλά είχε και τη βοήθεια ενός Αμερικανού φίλου. Γιατί, αν τα αγγλικά δεν είναι η μητρική σου γλώσσα, είναι πολύ δύσκολο να γράψεις κάτι έστω και μισοέξυπνο. Έτσι, όλα τα μέλη της μπάντας άρχισαν να γράφουν λίγο στίχους και δεν ήταν κακοί, ήταν εντάξει. Αλλά για μένα, δεν ταίριαζαν με το βάρος της μουσικής και δεν ταίριαζαν με αυτό που είχα στο μυαλό μου. Ήθελα να υπάρχει μια αφήγηση ανάμεσα στη μουσική και στους στίχους. Όταν συμβαίνει κάτι στη μουσική, να συμβαίνει και στους στίχους, κάτι τέτοιο. Ήθελα απλώς να αλλάξω λίγο τους στίχους προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά με τον Dennis καταλάβαμε ότι δεν είχε νόημα. Έπρεπε να γράψουμε από την αρχή. Υπάρχουν μπάντες με εξαιρετική μουσική που τραγουδούν για σφαγμένους δράκους και μάχες. Οκ, μπορείς να το κάνεις αυτό, είναι διασκέδαση, αλλά δεν είναι για εμάς.

Επέλεξες επίσης να συνεργαστείς με τον Jens Bogren για το τελικό mix και το mastering. Σε οδήγησε εκεί η ίδια ανάγκη ή απλώς ήθελες κάποιον πιο, ας πούμε, σχετικό ή με ουσιαστική εμπειρία στον σύγχρονο metal ήχο; Κάπως όπως έκαναν, για παράδειγμα, οι CELTIC FROST με το “Monotheist” και τον Peter Tägtgren;
Όχι, όχι, όχι, όχι. Δεν με ενδιέφερε καθόλου αυτό. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο να κάνω το mix μόνος μου, κάνω mix για άλλες μπάντες, έχω πολλή εμπειρία. Αλλά όταν έφτασα στο τέλος των ηχογραφήσεων, ξεκινούσα κάθε riff από την αρχή. Είχα ηχογραφήσει τα πάντα, ήταν πραγματικά παραγωγή σε βάθος. Ακουγόταν σχεδόν τελειωμένο χωρίς κανένα plug-in. Ήμουν εμμονικός. Μου πήρε σχεδόν τρεις εβδομάδες να βρω τον ήχο κιθάρας που ήθελα στο στούντιο, γιατί ήθελα κάτι φρέσκο για μένα. Και ναι, στο τέλος σκέφτηκα, οκ, τώρα δεν μπορώ άλλο να ακούω τα τραγούδια. Ήρθε η ώρα να το κάνει κάποιος άλλος. Έψαξα λοιπόν για έναν που να κάνει mix μουσικά, για τη μπάντα και για το τραγούδι, και όχι για τον δικό του ήχο. Είχα συνεργαστεί με τον Jens παλιότερα. Είχε κάνει mix σε δύο άλμπουμ των ELUVEITIE που είχα παράγει και ηχογραφήσει. Οπότε ήξερα ότι θα ήταν η σωστή επιλογή για αυτή τη δουλειά, γιατί ο ήχος ήταν ήδη εκεί, στο 95%. Όταν τον ενημέρωνα, του είπα “καλύτερα να μην αγγίξεις τις κιθάρες μου. Είναι ακριβώς όπως θέλω να είναι”. Αλλά είχα πρόβλημα με τα keyboards, γιατί υπάρχουν πολλά keyboards στο άλμπουμ. Όταν κάναμε το πρόχειρο mix με τον Dennis, λέγαμε, “είναι πολύ δυνατά. Δεν είμαστε καμία γαμ**ένη symphonic metal μπάντα”. Ήταν τρέλα, και ξέρεις, το να το δώσεις σε κάποιον με φρέσκια ματιά όπως ο Jens — το έκανε πολύ μουσικά. Μερικές φορές είναι πολύ δυνατά τη σωστή στιγμή και μερικές φορές τα εξαφάνισε τελείως. Νομίζω ότι ήταν η καλύτερη επιλογή να το δώσουμε στον Jens. Έκανε εξαιρετική δουλειά και ανέβασε όλο το πράγμα σε άλλο επίπεδο. Είμαι υπερβολικά ευχαριστημένος.

Στη συλλογή “The Coroner” του 1995, στα ντραμς ήταν ο Peter Haas, με τον οποίο είχες συνεργαστεί στους CLOCKWORK. Σκέφτηκες να του ζητήσεις να επιστρέψει στα ντραμς μετά την αποχώρηση του Marky;
Όχι, όχι στην πραγματικότητα. Ο Peter Haas είναι φοβερός ντράμερ. Αλλά στο μεταξύ, είχα ήδη δουλέψει πολύ με τον Diego. Ο Diego ήταν session drummer εδώ στο στούντιό μου για πολλά projects. Είναι πολύ ευέλικτος, μπορεί να παίξει κάθε είδος και ήμουν απλώς συνηθισμένος να δουλεύω μαζί του. Παίξαμε επίσης μαζί στους 69 CHAMBERS, και από την πρώτη φορά που παίξαμε, ένιωσα σαν να παίζαμε μαζί χρόνια. Είχαμε αυτή τη μοναδική χημεία. Οπότε ήταν ξεκάθαρο ότι θα τον ρωτούσα πρώτα. Ο Peter Haas θα ήταν κι εκείνος προφανής επιλογή, βέβαια. Είναι φοβερός.

Photo by Grzegorz Golebiowski

Η απουσία του εμβληματικού λογότυπου με το κρανίο από το εξώφυλλο του “Dissonance Theory” είναι πολύ αισθητή. Τι θέλατε να εκφράσετε με αυτή την επιλογή και είχε να κάνει με την απουσία του Marky, δεδομένου ότι το λογότυπο είναι ιστορικά και αισθητικά δεμένο μαζί του;
Ναι, φυσικά. Δηλαδή, στο αρχικό λογότυπο υπάρχουν μέσα τα stage names. Και φυσικά είναι και το όνομα του Marky. Για να είμαι ειλικρινής, ό,τι κι αν δοκιμάσαμε, όπως το “Diego Rapacchietti”, ήταν πολύ μακρύ. Δεν χωρούσε εκεί. Ό,τι κι αν δοκιμάσαμε, φαινόταν χειρότερο από το πρωτότυπο. Αυτός ήταν ένας λόγος που αποφασίσαμε να μην το βάλουμε στο εξώφυλλο. Και ο άλλος λόγος είναι ότι πρόκειται για ένα νέο ξεκίνημα. Κρατήσαμε κάποια στοιχεία, όπως τη μαύρη γραμμή, φυσικά την κρατήσαμε, αλλά το λογότυπο, νομίζω, έχει κάτι λίγο “κιτς”. Είναι πιο καθαρό χωρίς αυτό, και τελικά το προτίμησα έτσι.

Δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι τα σόλο κιθάρας σου είναι το αποκορύφωμα του νέου άλμπουμ.
Ευχαριστώ.

Φαίνεται πως γενικά προτιμάς την προσέγγιση του “less is more”. Τα σόλο σου είναι γεμάτα ένταση, τεχνική και συναίσθημα, αλλά παραμένουν ουσιαστικά. Πώς δουλεύεις τα σόλο σου;
Για να είμαι ειλικρινής, όταν ήρθε η ώρα να ηχογραφήσω τα σόλο, καθόμουν εδώ και σκεφτόμουν, “άντε τώρα, υπάρχουν τόσοι πολλοί κιθαρίστες εκεί έξω τεχνικά απίστευτοι”. Υπάρχουν δεκάχρονα κορίτσια που παίζουν κομμάτια του Yngwie Malmsteen. Οπότε επικεντρώθηκα σε αυτό που πιστεύω πως μπορώ να κάνω καλύτερα· να παίζω με την καρδιά, το στομάχι και τα αρχ**ια μου. Όταν γράφω ένα σόλο, για μένα πρέπει να είναι σαν ένα μικρό τραγούδι μέσα στο τραγούδι. Το ίδιο ισχύει και για τη σειρά των κομματιών σε ένα άλμπουμ· πρέπει να είναι σαν ένα μεγάλο τραγούδι που αποτελείται από όλα τα υπόλοιπα. Αυτή είναι πάντα η οπτική μου.

Μπορείς να μας πεις τι συμβαίνει στο “Transparent Eye”; Έχω την εντύπωση ότι αλλάζει η τονικότητα ή το κούρδισμα μέσα στο κομμάτι. Πώς προέκυψε αυτό;
Ναι. Στην πραγματικότητα, η ιδέα είναι του Jonas Wolf, κιθαρίστα των ELUVEITIE, με τον οποίο δουλέψαμε στα άλμπουμ τους — είναι εξαιρετικός μουσικός. Του έδειξα κάποια από τα τραγούδια, μιλήσαμε γι’ αυτό και σκέφτηκα πως ήταν σπουδαία ιδέα. Παίζω με το δεξί χέρι και με το αριστερό πιάνω το vibrato bar και το κατεβάζω έτσι. Δεν το εφηύρα εγώ, ήταν ιδέα του Jonas, και υπήρχαν κι άλλοι που το έκαναν πριν. Με το μπάσο έπρεπε να το κάνουμε με τα κλειδιά κουρδίσματος… Οπότε ίσως να είναι δύσκολο να το παίξουμε ζωντανά. Πρέπει να δούμε πώς θα το καταφέρουμε.

Photo by Manuel Schuetz

Βλέπουμε ότι το demo “Death Cult” με τον Tom Warrior περιλαμβάνεται σε μία από τις εκδόσεις του “Dissonance Theory”. Θεωρείς το “Dissonance Theory” ως κλείσιμο ενός κεφαλαίου ή ως νέα αρχή;
Νομίζω ότι είναι περισσότερο μια νέα αρχή. Η δισκογραφική ήθελε να υπάρχει κάτι ξεχωριστό για την mediabook έκδοση και δεν είχαμε ηχογραφήσεις για κάποιο live. Οπότε νομίζω είχαν την ιδέα να συμπεριλάβουν το demo σε καλύτερη ποιότητα. Και συνειδητοποιήσαμε ότι είναι ακριβώς 40 χρόνια διαφορά. Το βρήκαμε κάπως αστείο, ξέρεις· ακούς το νέο άλμπουμ και μετά μπορείς να ακούσεις πώς ξεκίνησαν όλα πριν από 40 χρόνια.

Είναι ένα ταξίδι των CORONER από την αρχή έως σήμερα. Οι στίχοι του άλμπουμ γράφτηκαν από την Kriscinda Lee Everitt, η οποία εργάζεται και στη βιογραφία των CORONER που είχε ανακοινωθεί πριν μερικά χρόνια. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία και μπορείς να μας ενημερώσεις για την πορεία του βιβλίου;
Ναι, όχι όλοι, αλλά οι περισσότεροι στίχοι είναι δικοί της, βασισμένοι στις ιδέες μας. Δύο κομμάτια γράφτηκαν από τον Dennis Russ, τον συμπαραγωγό. Μας είχε προσεγγίσει πριν από μερικά χρόνια, θέλοντας να γράψει ένα βιβλίο για τη μπάντα. Δεν ξέρω γιατί, το πρώτο που σκέφτηκα ήταν “μα, γιατί;” Αλλά εκείνη πίστευε πως η ιστορία είναι αρκετά ενδιαφέρουσα για να γραφτεί. Κάναμε ώρες συνεντεύξεων μέσω Zoom, πράγματα από το παρελθόν. Το έκανε αυτό με όλα τα μέλη. Την έχω συναντήσει τρεις φορές. Ήρθε και στην Ελβετία μία φορά και την είδα στις δύο τελευταίες αμερικανικές περιοδείες. Είναι πολύ έξυπνη. Σκέφτηκα λοιπόν, τι καλύτερο από το να γράφει τους στίχους κάποιος που γράφει βιβλία; Ήταν εξαιρετικό. Αλλά δεν ήταν συνηθισμένη στο να γράφει στίχους, γράφει βιβλία και οι στίχοι είναι λίγο διαφορετικοί. Έπρεπε να της εξηγήσουμε ότι μια λέξη που έχει μεγάλη σημασία σε μια πρόταση, μπορεί να μην ακούγεται καθόλου καλά σε εκείνο το σημείο του τραγουδιού. Είχαμε τα demo και βάλαμε νότες πιάνου εκεί που θα ήταν τα φωνητικά, ρυθμικά και τα λοιπά. Μετά ο Ron προσπάθησε να τα τραγουδήσει και διαπιστώσαμε ότι χρειαζόταν άλλες λέξεις εδώ κι εκεί ή ότι κάποια φράση ήταν πολύ μεγάλη. Πήρε πολύ χρόνο, αλλά άξιζε κάθε δευτερόλεπτο. Τώρα έχω αυτό που είχα στο μυαλό μου.

Πέρα από τη συμμετοχή σου στους KREATOR, σου έχει προταθεί ποτέ να μπεις σε άλλη γνωστή metal μπάντα;
Ναι, έχω παίξει σε πολλές άλλες μπάντες. Πριν από τους KREATOR έπαιζα με έναν τραγουδοποιό, τον Stefan Eicher. Δεν είναι metal, αλλά ήταν τεράστιος στη Γαλλία τότε — και εξακολουθεί να είναι. Κάποτε μου έγινε πρόταση από μια γερμανική μπάντα που δεν μου άρεσε και την απέρριψα. Ήθελαν να μου πληρώσουν πολλά λεφτά, αλλά δεν μου άρεσε καθόλου το ύφος και φορούσαν περίεργες στολές στη σκηνή. Οπότε ήμουν σε φάση “όχι, ευχαριστώ”. Έπαιξα στους VOODOOCULT. Στην πραγματικότητα, σταμάτησα να παίζω κιθάρα όταν έφυγα από τους KREATOR. Είχα βαρεθεί την κιθάρα, ήθελα να επικεντρωθώ στην παραγωγή και αγόρασα πολλά αναλογικά συνθεσάιζερ. Ήθελα να μάθω πώς λειτουργούν. Μου φαινόταν πολύ πιο ενδιαφέρον από το να παίζω κιθάρα, που με είχε κουράσει λίγο. Οπότε δεν έπαιξα σχεδόν για 10 χρόνια.

Πώς θα περιέγραφες την εξέλιξη των CORONER μέσα στα χρόνια; Θα ήθελα ένα σύντομο σχόλιο, μια φράση για κάθε ένα από τα στούντιο άλμπουμ, ξεκινώντας από το “R.I.P.”.
Το “R.I.P.” ήταν το πρώτο άλμπουμ και φυσικά θέλαμε να δείξουμε ότι είχαμε εξασκηθεί πολύ. Είναι πολύ τεχνικό. Προσπαθήσαμε να παίξουμε όσες περισσότερες νότες μπορούσαμε — ίσως λίγο αφελές, αλλά έτσι ήταν.

1987, όλα καλά. Μετά ήρθε το “Punishment for Decadence”.
Το “Punishment…” μας έμαθε λίγα πράγματα, γιατί όταν ηχογραφήσαμε το “R.I.P.” δεν είχαμε παίξει ποτέ live. Έτσι μάθαμε τι λειτουργεί ζωντανά. Όταν παίζεις συνέχεια γρήγορα, γίνεται βαρετό. Οπότε λίγος ρυθμός, λίγο groove και πιο αργά μέρη λειτουργούν καλύτερα live, και σε αυτό εστιάσαμε περισσότερο. Αυτό μάθαμε μέσα από τις συναυλίες και τις περιοδείες.

Και το “No More Colour”;
Το “No More Colour” το πήγε παραπέρα. Για μένα, είναι το πρώτο άλμπουμ που πραγματικά καθορίζει τη μπάντα. Μου αρέσει πολύ ο ήχος του. Ήταν ο πρώτος δίσκος που πήγαμε στις ΗΠΑ για μίξη. Το μίξαρα με τον Scott Burns και νομίζω ότι βγήκε εξαιρετικό.

Και μετά είχαμε το “Mental Vortex”.
Στο “Mental Vortex” έκανε παραγωγή ο Tom Morris. Πέταξε από τη Florida στο Βερολίνο για να ηχογραφήσει μαζί μας. Ήταν ο πρώτος μας πραγματικός παραγωγός. Πριν πάμε στο στούντιο, περάσαμε χρόνο σε μια αίθουσα πρόβας για να δουλέψουμε τα τραγούδια μαζί του. Ήταν η πρώτη φορά. Μέχρι τότε απλώς πηγαίναμε στο στούντιο και ηχογραφούσαμε ό,τι είχαμε γράψει. Αλλά εκείνη τη φορά δουλέψαμε πραγματικά με έναν παραγωγό και έφερε πολλές σπουδαίες ιδέες. Έμαθα πολλά από εκείνη τη συνεργασία.

Και μετά ήρθε το “Grin”, ένα άλμπουμ που ο κόσμος είτε αγαπά είτε μισεί.
Ναι, σωστά. Και αυτό είναι καλό. Ήταν μια ιδιαίτερη εποχή. Το heavy metal έπεφτε. Είχα κουραστεί με αυτά που έκαναν οι άλλες μπάντες και τότε ήρθε η grunge σκηνή από το Σιάτλ. Στην Ελβετία, η techno σκηνή άρχισε να γίνεται μεγάλη και ήταν κάτι νέο, φρέσκο και συναρπαστικό, οπότε όλοι προσπαθούσαν να είναι λίγο πιο πειραματικοί, υποθέτω. Και αυτό βγήκε. Είμαι περήφανος για αυτό το άλμπουμ. Αν οι παλιοί thrash οπαδοί ήταν λίγο πιο ανοιχτόμυαλοι και το άκουγαν χωρίς προκατάληψη…

Νομίζω ότι το “Grin” εκτιμήθηκε περισσότερο μετά από αρκετά χρόνια.
Αλήθεια.

Όταν το άκουσα πρώτη φορά σε βινύλιο, είπα “μα τι είναι αυτό; Είναι CORONER; Μήπως μου έδωσαν λάθος δίσκο;” Χαχαχα!
Αλήθεια; Για μένα δεν είναι τόσο διαφορετικό. Υπάρχουν γρήγορα κομμάτια μέσα. Πάντα βαριόμασταν να κάνουμε τα ίδια. Οπότε δοκιμάζαμε πράγματα. Όπως είπα και πριν, γράφαμε για εμάς, όχι για το κοινό.

Σάκης Φράγκος (βασισμένος στις ερωτήσεις του Κώστα Αλατά)

YNGWIE MALMSTEEN – “Trilogy” – Worst to best

0

Να ‘μαι πάλι εδώ να μιλήσω για τον Σουηδό μάγο της κιθάρας… Και μάλιστα για ένα άλμπουμ που ήταν το πρώτο που άκουσα από εκείνον τη χρονιά που κυκλοφόρησε. Ευτυχώς, δεν έδωσε μεγάλη σημασία στο εξώφυλλο (πραγματικά μία μικρή τραγωδία), αλλά μόνο στη μουσική και ακούγοντάς το πάλι, μπορούσα να θυμηθώ σε ποια σημεία κολλούσε η βελόνα από το βινύλιο από τις τόσες φορές που το είχα ακούσει (και φυσικά το είχα κακομεταχειριστεί όντας πιτσιρικάς).

Τρίτο άλμπουμ του Malmsteen, πρώτο με τον Αμερικάνο Mark Boals στα φωνητικά. Οι παλινωδίες με τους τραγουδιστές είχαν αρχίσει από νωρίς, αφού ο Jeff Scott Soto είχε αποχωρήσει πριν την περιοδεία για το “Marching out” και ο Boals κλήθηκε να τραγουδήσει στο video clip του “I’ll see the light tonight”, όπως όμως ο ίδιος λέει, τον κορόιδεψε το management κι απλά βρέθηκε να κάνει lip sync πάνω στη φωνή του Soto. Όχι και τόσο ωραίο θέαμα, να πω την αλήθεια… Ο Soto, ο οποίος τραγούδησε στην περιοδεία για τον δίσκο, αλλά στο “Odyssey” που ακολούθησε, στα φωνητικά ήταν ο Joe Lynn Turner. Πάντως ο Boals, βρέθηκε πίσω από το μικρόφωνο της μπάντας σε τρεις ακόμα περιόδους, είτε σε στούντιο κυκλοφορίες, είτε σε περιοδείες. Απλή καταγραφή για να καταλάβουμε το μπάχαλο που επικρατούσε!

ΟΜΩΣ, επειδή δεν ήρθαμε για τα κους κους, ούτε έχω κόρη να την παντρέψω με τον Malmsteen, ώστε να με ενδιαφέρουν τα καπρίτσια του, πάμε να δούμε το worst to best, του –ίσως- αγαπημένου μου δίσκου του.

TheTrilogycountdown:

  1. Queen in love” (4.02)
    Είναι λίγες οι φορές που οι πιο «εμπορικές» προσπάθειες του Yngwie Malmsteen με συγκίνησαν. Το αυτό συμβαίνει και με το “Queen in love”, που μου θύμισε EUROPE λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Γλυκανάλατοι στίχοι (όχι και το φόρτε του), γλυκανάλατη μουσική (λέγε με και cheesy), όχι και το καλύτερό μου…
    8. “Fury” (3.54)
    Από εδώ και πέρα, ψάχνω να βρω δικαιολογίες για τη θέση που μπήκε το κάθε τραγούδι. Το “Fury”, είναι καρα-neoclassical μέχρι εκεί που δεν πάει, αρχέτυπο για πολλά τραγούδια του είδους, αλλά τα φωνητικά στο ρεφρέν νομίζω ότι γράφτηκαν πιο πολύ έχοντας την κιθάρα στο μυαλό πάρα τις μελωδικές γραμμές ενός τραγουδιστή. Όχι άσχημο, αλλά θεωρώ ότι θα μπορούσε να είχε καλύτερη ενορχήστρωση στο ρεφρέν.
    7. “Fire” (4.09)
    Ακούγοντάς το μετά από αρκετά χρόνια, μου θυμίζει το “Teaser”, ένα τραγούδι που πάντα με ενοχλούσε, με το πόσο «τσιχλόφουσκα» (που λέει και ο Σειρηνάκης) είναι. Όμως, το κουπλέ του είναι συγκλονιστικό, όπως και το σόλο. Ίσως ακριβώς επειδή μου αρέσει τόσο πολύ το κουπλέ, να περίμενα κάτι καλύτερο στο ρεφρέν που με απογοήτευσε ολίγον τι…

    6. “Crying” (5.01)
    Πολύ ωραίο instrumental, βασισμένο στην κλασική κιθάρα, ανυπέρβλητο δείγμα του ότι ο Malmsteen, παρά την απαράμιλλη τεχνική του, δεν στερείται και συναισθήματος στο παίξιμο και το “Crying”, έρχεται να επιβεβαιώσει του λόγου το αληθές. Ορχηστρικό κομμάτι με σκοπό και στόχο, δίχως υπερβολές, απλά υποδειγματικό.

    5. “Liar” (4.07)
    Όπως στο αντίστοιχο τραγούδι των MEGADETH, έτσι και σ’ αυτό, είναι βέβαιο ότι δεν θα ήθελα να ήμουν στη θέση αυτού που στοχοποιεί στους στίχους ο Σουηδός.
    “You came to me
    You said you were my friend
    I shared my art and my mind.
    You found it easier
    To steal than create.
    Then call it yours, though it’s mine”
    Κάπως σαν το “I am a Viking” που είχε στο μυαλό του τον Graham Bonnet, που ήταν ένας από τους πρώην συνεργάτες του που δεν θα ήθελε να ξαναδεί στη ζωή του. Και είναι και πολλοί. Κορυφαία ερμηνεία από τον τότε πρωτοεμφανιζόμενο Boals, που έδωσε το στίγμα του (αφού τα αδέρφια Johansson τα γνωρίζαμε και από το παρελθόν), με δυναμική τσιρίδα στο κλείσιμο.

    4. “Magic mirror” (3.52)
    Ή αλλιώς «τούμπανο». Ασύλληπτο τραγούδι, σύνθεση uptempo που σίγουρα την έχουν μελετήσει πολύ συγκροτήματα όπως οι SYMPHONY X, για παράδειγμα. Από την πρώτη στιγμή που το άκουσα, μου καρφώθηκε στο μυαλό, με τρομερό riff, κουπλέ, ρεφρέν, σόλο, φωνητική ερμηνεία… Ένα από τα απόλυτα neoclassical metal τραγούδια για εμένα.

    3. “Dark ages” (3.54)
    Κι εκεί που έχεις ακούσει το “Magic mirror” κι έχεις μείνει παγωτό, έρχεται μία εκ διαμέτρου αντίθετη σύνθεση. Αργόσυρτη, επική μέχρι το μεδούλι, κατά τι, όμως, πιο ανατριχιαστική. Η πιο RAINBOW σύνθεση του δίσκου, αν τραγουδούσε ο Ronnie James Dio, θα θεωρούνταν από τις κορυφαίες συνθέσεις στον χώρο. Μόνη μου ένσταση, ότι θα μπορούσε να έχει λίγο παραπάνω διάρκεια, έλα όμως που οι στίχοι ήταν όλες κι όλες 71 λέξεις…

    2. “Trilogy Suite Op: 5” (7.17)
    …ή αλλιώς The instrumental to end all instrumentals… Ναι, καλό το συναίσθημα του “Crying”, αλλά όταν μιλάμε για Malmsteen, μιλάμε για τεχνική και ταχύτητα αδιανόητη. Οι «μάχες» με τον Jens Johansson στα πλήκτρα, έχουν μείνει στην ιστορία, ενώ πρέπει να ακούσετε τι παίζει και στο μπάσο… Τα ύστερα του κόσμου… Στην πεντάδα των αγαπημένων μου instrumentals, άνετα.

    1. “You dont remember, Ill never forget” (4.29)
    Πολύ απλά, ο λόγος για τον οποίο αγόρασα το δίσκο τότε. Όταν η κρατική τηλεόραση είχε δείξει το video clip, ψάρωσα εντελώς από τη στιγμή που έβαλε ο Malmsteen το κλειδί στο αμάξι στο ξεκίνημα, με τα ρούχα, το εξωπραγματικό του παίξιμο και τις πόζες του… Από σύνθεση; Τι να λέμε τώρα; Ένα από τα πιο διαχρονικά τραγούδια στο metal, από τις κορυφαίες του συνθέσεις και μοναδικές ερμηνείες απ’ όλο το συγκρότημα και σόλο από άλλον πλανήτη. Υπερβολικός όσο χρειάζεται, πομπώδης, εμπορικός, τα πάντα. Άψογο τραγούδι. Ιστορία.

Σάκης Φράγκος

BLACK SABBATH – “Mob Rules” – Worst to best

0
Sabbath

Sabbath

Από το σκοτάδι προς τη φλόγα

Υπάρχουν δίσκοι που γράφονται με πειθαρχία, άλλοι που γεννιούνται από ένστικτο, άλλοι που χρειάζονται πολύ χρόνο για να τους αποδοθεί δικαιοσύνη από το κοινό, άλλοι που θα μείνουν για πάντα στην σκιά όσο καλοί και ένα είναι, και άλλοι που απλά το timing τους δεν ήταν σωστό. Γενικά πολλές κατηγορίες. Υπάρχουν και οι δίσκοι που διαδέχτηκαν ιδιόμορφα άλμπουμ και το έργο τους εξ ορισμού ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Το “Mob rules” ανήκει σε αυτή την κατηγορία, γιατί η αποδοχή και η έκρηξη του “Heaven and hell” μοιραία έθεσε πολύ υψηλά standards για τον διάδοχό του.  Ένα άλμπουμ που βγήκε μέσα από τον ιδρώτα, τον καπνό και τις εντάσεις μιας μπάντας που είχε μόλις γευτεί την α(A)ναγέννηση και κινδύνευε ξανά να βρεθεί στον Μεσαίωνα.

Το 1981, οι BLACK SABBATH δεν ήταν πια τα παιδιά που είχαν παίξει στο “Paranoid” ή στο “Master of reality”. Ο Ozzy είχε φύγει,  το τραύμα ήταν μεγάλο αλλά ο Ronnie James Dio είχε φέρει νέα φλόγα, και ο Bill Ward είχε αντικατασταθεί από τον Vinny Appice. Ο Tony Iommi και ο Geezer Butler αναζητούσαν ένα δεύτερο μονοπάτι, πιο σκληρό, πιο αιχμηρό, πιο «μεταλλικό» από ποτέ, μιας και το εγχείρημα του “Heaven and hell” ήταν πολύ πετυχημένο τόσο εμπορικά, όσο και μουσικά. Άλλωστε βρίσκονταν σε μια εποχή που ήδη ως headliners και πρωτοπόροι των 70s, ένιωθαν την ανάσα της νέας γενιάς πίσω τους και τα γκαράζ σε Ευρώπη και Αμερική ήταν γεμάτα με ταλαντούχες νέες μπάντες, που ανυπομονούσαν να  κάνουν το μεγάλο βήμα. Και κάτι ακόμα που συχνά ξεχνάμε να αναφέρουμε. Το ανταγωνισμό με τον Ozzy, που και είχε ξεκινήσει εντυπωσιακά την καριέρα του την προηγούμενη χρονιά με το εξαιρετικό “Blizzard of Ozz” και ερχόταν φουριόζος με το “Diary of a madman” να το διαδέχεται. Όλοι δηλαδή είχαν από κάτι να αποδείξουν και στο κοινό, αλλά και στον εαυτό τους. Η πίεση θα ήταν φανερή. Κι έτσι, μέσα στα Record Plant Studios της Καλιφόρνια, με τον Martin Birch στην παραγωγή (ήδη από τότε με πολλά παράσημα στο πέτο του), γεννήθηκε ένας δίσκος πιο ωμός, πιο ψυχρός, πιο θυμωμένος από το “Heaven and hell”, με άλλα λόγια ήρθε το πιο απειλητικό και πιο βαρύ “Mob rules”.  Σαφώς σε σημεία πολύ πιο επιθετικό!

Δουλειά μας σήμερα δεν είναι να κάνουμε μια περιγραφή των συνθηκών κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε και νομίζω ότι σας έδωσα μια σχετικά καλή εικόνα του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο γεννήθηκε, δουλειά μας είναι να θυμηθούμε τα τραγούδια και για ακόμα μια φορά, πάντα με βάση την προσωπική άποψη του συντάκτη, να μπουν σε μια αξιολογική σειρά. Οπότε πάμε να  κατεβούμε στα έγκατα του δίσκου, εκεί όπου ο ήχος γίνεται τελετουργία, και να τα βάλουμε σε μια σειρά από το πιο «αδύναμο» κομμάτι προς το πιο μεγαλειώδες.

The “Mob rules” countdown:

9. “E5150” (2:51)
Το “E5150” δεν είναι κανονικό τραγούδι, απλά μια εισαγωγή. Ένα σύντομο, σκοτεινό βουητό από κιθάρες περασμένες μέσα από synths, και ηλεκτρικές παρεμβολές που χτίζουν μια αίσθηση απειλής, άγχους και σκότους. Ο τίτλος του, μην το συγχέεται με τι “5150” των VAN HALEN, ένας συνδυασμός από την λέξη “EVIL” γραμμένο σε ρωμαϊκούς αριθμούς, ακούγεται σαν μια προειδοποίηση. Μια πόρτα που ανοίγει στην καταιγίδα. Μπορεί να είναι το «χειρότερο»  του δίσκου με μουσικούς όρους, αλλά είναι το κατώφλι του ομώνυμου τραγουδιού του άλμπουμ.

8. “Slipping Away” (3:45)
Εδώ, οι SABBATH αφήνουν για λίγο τoν βαρύ ήχο τους και πιάνουν κάτι σχεδόν groove, σαν το “Wshing well” από το “Heaven and hell”. Έχει ένα σχεδόν bluesy feeling, με τον Geezer να κρατά σταθερά τη γραμμή του και τον Vinnie Appice να παίζει με πολύ με τον ρυθμό. Ο Dio δείχνει τη φωνητική του ευλυγισία, όμως το κομμάτι δεν φτάνει την ατμόσφαιρα των υπολοίπων. Ακούγεται σαν ένα μικρό ευχάριστο διάλειμμα μέσα στην ένσταση του άλμπουμ, αλλά δεν διαθέτει εκείνο το στοιχείο του μυστηρίου που κάνει το “Mob rules” να αιωρείται σε άλλη διάσταση. Δεν είναι κακή στιγμή φυσικά, αλλά μοιάζει να έρχεται σαν outtake των session του “Heaven and hell”.

7. “Country girl” (4:02)
Ίσως το πιο παρεξηγημένο κομμάτι του δίσκου. Το πιο RAINBOW τραγούδι των SABBATH, νομίζω γραμμένοι οι στίχοι, από τον Dio, για την Wendy. Ρυθμικό και δυναμικό, απλό και σχεδόν αφηγηματικό, ένα τραγούδι που το αδίκησαν αρκετά αφού σπάνια το έπαιζαν live. Η κιθάρα του Iommi είναι βαριά, το riff πολύ χαρακτηριστικό και η φωνή του Dio γεμίζει τον χώρο σαν εξομολόγηση. Είναι αυτό που λέμε deep cut favorite, και σας συστήνω να ακούσετε την εξαιρετική του εκτέλεση από το “Live at Hammersmith Odeon”. Απλό, ναι μα κάτω από την απλότητα, φαίνεται όλη η χάρη του!

6. “Over and Over” (5:27)
Το “Over and Over” είναι το πιο μελαγχολικό τραγούδι του δίσκου, αργό, σχεδόν πνιγηρό, με blues υφος, αλλά με τη φωνή του Dio να μετατρέπει την θλίψη σε μεγαλείο. Από την άλλη κιθάρα του Iommi στάζει πόνο σε κάθε νότα και η ατμόσφαιρα μόνο θυμίζει τον παλιό, μελαγχολικό βαρύ ήχο των SABBATH, αλλά και εδώ δεν υπάρχει πια ελπίδα — μόνο αποδοχή. Ένα φινάλε σπαρακτικό και όμορφο, όπως μόνο αυτοί θα μπορούσαν να γράψουν.

5. “Voodoo” (4:32)
Ο τίτλος τα λέει όλα. Εδώ οι SABBATH βυθίζονται πιο πολύ στον σκοτεινό τους κόσμο. Σχεδόν τελετουργικό το riff του Iommi σέρνεται σαν φίδι, η φωνή του Dio έχει αυτή την σχεδόν εκδικητικά αφηγηματική ένταση, και το ρεφρέν μένει χαραγμένο στο μυαλό. Ο Geezer χτίζει ένα υπόγειο groove, και ο Vinny Appice κάνει τα τύμπανα να ακούγονται σαν καρδιακοί παλμοί. Το “Voodoo” είναι το πιο «Sabbathικό» κομμάτι του δίσκου και θυμίζει τα σκοτεινά μονοπάτια των ‘70s, αλλά με παραγωγή πιο αιχμηρή, πιο μοντέρνα και με λιγότερη ψυχεδέλεια, είναι πιο άμεσο.

4. “Turn up the night” (3:40)
Το εναρκτήριο ξέσπασμα στα χνάρια του “Neon knights’. Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος για την εισαγωγή του “Mob rules” από αυτή την ορμή. Τα τύμπανα πέφτουν σαν βόμβες, ο Iommi σκορπίζει ηλεκτρικούς σπινθήρες, κι ο Dio τραγουδά με έναν ενθουσιασμό σχεδόν νεανικό. Το τραγούδι είναι μια έκρηξη, μια επιστροφή στη δράση. Δεν είναι το πιο “βαθύ” κομμάτι του άλμπουμ, αλλά έχει κάτι το ακατέργαστο και το ειλικρινές. Θα έλεγα πως είναι ο ήχος μιας μπάντας που ξέρει ότι ζει μια δεύτερη ζωή και θέλει να το φωνάξει με κάθε τρόπο, πως δεν θα καταθέσει τα όπλα.

3. “The Mob Rules” (3:12)
Δεν είναι τυχαίο που με αυτό άνοιγαν τα live τους μέχρι και τα χρόνια των HEAVEN & HELL. Η οργή και ο θυμός σε καθαρή μορφή. Τρία λεπτά κόλασης, με τη φωνή του Dio να σε χτυπάει σαν σφυρί και την κιθάρα του Iommi να κόβει σαν ακονισμένο σπαθί. Η παραγωγή του Birch είναι τόσο τραχιά, που σχεδόν μυρίζεις το αίμα. Δεν είναι τυχαίο ότι χρησιμοποιήθηκε (με άλλη μίξη βέβαια) και στο soundtrack της ταινίας “Heavy metal” ήταν το απόλυτο δείγμα της εποχής: ωμό, επιθετικό, επικίνδυνο, χωρίς περιττές φιγούρες. Άμεσο! “If you listen to fools… the mob rules!” — ένα σύνθημα, μια κραυγή ενάντια στην τύφλωση των μαζών, πάντα επίκαιρο, πάντα διαυγές! Ίσως το πιο «τραχύ» heavy metal κομμάτι των SABBATH με τον Dio.

2. “The Sign of the Southern Cross” (7:47)
Έρχεται κατευθείαν από το “Heaven and hell” και το “Children of the sea” σαν μια φυσική επέκτασή τους. Μια επική αφήγηση για τη μοίρα, το φως και το σκοτάδι, την αιώνια ένωση ανάμεσα στον άνθρωπο και το Θείο. Το μπάσο γεμίζει το κενό, ο Iommi πλέκει ένα riff που μοιάζει με κάλεσμα των αρχαίων Θεών κι ο Dio σε μια από τις πλέον συγκλονιστικές του ερμηνείες! “The sign of the southern cross”, ένα ρεφρέν που μοιάζει να χαράζεται στον ουρανό. Είναι doom, είναι metal, είναι λυρικό ποίημα. Όλη η δύναμη, το μυστήριο και η τραγωδία των BLACK SABBATH κρύβεται μέσα σε αυτό το τραγούδι. Το μεγαλείο τους.

1. “Falling Off the Edge of the World” (5:03)
Εδώ σταματούν όλα.
Το τραγούδι αυτό δεν ανήκει απλώς στο “Mob Rules”, είναι το πνεύμα του. Ένας ορισμός του heavy metal. Μοιάζει και αυτό σαν τον διάδοχο του “Die young”, αλλά το ξεπερνά ίσως και αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο! Η αποκάλυψη. Ξεκινά κι αυτό αργά, σχεδόν σαν μυστήριο, ο Dio ψιθυρίζει πάνω από ένα σκοτεινό, σχεδόν μυστικιστικό και ομιχλώδες intro κι ύστερα, η έκρηξη! Το riff πέφτει σαν κεραυνός, και το τραγούδι μετατρέπεται σε ένα έπος πέντε λεπτών, όπου η απόγνωση συναντά την οργή και η ταχύτητα συνυπάρχει αρμονικά με την μελωδία. Η φωνή του Dio και εδώ είναι ανεπανάληπτη: μια ερμηνεία γεμάτη θεατρικότητα και μεγαλείο με τους στίχους να μοιάζουν με προφητεία για έναν κόσμο που καταρρέει. Βαρύ, ανατριχιαστικό, επιβλητικό, άψογο. Ο ορισμός της επιβλητικότητας του heavy metal!

Επίλογος

Το “Mob rules” ήταν, κατά κάποιο τρόπο, ο τελευταίος πραγματικά μεγάλος SABBATH δίσκος της κλασικής εποχής με την έννοια της ευρείας αποδοχής. Η ένταση στις σχέσεις του Dio με τον Iommi και τον Butler θα τους οδηγούσε σύντομα σε ρήξη αλλά για μια στιγμή, το 1981, το συγκρότημα βρήκε ξανά τον ήχο που μπορούσε να κάνει την μπάντα να μοιάζει αθάνατη.  Ο Dio τραγουδούσε σαν θεός, ο Iommi έπαιζε σαν μάγος, ο Birch αποτύπωνε όλα αυτά στην μπομπίνα. Και κάπου εκεί ψηλά ανάμεσα στα σύννεφα, η φωνή του Dio συνεχίζει να ψιθυρίζει:
“Think you’re safe but you’re wrong, we are falling off the edge of the world..”

Δημήτρης Σειρηνάκης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece