Sunday, January 18, 2026




Home Blog Page 16

A day to remember… 1/11 [NEAL MORSE]

0
Neal Morse

Neal Morse

ΟΝΟΜΑ ΔΙΣΚΟΥ – “?”NEAL MORSE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΊΑΣ – 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ – Inside Out
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣNeal Morse
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Neal Morse – κιθάρες, πλήκτρα, φωνητικά
Mike Portnoy – τύμπανα
Randy George – μπάσο

Το 2005, ο Neal Morse κυκλοφόρησε το τρίτο του σόλο δίσκο, έχοντας αποχωρήσει από τους SPOCK’S BEARD το 2003, με τον απλούστατο τίτλο “?” ή αγγλιστί “Question mark”. Όπως συμβαίνει με κάθε προσωπικό δίσκο του σπουδαίου μουσικού και συνθέτη, αυτό εδώ είναι ένα Christian prog rock άλμπουμ που εμπνέεται από την Παλαιά Διαθήκη και που συγκεκριμένα διαπραγματεύεται την αναζήτηση της κατοικίας του Θεού (εξ ου και το ερωτηματικό και το κομμάτι “The temple of the living God” που ανοίγει και κλείνει το δίσκο λες και ψάχνει για την κατοικία του και στο τέλος όντως την ανακαλύπτει).  Για τον Neal Morse τα έχουμε ξαναπεί: η κεντρική ίσως και μοναδική πηγή έμπνευσης του είναι η πίστη του που ανανεώθηκε το 2002 όταν και έγινε ένας born again χριστιανός ευαγγελιστής. Είτε συμφωνούμε είτε όχι, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως χρωστάμε τα πολλά σόλο και άλλα άλμπουμ του υπερδραστήριου Morse στην πίστη του.

Το “?” λοιπόν είναι ένα κλασσικό Neal Morse άλμπουμ από την άποψη πως βασίζεται σε μια δομή και σε μοτίβα που είναι απολύτως αντιπροσωπευτικά αλλά και επαναλαμβανόμενα στην τεράστια δισκογραφία του Morse. Όλα ξεκινάνε από την βάση μιας μακροσκελούς και δαιδαλώδους σύνθεσης που ναι μεν σπάει σε επιμέρους μέρη αλλά που ο ακροατής πρέπει να ακούσει μονορούφι – ακόμα και αν διαρκεί κυριολεχτικά μία ώρα. Έπειτα, ο Morse δανείζεται την τεχνοτροπία των BEATLES και από κει μας ταξιδεύει από τους YES, GENESIS και STARCASTLE, στους KANSAS και RUSH με πολλές δόσεις gospel μουσικής, ακόμα και 90s alternative. Το κομμάτι ανοίγει απαλά και εξελίσσεται σε ένα κινηματογραφικό έπος με οργιώδη ορχηστρικά περάσματα και ένα κλείσιμο που φέρνει αυτό το αίσθημα ψυχικής ανάτασης που ο Morse ξέρει να γεννά ακόμα και στον πιο άπιστο ακροατή.

Τούτο εδώ το άλμπουμ είναι αντιπροσωπευτικό του prog rock σύμφωνα με τον Neal Morse και μιας εποχής που είχε πραγματικά έμπνευση και δεν κούραζε με τα επαναλαμβανόμενα κλισέ του που προσωπικά με έχουν φέρει σε σημείο κορεσμού. Επιπλέον, είναι το τρίτο σόλο άλμπουμ που ο μουσικός από το Nashville έγραψε με τον Mike Portnoy γεγονός που αναμφίβολα ανεβάζει την ποιότητα του άλμπουμ αφού οι δυο τους ήταν και παραμένουν ένα τρομερό και μοναδικό μουσικό δίδυμο. Να πω εδώ πως, ανάμεσα σε αρκετούς καλεσμένους, είναι και ο Randy George στο μπάσο (με τον οποίο ο Morse θα ιδρύσει τους THE NEAL MORSE BAND), ο Roine Stolt (TRANSATLANTIC, THE FLOWER KINGS) και ο Alan Morse, αδερφός του Neal στις κιθάρες,  και ο Jordan Rudess.

Είκοσι χρόνια μετά, ομολογώ πως ακούω με ευχαρίστηση το “?” όπως και τα υπόλοιπα πρώιμα σόλο άλμπουμ του Neal Morse τα οποία ηχούν πιο ανανεωτικά από όσα τείνει να βγάζει στο παρόν με τα διάφορα project που σχηματίζει κάθε χρόνο.

Φίλιππος Φίλης

HELLOWEEN interview 2005 (Michael Weikath)

0
Helloween

Helloween

Με αφορμή την επέτειο των 20 ετών από την κυκλοφορία του “Keeper of the seven keys – The legacy” από τους HELLOWEEN, αλλά και την επερχόμενη εμφάνισή τους στο Release Athens Festival, είπαμε να κάνουμε μία ακόμη βουτιά στο αρχείο του εντύπου Rock Hard και να δούμε τι δήλωναν τότε οι Γερμανοί melodic power metallers για τον -τότε- καινούργιο δίσκο τους, όπου τους παρουσιάζαμε κιόλας στο εξώφυλλο.

“Return of the keeper”

Η χρονιά των μεγάλων επιστροφών και των ακόμη μεγαλύτερων concepts μπορεί να χαρακτηριστεί η σεζόν 2005-2006 (σύμφωνα με το ποδοσφαιρικό και το σχολικό ημερολόγιο). Οι QUEENSRYCHE έχουν στα σκαριά την πολυαναμενόμενη συνέχεια του θρυλικού “Operation: Mindcrime” και οι HELLOWEEN έχουν ήδη έτοιμο το τρίτο μέρος της επικής ιστορίας του “Keeper…”. Ανεξάρτητα από τις σκέψεις που μπορεί να κάνει ο καθένας και τις αμφιβολίες που μπορεί να έχει σχετικά με τη σκοπιμότητα και την χρησιμότητα ενός τέτοιου εγχειρήματος, η ουσία είναι ότι πρόκειται για δυο εξαιρετικά σημαντικές κυκλοφορίες οι οποίες θα συζητηθούν σε βαθμό εξάντλησης. Ο Michael Weikath δεν είναι από τους ανθρώπους που θα φοβηθούν, ή θα κρύψουν λόγια παριστάνοντας τους διπλωμάτες. Για τις ανάγκες της προώθησης του νέου άλμπουμ, τον συνάντησα σε ξενοδοχείο της παραλιακής, όπου όντας φιλικός, αποκαλυπτικός, γεμάτος αυτοπεποίθηση, σχολίασε όλα όσα έχουν να κάνουν με το νέο, κρίσιμο βήμα (ή μήπως άλμα;) στην καριέρα ενός από τα πλέον επιδραστικά heavy metal γκρουπ όλων των εποχών.…

 

Λοιπόν, μιλάμε για το “Keeper of the seven keys part 3”…
Όχι, το άλμπουμ λέγεται “Legacy”. Χα,χα!

Ναι, ότι πεις. Όπως και να το ονομάσεις, δεν παύει να είναι ένα από τα πιο σημαντικά άλμπουμ της καριέρας σας. Καλλιτεχνικά κι επαγγελματικά. Μέχρι που μπορεί να φτάσει αυτό το άλμπουμ; Ποιες είναι οι προσδοκίες σου από αυτό;
Δεν έχω καμιά προσδοκία. Τα πράγματα στη ζωή συμβαίνουν γιατί απλά συμβαίνουν. Δεν μπορείς να προβλέψεις τι θα συμβεί. Μέχρι στιγμής, έχουμε δεχτεί πολύ καλά σχόλια, όμως πάντα υπάρχουν κι εκείνοι που μισούν οτιδήποτε κι αν επιχειρούμε να κάνουμε.

Το άλμπουμ είναι διπλό κι έχει τραγούδια που δεν εντάσσονται σε ένα συγκεκριμένο ύφος και στιλ. Πόσο καιρό σας πήρε να το ηχογραφήσετε; Επίσης  το ηχογραφήσατε σαν διπλό άλμπουμ παρ’ ότι η διάρκειά του είναι μικρότερη από 78 λεπτά. Αυτό έγινε επειδή θέλατε να βάλετε στο πρώτο CD τα κομμάτια με το παραδοσιακό ύφος και στο δεύτερο τα πιο σύγχρονα;
Είναι μικρότερη από 78 λεπτά ή 88 λεπτά;

Από 78.
Χωρίς το “King for a thousand years”, η διάρκεια του άλμπουμ ήταν κοντά στα 67 λεπτά, έτσι λοιπόν μας κακοφάνηκε να πετσοκόψουμε τις διάρκειες των άλλων κομματιών, ή να αφήσουμε έξω από το άλμπουμ κάποιο τραγούδι που ίσως να υστερούσε – δεν μπορούσα να πω στον Markus ή στο Sascha ότι κάποιο κομμάτι τους υστερούσε από κάποιο άλλο. Έτσι λοιπόν αποφασίσαμε να κρατήσουμε όλο το υλικό που είχαμε γράψει και να το κυκλοφορήσουμε σαν ένα διπλό CD. Δεν θα είχε πλάκα αν τελικά κάναμε άλλο από αυτό που είχαμε προγραμματίσει. Επίσης όλα τα τραγούδια είναι καλά και γι’ αυτό το άλμπουμ αρέσει τόσο πολύ μέχρι στιγμής.

Ποιος ήταν ο λόγος που σας έκανε να ηχογραφήσετε την τρίτη συνέχεια του “Keeper…” τη δεδομένη χρονική περίοδο; Γιατί σήμερα; Πιθανόν να γνωρίζεις ότι και οι QUEENSRYCHE ετοιμάζουν το δεύτερο μέρος του “Operation: mindcrime”…
Είχαμε ήδη ξεκινήσει τις ηχογραφήσεις του “Keeper” πολύ πριν μάθουμε για τους QUEENSRYCHE. Επιλέξαμε τη δεδομένη χρονική περίοδο διότι στην καθημερινή ζωή συμβαίνουν πάρα πολλά πράγματα που πρέπει να σχολιαστούν. Έχουμε την 11η Σεπτεμβρίου, έχουμε τον πόλεμο στο Ιράκ, έχουμε πολλά ψέματα, έχουμε πολλά περίεργα φαινόμενα που συμβαίνουν σήμερα. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από το πετρέλαιο. Όχι τα διαμάντια ή το χρυσό αλλά το πετρέλαιο. Στην ιστορία του άλμπουμ ο διάβολος προσπαθεί να ιδρύσει ένα βασίλειο, μια αυτοκρατορία που θα κυριαρχεί για 1.000 χρόνια. Στην πραγματική ζωή συμβαίνει κάτι ανάλογο αφού κάποιοι θέλουν να κάνουν το ίδιο όχι για 1.000 χρόνια αλλά για όσο τους επιτρέπει το πετρέλαιο. Ο κακός στο άλμπουμ λοιπόν μοιράζει παντού τρελές υποσχέσεις: «Ελάτε μαζί μου και θα αποκτήσετε ότι επιζητείτε! Αρκεί να κάνετε ότι θέλω εγώ». Ακούς τους στίχους και την μουσική του άλμπουμ και λες: «Ποιος πιστεύει σε αυτά τα πράγματα; Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει κάποιος ο οποίος να θέλει να αποκτήσει όλα αυτά τα αγαθά στον κόσμο;» Είναι περίεργο που αυτά συμβαίνουν και στην πραγματική ζωή και ο κόσμος στέκεται απλώς και τα παρακολουθεί απαθής. Βλέπεις τι γίνεται τώρα με το Ιράκ; Υπάρχει κάτι που μπορεί να πάει χειρότερα; Αμερικανοί στρατιώτες σκοτώνονται καθημερινά ενώ Άραβες βασανίζονται από τους πρώτους. Ότι χειρότερο για τον Δυτικό κόσμο. Όλες αυτές οι ηλίθιες, απάνθρωπες συμπεριφορές από νεαρούς στρατιώτες που βρίσκονται σε μια ξένη χώρα και χρησιμοποιούν τη δύναμη που έχουν στα χέρια τους με τόσο αισχρό τρόπο έχουν -και καλά- σκοπό να αναδείξουν την υποτιθέμενη ανωτερότητα του Δυτικού πολιτισμού. Και τι καταφέρνουν με όλα αυτά τα αίσχη; Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι για να αποτρέψω όλα αυτά. Όμως δεν μπορώ. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι το χρέος μου σαν καλλιτέχνης παρουσιάζοντας αυτή την φανταστική ιστορία όπου υπάρχει πλήθος συμβολισμών. Στα 80s όταν κάναμε τα πρώτα μέρη του “Keeper…” ο Kai Hansen ψιθύρισε στο “Follow the sign”: “Did you make your choice;”, εννοώντας «Που θες να ανήκεις; Ποιανού πράγματος θες να είσαι μέρος;» Στο εξώφυλλο έχουμε έναν ερμαφρόδιτο διάβολο και ο Keeper δεν καλά ορατός, διότι ζούμε σε μια εποχή όπου δεν γνωρίζουμε σε ποια πλευρά ανήκουμε. Ανήκουμε στην καλή ή στην κακή; Δεν ξέρουμε αν ανήκουμε στην καλή πλευρά παρόλο που αυτό υποστηρίζουμε ή αν υποστηρίζουμε κάτι πολύ άσχημο που συμβαίνει τώρα. Δεν πρέπει πάντως να μένουμε σιωπηλοί ή απαθείς μπροστά σε αυτά που γίνονται.

Λύσατε τη συνεργασία σας με τη Nuclear Blast κι αν δεν κάνω λάθος η συγκεκριμένη εταιρεία δεν σας έκανε κάποια πρόταση για να σας κρατήσει στο δυναμικό της.
Μας πρότειναν ένα συμβόλαιο αλλά η προσφορά τους δεν ήταν καθόλου καλή για μας.

Μήπως λοιπόν το νέο μέρος του “Keeper” είναι μια απάντηση προς αυτούς ότι είστε εδώ πιο δυνατοί κι ακμαίοι από ποτέ άλλοτε;
Όχι, όχι, δεν ηχογραφούμε καλά άλμπουμ για να δείξουμε στη Nuclear Blast πόσο κακή ή άδικη είναι. Με το “Rabbit don’t come easy” βάλαμε τα δυνατά μας να κάνουμε ότι καλύτερο μπορούμε και το ίδιο κάναμε και με το νέο άλμπουμ. Υπάρχουν όμως κάποιες μικρές αλλαγές στο line-up κι επίσης ο Sascha (Gerstner) είναι πιο ενεργός στα δρώμενα της μπάντας, άλλωστε κάναμε και ολόκληρη περιοδεία μαζί του και έχει προσαρμοστεί με επιτυχία στην μπάντα. Έγραψε αρκετά τραγούδια για το νέο δίσκο που δεν ξέρω αν είναι καλύτερα ή χειρότερα, πιο άμεσα ή δύσκολα, σε σχέση με αυτά του “Rabbit”, είναι όμως σίγουρα πολύ διαφορετικά.

Υπάρχει μια σκοτεινή αίσθηση στο άλμπουμ…
Μόνο κατά ένα μέρος.

Ναι, εντάξει, όμως δεν παύει να είναι μια σκοτεινή προσέγγιση που φέρνει στο νου το “Dark ride”, ένα άλμπουμ που όχι μόνο δεν είναι ανάμεσα στα αγαπημένα σου άλμπουμ της μπάντας, αλλά το έχεις σχεδόν αποκηρύξει.
Θεωρώ ότι είναι ένα καλό προϊόν, αλλά και ταυτόχρονα ακραίο.

Άρα υποθέτω πώς τα κομμάτια που γράφτηκαν στο δίσκο και είναι πιο σκοτεινά δεν προήλθαν από σένα αλλά από το Sascha. Πόσο σημαντικός είναι λοιπόν ο ρόλος του μέσα στην μπάντα; Μπορούμε να μιλήσουμε για μια νέα εποχή της μπάντας; Μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για έναν εξαιρετικά ταλαντούχο νεαρό κιθαρίστα που από πολλούς θεωρείται κάτι σαν ο επόμενος guitar hero στο power/heavy metal.
Υπάρχουν αρκετά στοιχεία που δανειστήκαμε από το “Dark ride” όπως τις χαμηλά κουρδισμένες κιθάρες. Προσωπικά όμως θεωρώ ότι τα τωρινά κομμάτια είναι πιο ενδιαφέροντα γιατί δεν είναι τόσο περιορισμένα, τόσο στενά προσανατολισμένα σε μια μόνο κατεύθυνση. Μου αρέσει πάρα πολύ αυτή η ποικιλία που υπάρχει στο νέο άλμπουμ. Ξέρεις, είναι εύκολο για μας να πούμε ότι ο επόμενος δίσκος μας θα είναι punk, στο ύφος των EXPLOITED ή κάτι τέτοιο, και μπορεί να περάσουμε καλά, όμως ο κόσμος δικαιολογημένα θα παραπονεθεί για τον περιορισμένο ορίζοντα του άλμπουμ. Ο Sascha λοιπόν βοήθησε πάρα πολύ στο να υπάρχουν τόσα πολλά  διαφορετικά στοιχεία σε ένα μόνο άλμπουμ, αρμονικά ταιριασμένα μεταξύ τους ώστε να μην κουράζουν. Είναι ένας εξαιρετικός κιθαρίστας και είμαστε σίγουρα πολύ τυχεροί που τον έχουμε στις τάξεις μας.

Οι συνθήκες στην μουσική βιομηχανία του σήμερα είναι πολύ διαφορετικές σε σχέση με αυτές που συναντήσατε όταν ξεκινούσατε την καριέρα σας πίσω στη δεκαετία του ’80. Το συμβόλαιο με τη Noise για τα πρώτα μέρη του “Keeper…” σας απέφερε σχεδόν μηδενικά έσοδα. Σήμερα όμως υπάρχουν οι δυνατότητες να κερδίσετε τα χρήματα που αξίζετε. Πιστεύεις λοιπόν ότι αυτό θα συμβεί με το νέο “Keeper…”;
Αυτό θα ήταν ότι καλύτερο. Είναι η πρώτη φορά στην καριέρα μας που μπορούμε να κερδίσουμε κάποια χρήματα από τους δίσκους που θα πουλήσουμε, αφού δεν υπάρχουν οι περιορισμοί που σου επέβαλλαν τα απαράδεκτα συμβόλαια του παρελθόντος. Πλέον τα λεφτά δεν θα πάνε στο management ή στους διανομείς. Σκέψου ότι το ποσοστό επί των πωλήσεων που μας αναλογούσε όταν είμαστε στη Noise έφτανε το 12% μάξιμουμ κι εμείς είμαστε ανίκανοι να κάνουμε οτιδήποτε. Κι έπειτα ερχόταν κι η φορολογία και μας έπαιρνε ότι είχε περισσέψει. Αυτό το πρόβλημα το αντιμετωπίζουν όλες οι μπάντες που υπογράφουν τα τυπικά συμβόλαια. Είναι παρανοϊκό γιατί όταν πουλάς λίγους δίσκους αντιμετωπίζεις κάποιο πρόβλημα ενώ όταν πουλάς 2.000.000 ή 3.000.000 δίσκους, το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο. Εκτός των άλλων, η όλη υπόθεση μας άφηνε τελικά χρέη που έπρεπε να τα πληρώσουμε με τα λεφτά που βγάζαμε από τους επόμενους δίσκους. Το μόνο που θέλαμε ήταν να γράψουμε καλή μουσική, να κάνουμε επιτυχία, να απολαύσουμε τη ζωή και τελικά καταλήγαμε να πληρώνουμε για να εξασφαλίζουμε την επιβίωσή μας.

Το κομμάτι στο οποίο συμμετέχει η Candice Night, το “Light the universe”, μοιάζει υπερβολικά με την μπαλάντα “Goodbye Jenny” που έχει γράψει ο Andi για το προσωπικό του άλμπουμ “Come in for the rain”.
Θα πρέπει να ρωτήσεις τον ίδιο γι’ αυτό, αν και δέχομαι ότι υπάρχουν αρκετές ομοιότητες ανάμεσα στα δυο τραγούδια.

Επίσης έχει ακουστεί ότι το συγκεκριμένο κομμάτι προοριζόταν για το “Rabbit dont come easy”, όμως τελικά επιλέξατε άλλο στη θέση του.
Όχι, όχι. Δεν υπήρξαν ποτέ τέτοια σχέδια.

Πώς συνέβη η συνεργασία σας με την Candice Night;
Σκεφτήκαμε με τον Markus πως θα θέλαμε μια καταξιωμένη τραγουδίστρια να συμμετάσχει στο νέο άλμπουμ και να κάνει ένα ντουέτο με τον Andi (σ. σ. Deris). Κάποια σαν την τραγουδίστρια των EVANESCENCE για παράδειγμα. Έπειτα κάποιος πρότεινε την Candice που ανήκει και αυτή στην SPV. Εδώ υπάρχει μια μικρή ιστορία που πρέπει να σου πω. Μετά το “Master of the rings”, ο κύριος Blackmore ενδιαφέρθηκε να συνεργαστεί με τον Andi στους RAINBOW, πράγμα που δεν συνέβη, όμως από τότε διατηρούμε καλές σχέσεις μαζί του κι έτσι με τα πολλά καταλήξαμε να ηχογραφούμε το συγκεκριμένο κομμάτι με την Candice.

Πώς συνδέθηκε μαζί σας ο Dani (σ .σ. Loble), o νέος drummer σας; Προέρχεται από ένα διαφορετικό μουσικό περιβάλλον, σωστά; Έβγαζε το ψωμί του παίζοντας σε thrash μπάντες…
Εντάξει, η προηγούμενη μπάντα του ήταν περισσότερο μελωδική και όχι τόσο thrash. Προέρχεται βέβαια και από τους HOLY MOSES που είναι μια thrash μπάντα, όμως αυτό δεν σημαίνει κάτι. Δεν είναι ένας drummer που περιορίζεται σε ένα μόνο στιλ μουσικής. Τον Dani τον γνωρίσαμε επειδή η προηγούμενη μπάντα του οι RAWHEAD REXX ηχογραφούσαν στο στούντιο που ηχογραφούμε κι εμείς. Είναι πολύ αστείος τύπος και πολύ ικανός drummer.

Φαντάζομαι ότι γνωρίζεις πως ο Kiske έφτιαξε ένα καινούριο project με μέλη των PINK CREAM 69 ενώ επίσης συμμετέχει και στο νέο EP των EDGUY. Κάποιος μουσικός μου αποκάλυψε ότι ο Kiske προσπαθεί να επανέλθει στο metal και ότι εξέφρασε την επιθυμία του να συμμετέχει σαν guest στο νέο “Keeper…”. Ισχύει;
Όχι, δεν νομίζω. Αυτοί είναι ευσεβείς πόθοι, κι αν κάποιος στο είπε, σημαίνει ότι το έμαθε από κάποιον που το επινόησε. Αυτό που εγώ άκουσα είναι ότι σε αυτό το νέο project, τους PLACE VENDOME, δεν ήθελε με τίποτα να υπάρχουν στο δίσκο κιθάρες με παραμόρφωση. Το project είναι ιδέα του Dennis από τους PINK CREAM 69, και περιέχει υλικό που δεν έκανε για αυτούς αλλά θεωρήθηκε σωστό να κυκλοφορήσει μέσω ενός νέου project, συνεπώς είναι μια καλή ευκαιρία για τον Michael. Αρκετός κόσμος μιλάει γι’ αυτούς και η αλήθεια είναι ότι ορισμένα από τα κομμάτια που περιέχει το άλμπουμ είναι πραγματικά πολύ καλά. Όλα τα άλλα που ακούς είναι φήμες κι ευσεβείς πόθοι. Κάποιος είπε ότι ο Kiske θα ηχογραφήσει ένα άλμπουμ με κλασική ορχήστρα. Το ερώτημα είναι: ποιος θα πληρώσει για την ορχήστρα; (σ.σ. ατάκα γεμάτη δηλητήριο για τον Kiske που έχει επανειλημμένα εκφράσει την αγάπη του για την κλασική μουσική και την επιθυμία του να ηχογραφήσει ένα άλμπουμ με ορχήστρα).

Στο περσινό Wacken, ο Kai Hansen ανέβηκε στη σκηνή μαζί σας για ορισμένα τραγούδια. Υπάρχει περίπτωση να σας δούμε ξανά μαζί σε κάποιο show της επερχόμενης περιοδείας σας;
Γιατί όχι; Το πρόβλημα είναι ότι ο Kai αυτό τον καιρό είναι πολύ απασχολημένος με τους GAMMA RAY. Η περυσινή guest συμμετοχή του ήταν ιδέα των διοργανωτών του Wacken. Αν είναι να γίνει κάτι ανάλογο στο μέλλον, εμείς είμαστε θετικοί στην ιδέα. Από τον Kai εξαρτάται αν θα συμβεί αυτό. 

Θα μπορούσατε να βγείτε σε περιοδεία από κοινού.
Μας το πρότειναν, αλλά θεωρούμε ότι δεν είναι καλή ιδέα για την ώρα, διότι το πρόγραμμα για την επερχόμενη περιοδεία μας λέει ότι θα βασιστούμε στο υλικό του νέου άλμπουμ, θα είμαστε πιο ανεξάρτητοι και θα αποφύγουμε προς το παρόν τις συγκρίσεις με τα πρώτα “Keeper…”. Αργότερα, κάτι θα σκεφτούμε να κάνουμε. Όμως το παρόν λέει ότι βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σημείο στην καριέρα της μπάντας, και όπως είπε και ο Kai σε μια από τις πρόσφατες συνεντεύξεις του, θα είναι καλύτερο, προς το παρόν, για τους HELLOWEEN να κάνουν ότι είναι να κάνουν μόνοι τους, το ίδιο και οι GAMMA RAY. Η πρόταση λοιπόν έγινε, αλλά το management θεώρησε ότι δεν ήταν η καλύτερη ιδέα προς το παρόν. Ο κόσμος μπορεί να λέει ότι πιστεύει, αυτή είναι όμως η αλήθεια.

Αυτό τον καιρό η Sanctuary κυκλοφορεί ένα DVD με όλα τα video clip της μπάντας. Το σχόλιό σου;
Το κάνουν επειδή μπορούν. Έχουν τα δικαιώματα από τα τραγούδια και μπορούν να κάνουν ότι επιθυμούν. Ήθελαν να το κάνουν διότι το DVD του “Pumpkin…” ανήκει αποκλειστικά στην JVC και δεν νομίζω να ήθελε η Sanctuary να αγοράσει από αυτούς τα δικαιώματά του, κι έτσι αποφάσισε να κάνει κάτι από μόνη της. Ο Andi έκανε το programming για το DVD διότι δεν θέλαμε να ασχοληθεί μαζί του κάποιος άλλος που θα απαιτούσε πολλά λεφτά. Εκτός αυτών, είναι και μια δουλειά που τον ευχαριστεί ιδιαίτερα. Το DVD περιέχει δυο επιπλέον video καθώς και αρκετές deleted scenes. Πάντως κανείς δεν είναι αναγκασμένος να το αγοράσει. Η Sanctuary θα το κυκλοφορούσε ούτως ή άλλως. Κάνουν οτιδήποτε θα τους αποφέρει κέρδη. Αυτός είναι και ο σκοπός της ύπαρξης της εταιρίας.

Να σας περιμένουμε στην Ελλάδα μέσα στη χρονιά;  
Ναι, βέβαια, το show έχει κανονιστεί, είναι επιβεβαιωμένο, απλά δεν θυμάμαι την ακριβή ημερομηνία.   

Λευτέρης Καλοσπύρος

 

A day to remember… 31/10 [HELLOWEEN]

0
Helloween

Helloween

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Keeper of the Seven Keys – The Legacy” – HELLOWEEN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: SPV/Steamhammer
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Charlie Bauerfeind
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνή – Andi Deris
Κιθάρα – Michael Weikath
Κιθάρα – Sascha Gerstner
Μπάσο – Markus Grosskopf
Drums – Daniel Löble

20 χρόνια πριν (δεν σχολιάζω το πόσο γρήγορα πέρασαν…) οι Γερμανοί πατέρες του power metal HELLOWEEN (και ένα από τα κορυφαία σχήματα της metal σκηνής διαχρονικά και συνολικά)  κυκλοφόρησαν έναν από τους κορυφαίους δίσκους της καριέρας τους, κάνοντας ένα βήμα το οποίο με μαθηματική ακρίβεια θα οδηγούσε στο πολυπόθητο reunion σχεδόν μια δεκαετία και κάτι αργότερα. Ποιο ήταν αυτό το βήμα; Μα το να επιλέξουν να συνεχίσουν εν έτει 2005 με τον (από ιστορικής, ηθικής και μουσικής πλευράς) κατάλληλο τρόπο την ιστορία που ξεκίνησαν με το “Keeper of the Seven Keys, Pt.I” (1987) και Keeper of the Seven Keys, Pt.IΙ” (1988), φέρνοντας στα δισκοπωλεία το νέο «επεισόδιο» τη σειράς.

Γιατί όμως ανέφερα την φράση «κατάλληλο τρόπο»; Για τους εξής απλούς λόγους: Πρώτον, επειδή δεν ονόμασαν τον δίσκο “Pt.III” σεβόμενοι ότι δεν θα μπορούσε να ονομαστεί έτσι εφόσον έλειπαν κάποια βασικά στελέχη του “Keeper” line-up. Δεύτερον, επειδή ο δίσκος, που τελικώς ονομάστηκε “Keeper of the Seven Keys – The Legacy” ήταν ακριβώς αυτό που ομολογούσε ο τίτλος του: η μουσική έκφραση της κληρονομιάς, της παρακαταθήκης δηλαδή εκείνων των ιστορικών δύο δίσκων. Τρίτον, επειδή αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα αρκετά χορταστικό σε διάρκεια και υψηλό σε μουσική ποιότητα άλμπουμ, ως υπερπαραγωγή, με διπλό CD digipack και ανάλογη δουλειά στο artwork βασισμένη στο Keeper concept, που θα δικαιολογούσε σε μεγάλο βαθμό τις προσδοκίες που δημιούργησε.

Να ξεκαθαρίσουμε κάτι βασικό: το άλμπουμ ακόμα και και τέλειωνε μετά το πρώτο κομμάτι, το εκπληκτικό 14-λεπτο έπος “The King for a 1000 Years”, θα είχε επιτελέσει τον βασικό του σκοπό: η συγκίνηση, το ρίγος, τα συναισθήματα που προκάλεσε αυτό το απίστευτο άσμα στους οπαδούς και φίλους της μπάντας ήταν πραγματικά κάτι το αξιοθαύμαστο, καθώς αν και δεν έχει τη φωνή του Kiske αλλά του Andi Deris, ακούγεται σαν πραγματικά να γράφτηκε το 1987 και να υπήρχε από την εποχή των θρυλικών Keepers. Περιέχει όλα τα συνθετικά στοιχεία που δημιούργησαν τον μύθο των HELLOWEEN, αποτελεί το πραγματικό τρίτο μέλος της παρέας των epic tracks “Halloween” και “Keeper of the Seven Keys”. Η ατμόσφαιρα, οι μελωδίες, οι κιθαριστικές καλλιγραφίες, τα μεγάλα solos, οι διαρκείς αλλαγές, τα πάντα αποτελούν την γνήσια, απόλυτη και ολοκληρωτική επιστροφή του πνεύματος εκείνων των δύο δίσκων.

Τα έφερε στο μεταξύ έτσι η ζωή και σήμερα που απολαμβάνουμε το reunion των HELLOWEEN με τους Kiske/Hansen, στην νέα τους περιοδεία που ξεκίνησε πριν μερικές ημέρες παρουσίασαν στο setlist αυτό το τραγούδι με μοιρασμένα τα φωνητικά ανάμεσα σε Deris και Kiske εκπληρώνοντας απολύτως μια επιθυμία πολλών οπαδών που αναρωτιούνταν πως θα ακουγόταν το “The King…” αν υπήρχε τότε ο Kiske τότε στο συγκρότημα. Με αυτόν τον τρόπο οι σημερινοί HELLOWEEN του 2025, βγαλμένοι από το πιο θετικό … multiverse μας παρουσιάζουν με πληρότητα την ιστορία τους τιμώντας αυτό το κομμάτι.

Στη συνέχεια του πρώτου CD ακολουθεί το “The Invisible Man” με ένα εκπληκτικό ρεφραίν που παρότι θυμίζει σύνθεση του Weikath έχει γραφτεί από τον Sascha Gertsner, δηλαδή τον… Janick Gers των HELLOWEEN για όποιους θέλουν να κάνουν αντίστοιχους συνειρμούς με τους IRON MAIDEN και τους τρεις κιθαρίστες που έχουν ως κοινό τα δύο σχήματα σήμερα.  Το “Born on Judgment Day” είναι μια καλούτσικη προσπάθεια του Weikath να ξαναγράψει ένα “Eagle Fly Free” και κάπου εκεί σταματά για λίγο η παρέλαση του παραδοσιακού ήχου τους με το “Pleasure Drone” που ακούγεται σαν σύνθεση του “Master of the Rings” (1994).  Το πρώτο CD κλείνει με δύο επίσης με τραγούδια που κινούνται στον παραδοσιακό τους στυλ:  του single hit “Mrs.God” (“Dr.Stein”, anyone?) και του europower “Silent Rain”.

Και επειδή όταν μιλάμε για τους HELLOWEEN, μιλάμε πάντα μπάντα που σέβεται στο απόλυτο το σύνολο της ιστορίας της, το δεύτερο CD ξεκινάει απρόσμενα, με φόρο τιμής στο… “The Dark Ride”: ό,τι περιγράψαμε παραπάνω για τη σχέση του “The King for a 1000 Years” με τα original Keepers, ισχύει για το “Occasion Avenue” σε σχέση με το “The Dark Ride”(2000). Το 11λεπτο αυτό έπος ανατρέχει στην πιο μοντέρνα και σκοτεινή πλευρά των HELLOWEEN των αρχών της δεκαετίας του 2000, και περιέχει όλα τα στοιχεία που ανέδειξαν την μπάντα σε εκείνη την -μακρινή σήμερα- περίοδο της «δεύτερης νιότης της». Μεγάλα riffs, σκοτεινή ατμόσφαιρα, σφυροκόπημα στα drums (φοβερός ο Dani σε όλο τον δίσκο), θεατρικότητα, βαριές κιθάρες.

Ακολουθεί η μπαλάντα “Light the Universe” με συμμετοχή της Candice Night (BLACKMORE’S NIGHT) στο ύφος των 90s αντίστοιχων τραγουδιών του σχήματος, και του “Good-bye Jenny” από το προσωπικό άλμπουμ του Andi Deris “Come in from the rain” (1997) για να είμαστε ειλικρινείς, και αμέσως μετά το περίεργο αλλά ευχάριστο σχεδόν 70s hard-rock “Do you Know What you are Fighting For” στο οποίο ο Weikath έγραψε κάτι σαν φόρο τιμής στις μουσικές επιρροές του. Το neo-rock “Come Alive” πέρασε μάλλον αδιάφορο, το “The Shade in the Shadow” μας ξαναπάει για λίγο στην μεσαία εποχή του Deris, ανάμεσα στα “The Time of the Oath” και “Better than Raw” ενώ το παιχνιδιάρικό και cool “Get it Up” θα μπορούσε να αποτελεί b-side από τα Keeper. Ο δίσκος κλείνει με το “My Life 4 One More Day” το οποίο έχει μια εξαιρετική κεντρική μελωδία και ανεβάζει ξανά την συνθετική ποιότητα πολύ κοντά στην κορυφή. Κατά την γνώμη μου αν το διπλό αυτό άλμπουμ είχε 3-4 κομμάτια λιγότερα θα ικανοποιούσε και τους πλέον δύσπιστους και σήμερα θα μνημονευόταν ως ισάξιο των κλασικών δίσκων. Η παραγωγή του Charlie Bauerfeind είναι εξαιρετική και ακούγεται πιο σύγχρονη από αυτή των  δύο άλμπουμ της εποχής του reunion.

Το “Keeper of the Seven Keys – The Legacy” πέραν από του ότι αποτέλεσε έναν αξιοπρεπέστατο δίσκο, μας έδωσε 14 λεπτά γνήσιων Keepers με το “The King for a 1000 Years”, επανέφερε το concept των Keepers στο προσκήνιο δημιουργώντας νέες προσδοκίες στο όνειρο ενός reunion με τους Hansen/Kiske, οδήγησε σε μια μεγάλη και απόλυτα πετυχημένη παγκόσμια περιοδεία (που πέρασε από τη χώρα μας τότε στο γήπεδο του Σπόρτιγκ με ένα εξαιρετικό show), έδωσε ώθηση για μια πλήρη δεκαετία ζωής με νέους δίσκους στο line up των Deris/Weikath/Grosskopf/Gerstner/Loble και οδήγησε στις δύο κοινές περιοδείες με τους GAMMA RAY του Kai Hansen, δηλαδή σε μια πρώτη «πρώιμη» εκδοχή της επανένωσης, έστω και για λίγα τραγούδια πάνω στη σκηνή της κοινής περιοδείας. Στο τέλος αυτής της χρονικής αλυσίδας των γεγονότων που ακολούθησαν της κυκλοφορίας του Keeper of the Seven Keys – The Legacy, μας περίμενε 12 χρόνια μετά ποιος λέτε; Μα φυσικά το “Pumpkins United” reunion, τη χαρά του οποίου απολαμβάνουμε από το 2017 μέχρι σήμερα. Το καλοκαίρι του 2026 η περιοδεία των HELLOWEEN για το “Giants and Monsters” περνάει από την Αθήνα και στο setlist υπάρχει το “The King for a 1000 Years” ως ντουέτο Kiske/Deris…

Did you know that:
Το 2005 ενώ το “… The Legacy” δημιουργούσε ξανά ντόρο και ενδιαφέρον για τους HELLOWEEN, οι GAMMA RAY του Kai Hansen κυκλοφορούσαν το “Majestic” που -ενώ δεν ήταν κακό- μάλλον σήμερα δεν θυμάται κανείς. Είχαμε έτσι την αντίστροφη εκδοχή της ιστορίας των early 90s που οι GAMMA RAY του (τότε) πρόσφατα αποχωρήσαντος από τους HELLOWEEN Kai Hansen κυκλοφορούσαν εξαιρετικούς δίσκους και έχτιζαν νέα βάση ακροατών ενώ HELLOWEEN έχαναν σε δημοφιλία με τα “Pink Bubbles Go Ape” και “Chameleon”.

Δημήτρης Μελίδης

A day to remember… 31/10 [WOLFMOTHER]

0
Wolfmother

Wolfmother

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Wolfmother”- WOLFMOTHER 
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: Modular Recordings
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Dave Sardy
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά/κιθάρες- Andrew Stockdale
Mπάσο/ πλήκτρα – Chris Ross
Τύμπανα – Myles Heskett
Guests:
Lenny Castro – percussion στα “Apple Tree”, “Witchcraft” and “Love Train”
Dan Higgins – flute στο “Witchcraft”
Dave Sardy- Percussion στα “Colossal”, “Where Eagles Have Been”, “Vagabond” και “Love Train”

Πώς πέρασαν τα χρόνια. 20 ολόκληρα χρόνια από το ντεμπούτο των Αυστραλών WOLFMOTHER που κυριολεκτικά έσκασαν από το πουθενά. Ο δίσκος κυκλοφόρησε σαν σήμερα στην χώρα τους αλλά η διεθνής κυκλοφορία έγινε στις αρχές του 2006, αφού είχαν προηγηθεί, κυκλοφορήσει και τραβήξει την προσοχή τα singles “Mind’s eye”, “White unicorn” (πιο ΖΕPPELIN πεθαίνεις) και πολύ περισσότερο από τα δύο προηγούμενα το “Dimension”. Κάπου εκεί, τον Απρίλιο του 2006 θα βγει ο δίσκος και στην Ευρώπη και θα τον αγοράσουμε άπαντες μιας και ο ήχος της μπάντας μπορεί να είχε κοινά στοιχεία με το garage revival της εποχής με μπροστάρηδες σχήματα όπως οι WHITE STRIPES, JET, HIVES, STROKES αλλά ακούγοντας τους οι hard rock οπαδοί πάθαμε ένα σοκ καθώς είχαμε να κάνουμε με μια μπάντα που μας ακουγόταν σαν μια διασταύρωση CREAM/LED ZEPPELIN/BUDGIE/BLUE CHEER/ΒLACK SABBATH και πολλά άλλα θεϊκά σχήματα της δεκαετίας του ‘70. Η ικανότητα του σχήματος να παίζει με τέτοιο πάθος, ωμή ενέργεια και να μας προσφέρει εξαιρετικής ποιότητας συνθέσεις είναι ανεπανάληπτη σε αυτό τον δίσκο και αν ψάξετε στις λίστες του 2006 θα τον δείτε να φιγουράρει παντού ανάμεσα στα άλμπουμ της χρονιάς.

H μπάντα ξεκίνησε να γράφει το δικό της υλικό το 2003 και κυκλοφόρησαν ένα EP το 2004 το οποίο τράβηξε προσοχή της δισκογραφικής Μodular recordings. To EP αυτό πήγε καλά και οι περιοδείες του σχήματος βοήθησαν ακόμα περισσότερο, με αποτέλεσμα να υπογράψουν με την πολυεθνική Universal. Από τον Ιούνιο έως και τον Σεπτέμβριο του 2005 θα μπουν στα Sound city studios του Los Angeles και θα προσλάβουν τον παραγωγό Dave Sardy (OASIS, JET, ΜΑRILYN MANSON). Το υπέροχο εξώφυλλο είναι του τεράστιου Frank Frazetta, ένα έργο του από το 1970 που λεγόταν “The sea witch”. Eνα επικό εξώφυλλο που έρχεται να ταιριάξει απόλυτα με τα μυθολογικά και fantasy στιχουργικά θέματα της μπάντας. Πραγματικά ένα έργο τέχνης σε μια εποχή που το παράνομο downloading είχε αρχίσει να παίρνει το πάνω χέρι και πίεζε ασφυκτικά το φυσικό προϊόν, γεγονός που θα άλλαζε το τοπίο τόσο στις πωλήσεις δίσκων όσο και στην δισκογραφία γενικότερα.

Όπως ανέφερα και στην αρχή, με την κυκλοφορία του τρίτου single “Dimension” τα πράγματα άρχιζαν να αλλάζουν δραστικά για το σχήμα και η δημοτικότητα τους αρχίζει να εκτοξεύεται. Το κομμάτι έφτασε στο # 1 των rock & metal charts στην Βρετανία και έκτοτε ο δίσκος θα κυκλοφορήσει σε Ευρώπη και Αμερική.Eνα κομμάτι με ιδιαίτερο fuzz που φέρνει στο μυαλό τους WHITE STRIPES αν είχαν για τραγουδιστή τον Οzzy Osbourne.

Το επόμενο single ήταν το σαρωτικό “Woman” μiα heavy blues σύνθεση που φέρνει στο μυαλό τους SABBATH και τους CREAM με ένα μεσαίο μέρος που μυρίζει URIAH HEEP ειδικά στην χρήση του Hammond. Μια τεράστια επιτυχία για το σχήμα και μάλιστα κέρδισε το Grammy στην κατηγορία Best Hard Rock Performance και πραγματικά το άξιζε.

Το “Love train” ήταν το επόμενο single επόμενο single από τον δίσκο και το κομμάτι που δεν υπήρχε στην αρχική έκδοση του δίσκου και προστέθηκε στην πολυεθνική κυκλοφορία του. Πιο WHITE STRIPERS πεθαίνεις κομμάτι, το συγκεκριμένο με αρκετά funky στοιχεία και garage rock feeling. To σερί των αλλεπάλληλων singles θα κλείσει το έκτο single από τον δίσκο και μιλάμε για το “Joker & the thief”, ίσως το πιο γνωστό κομμάτι του δίσκου. Ένα hard rock anthem, εξαιρετικό και από τα πιο ωραία τους κομμάτια επηρεασμένο στιχουργικά από το “All along the watchtower” του Dylan (το συγκεκριμένο το διασκεύασε και το θεοποίησε ο μάγος της εξάχορδης Jimi Hendrix το 1968).

Φυσικά ο δίσκος έχει και άλλα εξαιρετικά κομμάτια πέρα από τα single που αναφέρθηκαν, θα ξεχώριζα το garage-άδικο “Apple tree’’, το doom-άδικο “Colossal”, το heavy rocking “Pyramid” για την ενέργεια του και το ακουστικό “Tales from the forest of gnomes” που βρίσκεται κάπου μεταξύ WHO και LED ZEPPELIN.

H επιτυχία του δίσκου ήταν τεράστια σε όλο τον κόσμο και η μπάντα θα βγει στον δρόμο για να παρουσιάσει την ωμή ενέργειά τους στο κοινό. Θα εμφανισθούν στα μεγάλα festivals όπως το Big Day Out, το Coachella, το Roskilde, το Fiji Rock, το Download και άλλα ενώ θα διοργανώσουν  και την δική τους περιοδεία που πέρασε από Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία, Καναδά, Ιαπωνία. Και που δεν έπαιξαν, κάνοντας το όνομα τους γνωστό σε παγκόσμια πλέον κλίμακα.

Συνολικά, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα από τα πιο φοβερά ντεμπούτα των τελευταίων 25 ετών, διαθέτει πρωτόλεια ενέργεια, τρομερό παίξιμο από το τρίο των WOLFMOTHER και συνθέσεις που αναμιγνύουν πράγματα που αγαπήσαμε στο παρελθόν. Σε αρκετούς από τους ακροατές εκείνη την εποχή όλα αυτά ακούγονταν σαν καινούργια μιας και ελάχιστα είχαν ασχοληθεί με το παρελθόν του hard rock. Όμως ακόμα και σε εμάς που γνωρίζαμε όλα αυτά τα σχήματα που ήταν οι επιρροές τους και τα αγαπούσαμε, ο δίσκος έσκασε σαν βόμβα στα στερεοφωνικά μας μιας και δεν ήταν μια μπάντα που απλά αντέγραφε, αλλά φίλτραρε όλες αυτές τις επιρροές με έναν σπουδαίο τρόπο μέσα από τις συνθέσεις της και μας τις πρόσφερε βάζοντας την ατομική της σφραγίδα της από πάνω. Θα έλεγε κανείς ότι αυτή η μπάντα είχε βουτηχτεί, σαν τον Οβελίξ ένα πράγμα, στην κολυμβήθρα του hard rock και είχε αυτή η μουσική μπολιάσει κάθε σπιθαμή του κορμιού τους και του μυαλού τους. Τέτοιο είναι το feeling του δίσκου. Χαίρομαι επίσης διπλά, που μετά από 20 χρόνια η ακρόαση του βινυλίου μου μεταφέρει το ίδιο συναίσθημα της πρώτης επαφής και ακρόασης. Αυτό λέγεται διαχρονικότητα και αν το πετύχεις έχεις γραφθεί στις χρυσές σελίδες του ιδιώματος. Νομίζω ότι το ντεμπούτο των Αυστραλών το έχει πετύχει αυτό και με το παραπάνω!

Did you know that?

– Ο παραγωγός Dave Sardy τους άκουσε στα demos, τους φάνηκαν πολύ 70s και δεν ενθουσιάστηκε. Όταν όμως τους είδε live άλλαξε αμέσως άποψη.

– Στην κατηγορία best hard rock performance στα grammy που κέρδισαν με το κομμάτι “Woman”, νίκησαν τους TOOL, SYSTEM OF A DOWN και ΝΙΝΕ ΙNCH NAILS.

– To κομμάτι “Love train” είχε επηρεασθεί από τους ΕLO ενώ το “Tales from the forest of gnomes” από το βιβλίο The Hobbit του Tolkien.

– O δίσκος έγινε πέντε φορές πλατινένιος στην πατρίδα τους την Αυστραλία  και χρυσός στην Αγγλία και την Αμερική.

– Το κομμάτι “Joker & the thief” ακούστηκε σε δεκάδες ταινίες, σειρές, video games, μερικά από τα οποία ήταν τα The Blacklist, The Hangover, Shoot ‘Em Up, NHL 14, Rock Revolution Jackass Number Two, Impractical Jokers: The Movie, The Out-Laws, Need for Speed: Carbon, Shrek the Third, Lego DC Super-Villains, Preacher, The Man from Toronto, Ted Lasso και The Artful Dodger. Όλο και κάπου θα το έχετε ακούσει, δεν γίνεται.

– Οι περιοδείες που ακολούθησαν οδήγησαν σε εξάντληση και σε παραίτηση το καλοκαίρι του 2008 τον μπασίστα/πληκτρά  Chris Ross και τον drummer Μyles Heskett, αφήνοντας μόνο του πλέον τον αρχηγό της μπάντας Andrew Stockdale.

– Το “Love Train” που μπήκε στην International έκδοση του δίσκου, είχε αρχικά κυκλοφορήσει σαν  b-side του “White Unicorn”.

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

A day to remember… 31/10 [SIEGES EVEN]

0
Sieges Even

Sieges Even

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Sophisticated” – SIEGES EVEN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Under Siege Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Charlie Bauerfeind
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Oliver Holzwarth – μπάσο
Alex Holzwarth – ντραμς
Wolfgang Zenk – κιθάρα
Greg Keller – φωνητικά

Πέρα από την πλάκα, το “Sophisticated” είναι ένα από τα άλμπουμ που έχω ακούσει εκατοντάδες φορές και ο SIEGES EVEN πολύ αγαπημένο σχήμα. Αν με ρωτήσει κανείς, ποιον δίσκο προτιμώ από τους Γερμανούς progsters, θα έλεγα σίγουρα το “A sense of change”, που προηγήθηκε. Ένα αριστούργημα λυρικού prog rock/metal, που είχε διαδεχθεί δύο tech thrash δίσκους, όπως το “Life cycle” και το “Steps”.

Ουσιαστικά, οι SIEGES EVEN, είναι η μπάντα των αδερφών Holzwarth, Του Oli και του Alex, τους οποίους τους έχουμε συναντήσει σε πάρα πολλά σχήματα, όπως για παράδειγμα τον Oli να παίζει μπάσο για καμία 15ρια χρόνια στους BLIND GUARDIAN αλλά και στους RHAPSODY (μη με ρωτήσετε ποια version έτσι όπως τα έχουν κάνει οι Ιταλοί), μαζί με τον αδερφό του, που είχαν παίξει για ένα διάστημα και στους GUARDIAN αλλά και στο “Collision course” των PARADOX (όπου τους είχα δει ζωντανά στη Γερμανία), αλλά μην τα μπερδεύουμε άλλο τα πράγματα. Οι άνθρωποι είναι περιζήτητοι παίχτες και πώς να μην συμβεί αυτό, αν ακούσει κάποιος, το “Sophisticated” για παράδειγμα. Θα πρέπει να συμπληρώσω εδώ, ότι τα αγνά χρόνια επικοινωνίας με τους μουσικούς, εκεί στα μέσα της δεκαετίας του ’90, είχα δει ότι ο Oli, δούλευε στο πανεπιστήμιο του Μονάχου (αν θυμάμαι καλά), γιατί αν περίμενε να επιβιώσει από τη στριφνή μουσική των SIEGES EVEN, φέξε μου και γλίστρησα…

Μιλώντας, επιτέλους, για τον δίσκο, το πρώτο πράγμα που είναι θεϊκό, δεν είναι άλλο από το εξώφυλλο, που μου θύμισε κάτι παλιά κόμικς του «Λογό». Ένα ανθρωπάκι το οποίο πιθανώς θα μπορούσα να σχεδιάσω ακόμα κι εγώ, ο πλέον άσχετος με τη ζωγραφική, που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ΥΠΕΡτεχνική μουσική αλλά και τον τίτλο του “Sophisticated”.

Έχοντας πάρει το πρώτο κανονάκι, και σπουδάζοντας επικοινωνία και ΜΜΕ, όταν το πρώτο τραγούδι είναι το “Reporter”, χτυπά κι άλλη ευαίσθητη χορδή στον 21χρονο τότε Σάκη. Εδώ ο λυρισμός του “A sense of change”, απουσιάζει. Ίσως το ξεκίνημα του “Dreamer” να θυμίζει την ατμόσφαιρα εκείνου του δίσκου και αυτό σίγουρα έχει να κάνει με την τεχνοτροπία του κιθαρίστα Wolfgang Zenk (δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο δίσκοι που συμμετέχει, το “Sophisticated” και το “Uneven”, έχουν παρόμοιο ήχο και διαφορετικό από σχεδόν όλη την υπόλοιπη δισκογραφία του γκρουπ), αλλά και το ύφος φωνητικών, του Greg Keller, που απείχε παρασάγγας από αυτό του Jogi Kaiser. Βέβαια, τους δίνω το ότι ο πρώην τραγουδιστής τους, βοήθησε στους στίχους, κάτι που σημαίνει ότι οι SIEGES EVEN είναι ένα πιο «οικογενειακό» σχήμα, αφού ούτως ή άλλως στόχος υψηλών πωλήσεων δεν υπήρχε, να λέμε και την αλήθεια.

Η jazz ανακατεύεται με το prog metal, αλλά σύνδεση με τους DREAM THEATER που λίγα χρόνια πριν είχαν ταρακουνήσει για τα καλά τη σκηνή με το “Images and words”, βρήκα μόνο στο “Wintertime”, όπου κάποια στιγμή πριν το τέλος, διαχρονικά σιγοτραγουδώ τους τελευταίους στίχους του “Metropolis”. Λατρεύω το α λα “Tom Sawyer” πέρασμα στα τύμπανα του “Water the barren tree”, την εντελώς PSYCHOTIC WALTZ στιγμή στα φωνητικά στο “War”, το -“pop” για τα δεδομένα του σχήματος- ρεφρέν του “Dreamer”, το φρενήρες opener με το “Reporter” και το “The more the less” που κλείνει το δίσκο και θα έκανε τους SPASTIC INK να κοκκινίσουν από ντροπή με τις εκατομμύρια νότες που ακούγονται.

Δεν είναι τεχνικό thrash metal άλμπουμ, ούτε λυρικό prog. Το “Sophisticated” είναι ένα τεχνοκρατικό prog metal άλμπουμ. Στριφνό, με απίστευτα πολλές νότες, συνεχείς αλλαγές ρυθμών, πάρα πολλές στιγμές που νιώθεις τα μέλη του γκρουπ να σου λένε «δοκίμασε αν μπορείς να το παίξεις κι εσύ έτσι χωρίς να πάθεις κράμπα», αλλά ΑΥΤΟ ακριβώς είναι που με κάνει να το λατρεύω όσο λίγους δίσκους. Σίγουρα έχει να κάνει με την περίοδο που βγήκε και τότε άκουγα κυριολεκτικά όποια προοδευτική κυκλοφορία υπήρχε στο underground κι όχι μόνο. Άλλωστε η μουσική μιλάει στην ψυχούλα μας και όσοι ζούμε και αναπνέουμε για τη μουσική, έχουμε βιώματα από πάρα πολλούς δίσκους. Από τότε είχα ξεκινήσει αλληλογραφία με το συγκρότημα και είχα προσπαθήσει να τους βρω διανομή στη χώρα μας (κάτι που πέτυχα με το “Uneven”, που θα ήθελα να ξέρω ποιος αλήτης μου μούνταρε το CD). Είναι δυνατόν να μην λατρεύω το “Sophisticated”;

Did you know that:

  • Στον προγραμματισμό των πλήκτρων, βρίσκουμε τον άνθρωπο που υπήρχε και υπάρχει πίσω από άπειρες prog/power κυκλοφορίες, τον Sascha Paeth που απολαύσαμε στο Rock Hard Festival Greece με τους HEAVENS GATE.

Σάκης Φράγκος

A day to remember… 31/10 [RIVERSIDE]

0
Riverside

Riverside

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ:  “Second Life Syndrome” – RIVERSIDE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: Inside Out Music
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ:  Riverside, Magda & Robert Srzedniccy
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Mariusz Duda – Φωνητικά, Μπάσο
Piotr Grudziński – Κιθάρες
Piotr Kozieradzki – Τύμπανα
Michał Łapaj – πλήκτρα

Το “Second Life Syndrome” των RIVERSIDE, που κυκλοφόρησε το 2005, είναι ο δίσκος που καθόρισε τη φυσιογνωμία του πολωνικού συγκροτήματος και το καθιέρωσε στη σύγχρονη progressive σκηνή. Δεύτερο μέρος της τριλογίας “Reality Dream”, αποτελεί ένα ώριμο, δεμένο και συνεκτικό έργο, όπου η μπάντα ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στη μελωδία, την ένταση και την εσωτερική ατμόσφαιρα. Ο ήχος τους εδώ αποκτά καθαρή ταυτότητα — μια μίξη prog rock και metal στοιχείων, με συναισθηματικό βάθος και προσεγμένη δομή, χωρίς περιττές επιδείξεις ή τεχνική φλυαρία.

Οι RIVERSIDE επενδύουν σε έναν ήχο πιο δυναμικό από το ντεμπούτο “Out of Myself”. Οι κιθάρες του Piotr Grudziński έχουν περισσότερο βάρος και καθαρότητα, τα πλήκτρα του Michał Łapaj δημιουργούν στιβαρές υφές, ενώ το rhythm section στηρίζεται στη γεμάτη παρουσία του μπάσου του Mariusz Duda. Η φωνή του, εκφραστική αλλά συγκρατημένη, παραμένει το συναισθηματικό κέντρο του δίσκου — μια ερμηνεία που μεταφέρει ψυχραιμία και εσωτερική ένταση ταυτόχρονα.

Το άλμπουμ λειτουργεί ως ενιαία αφήγηση, με θεματικό άξονα την εσωτερική σύγκρουση, την ανάγκη για προσωπική αναγέννηση και την ψευδαίσθηση μιας “δεύτερης ζωής”. Ο τίτλος δεν αφορά μια διαφυγή, αλλά την ψυχολογική διαδικασία του ανθρώπου που προσπαθεί να ξαναχτίσει τον εαυτό του, διαπιστώνοντας τελικά πως η “δεύτερη ζωή” είναι συχνά η συνέχιση των ίδιων αδιεξόδων. Οι στίχοι είναι ειλικρινείς, χωρίς περιττές μεταφορές, και συνδυάζουν προσωπική εσωστρέφεια με μια πιο καθολική αίσθηση υπαρξιακής αναζήτησης.

Η μουσική ροή του δίσκου είναι προσεκτικά χτισμένη. Το «After» εισάγει απαλά το άλμπουμ με ατμοσφαιρικό τόνο, οδηγώντας στο «Volte-Face», όπου εμφανίζονται για πρώτη φορά οι δυναμικές αντιθέσεις που θα χαρακτηρίσουν όλο το έργο. Το «Conceiving You» κατεβάζει την ένταση, με μελωδία που αναδεικνύει την ευαισθησία του Duda, ενώ το εκτενές «Second Life Syndrome» αποτελεί τον πυρήνα του άλμπουμ: ένα κομμάτι δεκαέξι λεπτών, χωρισμένο σε τρεις ενότητες, που συνοψίζει τη θεματική και ηχητική ουσία των RIVERSIDE — ένταση, μελωδία, μετάβαση, αποφόρτιση. Στη συνέχεια, το «Artificial Smile» και το «I Turned You Down» εκφράζουν με διαφορετικούς τρόπους την κοινωνική και προσωπική αποξένωση, ενώ το ορχηστρικό «Reality Dream III» λειτουργεί ως γέφυρα που επαναφέρει το στοιχείο του ονείρου. Το «Dance with the Shadow» ανεβάζει και πάλι τη δραματική ένταση, μιλώντας για την εσωτερική πάλη με τον “σκοτεινό” εαυτό, πριν το «Before» κλείσει τον κύκλο με ήρεμη, σχεδόν στοχαστική διάθεση.

Η παραγωγή είναι υποδειγματική για το είδος: καθαρή, ισορροπημένη και προσεγμένη στη λεπτομέρεια. Κάθε όργανο έχει τον χώρο του, χωρίς υπερβολές στις δυναμικές ή στις ενορχηστρώσεις. Ο ήχος παραμένει «ανθρώπινος», όχι αποστειρωμένος, και η συνολική μίξη αποδίδει με ευκρίνεια τόσο τα πιο σιωπηλά περάσματα όσο και τις πιο δυναμικές εκρήξεις.

Το “Second Life Syndrome” είναι, σε μεγάλο βαθμό, η στιγμή που οι RIVERSIDE βρήκαν την πλήρη τους ταυτότητα. Εδώ απομακρύνονται από τις εμφανείς επιρροές του ντεμπούτου και αποκτούν δικό τους στίγμα: μελωδικό, εσωστρεφές, αλλά με σιγουριά και καθαρή αισθητική κατεύθυνση. Χωρίς να βασίζεται στην τεχνική επίδειξη ή στη ρητορική του “μεγάλου” progressive έργου, ο δίσκος παραμένει προσγειωμένος και ειλικρινής.

Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά, εξακολουθεί να ακούγεται συνεπές και ζωντανό. Όχι επειδή είναι εντυπωσιακό ή περίπλοκο, αλλά γιατί εκφράζει με ακρίβεια μια εσωτερική διαδρομή που παραμένει αναγνωρίσιμη και επίκαιρη. Το “Second Life Syndrome” είναι ένας δίσκος που ενώνει τεχνική, συναίσθημα και συνοχή — και δικαίως θεωρείται η πιο ολοκληρωμένη στιγμή των RIVERSIDE.

Πέτρος Καραλής

A Day To Remember…30/10 [ANTHRAX]

0
Anthrax

Anthrax

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Spreading the disease” – ANTHRAX
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Music For Nations
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Carl Canedy/Scott Ian/Jon Zazula
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνή – Joey Belladona
Κιθάρες – Scott Ian
Κιθάρες – Dan Spitz
Μπάσο – Frank Bello
Drums – Charlie Benante

Μετά τον ορυμαγδό του “Fistful of metal” και τη περιοδεία προώθησης του, έχουμε αλλαγές μελών για τους ANTHRAX. Παρελθόν ο Dan Lilker που θα έφτιαχνε τους NUCLEAR ASSAULT, παρελθόν o Neil Turbin και στη θέση τους, έρχονται ο Joey Belladona και ο Frank Bello αντίστοιχα. Παρένθεση, για ένα φεγγάρι φωνητικά έκανε ο Matt Fallon αλλά γρήγορα τον απέλυσαν γιατί δεν είχε την αυτοπεποίθηση που έπρεπε στο studio, κλείνει η παρένθεση. Ο Belladona λοιπόν, προερχόμενος από ένα hard n’ heavy background σαν τραγουδιστής, έφερε μια άλλη μελωδικότητα στο συγκρότημα, η οποία θα γινόταν έκδηλη στην κυκλοφορία – επίσημο ντεμπούτο του νέου line up.

27 Φεβρουαρίου 1985 και το “Armed and dangerous” EP, κυκλοφορεί και οπλοφορεί! To φερώνυμο κομμάτι, δείχνει το λυρισμό των ερμηνειών του Joey Belladona, όπως αυτή θα εκφραζόταν από τούδε και στο εξής στους ANTHRAX. Θα το συναντούσαμε εκ νέου, πιο μεστό ακόμα στο επόμενο full-length, ενώ το “Raise hell”, παρέμεινε μοναδικό σε αυτή τη κυκλοφορία. Μια κυκλοφορία η οποία συμπληρώνεται από τη διασκευή στο κλασσικό “God save the queen” των SEX PISTOLS, αλλά και δύο live εκτελέσεις των “Metal thrashing mad” και “Panic” με Belladona στα φωνητικά. Τελευταία κυκλοφορία επιπλέον, για λογαριασμό της Megaforce.

Το νερό έχει μπει ήδη στο αυλάκι. Με παραγωγό δίπλα στον Carl Canedy τον Scott Ian και τον Jon Zazula, το δεύτερο full-length της αρμάδας από τη Νέα Υόρκη, θα έπαιρνε σιγά σιγά σάρκα και οστά. Έτερη πρώτη επίσης, για τους ANTHRAX, στην Music For Nations, η οποία στις 30 Οκτωβρίου 1985, θα κυκλοφορούσε το “Spreading the disease”. Για τον γράφοντα, το συγκεκριμένο είναι η κορωνίδα της δισκογραφίας τους, με το “Among the living” να ακολουθεί από κοντά. Το μεγαλείο, ξεκινάει από το μακελειό του “A.I.R.” και τον Belladona να σκίζει τον αέρα, ενώ η μπάντα από πίσω του… οργώνει, σπέρνει και θερίζει!

Από την άλλη, το “Lone justice” (βασισμένο στο “The gunslinger” του Stephen King) με την υπέροχη μπασογραμμή του Frank Bello και την ποιητική στιχάρα “no name, like a shadow on a moonless night” στη γέφυρα ανατριχιάζει τους πάντες, πραγματευόμενο την επιβολή δικαιοσύνης από έναν τιμωρό. Το mid-tempo του ύφους του, παράλληλα, το κάνει ιδανικό για το circle pit, το σωστό, το ορθόδοξο. Μιλώντας για circle pit και εν γένει για τρέλα….”it’s time for your medication, mr. Brown”. “Madhouse” και τα μυαλά στα κάγκελα! Το τόσο χαρακτηριστικό του video clip, όμως, δεν πήρε μεγάλη προβολή από το MTV.

Ο λόγος; Ο σταθμός βλέπετε θεωρούσε πως ήταν υποτιμητικό προς τα άτομα που πάσχουν από ψυχικές νόσους. ΦΥΣΙΚΑ, αυτό δεν πτόησε κανέναν από τους οπαδούς τους, που το λάτρεψαν και έχει επιβιώσει ανά τα χρόνια σαν κλασσική επιλογή του set από το άλμπουμ. Για το “Armed and dangerous” τα είπαμε παραπάνω, να προσθέσουμε μόνο ότι ο Turbin έχει credit στους στίχους του. Από τις κορυφαίες στιγμές του δίσκου, ενώ κρυφά διαμάντια σαν το καταιγιστικό “Aftershock” (τι ρεφρέν είναι αυτό διάολε) και το μαρσαριστό “S.S.C./Stand or fall”, διαλύουν το σβέρκο του ακροατή με περίσσια ευκολία!

Στον αντίποδα, το “The enemy” ως πιο περιπετειώδης σύνθεση, θα έλεγε κανείς ότι δείχνει το δρόμο για το “Among the living” όπου η μπάντα θα άπλωνε κι άλλο τις διάρκειές της, με τα τύμπανα του Charlie Benante να πρωταγωνιστούν! Κάπου εδώ, έρχεται ένα κομμάτι που επίσης, παίζει σταθερά στα set των ANTHRAX ως επιλογή από αυτό το άλμπουμ, το “Medusa”. Το σαγηνευτικό μα τόσο επικίνδυνο πλάσμα της ελληνικής μυθολογίας, λαμβάνει σάρκα και οστά στον ύμνο αυτό των ANTHRAX με το υπέροχα δυσοίωνο μα τόσο εθιστικό riff, που καθηλώνει τον ακροατή.

Το δε κλείσιμο με το “Gung-ho”, όπου είναι ΞΕΚΑΘΑΡΑ το πιο ισοπεδωτικό κομμάτι από πλευράς ταχυτήτων, δείχνει τον τρόπο με τον οποίο γκαζώνουν οι ANTHRAX, σαρώνοντας τα πάντα στο πέρασμα τους! Σε αυτό και το “Armed and dangerous” εκτός από credits στιχουργικά στον Neil Turbin, αποδίδονται και μουσικά στον Dan Lilker. Ο δίσκος θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία, μια και την επόμενη χρονιά, θα βρεθούν σε δύο σημαντικές περιοδείες. Με τους OVERKILL και τους AGENT STEEL το Μάιο (στο Βιλαμπάχο ακόμα δέρνουν!) και στο πλευρό των ήδη κολλητών φίλων τους METALLICA ως support στην Ευρωπαική περιοδεία του “Master of puppets”.

40 χρόνια μετά, το “Spreading the disease” δεν έχει χάσει ούτε ελάχιστη από την αίγλη του, την σημασία του για το συγκρότημα, το thrash metal γενικά, ενώ μέχρι και σήμερα ο γράφων το λατρεύει μέχρι αηδίας, από έφηβος ως και την στιγμή που γράφονται ετούτες οι γραμμές. Αυτά.

Did you know that?

– Το φινάλε του “Gung-ho” είναι αναφορά στο μουσικό έργο “Sinfonie de Fanfares” του baroque συνθέτη Jean-Joseph Mouret.

– Στο “Medusa” έχει συνθετικό credit και ο Jon Zazula, δίπλα στην υπόλοιπη μπάντα. Στις πρώτες εκδόσεις έπαιρνε αποκλειστικό credit, κάτι που άλλαξε στις επανεκδόσεις.

– “A.I.R.” = “Adolescence in red” σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του Scott Ian. Επίσης, ήταν λογοπαίγνιο πάνω στο “Rhapsody in blue” του μουσικοσυνθέτη George Gershwin.

– Το concept του εξωφύλλου, όπου έναν τύπο τον ελέγχουν για επίπεδα ραδιενέργειας, το σκέφτηκε ο Charlie Benante, ενώ το υλοποίησαν οι Peter Corriston και Dave Heffernon, οι οποίοι είχαν συνεργαστεί με τους LED ZEPPELIN στο “Physical graffiti”.

Γιάννης Σαββίδης

A day to remember…30/10 [RUNNING WILD]

0
Running Wild

Running Wild

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The masquerade” – RUNNING WILD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Noise Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Rolf Kasparek, Karl-Ulrich Walterbach
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά / Κιθάρα – Rolf “Rock’n’Rolf” Kasparek
Κιθάρα – Thilo Hermann
Μπάσο – Thomas Smuszynski
Τύμπανα – Jörg Michael

Στα μέσα της δεκαετίας των 90s, οι RUNNING WILD συνέχιζαν ακάθεκτοι να σηκώνουν την πειρατική  σημαία τους ψηλά με περηφάνεια και περίσσεια αλητεία. Ενώ πολλά συγκροτήματα της γενιάς τους πάλευαν να προσαρμοστούν στις νέες μουσικές τάσεις, ο καπετάνιος Rolf Kasparek δεν έκανε βήμα πίσω. Το “Masquerade”, είναι ένα ακόμα ολοκληρωμένο, αψεγάδιαστο και εμβληματικό άλμπουμ, που αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο την αφοσίωση του συγκροτήματος στις αρχές του, αλλά και την πρόθεσή του να συνεχίσει να κυκλοφορεί εξαιρετικά άλμπουμ.

Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1995 και σηματοδότησε ένα σπάνιο γεγονός στην ιστορία των RUNNING WILD, την επιστροφή τους με την ίδια σύνθεση που είχαν ηχογραφήσει το προηγούμενο τους άλμπουμ, το “Black hand inn”. Ο Kasparek, πάντα στο τιμόνι, πλαισιωμένος από τους Thilo Hermann, Thomas Smuszynski και Jörg Michael, βρήκε επιτέλους μια σταθερή ομάδα που μοιραζόταν το όραμά του. Βασικά, για εκείνη την περίοδο υπήρχε ο συμβιβασμός και άρεσε στα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, να λειτουργούν ως μισθοφόροι και να πληρώνονται ως τέτοιοι (κανονικοί κουρσάροι!), ενώ άφηναν το πεδίο ανοιχτό στον Kasparek να δουλέψει όπως αυτός ήθελε.

Το “Masquerade” αποτελεί την απαρχή μιας θεματικής τριλογίας, η οποία συνεχίστηκε με τα “The rivalry” και “Victory”, και πραγματεύεται την αιώνια μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Ο Kasparek, κρατώντας πάντα την πειρατική θεματολογία, χρησιμοποιώντας τη σε πολλά τραγούδια αλλά και για μεταφορικούς σκοπούς, δημιούργησε έναν πιο σκοτεινό, θεατρικό κόσμο, γεμάτο αλληγορίες και εσωτερικά διλήμματα. Μουσικά, ο δίσκος είναι μια αποθέωση του κλασικού RUNNING WILD ήχου. Στιβαρά riffs, μελωδικά solos, επιβλητικά refrains και άψογη ρυθμική συνοχή. Το εναρκτήριο και συνάμα φουτουριστικό “The contract/the crypts of Hades” προετοιμάζει ιδανικά το έδαφος για την καταιγιστική συνέχεια του “Masquerade”, ένα τραγούδι που συμπυκνώνει στα τέσσερα λεπτά του την σκληροτράχηλη ωμότητα του άλμπουμ. Το “Lions of the sea” είναι ένα καταιγιστικό έπος, με τα “Rebel at heart” και “Metalhead” να χορεύoυn σε πιο κλασικούς ρυθμούς, ενώ τα “Wheel of doom” και “Underworld” σφυροκοπoύν ανελέητα.

Το “Masquerade” παραμένει μέχρι σήμερα ένας από τους πιο επιθετικούς, ωμούς και γρεζάτους δίσκους των RUNNING WILD. Συνδυάζει δύναμη και μελωδία και μάλιστα, σε μία εποχή που μουσικά τα πράγματα άλλαζαν, οι RUNNING WILD έμειναν πιστοί σε ένα όραμα όπου τιμούσε το παραδοσιακό heavy metal με ψυχή και προσωπικότητα αλλά και με μουσική που του άρμοζε.

Did you know that:

  • Το εξώφυλλο, έργο του Andreas Marschall, θεωρείται ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στην ιστορία των RUNNING WILD, αποτυπώνοντας τέλεια το θεατρικό και σκοτεινό ύφος του δίσκου.
  • Ο Kasparek χρειάστηκε μόλις δύο μήνες για να γράψει τη μουσική και τους στίχους και άλλον ενάμιση μήνα κράτησαν οι ηχογραφήσεις.
  • Το “Masquerade” σηματοδοτεί το τέλος μίας εποχής, καθώς είναι και το τελευταίο άλμπουμ που έβγαλαν με την Noise. Μία συνεργασία που ξεκίνησε από το 1983 και τα τραγούδια “Chains and leather” και “Adrian” που χρησιμοποιήθηκαν στη συλλογή “Rock from hell”.

Δημήτρης Μπούκης

THEM – “Psychedelic enigma” (Steamhammer)

0
Them

Them

Από τότε που οι Γερμανοαμερικανοί THEM ξεκίνησαν ως μια tribute μπάντα στον King Diamond και τα πνευματικά του παιδιά μέχρι σήμερα, έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι. Με ιθύνοντα νου τον τραγουδιστή KK Fossor (κατά κόσμον Troy Norr) οι THEM μας παρουσιάζουν μια εξαιρετική ιστορία τρόμου σε κάθε άλμπουμ τους, κατά τα πρότυπα του μέντορα τους, διανθισμένη με πολύ καλή μουσική. Παρακολουθώ τους THEM πολύ στενά από την αρχή της καριέρας τους και πάντα μου έκανε εντύπωση η διαρκής ανοδική, εξελικτική τους πορεία σε κάθε τους δουλειά. Έτσι, όταν έπεσε στα χέρια μου το νέο, πέμπτο τους άλμπουμ με τίτλο “Psychedelic enigma” δεν άφησα την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη για να ασχοληθώ για μια ακόμη φορά μαζί τους και να βυθιστώ στον θεατρικό και σκοτεινό κόσμο τους.

Σε πρώτη φάση να πω εδώ ότι το “Psychedelic enigma” είναι ίσως το πιο επιθετικό άλμπουμ των THEM μέχρι στιγμής. Υποψιάζομαι ότι μάλλον έχει βάλει και το χεράκι του και ο παραγωγός Randy Burns (αν αρχίσουμε να αναφέρουμε τους δίσκους που έχει δουλέψει, δεν θα τελειώσει ποτέ αυτή η κριτική!) αλλά όπως και να έχει, η ουσία δεν αλλάζει. Τα κομμάτια είναι ταχύτατα, με τέμπο που ανεβάζει τους σφυγμούς, πάντα όμως κάτω από την προστατευτική ματιά του Βασιλιά Διαμαντή. Υπάρχουν και κομμάτια που θυμίζουν πιο έντονα τους KING DIAMOND, όπως τα εξαιρετικά “Electric church” και “Echoes of the forgotten realm”, αλλά σε γενικές γραμμές οι THEM ακούγονται πιο οργισμένοι από ποτέ. Η μουσική τους πλέον αγγίζει ξεκάθαρα τις παρυφές του thrash, χωρίς να ξεχνούν τις πιο κλασικές heavy metal καταβολές τους. Ακούστε για παράδειγμα το “Remember to die”που είναι η πιο thrashy στιγμή του δίσκου και το σχεδόν prog-thrash “Psychonautic state” που μπορεί να σας θυμίσει αμυδρά ακόμα και WATCHTOWER.

Γενικά υπάρχει πλούσια γκάμα ακουσμάτων στα κομμάτια του “Psychedelic enigma”. To speed metal του “Catatonia” (που ουσιαστικά ανοίγει τον δίσκο μετά από την απαραίτητη ατμοσφαιρική εισαγωγή) ή η ανατολίτικη μελωδία του “Reverie” είναι ενδεικτικά κάποια από τα πολλά στοιχεία που θα κρατήσουν τον ακροατή απόλυτα προσηλωμένο στο άλμπουμ, περιμένοντας να ακούσει σε κάθε νότα και άλλες εκπλήξεις. Κάποια στοιχεία από IRON MAIDEN αλλά και MERCYFUL FATE είναι διάσπαρτα εδώ και εκεί και προσδίδουν μια ξεχωριστή πινελιά χωρίς όμως να δημιουργούν την αίσθηση της αντιγραφής. Αντίθετα η μπάντα δείχνει να αυτοπροσδιορίζεται παρουσιάζοντας μια ξεχωριστή μουσική ταυτότητα που όμως σέβεται την βασική της επιρροή.

Μεγάλο ατού των THEM ήταν πάντα η θεατρικότητα του KK Fossor και τα μελωδικά κιθαριστικά solos των Markus Ullrich και Markus Johansson, στοιχεία που και στο “Psychedelic enigma” υπάρχουν άφθονα. Ειδικά η κιθαριστική δουλειά χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς, καθώς οι δύο κιθαρίστες εξαπολύουν riffs που παίρνουν μυαλά. Η μπάντα ακούγεται πιο στιβαρή από ποτέ, τα κομμάτια είναι άρτια δομημένα, ξεδιπλώνοντας με μαεστρία την ιστορία που αφηγείται με τον δικό του, μοναδικό τρόπο ο KK Fossor, ενώ δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε και την εξαιρετική παραγωγή του Randy Burns που αναδεικνύει και με το παραπάνω την ποιότητα των συνθέσεων.

Η λέξη “εξέλιξη” πολλές φορές ακούγεται όταν θέλουμε να δικαιολογήσουμε μια αποτυχημένη στροφή στον ήχο μιας μπάντας. Ευτυχώς αυτό δεν συμβαίνει στους THEM. Το “Psychedelic enigma” είναι ο δίσκος που παρουσιάζει τους THEM ίσως στην πιο επιθετική φάση της καριέρας τους, και χαράσσουν μόνοι τους το δικό τους σκοτεινό μονοπάτι στον μουσικό τρόμο, με τον King Diamond να παρακολουθεί επιδοκιμαστικά.

8,5 / 10

Θοδωρής Κλώνης

SPECIES – “Changelling” (20 Buck Spin)

0
Species

Species

To tech thrash είναι πολύ δύσκολο είδος, για να το παρακολουθήσει ένας metalhead. Αλλόκοτο και διαφορετικό σίγουρα, άλλοτε στριφνό, άλλοτε «σπαστικό» και «σπασμωδικό», πάντοτε χωρίς νόρμες, είναι από τη «φύση» του προορισμένο να ακουστεί από λίγους και να μην σπάσει ποτέ το εμπορικό φράγμα, μπαίνοντας στον χώρο του ευρέως mainstream. Κάτι που γνωρίζουν και έχουν δεχτεί τόσο οι οπαδοί του, ο αριθμός των οποίων είναι ενδεικτικός για το πόση αποδοχή έχει στις πλατιές μάζες, όσο και οι ίδιοι οι μουσικοί του.

Οι Πολωνοί SPECIES είναι ένα tech thrash τρίο, που κυκλοφορεί τη δεύτερη δισκογραφική του δουλειά. Το πρώτο τους άλμπουμ, τους με τίτλο “To find deliverance”, κυκλοφόρησε από τη μικρούλα Awakening Records και χαιρετίστηκε από τους φίλους του είδους ως ένα πολύ αξιόλογο και ελπιδοφόρο ντεμπούτο. Ο διάδοχος του, το “Changelling”, κυκλοφορεί μέσω της 20 Buck Spin. Μεγαλύτερη εταιρεία, άρα μεγαλύτερη η «έκθεση» και η «δημοσιότητα», περισσότερα τα «βλέμματα» πάνω στο γκρουπ, επομένως μεγαλύτερη σε έκταση και η όποια κριτική.

Προσωπικά, δεν ήξερα τη μπάντα. Και το promo έφτασε στα χέρια μου ξεκάθαρα από (διπλή) τύχη: Από τη μια, ο αρχισυντάκτης μου είδε το όλο look τους και χωρίς να το ψάξει περαιτέρω, θεώρησε πως παίζουν vintage (heavy) rock και μου το έστειλε κατευθείαν, από την άλλη, ένας φίλος μουσικός, γνωστός tech freak, μου έστειλε το link από το video τους για το κομμάτι “The essence”, επειδή ξέρει ότι μου αρέσει πολύ το tech thrash! Πολύ λογικά σκέφτηκαν και οι δύο, η αλήθεια είναι. Εγώ είμαι ο μπερδεμένος της υπόθεσης!

Και είμαι μπερδεμένος, γιατί κάτι με «χαλάει» σε αυτόν τον δίσκο, κάπως δυσκολεύομαι στο να μπω στο κλίμα και στο «μεδούλι» των συνθέσεών του. Αρχικά, ας θέσουμε τα μουσικά πλαίσια του “Changelling”: DEATH, CORONER, WATCHTOWER. Οι Piotr Drobina (μπάσο, φωνή), Przemysław Hampelski (τύμπανα) και Michał Kępka (κιθάρα), είναι πολύ καλοί παίκτες. Ουδείς το αρνείται αυτό. Δυστυχώς όμως για μένα, όχι για αυτούς που συνθέτουν ακριβώς αυτό που τους αρέσει, στο δεύτερο άλμπουμ έχουν θυσιάσει την (όποια) αμεσότητα, στον βωμό όχι της τεχνικής, αφού κάτι πολύ τεχνικό μπορεί να είναι και άμεσο, αλλά στον βωμό της συνθετικής… παράνοιας.

Έτσι, οι πάμπολλες αλλαγές σε ρυθμούς και ύφος που ακούμε, γίνονται η αιτία να χάνεται η ροή του δίσκου. Επίσης, τα φωνητικά, είναι σουτ στο δοκάρι. Από τη μια, προσπαθούν να πιάσουν σε χροιά τον μακαρίτη Chuck και κάτι τέτοιο, εντάξει, απλά δε γίνεται. Από την άλλη, όταν γίνονται «καθαρά», είναι αδύναμα και δεν πατούν σωστά. Γενικότερα, γνώμη μου είναι πως δεν οφείλεις να είσαι υπέρ το δέον (και όχι «υπέρ τού δέοντος», που διαβάζω και μου κάνουν τα μάτια γκελ κάθε φορά) αντισυμβατικός, για να θες να λέγεσαι “tech” ή “prog”. Και η φράση «σαν να είχε γραφτεί το “Rust in peace” από τους MEGADETH και τον John Carpenter πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα», δε μου λέει απολύτως τίποτα…

Τι είναι τελικά το “Changelling”; Περισσότερο με «συρραφή» μεμονωμένων καλών ιδεών θα το παρομοίαζα, που όμως δεν πέτυχε και τόσο καλά στην σταυροβελονιά. Τα καλά διαστήματα βέβαια, που είναι πολλά, δείχνουν ακριβώς αυτό: Οι SPECIES βρίσκονται, μάλλον, μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Ή θα ξεφύγουν προς άγνωστη κατεύθυνση και όποιος αντέξει, ή θα κάνουν αναστροφή και θα ακολουθήσουν την οδό του αμεσότερου ντεμπούτου. Άρα, είναι στο χέρι τους αν και τι είδους “break” μπορούν να κάνουν. Πάντως η παραγωγή της μπάντας, σε συνεργασία με τον Filip Pągowski, είναι πολύ καλή και αναδεικνύει τον ήχο της.

Βέβαια, όλα τα παραπάνω μπορεί κάλλιστα κάποιος να τα βρίσκει άστοχα, διότι πολύ απλά, όλα είναι θέμα γούστου. Η τελική ετυμηγορία, είναι όπως πάντα, αυτή του κοινού. Συνεπώς, αν είσαι οπαδός του tech thrash, άκουσε το άλμπουμ και πού ξέρεις, μπορεί να διαφωνήσουμε!

7 / 10

Δημήτρης Τσέλλος

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece