Friday, February 13, 2026




Home Blog Page 16

GODSMACK: Έρχονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα στα πλαίσια του Ejekt!!!

0
Godsmack

Godsmack

23.07.2026
Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού

GODSMACK

Οι Godsmack για πρώτη φορά στην Ελλάδα!

Οι Godsmack έρχονται για πρώτη φορά στη χώρα μας για μια μοναδική εμφάνιση την Πέμπτη 23 Ιουλίου στο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού!

Ένα από μεγαλύτερα ονόματα της rock και metal μουσικής παγκοσμίως από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 ως σήμερα, οι Godsmack έχουν διαγραψει μια απίστευτα επιτυχημένη πορεία με αριθμούς που ζαλιζουν.

Το ομώνυμο ντεμπούτο άλμπουμ τους του 1998 πούλησε 4.000.000 αντίτυπα μόνο στις ΗΠΑ, έγινε 5 (!) φορές πλατινένιο και τους ανέδειξε σε αστέρες πρώτου μεγέθους. Η συνέχεια ηταν εξίσου εντυπωσιακή, με ένα απίθανο σερί με 3 συνεχόμενους δίσκους (“Faceless”, “IV”, “The Oracle”) να ανεβαίνουν στο νο1 των Αμερικανικών album charts, ένα επίτευγμα που έχουν καταφέρει μόλις άλλα 9 συγκροτήματα στην ιστορία!

Φυσικά, οι Godsmack είναι ένα συγκρότημα που το λατρεύει το ραδιόφωνο: για αυτό και έχουν 12(!) τραγούδια που έχουν ανέβει στο νο1 των αμερικάνικων rock-radio hits, ενώ 25 τραγούδια τους έχουν μπει στο top10! Και πώς να μην είναι τόσο δημοφιλείς, όταν έχουν γράψει ύμνους όπως τα: “I Stand Alone”, “Monsters”, “Voodoo”, “Bad Magick”, “Greed”, “Cryin’ Like A Bitch”, “When Legends Rise”, “Under Your Scars”, “Bulletproof”, “Awake”, “Keep Away”.

Ο συνδυασμός της φωνής του Sully Enra και αυτού του χαρακτηριστικού “επικού” στοιχείου της μουσικής τους, τους έχουν φέρει και σε πολλά soundtracks παιχνιδιών, όπως στα “Guitar Hero”, “Rock Band”, “Prince of Persia”, “Madden”, “WWE Smackdown! Vs Raw 2007”, “Rocksmith”, αλλά και ταινιών όπως το “The Scorpion King”.

Την Πέμπτη 23 Ιουλίου στη συναυλία τους στο Δημοτικό Θέατρο Λυκαβηττού θα ερμηνεύσουν υλικό από ολόκληρη τη δισκογραφία τους και όλα τα μεγάλα hits τους.

Περισσότερες πληροφορίες θα ανακοινωθούν σύντομα.

ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ
47 Ευρώ , 50 Ευρώ , 52 Ευρώ

Η προπώληση εισιτηρίων γίνεται από τo www.more.com, τα καταστήματα Public και το υπόλοιπό δίκτυο του More.

A day to remember…01/12 [AC/DC]

0

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “T.N.T.” – AC/DC
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1975
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Atlantic
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Harry Vanda, George Young
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Bon Scott
Κιθάρες – Malcolm Young
Κιθάρες – Angus Young
Μπάσο – Mark Evans (κομμάτια 1-7), George Young (κομμάτι 6-8)
Drums – Phil Rudd (κομμάτια 1-7), Tony Currenti (8-9)

Αντικείμενο του παρόντος κειμένου είναι μια από τις 3 αγαπημένες μου rock μπάντες όλων των εποχών. Οι θεοί AC/DC. Σήμερα, γυρίζουμε πίσω στο χρόνο, στα ξεκινήματα τους. Στις 17 Φεβρουαρίου 1975, θα έβγαινε το “High voltage” ντεμπούτο. ΠΡΟΣΟΧΗ, όχι το συνώνυμο άλμπουμ του 1976 που βγήκε διεθνώς. Αυτό, το πρώιμο “High voltage” ήταν πιο άγουρο, με άλλο μπασίστα (Rob Bailey) και drummers (Peter Clack, Tony Currenti). Χώρια που κυκλοφόρησε μόνο στην Αυστραλία. Κοινά σημεία του “High voltage” του ‘75 με το “High voltage” του ‘76, το “Little lover” και το “She’s got balls”. Αλλά φυσικά, κάθε αρχή και δύσκολη, τι να κάνεις; Το νερό ωστόσο είχε μπει στο αυλάκι. Δεν θα αργούσε η στιγμή που οι Αυστραλιανοί θα απασχολούσαν περισσότερο κόσμο.

Και έρχεται η μέρα, ούτε 10 μήνες μετά, στη πρώτη του Δεκέμβρη του ‘75, όπου οι AC/DC παρουσιάζουν τον Phil Rudd στα drums και τον Mark Evans στο μπάσο. Το όνομα του δίσκου; “T.N.T.”. Και διάολε αυτό ακριβώς που απεικονίζει το εξώφυλλο του Richard Ford ήταν και ο δίσκος. Ένα κουτί με TNT στα μούτρα του σκληρού ήχου, που έφερε φαρδιά πλατιά την σφραγίδα κάτι τυπάδων από την Αυστραλία, που ήθελαν να τους ακούσει όλος ο κόσμος. Ατόφια rock n’ roll αλητεία, blues ψυχή και τσιτωμένοι ενισχυτές. Τα “It’s a long way to the top (if you wanna rock’n’roll)”, “T.N.T” και το bluesy μεγαλείο “The jack” έγιναν rock ύμνοι, βρίσκοντας συχνά στα επόμενα 50 χρόνια θέση στα setlist των AC/DC. Τα δε κρυμμένα διαμαντάκια “Live wire” και “Rock’n’roll singer”, δίνουν το στίγμα της μπάντας.

AC/DC

“Το επέλεξα, αυτό θα γίνω, άμα σου αρέσει”. Και φυσικά, όταν μπροστάρης είναι ένας Bon Scott, αυτό το μήνυμα μεταφέρεται με τον πλέον αυθεντικό τρόπο. Εδώ ο Scott, γίνεται στη πραγματικότητα, ο αλήτης γόης που θα κάψει γυναικείες καρδιές και θα προκαλέσει εγκεφαλικά σε πολλούς πατεράδες εκεί έξω. Το “Rocker” είναι ερωτικό γράμμα στις απευθείας ρίζες των AC/DC, το αυτό και το “Can I sit next to you girl”, που ξεχωρίζει μέσα στο ιδιαίτερο riffing του. Και για φινάλε, έχουμε την δήλωση των AC/DC. HIGH VOLTAGE ROCK’N’ROLL. Απλά, λιτά και κατανοητά. Ένα ατόφια AC/DC κομμάτι, από τα κρυφά διαμάντια του δίσκου, που όποιος κάτσει να το μάθει στη κιθάρα, θα παρατηρήσει ότι οι συγχορδίες στο ρεφρέν, σχηματίζουν το όνομα του συγκροτήματος, με τη σειρά που παίζονται: Λα (A), Ντο (C), Ρε (D), Ντο (C).

Ή όχι ακριβώς φινάλε, μια και ακολουθεί μια διασκευή στο “School days” του Chuck Berry (οι απευθείας ρίζες που λέγαμε προηγουμένως), για τίτλους τέλους. Τόσο το “T.N.T.” όσο και το “High voltage” θα ήταν άκρως πετυχημένα εντός των ορίων της Αυστραλίας. Όταν θα λάμβαναν πρόταση για διεθνές συμβόλαιο από τον Phil Carson του Βρετανικού παραρτήματος της Atlantic, τότε ήταν η τεράστια ευκαιρία. Φυσικά, την άρπαξαν από τα μαλλιά και εγένετο…η international εκδοχή του “High voltage”, με δύο κομμάτια από το “High voltage” του ‘75 (“Little lover”, “She’s got balls”) και τα λοιπά κομμάτια από το “T.N.T.” (παραλείποντας το “Rocker” και τη διασκευή του “School days”), η οποία θα κυκλοφορούσε στις 17 Μαίου 1976. Η μπάντα θα ξεκινούσε περιοδεία στην Αγγλία εν μέσω του punk παροξυσμού.

Γιάννης Σαββίδης

The Offspring, Bad Religion & more (7.07.2026) – Πλατεία Νερού

0
Offspring

Offspring

Το Release Athens 2026 υποδέχεται τους The Offspring και τους Bad Religion, την Τρίτη 7 Ιουλίου, στην Πλατεία Νερού. Δύο μπάντες–πυλώνες του αμερικανικού punk rock, με τεράστια ιστορία και επιρροή, συναντιούνται για μια ηλεκτρισμένη βραδιά ασταμάτητης έντασης, που προμηνύεται ήδη ως μία από τις κορυφαίες στιγμές του καλοκαιριού.

Περισσότερα ονόματα θα ανακοινωθούν σύντομα!

Οι The Offspring είναι ένα από τα πιο καθοριστικά συγκροτήματα στην ιστορία του σύγχρονου punk rock και από εκείνα που σφράγισαν ανεξίτηλα τον ήχο και την αισθητική των 90s. Προερχόμενοι από την Καλιφόρνια, κατάφεραν να μετατρέψουν την ωμή ενέργεια του punk σε παγκόσμιο φαινόμενο, με τραγούδια που συνδύαζαν εκρηκτικότητα, χιούμορ, ειρωνεία και κοινωνικό σχόλιο.

Με δεκάδες εκατομμύρια πωλήσεις, αμέτρητες επιτυχίες στα charts παγκοσμίως και διαχρονικά anthems που εξακολουθούν να ξεσηκώνουν μουσικές αρένες και φεστιβάλ, οι The Offspring απέδειξαν ότι το punk μπορεί να είναι ταυτόχρονα ακατέργαστο και μαζικό, αυθεντικό και απολύτως διαχρονικό. Η χαρακτηριστική φωνή του Dexter Holland, τα κοφτερά riffs του Noodles και οι καυστικοί στίχοι δημιούργησαν έναν άμεσα αναγνωρίσιμο ήχο που μίλησε σε περισσότερες από μία γενιές.

Το 2024, οι Αμερικανοί γιόρτασαν μαζί μας τα 30 χρόνια από την κυκλοφορία του ανυπέρβλητου “Smash”, σε μία βραδιά που έχει ήδη βρει τη θέση της στη δεκαετή πορεία του Release Athens Festival. Τώρα, επιστρέφουν στην Πλατεία Νερού με νέο δίσκο, το εξαιρετικό “Supercharged”, και την ίδια αστείρευτη διάθεση να μας υπενθυμίσουν γιατί το punk παραμένει ζωντανό, επίκαιρο και εθιστικό.

Follow The Offspring:

Official Website

Instagram

X

YouTube

Spotify

 

Οι Bad Religion δεν είναι απλώς μια μεγάλη punk μπάντα αλλά ένα από τα πιο ξεχωριστά κεφάλαια ολόκληρης της σκηνής. Αποτέλεσαν έναν από τους βασικότερους πυλώνες πάνω στους οποίους χτίστηκε ολόκληρη η φιλοσοφία του σύγχρονου αμερικανικού punk και επηρέασαν αμέτρητες μπάντες – ανάμεσά τους, φυσικά, και οι The Offspring. 

Από τα πρώτα τους βήματα συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του ήχου της Καλιφόρνιας, συνδυάζοντας την ωμή ενέργεια του hardcore με μελωδικά riffs και πολιτικοποιημένους, αιχμηρούς στίχους. Με περισσότερα από 17 άλμπουμ και αδιάκοπη παρουσία πάνω στη σκηνή, παραμένουν μία από τις πιο ισχυρές και αξιόπιστες live μπάντες στον κόσμο, καταφέρνοντας έτσι όχι μόνο να διατηρήσουν το πιστό παλιό κοινό τους, αλλά να συνεχίσουν να εμπνέουν νέες γενιές μουσικών και ακροατών.

Η συνύπαρξη των Bad Religion με τους The Offspring στην ίδια σκηνή, την ίδια βραδιά, δεν είναι απλώς μια μεγάλη συναυλιακή σύμπραξη, αλλά μια συνάντηση δύο συγκροτημάτων που διαμόρφωσαν, από διαφορετικές πλευρές, το σύγχρονο αμερικανικό punk.

Follow Bad Religion:

Official Website

Instagram

X

YouTube

 

Η διάθεση των εισιτηρίων ξεκινάει την Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου, στις 12:00, προς 55€. Οι επόμενες φάσεις θα ανακοινωθούν στην πορεία. 

 

Επίσης, διατίθεται περιορισμένος αριθμός VIP εισιτηρίων, με πρώτη τιμή τα 120€.

 

Στη συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνονται οι εξής προνομιακές παροχές:

  • Ξεχωριστή υπερυψωμένη περιοχή διαμορφωμένη με stands & stools για όλους
  • Open-bar
  • Ξεχωριστή πύλη εισόδου
  • Ιδιωτικό parking
  • Ξεχωριστές τουαλέτες
  • Αναμνηστικό δώρο

 

Σημαντικό: Μέχρι τις 25 Ιανουαρίου, μπορείς να αποκτήσεις όποιο εισιτήριο επιθυμείς για το Release Athens 2026 (γενικής εισόδου, VIP, συνδυαστικό και ΑμεΑ), σε 4 άτοκες δόσεις αποκλειστικά με τη χρήση πιστωτικής κάρτας. Για όλες τις πληροφορίες:

https://www.releaseathens.gr/4-atokes/

 

Διάθεση εισιτηρίων:

 

Τηλεφωνικά στο 211770000

Online / releaseathens.grmore.com

Φυσικά σημεία: https://www.more.com/el/physical-spots/

 

Όλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.gr

 

Διάθεση εισιτηρίων ΑμεΑ:

 

Το Φεστιβάλ φροντίζει για την πρόσβαση Ατόμων με Αναπηρία, προσφέροντας ειδικό χώρο με ανεμπόδιστη θέα προς τη σκηνή. Ο ειδικός χώρος είναι προσβάσιμος με αμαξίδιο, διαθέτει καθίσματα, ξεχωριστές τουαλέτες & δωρεάν parking.

 

Για την αγορά εισιτηρίων ΑμεΑ, παρακαλούμε να προωθήσετε το αίτημά σας ηλεκτρονικά στο support@releaseathens.gr, επισυνάπτοντας την κάρτα αναπηρίας σας. Για την είσοδό σας στους χώρους ΑμεΑ, η κάρτα αυτή θα χρειαστεί να επιδειχθεί κατά την άφιξή σας στο Φεστιβάλ.

 

Follow Release Athens: 

Official Website

Facebook

Instagram 

TikTok 

YouTube 

Spotify 

DREAM THEATER – “Quarantième: Live à Paris” (Inside Out)

0
Theater

Theater

Οι DREAM THEATER το 2024 περιόδευσαν γιορτάζοντας τα σαράντα χρόνια τους και τώρα μας προσφέρουν ένα δείγμα αυτής της γιορτής με ένα ομολογουμένως συγκινητικό live άλμπουμ μιας και πρόκειται για το πρώτο ζωντανά ηχογραφημένο με τον Mike Portnoy μετά από το “Chaos in motion” που βγήκε πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια, το 2008. Ο τίτλος (που προφέρεται κα-ραν-τι-εμ) σημαίνει τα τεσσαρακοστά και μας λέει από το ξεκίνημα πως πρόκειται πράγματι για μια γιορτή. Και αυτό είναι αυτό που εκλαμβάνει ο ακροατής. Μιας και ήμουν κι εγώ ο ίδιος παρών στο Adidas Arena του Παρισιού εκείνη τη μαγική νύχτα, πρέπει να σας πω πως, από τις έντεκα συνολικά φορές που έχω δει τη μπάντα ζωντανά, αυτή ήταν και η καλύτερη λόγω της διάχυτης συγκίνησης και της ενέργειας που η μπάντα εξέπεμπε.

Είναι μάλλον αυτονόητο αλλά οφείλω να πω ότι η επιστροφή του Portnoy στα τύμπανα αλλά και στο πόστο του setlist maker επανέφερε έναν δυναμισμό και μια χαρά στη μπάντα που έλειπαν όλα αυτά τα χρόνια και που δεν ακούγαμε στα live άλμπουμ την περίοδο 2010 – 2020. Με τον Portnoy επιτέλους στο θρόνο του, η μπάντα παίζει χωρίς click track (κοινώς μετρονόμο), με μια φυσικότητα και ενέργεια που καθηλώνουν και φωνάζουν τρανταχτά πως ακόμα και στα εξήντα τους, οι τέσσερις μουσικοί της μπάντας βρίσκονται στο ζενίθ, ξεχωριστά και ως ομάδα (περισσότερα για τον James LaBrie παρακάτω).

Το αίσθημα γιορτής μεταλαμπαδεύεται ειδικά χάρη στο ονειρεμένο setlist που μας ταξιδεύει σε σχεδόν όλη τη δισκογραφία του γκρουπ με μερικές εκπλήξεις από το κιτάπι της ιστορίας, όπως την demo εκδοχή του “Hollow years” που φτάνει στα δεκατέσσερα λεπτά με ένα εντυπωσιακό τζαμάρισμα στο τέλος που μας λέει πως αυτή η μπάντα βρίσκεται στο στοιχείο της. Ειλικρινά, πόσο μας έλειπε αυτός ο αυθορμητισμός στα άλμπουμ της Mangini era; Είναι η πρώτη φορά που παίζεται ζωντανά και το “Octavarium” (δάκρυα συγκίνησης για τον γράφοντας) ύστερα από το “Score” δίσκο, για να μη πω για την deep cut έκπληξη του instrumental “Stream of consciousness” ή του “Constant motion” όπου ο Portnoy κάνει τα backing φωνητικά με τη γνωστή αγριοφωνάρα του βγάζοντας και μια σχεδόν παιδική χαρά. Για τις σχεδόν τρεις ώρες του δίσκου, είχα την αίσθηση πως άκουγα μια μπάντα που βγήκε από λήθαργο για να μας πει πως είναι εδώ, πιο δυνατή από ποτέ και κάτι παραπάνω από χαρούμενη που μπορεί να το μοιραστεί με την κοινότητα των οπαδών της (γύρω στους 8.000 θεατές εκείνο το βράδυ). Το νιώσατε και όσοι βρεθήκατε στην Αθήνα το περασμένο καλοκαίρι, έστω και μ’ ένα μικρότερο setlist. Αυτό που βέβαια δεν νιώθω ακούγοντας το άλμπουμ είναι το μπάσο αλλά αυτό ουδέποτε μας εξέπλησσε.

Αυτό που μάλλον νιώσατε στην Αθήνα ήταν και πως ο James LaBrie, η γνωστή αχίλλειος πτέρνα του γκρουπ, ήταν πραγματικά παραπάνω από αξιοπρεπής. Αλλά με ένα μουσικό σύνολο που βρίσκεται στη στρατόσφαιρα, το παραπάνω από αξιοπρεπής ίσως να μη φτάνει. Ευτυχώς, πρόσφατα ο LaBrie έκανε κάποιες συνεδρίες με έναν vocal coach που επανέφερε τη φωνή του τραγουδιστή σε επίπεδα που κανείς δεν θα φανταζόταν (δείτε όλα τα βίντεο στο YouTube και θα καταλάβετε). Προσωπικά, δεν με ενοχλεί που ο LaBrie ακούγεται σε μερικά σημεία σαν να ζορίζεται ούτε που τραγουδά με περισσότερα φαλτσέτα ή λίγο πιο επίπεδα σε κομμάτια όπως “Metropolis” ή στο “Under a glass moon”. Είναι όντως 63 ετών, με φωνητικές χορδές που έχουν περάσει από πολλές δοκιμασίες και είναι γνωστό πως ήταν πάντοτε ένας καλύτερος studio τραγουδιστής παρά live.

Εδώ, αυτό που παρατηρώ είναι πως, αφού καταφέρνει να ζεσταθεί στα πρώτα κομμάτια, σταδιακά βρίσκει την απαραίτητη ισορροπία και την αυτοπεποίθηση για να φέρει εις πέρας το δικό του ιδιαιτέρως απαιτητικό ρόλο με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Άλλοτε όμως τραγουδά με πιο έξυπνο τρόπο ώστε να μη ζοριστεί αφήνοντας τις κορώνες στο παρελθόν. Στο “Octavarium” όμως, με τις κραυγές στο τέλος, είναι απλά συγκλονιστικός όπως και στα πιο απαλά κομμάτια, βλέπε “This is the life” με τον Portnoy να ερμηνεύει με το δικό του τρόπο το παίξιμο του Mike Mangini (στο “Barstool warrior” απλά υποκλινόμαστε). Στο encore, o LaBrie σε συνεπαίρνει σε ένα sing along στα “Home” και φυσικά στο “The spirit carries on” (ανατριχίλα). Τραγουδά χωρίς κανένα playback, είναι αυθεντικός, με όλα τα συν και πλην του και η πραγματική και μόνη φωνή των DREAM THEATER. Και σαν σύνολο, όλη η μπάντα παίζει live με τη σιγουριά και το στόμφο μιας ανίκητης ομάδας. Χρόνια πολλά και του χρόνου πάλι!

Φίλιππος Φίλης

ACID DEATH – “Evolution” (7hard)

0

Λίγους μόλις μήνες, μετά την προακρόαση του “Evolution” των progressive death metal θρύλων ACID DEATH, βρισκόμαστε πάλι εδώ, να μιλήσουμε για εκείνους. Αυτή τη φορά με τον δίσκο ανά χείρας και τους στίχους από δίπλα. Τα “τεχνικά” (ποιος έκανε εξώφυλλο, ποιος τη παραγωγή και πάει λέγοντας) τα καλύψαμε εκτιμώ στο κείμενο της προακρόασης προ δύο μηνών, οπότε δεν θα σας κουράσω με αυτά, πάμε στο ψητό λοιπόν. Να σημειώσουμε εδώ, πως ο τρόπος που θα το προσεγγίσουμε αυτή τη φορά, είναι κάπως διαφορετικός απ’ ότι συνήθως, δεδομένου ότι ανέλαβε και τα δύο κείμενα, ο ίδιος άνθρωπος (δηλαδή, εγώ).

Αρχικά, η εμπειρία των δύο ακροάσεων είναι διαφορετική. Ως προς τι; Στην πρώτη ακρόαση, εκτός του ότι ακούσαμε όλο το δίσκο μια μόλις φορά, τον ακούσαμε με ενδιάμεσους προλόγους, συζητήσεις, σχόλια και πάει λέγοντας (είτε από συναδέλφους συντάκτες που ήταν παρόντες, είτε από τους ίδιους τους δημιουργούς). Τώρα, έχω την ευκαιρία να το ακούσω σαν ένα ενιαίο δημιούργημα, χωρίς τίποτα να αποσπά τη προσοχή μου, εξετάζοντας από άλλη οπτική το υλικό του. Πόσο καλά ρέει σαν σύνολο, πάντα εν συγκρίσει με το παρελθόν (πρόσφατο και μη) της μπάντας; Τι διαφορετικό δίνει ετούτη τη φορά στον ακροατή;

Αλλάζω παράγραφο και απαντάω σε μια-μια τις ερωτήσεις μου. Το σύνολο κυλάει “αέρας”, το οποίο σημαίνει πάρα πολλά δεδομένου του πόσο εύκολο είναι να χαθείς στις αλλαγές, κόντρα αλλαγές στο πιο προοδευτικό κομμάτι του metal και δη του death metal. Οριακά κάτω από 48 λεπτά, ο πιο άμεσος και πιο σύντομος δίσκος της επανένωσης των ACID DEATH. Σε αυτό βοηθάνε και τα τέσσερα ιντερλούδια που χωρίζουν τον δίσκο σε τέσσερις “ενότητες”, ενισχύοντας τη θεματική φύση του δίσκου (για πρώτη φορά στην ιστορία της μπάντας), αλλά δίνοντας και στον ακροατή ίσα-ίσα ανάσες προκειμένου να αφομοιώσει όσα άκουσε.

Για να απαντήσω στην δεύτερη ερώτησή μου πλήρως, το διαφορετικό που δίνει αυτή τη φορά στον ακροατή, είναι πως, πέρα από τα ιντερλούδια του, η μπάντα κατάφερε να εντάξει επιτυχημένα και ορισμένους πειραματισμούς εντός της διάρκειας του, χωρίς να νιώθει σε κανένα σημείο ο ακροατής ότι ακούει κάτι μη συνεκτικό, μα κάτι πολυδιάστατο. Τα καθαρά φωνητικά του Δημοσθένη Κωστόπουλου π.χ. στο “(Walking) the path to certainty” (από τα πλέον διαφορετικά κομμάτια του δίσκου εν γένει, που προσθέτει το κάτι διαφορετικό στη ροή του) και στο “Shadows of our despair” ή τα πιο μελωδικά death metal σημεία στο “Flesh dancing in the fire”.

Από τη πρώτη νότα του “Coded dominion” ως και το φινάλε του σαρωτικού “Forging the chains” αυτό το οποίο αντιμετωπίζουμε είναι ίσως, το καλύτερο άλμπουμ των ACID DEATH μετά την επανένωση, σαν να συμπυκνώσανε όλες τις αρετές των προηγούμενων δίσκων και όλες τις εμπειρίες της δεύτερης περιόδου τους, σε ένα άλμπουμ φτιαγμένο με απίστευτο μεράκι και με τρομερή προσοχή στις λεπτομέρειες, από το ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ εξώφυλλο ως και το που έγινε η παραγωγή και πόσο φιλόδοξα χτίστηκε αυτός ο δίσκος. Και το αποτέλεσμα τους δικαιώνει στο μέγιστο βαθμό, δείχνοντας την διαρκή διάθεση εξέλιξης που διέπει τους ACID DEATH σαν μπάντα.

9 / 10

Γιάννης Σαββίδης

MOTLEY CRUE – “Theatre of pain 40th anniversary box set” (BMG)

0
Motley

Motley

Οι απόλυτοι ηγέτες ενός ολόκληρου κινήματος αλλά και περήφανοι εκπρόσωποι του Sunset Strip της δεκαετίας του ‘80, γιορτάζουν τα 40 χρόνια από το κλασικό “Theatre of pain” με ένα box set το οποίο θα έλεγα αφήνει ανάμεικτα συναισθήματα στους φανατικούς οπαδούς και συλλέκτες της μπάντας. Το γεγονός είναι, πάντως, ότι οι MOTLEY CRUE συνεχίζουν και διαχειρίζονται άριστα το legacy ενώ τους αξίζουν πραγματικά συγχαρητήρια όσον αφορά το πώς εκμεταλλεύονται το brand.

Στο ίδιο στυλ με το box set του “Shout at the devil” έρχεται ο διάδοχος του που μπορεί τότε να πούλησε αρκετά και να άφησε πίσω του την απόλυτη power ballad αλλά η αλήθεια είναι ότι απέχει χιλιόμετρα από την ποιότητα του “Shout…” και φυσικά του “Dr. Feelgood”. Αυτό, εν προκειμένω, δεν μας απασχολεί βέβαια. Αυτό που μας απασχολεί είναι το περιεχόμενο του box set το οποίο μας προσφέρει τη remastered μορφή του δίσκου, μία ολόκληρη συναυλία στο Long Beach το 1985 καθώς και ορισμένα demos. Λίγο πιο πάνω, έκανα λόγο για «ανάμεικτα συναισθήματα». Ο λόγος είναι ο εξής: η συναυλία στο Long Beach ήταν διαθέσιμη στους κύκλους των συλλεκτών και μάλιστα, θα πρόσθετα, με καλύτερο ήχο ενώ το ίδιο ισχύει και για τα ελάχιστα demos που περιλαμβάνονται στο box set. Στα θετικά σημεία συγκαταλέγεται το hard cover book που εμπεριέχει πολλές ακυκλοφόρητες φωτογραφίες και σημειώσεις από εκείνη την περίοδο.

Θεωρώ ότι δεν τίθεται καν θέμα αναφορικά με την αγορά του εν λόγω box set από τους συλλέκτες. Οι υπόλοιποι μπορούν να επιλέξουν κάποια από τις απλές εκδόσεις ή αν προτιμάτε μπορείτε να παραμείνετε πιστοί σε κάποια από τις παλιές που ήδη έχετε στη συλλογή σας. Το ερώτημα παραμένει: η δισκογραφία των CRUE τελειώνει στο “Dr. Feelgood”; Αναρωτιέμαι γιατί η έμφαση δίνεται αποκλειστικά στην περίοδο 1981-1989 που ναι μεν είναι με διαφορά η καλύτερη για το συγκρότημα αλλά έτσι ξεχνιούνται αξιόλογες προσπάθειες προεξεχούσης της ομώνυμης κυκλοφορίας του 1994.

Σάκης Νίκας

INNERWISH, ELYSION (Floyd, Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025)

0
Innerwish

Innerwish

Όταν ένα συγκρότημα που αγαπάς και ακολουθείς από μικρός, που έχεις μεγαλώσει μαζί του και αυτό μαζί σου, φτάνει σε σημείο να γίνει μεγάλο και τρανό, δικαιούσαι να αισθάνεσαι μέρος της όλης εξελικτικής διαδικασίας; Έχεις δικαίωμα να λες πως έβαλες και συ το δικό σου, πολύ μικρό λιθαράκι, για να βοηθήσεις; Για ένα από τα ιστορικότερα και σημαντικότερα συγκροτήματα της Ελληνικής heavy metal σκηνής, τους INNERWISH, η απάντηση προς τους οπαδούς και φίλους τους, είναι οπωσδήποτε καταφατική. Και η απόδειξη αυτού, ήρθε για μια ακόμη φορά, στη γιορτή που στήθηκε στο FLOYD, για τα «τριακοστά γενέθλια» της μπάντας.

Αυτοί που μας υποδέχτηκαν, αποδείχτηκαν ιδανικοί για τον ρόλο τους: Οι ELYSION είναι, ανεξαρτήτως μουσικών προτιμήσεων, μια από τις πλέον ποιοτικές και επαγγελματικές μπάντες που έχει να επιδείξει τούτος ο τόπος και ένας από τους επιφανείς εκπροσώπους του “female fronted metal”, παγκοσμίως (υπογραμμισμένο αυτό). Τον οποίο όρο, βέβαια, ποτέ δεν κατάλαβα. «Τί παίζουν;» ρωτάς εσύ, «metal με γυναίκα τραγουδίστρια», σου απαντά ο άλλος. Άρα, εγώ μπορώ ανετότατα να πω ότι το αγαπημένο μου “female fronted metal” συγκρότημα είναι οι… CHASTAIN. Σωστά; (πόντος)

Οι ELYSION βέβαια, ουδεμία σχέση έχουν με τους CHASTAIN, αλλά ακολουθούν το μονοπάτι που μας έμαθαν οι WITHIN TEMPTATION, EVANESCENCE, EPICA, LACUNA COIL και όλα αυτά τα υπέροχα σχήματα που από τα 90s μέχρι σήμερα είναι υπεύθυνα για μια άλλη, ατμοσφαιρική και ρομαντική, πτυχή του «σκληρού» ήχου. Συμφωνικό gothic metal ακούσαμε, με rock, pop και electro προεκτάσεις, πολύ ωραίες μελωδίες, καθαρότητα στον ήχο, προσωπική ταυτότητα και με δεδομένη την επί σκηνής άνεση. Άλλωστε, το γκρουπ έχει δώσει πάμπολλες συναυλίες στη δική του, εξίσου πολύχρονη (20 τον αριθμό) πορεία, λογικό το βρίσκω να νιώθει άνετο επάνω στο σανίδι. Η παρουσία δε οπαδών που ήρθαν από το εξωτερικό, γι’ αυτό και τα Αγγλικά της Χριστιάνας, ήταν ένα ακόμη στοιχείο που έκανε εντύπωση και συνηγόρησε ως προς τα ανωτέρω επιχειρήματα, περί της αξίας της μπάντας.

Αν τα φωνητικά και η σκηνική παρουσία της ικανότατης frontwoman ήταν αυτά που τραβούσαν με την πρώτη το μάτι για τους περισσότερους, για κάποιους άλλους, «βλαμμένους» σαν εμένα, αυτό που «χτύπησε» πρώτο ήταν η απουσία μπάσου και αμέσως μετά, η απουσία πλήκτρων! Αν με ρωτάς, εννοείται πως θα ήθελα να υπάρχουν μουσικοί και για τα δύο αυτά όργανα επί σκηνής, αλλά εφόσον η μπάντα θέλει να πορεύεται έτσι, το όλο θέμα με τα backing tracks δείχνει να δουλεύει καλά και η τετράδα νιώθει πολύ άνετα, κάθε σχόλιο περνά αυτομάτως στην «σφαίρα» του «κουβέντα να γίνεται».

Τώρα, μένει να ακούσουμε τον διάδοχο των “Silent scream” (2009), “Someplace better” (2014) και “Bring out your dead” (2023), ο οποίος, όπως ενημερωθήκαμε, είναι καθ’ οδόν. Σίγουρα, θα πρόκειται για μια ακόμη υπέροχη δουλειά, στα συνηθισμένα δεδομένα του γκρουπ. Μακάρι να πάνε όλα κατ’ ευχήν και οι ELYSION να συνεχίσουν την ολοένα ανοδική τους πορεία, ηχογραφώντας συχνότερα. Ως μεγαλύτερο επιχείρημα/κομπλιμέντο για την αξία τους πάντως, θα καταθέσω κάτι που ναι μεν είναι καθαρά προσωπικό, αλλά είναι οπωσδήποτε ενδεικτικό:

Έχοντας ακούσει άπειρο (ΑΠΕΙΡΟ όμως κι ας μη μου φαίνεται, χεχε) “female fronted metal” (το γράφω και γελάω) επί πολλά χρόνια και έχοντας περάσει πλέον σε φάση που η συντριπτική πλειοψηφία αυτού που βγαίνει στις μέρες μας μου φέρνει χασμουρητά, δηλώνω με πάσα ειλικρίνεια ότι οι ELYSION είναι ένα συγκρότημα του οποίου ΚΑΙ τον νέο δίσκο θα ακούσω, σαν βγει με το καλό ΚΑΙ θα το ξαναδώ live, με την πρώτη ευκαιρία. Καλή συνέχεια, παίδες!

SETLIST: 1. Dreamer 2. Far away 3. Raid the universe 4. Made of lies 5. Someplace better 6. The promise 7. Never forever 8. Killing my dreams 9. Crossing over

Και πάμε στα «πρόσωπα της βραδιάς»… Τριάντα χρόνια πορείας, έξι δίσκοι, πολλές συναυλίες σε Ελλάδα και εξωτερικό, περιοδείες που έφεραν την αναγνώριση εκτός συνόρων, συνεργασίες με κορυφαία ονόματα του metal χώρου, ακλόνητη πίστη, ατράνταχτη στάση, σεβασμός προς τον ακροατή και πραγματικό πάθος γι’ αυτήν τη μουσική… Οι INNERWISH έχουν διανύσει μία διαδρομή τόσο «γεμάτη» κι όμως, εξακολουθούν να στύβουν την έμπνευσή τους επάνω στις παρτιτούρες και να στάζουν τη φανέλα, παίζοντας το ίδιο είτε μπροστά σε 50, είτε σε 5.000 άτομα. Μακριά από εφησυχασμούς κάθε είδους, ύφος χιλίων καρδιναλίων ή ακόμη-ακόμη τάσεις ξεκάθαρης κοροϊδίας προς τον κόσμο, με όργανο την καλλιτεχνική τους «άποψη».

Μιας και τούτη η συναυλία δόθηκε με σκοπό των εορτασμό αυτών των τριάντα ετών, ήταν φυσικό η ατμόσφαιρα στο Floyd να είναι πέρα για πέρα ρομαντική, ως και φορτισμένη συγκινησιακά. Δεν ήταν μόνον η μπάντα που από σκηνής έβλεπε οπαδούς και φίλους, ήμασταν κι όλοι εμείς με θύμησες προσωπικές, τις οποίες ανακαλέσαμε στα επιτόπια «πηγαδάκια» πριν την έναρξη του show. Θύμησες στις οποίες οι INNERWISH ήταν παρόντες, είτε εκούσια, είτε ακούσια. Λογικό λοιπόν, σε αυτές τις μνήμες, να υπάρχουν και δικές μου…

Η γραμμένη κασσέτα με το “Waiting for the dawn”, που έφερε στο σχολείο ο συμμαθητής μου ο Νίκος, «μπαλάκι» για ομαδική αντιγραφή και έναυσμα/αφορμή της αγάπης μου για τη μπάντα, που κρατά ως τώρα. Εκείνο το “battle of the bands” στο ΑΝ club, το 1998, μαζί με τους JERICHO και τους συμμαθητές μου, TURNING POINT και το demo τους “A jester’s secret”. Δε «χαλαστήκαμε» που οι δικοί μας έχασαν, χαλάλι… Κέρδισαν οι INNERWISH και ξέραμε πως το μέλλον θα δείξει ότι όντως, εκείνη την ημέρα, κέρδισε ο καλύτερος! Όλες οι φορές που βρέθηκα ανάμεσα στο κοινό και πάντοτε, έφευγα με τις καλύτερες των εντυπώσεων. Είτε έβλεπα τους INNERWISH σε κάποιο μικρό, σκοτεινό club, είτε σε μια μεγάλη αρένα, όλα αυτά τα 27 συναυλιακά χρόνια…

Έχουμε δει μεγάλα sets, έχουμε παραστεί σε αντίστοιχους εορτασμούς, αλλά σαν αυτόν των INNERWISH, σπάνια… Δυόμιση ώρες, 23 (!) τραγούδια και επειδή είναι λίγο δύσκολο να θυμηθώ την σειρά με την οποία παίχτηκαν και να την παραθέσω, ας το πάμε δίσκο-δίσκο, κατά σειρά «αρχαιότητας»: 1. Waiting for the dawn 2. Ready for attack 3. Lord of truth (υποτιμημένο έπος) 4. Silent faces 5. Dancer of the storm (yes!) 6. If I could turn back time 7. Inner strength 8. Travellers in Time (χάθηκα) 9. Bleeding soul (ωπ!) 10. Eye of the storm (ανέλπιστο encore, μετά από λαϊκή απαίτηση) 11. Chosen one 12. Burning desires (κλασσικά) 13. Sirens 14. Needles in my mind (ο κόσμος ήξερε κάθε λέξη του) 15. Modern Babylon (σείστηκε το Floyd από το riff και μόνο) 16. Tame the Seven Seas (ρίγος) 17. Rain of a thousand years 18. Through my eyes (ντουέτο με την Χριστιάνα των ELYSION) 19. The hands of doom 20. Soul asunder 21. Higher 22. Sea of lies 23. The enemy inside. Είπες κάτι;

Για μένα, ανεξάρτητα του πως αποδόθηκε, που αποδόθηκε αλήθεια τέλεια, η καλύτερη στιγμή του live ήταν το “Higher”. Ίσως το καλύτερο τραγούδι του 2024, έλαβε άλλες διαστάσεις, όταν αφιερώθηκε στον εκλιπόντα αδερφό του κιθαρίστα Θύμιου Κρίκου, Βασίλη, ως το αγαπημένο του από το πρόσφατο “Ash of Eternal Flame”. Έπρεπε να υπάρχει κάμερα να «συλλάβει» τις εκφράσεις των μελών της μπάντας αλλά και του κόσμου την ώρα που παιζόταν, τα «σπασμένα» πρόσωπα, τα δάκρυα, το νόημα και τη χειρονομία του Αντώνη προς τον Θύμιο, που μεταφραζόταν «εδώ είμαστε, δίπλα σου». Συγκλονιστική στιγμή, ξαναλέω…

Ας ελαφρύνουμε όμως λίγο το κλίμα, ναι; Γιατί οι INNERWISH είναι πρωτίστως χαρά, αισιοδοξία… και μελωδίες! Γέμισε μελωδίες το Floyd από τα παιδιά αυτά. Ok, κάποια λίγο μεγαλύτερα, κάποια λίγο μικρότερα, αλλά πάντα… παιδιά. Μελωδίες επικές, μελωδίες λυρικές, άλλες φορές δυναμικές και άλλες «δαντελένιες». Αποθεώθηκε η αρχέγονη τέχνη του refrain και του solo. Του refrain που σου «καρφώνεται» στο νου και το σιγοτραγουδάς σε άσχετες φάσεις μες στη μέρα σου, του solo που επίσης το τραγουδάς, γιατί είναι ένα «τραγούδι μέσα στο τραγούδι»! Πόσους ξέρεις να το κάνουν αυτό γενικά και πόσους, ειδικότερα, να το κάνουν τόσο καλά;

Ο Γιώργος Εικοσιπεντάκης στα φωνητικά, άνετος και επικοινωνιακός. Οι Θύμιος Κρίκος και Μανώλης Τσίγκος, το αιώνιο, σεβάσμιο κιθαριστικό δίδυμο. Ο Αντώνης Μαζαράκης στο μπάσο, ο έτερος στυλοβάτης, οι τρεις τους, «ζώσα ιστορία» της ελληνικής σκηνής. Ο αμίλητος μαέστρος Γιώργος Γεωργίου στα πλήκτρα και ο καλός φίλος, εκλεκτός συνάδελφος στο Rock Hard, με εξαιρετικές ικανότητες στα τύμπανα και σχεδόν κακό γούστο στη μουσική, Φραγκίσκος Σαμοΐλης. Αν και ανέκαθεν η μπάντα είχε πολύ καλούς μουσικούς στις τάξεις της, νομίζω πως η παρούσα σύνθεση, είναι η καλύτερη που είχε ποτέ. Κι όπως είπε από μικροφώνου ο Μανώλης, ακόμη κι αν πήγαιναν πίσω στον χρόνο, πάλι οι έξι τους θα έσμιγαν για να παίξουν μουσική!

Μετά από όλα αυτά, τι παράπονα να έχει κανείς… Ίσως μόνο, τώρα που το ξανασκέφτομαι, θα ήθελα κάποια επιπλέον special guests, από πρώην μέλη που βρίσκονταν στο κοινό. Ακούστηκε ως σχόλιο αυτό κι από άλλους παρευρισκόμενους, γι’ αυτό και το μεταφέρω. Κατά τα λοιπά, τώρα πια που έχω συμβιβαστεί με την ιδέα πως δεν πρόκειται να ακούσω live το “Dreamer of the night”, είμαι μια χαρά! Ναι, ακριβώς Φραγκίσκο, «τα λέω στη νύφη, να τα ακούσει η πεθερά» για τα επόμενα «γενέθλιά» σας, που μπορείτε να παίξετε και κάτι από το demo των GROWING ORDER… το “Black leather” θα ήταν μια εξαίσια προσθήκη!

Φίλοι INNERWISH, χρόνια σας πολλά! Σας εύχομαι να είστε για πολλά ακόμη χρόνια ακμαίοι και να μας χαρίζετε βραδιές σαν και τούτη. Το Αργυρό Ιωβηλαίο το έχουμε ξεπεράσει, πάμε τώρα για το Ρουμπινένιο!

Ανταπόκριση: Δημήτρης Τσέλλος
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

A day to remember… 30/11 [WATCHTOWER]

0
Watchtower

Watchtower

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ“Energetic disassembly” – WATCHTOWER
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ1985
ΕΤΑΙΡΙΑZombo Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣWATCHTOWER
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Jason McMaster
Κιθάρες – Billy White
Μπάσο – Doug Keyser
Τύμπανα – Rick Colaluca

Με την underground metal σκηνή του Texas να αρχίζει τότε να κάνει τα πρώτα της δισκογραφικά βήματα, μία μπάντα από το Austin κατάφερε να κυκλοφορήσει ένα από τα πιο επιδραστικά metal άλμπουμ όλων των εποχών. Οι WATCHTOWER σχηματίστηκαν τον Ιανουάριο του 1982 από τους Doug Keyser, Billy White και Rick Colaluca σε μπάσο, κιθάρα και τύμπανα αντίστοιχα, επηρεασμένοι από RUSH, IRON MAIDEN, ACCEPT και JUDAS PRIEST, αλλά από νωρίς έδειξαν ότι δεν τους αρκούσε η απλή αναπαραγωγή των επιρροών τους και σύντομα διαπίστωσαν ότι υπήρχε χημεία μεταξύ τους. Το όνομα το βρήκε ο Doug Keyser όταν είδε τη λέξη “watchtower” σε ένα βιβλίο στο σχολείο, του έμεινε στο μυαλό κι όταν το συγκρότημα χρειάστηκε ένα όνομα, προέκυψε φυσικά. Το θεώρησαν ασυνήθιστο αλλά ταιριαστό, καθώς από τις πρώτες μέρες παρατηρούσαν κι έγραφαν για όσα συνέβαιναν στον κόσμο γύρω τους.

Έπειτα από περίπου έξι μήνες, βρήκαν τον τραγουδιστή Jason McMaster, ο οποίος έφερε μαζί του ακόμη περισσότερες heavy metal επιρροές και μία εβδομάδα μετά την ένταξή του έδωσαν την πρώτη τους συναυλία. Η metal σκηνή ήταν τότε ακόμη βαθιά underground και χρειάστηκε χρόνος για να αρχίσει το κοινό να αντιλαμβάνεται την πρωτοτυπία του ήχου τους. Αρχικά δεν σχεδίαζαν να δημιουργήσουν μια καθαρά metal μπάντα, αλλά εξελίχθηκαν σταδιακά προς αυτή την κατεύθυνση. Οι πρώτες τους συνθέσεις ήταν πιο αργές και έντονα επηρεασμένες από τους RUSH, αλλά με τον καιρό άρχισαν να παίζουν όλο και πιο γρήγορα, οδηγούμενοι φυσικά σε ένα νέο ύφος που συνδύαζε ταχύτητα και τεχνική.

Το 1983 οι WATCHTOWER προσκλήθηκαν από τον Chris Gates (BIG BOYS, POISON 13, JUNKYARD) να ξεκινήσουν εμφανίσεις στο Ritz, θρυλικό venue της περιοχής. Την ίδια περίοδο μοιράστηκαν τη σκηνή με ανερχόμενα metal συγκροτήματα όπως οι SLAYER, ANTHRAX, KING DIAMOND, TROUBLE, CELTIC FROST και VOIVOD, αποκτώντας σημαντική προβολή στη διαρκώς αναπτυσσόμενη metal σκηνή του Texas.

Την ίδια χρονιά, οι WATCHTOWER τράβηξαν το ενδιαφέρον της Rainforest Records, μιας ανεξάρτητης εταιρείας από το San Antonio που είχε ήδη κυκλοφορήσει το “Prepare to Die” EP των συνοδοιπόρων τους, S.A. SLAYER. Αποδέχθηκαν την πρόταση και στις αρχές του 1984, βρέθηκαν για πρώτη φορά στα Earth And Sky studios στο Austin, αξιοποιώντας το έπαθλο ενός “Battle of the Bands”, που τους εξασφάλιζε οκτώ ώρες δωρεάν ηχογράφησης. Ένας από τους κριτές του διαγωνισμού ήταν ο κιθαρίστας και τραγουδιστής των ZZ TOP, Billy Gibbons, ενώ ο μέσος όρος ηλικίας των μελών των WATCHTOWER δεν ξεπερνούσε τα 18 έτη.

Στο στούντιο ηχογράφησαν δύο κομμάτια, το “Meltdown” και το “Tyrants in distress”. Παρότι οι ηχογραφήσεις προχώρησαν ομαλά, μόνο το “Meltdown” κυκλοφόρησε, καθώς συμπεριλήφθηκε στη συλλογή “A Texas hardcore compilation – Cottage cheese from the lips of death” της Ward-9 Records. Η συλλογή αυτή αποτέλεσε μία από τις πρώτες σημαντικές κυκλοφορίες για την underground σκηνή του Austin, με συμμετοχές συγκροτημάτων όπως οι D.R.I., THE OFFENDERS και BUTTHOLE SURFERS, ενώ το εξώφυλλο είχε σχεδιαστεί από τον τραγουδιστή των BUTTHOLE SURFERS, Gibby Haynes.

Μετά τη συμμετοχή τους στη συλλογή, οι WATCHTOWER μπήκαν στα Cedar Creek Studios για την ηχογράφηση του πρώτου τους άλμπουμ, την περίοδο που η πόλη βίωνε σπάνιο χιονιά. Η μουσική τους συνδύαζε τεχνική ακρίβεια, ταχύτητα και πολυπλοκότητα, δημιουργώντας έναν ήχο που δύσκολα περιγραφόταν. Το συγκρότημα προσέγγισε την έννοια του progressive metal με έναν τρόπο πρωτοφανή, παντρεύοντας την ένταση του thrash με την τεχνική της jazz και του fusion.

Αρχικά, η εταιρεία που επρόκειτο να κυκλοφορήσει το άλμπουμ κράτησε τις ηχογραφήσεις χωρίς να το πράξει, γεγονός που οδήγησε τους WATCHTOWER να ιδρύσουν τη δική τους εταιρεία, τη Zombo Records. Παρότι δεν είχαν χρήματα ή δίκτυο διανομής, αποφάσισαν να το κάνουν μόνοι τους, εξασφαλίζοντας έτσι πλήρη καλλιτεχνικό έλεγχο. Η Zombo Records δημιουργήθηκε αποκλειστικά για να μπορέσουν να κυκλοφορήσουν το άλμπουμ, ενώ αργότερα επέτρεψαν στους DEVASTATION να χρησιμοποιήσουν το ίδιο label για το “Violent Termination” το 1987. Προηγουμένως, όπως θυμάται ο Jason McMaster, είχε μιλήσει με τον William Howell, που εργαζόταν ήδη από το 1986 στη Metal Blade Records, για να δουν μήπως μπορούσαν να κάνουν κάτι μαζί. Οι αντιδράσεις ήταν ενθαρρυντικές, αλλά το συγκρότημα ήταν τόσο διαφορετικό που εκείνη την εποχή δεν ήξεραν πώς να το προωθήσουν.

Το “Energetic disassembly” κυκλοφόρησε στις 30 Νοεμβρίου 1985 σε περίπου 3.500 βινύλια και 1.000 κασέτες. Παρά την περιορισμένη διανομή, το άλμπουμ έγινε γρήγορα αντικείμενο λατρείας και θεωρείται σήμερα θεμέλιο του technical metal, με το συγκρότημα να θεωρείται ήδη από τότε πρωτοπόρο στο λεγόμενο techno-thrash ή progressive metal, όρο που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά διεθνώς για να περιγράψει τη μουσική τους. Από το πρώτο κομμάτι “Violent Change” γίνεται σαφές πως τίποτα δεν είναι προβλέψιμο. Οι αλλεπάλληλες αλλαγές ρυθμού, οι πολυμετρικές συνθέσεις και το δεξιοτεχνικό μανιακό παίξιμο των μελών δημιούργησαν έναν ήχο ασύλληπτα μπροστά για την εποχή. Πολλοί τους χαρακτήρισαν ως μία μίξη των RUSH του “2112” με τους METALLICA, ένας σχετικά εύστοχος χαρακτηρισμός, αλλά ανεπαρκής για να αποδώσει την πραγματική έκταση της μουσικής τους. Η φωνή του Jason McMaster, σαν ξελαρυγγιασμένος Geddy Lee ή πιο τσιτωμένος John Gallagher (RAVEN), μπορεί να ακουγόταν ακατέργαστη σε σχέση με άλλους υψίφωνους της εποχής όπως ο John Arch ή ο Geoff Tate, προσθέτοντας μια σχεδόν θεατρική διάσταση στο χάος, ταιριάζοντας απόλυτα με το σαλεμένο και ακραίο παίξιμο των υπόλοιπων τριών μουσικών που συνδύαζαν τη δύναμη και την ταχύτητα του thrash με την πολυπλοκότητα και τις αρμονικές ιδιορρυθμίες της progressive rock σχολής των KING CRIMSON και U.K.

Παρότι η παραγωγή, σύμφωνα με τους ίδιους, δεν ήταν ιδανική και το αποτέλεσμα ακουγόταν περισσότερο σαν demo, η πρωτοπορία του υλικού κάλυπτε κάθε τεχνική αδυναμία. Έτσι, ακόμη και αν σήμερα το άλμπουμ ακούγεται «τραχύ» ή «ωμό», η ενέργεια και η καινοτομία του ξεπερνούν κάθε τεχνικό περιορισμό, καθιστώντας το “Energetic disassembly” μια πραγματικά επαναστατική κυκλοφορία για τα μουσικά δεδομένα της εποχής.

Ο Doug Keyser, μπασίστας με lead προσέγγιση στο παίξιμο του και βασικός συνθέτης μαζί με τον Billy White, ανέφερε ότι οι προσωπικές του επιρροές περιλάμβαναν τους RUSH, που ήταν το αγαπημένο του συγκρότημα, καθώς και τους THE FIXX και TEARS FOR FEARS. Επιπλέον, τον επηρέασαν οι προσωπικές δουλειές του Bill Bruford με τον Jeff Berlin στο μπάσο, αλλά και καλλιτέχνες όπως ο Thomas Dolby.

Ο τίτλος του άλμπουμ προέρχεται από κυβερνητικό όρο που περιγράφει την πυρηνική έκρηξη και στο εξώφυλλο του δίσκου εμφανίζονται τρία τρίγωνα που συμβολίζουν το fallout shelter, δηλαδή το καταφύγιο σε περίπτωση πυρηνικού πολέμου, αποτυπώνοντας πλήρως τον ήχο των WATCHTOWER. Μια εκρηκτική αποσυναρμολόγηση ενέργειας και αποδόμηση των όποιων metal συμβάσεων.

Οι στίχοι τους καλύπτουν επίσης ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών και ιστορικών θεμάτων. Στο “Meltdown”, οι WATCHTOWER εμπνέονται από το ατύχημα του Three Mile Island που συνέβη στις 28 Μαρτίου 1979 στην Πενσυλβάνια, το σοβαρότερο στην ιστορία των ΗΠΑ στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας, προκαλώντας μαζικές αντιδράσεις κατά της χρήσης της. Το “Social Fears” αναφέρεται σε κινήματα στις ΗΠΑ που προσπαθούν να περιορίσουν τα πολιτικά και ατομικά δικαιώματα των πολιτών, το “Argonne Forest” αποτελεί ποιητική απεικόνιση του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ το “Cimmerian shadows” πραγματεύεται τη Ρωσική Επανάσταση και τις κοινωνικές αναταραχές στην εποχή των Μπολσεβίκων. Όπως και η μουσική τους, έτσι και οι στίχοι τους επιχειρούν να είναι πρωτότυποι και καινοτόμοι.

Η επιρροή τους εν τω μεταξύ μεγάλωσε ραγδαία, με τον Lars Ulrich των METALLICA να φορά t-shirt με το εξώφυλλο του “Energetic disassembly” και μουσικούς όπως οι Chuck Schuldiner (DEATH), Gene Hoglan (DARK ANGEL), Tom G. Warrior (CELTIC FROST) και Mike Portnoy (DREAM THEATER) να εκφράζουν δημόσια τον θαυμασμό τους.

Το 1986 οι WATCHTOWER πραγματοποίησαν δύο εμφανίσεις στo Bay Area, στις 4 και 6 Οκτωβρίου, όπου παρευρέθηκαν μουσικοί όπως οι Alex Skolnick (TESTAMENT), Paul Baloff (EXODUS) και Gene Hoglan. Αυτές οι συναυλίες ήταν οι τελευταίες με τον κιθαρίστα Billy White, του οποίου οι μουσικές κατευθύνσεις είχαν αρχίσει να διαφοροποιούνται από το πνεύμα του συγκροτήματος. Ο McMaster αναφέρει ότι ο Billy είχε αρχίσει να υιοθετεί πιο glam αισθητική, να φορά εκκεντρικά ρούχα και να «φουσκώνει» τα μαλλιά του, κάτι που δεν ταίριαζε με τη φιλοσοφία της μπάντας που βασιζόταν στην ατομικότητα και στην αντισυμβατικότητα χωρίς επίδειξη, φέρνοντας ως παράδειγμα την περίπτωση του Hank Shermann στους MERCYFUL FATE όταν το συγκρότημα διαλύθηκε λόγω διαφορών στη μουσική κατεύθυνση με τον King Diamond. Ο White προτιμούσε πλέον μουσική βασισμένη στην κιθάρα, κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με την αρχική συλλογική προσέγγιση του συγκροτήματος. Παρά τη φιλική τους σχέση, η αποχώρησή του θεωρήθηκε αναγκαία και έγινε εγκαίρως πριν οι διαφορές τους μεγαλώσουν.

Στη δεύτερη συναυλία παρευρέθηκε επίσης ο Marty Friedman, μέλος της μπάντας HAWAII, της οποίας τα μέλη των WATCHTOWER ήταν ένθερμοι οπαδοί, συζητώντας την πιθανότητα να αντικαταστήσει τον Billy White. Ωστόσο, το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε, καθώς ο Friedman ζήτησε από τον Rick Colaluca και τον Doug Keyser να εγκαταλείψουν το συγκρότημα για να συμμετάσχουν στο νέο του project, πρόταση που άφησε τη θέση ανοιχτή και τις ισορροπίες να αλλάζουν.

Στη θέση του White εντάχθηκε τελικά ο Ron Jarzombek, τον οποίο οι WATCHTOWER γνώριζαν ήδη από τους S.A. SLAYER. Ο Jarzombek θεωρήθηκε ιδανικός αντικαταστάτης χάρη στις εξαιρετικές τεχνικές του ικανότητες και την ιδιαιτερότητα του ύφους του, που σύμφωνα με τον McMaster ήταν σαν να ακούς τον Steve Vai να παίζει με τον εξοπλισμό του James Hetfield. Μέσα σε τρεις εβδομάδες έμαθε δεκατέσσερα τραγούδια και η ένταξή του στη μπάντα επιβεβαίωσε ότι επρόκειτο για τη φυσική συνέχεια του ήχου των WATCHTOWER.

Μετά τον τραγικό θάνατο του Cliff Burton τον Σεπτέμβριο του 1986, ο Jason McMaster φρόντισε ώστε ο Doug Keyser να προταθεί στους METALLICA για την κενή θέση του μπασίστα. Ο Kirk Hammett επικοινώνησε προσωπικά μαζί του, έχοντας ακούσει θετικά σχόλια από τις εμφανίσεις των WATCHTOWER στο San Francisco. Ο Keyser ήταν ένας από τους επικρατέστερους, αλλά τελικά επιλέχθηκε ο Jason Newsted των FLOTSAM AND JETSAM, με τον οποίο οι WATCHTOWER γνωρίζονταν ήδη και διατηρούσαν επαφή μέσω αλληλογραφίας.

Το “Energetic Disassembly” αποτέλεσε την πρώτη ολοκληρωμένη μορφή αυτού που αργότερα θα ονομαστεί technical thrash metal. Ο συνδυασμός επιρροών από jazz fusion, Frank Zappa και progressive rock δημιούργησε ένα ηχητικό αποτέλεσμα που αρχικά μπέρδεψε τους κριτικούς, αλλά τελικά καθόρισε ένα ολόκληρο μουσικό ιδίωμα. Το progressive metal, όρος που μέχρι τότε είχε χρησιμοποιηθεί με φειδώ σε άλμπουμ όπως τα “Warning” και “The spectre within” των QUEENSRYCHE και FATES WARNING αντίστοιχα, βρίσκει εδώ μία από τις πρώτες ολοκληρωμένες εκφράσεις του. Η πρωτοποριακή αρμονία, οι απαιτητικές συνθέσεις και η ακραία τεχνική δεξιοτεχνία των μελών των WATCHTOWER καθιστούν το άλμπουμ όχι μόνο καθοριστικό για την εποχή του, αλλά και διαχρονικό μνημείο του τεχνικού metal και της προοδευτικής σκηνής, συνεχίζοντας να εμπνέει νέες γενιές μουσικών σαράντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του.

Did you know that:

  • Το “Energetic disassembly” ηχογραφήθηκε το 1985 στο Cedar Creek Studio στο Austin του Texas, με ηχολήπτη τον Fred Remmert, εκτός από τα τραγούδια “Tyrants in Distress” και “Meltdown”, τα οποία ηχογραφήθηκαν στο Earth and Sky Studio, με ηχολήπτη τον Kerry Crafton.
  • Το 1987, ενώ οι WATCHTOWER δούλευαν πάνω σε νέο υλικό, ο Jason McMaster αρνήθηκε audition στους PANTERA και συμμετείχε ως guest σε διάφορα τοπικά project. Ένα από αυτά εξελίχθηκε στους DANGEROUS TOYS, με πιο hard rock/sleaze ήχο και το 1989 κυκλοφόρησαν το ομώνυμο ντεμπούτο τους, με τα single “Teas’n, pleas’n” και “Scared”, που έγινε χρυσό το 1994, σηματοδοτώντας την αποχώρηση του McMaster από τους WATCHTOWER.
  • Όσο οι WATCHTOWER βρίσκονταν στο San Francisco, με το μέλλον της μπάντας αβέβαιο λόγω της αποχώρησης του Billy White και της audition του Doug Keyser για να αντικαταστήσει τον Cliff Burton, ο Jason McMaster δοκίμασε τις δυνατότητές του με τους νεοσύστατους τότε thrashers MORDRED, εξερευνώντας άλλες μουσικές δυνατότητες, ενώ παρέμενε μέλος των WATCHTOWER.
  • Μετά την αποχώρησή του από τους WATCHTOWER το 1986, ο κιθαρίστας Billy White συμμετείχε στο άλμπουμ “Up from the ashes” του Don Dokken (1990) και στα προσωπικά άλμπουμ του John Norum, “Face the truth”, “Another destination” και “Slipped into tomorrow”. Δημιούργησε το blues-influenced BILLY WHITE TRIO, κυκλοφόρησε προσωπικά άλμπουμ και στη συνέχεια αφιερώθηκε σε πνευματικές αναζητήσεις και στο σόλο project “The heart is awake” ως Shingetsu, προσφέροντας διαλογιστική, ambient μουσική με overtone singing και παραδοσιακά όργανα για ευεξία και θεραπεία.
  • Το 2025, η High Roller Records επανέκδωσε το “Energetic disassembly” για την 40η επέτειό του, διαθέσιμο είτε ως διπλό CD είτε ως δύο ξεχωριστά βινύλια, περιλαμβάνοντας το original mix και το remix του 2009. Στην επανέκδοση περιλαμβάνονται το αρχικό άλμπουμ σε mastering από τον Patrick W. Engel, η remixed έκδοση από τον Jared Tuten, καθώς και bonus tracks, όπως τα τραγούδια “Instruments of random murder” και “The Eldritch”, ηχογραφημένα τον Απρίλιο του 1987 στο Cedar Creek Studio και τα “BW115” και “Rick on parade”, που προέρχονται από τα session του “Energetic Disassembly” αλλά δεν είχαν συμπεριληφθεί στο τελικό άλμπουμ.

Κώστας Αλατάς

A day to remember… 30/11 [CARNIVORE]

0
Carnivore

Carnivore

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Carnivore” – CARNIVORE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Roadrunner
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Norman Dunn
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Lord Petrus Steele – Φωνή, Μπάσο
Keith Alexander – Κιθάρα, δεύτερα φωνητικά
Louis Beateaux –Τύμπανα, δεύτερα φωνητικά

Ας κάνουμε ένα πόλεμο. Αυτή η φράση εισάγει το καταληκτικό κομμάτι του δίσκου και δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο εναρκτήριο λάκτισμα για το κείμενο. Αφού μιλάμε για ένα άλμπουμ με βεληνεκές τετάρτου παγκοσμίου.

Την καλησπέρα μας λοιπόν στα παιδιά της τεχνολογίας και πάμε να εξερευνήσουμε τις αιματοβαμμένες και σάρκινες πτυχές του “Carnivore” 40 χρόνια μετά την κυκλοφορία του.

Μπορεί να λέμε και να ξαναλέμε για το πως επηρέασαν οι BLACK SABBATH το Heavy Metal όμως είναι μετρημένοι στα δάχτυλα οι καλλιτέχνες που πίνουν νερό στο όνομα του Iommi με τόσο πετυχημένο τρόπο. Και ο Pete Steele δικαίως είναι ένας από αυτούς. Μα που το ξέρουμε αυτό το όνομα;; Ο Peter Thomas Ratajczyk a.k.a Steele είναι ο ιθύνων νους των TYPE O NEGATIVE που ανέλαβε το βαρύ έργο να μουλιάσει γυναικεία εσώρουχα στα 90ς. Είναι όμως και το πρόσωπο κλειδί πίσω από τους Carnivore. Πριν γίνει ο περιβόητος Green Man ήταν Lord Petrus Steele, ο “Red Man” των ανελέητων crossover – thrashers “Carnivore”.

Ήταν φθινόπωρο του 1985 όταν η Underground σκηνή της Νέας Υόρκης τραντάχτηκε από την πυρηνική έκρηξη που έφερε το άλμπουμ “Carnivore”. Η τριάδα από το Μπρούκλιν, ντυμένοι με δέρματα γούνες και αλυσοπρίονα έμοιαζαν βγαλμένοι από τριτοτέταρτη b’ movie που κοπιάρει το «Mad Max». Ο δίσκος είναι μια ωδή στον Αρμαγεδδώνα και όλα όσα τον ακολουθούν. Με θέματα βουτηγμένα στο αίμα, τον κανιβαλισμό, το σεξ και την ειρωνεία σε ένα μετά αποκαλυπτικό ραδιενεργό περιβάλλον. Στίχοι, ντυμένοι με ένα πρωτοφανές μουσικό αμάλγαμα το οποίο συνδυάζει heavy thrash speed ορυμαγδούς με ασήκωτα και αργόσυρτα ρυθμικά και καταστροφικά SABBATHικά σημεία.

Ο ήχος είναι βρώμικος σκονισμένος και αιμοσταγής.

O Pete Steele ήταν καλλιτέχνης που πάντα ήθελε αυτό που κάνει να ξεχωρίζει. Στο “Carnivore” παρόλο που είναι νέος, ακόμα επιχειρεί να δημιουργήσει κάτι μοναδικό. Οι συνθέσεις είναι τολμηρές. Δε διστάζει να σπάσει ένα γρήγορο up tempo κουπλέ για να χώσει μια άλλη σύνθεση η οποία είναι σαν χαμένο τρακ από το “Paranoid” ή το “Vol. 4”. Για να επιστρέψει και πάλι σε thrash metal ολοκαύτωμα. Μια συνήθεια που θα τον ακολουθήσει και στους “Typo”.

Από το εναρκτήριο “Predator”, στο ομώνυμο “Carnivore” μέχρι το “Armaggeddon” και το “Thermonuclear Warrior” οι προθέσεις είναι κατανοητές. Post Apocalyptic χάος.

Θέλω ωστόσο να σταθώ σε δύο τρία σημεία που θεωρώ πολύ κομβικά. Το “Armaggeddon” ξεκινάει με ένα riff που πιστεύω ότι θα μπορούσε ο ίδιος ο Iommi να το έχει γράψει.

To “World Wars III” and “IV” (το αγαπημένο μου) είναι ένα από τα καλύτερα πολεμικά – αντιπολεμικά thrash κομμάτια που έχουν γραφτεί. Το αδυσώπητο “Thermonuclear warrior” συνδυάζει το Thrash με το NWOBHM.

Ο Steele εδώ, βρυχάται με λύσσα και σχεδόν απαγγέλει πάρα τραγουδάει. Ενώ το μπάσο του θυμίζει γλυκό νανούρισμα από ναπάλμ. Οι Keith Alexander στις κιθάρες και Louis Beateaux στα τύμπανα σπέρνουν τον όλεθρο χωρίς να παίρνουν αιχμάλωτους.

Πάμε σε ένα κεφάλαιο του δίσκου που ονομάζεται “Male Supremacy”. Κατά τη γνώμη μου είναι πολύ σημαντικό τραγούδι. Για το άλμπουμ, την ίδια τη σκηνή και τους TYPE O NEGATIVE στο μέλλον. Και μόνο ο τίτλος είναι μία όρθια πρόκληση. Οι στίχοι ξεκινώντας παρουσιάζουν μια εκ φύσεως βίαιη τάση του αρσενικού. Το κομμάτι είναι βαμμένο με εικόνες σφαγής και μια επωδό που ουρλιάζει για την ανωτερότητα του αρσενικού στη φύση. Έτοιμο για cancel με λίγα λόγια. Το παιχνίδι της πρόκλησης είναι σημαντικό στα 80s που λείπουν τα Social Media για να καταφέρει ένα συγκρότημα να χωθεί στα χείλια του κοινού και να γίνει talk of the town. Υπόψη ότι οι BIOHAZARD επίσης πιονέροι του New York Thrash παραδέχτηκαν ότι προκειμένου να “φάνε” κόσμο από τους CARNIVORE έγραψαν αντιφατικούς στίχους στα 80s και κατηγορήθηκαν για ρατσισμό και φασισμό. Αν και ιδρυτικά μέλη τους ήταν Εβραίοι.

Καταλαβαίνεις λοιπόν πόσο καλά έπαιζε στα δάχτυλα την πρόκληση ο Pete Steele ο οποίος στη μετέπειτα πορεία του κατηγορήθηκε για σεξισμό, ρατσισμό, φασισμό και κομμουνισμό. Ο ίδιος πολιτικά παραδέχθηκε ότι μισεί τους πάντες εξίσου και ότι είναι πράγματι σεξιστής… με τους άνδρες. Ακούγοντας λοιπόν το τραγούδι “Male Supremacy” το καταλαβαίνεις αυτό. Γιατί στη μέση σπάει. Μπαίνει ένα τρυφερό μπάσο, καθαρή κιθάρα και ο Lord Petrus αρχίζει να τραγουδάει για πρώτη φορά με καθαρή παθιάρικη φωνή. Σε ένα thrash δίσκο… Καταλήγει λοιπόν ότι όλους τους σκοτωμούς ο άνδρας τους κάνει για τα μάτια μιας γυναίκας. Αντιστρέφοντας πλήρως το νόημα του τραγουδιού. Εδώ ακούμε για πρώτη φορά αυτό που στη συνέχεια θα είναι οι TYPE O NEGATIVE. Είτε ώς προς την ειρωνεία είτε προς τις αισθησιακές συνθέσεις με τις μπάσες νότες που χτύπαγε ο δίμετρος μακρυμάλλης γίγαντας.

Τελικά 40 χρόνια μετά το “Carnivore” το θυμόμαστε μόνο ως προάγγελο των TYPE O NEGATIVE; Άλλωστε πολλά κομμάτια του “Slow Deep And Hard” ήταν (σ.σ. το ντεμπούτο των “Typo”) ήταν αρχικά συνθέσεις για τους CARNIVORE. Όχι. Γιατί το άλμπουμ από μόνο του είναι ογκόλιθος. Η Νέα Υόρκη είχε τότε μια μοναδική μίξη metal και hardcore punk. Αυτή η σύγκλιση γέννησε το λεγόμενο “crossover movement”, και οι CARNIVORE ήταν από τους πρώτους που έφεραν το thrash metal σε αυτό το περιβάλλον. Πλάι πλάι σε σημαντικά ονόματα όπως οι NUCLEAR ASSAULT οι WHIPLASH οι CRO-MAGS και πολλοί άλλοι.

Έχει καταταχθεί σε λίστα με τα «14 Thrash Albums που πρέπει να έχεις, ενώ σε άλλη λίστα με τα καλύτερα 50 thrash album όλων των εποχών το “Carnivore” κατέκτησε την 37η θέση.

Βέβαια όταν ακούς το δίσκο, αν έχεις υπάρξει φαν των TYPE O NEGATIVE και ξέρεις τη μουσική τους δεν μπορείς να μην παρατηρείς την αμφίρροπη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στις δύο φαινομενικά αταίριαστες δουλειές. Δεν είναι όμως αταίριαστες. Το κόκκινο των CARNIVORE είναι συμπληρωματικό χρώμα με το πράσινο των TYPE O NEGATIVE. Και χαμογελάς μελαγχολικά. Γιατί ο πλακατζής Pete Steele πέτυχε τελικά το μεγαλύτερο αστείο. Έχτισε μία Goth Metal σκηνή στα 90s βασισμένη στα θεμέλια του 80s Crossover thrash. Και μας λείπει.

Άρης Λάμπος

MOTHER OF MILLIONS – PART OF THE THEORY- WITHIN PROGRESS (Fuzz, 22/11/2025)

0
Millions

Millions

Τρίτη συνεχόμενη χρονιά που έβλεπα τους Αθηναίους MOTHER OF MILLIONS στην ίδια αίθουσα αφότου είχαν κάνει  support στους RIVERSIDE το 2023 και μετά το δικό τους headline show με τους KHIRKI ως support το 2024 όπου μας παρουσίαζαν τον τότε καινούργιο δίσκο τους “Magna Mater”. Αυτή τη φορά έκλειναν τον κύκλο παρουσίασης του δίσκου, μιας που ήδη έχουν επικεντρωθεί στην καινούργια τους δισκογραφική δουλειά που ελπίζουμε να δούμε μέσα στο 2026.

Η βραδιά ξεκίνησε με τους Θεσσαλονικείς WITHIN PROGRESS, μια πολύ θετική ανακάλυψη εκ μέρους μου, μιας που μιλάμε για μια μπάντα που ξέρει να συγχωνεύει το alternative/post grunge metal με neo progressive στοιχεία και μια στάλα djent και Ελληνική λαϊκή μουσική για το έτσι της υπόθεσης. Για παράδειγμα, είναι σαν να έχουν βάλει στο ίδιο mix τους CALIGULA’S HORSE, LEPROUS και HAKEN μαζί με τους CREED και A PERFECT CIRCLE.

Εκείνο που μου τράβηξε την προσοχή, εκτός του ότι μιλάμε για εξαιρετικούς μουσικούς, είναι η ικανότητά τους να δημιουργούν μελωδίες με πολλαπλά στρώματα ενορχηστρώσεων που τους δίνουν μια επική/κινηματογραφική αίσθηση ενώ την ίδια στιγμή καταφέρνουν να διατηρούν την προσοχή του ακροατή συνέχεια, γιατί στην μουσική τους δεν περισσεύει τίποτα. All thrills, no frills που λένε και στο χωριό μου. Κι όλα αυτά με μόνο ένα LP κι ένα EP στο ενεργητικό τους, αν και επί σκηνής έπαιξαν κι ένα καινούργιο κομμάτι από τον επόμενο δίσκο τους, τον οποίο ήδη ανυπομονώ να ακούσω.

Η δεύτερη θετική έκπληξη ήρθε από τους Αθηναίους PART OF THE THEORY, μια μπάντα που αν και ακόμα δεν έχει κάποιο δίσκο στο ενεργητικό της, απ’ ότι διάβασα ήδη μπορεί να καυχηθεί ότι συμμετείχε στο soundtrack της σειράς “Maestro in Blue” (επειδή δεν βλέπω ποτέ τηλεόραση, δεν είχα πάρει χαμπάρι, το ομολογώ). Το γεγονός είναι ότι με ένα μόνο video clip, το σουρεαλιστικό “Famished Mammon”, έχουν καταφέρει να κάνουν ένα κάποιο hype (στην πρώτη σειρά ήταν κάποιοι νεανίες που χτυπιόντουσαν τόσο που νόμιζα ότι θα ξεκολλούσε το κεφάλι από το σώμα τους), χάρη μιας μουσικής πρότασης που συνδυάζει το μοντέρνο metal α λα SYSTEM OF A DOWN και LACUNA COIL με επιρροές από την Βαλκανική και ανατολίτικη μουσική παράδοση, καρπός του συνθετικού ταλέντου του κιθαριστή Αλέξη Δημουλέα.

Και τι να πούμε φυσικά για την τραγουδίστρια, Βίκυ Καπετανοπούλου, η οποία φαίνεται να έχει μελετήσει καλά τόσο τις χορευτικές κινήσεις της Kate Bush όσο και τον δίσκο “Jagged Little Pill” της Alanis Morissette, αλλά και τη νεανική αλαζονεία της Madonna των 80s . Μια μπάντα που, παρά το νεαρό της ηλικίας της, είναι συμπαγής, δεν χάνει ούτε μια νότα και κινείται άνετα μέσα σε τόσα διαφορετικά είδη χωρίς να χάνει τον προσανατολισμό της. Κρίμα που λόγω κάποιων τεχνικών θεμάτων δεν μπόρεσαν να ξεκινήσουν στην ώρα τους και έπαιξαν έτσι μόνο τέσσερα κομμάτια (μεγάλης διάρκειας όμως). Μια πολλά υποσχόμενη μπάντα που θα πρέπει να έχουμε υπόψιν.

Ως γνωστόν, οι MOTHER OF MILLIONS έχουν περάσει από κάμποσες δύσκολες στιγμές, με αποκορύφωση τον χαμό του πληκτρά και αδερφικού τους φίλου το 2019 επί σκηνής. Αυτή την φορά τα εμπόδια ήταν ευτυχώς άλλης φύσεως. Έτσι λοιπόν, τίποτα δεν μας προετοίμαζε για να δούμε τον κιθαρίστα τους, Κώστα Κωνσταντινίδη, να μπαίνει στην σκηνή καθισμένος σε αναπηρικό καροτσάκι! Όπως μάθαμε αργότερα, η αιτία ήταν ένα στραβοπάτημα με το αποτέλεσμα να έχει το πόδι στον νάρθηκα, αλλά αυτό φυσικά δεν εμποδίζει έναν μουσικό από το να είναι συνεπής στο ραντεβού του με τους fans. Η ίδια η ζωή όμως μπορεί να βάλει άλλου τύπου εμπόδια, πολλές φορές αξεπέραστα, όπως είναι οι επαγγελματικές υποχρεώσεις. Έτσι λοιπόν είδαμε πίσω από τα ντραμς τον παραγωγό της μπάντας, Έκτορα Τσολάκη, αντί του Γιώργου Μπουκαούρη, μιας που ο τελευταίος συμμετέχει σε θεατρική παράσταση ως ηθοποιός. Πάντως ο Έκτορας ήταν αψεγάδιαστος στην εκτέλεση των κομματιών, αν και δεν ξέρω πόσο καιρό είχε στην διάθεση του για να τα μάθει.

Άλλη αψεγάδιαστη όψη της βραδιάς ήταν ο ήχος (για όλες τις μπάντες, αλλά ειδικά για τους MOTHER OF MILLIONS) χάρη στην εξαιρετική δουλειά του Alex Ketenjian. Από τις λίγες φορές που έχω απολαύσει ένα live τόσο κι από αυτήν την άποψη. Όσο αφορά το καθαρά μουσικό μέρος, δεν περιμέναμε τίποτα λιγότερο από την τελειότητα, μιας που μιλάμε για “μπαρουτοκαπνιμένους” μουσικούς, με χρόνια εμπειρίας στην πλάτη τους και που ξέρουν να τα δίνουν όλα. Τι να πούμε για τον Γιώργο Προκοπίου, με μια φωνή που αγγίζει τόσο το επικολυρικό όσο και το growl με την ίδια ευκολία και με μια σκηνική παρουσία με θεατρικά στοιχεία (γονάτισμα και άπλωμα των χεριών) που συνοδεύουν στην εντέλεια τη δραματικότητα των κομματιών. Ίσως και για αυτό να μην ήταν τόσο επικοινωνιακός με το κοινό: η σωματική εκφραστικότητα κι εκείνη του προσώπου του τα έλεγε όλα.

Τι να πούμε επίσης για τον Κώστα, ο οποίος όχι μόνο έπρεπε να κοντρολάρει τα πετάλια της κιθάρας με ένα πόδι καθισμένος λίγο άβολα, αλλά και την ίδια στιγμή να εκτοξεύει από την κιθάρα του φανταστικά riffs, ενώ δεν έλειψε και η στιγμή α λα Jimmy Page, όταν έβγαλε το δοξάρι στο κομμάτι “Collision”. Φυσικά, όλα αυτά υποστηριζόμενα από τον μπασίστα Πάνο Πρίφτη και τον προαναφερθέντα, Έκτορα. Η τελειομανία τους είναι τέτοια που από το κομμάτι “Rite” κι αργότερα, ανέβηκαν στην σκηνή τρεις τραγουδίστριες (Αντωνία Μαυρονικόλα, Σοφία Καμηνά και Αιμιλία Παπαθεοχάρη) ως χορωδία που έδωσαν μια επιπρόσθετη διάσταση στα κομμάτια. Πραγματικά, η μπάντα μας είχε συνεπάρει τόσο που όταν στο τέλος του “Artefact” ξεκινά το μέρος με το «Ω-Ω-Ω» το κοινό το πήρε από εκεί και συνέχισε να τραγουδά παρατεταμένα και ρυθμικά το  «Ω-Ω-Ω». Η μπάντα αποφάσισε να μας αφήσει να ξεθυμάνουμε τραγουδώντας, ευγνωμονώντας μας μετά που κι εμείς είχαμε δώσει όλο μας το είναι εκεί και τότε. Ελπίζω με αυτήν την ανταπόκριση, να ενθαρρύνω περισσότερο κοινό να προσέλθει στα επόμενα live αυτών των συγκροτημάτων που απέδειξαν για ακόμα μια φορά ότι η Ελληνική rock σκηνή χαίρει άκρας υγείας, όσο αφορά το καλλιτεχνικό επίπεδο.

Γιώργος Γκούμας
Φωτογραφίες: Κατερίνα Βρανά (Rockpages.gr)

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece