Monday, January 19, 2026




Home Blog Page 21

BLOOD INCANTATION – ESOTERIC (Floyd, 16/10/2025)

0
Incantation

Incantation

BLOOD INCANTATION στην Ελλάδα. Μετά από την προσπάθεια που έγινε το 2020 για να παίξουν εδώ (Ιούνιο αν δεν με απατάει η μνήμη μου), αλλά ακυρώθηκε λόγω πανδημίας, οι Αμερικάνοι deathsters από το Denver του Colorado, μας τιμούν με τη παρουσία τους, σε μια από τις πιο σπουδαίες τους φάσεις εμπορικά μιλώντας. Οι πληροφορίες της Absolute Elsetour, έκαναν λόγο εκτός των ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΩΝ εμφανίσεων και για sold out ορισμένων εξ αυτών. Πράγμα που μας δείχνει πόσο ραγδαία μεγαλώνει και πόσο δύναται να μεγαλώσει ακόμα αυτή η σπουδαία μπάντα των καιρών μας. Οπότε, μπορούμε να θεωρήσουμε εαυτούς εξαιρετικά τυχερούς υπό αυτή την έννοια. Αλλά πάμε να τα δούμε από την αρχή τα πράγματα, γιατί γίνανε πολλά και όμορφα!

Πρώτοι στο σανίδι, στις 21:00 ήταν οι funeral doom/deathsters ESOTERIC. Ένα από τα παλαιότερα funeral doom σχήματα μια και μετρούν 30ετία στα πράγματα, από τα ιερά χώματα του Birmingham ορμώμενοι. Το έντονο ψυχεδελικό στοιχείο τους κάνει να ξεχωρίζουν και ενώ το στυλ τους μπορεί να μην είναι για όλα τα γούστα ή όλες τις ώρες, το κοινό έδειξε να το χαίρεται με όσα. Λιγομίλητοι, λιτοί και απέριττοι (εντύπωση έκανε το χειλόφωνο του τραγουδιστή/κιθαρίστα) μέσα στα 50 λεπτά του set τους, παίξανε μόλις 3 κομμάτια: “Beneath this face” και “Silence” από το “The maniacal vale” και το “Culmination” από το τελευταίο τους άλμπουμ “A pyrrhic existence”. Πέραν της απόδοσης, ωραίος ο κιθαρίστας με το μακρυμάνικο SPECTRAL VOICE!

Πάμε τώρα στο κυρίως πιάτο. Η Αθήνα έδωσε δυναμικό παρόν, σε ένα κατάμεστο Floyd. Πράγμα που μου λέει ότι σίγουρα ΠΟΛΥΣ κόσμος περίμενε τους BLOOD INCANTATION για αρκετό καιρό, ενώ λόγω της ψυχεδελικής/progressive rock φύσης τους, τράβηξαν και ανθρώπους που δεν δηλώνουν αυστηρά deathsters. Και αυτό, μόνο κέρδος είναι για τους ίδιους. Κάπως έτσι λίγο μετά τις 22:00, η μπάντα πατάει στο σανίδι, παρουσιάζοντας την ολότητά του το περσινό “Absolute elsewhere” (υπό τους ήχους του οποίου γράφονται αυτές οι γραμμές) που αποτελεί την πλέον μεστή τους δουλειά, εν μέσω αποθέωσης. Δεν ξέρω πως αλλιώς να περιγράψω αυτήν τη θέρμη και την ενέργεια που πέρασε το κοινό στους BLOOD INCANTATION στη πρώτη τους φορά εν Ελλάδι.

Με σύμμαχο τους έναν ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΟ ήχο, ίσως τον κορυφαίο που έχω ακούσει σε death metal μπάντα, με μια φανταστική απόδοση, οι συνθέσεις του τελευταίου πονήματος, απογειώθηκαν και βρέθηκαν στους άλλους κόσμους που περιγράφουν οι στίχοι τους! Να δώσουμε εύσημα επίσης στον frontman Paul Riedl, ο οποίος εκτός από τις ευχές γενεθλίων στον τεχνικό τυμπάνων τους και τον frontman των ESOTERIC (“δεν μπορούμε να παίζουμε live σε ημέρα που έχουμε δύο γενέθλια”), ήταν ΞΕΚΑΘΑΡΑ πάρα πολύ ευγνώμων για την υποδοχή. Κάπως έτσι, αναφέρθηκε στους DEAD CONGREGATION και ROTTING CHRIST ως “’Έλληνες Θεούς”, αφιερώνοντας το “The Vth tablet (of enûma eliš)” (από το “Interdimensional extinction” EP) στους Έλληνες φίλους τους γενικά.

Όσο περνούσε το set, βλέποντας το pit να παραμένει σταθερά μεγάλο, διαπίστωσα πόσο σιωπηλά μεγάλο έχει γίνει ήδη αυτό το συγκρότημα στο ελληνικό κοινό. Η βουτιά στο παρελθόν, φυσικά δεν σταμάτησε εκεί, μια και παίχτηκε το “The Giza power plant” από το άλμπουμ – αλλαγή επιπέδου “Hidden history of the human race”, το “Meticulous soul devourment” από το ντεμπούτο “Starspawn”, ενώ ακούσαμε για κλείσιμο το επιβλητικό “Obliquity of the ecliptic” από το “Luminescent bridge” maxi single. Κάλυψαν δηλαδή κάθε κυκλοφορία τους, με τουλάχιστον μια επιλογή, ικανοποιώντας όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο, δείχνοντας παράλληλα την πίστη στο τωρινό τους υλικό, που έχει ανοίξει ξεκάθαρα πάρα πολλές πόρτες για τους ίδιους.

Αξίζει να σημειωθεί το video που έπαιζε στο video wall, συνοδεύοντας σε κάθε περίπτωση με τον κατάλληλο τρόπο οπτικά την απόδοση της μπάντας, σε συνδυασμό με τα φώτα. Εξαιρετική βραδιά, που έδειξε όχι μόνο την δυναμική των BLOOD INCANTATION (η οποία, όπως προείπαμε, περνάει και λίγο έξω από το death metal), αλλά και μιας φουρνιάς death metal οπαδών που διψάνε γι αυτές τις μπάντες, αυτής της φουρνιάς που “καίνε” (SKELETAL REMAINS ή NECROT για παράδειγμα). Θεωρώ πως αξίζει να το σκεφτούν οι διοργανωτές προκειμένου να ζήσουμε κι άλλες τέτοιες βραδιές σαν αυτές τις 16η Οκτωβρίου 2025. Είτε στον ίδιο χώρο, είτε και σε πιο οικογενειακές καταστάσεις, γιατί όχι; Μέχρι τότε όμως, ευχαριστούμε πολύ BLOOD INCANTATION, εις το επανιδείν!

Γιάννης Σαββίδης
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

A day to remember… 18/10 [THE CULT]

0
The Cult

The Cult

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Love”- THE CULT
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΙΑ: Beggars Banquet
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Steve Brown
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Ian Astbury
Kιθάρες – Billy Duffy
Mπάσο – Jamie Stewart
Τύμπανα – Mark Brzezicki

Αυτοί που δεν είναι πολύ σχετικοί με το παρελθόν των Βρετανών ΤΗΕ CULT ίσως δεν γνωρίζουν ότι το σχήμα ξεκίνησε σαν SOUTHERΝ DEATH CULT που μετέπειτα ονομάσθηκαν DEATH CULT, ώσπου να φτάσουμε στα τέλη του 1983 και τελικά η μπάντα να ονομασθεί ΤΗΕ CULT. Με το νέο της όνομα θα κυκλοφορήσει τον Αύγουστο του 1984 το ντεμπούτο της με τίτλο “Dreamtime”. Ο δίσκος αυτός κατάφερε και τους έδωσε την απαραίτητη δημοτικότητα κυρίως στην Βρετανία και ουσιαστικά ήταν ένα ξεκίνημα όπου διαφαίνονταν  οι μεγάλες δυνατότητές τους τόσο στην σύνθεση όσο και στην ερμηνευτική ικανότητα του τραγουδιστή Ιan Astbury.

Mε την αναγνώριση της μουσικής τους και μετά από μια μεγάλη περιοδεία με τους ΒIG COUNTRY θα κυκλοφορήσουν τον Μάιο του 1985 το νέo τους single “She sells sanctuary” για να προϋπαντήσουν τον διάδοχο του ντεμπούτου τους. Το single αυτό θα φθάσει στο #15 των singles charts και θα αγαπηθεί ιδιαίτερα γεγονός που έδωσε ώθηση αλλά και αρκετή πίεση στην μπάντα να μπει στο studio για δύο μήνες (Ιούλιος και Αύγουστος) για να ηχογραφήσουν τον δεύτερο τους δίσκο που θα ονομαζόταν “Love”. To δεύτερο single δεν θα αργήσει, ήταν το κομμάτι “Rain” και θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο. Και αυτό θα έχει την ανάλογη αποδοχή και θα φθάσει στο #17 των singles charts.

Με δύο singles να προετοιμάζουν τον δίσκο και με την μπάντα να φαίνεται να πατά πιο γερά στα πόδια της και να έχει κατασταλάξει όσον αφορά το μουσικό πεδίο που θέλουν να κινηθούν. Ενώ στο ντεμπούτο τους είχαμε new wave και post punk κατεύθυνση, στο “Love” διαφαίνεται μια στροφή προς πιο rock κατευθύνσεις και με μπόλικη ψυχεδέλεια μπολιασμένη στα τραγούδια. Επιπλέον η μπάντα θα δηλώσει ανοιχτά την αγάπη της για την μουσική των ΖΕPPELIN, Jimi Hendrix και DOORS. Αυτή η στροφή του σχήματος εκείνη την εποχή ερχόταν σε αντίθεση με το παρελθόν της συν το γεγονός ότι η new wave/post punk κοινότητα δεν δεχόταν μουσική που ήταν επηρεασμένη από hippies και γενικότερα πράγματα από την ψυχεδελική σκηνή της δεκαετίας του ‘60, αφού οι αναφορές της και η βάση της ήταν το punk των mid 70s και έπειτα.

Όλα αυτά είχαν να αντιμετωπίσουν εξωμουσικά οι CULT εκείνη την εποχή, παρόλα αυτά οι ίδιοι είχαν κάνει τις επιλογές τους (όπως αποδείχθηκε μελλοντικά είχαν όραμα για την μπάντα και έφτασαν εκεί που έφτασαν) και ο  δίσκος θα κυκλοφορήσει στις 18 Οκτωβρίου του 1985. Ο δίσκος ήταν η εμπορική επιτυχία που επιθυμούσε το σχήμα, έφθασε στο # 4 στην Βρετανία και έμεινε στα chars 22 εβδομάδες, πράγμα που σημαίνει ότι ο δίσκος πουλούσε συνεχώς κάθε εβδομάδα ώστε να μπορούσε να παραμένει εκεί. Συνολικά ξεπέρασε τις 100 χιλιάδες στην Βρετανία και πούλησε πολύ καλά αντίστοιχα και στη Ευρώπη.

Η μπαλάντα “Revolution” θα κυκλοφορήσει σαν τρίτο single από τον δίσκο και εδώ έχουμε ένα εξαιρετικό κομμάτι με catchy μελωδία και αναφορές στο μουσικό παρελθόν του σχήματος.

Ο δίσκος είναι ένα μείγμα ψυχεδελικού rock αναμειγμένο με goth, new wave και hard rock στοιχεία, όλα αυτά δεμένα με μπόλικη μαεστρία και ικανότητα. Οι κιθάρες τους Billy Duffy  εδώ λάμπουν από την αρχή μέχρι το τέλος, τα φωνητικά του Astbury δεν χρειάζονται ιδιαίτερη μνεία, ο τύπος θα εξελιχθεί σαν ένας από τους μεγαλύτερους και καλύτερους ερμηνευτές ever κι εδώ πραγματικά λάμπει. Το rhythm section εξαιρετικό και θα ήθελα να σταθώ ιδιαίτερα στο παίξιμο του session drummer Mark Brzezicki που πραγματικά απογειώνει το αποτέλεσμα. Επίσης η παραγωγή ανατέθηκε στον Βρετανό Steve Brown που είχε κάνει παραγωγές στους ΒΟΟΜΤΟWN RATS και WHAM τα προηγούμενα χρόνια.

Η παραγωγή του άλμπουμ, πράγματι καταφέρνει και αναδεικνύει τα ετερόκλητα μουσικά στυλ του δίσκου και η ροή του είναι τέλεια και πλήρως ισορροπημένη. Το εναρκτήριο “Nirvana” ουσιαστικά σε βάζει στο κλίμα του δίσκου με την υπέροχη καθαριστική του δουλειά, η ενασχόληση του Αstbury με τον Βουδισμό αποτυπώνεται στο λυρικό μέρος του κομματιού. Το “Big neon glitter” διαθέτει αυτή την εκπληκτική “ευαισθησία” που τους διακατέχει, αυτό το κομμάτι έχει εκπληκτικά drums εκτός των άλλων. Το ομότιτλο κομμάτι είναι ένα στακάτο rock κομμάτι, το “Rain” είναι ένα εξαιρετικό κομμάτι επηρεασμένο από τους Ινδιάνους και επίσης το επικό “Brother wolf, sister moon” άνετα είναι ανάμεσα στα 3-4 καλύτερα κομμάτια του δίσκου. Εξαιρετική ερμηνεία από τον Astbury, επιβλητική ατμόσφαιρα αξίζει να το ακούσει κάποιος για να καταλάβει την μουσική ποικιλία αυτού του δίσκου.

Το “She sells sanctuary” είναι το πιο γνωστό κομμάτι του δίσκου και όχι άδικα μιας και πρόκειται για ένα εκρηκτικό hard rock άσμα που σε ξεσηκώνει αμέσως και στα επόμενα χρόνια θα γινόταν και αυτό ένα από τα πιο trademark κομμάτια του σχήματος. To ψυχεδελικό/garage rock “Phoenix” έχει μια εισαγωγή που θυμίζει STOOGES, το “Hollow man” είναι ίσως το πιο post punk κομμάτι του δίσκου και το “Black angel” μια εξαιρετική συναισθηματική μπαλάντα που ρίχνε την αυλαία.

Συνολικά, το “Love” είναι ένας εξαιρετικός δίσκος που έδωσε την ώθηση στην μπάντα, τους έβγαλε από το συναισθηματικό αδιέξοδο και τους έστρωσε τον δρόμο για όλη την μελλοντική φανταστική πορεία που θα πραγματοποιούσαν. Είναι ένα άλμπουμ που έφερε στο προσκήνιο το ιδιαίτερο ταλέντο των Βilly Duffy και Ιan Αstbury και διαθέτει σπουδαία κομμάτια που ακούγονται 40 χρόνια μετά το ίδιο φρέσκα όπως τότε που κυκλοφόρησαν. Αξίζει να το ακούστε όσοι δεν το έχετε ήδη κάνει.

Did you know that:

-To “She sells sanctuary” που κυκλοφόρησε αρκετούς μήνες πριν τον δίσκο ηχογραφήθηκε στα Olympic studios στο Λονδίνο, studio που έγραφαν οι LED ZEPPELIN, οι FREE και πολλοί άλλοι. Το υπόλοιπο άλμπουμ ηχογραφήθηκε στα Jacobs studios στο Farnham.

– O παραγωγός Steve Brown είχε κάνει παραγωγή το 1983 στο ντεμπούτο των WHAM. O Billy Duffy θα αναφέρει: “Ο Steve Brown είχε αυτή την pop ευαισθησία, αλλά η βάση του ήταν rock και είχε μια πολύ υπεροπτική στάση. Ήταν πολύ επικεντρωμένος στην pop και ήθελε να αναδείξει την εμπορικότητα στο συγκρότημα. Ένιωθε ότι είχαμε ταλέντο, αλλά δεν είχαμε μαζέψει αρκετά τα pop hooks μας. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να μας βοηθήσει να δουλέψουμε πάνω σε αυτό. Ήταν απλώς ένα από εκείνα τα πράγματα όπου το άλμπουμ ήταν γραφτό να συμβεί, αλλά δεν το θεωρούσαμε δεδομένο”.

– Tα τύμπανα στo “She sells sanctuary” τα έπαιξε ο drummer Νigel Preston o οποίος απολύθηκε από το σχήμα  πριν τις ηχογραφήσεις του δίσκου.

– Για παραγωγό του δίσκου τo σχήμα επιθυμούσε τον Steve Lillywhite αλλά αυτός εκείνη την εποχή ήταν απασχολημένος με τους U2 και τους SIMPLE MINDS.

– Ποια ήταν η σημασία του δίσκου για την μπάντα την δεδομένη στιγμή περιγράφεται άψογα από τον κιθαρίστα Billy Duffy παρακάτω:
“Μας έδωσε αυτοπεποίθηση. Βρήκαμε την ταυτότητά μας. Αυτό το άλμπουμ σήμαινε πολλά για εμάς και μας έδωσε αυτοπεποίθηση ότι ήμασταν στο σωστό δρόμο. Υπήρξαν μερικές στιγμές αμφιβολίας μετά το “Dreamtime” και μπορεί να είχαμε μερικά σκοτεινά βράδια αμφιβολίας για τον εαυτό μας, αν και το να έχουμε ένα μεγάλο hit single όπως το “She sells sanctuary” βοηθάει. Ήταν πολύ σημαντικό για εμάς να μην είμαστε απλώς one hit wonders και να βρούμε ποιοτικά τραγούδια την εποχή που μόλις μας είχε προσέξει το κοινό. Ξαφνικά, αντί να είμαστε υπο-πολιτισμικοί, ήμασταν ανοιχτοί σε ολόκληρη τη βρετανική μουσική αγορά. Ήταν ενδιαφέρον”.

– Σε αρκετές μετέπειτα εκδόσεις του δίσκου υπάρχουν τα bonus κομμάτια “Judith” και “Little face”.

– O δίσκος κυκλοφόρησε στην Ελληνική αγορά από την εταιρία Virgin σε ελληνική κοπή, η Virgin τότε είχε την διανομή στην χώρα μας  της Beggars Banquet.

Γιάννης Παπαευθυμίου

A day to remember… 17/10 [BATHORY]

0
Bathory

Bathory

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Octagon” – BATHORY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Black Mark Production
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Quorthon
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Κιθάρα, Φωνητικά –  Quorthon
Μπάσο – Kothaar
Τύμπανα – Vvornth

Το ημερολόγιο δείχνει 1995. Ο Quorthon έχει ήδη προλάβει να φέρει τα πάνω κάτω στον ακραίο ήχο. Δίσκοι όπως το χαοτικό ομώνυμο, το απόκοσμο “The Return……” και το μανιασμένο “Under the Sign of the Black Mark” αποτέλεσαν κομμάτι του πρώτου κύματος του black metal και συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση του ήχου. Το τεράστιο, μα και συνάμα μεταβατικό “Blood Fire Death”, καθώς και τα επικά και επιβλητικά “Hammerheart” και “Twilight of the Gods”, έδωσαν πνοή σε αυτό που αργότερα θα ονομαστεί Viking metal, ενώ ταυτόχρονα σφράγισαν την υπερδημιουργική πρώτη περίοδο του Quorthon.

Μπορεί ο κύκλος αυτών των έξι δίσκων να είχε αλλάξει εν πολλοίς το extreme metal, όμως στο κλείσιμό του ο ψηλός Σουηδός βρέθηκε μπροστά σε ένα δημιουργικό κενό. Το δήλωνε άλλωστε ευθαρσώς σε συνεντεύξεις της εποχής πως είχε «αδειάσει» και ξεμείνει από ιδέες. Το ίδιο το δημιούργημα που τόσο μαεστρικά έχτισε και απέκτησε τη δική του μυθική υπόσταση, ήταν αυτό που τελικά προκάλεσε πίεση και κούραση στον κατά κόσμο Thomas Börje Forsberg.

Λίγο μετά την κυκλοφορία του “Twilight of the Gods”, τα “Jubileum Vol. I” (1992) και “Vol. II” (1993) σηματοδότησαν τον εορτασμό της πρώτης δεκαετίας των BATHORY, όμως ο Quorthon ήδη στρέφει το βλέμμα του αλλού. Στα προσωπικά του άλμπουμ, “Album” και “Purity of Essence”, φλερτάρει με τον ήχο του Seattle, ενσωματώνοντας rock και alternative στοιχεία και επιδιώκοντας μια προσωρινή απομάκρυνση από τη βαριά μουσική κληρονομιά των BATHORY.

Φυσικό ήταν, μιας και μιλάμε για έναν τρομερά ανήσυχο καλλιτέχνη, να νιώσει ξανά την ανάγκη να εκφραστεί μέσα από πιο ακραίες και πρωτόγονες φόρμες μουσικής. Κάπως έτσι, το 1994 φτάνουμε στο –ίσως υποτιμημένο– “Requiem”, και έναν χρόνο μετά στο “Octagon”, του οποίου την επέτειο γιορτάζουμε.

Εδώ ο Quorthon αφήνει πίσω του οτιδήποτε είχε κάνει μουσικά τα προηγούμενα χρόνια. Βουτά στα ‘80s και κινείται σε retro thrash μονοπάτια, θυμίζοντας τις πρώτες του επιρροές από εκείνη τη δεκαετία. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση “επιστροφή στις ρίζες”. Αντίθετα, στήνεται ένα διαφορετικό σκηνικό, με συνθέσεις που πάσχουν σε έμπνευση και στερούνται της συνοχής που μας είχε συνηθίσει ο Σουηδός. Ο ήχος ωμός μεν, αλλά απρόσεκτος, το μπάσο εξαφανισμένο και τα drums ντυμένα με έναν σχεδόν εκνευριστικό ήχο.

Αναμφίβολα το “Octagon” δεν μπορεί να θεωρηθεί μια από τις καλές στιγμές του Quorthon. Τον παρουσιάζει σε μια φάση καλλιτεχνικής ξηρασίας και αμηχανίας. Ο ίδιος είχε δηλώσει κάποτε πως εκείνη την περίοδο «χρειαζόταν να αφήσει τα πάντα πίσω του». Έτσι, το “Octagon” ακούγεται περισσότερο σαν εκτόνωση παρά σαν δημιουργία, στοχεύοντας περισσότερο στην ελευθερία του δημιουργού του παρά στην αρτιότητα.

Η ουσιαστική του αξία βρίσκεται αλλού. Κατά κάποιον τρόπο αποτέλεσε τον καταλύτη που οδήγησε τον Quorthon, ύστερα από μια εξαετή αποχή, στο “Destroyer of Worlds”. Εκεί ο Σουηδός πειραματίστηκε, συνδυάζοντας το thrash με το επικό του παρελθόν, ένα βήμα που έφερε ξανά σε καλλιτεχνική ισορροπία και άνοιξε τον δρόμο για τα αριστουργήματα “Nordland I” και “Nordland II”.

Θανάσης Μπόγρης

A day to remember… 17/10 [MORGANA LEFAY]

0
Lefay

Lefay

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Sanctified” – MORGANA LEFAY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Black Mark Production
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Börje Forsberg
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Charles Rytkönen – φωνή
Tony Eriksson – κιθάρες
Joakim Heder – μπάσο
Jonas Söderlind – τύμπανα
Daniel Persson – κιθάρες

Έχοντας δώσει δυο κυκλοφορίες μέσα στην ίδια ημερολογιακή χρονιά του 1993, οι Σουηδοί δεν κυκλοφόρησαν άλλο άλμπουμ, μέχρι το 1995 και στο μεσοδιάστημα είχαν αλλάξει πολλά. Είχαν βιώσει μια αρχική αναγνώριση εκτός συνόρων, είχαν αρχίσει να μαζεύουν έναν σοβαρό αριθμό συναυλιακών εμφανίσεων, ενώ παράλληλα προσπαθούσαν να εξελίξουν τις συνθετικές τους ικανότητες.

Το “Sanctified” από την αρχή του, προδίδει την δίψα τους για πρόοδο με την τεράστια διαφορά στον τελικό ήχο τους. Πιο πλαστικά τύμπανα, καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στα όργανα, αλλά και πιο κρυστάλινο ήχο, κάτι που όμως λειτούργησε και κάπως αρνητικά. Αυτό διότι τα τύμπανα ακούγονται σχεδόν ενοχλητικά, λες και δεν είναι ηχογραφημένα – που είναι βέβαια παιγμένα από τον Jonas Söderlind, αλλά… – στο στούντιο. Όπως το εξώφυλλο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη, έτσι και η μουσική τους είναι σε δυο επίπεδα πιστεύω.

Από την μια έχουμε τα σημάδια της προόδου, τα τραγούδια που ανεβάζουν το επίπεδο του δίσκου. Αυτά είναι “To Isengard”, “Mad Messiah” μαζί με το “In the court of the crimson King”. Το πρώτο, είναι βασισμένο σε κάποια κλασικά ριφ, μονόχνωτο αλλά και βαρύ, ταιριαστό στην φωνή του Charles Rytkönen. Το δεύτερο κάπως πιο ενδιαφέρον μουσικά, με κοψίματα και τα τύμπανα να κάνουν παιχνίδι με τις φοβερές κιθάρες του Tony Eriksson, ίσως το διαμαντάκι του δίσκου και προπομπός του ύφους που θα ακούγαμε στο μέλλον από τους MORGANA LEFAY. Το τελευταίο, είναι πιο γρήγορο και μας θυμίζει πως οι Σουηδοί είχαν thrash metal καταβολές.

Από την άλλη, όμως, έχουμε πολλές μετριότητες και αρκετές απογοητεύσεις. Ιδιαίτερα η παραγωγή του “Sanctified”, ακόμα και σήμερα που το ακούω, δηλαδή 30 χρόνια αργότερα, με χαλάει. Στεγνή και αφαιρετική, ενώ οι μουσικές ιδέες τους πραγματικά ενδείκνυνται για όγκο και βάθος. Τραγούδια όπως το “Out in the silence” είναι πραγματικά ανούσια, και όταν ανοίγεις τον δίσκο σου με κάτι τέτοια, σίγουρα δεν αφήνεις τις καλύτερες εντυπώσεις.

Όπως και το μακρινό 1995 με απογοήτευσε, τόσο και στο πέρασμα του χρόνου, ποτέ δεν το αφαίρεσα από το ράφι για να το ξανακούσω (ούτε καν στο spotify), μέχρι την στιγμή που χρειάστηκε να γράψω αυτές τις γραμμές. Είναι βέβαια εντυπωσιακό πόσο βελτιώθηκαν μέχρι το “Maleficium” που μας κόλλησε στον τοίχο όταν κυκλοφόρησε έναν χρόνο αργότερα.

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

A day to remember… 17/10 [YNGWIE MALMSTEEN]

0
Malmsteen

Malmsteen

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Magnum opus” – YNGWIE MALMSTEEN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Music For Nations / Pony Canyon
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Yngwie Malmsteen, Chris Tsangarides
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Yngwie Malmsteen – κιθάρα, σιτάρ, δεύτερα φωνητικά
Michael Vescera – φωνητικά
Mats Olausson – πλήκτρα
Shane Gaalaas – ντραμς
Barry Sparks – μπάσο

Ένας από τους μεγαλύτερους μύθους στο heavy metal, είναι πως ο Malmsteen είναι καλός μόνο στα τρία πρώτα άλμπουμ του. Μιλάμε για μία ιστορική ανακρίβεια, έως και χαζομάρα. Δεν θα σχολιάσω για την αλμπουμάρα “Odyssey”, αλλά με αφορμή την 30η επέτειο κυκλοφορίας του “Magnum opus”, είναι ευκαιρία να μιλήσουμε για μερικά πράγματα.

Κανείς δεν διαφωνεί, ιδιαίτερα απ’ όσους τον έχουν γνωρίσει, ότι ο Malmsteen δεν είναι και από τους πιο εύκολους ανθρώπους στον κόσμο. Ναι, αλλά αυτό τι σχέση έχει με τη μουσική του; Διότι το ακούω ως επιχείρημα για να μας πείσουν ότι έχει να βγάλει καλό δίσκο 35 χρόνια. Ναι, όλες οι κυκλοφορίες του από το “Unleash the fury” και μετά, δεν έχουν κανένα μα κανένα λόγο ύπαρξης.

Όμως, στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν το neoclassical heavy metal που υπηρετεί ήταν στα αζήτητα, εκείνος, κλασικός ξεροκέφαλος, συνέχιζε να παίζει το ύφος αυτό και μάλιστα να μας δίνει μερικές από τις καλύτερες συνθέσεις του. Καμία εταιρία στην Ευρώπη και τον υπόλοιπο κόσμο εκτός Ιαπωνίας, δεν ασχολούνταν με το κλασικό metal (πόσο μάλλον με το neoclassical), εξ ου και το “Magnum opus”, βγήκε το καλοκαίρι στην Ιαπωνία και σχεδόν μισό χρόνο μετά και στον υπόλοιπο κόσμο, το έβγαλε η Music For Nations.

Στα φωνητικά βρίσκουμε και πάλι (μετά το “The seventh sign”) τον Michael Vescera (δεν νομίζω να έχει κρατήσει τραγουδιστή για πάνω από δύο δίσκους, αλλά πάντα επέλεγε τον «αφρό») και όπως πάντα, οι μουσικοί που παίζουν μαζί του, είναι κορυφαίοι. Πως άλλωστε θα μπορούσαν να σταθούν δίπλα του; Το άλμπουμ ξεκινά με το “Vengeance”, που είναι μυθικό τραγούδι (πανομοιότυπο κι εξίσου μαγικό με το “Never die” του “The seventh sign”) και η ποιότητα δεν πέφτει σχεδόν καθόλου στη συνέχεια.

Εννοείται ότι έχει όλα τα κλισέ του Σουηδού υπερ-ήρωα της κιθάρας: Κάποια τραγούδια με πιο “pop” (εντός ή εκτός εισαγωγικών) διάθεση, neoclassical instrumental, φρενήρη κιθαριστικά σόλο, cheesy μέχρι εκεί που δεν πάει μπαλάντες (μόνο οι ANNIHILATOR συναγωνίζονται σε cheesiness τις μπαλάντες του Malmsteen, αλλά όπως δικαιολογεί τον εαυτό του ο Jeff Waters, είναι Καναδός, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς). Όμως, το επίπεδο των συνθέσεων είναι πραγματικά υψηλό και μάλιστα σε μία περίοδο, που όπως είπαμε, ήταν πάρα πολύ δύσκολη για το heavy metal.

Δύσκολα γράφονται τραγούδια σαν το “Voodoo”, το “Tomorrow’s gone” ή το “Fire in the sky”, τα οποία ακούγοντάς τα πάλι, αρκετά χρόνια μετά, παράτησα ό,τι έκανα και πήρα το booklet του CD αρχίζοντας να το ξεφυλλίζω και να μου έρχονται εικόνες από τα φοιτητικά μου χρόνια… Μπορεί το “Magnum opus” να μην είναι το …Magnum Opus του Σουηδού, ποιος σας είπε όμως ότι τον γουστάρουμε δίχως τις υπερβολές του; Να θυμόμαστε πάντα, ότι οι μουσικοί δεν είναι οι κολλητοί μας φίλοι. Όσο παράξενοι μπορεί να ακούγεται ότι είναι, δεν μπορεί να είναι λόγος να θεωρούμε και τους δίσκους τους κακούς.

Για το τέλος, κάτι που είναι ασυνήθιστο, υπάρχει το instrumental “Amberdawn”. Η έκδοση που έχουμε εμείς στην Ευρώπη, το βρίσκει στο τέλος, η γιαπωνέζικη, έχει και το έτερο instrumental, “Cantabile”. Δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Οι μυημένοι, γνωρίζουν ότι Amberdawn είναι το όνομα της συζύγου του Malmsteen εκείνη την περίοδο, στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Το αξιοπερίεργο είναι ότι μετά τον χωρισμό τους, φαίνεται ότι έγινε… dominatrix… Αυτά.

Σάκης Φράγκος

From the Top to Obscurity: 70s Rock Bands That Struggled in the 80s (Part 1)

0
70s

70s

Μέρος Α: Το περιβάλλον

Από τα seventies στα eighties..

Η μετάβαση από τα 70s στα 80s υπήρξε καταστροφική για πολλά μεγάλα rock ονόματα. Οι αλλαγές στο μουσικό τοπίο, η άνοδος του MTV, η στροφή σε πιο εμπορικούς ήχους και οι απαιτήσεις μιας νέας γενιάς ακροατών οδήγησαν αρκετούς γίγαντες της προηγούμενης δεκαετίας στο περιθώριο. Το άρθρο αυτό εστιάζει σε εκείνες τις μπάντες που, αν και σφράγισαν μια εποχή, δεν κατάφεραν να διατηρήσουν τη θέση τους στο νέο σκηνικό της επερχόμενης δεκαετίας.

Πόσες και πόσες μπάντες που γνώρισαν μεγάλες στιγμές στα 70s, δεν μπόρεσαν να επιβιώσουν στα θαυμαστά 80s! Πόσες δε προσπάθησαν καν, πόσες προσπάθησαν και δεν τα κατάφεραν, αλλά επιβίωσαν και τέλος πόσες δεν τα κατάφεραν αλλά και δεν επιβίωσαν… Σχεδόν πάντα με το ξεκίνημα μιας νέας δεκαετίας γίνεται μια στροφή στην μουσική, η οποία εκφράζεται με νέες μουσικές τάσεις, νέες ιδέες και εξέλιξη. Είναι απόλυτα σωστό και απόλυτα λογικό. Είναι ο χρόνος που δοκιμάζει την δημιουργικότητα και την προσαρμοστικότητα των πιο παλιών, τις αντοχές τους και την ικανότητα τους να ανταπεξέλθουν στην πίεση. Από την άλλη η μουσική σκηνή πάντα είναι σαν ένας ζωντανός οργανισμός ο οποίος θα αποβάλει τα νεκρά του κύτταρα και θα δημιουργήσει νέα. Έτσι κάποτε το rock n’ roll έγινε rock, το rock απέκτησε χίλιες εκφράσεις, έγινε μεταξύ άλλων hard rock, αυτό έγινε heavy metal και πάει λέγοντας. Νέες μπάντες με νέες ιδέες θα ξεπεταχτούν οι πιο παλιοί θα αντέξουν ή όχι, οι νέοι θα κυριαρχήσουν μέχρι και αυτοί να γίνουν παλιομοδίτες και να έρθουν άλλοι να τους διαδεχτούν. Η αλήθεια είναι πως στις μέρες μας αυτό το «διαδεχτούν» σηκώνει πολύ κουβέντα, αλλά τούτο δεν είναι το θέμα μας σήμερα. Σήμερα ασχολούμαστε με τις μπάντες που στα seventies γνώρισαν επιτυχία, αλλά η προσαρμογή τους στα eighties ήταν αποτυχημένη, δύσκολη και μπορεί για κάποιους καταστροφική.

A brave new world!

Στα eighties, η αρένα πια ήταν πολύ σκληρή, δεν ήταν για όλους, πιθανόν για διαφορετικούς λόγους για τον καθένα βέβαια, αλλά η επιτυχία στο Billboard της Αμερικής ή στα Βρετανικά charts ήταν επιβεβλημένη εάν ήθελες να έχεις μεγάλο δισκογραφικό συμβόλαιο. Οι ανοχές των δισκογραφικών ήταν ελάχιστες και με μικρά περιθώρια, κάτι που στέρησε από πολλές παλιές μπάντες το δικαίωμα μιας δεύτερης επιτυχίας αλλά και ευκαιρίας. Σε έναν κόσμο που άλλαζε, πετυχημένες seventies μπάντες καλέστηκαν να αλλάξουν, να προσαρμοστούν  και αυτό σε πολλές περιπτώσεις επέφερε ένταση και τελικά ρήξη ανάμεσα στα μέλη τους. Ρωτήστε τους URIAH HEEP  και τους RAINBOW, τους BAD COMPANY, τους UFO και τους WISHBONE ASH, έχουν πολλές ενδιαφέρουσες ιστορίες να σας πουν για αυτό. Βέβαια υπάρχει και η αντίστροφη πορεία όπου μπάντες όπως οι AEROSMITH, STYX, JOURNEY, RUSH, WHITESNAKE, SCORPIONS, VAN HALEN, FOREIGNER, KISS, JUDAS PRIEST, HEART, QUEEN, ο OZZY  κ.α οι οποίοι προσαρμόστηκαν και ενστερνίστηκαν το ύφος της πιο δημιουργικής δεκαετίας  με θαυμαστά αποτελέσματα για την καριέρα τους. Και άλλοι το έκαναν φυσικά,  αλλά όχι τόσο πετυχημένα, όπως για παράδειγμα οι KANSAS.  Λεπτομέρειες στο Β’ μέρος!

Για να πλατειάσω και λίγο, τα 80s έδειξαν τα δόντια τους, ακόμα και στις μεγαλύτερες μπάντες του γενικότερου rock οι οποίες ναι μεν δεν εξετάζουμε σήμερα, αλλά μια αναφορά τους αξίζει.. Μην νομίζετε λοιπόν, ότι οι PINK FLOYD, ROLLING STONES, THE BEACH BOYS, THE ANIMALS o Bob Dylan ή o Neil Young κλπ δεν τα βρήκαν σκούρα και μάλιστα σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αλλά ήταν τέτοιο το μέγεθος των περισσοτέρων,  που τους επέτρεψε να επιβιώσουν χωρίς τραγικές  επιπτώσεις..

Changes comes around

Η δεκαετία του ’70 ήταν ο παράδεισος για τη rock μουσική, το 70s ροκ έθεσε τα θεμέλια του είδους σε ηχητικό, τεχνικό και αισθητικό επίπεδο.. Οι μπάντες είχαν χώρο να αναπτυχθούν, να πειραματιστούν, να δημιουργήσουν άλμπουμ-έπη, να παίζουν σε γεμάτα στάδια και να χτίσουν φανατικό κοινό. Η δεκαετία του ‘70 είναι ο θεμέλιος λίθος ολόκληρης της rock μουσικής όπως αυτή εξελίχθηκε μέσα στον χρόνο, αλλά εμάς στο παρόν άρθρο κυρίως μας αφορά σχετικά με τα τρία βασικά είδη που εξελίχθηκαν μέσα από αυτή. To classic rock, το hard rock και το heavy metal. Τρία ρεύματα αλληλεξαρτώμενα και σε πολλές περιπτώσεις αλληλένδετα και με πολύ δυσδιάκριτα όρια.

Όμως, όταν μπήκαν τα 80s, ο κόσμος άλλαξε απότομα. Ο κύριος λόγος που επηρέασε βαθύτατα την μουσική δεν ήταν και πολύ …μουσικός θα λέγαμε. Ναι η μουσική άλλαζε. Όχι μόνο η rock, αλλά και η pop φυσικά. Νέες μουσικές τάσεις έρχονταν, νέοι μουσικοί με απίστευτο ταλέντο είχαν εμφανιστεί, ο κόσμος είχε και χρήμα και χρόνο να αφιερώσει στην μουσική και γενικά μπήκαμε σε μια περίοδο δημιουργική. Όμως, όταν δύο στοιχεία ενώνονται  και γίνονται ένα, αποκτούν διάρκεια στον χρόνο,  τότε μπορεί να αλλάξει το σύμπαν. Ποια ήταν αυτά τα δυο στοιχεία; Ο ήχος το ένα, η ακουστική αίσθηση. Η εικόνα το άλλο, η οπτική. Και αυτά έγιναν ένα, και αυτό το νέο στοιχείο που γεννήθηκε σε άμεση σχέση με την μουσική, είχε χρονική διάρκεια. Είχε αποδοχή και εάν όχι το δικό μας φυσικό σύμπαν, άλλαξε τότε το σύμπαν της μουσικής βιομηχανίας και αυτή η ιστορική αλλαγή είχε μόνο τρία γράμματα: MTV. Κοσμογονία. Η μουσική έφτασε παντού, η έγχρωμη εικόνα των μουσικών έφτασε παντού, τα video clips ήταν παντού. Άλλαξαν τον τρόπου που «ακούγαμε», τον τρόπο που βλέπαμε, τον τρόπο που αγοράζαμε, τον τρόπο που αφουγκραστήκαμε και ακούσαμε ξανά την μουσική.  Άλλαξε όμως και τον τρόπο που δημιουργούσαν οι μουσικοί, άλλαξε και τον τρόπου που πουλούσε πια η μουσική βιομηχανία και το τι ζητούσε από τους μουσικούς για να πουλήσει.

Το MTV

Το MTV (Music Television), που ξεκίνησε να εκπέμπει την 1η Αυγούστου 1981 (και κατά τραγική σύμπτωση έκλεισε αυτές τις μέρες) άλλαξε δραστικά τον τρόπο που η μουσική παρουσιαζόταν και προσέγγιζε το κοινό. Ας δούμε πώς και γιατί επηρέασε τόσο καθοριστικά τη μουσική σκηνή των ’80s — και ειδικά το rock:

Η εικόνα έγινε εξίσου σημαντική με τον ήχο, όπως είπαμε και πιο πάνω και στην ουσία εκτός από ισάξια στοιχεία, έγιναν ένα.  Όλα τα προηγούμενα χρόνια  η επιτυχία βασιζόταν στη μουσική ως μουσική καθ’ αυτή, σε νέες τεχνοτροπίες και προτάσεις, στον πειραματισμό και σε νέες δομές, στα live και στο ραδιόφωνο. Το ραδιόφωνο και οι μουσικές του εκπομπές είχαν τεράστια δύναμη, όπως φυσικά και ο έντυπος μουσικός τύπος. Από τη στιγμή όμως που μπήκαν τα video clips (εικόνα + ήχος = video clip) στην ζωή του μέσου καταναλωτή με 24ωρη παρουσία και ο πληθυσμός στην πλειονότητά του πλέον είχε την δυνατότητα, όχι μόνο να ακούσει αλλά και να δει, το σκηνικό άλλαξε άρδην. Μια εντυπωσιακή εμφάνιση, ένα καλό concept ή ένας σέξι frontman μπορούσαν να εκτοξεύσουν ακόμα και μια απλά καλή μπάντα στην κορυφή του Billboard. Και αυτό είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να την αγνοούμε. Από την άλλη βέβαια, έκανε και τις καλές (καινούργιες ή πιο παλιές) μπάντες να φαίνονται ακόμα καλύτερες, ναι; Ε… κάπου ναι, κάπου όχι. Γιατί όλοι οι μουσικοί δεν αποδέχονταν την δύναμη του image, δηλαδή της εικόνας ή τέλος πάντων δεν μπορούσαν να αποδεχτούν τον νέο αυτό ρόλο που αναγκαστικά έπεφτε πια στους ώμους τους. Έτσι δεν δέχτηκαν να αλλάξουν την μουσική τους κατεύθυνση ή έστω την εμφάνιση τους σύμφωνα με τα πρότυπα της εποχής. Σε άλλους κάτι τέτοιο απλά δεν λειτούργησε…

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, δημιουργήθηκε μια νέα εμπορική φόρμουλα, η οποία ήταν πάνω – κάτω κάπως έτσι:

  • Κάθε νέο single χρειαζόταν clip. Γενικά σχεδόν κάθε καλό τραγούδι χρειάζονταν ένα…
  • Κάθε clip έπρεπε να είναι κινηματογραφικό, θεατρικό, θεματικό, αν όχι όλα αυτά, τουλάχιστον εντυπωσιακό. Οι δισκογραφικές επένδυσαν τεράστια ποσά σε αυτά. Το “Thriller” του Michael Jackson και το “Like a vrgin” της Madonna δεν ήταν μόνο τραγούδια — ήταν και παραμένουν πολιτιστικά γεγονότα, σχεδόν σαν ταινίες.
  • Η παραγωγή έγινε πιο γυαλισμένη, πιο εύκολη στο άκουσμα για τα μεγάλα ακροατήρια. Οι γωνίες αμβλύνθηκαν, ο ήχος έγινε πιο άμεσος και πιο καθαρός.
  • Τα ραδιόφωνα ζητούσαν πλέον hits των 3 λεπτών και όχι πχ prog ταξίδια πλέον.

Video inspiration

Το πρώτο βίντεο που έπαιξε ποτέ στο MTV (1/8/1981) ήταν το  – “Video killed the radio star” των THE BUGGLES.  Συμβολικό, ειρωνικό, προφητικό. Άνοιξε την αυλαία για μια νέα εποχή. Και για να καταλάβετε ή και να θυμηθείτε σας παραθέτω μια σειρά από hard rock και heavy metal video clips που άλλα λιγότερο, άλλα περισσότερο είχαν τεράστιο αντίκτυπο στην φήμη των συγκροτημάτων:

TWISTED SISTER – “We’re Not Gonna Take It” (1984). Σατιρικό, θεατρικό clip, που τους έκανε γνωστούς σε όλο τον κόσμο. Το MTV το έπαιζε διαρκώς — οπτικοποίησε την επανάσταση του μέσου Αμερικανού  έφηβου. Κάτι αντίστοιχο έγινε και με το “I wanna rock”. Δυο τραγούδια που έκαναν την μπάντα σχεδόν συνώνυμη της εφηβικής εκρηκτικότητας και επανάστασης.

BON JOVI – “Livin’ on a Prayer” (1986). Σκηνές από soundcheck, live, φώτα, κόσμος σε κατάσταση υστερίας κάτω από την σκηνή, άφθονη ενέργεια από την μπάντα, διάχυτο κέφι Το video έγινε σύμβολο του πιο μελωδικού ροκ ήχου, ο οποίος εξέφραζε την ανεμελιά και την διασκέδαση.

WHITESNAKE – “Here I Go Again” (1987). Το πιο σεξουαλικά φορτισμένο clip των 80s, με την Tawny Kitaen να γίνεται ένα από τα απόλυτα sex symbols. Αχ…. Το video βοήθησε το τραγούδι να γίνει νο 1 στις ΗΠΑ. Μελωδικό hard rock  και αισθησιασμός σε υπερθετικό βαθμό, μια πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση remake ενός τραγουδιού, με απόλυτη επιτυχία. Υποφέραμε κάθε φορά που έπαιζε…

Από την άλλη, η πιο σκοτεινή εικόνα που ταίριαζε πιο πολύ με το ύφος ορισμένων συγκροτημάτων, δεν διέφυγε της προσοχής των παραγωγών και αναλόγως προσάρμοσαν την εικόνα της εκάστοτε μπάντας;

Ozzy Osbourne – “Bark at the moon” (1983). Υπερβολή, μεταμορφώσεις, λυκάνθρωποι, θεατρικότητα. Ένα από τα πρώτα clips που έκαναν το ατόφιο heavy  metal οπτικό γεγονός.

IRON MAIDEN – “Can I play with madness” (1988). Το clip είναι σαν ταινία μικρού μήκους, με τον Graham Chapman των Monty Python. Συνδυάζει χιούμορ, μυστηριώδη ατμόσφαιρα και την κλασσική Βρετανική αίσθηση του heavy metal.

QUEENSRŸCHE – “Eyes of a stranger” (1988). Μέρος του concept από το “Operation: Mindcrime”. Πραγματικό μουσικό βίντεο-δραματοποιημένη ιστορία, με σκηνές που ενίσχυσαν την αντίληψη ότι το metal μπορεί να είναι και “θεατρικό θρίλερ”.

Και φυσικά οι υπερπαραγωγές που έμειναν στην ιστορία και μέχρι σήμερα θεωρούνται μνημεία δημιουργίας του συγχρόνου οπτικοακουστικού πολιτισμού.

MICHAEL JACKSON – “Thriller” (1983) Δεν είναι ροκ, αλλά άλλαξε για πάντα την έννοια του video clip. Διάρκεια 14 λεπτά σε σκηνοθεσία John Landis. Από τότε, το video έγινε βιομηχανία, έγινε παράσταση, έγινε τέχνη.

GUNS N’ ROSES – “November rain” (αν και το 1992). Επικό, πανάκριβο, δραματικό σαν μια αρχαία τραγωδία  με λίγα λόγια τόσο συγκλονιστικό το video όσο το ίδιο το τραγούδι και το solo το Slash μπροστά στην ερημική εκκλησία. Το απόλυτο rock video των early ‘90s.

Βέβαια για να λέμε και όλη την αλήθεια, δεν ήταν μόνο το MTV που επέδρασσε τόσο καταλυτικά, υπήρχαν και άλλοι παράγοντες των οποίων η επίδραση λειτούργησε για κάποιες μπάντες αρνητικά.  Αν και ανέφερα παραπάνω κάποια πράγματα, ας κάνουμε μια ανακεφαλαίωση:

More pressure to come

Πίεση από τις νέες μπάντες

N.W.OB.H.M και εκατοντάδες νέα συγκροτήματα που βρίσκονταν στα garage των μεγαλουπόλεων περίμεναν υπομονετικά την σειρά τους, να κάνουν τα demo τους, να ανέβουν στην σκηνή, να βγάλουν άλμπουμ. Αυτό το τεράστιο κύμα νέων μουσικών με όραμα, ιδέες και νέα ορμή και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, δημιούργησε σίγουρα μια πίεση στους πιο παλιούς και εδραιωμένους μουσικούς.

Source: Spotify

Καινούργια musical trends:

Στα 80s νέες μουσικές τάσεις εμφανίστηκαν (synth-pop, new wave, φυσικά το λεγόμενο hair metal, η τρομακτική άνοδος του AOR), τάσεις που έβαλαν στην άκρη τον παραδοσιακό pop και rock ήχο των 70s, αλλά και την συναφή κουλτούρα του.

Αλλαγές στις συνθέσεις και έντονες εσωτερικές συγκρούσεις:

Πολλά συγκροτήματα αντιμετώπισαν το δίλημμα της προσαρμογής, με τεράστιο εσωτερικό κόστος και εάν προσθέσει κανείς και την πνευματική κούραση που έφερναν μαζί τους, από μια άκρως ανταγωνιστική δεκαετία, πολλές κυκλοφορίες και τις δεκάδες περιοδείες, τότε κάποια στιγμή οι εσωτερικές εκρήξεις ήταν αναπόφευκτες. Αποτέλεσμα οι αλλαγές στην σύνθεση που είχαν μεγάλο αντίκτυπο στις ισορροπίες του εκάστοτε σχήματος.

Solo καριέρα:

Μακριά από το μαντρί σε τρώνε οι λύκοι, λέει ο σοφός λαός. Πολλοί καλλιτέχνες πίστεψαν ότι θα μπορούσαν να ακολουθήσουν εξίσου πετυχημένη καριέρα και εκτός των συγκροτημάτων που τους ανέδειξαν. Δεν είναι τόσο απλό όμως το κόλπο.  Άπειρα τα παραδείγματα, και λίγοι αυτοί που το κατάφεραν όπως ο Ozzy, o Gary Moore, o Robert Plant ή ο Ronnie James Dio. Παραδείγματα σκληρής πραγματικότητας  ήταν ο αγαπημένος μας Freddie Mercury, ο David Gilmour, Pete Townshend, Phil Lynott, Paul Rodgers, Lou Gramm, Ken Hensley, Roger Daltrey, ακόμα και η Αυτού Μεγαλειότητα κος Jimmy Page  κ.α.

..and money makes the world go ‘round!

Και last but not least που λένε και στο χωριό μου, η απίστευτη πίεση από την μουσική βιομηχανία. Οι πωλήσεις περνούσαν σε νέα επίπεδα, η εμπορικότητα ήταν πλέον το κριτήριο, τα νούμερα, τα charts, το airplay ήταν αυτά που καθόριζαν την ζωή ή τον θάνατο μιας μπάντας και των συμβολαίων της. Και ήταν πραγματικά δύσκολο για κάποιες μπάντες που είχαν μάθει διαφορετικά να επιβιώσουν, να προσαρμοστούν ή να συνεχίσουν να πουλάνε με τους ίδιους ρυθμούς. Ή το πιο φυσιολογικό να συνεχίσουν να έχουν τα ίδια επίπεδα έμπνευσης.

Μια νέα πραγματικότητα λοιπόν…

Σε αυτή την νέα πραγματικότητα έπρεπε να προσαρμοστούν και οι μπάντες των 70s οι οποίες δεν είχαν κατά νου την αποχώρηση και την απόσυρση. Αλλά για πολλούς τα πράγματα θα ήταν ζόρικα. Στο αφιέρωμα αυτό θυμόμαστε τους μεγάλους των 70s που μπήκαν στα 80s με φόρα, αλλά χωρίς κατεύθυνση — και τελικά δεν κατάφεραν να επιβιώσουν ή να βρουν επιτυχία  σε μια δεκαετία που δεν συγχωρούσε τη στασιμότητα, την καλλιτεχνική εμμονή ή την αδυναμία στο marketing. Πριν όμως πάμε να δούμε μερικά παραδείγματα από συγκροτήματα που απέτυχαν στα 80s, θα ήθελα να τονίσω κάτι.

Σε πολλές των περιπτώσεων, υπάρχουν μπάντες στις οποίες η χρυσή δεκαετία τους φέρθηκε βάναυσα, και τα 90s να τους έβαλαν και αυτά στην άκρη, αλλά θα ξαναέβρισκαν στιγμές δόξας, δεύτερης καριέρας και αναγνώρισης  αργότερα, με την νέα χιλιετία και διάφορα reunion. Αυτό έδειξε ότι η βάση των παλιών τους οπαδών όχι μόνο δεν τους ξέχασε ποτέ, αλλά και πως ανά τα χρόνια μπορεί η μουσική τους να μην ακούγονταν πλέον, αλλά ένα ολόκληρο κοινό παλαιών και νέων οπαδών ήταν εκεί, κάπου κρυμμένο, αλλά έτοιμο να τους δώσει ζωή ξανά και μια δεύτερη (και τρίτη…) καριέρα.

Δημήτρης Σειρηνάκης

Το Β μέρος έρχεται με τις μπάντες και την αμφισβήτηση!

Πέθανε ο “Space Ace” Frehley, ο θρυλικός κιθαρίστας των KISS…

0
Ace Frehley

Ace Frehley

Ο αυθεντικός κιθαρίστας των KISS, Ace Frehley, πέθανε σε ηλικία 74 ετών. Η είδηση του θανάτου του έρχεται μόλις λίγες ώρες αφότου το TMZ.com ανέφερε ότι ο μουσικός νοσηλευόταν σε μηχανική υποστήριξη, ύστερα από αιμορραγία στον εγκέφαλο που υπέστη μετά από πτώση στο στούντιό του πριν από μερικές εβδομάδες.

Η οικογένεια του Frehley εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση στο Variety:
«Είμαστε συντετριμμένοι και απαρηγόρητοι. Στις τελευταίες του στιγμές, είχαμε την τύχη να τον περιτριγυρίσουμε με λόγια, σκέψεις και προσευχές γεμάτες αγάπη, φροντίδα και γαλήνη καθώς έφευγε από αυτόν τον κόσμο. Θα φυλάξουμε για πάντα τις πιο όμορφες αναμνήσεις του, το γέλιο του, και θα γιορτάζουμε τη δύναμη και την καλοσύνη που χάρισε στους άλλους. Το μέγεθος της απώλειάς του είναι τεράστιο, πέρα από κάθε κατανόηση. Αναλογιζόμενοι όλα τα απίστευτα επιτεύγματα της ζωής του, η μνήμη του Ace θα συνεχίσει να ζει για πάντα!»

Νωρίτερα μέσα στον μήνα, ο Frehley είχε ακυρώσει το υπόλοιπο της προγραμματισμένης περιοδείας του για το 2025, επικαλούμενος αδιευκρίνιστα «ιατρικά προβλήματα».

Ο θρυλικός ρόκερ είχε ανακοινώσει την ακύρωση δύο εβδομάδες αφότου είχε αποσυρθεί από τη συμμετοχή του στη Διεθνή Έκθεση Antelope Valley στο Λάνκαστερ της Καλιφόρνια, έπειτα από ελαφρύ τραυματισμό που υπέστη σε πτώση στο σπίτι του.

Όταν ανακοινώθηκε αρχικά η ακύρωση της εμφάνισής του, είχε γίνει γνωστό ότι ο Frehley είχε «πέσει ελαφρά στο στούντιό του, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί στο νοσοκομείο». Αργότερα, ο γιατρός του τού συνέστησε να αποφύγει τα ταξίδια, ώστε να αναρρώσει πλήρως από τα τραύματά του.

Ο Ace Frehley, υπήρξε ιδρυτικό μέλος, lead κιθαρίστας των KISS και σε αρκετές περιπτώσεις είχε αναλάβει και τα φωνητικά ιδιαίτερα σε τραγούδια που είχε συνθέσει εκείνος, έχοντας την περσόνα του The Spaceman (Space Ace) κι έπαιξε στο σχήμα από το 1973 μέχρι το 1982, οπότε αι αποχώρησε για πρώτη φορά, δημιουργώντας τους FREHLEY’S COMET. Επέστρεψε στους KISS το 1996 και μετά από μία επιτυχημένη reunion περιοδεία, ξαναέφυγε το 2002.

Εκτός από το χαρακτηριστικό του παίξιμο που επηρέασε αμέτρητους σημερινούς guitar heroes, έμεινε στην ιστορία για τις κιθάρες του με τα special effects, ενώ μπήκε στο Rock and Roll Hall of Fame το 2014 ως μέλος των KISS.

Photo: Jayme Thornton

 

 

Γκρουπ που κάναμε μαύρα μάτια να δούμε δίσκο τους – Rock Hard – The Pod S04E01

0
Pod

Pod

Ο Σάκης Φράγκος, ξεκινά τον τέταρτο κύκλο του Rock Hard – The Pod και στο πρώτο επεισόδιο μας μιλά για δίσκους από συγκροτήματα που επέστρεψαν μετά από πάρα πολλά χρόνια απουσίας. Στο πρώτο μέρος, ασχολούμαστε με τις περιπτώσεις των: CORONER, GUNS N’ ROSES, CONCEPTION, CARCASS, WATCHTOWER, ACCEPT, AT THE GATES, KING DIAMOND, FAITH NO MORE κι έπονται πολλά ακόμη!!!
Ελάτε μαζί μας, στον τέταρτο χρόνο του Rock Hard – The Pod, γραφτείτε στο κανάλι μας και θα έρθουν πολλές ακόμα μεταλλικές ιστορίες.

 

A day to remember… 16/10 [POSSESSED]

0
Possessed

Possessed

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: ”Seven churches” – POSSESSED
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΙΑ: Combat Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Randy Burns
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, μπάσο – Jeff Becerra
Κιθάρες – Mike Torrao, Larry LaLonde
Τύμπανα – Mike Sus

Σοκ και δέος! Αυτό νιώθω ακόμα και τώρα, ακούγοντας το “Seven churches” των θρυλικών POSSESSED, και ας έχουν περάσει 40 ολόκληρα χρόνια από την κυκλοφορία του! Ένας δίσκος ασύλληπτος σε έμπνευση αλλά και με τόσο μεγάλη επίδραση και επιρροή στον ακραίο ήχο που ούτε καν οι ίδιοι οι POSSESSED φαντάστηκαν το μέγεθος του αντίκτυπου που θα είχε αυτό το άλμπουμ. Με αφορμή λοιπόν, την επέτειο της κυκλοφορίας αυτού του σπουδαίου δίσκου, πάμε να θυμηθούμε μερικά πραγματάκια, και πιστέψτε με, έχουμε να πούμε πολλά! Βάλτε τον δίσκο να παίζει ΔΥΝΑΤΑ και ξεκινάμε…

Τα πρώτα ψήγματα της μπάντας δημιουργούνται στο Σαν Φρανσίσκο, όπου δυο πιτσιρικάδες, οι Mike Torrao (κιθάρες) και Mike Sus (τύμπανα) επηρεασμένοι από την ολοένα και ανερχόμενη thrash σκηνή της περιοχής, πλαισιωμένοι από τους Barry Fisk στα φωνητικά και τον Jeff Andrews (πρώην EXODUS, μπορείτε να τον ακούσετε στα δυο πρώτα demos της μπάντας) στο μπάσο, δημιουργούν μια μπάντα με το όνομα POSSESSED και ξεκινούν σαν cover band, κυρίως στους JUDAS PRIEST. Ενώ ήδη έχουν αρχίσει να συνθέτουν μουσική, συμβαίνει το απρόοπτο. Η κοπέλα του Fisk διαλύει τον αρραβώνα τους και δυστυχώς αυτός το πήρε λίγο πιο βαριά από ό,τι έπρεπε. Πηγαίνει λοιπόν μπροστά στο σπίτι της με ένα περίστροφο και αυτοκτονεί. Ο Andrews ύστερα από αυτό αποφασίζει να αποχωρήσει άμεσα από τη μπάντα. Το πρώτο lineup των POSSESSED τελειώνει πριν καλά-καλά αρχίσει…

Περίπου εκείνη την εποχή, στην ίδια περιοχή, υπήρχε μια μπάντα με το όνομα BLIZZARD. Οι BLIZZARD έπαιζαν καθαρόαιμο thrash, επηρεασμένο από τους METALLICA και τους EXODUS. Τα τέσσερα μέλη της μπάντας ήταν συμμαθητές στην τελευταία τάξη του γυμνασίου. Δυο εξ αυτών ήταν ο Larry LaLonde στις κιθάρες και ο Jeff Becerra στα φωνητικά και στο μπάσο. Μια μέρα οι Torrao και Sus προσεγγίζουν τον Becerra στο σχολείο και του ζητούν να κάνει ένα δυο πρόβες μαζί τους ενώ έχουν ήδη αναθέσει τη δεύτερη κιθάρα στον Brian Montana. Η μπάντα «κουμπώνει» με τον Becerra και κάπως έτσι σχηματίζεται το δεύτερο lineup των POSSESSED. Προβάρουν ασταμάτητα και δίνουν κάποια live σε τοπικές σκηνές. Παράλληλα συνθέτουν κομμάτια και το 1984 κυκλοφορούν το πρώτο τους demo, με τίτλο το όνομα που θα έπαιρνε μετά από μερικά χρόνια μια ολόκληρη μουσική σκηνή. Τίτλος αυτού “Death metal”.

To demo παρουσιάζει μέσα από τα τρία κομμάτια του (“Death metal”, “Evil warriors” και “Burning in Hell”) μια μπάντα η οποία ξέφευγε από τα τετριμμένα.  Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι  σύμφωνα με τον Becerra, o ίδιος έγραψε τους στίχους του “Burning in Hell”όταν ήταν μόλις 11 ετών! Οι ταχύτητες ήταν φυσικά υψηλότατες αλλά η ατμόσφαιρα που δημιουργούσε ήταν διαφορετική από τις υπόλοιπες thrash μπάντες. To demo δημιουργεί αίσθηση στην underground σκηνή και τους δίνει τη δυνατότητα να παίξουν ως support στους METALLICA και τους EXODUS. Οι EXODUS μάλιστα, ήταν αυτοί που έδωσαν το demo στον Brian Slagel, ιδιοκτήτη της Metal Blade. O Slagel εντυπωσιάζεται με αυτό που ακούει και προσφέρει στην μπάντα μια θέση στη νέα συλλογή της περίφημης σειράς Metal Massacre. Η μπάντα όπως είναι φυσικό, δέχεται, και λίγο αργότερα κυκλοφορεί η συλλογή “Metal Massacre 6” όπου οι POSSESSED συμμετέχουν με το κομμάτι “Swing of the axe”.

Κάπου εκεί άρχισαν και οι ανησυχίες για τον Brian Montana. Προβλήματα συνεργασίας με τον Torrao και η έλλειψη διάθεσης του Montana να συμμετάσχει πιο ενεργά στις δραστηριότητες της μπάντας, οδήγησαν στην άμεση απομάκρυνση του. Τότε ήταν που ο Becerra πρότεινε για αντικαταστάτη του Montana τον Larry LaLonde, φίλο του και παλιό του συνάδελφο στους BLIZZARD. Στην αρχή οι Torrao και Sus ήταν αρνητικοί και μάλιστα πρόβαλλαν και σαν δικαιολογία το νεαρό της ηλικίας του LaLonde, αν και είχε την ίδια ηλικία με τον Becerra. O Becerra τους πείθει να τον δοκιμάσουν, και πραγματικά ο LaLonde όχι μόνο γίνεται μέλος της μπάντας αλλά ηχογραφούν και άλλο ένα demo με 3 κομμάτια, με τα γνωστά ήδη “Swing of the axe” και “Death metal” και το καινούργιο “Fallen angel”.

Το demo, όπως και η συμμετοχή τους στη συλλογή “Metal Massacre 6 “ προσελκύουν την Combat Records που τους προσφέρει το πολυπόθητο συμβόλαιο. Το πρόβλημα ήταν ότι χρειάζονταν έναν manager για να τους εκπροσωπεί. Και κάπου εκεί, εμφανίζεται σαν από μηχανής θεός η Debbie Abono.

H Debbie Abono είχε μια διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία καθώς ήταν εγγονή του ιδρυτή της Mechanics Bank και μάλιστα για ένα διάστημα είχε διατελέσει και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Τώρα πώς μια κυρία με το κοινωνικό στάτους της Abono βρέθηκε μπλεγμένη με τους POSSESSED… Μια από της κόρες της έβγαινε με τον Larry LaLonde και κατά συνέπεια γνωρίστηκε και με τη μπάντα. Αφού την έπεισαν να τους μανατζάρει με το επιχείρημα ότι το μόνο που θα έπρεπε να κάνει αυτή είναι να τους κλείνει συναυλίες, έφτασαν στο σημείο να προβάρουν ακόμα και στο σπίτι της. Σύμφωνα με πολλούς η Abono δεν είχε ιδέα για την σατανιστική θεματολογία των στίχων τους και μόλις τους διάβασε ένιωσε βαθιά προσβεβλημένη, παρόλα αυτά, συνέχισε να μανατζάρει τη μπάντα. Ο μοναδικός όρος που έθεσε ήταν ότι ο LaLonde και ο Becerra θα έπρεπε οπωσδήποτε να τελειώσουν το Γυμνάσιο.

Αφού τακτοποιήθηκαν τα διαδικαστικά, ήρθε η ώρα για την ηχογράφηση του πρώτου άλμπουμ και ενώ είχε προηγηθεί άλλη μια συμμετοχή σε συλλογή, αυτή τη φορά στην συλλογή “Speed Kills” με το κομμάτι “Pentagram”. Το ντεμπούτο άλμπουμ κυκλοφορεί τον Οκτώβριο του 1985 και φέρει τον τίτλο “Seven churches”. Με παραγωγό τον Randy Burns, το “Seven churches” ηχογραφήθηκε στις διακοπές του Πάσχα της ίδιας χρονιάς, καθώς ήταν η μοναδική περίοδος που είχαν αρκετό ελεύθερο χρόνο, λόγω σχολείου.

Για τους αμύητους το “Seven churches” σκάει σαν βόμβα. Από το intro του “The exorcist” που ανοίγει το άλμπουμ, μέχρι τον τελευταίο βρυχηθμό του Becerra στο “Death metal” στον επίλογο, το “Seven churches” αποτελεί ένα ταξίδι στη φαντασία και στον τρόμο, ένα άλμπουμ που στέκει αγέρωχο στο πέρασμα του χρόνου. Οι επιρροές από EXODUS και VENOM (οι δυο μεγαλύτερες επιρροές της μπάντας, κατά τους ίδιους) είναι εμφανέστατες μόνο που εδώ έχουμε να προσθέσουμε τις υπερηχητικές ταχύτητες, το δαιμονισμένο παίξιμο του Mike Sus στα τύμπανα, τα riffs των Torrao / LaLonde που θερίζουν σαν πριονοκορδέλα και τον Becerra να ουρλιάζει σαν να ξεσκίζει το λαρύγγι του. Οι φωτογραφίες της μπάντας στο οπισθόφυλλο, με τα δερμάτινα, τις πεντάλφες, τα καρφιά και τους ανάποδους σταυρούς , ενισχύουν τη σχετική θεματολογία στους στίχους… οι πρώτοι σπόροι για το death metal έχουν ήδη σπαρθεί….

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που αφορά το εξώφυλλο του “Seven churches” είναι ότι το πρωτότυπο εξώφυλλο απεικόνιζε μια Σατανιστική Εκκλησία με πεντάλφες στα παράθυρα, μια καλόγρια κρεμασμένη σε ένα δέντρο και τα ονόματα των μελών της μπάντας σε ταφόπλακες μπροστά στην Εκκλησία. Τελικά προτιμήθηκε το απλό, λιτό εξώφυλλο που γνωρίζουμε όλοι.

Όλες οι συνθέσεις θεωρούνται πλέον κλασικές, και η κάθε μία έχει γράψει με το δικό της τρόπο τη δική της κολασμένη ιστορία. Και αυτά τα riffs… διάολε, βουτηγμένα μέσα στην παράνοια! Ρωτήστε και τους MORBID ANGEL και θα σας πουν περισσότερα.  Αξίζει φυσικά να αναφέρουμε και την απίστευτη παραγωγή του Randy Burns που έδωσε έναν επιπλέον όγκο στις ήδη στιβαρές συνθέσεις.

Στα πλαίσια της προώθησης του “Seven churches” οι POSSESSED συμμετέχουν στο WWIII Weekend Festival στο Μόντρεαλ του Καναδά μαζί με μπάντες όπως οι CELTIC FROST, οι DESTRUCTION και οι VOIVOD ενώ οργώνουν κυριολεκτικά τις Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με τους SLAYER και τους VENOM…. Η ιστορία είχε ήδη αρχίσει να γράφεται…

Ακόμα και ο πιο αδαής οφείλει να αναγνωρίσει ότι το “Seven churches” δεν είναι ένα απλό thrash metal άλμπουμ. Ποτέ δεν ήταν, ποτέ δεν θα είναι! Είναι ο δίσκος που επηρέασε άπειρες μπάντες που ακόμη και σήμερα πίνουν νερό στο όνομα του. Υποψήφιο φυσικά για “νονός” της ορολογίας “Death metal”, μαζί με τους ONSLAUGHT. Ναι, είναι καθαρόαιμο thrash, που όμως, σύμφωνα και με τον Chuck, ουσιαστικά είναι το πρώτο death metal άλμπουμ. Για να το θέσω πιο απλά, οι POSSESSED είναι για το death metal, ό,τι είναι οι VENOM για το black. Ναι, τόσο πρωτοποριακός! Και μπορεί να κυκλοφορήσαν αργότερα δίσκοι ενδεχομένως πιο βίαιοι, την ακρότητα, την επιθετικότητα και την ατμόσφαιρα του “Seven churches” ελάχιστοι κατάφεραν να την προσεγγίσουν. Δίσκος που έχει αναγραφεί με πυρακτωμένα γράμματα στη Βίβλο των πιο ακραίων δίσκων όλων των εποχών.

Death Metal came in the wind….

Θοδωρής Κλώνης

A day to remember… 16/10 [SAXON]

0
Saxon

Saxon

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Battering Ram” – SAXON 
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2015
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: UDR
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Andy Sneap
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ: 
Φωνητικά – Biff Byford
Κιθάρες – Paul Quinn, Doug Scaratt
Μπάσο – Nibbs Carter
Drums – Nigel Glocker

Οι SAXON είναι ένα από αυτά τα συγκροτήματα που αν σου αρέσει η μουσική τους, ξέρεις από πριν τι να περιμένεις από την κάθε καινούργια δισκογραφική τους κίνηση. Η συνέπεια που έχουν στο να κυκλοφορούν άλμπουμ, αλλά κυρίως η συνεχής δημιουργία τραγουδιών που είναι άκρως προσιτά και αρεστά στον ακροατή, έχουν κάνει τον καθένα, να βρίσκει πάντα αυτό/αυτά που του ερεθίσουν τις αισθήσεις. Δεν νομίζω ότι υπάρχει κάποιος που δηλώνει οπαδός και δεν απολαμβάνει την κάθε δουλειά τους.

Δέκα χρόνια πριν, η εικοστή πρώτη κυκλοφορία τους “Battering Ram” πήρε την σκυτάλη από το, επίσης πολύ καλό “Sacrifice”, επιβεβαιώνοντας και τα παραπάνω αλλά και πολλούς από τους λόγους που οι SAXON θα είναι για πάντα ένα τόσο αναγνωρίσιμο συγκροτήματα στη heavy metal μουσική. Ακολουθώντας την συνταγή που είχαν όλες οι πιο πρόσφατες τότε προηγούμενες δουλειές τους, δεν απομακρύνθηκαν ούτε χιλιοστό από τον ήχο και το στυλ που είχαν συνηθίσει το κοινό και σαφώς δεν θέλησαν να προσφέρουν ηχητικές καινοτομίες ή πειραματισμούς, εκπλήσσοντας, ίσως δυσάρεστα, τον ακροατή.

Για άλλο ένα δίσκο, οι SAXON έκαναν το αναμενόμενο για τους έχοντες επαφή μαζί τους. Έγραψαν τραγούδια που είχαν πληθώρα πορωτικών κιθαριστικών ριφ και solos, «κολλητικά» ρεφραίν που σου «έμεναν» άμεσα τραγουδώντας τα σε κάθε ακρόαση, ωραία τοποθετημένες μελωδίες σε όλη την διάρκεια του άλμπουμ και πολλά μέρη με άκρατο δυναμισμό και ηχητικό τσαμπουκά. Όλα εκείνα τα στοιχεία δόμησης που είχαν επιλέξει να εκφράζονται ηχητικά σε κάθε δουλειά που είχαν ήδη κυκλοφορήσει, ήταν και πάλι παρόντα προς τέρψη του ακροατή, ο οποίος λάμβανε ξεσηκωτικά τραγούδια που ήταν από mid-tempo σε πιο up-tempo ρυθμούς, ανάλογα την σειρά των τραγουδιών που είχε επιλέξει το γκρουπ να έχει το άλμπουμ. Εκτός του “To the end” που ήταν ένα κλικ πιο κάτω από τα υπόλοιπα τραγούδια, και του «ιδιαίτερου» “Kingdom of the cross”, όλα τα υπόλοιπα είχαν την ταυτότητα και το μπρίο που είχαν υιοθετήσει, τρανή απόδειξη ότι μετά από τόσα χρόνια και άλμπουμ που είχαν κυκλοφορήσει, το ταλέντο της δημιουργίας ωραίων τραγουδιών ήταν αστείρευτο. Πόσο μάλλον όταν καθένα από αυτά, είτε άρεσαν περισσότερο ή λιγότερο στον ακροατή, αποτελούσαν για ακόμα μια δισκογραφική κίνηση, ωδή στον όρο “heavy metal”.

Φυσικά σε ένα καλό άλμπουμ, η παραγωγή των τραγουδιών «παίζει» μεγάλο ρόλο. Ο πολύπειρος Andy Sneap, που την ανέλαβε, βάση τελικού αποτελέσματος, προσέγγισε την κάθε σύνθεση με σεβασμό, διατηρώντας από την μια τον παλιομοδίτικο ηχητικό χαρακτήρα του συγκροτήματος, δίνοντας όμως από την άλλη, την απαραίτητη ηχητική διαύγεια, χρησιμοποιώντας τις όποιες τεχνολογικές δυνατότητες είχε εκείνη την περίοδο, δίνοντας σίγουρα στα τραγούδια την ώθηση που τους άξιζε.

Το “Battering ram”, είναι άλλο ένα άλμπουμ των SAXON, άλλα φυσικά για ακόμα μια φορά, με την καλή έννοια. Μια δουλειά στην οποία τα μέλη του συγκροτήματος κατέθεσαν και πάλι την ψυχή τους, παραμένοντας πιστά στις μουσικές αρχές τους, λατρεύοντας τα όποια κλισέ που οι ίδιοι έχουν δημιουργήσει, κάνοντας όμως πρωτίστως, αυτό που αγαπούν. Έτσι και πάλι ο συνθετικός πήχης ήταν ψηλά, από ένα γκρουπ που σε κάθε δισκογραφική του κίνηση τιμά πάντα το όνομα και την ιστορία του, με την επιτυχία να προκύπτει αβίαστα. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι και σε αυτό το άλμπουμ δημιούργησαν τραγούδια που έχουν την τάση να ακουστούν πολύ, όντας παλαιομοδίτικα φρέσκα, από μουσικούς με περίσσιο ταλέντο που παίζουν σαν έφηβοι για μια ζωή, ικανοποιώντας στο έπακρο τον ακροατή, κάθε φορά.

Did you know that:   

– Το “Queen of hearts” αναφέρεται στην Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων

– Το “Destroyer” αναφέρεται στον αντίστοιχο χαρακτήρα της Marvel.

– Τα formats που κυκλοφόρησε το άλμπουμ ήταν σε απλό CD, σε ecolbook CD, σε βινύλιο, σε περιορισμένο box set που περιλάμβανε τα παραπάνω formats έχοντας ένα bonus CD με τίτλο “Saxon Over Sweden 2011” και σε digital audio.

– Το “The kingdom of the cross”, είναι το πιο ιδιαίτερο τραγούδι του δίσκου. Αποτελείται από πλήκτρα, μπάσο και drums. Ο David Bower των HELL, διαβάζει ένα ποίημα αφιερωμένο στους νεκρούς του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου και ο Byford τραγουδάει μόνο το refrain.

– Το “Three sheets to the wind (the drinking song)”, δεν συμπεριλήφθηκε στην έκδοση του βινυλιου αλλά μόνο στις εκδόσεις των CD. Ένα ιδιαίτερο τραγούδι που εξυμνεί ότι η heavy metal μουσική είναι ένα άκρως διασκεδαστικό μουσικό ιδίωμα.

– Το “Battering ram”, είναι το studio άλμπουμ με τις λιγότερες επίσημες εκδόσεις στην δισκογραφία του συγκροτήματος από το 2000 έχει και την ημερομηνία κυκλοφορίας του.

Θοδωρής Μηνιάτης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece