Monday, January 19, 2026




Home Blog Page 25

A day to remember… 5/10 [W.A.S.P.]

0
WASP

WASP

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ:  “Still not black enough” – W.A.S.P.
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Raw Power / Castle
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Blackie Lawless
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Blackie Lawless – φωνητικά, κιθάρες, πλήκτρα, μπάσο.
Bob Kulick – lead κιθάρα
John Shadowinds – lead κιθάρα
Frankie Banali – ντραμς

Το χαμένο βήμα των W.A.S.P.

Η περίπτωση του Blackie Lawless είναι μια περίεργη περίπτωση, μυστήριος τύπος βρε παιδί μου. Ξεπήδησε στην Αμερικάνικη σκηνή σαν σίφουνας, προκλητικός με οργή και θυμό. Με (ψεύτικα φυσικά)  αίματα, βασανιστήρια, ωμά κρέατα, αποκεφαλισμούς και όλα αυτά τα ωραία!  Αυτόνομος, ανεξάρτητος με τους W.A.S,P. να έχουν μια προσωπικότητα μοναδική και ξεχωριστή στην σκηνή των 80s και έναν επιθετικό ήχο πολύ προσωπικό.  Είναι ένα κεφάλαιο μόνος του ο άτιμος. Παρόλο που και για τους W.A.S.P. και γι’ αυτόν ο χρόνος στάθηκε σκληρός απέναντι τους, σήμερα εξακολουθεί σε ένα μεγάλο σημείο να απολαμβάνει τις δόξες του παρελθόντος έστω και εάν ουσιαστικά η μπάντα πλέον είναι το απόλυτο προσωπικό του project, παρά οτιδήποτε άλλο. Για τα προσωπικά μου γούστα, το  “Still not black enough” είναι ένα από τα καλύτερα heavy metal άλμπουμ των 90s, ένα από τα πέντε καλύτερα της μπάντας και το πιο έντονα προσωπικό του Blackie. Έχει πολύ θυμό και επιθετικότητα, πολύ οργή, αλλά και πολύ έντονο συναίσθημα μαζί με έντονη προσωπική του ένταση και έκφραση. Τα έχει όλα, αλλά εάν είχε και την παραγωγή του “The crimson Idol” τότε θα μιλούσαμε διαφορετικά. Δυστυχώς η παραγωγή του άλμπουμ ήταν και είναι φυσικά, μετριότατη με αποτέλεσμα να το αδικεί κατάφορα.

Έτσι που λέτε, το 1995 οι W.A.S.P. κυκλοφόρησαν έναν δίσκο που, έμεινε (λογικά)  στην σκιά  του αριστουργήματος “The crimson idol” το οποίο είχε κυκλοφορήσει τρία χρόνια νωρίτερα. Το “Still not black enough” είχε μεν τη λάμψη των 80s  αλλά δεν είχε τη δισκογραφική υποστήριξη που έπρεπε, εξ ου και η μάλλον κακή παραγωγή. Είναι ενδεικτικό εκείνων των χρόνων ότι ενώ το “The Crimson idol” ήταν ένα άλμπουμ σχετικά πετυχημένο εμπορικά, όχι όμως στην Αμερική αφού μόνο τα singles του γνώρισαν επιτυχία στα Billboard Charts, παρόλα αυτά το συμβόλαιο με την Parlaphone EMI χάθηκε. Έτσι για δείτε πόσο αλλάξουν τα πράγματα, το “Still not black enough” πρώτα κυκλοφόρησε Ευρώπη και Ιαπωνία (Αύγουστο και Οκτώβριο του 95)  από την Raw Power/Castle Communication και την επόμενη χρονιά, τον Αύγουστο του 1996, στην Αμερική! Ένα σχεδόν χρόνο αργότερα.

Όπως και το “The Crimson idol” έτσι και το “Still not black enough” ήταν να κυκλοφορήσουν σαν προσωπικά άλμπουμ του Blackie, αλλά για εμπορικούς ξεκάθαρα λόγους αυτό δεν έγινε ποτέ. Πρόκειται όμως για έναν από τους πιο ειλικρινείς και σκοτεινούς δίσκους της καριέρας του, έναν δίσκο όπου ο ηγέτης των W.A.S.P. άφησε στην άκρη τις ονειρώξεις και τους εφιάλτες του Jonathan και έβαλε σε πρώτο ρόλο τον ίδιο του τον εαυτό, τους προσωπικούς τους εφιάλτες,  την προσωπική του οργή, την δική του θλίψη  να ξεχειλίσουν από το κάθε αυλάκι του άλμπουμ. Tο άλμπουμ ήταν «δύσκολο» και αντιεμπορικό, αλλά είναι γεμάτο με τραγούδια που κουβαλούν το βάρος της ψυχής του Blackie, ίσως πιο δυνατά από οποιοδήποτε άλλο.

Η κυκλοφορία του,  η αλήθεια είναι, πως ανάλογα με την έκδοσή του, ποικίλει στο τι τραγούδια περιέχει και αυτό είναι αρνητικό. Άλλα τραγούδια στην Ευρώπη, επιπλέον τραγούδια στην Ιαπωνία και ακόμα μερικά στην Αμερικάνικη έκδοση. Κουραστικό ρε φίλε… Τέλος πάντων.. Εγώ είχα αγοράσει την Ευρωπαϊκή έκδοση φυσικά και με αυτή πορεύομαι τριάντα χρόνια τώρα..  Α ναι, υπάρχει και μια πειρατική έκδοση που περιέχει τα πάντα! Κάπου έλεος δηλαδή!

Πάμε και στο περιεχόμενο μιας και αυτό είναι το ρεζουμέ της όλης κατάστασης! Κοιτάχτε να δείτε, όταν έχετε ένα άλμπουμ που ξεκινά με τα “Still not black enough”, “Black forever” και “Scared to death” δηλαδή τρεις ύμνους, το άλμπουμ είναι καλό. Τέρμα και τελείωσε! Τα δυο πρώτα είναι W.A.S.P. δυναμίτες με τον ήχο της μετά “Headless children”/ “The crimson idol”  εποχής, και το τρίτο, για πρώτη φορά παρακαλώ, ακούμε  γυναικεία δεύτερα φωνητικά. Απλά σου σηκώνει την τρίχα και ανεβάζει ακόμα πιο πολύ το επίπεδο! Πόσο τρομακτική ερμηνεία και εδώ από τον Blackie! Μετά έχουμε το συγκλονιστικά οργισμένο “Goodbye America”, (ηχητικά μοιάζει με αδερφάκι του “Chainsaw Charlie”) το οποίο για κάποιο λόγο ακόμα και σήμερα ακούγεται τόσο επίκαιρο! Σε κάποιες εκδόσεις ενδιάμεσα υπάρχει το επίσης πολύ δυναμικό “Skinwalker” και αυτό εκφραστικό και θυμωμένο! Η διασκευή στο “Somebody to l love” των JEFFERSON AIRPLANE, είναι ωραία και δείχνει τις ρίζες του Blackie αλλά δεν την έχει ανάγκη το άλμπουμ καθώς δε του προσθέτει κάτι κατά την ταπεινή μου άποψη.

Το άλμπουμ έχει και δυο πολύ όμορφες μπαλάντες τα “Keep holding on” και “Breathe”, με τις ρίζες τους σαφώς στα “Forever free” και “Hold on to my heart” αλλά όλοι ξέρουμε ότι συχνά πυκνά ο αγαπημένος μας Blackie με χάρη αντιγράφει τον εαυτό του! Έτσι δεν είναι; Η ερμηνεία του όμως είναι κατ’ εμέ ανεπανάληπτη και εδώ. Μέσα από την ψυχή του!  Συνεχίζουμε με Chuck Berry! “Rock n roll to death” (το έχουμε ξανακούσει στο “First blood…Last cuts”, ξεκάθαρο rock n’ roll όπως τα “Blind in Texas” και “Wild child”. Για να φτάσουμε στο πιο αδικημένο ever τραγούδι των W.A.S.P. Κανονική ψυχοθεραπεία στο κατασκόταδο του “I can’t”. Μια δημόσια εξομολόγηση του Blackie; Ποιος ξέρει… Το άλμπουμ θα κλείσει με το εκφραστικό και πολύ δυναμικό “No way out of here”, όχι όμως κάτι ιδιαίτερο.. Από εκεί και πέρα ανάλογα την έκδοση που θα σας λάχει αλλού υπάρχει η διασκευή στους QUEEN με το “Tie your mother down”, ακόμα μια διασκευή στο “Whole lotta Rosie” των  AC/DC. Για να σας ζαλίσω λίγο ακόμα, στην Αμερικάνικη έκδοση ακούμε και ακόμα ένα τραγούδι το “One tribe”, οκ ενδιαφέρον, αλλά δεν έδινα λεφτά για να το έχω και αυτό.

Σήμερα το “Still not black enough” αποκαλείται, μάλλον άδικα, «το χαμένο αδερφάκι του “The crimson idol”, και ναι, είναι ένα cult classic που δείχνει τον Blackie πιο ανθρώπινο και αληθινό από ποτέ, γεφυρώνοντας το θεατρικό μεγαλείο του “The crimson Idol”, με την  με την ωμή σκληρότητα του πολύ αμφιλεγόμενου  “Kill.Fuck.Die.” που ακολούθησε. Αν είχε καλύτερη παραγωγή ρε φίλε…

Δημήτρης Σειρηνάκης

A day to remember… 4/10 [SOULFLY]

0
Soulfly

Soulfly

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Dark ages” – SOULFLY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: Roadrunner
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Max Cavalera
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Max Cavalera – φωνητικά, 4-string κιθάρα, berimbau, sitar, didgeridoo
Marc Rizzo – lead κιθάρα, flamenco κιθάρα
Bobby Burns – μπάσο
Joe Nunez – ντραμς

2005 και ο Max Cavalera, ήταν ακόμα σε σπουδαία φόρμα μετά και το πολύ καλό “Prophecy” της προηγούμενης χρονιάς. Τότε, δηλαδή, που μπορούσε να κυκλοφορεί κάθε χρόνο καλούς δίσκους και είχε την απαιτούμενη έμπνευση, διότι λίγα χρόνια μετά, δημιούργησε νέα project ανέβασε τον πήχη και η έμπνευση πήγε περίπατο…

Όπως φανερώνει και ο τίτλος, πρόκειται για έναν σκοτεινό δίσκο, που κυρίως οφειλόταν όχι μόνο στον θάνατο του Dimebag Darrell τον προηγούμενο χρόνο, με τον οποίο ήταν πολύ καλοί φίλοι, αλλά και τον χαμό του μόλις οχτώ μηνών εγγονού του, Moses. Εμένα όμως, μου αρέσει πολύ κυρίως για το ότι σε πολλά τραγούδια, νιώθω το πνεύμα των κλασικών και αγαπημένων δίσκων των SEPULTURA, όπως το “Arise”.

Και δεν είναι μόνο το “Arise again”, που και μόνο λόγω τίτλου, σε ταξιδεύει στα χρυσά χρόνια των SEPS, αλλά και κορυφαία τραγούδια όπως το “Carved inside”, το “Frontlines” και το “Babylon”. Εννοείται ότι υπάρχουν οι κλασικές hardcorίλες του Max, όπως το «σφηνάκι» “Molotov”, στο οποίο μάλιστα, κάνει φωνητικά ο Billy Milano των S.O.D. Έχει την πλάκα του, βέβαια, ότι τα ηχογράφησαν από το τηλέφωνο. Πόσο πιο old school πια;

Φυσικά και οι tribal στιγμές είναι παρούσες σε πάρα πολλά σημεία, διάσπαρτα στο άλμπουμ, κάτι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό για τους SOULFLY από την αρχή της καριέρας τους, μάλλον trademark θα το χαρακτήριζα. Το “Dark ages” ηχογραφήθηκε σε πέντε διαφορετικές χώρες (Σερβία, Τουρκία, Ρωσία, Γαλλία και ΗΠΑ), με πλειάδα γνωστών και αγνώστων καλεσμένων, κατά την επίσης προσφιλή συνήθεια του Cavalera, ιδιαίτερα εκείνα τα χρόνια.

Πρέπει να πω, πάντως, ότι όπως σχεδόν κάθε δίσκος με 16 τραγούδια, έτσι και το “Dark ages”, κάπου «ξεχειλώνει», ιδιαίτερα προς το τέλος με τα πιο πειραματικά σημεία, όπως το τελείωμα του “Staystrong” που παρατραβάει αλλά και το instrumental “Soulfly V”, που κλείνει τον δίσκο κι έχει και hidden track (άντε να το κάνεις πλέον αυτό στην ψηφιακή εποχή), οι συσσωρευμένες καλές στιγμές στο ξεκίνημα όμως, μας αφήνουν μόνο με θετικές εντυπώσεις.

Did you know that:

  • Στην ελληνική έκδοση του CD, η τότε εταιρία διανομής του δίσκου στην Ελλάδα, FM Records, είχε προσθέσει στην jewel case έκδοσή του, μία πένα από το επετειακό project της εταιρίας τους, το Roadrunner United, κάνοντάς την σχετικά συλλεκτική.

Σάκης Φράγκος

A day to remember… 3/10 [DEFTONES]

0
Deftones

Deftones

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ – “Adrenaline” – DEFTONES
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ – Maverick Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – Terry Date / DEFTONES
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Chino Moreno
Κιθάρες – Stephen Carpenter
Μπάσο – Chi Cheng
Τύμπανα – Abe Cunningham

Τα μέλη των DEFTONES έπαιζαν μαζί από πιτσιρικάδες, επηρεασμένοι από την thrash metal σκηνή και το hardcore/punk των ’80s, καθώς και από αρκετά μουσικά ρεύματα εκτός του ακραίου ήχου, όπως το new wave, το hip-hop, τη reggae κ.α. Έχοντας έντονη συναυλιακή δραστηριότητα χωρίς ακόμα κάποια επίσημη δισκογραφική δουλειά, άρχισαν να εμφανίζονται εκτός του Sacramento που αποτελούσε τη βάση τους, σε πόλεις όπως το Los Angeles και το San Francisco, μαζί με συγκροτήματα όπως οι KORN, οι οποίοι έκαναν κι αυτοί τότε τα πρώτα τους βήματα. Παράλληλα, πραγματοποίησαν περιοδεία με μία από τις μεγαλύτερες τους επιρροές, τους BAD BRAINS, καθώς και με τους MONSTER MAGNET.

Σε ένα από αυτά τα live, τους εντόπισαν στελέχη της Maverick Records, νεοσύστατης τότε εταιρείας με τη Madonna ως μία από τις ιδρύτριες και τους υπέγραψαν. Ο ίδιος ο Terry Date, παραγωγός με μακρά πορεία στη metal σκηνή και συνεργασίες με συγκροτήματα όπως οι PANTERA, PRONG και SOUNDGARDEN, ανέφερε ότι το τηλεφώνημα για να γνωρίσει τους DEFTONES προήλθε από τον Guy Oseary (μετέπειτα μάνατζερ των U2), ο οποίος του είπε απλώς: «Έλα αύριο να τους δεις στην πρόβα» κι έτσι ξεκίνησε η συνεργασία τους.

Οι DEFTONES μπήκαν στα Bad Animal Studios στο Seattle με τον Terry Date στην παραγωγή και ηχογράφησαν σχεδόν εξολοκλήρου live τα τραγούδια που έπαιζαν ήδη στις συναυλίες τους. Ο Date αργότερα χαρακτήρισε το “Adrenaline” ως έναν δίσκο μετάβασης, από τον ωμό, straight thrash metal ήχο με punk επιρροές, σε ένα ύφος που συνδύαζε πλέον στοιχεία από hip-hop αλλά και πιο εσωτερικές, συναισθηματικές αποχρώσεις. Ο ίδιος παραδέχεται ότι δεν πέτυχε τότε τον low-end ήχο που επιθυμούσαν, κάτι που κατάφερε καλύτερα στον επόμενο δίσκο τους, “Around the Fur”.

Οι επιρροές από συγκροτήματα της εποχής όπως οι HELMET, PANTERA και SMASHING PUMPKINS είναι εμφανείς, ενώ το nu-metal δεν είχε ακόμα εδραιωθεί ως το απόλυτο νέο ρεύμα. Παρόλα αυτά, η αίσθηση παρακμής, απομόνωσης και μηδενισμού που εξέπεμπαν μουσικά και κυρίως στιχουργικά οι DEFTONES με το “Adrenaline” κατέστησε τον δίσκο, μαζί με το ομώνυμο ντεμπούτο των KORN, μία από τις πιο επιδραστικές κυκλοφορίες του ιδιώματος. Αν και οι DEFTONES κινήθηκαν γρήγορα σε διαφορετικά καλλιτεχνικά μονοπάτια, αυτή η πρώτη τους δουλειά έθεσε τις βάσεις για έναν ήχο που επηρέασε δεκάδες συγκροτήματα στη συνέχεια.

Τα μέλη των DEFTONES ήταν πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, όπως και οι επιρροές που έφερναν. Οι heavy κιθάρες προέρχονταν από το metal background του Stephen Carpenter, τα τύμπανα του Abe Cunningham είχαν φοβερό groove, οι μπασογραμμές του Chi Cheng έφερναν μία πιο chill διάθεση, ενώ ο Chino Moreno ακουγόταν τη μία στιγμή εύθραυστος και την επόμενη να ουρλιάζει γεμάτος απόγνωση. Σύμφωνα με τον Terry Date, ένα από τα πρώτα άλμπουμ που αγαπούσαν τα μέλη του συγκροτήματος στο λύκειο ήταν το “Swass” του Sir Mix-a-Lot, γεγονός που δείχνει πόσο βαθιά ριζωμένες ήταν οι hip-hop επιρροές στον ήχο τους.

Σε τραγούδια όπως το “Bored”, ο Chino ακούγεται σα να βρίσκεται κυριολεκτικά στον δικό του κόσμο, με τον Terry Date να του δίνει πλήρη ελευθερία να εκφραστεί, να μπαίνει στο τραγούδι όταν και όπως θέλει, να διαλύει το μικρόφωνο και να συνεχίζει να ηχογραφεί με αυτό. Γενικότερα, κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων υπήρχε έντονο το αίσθημα της καλλιτεχνικής ελευθερίας. Ο Moreno έχει δηλώσει ότι μεγάλο μέρος των στίχων γράφτηκε αυθόρμητα στο στούντιο, καθώς πολλά κομμάτια ξεκίνησαν από demo με ασαφείς φωνητικές γραμμές και το τελικό αποτέλεσμα περιείχε σημαντικό ποσοστό αυτοσχεδιασμού.

Ο Moreno ήταν επίσης αυτός που έφερε επιρροές από συγκροτήματα όπως οι DEPECHE MODE και THE CURE, ενώ δήλωνε έντονα επηρεασμένος και από τον H.R. των BAD BRAINS. Αυτά τα στοιχεία αναπτύχθηκαν περισσότερο στις μετέπειτα κυκλοφορίες των DEFTONES, αλλά ήδη από το “Adrenaline” υπήρχαν ψήγματα σχεδόν όλων των χαρακτηριστικών που θα αγαπήσουμε από τη μπάντα στο μέλλον.

Αυτή η πιο heavy και οργισμένη πλευρά των DEFTONES συνεχίζει να λατρεύεται από πολλούς οπαδούς, ακόμη κι αν ακούγεται άγουρη. Δεν είναι τυχαίο ότι τραγούδια όπως τα “Root”, “Engine No. 9” και φυσικά το “7 Words”, στο οποίο ο Moreno ουρλιάζει σε σημείο παραμόρφωσης εκφράζοντας την αγανάκτησή του για όλους και για όλα, παραμένουν σταθερά στο live ρεπερτόριο της μπάντας μέχρι και σήμερα.

Το “Adrenaline” κυκλοφόρησε στις 3 Οκτωβρίου 1995, με μία συσκευή αναρρόφησης που λειτουργεί ως αποσυμφορητικό για μωρά να δεσπόζει στο εξώφυλλο, προκαλώντας διάφορα σχόλια. Το άλμπουμ έφτασε στη θέση 23 του Billboard Heatseekers Chart και οι DEFTONES ξεκίνησαν ασταμάτητη περιοδεία, παίζοντας μαζί με τους LIFE OF AGONY, ANTHRAX, Ozzy Osbourne, KORN, WILL HAVEN, MAN WILL SURRENDER, HUMAN WASTE PROJECT και φυσικά στην περιοδεία με τους PANTERA και WHITE ZOMBIE.

 Did you know that:

  • Το “7 Words” των Deftones, γραμμένο από τον Chino Moreno όταν ήταν μόλις 16 ετών, είναι ένα ξέσπασμα ενάντια στην καταπίεση και την εξουσία. Στιχουργικά, εκφράζει την οργή ενός εφήβου απέναντι στην αστυνομική βία και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Ο τίτλος παραπέμπει στη φράση “you have the right to remain silent”, συμβολίζοντας την επιβολή σιωπής από τις αρχές.
  • Ο Chino Moreno επέμενε να αφήνουν πρώτα τη μουσική να «τρέξει» και να προσθέτει φωνητικά στο τέλος, σαν να συνομιλεί με τα υπόλοιπα όργανα.
  • Το τραγούδι “Teething”, παρότι δεν συμπεριλήφθηκε στο “Adrenaline”, γράφτηκε την ίδια περίοδο και εντάχθηκε στο soundtrack της ταινίας “The Crow: City of Angels”. Παράλληλα, ο Chino Moreno συμμετείχε στη διασκευή του “Wicked” του Ice Cube, που περιλήφθηκε στο άλμπουμ “Life is Peachy” των KORN το 1996.

Κώστας Αλατάς

A day to remember… 3/10 [BULLET FOR MY VALENTINE]

0
Bullet

Bullet

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The Poison” – BULLET FOR MY VALENTINE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: Visible Noise (UK) / Trustkill Records (US) / Sony BMG
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Colin Richardson
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά / κιθάρα – Matthew Tuck
Κιθάρα  – Michael “Padge” Paget
Μπάσο – Jason “Jay” James
Τύμπανα – Michael “Moose” Thomas

Το 2005 αποτέλεσε μια χρονιά-σταθμό για τη metalcore σκηνή. Ανάμεσα στις τότε ανερχόμενες μπάντες που διεκδικούσαν μια θέση στον ήλιο του εμπορικού ήχου στο διεθνές μουσικό στερέωμα, οι BULLET FOR MY VALENTINE, ξεχώρισαν με μια κυκλοφορία που σήμερα θεωρείται πλέον κλασική: το ντεμπούτο άλμπουμ τους “The Poison”. Σήμερα, ακριβώς είκοσι χρόνια αργότερα, το άλμπουμ θεωρείται τόσο από τους οπαδούς του σχήματος όσο και από τον παγκόσμιο ειδικό μουσικό τύπο ως βασικό σημείο αναφοράς του ήχου της δεκαετίας του 2000.

Δίσκος που αρχικά κυκλοφόρησε στις 3 Οκτωβρίου 2005 στη Βρετανία, αλλά για την αμερικανική κυκλοφορία του χρειάστηκαν αρκετοί μήνες ακόμα (δηλαδή ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου, στις 14/2/2006), το “The Poison” έσκασε στην αγορά προβάλλοντας με ορμή και πειστικότητα την ταυτότητα της μπάντας, συνδυάζοντας μελωδίες και επιθετικότητα, με μια «σκοτεινή» ρομαντική διάθεση και θεματικές γύρω από σχέσεις, πάθη και διαλυμένες αγάπες που έπαιζαν καθοριστικό ρόλο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε και το όνομα του σχήματος που παραπέμπει ακριβώς σε αυτό.

Από μουσικής άποψης ο δίσκος κινείται στο γνωστό -τότε νεωτερικό- υβρίδιο metalcore και heavy metal, με έντονες βέβαια και τις  επιρροές από thrash, emo και post-hardcore. Ανακατεμένες ευρωπαϊκές και αμερικάνικες επιρροές του σκληρού ήχου, που αν θέλετε να το δούμε με τα μάτια της τότε εποχής, ήταν σαν κάποιος να είχε βάλει στο μπλέντερ τον ήχο των … IN FLAMES ή AT THE GATES μαζί με πρώιμους METALLICA, MEGADETH και φυσικά IRON MAIDEN. Και σαν να μην φτάνει αυτό, να έχεις και αυτή την ιδιαίτερη συνύπαρξη εμπορικών radio friendly vocals με… κραυγές και ουρλιαχτά. Στις κιθάρες οι  Michael Paget και Matt Tuck δίνουν πόνο με μεγάλα riffs, δυνατές μελωδίες και έντονα ρυθμικά περάσματα, ενώ στα φωνητικά ο Tuck ισορροπεί όπως είπαμε κάπου ανάμεσα στα μελωδικά καθαρά μέρη και τις αναμενόμενες «κραυγές», έναν συνδυασμό που ειδικά εκείνη την περίοδο αποτελούσε εγγύηση για εμπορική επιτυχία και το άνοιγμα σε μεγαλύτερα κοινά του σκληρού ήχου.

Στο intro του δίσκου έχουμε συμμετοχή των Φινλανδών APOCALYPTICA με τα διάσημα έγχορδα τους δίνοντας αμέσως έναν ατμοσφαιρικό τόνο στο εγχείρημα, ενώ βασικός συνθετικός άξονας του δίσκου χτίζεται γύρω από την αντίφαση πιο εμπορικών στιγμών όπως το «All These Things I Hate (Revolve Around Me)» με τις ακουστικές του κιθάρες και τα καθαρά του  φωνητικά, (κάτι που τους άνοιγε τον δρόμο σε ένα ευρύτερο ακροατήριο) και των μεγάλων τους «metalcore meets heavy metal» hits όπως το απίστευτο «Tears Don’t Fall» που έμεινε στην ιστορία ως ένα από τα σπουδαιότερα metal hits της δεκαετίας, με τον συνδυασμό συναισθηματικής μελωδίας και επιθετικού riffing. Κάθε κομμάτι παρότι υπάγεται σε αυτό τον βασικό άξονα που αναφέραμε έχει τη δική του συμβολή στη συνολική δυναμική του δίσκου και προσφέρει στο τελικό αποτέλεσμα.

Σήμερα η κληρονομιά του “The Poison” δεν είναι μόνο το ότι (ως ντεμπούτο) έβαλε τους BULLET FOR MY VALENTINE στον χάρτη, αλλά και ότι αποτελεί ένα δίσκο που ακούγοντας τον σου μεταφέρει με ακρίβεια το πνεύμα της εποχής του, είναι ένα άλμπουμ που αξίζει να ακουστεί από κάθε νέο ακροατή του «σκληρού» ήχου. Το “The Poison” αποτελεί μια διαχρονική υπενθύμιση του τι μπορεί να πετύχει μια μπάντα όταν καταφέρνει να παντρέψει με φαντασία κάποιες (φαινομενικά μόνο) μουσικές αντιφάσεις. «Τα ετερώνυμα έλκονται» δεν λενε;

Did you know that:

– Η εμπορική πορεία του άλμπουμ ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Στις ΗΠΑ έφτασε μέχρι τη θέση #128 στο Billboard 200 και #2 στο Heatseekers chart. Μέσα στα επόμενα χρόνια, το “The Poison” πούλησε πάνω από 1,6 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, ενώ έλαβε χρυσό στη Βρετανία και στις ΗΠΑ και πλατινένιο στη Γερμανία.

Δημήτρης Μελίδης

Underground Halls Vol. 218 – “Riding the Winds of Time…” – The WINGS OF STEEL special edition/Track by track analysis

0
Wings

Wings

Τα τελευταία χρόνια, υπάρχουν κάποια συγκροτήματα, στον ευρύτερο χώρο του hard rock και του heavy metal που όχι μόνο έχουν τραβήξει πάνω τους τα φώτα της δημοσιότητας πολύ περισσότερο από την πλειοψηφία, αλλά όταν με τον οποιονδήποτε τρόπο αποφασίζουν να «μιλήσουν», μονοπωλούν το ενδιαφέρον «κοινού και κριτικών», όπως λέει η γνωστή, τετριμμένη φράση. Και δεν αναφέρομαι εννοείται στα μεγάλα, mainstream acts τύπου JUDAS PRIEST ή HELLOWEEN, τα οποία έχουν τέτοιο εκτόπισμα που όταν κυκλοφορούν για παράδειγμα νέο δίσκο, «παγώνει» το οτιδήποτε γύρω τους. Αναφέρομαι σε αυτούς που νιώθουν «βασιλιάδες» στις μικρότερες «κατηγορίες».

Μια τέτοια περίπτωση είναι και οι Αμερικανοί WINGS OF STEEL, έστω κι αν μέχρι στιγμής, «περιορίζονται» στο underground metal. Έγιναν ευρέως γνωστοί με το εκπληκτικό τους ντεμπούτο “Gates of twilight”, ένα άλμπουμ που έπεσε ως «κεραυνός εν αιθρία» στο ανυποψίαστο ακροατήριο. Ανατρέχοντας στην παρουσίασή του, διαβάζω πως είχα γράψει τα εξής: «Η μπάντα έχει σπουδαίες δυνατότητες. Το μόνο που χρειάζεται είναι να δουλέψει επάνω σε αυτές και να αποδείξει επίσης πως δεν είναι αποκλειστικά studio project, έχοντας διάρκεια και συνέπεια. Αν το πράξει, το μέλλον είναι δικό της. Είμαι επίσης βέβαιος, πως η υπογραφή συμβολαίου με καλή εταιρεία, είναι θέμα χρόνου…»

Μέχρι στιγμής, στο μόνο που «έπεσα έξω», είναι στο ότι οι WINGS OF STEEL συνεχίζουν δίχως εταιρεία πίσω τους, ως αφεντικά του εαυτού τους. Η μετέπειτα πορεία τους, μας έδειξε πως κάθε άλλο παρά studio project έμειναν. Έδωσαν πολλές συναυλίες, έπαιξαν σε σημαντικές σκηνές του χώρου, τους είδαμε και στη χώρας μας. Μικρό μέρος μόνο της αδιαμφισβήτητης ικανότητάς τους στο «σανίδι», αποτυπώθηκε στο ζωντανά ηχογραφημένο “Live in France”. Τόπος του «εγκλήματος» το Le Splendid της Lille, όπου οι WINGS OF STEEL μας θύμισαν για ποιους λόγους υπήρξαν εποχές που αγοράζαμε μετά μανίας live άλμπουμ.

Φέτος, η ώρα της κρίσης έφτασε νωρίτερα για τη μπάντα από το Los Angeles. Συνήθως, ο κρίσιμος δίσκος είναι ο τρίτος. Αυτός στέκει σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από τον καλλιτέχνη και κρίνει αν η μέχρι τότε επιτυχία που γνώρισε του άξιζε 100% ή ήταν πρόσκαιρη. Αν το μέλλον του ανήκει ή όχι. Η αξία όμως του “Gates of twilight” και κυρίως ο πάταγος που έκανε, επιτάχυναν τις εξελίξεις. Και έρχεται το μόλις δεύτερο κατά σειρά full length, με τίτλο Winds of Time, να αποδείξει αν οι WINGS OF STEEL είναι ή όχι μια ακόμη… φούσκα, ένας ακόμη διάττων αστέρας. Πάμε λοιπόν να δούμε τα τραγούδια του ένα προς ένα και στο τέλος, το συμπέρασμα θα είναι σίγουρα ασφαλές.

Winds of Time” (10:42)
Το εναρκτήριο κομμάτι του άλμπουμ, το ακούσαμε πρώτη φορά στο Up The Hammers XIX. Αλήθεια, θέλει πολλά «κότσια» και μεγάλα «καρύδια», να παρουσιάσεις ένα καινούργιο, ακυκλοφόρητο κομμάτι με πάνω από δέκα λεπτά διάρκεια, μπροστά σε ένα κοινό που είχε έρθει να ακούσει το ήδη λατρεμένο υλικό του EP “Wings of steel” και του ντεμπούτου full length “Gates of twilight”. Και ακόμη μεγαλύτερα, για να του δώσεις τον ρόλο του πρώτου single, σε μια εποχή όπου ο κόσμος ακούει μουσική επιφανειακά, κατά κύριο λόγο. Όταν το “Winds of Time” «τρέχει», θυμίζει τις γρήγορες στιγμές των FIFTH ANGEL του συγκλονιστικού πρώτου δίσκου. Όταν ρίχνει ταχύτητες, ακούγονται οι W.A.S.P του “The Crimson Idol” και οι «διπλομποτιές» του “One” των METALLICA.

Saints and sinners” (02:46)
Εδώ έχουμε καθαρό 80s heavy metal, ταχύ και υπερδυναμικό, σαν να μπήκαν στο studio παρέα οι ANNIHILATOR με τους JUDAS PRIEST, να έβαλαν σκοπό να συνθέσουν ένα τραγούδι – μίξη του “King of the kill” και του “Rapid fire” και το… πείραμα να τους βγήκε τέλεια. Οπότε, καταλαβαίνεις… Με δεδομένο το γεγονός πως το “Fall in line” παραμένει ιδανικό ώστε να ξεκινούν οι συναυλίες των WINGS OF STEEL με αυτό, το “Saints and sinners” φαντάζει το ΑΠΟΛΥΤΟ back to back track, για να κερδηθούν οι εντυπώσεις από το πρώτο, σκάρτο δεκάλεπτο.

Crying” (04:24)
Μια υπέροχη σύνθεση, ένα μικρό διαμάντι, το οποίο σε μεταφέρει σε χρόνο dt στην εποχή που το hard rock και το heavy metal κυριαρχούσαν στο MTV. Θα το χαρακτήριζα «διαμάντι» μόνο και μόνο για το solo του! Ναι, είναι ξεκάθαρο πως οι WINGS OF STEEL του 2025 είναι πολύ πιο “metal” από “hard rock”. Φαίνεται όμως πως δε θέλουν (ή δεν μπορούν) να απωλέσουν τον hard rock χαρακτήρα τους, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω αποθεώνεται στο πρώτο τους EP και σε μεγάλο μέρος του ντεμπούτου!

Burning sands” (06:17)
Ας οργιάσει λίγο (ή μήπως πολύ;) η φαντασία μας και ας φτιάξουμε ένα εντελώς τρελό σενάριο… Το ημερολόγιο γράφει 1993. Οι JUDAS PRIEST, με τον Rob Halford να είναι ακόμη ο frontman τους, βρίσκονται σε ένα studio στην Florida, για να ηχογραφήσουν τον διάδοχο του “Painkiller”. Σε διπλανό δωμάτιο, βρίσκεται ο Yngwie Malmsteen, ο οποίος προβάρει τις πρώτες ιδέες του “The seventh sign”. Παλιοί γνώριμοι από την εποχή του Hear ‘n’ Aid project ο Rob με τον Yngwie, αποφασίζουν να βάλουν στο «κόλπο» τους Tipton/Downing και να συνθέσουν ένα κομμάτι από κοινού. Αυτό λοιπόν είναι το “Burning sands”, το οποίο στην αρχή και στο τέλος είναι σαρωτικό όπως το θέλουν οι Βρετανοί ενώ στη μέση, για «ένα και κάτι» λεπτό, αποθεώνεται το oriental neoclassical power metal όπως θέλει ο Σουηδός (πάλαι ποτέ) μαέστρος. Πρόσθεσε σε αυτό και τα καλύτερα κουπλέ ολόκληρου του δίσκου, μην σου πω και ολόκληρου του 2025 κι έχεις την πλήρη εικόνα.

“To die in Holy War” (05:19)
Η αποθέωση του US metal! Μια σύνθεση στα χνάρια των RIOT V, της οποίας η ταχύτητα και ο άκρατος δυναμισμός, δεν στερούν τίποτα από τον λυρισμό και τον ρομαντισμό της. Υπέροχες οι διπλές αρμονικές, εκτυφλωτικό το solo με συγκλονιστική κορύφωση και ο τρόπος με τον οποίο η lead κιθάρα «τραγουδά» κάτω από το refrain στο τελείωμα του τραγουδιού, φέρνει ρίγη συγκίνησης σε κάθε πιστό οπαδό του καλύτερου metal που ακούσαμε ποτέ από τις Η.Π.Α.

Lights go out” (04:59)
Αργό, βαρύ, με πολλές επιρροές από BLACK SABBATH εποχής Ronnie James Dio και από τα πιο doom τραγούδια της προσωπικής καριέρας του αειμνήστου, «τεραστίου κοντού», σαν το “Egypt (and the chains are on)”. Το πρώτο αυτού του στυλ που ακούμε από τους WINGS OF STEEL. Αν τους ταιριάζει και αν τα πάνε καλά; Μα εννοείται, δεν τα ρωτάνε αυτά τα πράγματα! Το ερώτημα που γεννάται, είναι αν αυτό μέλλει να είναι το πρώτο και συνάμα το τελευταίο, ή θα έχουμε και… συνέχεια!

We rise” (06:36)
Το δεύτερο κατά σειρά single και ταυτόχρονα η καλύτερη στιγμή του άλμπουμ, εάν και εφόσον λατρεύεις τους QUEENSRYCHE, έχεις το “The Warning” πάνω από τα πάντα στην ιεράρχηση της δισκογραφίας τους και θα μπορούσες με χαρά να δεχτείς εκείνο το power metal, με μια περισσότερο hard rock διάθεση. Το έπος “Liar in love” βρήκε και τυπικά τον διάδοχό του σε τούτο το ανθεμικό αριστούργημα και ο συντάκτης που γράφει αυτές τις γραμμές, δαγκώνει σίδερα από την πώρωση!

Flight of the eagle” (08:21)
Δε νομίζω πως θα μπορούσε κανείς να φανταστεί καλύτερο «κλείσιμο» για ένα τέτοιο άλμπουμ. Μια σπουδαία μπαλάντα, με την πραγματική, σωστή έννοια του όρου, ικανή να δημιουργήσει στον ακροατή μια έντονη αλλαγή συναισθημάτων. Και τούτο διότι αν και γενικά το σύνολο του “Winds of Time” δεν είναι σκοτεινό και πεσιμιστικό, στο μεγαλύτερο μέρος του “Flight of the eagle” υπάρχει μια περίεργη «μουντάδα» και μια ξεχωριστή υποβλητικότητα, ενώ στο τέλος είναι σαν να ανοίγει ο ουρανός και να σε λούζει ένα εκτυφλωτικό φως! Καθηλωτικό!

Αυτά είναι τα οκτώ κομμάτια από τα οποία αποτελείται το “Winds of Time”. Πάμε τώρα να δούμε και κάποιες επιμέρους λεπτομέρειες, κάποια συγκεκριμένα στοιχεία που «κάνουν τη διαφορά»:

Α) Η παραγωγή του Damien Rainaud
Εκτός από πολύ καλή δουλειά στα τύμπανα, ο Damien Rainaud, με πολύ σεβαστή θητεία ως μουσικός αλλά και πίσω από κονσόλες, παρά το νεαρό της ηλικίας του, επιμελείται και μιας εξαιρετικής παραγωγής, η οποία έρχεται και «δένει» με την συνθετική δεινότητα των WINGS OF STEEL. Ο Damien δημιουργεί ένα τεράστιο ηχητικό τείχος με απίστευτη καθαρότητα και πάνω απ’όλα, το ιδανικό, το τέλειο ηχόχρωμα! Ηχόχρωμα που είναι τόσο ταιριαστό με την όλη αισθητική της μπάντας, σε βαθμό που δεν αφήνει περιθώρια για κακεντρεχή σχόλια περί “retro tribute”. Μήπως έχουμε μπροστά μας τον νέο Arthur Rizk; Μήπως τελικά, αυτοί που ξέρουν καλύτερα από όλους πώς να κάνουν σύγχρονο τον παραδοσιακό ήχο δεν είναι οι «παραδοσιακοί», αλλά οι «ακραίοι»; Σαν τον Damien Rainaud των ONCE HUMAN;

Β) Η κιθάρα του Parker Halub
Αν και ο όρος “guitar hero” παραπέμπει σε βιρτουόζους κιθαρίστες που θέλουν να είναι τα αδιαφιλονίκητα «αφεντικά» κι έχουν τα προσωπικά τους σχήματα για να προωθούν τη δική τους εικόνα και εν τέλει να θρέφουν το «εγώ» τους, ο Parker Halub μόνον ως τέτοιος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Ο τύπος «λάμπει» με την απόδοσή του και δεν είμαι καθόλου υπερβολικός. Riffing, leads, αρμονίες, όλα είναι βγαλμένα από τη «μήτρα» της «χρυσής εποχής» του heavy metal και έχουν την «στόφα» του κλασσικού. Αν ζούσε και δημιουργούσε στα 80s, θα είχε το status ενός George Lynch ή ενός John Norum και κάποιος εκ των Ozzy, Dio ή Coverdale, θα τον είχε «τσιμπήσει» για πάρτη του.

Γ) Τα φωνητικά του Leo Unnermark
Ο 28χρονος frontman των WINGS OF STEEL είναι, σε ολόκληρη τη διάρκεια του “Winds of Time”, απλά εκπληκτικός. Η φωνή του έχει πολύ μεγάλο εύρος, μεταβαίνει από χαμηλές σε υψηλές νότες με χαρακτηριστική ευχέρεια και νομίζω πως, αν και ακόμη δεν το έχει δοκιμάσει, θα έχει καταπληκτική χροιά και σε πιο «τραχιά» φωνητικά. Στο “Burning sands” για παράδειγμα που τραγουδά αρκετά χαμηλά, για τα γνωστά του δεδομένα, με εξέπληξε θετικά σε υπερθετικό βαθμό. Μπορώ δε να ισχυριστώ ότι, όσον αφορά την κατηγορία του και τη γενιά του, καλύτερος στην πιάτσα, δεν υπάρχει. Ο Todd Michael Hall των RIOT V βρήκε τον διάδοχό του.

Το γενικότερο συμπέρασμα:

Με το “Winds of Time”, οι WINGS OF STEEL κάνουν αυτό που πρέπει: Αποκτούν «αύρα» μεγάλου ονόματος. Με τρεις εξαίσιες studio κυκλοφορίες, τέσσερεις μαζί με το live άλμπουμ τους, διατρανώνουν πως δεν μπορούν πια να περιορίζονται στα πλαίσια του NWOTHM και του underground, εκτός αν αυτό γίνεται με τους δικούς τους, αρχηγικούς όρους. Αλλιώς, πιθανότατα αυτή εδώ να είναι η τελευταία φορά που τούτη η στήλη τους φιλοξενεί. O «αέρας» τους, η σκηνική τους παρουσία και το ολοκληρωμένο show τους, για όποιον τους έχει δει έστω και σε video, ο τρόπος που προσεγγίζουν τα πράγματα στη μουσική βιομηχανία, όλα είναι χαρακτηριστικά στοιχεία μεγάλου συγκροτήματος.

Και όσον αφορά καθαρά τη μουσική, καταφέρνουν να αφομοιώσουν τις επιρροές τους με τέτοιο τρόπο, που τελικά αποκτούν και τυπικά έναν δικό τους, χαρακτηριστικό ήχο. Κάτι που στις μέρες μας τείνει να γίνει φαινόμενο προς εξαφάνιση, μιας και ελάχιστες είναι οι μπάντες που το καταφέρνουν αυτό. Αν τώρα, συνδυάσουμε όλα τα παραπάνω, δε γίνεται παρά να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως οι WINGS OF STEEL είναι το συγκρότημα πάνω στο οποίο κατά βάση θα στηριχτεί, θέλει δε θέλει, ο λατρεμένος μας 80s hard/heavy/power ήχος, για να «ζήσει» στα επόμενα χρόνια.

Γιατί οι WINGS OF STEEL είναι “the flame that burns the candle”

(9 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: WINGS OF STEEL
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Winds of Time”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Independent
STUDIO ΣΥΝΘΕΣΗ:
Leo Unnermark – Φωνητικά
Parker Halub – Κιθάρα, μπάσο
Damien Rainaud – Τύμπανα
LIVE ΣΥΝΘΕΣΗ:
Leo Unnermark – Φωνητικά
Parker Halub – Κιθάρα
Stefan Bailet – Κιθάρα
Mathieu Trobec – Μπάσο
Marcel Binder – Τύμπανα
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ:
Official site 
Bandcamp
Facebook
Spotify
Deezer 
Instagram
YouTube 
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ:
“Wings of Steel” (EP, Independent, 2022)
“Gates of Twilight” (Independent, 2023)
“Live in France” (Live, Independent, 2024)
“Winds of Time” (Independent, 2024)

TRIBULATION – A journey into gothic metal psychedelia!

0
Photo by Damón Zurawski
Photo by Damón Zurawski

Οι Σουηδοί TRIBULATION, που έρχονται για μία και μοναδική συναυλία στην Αθήνα, την Παρασκευή 3 του Οκτωβρίου στο Temple, έχουν εξελιχθεί από τις death metal ρίζες τους σε ένα μοναδικό μείγμα gothic, black metal και ψυχεδέλειας και ο Γιώργος Γκούμας κάνει μια μικρή αναδρομή στην δισκογραφία τους, εξερευνώντας τα διάφορα μουσικά μονοπάτια που έχουν πάρει κατά την διάρκεια της καριέρας τους.

Το “The Horror” (2009), το ντεμπούτο άλμπουμ τους είναι ένας ωμός και επιθετικός δίσκος death/thrash. Αναδεικνύει την αρχική ένταση του συγκροτήματος και προετοίμασε το έδαφος για τις μελλοντικές τους εξερευνήσεις. To “The Formulas of Death” (2011) εμβάθυνε σε πιο προοδευτικά και ατμοσφαιρικά τοπία, συνδυάζοντας το death metal με πολύπλοκες συνθέσεις. Με το “The Children of the Night” (2015) υιοθέτησαν έναν πιο gothic ήχο, ενσωματώνοντας ταυτόχρονα στοιχεία κλασικού ροκ και ψυχεδέλειας. Η θεατρικότητα του άλμπουμ και τα μελωδικά hooks σηματοδότησαν μια σημαντική στροφή στην μουσική τους πορεία.

Το “Down Below” (2018) συνέχισε να φλερτάρει με το gothic, προσθέτοντας την ίδια στιγμή στοιχεία folk. Τραγούδια όπως τα “The Lament” και “Here Be Dragons” αναδεικνύουν το συνδυασμό επιθετικότητας και μελωδίας τους. Το ‘Where the Gloom Becomes Sound’ (2021) τελειοποίησε τον gothic metal ήχο τους, με χαρακτηριστικά κομμάτια όπως τα “Daughter of the Djinn” και “Funeral Pyre.” Η συμπερίληψη του ορχηστρικού κομματιού “Lethe” που καθοδηγείται από πιάνο αναδεικνύει τη διάθεσή τους να πειραματιστούν πέρα από τα παραδοσιακά όρια του metal.

Ο τελευταίος δίσκος τους, “Sub Rosa in Æternum” (2024) εισάγει gothic φωνητικά και μια πιο εκλεπτυσμένη προσέγγιση στο gothic rock. Και τραγούδια όπως τα “Hungry Waters” και “Murder in Red” δείχνουν τον ώριμο ήχο τους που προσεγγίζει και τον Σκανδιναβικό ήχο από μπάντες όπως TO/DIE/FOR, CHARON ή THE 69 EYES αλλά ακόμα και τους THE DAMNED ή DANZIG στην πιο gothic εποχή τους εκεί στα 80s. Το ταξίδι των TRIBULATION αντικατοπτρίζει ένα συγκρότημα που δεν φοβάται να εξελιχθεί, ωθώντας συνεχώς τα όρια του metal ενώ διατηρεί έναν μοναδικό και συναρπαστικό στυλ που σίγουρα θα συνεπάρει τους λάτρεις του σκοτεινού, μυστικιστικού ήχου.

Ραντεβού στο Temple!

Γιώργος Γκούμας

A day to remember… 2/10 [JOE SATRIANI]

0
Satriani

Satriani

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ“Joe Satriani” – JOE SATRIANI
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ – Relativity
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – Glyn Johns
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Joe Satriani – κιθάρες, φωνητικά
Manu Katche, Jeff Campitelli, Gregg Bissonette – τύμπανα
Matt Bissonette – μπάσο

Το 1995, με άλλα πέντε ρηξικέλευθα και ιστορικά άλμπουμ στη φαρέτρα του, ο JOE SATRIANI μπήκε στο στούντιο για να ηχογραφήσει το έκτο άλμπουμ του. Εκείνη την εποχή, είχε ακόμα μαλλιά και κάποιους μουσικούς με τους οποίους έγραψε ιστορία στα δέκα πρώτα χρόνια της καριέρας του: τον για πολλά χρόνια συνοδοιπόρο του στα τύμπανα Jeff Campitelli αλλά και τον ντράμερ θρύλο εκ Γαλλίας Manu Katche (STING, PETER GABRIEL) και τα αδέρφια Bissonette, τον Gregg στα τύμπανα και Matt στο μπάσο. Μαζί τους, συνέθεσε και έγραψε τον πιο υπόκωφο, bluesy δίσκο στον οποίο ο Satch έδωσε έμφαση στον ρυθμό και στις (φαινομενικά) απλές μελωδίες, αφήνοντας πίσω τις βιρτουοζιτέ εξάρσεις των προηγούμενων δίσκων.

Βλέπετε, η επανάσταση είχε ήδη γίνει, ο Satriani είχε πάρει τα σκήπτρα από τον Eddie Van Halen και έφερε τα πάνω-κάτω με το “Surfing with the alien” και μας αποτελείωσε με το “Flying in blue dream”. Επομένως, τι πιο φυσικό από το να γυρίσει στις ρίζες του και στο στυλ και είδος που τον ανέθρεψε, δηλαδή τα μπλουζ. Και επειδή ο δίσκος αυτός ήταν όντως προσωπικός και αντιπροσωπευτικός της ψυχής του δημιουργού του, τον ονόμασε “Joe Satriani”.

Ήδη από το εξώφυλλο έβλεπε κανείς πως η διάθεση εδώ είναι πιο πεσμένη καθώς το βαθύ κόκκινο αναμειγνύεται με το μαύρο και η μορφή του Satriani έχει πεσμένο το κεφάλι. Από τις πρώτες νότες του “Cool#9” που ανοίγει το δίσκο, βρισκόμαστε προ εκπλήξεως καθώς τα πολλά γκάζια, τα τρικ με το whammy bar και οι παραμορφώσεις απουσιάζουν και πρωταγωνιστικό ρόλο έχει η μία κιθάρα σε μία μόνο συχνότητα. Αυτό όμως που ξεχωρίζει είναι η γκρούβα, ένας ρυθμός κολλητικός και μια ατμόσφαιρα που, όπως λέει και ο τίτλος του κομματιού, είναι πέρα για πέρα cool. Και στο πλαίσιο αυτό δίνεται ο απαραίτητος χώρος για να λάμψει η υπόλοιπη μπάντα καθώς όντως το ρυθμικό σκέλος είναι μπροστά στην παραγωγή και οι τρεις ντράμερ εδώ δίνουν ρέστα. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο groovy, αισθαντικό και μελωδικό αλλά και εκρηκτικό καθώς τα μπλουζ δίνουν τη θέση τους και σε ένα πιο fusion στυλ σε κομμάτια όπως “S.M.F” και “Luminous flesh giants”.

Τριάντα χρόνια πιο μετά, σκέφτομαι πόσο ωραία θα ήταν αν ο μαιτρ έκανε άλλη μια απόπειρα να γράψει έναν τέτοιο πιο λιτό δίσκο, πίσω στις ρίζες του, δηλαδή τον Jimi Hendrix, Scott Henderson, Muddy Waters καλλιτέχνες στους οποίους ο ίδιος έχει ομολογήσει πως χρωστάει τα πάντα. Ακούστε δηλαδή το “Slow down blues” από το “Joe Satriani” και πείτε μου πως εδώ παίζει ο Joe και όχι ο Muddy Waters ή άλλος blues θρύλος από το Δέλτα του Μισισιπή. Μετά την κυκλοφορία του δίσκου, ακολούθησε η πρώτη περιοδεία με το θρυλικό G3 σχήμα, με τον Steve Vai και Eric Johnson στο οποίο άνοιγε ο Satriani με μια μαγική εκτέλεση του “Cool#9” αλλά από τότε, νομίζω πως ο Satriani αποφάσισε να βάλει τον δίσκο στο ράφι και τον ξέχασε, πράγμα θλιβερό για οπαδούς του κιθαρίστα.

Did you know that:

  • Ο δίσκος ανήλθε στη θέση 51 του αμερικάνικου top 200 billboard.
  • Ήταν και ο τελευταίος για την Relativity.
  • Στην παραγωγή βρίσκουμε τον Glyn Johns που είχε δουλέψει πρωτύτερα με ονόματα όπως THE ROLLING STONES, LED ZEPPELIN και THE WHO.

Φίλιππος Φίλης

A day to remember… 2/10 [THE WINERY DOGS]

0
Winery Dogs

Winery Dogs

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ“Hot streak” – THE WINERY DOGS
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – 2015
ΕΤΑΙΡΙΑ – Three Dog Music
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – THE WINERY DOGS
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Ritchie Kotzen – κιθάρα, φωνητικά
Billy Sheehan – μπάσο
Mike Portnoy – τύμπανα

Ο Mike Portnoy, όπως οι περισσότεροι γνωρίζετε, υπήρξε ανέκαθεν ένας οπαδός  της μουσικής. Το παίξιμό του και το πάθος του για την μουσική προέρχονται από την αγάπη του για μπάντες και καλλιτέχνες που καλύπτουν όλο το φάσμα της ροκ και heavy metal μουσικής και όχι μόνο το progressive. Έτσι, όταν έφυγε από τους DREAM THEATER το 2010, έχοντας το μικρόβιο και όντας ιδιαίτερα «άρρωστος», δημιούργησε ένα σωρό άλλα γκρουπ ένα εκ των οποίων και οι WINERY DOGS. Μαζί του ο βιρτουόζος μπασίστας Billy Sheehan και ο κιθαρίστας και τραγουδιστής Ritchie Kotzen που φημίζεται για το τεχνικό bluesy στυλ του αλλά και επειδή η φωνή του είναι ίσως η πιο πλησιέστερη σε κείνη του Chris Cornell.

Μέσω αυτού του τρίο, το οποίο πολλοί αποκαλούν, για ευνόητους λόγους, super group, ο Portnoy κατάφερε να διοχετεύσει την αγάπη του για το πιο κλασσικότροπο ροκ στα χνάρια των μεγάλων γκρουπ των 70s και των VAN HALEN αφού απ’ τη μία ο Portnoy είναι θαυμαστής του Alex Van Halen και ο Billy Sheehan έπαιζε για ένα διάστημα στο γκρουπ του David Lee Roth και φυσικά στους MR BIG που βγήκαν από τη μήτρα των VAN HALEN. Εδώ που τα λέμε, και ο Kotzen αφιέρωσε τρία χρόνια, από το 1999 μέχρι το 2002, στους MR BIG.  Έτσι, για περίπου δέκα χρόνια, είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε τον Portnoy σ’ ένα πλαίσιο μακριά από το progressive όπως συνέβη και με τους AVENGED SEVENFOLD και TWISTED SISTER.

Ύστερα από την επιτυχία του ομώνυμου ντεμπούτου, υπήρχε η ανησυχία πως με το δεύτερο τους άλμπουμ το τρίο θα έπεφτε στην παγίδα που αγγλιστί αποκαλούμε “the sophomore slump” ότι δηλαδή δεν θα καταφέρουν να διατηρήσουν τον πήχη αρκετά ψηλά. Το πρώτο single με τον τίτλο “Oblivion”, κομμάτι που είχε γραφτεί στις πρώτες συνεδρίες του τρίο, έκανε ένα γερό μπαμ και το “Hot streak” (που μεταφράζεται σε «έχω ρέντα») κυκλοφόρησε σαν σήμερα πριν από δέκα χρόνια.

Κρίνοντας από την ιδιαίτερα θερμή ανταπόκριση του κοινού, οι WINERY DOGS είχαν ένα μεγάλο εμπορικό εκτόπισμα αφού το “Hot streak” ανέβηκε ψηλά στα charts του US Billboard. Και πώς να μην κάνει επιτυχία και μάλιστα όχι μόνο στην Αμερική αλλά και στην Ιαπωνία όπου γκρουπ όπως οι MR BIG χαίρουν τρομερής εκτίμησης. Με τον Billy Sheehan και όλη την προϋπηρεσία του στο hard rock που πρέσβευαν οι WINERY DOGS αλλά και με τον Kotzen, έναν μοναδικό κιθαρίστα με μια μοναδικά ζεστή soulful φωνή που χάραξε το δικό του μονοπάτι πάνω στον Eddie Van Halen, το συγκρότημα αυτό μόνο καλό θα μπορούσε να κάνει. Μιλάω στο αόριστο χρόνο διότι, ύστερα από την επιστροφή του Portnoy στους DREAM THEATER, δεν είναι σίγουρο πως θα διατηρηθεί το τρίο των WINERY DOGS μιας και δεν ξέρουμε ποιο θα είναι το ένα project με το οποίο θα συνεχίσει.

Φίλιππος Φίλης

A day to remember… 02/10 [TANKARD]

0
Tankard

Tankard

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ“The tankard” – TANKARD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ1995
ΕΤΑΙΡΙΑNoise Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣHarris Johns
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Andreas “Gerre” Geremia – Φωνητικά
Frank Thorwarth – Μπάσο
Andy Boulgaropoulos – Κιθάρες
Olaf Zissel – Τύμπανα

Για μια ακόμη φορά μου έλαχε ο κλήρος να καταπιαστώ με ένα άλμπουμ που, παραδοσιακά, με οδηγεί να ανοίξω μια παγωμένη μπύρα… ή μήπως όχι; Old habits die hard που λένε και στο χωριό μου, οπότε, θα ενδώσω για μια ακόμη φορά στην πέψη του ζύθου! Το έβδομο άλμπουμ των αγαπημένων αλκοολικών thrashers TANKARD, έμελλε να είναι ένα απόλυτα κομβικό άλμπουμ στην καριέρα των Γερμανών, από πολλές απόψεις. Με τίτλο το όνομα τους, ο δίσκος παρουσιάζει τους TANKARD για πρώτη φορά στην καριέρα τους ως τετράδα και με έναν πλέον κιθαρίστα, κάτι που θα συνέχιζαν εφεξής  μέχρι και σήμερα. Αφορμή, η αποχώρηση του, ενός εκ των ιδρυτικών μελών της μπάντας, κιθαρίστα Axel Katzmann που η αρθρίτιδα που αντίμετώπιζε τον εμπόδισε να συνεχίσει. Από την άλλη, είχαμε αλλαγή και πίσω από τα τύμπανα, καθώς ο Arnulf Tunn που βρισκόταν στη μπάντα από το 1989 αντικαταστάθηκε από τον Olaf Zissel , πρώην ντράμερ μιας death/thrash μπάντας ονόματι AUTOPSIA με την οποία πρόλαβε και ηχογράφησε ένα demo το 1989.

Το “The tankard” αρχικά ξεγελάει, καθώς από τον τίτλο και το εξώφυλλο θα περίμενε κανείς ότι το άλμπουμ αποτελεί μια ωδή στην μπυροποσία. Και όμως το “The tankard” αποτελεί έκπληξη, τόσο στιχουργικά, όσο και μουσικά. Μιλάμε ίσως για το πιο σοβαρό και ώριμο άλμπουμ των TANKARD μέχρι εκείνη τη στιγμή. Στιχουργικά η μπάντα παρουσιάζεται περισσότερο ευαισθητοποιημένη σε κοινωνικά ζητήματα, ενώ μουσικά εννοείται ότι το old school thrash που αγαπήσαμε κυριαρχεί, όμως ηχητικά ακούγεται πιο ραφιναρισμένο, θυμίζοντας αρκετά τους RAGE, κάτι που, προσωπικά δεν με χαλάει καθόλου!

Προφανώς και εδώ έχουμε πολύ δυνατά κομμάτια, όπως το, παραδοσιακά φοβερό εναρκτήριο, “Grave new world”, με to riff ξυράφι, σήμα κατατεθέν των Γερμανών,τα πολύ αγαπημένα μου “Close encounter” και το ξεχωριστό western “Mess in the west” με φυσαρμόνικα και μπάντζο (!) , ενώ φυσικά το απόλυτο highlight είναι το διαβόητο “Fuck Christmas” όπου οι TANKARD τα κάνουν όλα ίσιωμα! Προσωπικά ακούω όλον τον δίσκο με μεγάλη ευχαρίστηση, αν και δεν είναι όλα τα κομμάτια το ίδιο καλά, εκτιμώ μάλιστα ότι το δεύτερο μισό του είναι ελαφρώς κατώτερο του πρώτου και ίσως αυτό να δημιούργησε και διαφωνίες ανάμεσα στους οπαδούς. Από την άλλη, η απουσία της δεύτερης κιθάρας δεν γίνεται αισθητή, καθώς τα riffs είναι τόσο αιχμηρά όσο πρέπει ενώ και η παραγωγή του Harris Johns είναι ογκώδης και στιβαρή.

Προφανώς και το “The tankard” δεν είναι για όλους, και για του λόγου το αληθές προκάλεσε ανάμικτα συναισθήματα στους οπαδούς όταν κυκλοφόρησε, δημιουργώντας την αίσθηση ενός love or hate άλμπουμ και έχω την εντύπωση ότι δεν εκτιμήθηκε όσο θα έπρεπε τότε. Παρ’όλα αυτά, δεν παύει να είναι το άλμπουμ που έδειξε ότι οι TANKARD είχαν πολύ περισσότερα να πουν πέρα από αλκοόλ και χαβαλέ ενώ και τεχνικά, παρουσίασαν μα αξιοθαύμαστη βελτίωση. Με λίγα λόγια το “The tankard” είναι ίσως το πιο κομβικό άλμπουμ τους, καθώς αυτή η μεταστροφή σε πιο σοβαρές καταστάσεις παρέμεινε μέχρι και σήμερα, αν και εννοείται ότι το αλκοόλ επανήλθε και αυτό δυναμικά στο προσκήνιο! Λογικό, άλλωστε, για τους TANKARD μιλάμε!

Did you know that:

– Πρώτο άλμπουμ, όπως αναφέραμε, με τον Olaf Zissel που παραμένει στη μπάντα μέχρι και σήμερα, αλλά και τελευταίο με την Noise Records.

– Για την προώθηση του δίσκου γυρίστηκε video clip για το κομμάτι “Minds on the moon”.

– Αν κάποιους ξένισε λίγο η απότομη σοβαρότητα των TANKARD, αξίζει να θυμίσουμε ότι παράλληλα εκείνη την εποχή η μπάντα έτρεχε ένα side project, τους TANKWART, όπου εκεί κατέφευγαν για τις… αλκοολικές τους ανησυχίες! Μάλιστα οι επανεκδόσεις του άλμπουμ περιέχουν σαν bonus το CD των TANKWART, “Aufgetankt”.

Θοδωρής Κλώνης

A day to remember… 2/10 [IRON MAIDEN]

0
Maiden

Maiden

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ:  “The X Factor” – IRON MAIDEN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: EMI Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ:  Steve Harris, Nigel Green
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Blaze Bayley – Φωνητικά
Dave Murray – Κιθάρες
Janick Gers – Κιθάρες
Steve Harris – Μπάσο
Nicko McBrain – Τύμπανα

Το 1995 οι IRON MAIDEN βρέθηκαν σε ένα από τα πιο κρίσιμα σταυροδρόμια της καριέρας τους. Μετά από μια δεκαετία θριάμβων και τη χρυσή περίοδο των 80s, η μπάντα έπρεπε να διαχειριστεί την αποχώρηση του Bruce Dickinson, του τραγουδιστή που με τη φωνή και την παρουσία του είχε καθορίσει τον ήχο και την εικόνα του συγκροτήματος. Ο Dickinson είχε αποχωρήσει το 1993 για να ακολουθήσει σόλο καριέρα, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο κενό. Η αντικατάστασή του ήταν ένα ριψοκίνδυνο βήμα, καθώς το κοινό είχε ταυτίσει σχεδόν απόλυτα τη φωνή του με τους MAIDEN. Η επιλογή του Blaze Bayley, πρώην frontman των WOLFSBANE, αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη. Ο Bayley είχε πολύ διαφορετικό φωνητικό ύφος. Πιο βαρύ, πιο σκοτεινό και με περιορισμένη έκταση σε σχέση με τον προκάτοχό του. Έτσι, το “The X Factor” έγινε το πρώτο άλμπουμ των IRON MAIDEN χωρίς τον Dickinson μετά από μια μακρά εποχή επιτυχιών, σηματοδοτώντας μια ριζική αλλαγή.

Το ύφος του άλμπουμ αντικατοπτρίζει αυτή την αλλαγή. Οι συνθέσεις έχουν πιο σκοτεινή και μελαγχολική διάθεση, απομακρυσμένες από τα επικά και συχνά αισιόδοξα στοιχεία των προηγούμενων δίσκων. Τραγούδια όπως το “Sign of the Cross” και το “The edge of darkness” αποπνέουν μια βαριά, σχεδόν απελπισμένη ατμόσφαιρα, που ταιριάζει με το ηχόχρωμα του Bayley αλλά ξενίζει τους οπαδούς που είχαν συνηθίσει τη δυναμική και μελωδική ερμηνεία του Dickinson. Η παραγωγή του άλμπουμ, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο είχε ο Steve Harris, ο ηγέτης και μπασίστας της μπάντας, τονίζει αυτή την πιο σκοτεινή κατεύθυνση. Ο Harris βρισκόταν και σε προσωπική κρίση εκείνη την περίοδο, αντιμετωπίζοντας δυσκολίες στην προσωπική του ζωή, κάτι που αντικατοπτρίζεται στον βαρύ και καταθλιπτικό τόνο του άλμπουμ. Η έμφαση στις αργές, ατμοσφαιρικές εισαγωγές και οι εκτενείς συνθέσεις φανερώνουν τη διάθεση της μπάντας να εξερευνήσει ένα πιο δραματικό, σχεδόν κινηματογραφικό στυλ.

Η υποδοχή που έλαβε το “The X Factor” υπήρξε αμφιλεγόμενη. Παρότι το άλμπουμ είχε φιλόδοξες στιγμές και ορισμένα κομμάτια που θεωρούνται πλέον κρυφά διαμάντια της δισκογραφίας των MAIDEN, το κοινό και οι κριτικοί δεν το αγκάλιασαν θερμά. Πολλοί οπαδοί δυσκολεύτηκαν να δεχτούν τον Blaze Bayley στη θέση του Dickinson, θεωρώντας ότι η φωνή του δεν ταίριαζε με το ύφος της μπάντας. Οι πωλήσεις, σε σύγκριση με τις προηγούμενες κυκλοφορίες, ήταν απογοητευτικές, ειδικά σε αγορές όπου οι MAIDEN είχαν κυριαρχήσει στη δεκαετία του ‘80. Οι συναυλίες της εποχής έλαβαν επίσης ανάμεικτες αντιδράσεις, με αρκετούς να εκφράζουν ανοιχτά τη νοσταλγία τους για την προηγούμενη εποχή. Ωστόσο, υπήρξαν και φανατικοί ακροατές που εκτίμησαν τον πιο σκοτεινό χαρακτήρα του άλμπουμ και βρήκαν στο “The X Factor” μια διαφορετική αλλά αξιόλογη εκδοχή των IRON MAIDEN.

Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα στοιχεία του δίσκου ήταν το εξώφυλλο. Δημιουργημένο από τον καλλιτέχνη Hugh Syme, ο οποίος έχει συνεργαστεί με πολλά γνωστά συγκροτήματα, το εξώφυλλο απεικονίζει τον Eddie να υποβάλλεται σε μια ζοφερή ιατρική επέμβαση ή λοβοτομή, με έντονα βίαιη και αποκρουστική αισθητική. Πολλοί θαυμαστές το χαρακτήρισαν ως το πιο άσχημο εξώφυλλο της καριέρας των MAIDEN (μετά βέβαια ήρθε το “Dance of Death” και το “The final frontier”, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία), όχι επειδή έλειπε η δύναμη ή η πρωτοτυπία, αλλά επειδή έτεινε προς το σοκ και το μακάβριο χωρίς την καλλιτεχνική φινέτσα που είχαν τα προηγούμενα εξώφυλλα του Derek Riggs. Αυτό συνέβαλε στο γενικότερο αίσθημα αποξένωσης που βίωσε μέρος του κοινού απέναντι στον δίσκο.

Η παραγωγή, όπως αναφέρθηκε, ήταν σε μεγάλο βαθμό έργο του Steve Harris, ο οποίος ανέλαβε να οδηγήσει τη μπάντα μέσα από αυτήν την κρίσιμη περίοδο. Ο Harris, εκτός από μπασίστας και βασικός συνθέτης, ανέλαβε τον ρόλο του συμπαραγωγού, κάτι που έδωσε στο άλμπουμ έντονα προσωπικό χαρακτήρα. Ο ήχος είναι «πνιγηρός» και βαρύς, με πολλές στιγμές που μοιάζουν να αντικατοπτρίζουν την ψυχολογική του κατάσταση εκείνη την εποχή. Για κάποιους, αυτή η προσέγγιση ενίσχυσε την αυθεντικότητα του άλμπουμ, καθιστώντας το μια από τις πιο προσωπικές δουλειές της μπάντας. Για άλλους, όμως, η έλλειψη εξωτερικού παραγωγού και η υπερβολική κυριαρχία του Harris οδήγησε σε έναν ήχο λιγότερο ισορροπημένο και πιο δυσπρόσιτο.

Σήμερα, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την κυκλοφορία του, το “The X Factor” παραμένει ένα από τα πιο διχαστικά άλμπουμ στην ιστορία των IRON MAIDEN. Για πολλούς αντιπροσωπεύει μια περίοδο αδυναμίας και πειραματισμού που δεν μπόρεσε να συγκριθεί με την αίγλη του παρελθόντος. Για άλλους, όμως, αποτελεί μια τολμηρή προσπάθεια να ανανεώσουν τον ήχο τους μέσα από τις δυσκολίες και να εκφράσουν σκοτεινές πτυχές της ανθρώπινης εμπειρίας. Παρά την εμπορική του αποτυχία σε σχέση με τα standards των MAIDEN, το άλμπουμ έχει κερδίσει με τα χρόνια μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά ορισμένων οπαδών, ως μια ειλικρινής και βαριά καλλιτεχνική δήλωση. Είναι η απόδειξη ότι ακόμη και οι μεγαλύτερες μπάντες περνούν κρίσεις ταυτότητας, και ότι μερικές φορές αυτές οι στιγμές γεννούν έργα που, αν και αμφιλεγόμενα, έχουν μια ακατέργαστη δύναμη που αξίζει να ξανασυζητιέται.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece