Sunday, February 15, 2026




Home Blog Page 25

A Day To Remember…30/10 [ANTHRAX]

0
Anthrax

Anthrax

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Spreading the disease” – ANTHRAX
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Music For Nations
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Carl Canedy/Scott Ian/Jon Zazula
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνή – Joey Belladona
Κιθάρες – Scott Ian
Κιθάρες – Dan Spitz
Μπάσο – Frank Bello
Drums – Charlie Benante

Μετά τον ορυμαγδό του “Fistful of metal” και τη περιοδεία προώθησης του, έχουμε αλλαγές μελών για τους ANTHRAX. Παρελθόν ο Dan Lilker που θα έφτιαχνε τους NUCLEAR ASSAULT, παρελθόν o Neil Turbin και στη θέση τους, έρχονται ο Joey Belladona και ο Frank Bello αντίστοιχα. Παρένθεση, για ένα φεγγάρι φωνητικά έκανε ο Matt Fallon αλλά γρήγορα τον απέλυσαν γιατί δεν είχε την αυτοπεποίθηση που έπρεπε στο studio, κλείνει η παρένθεση. Ο Belladona λοιπόν, προερχόμενος από ένα hard n’ heavy background σαν τραγουδιστής, έφερε μια άλλη μελωδικότητα στο συγκρότημα, η οποία θα γινόταν έκδηλη στην κυκλοφορία – επίσημο ντεμπούτο του νέου line up.

27 Φεβρουαρίου 1985 και το “Armed and dangerous” EP, κυκλοφορεί και οπλοφορεί! To φερώνυμο κομμάτι, δείχνει το λυρισμό των ερμηνειών του Joey Belladona, όπως αυτή θα εκφραζόταν από τούδε και στο εξής στους ANTHRAX. Θα το συναντούσαμε εκ νέου, πιο μεστό ακόμα στο επόμενο full-length, ενώ το “Raise hell”, παρέμεινε μοναδικό σε αυτή τη κυκλοφορία. Μια κυκλοφορία η οποία συμπληρώνεται από τη διασκευή στο κλασσικό “God save the queen” των SEX PISTOLS, αλλά και δύο live εκτελέσεις των “Metal thrashing mad” και “Panic” με Belladona στα φωνητικά. Τελευταία κυκλοφορία επιπλέον, για λογαριασμό της Megaforce.

Το νερό έχει μπει ήδη στο αυλάκι. Με παραγωγό δίπλα στον Carl Canedy τον Scott Ian και τον Jon Zazula, το δεύτερο full-length της αρμάδας από τη Νέα Υόρκη, θα έπαιρνε σιγά σιγά σάρκα και οστά. Έτερη πρώτη επίσης, για τους ANTHRAX, στην Music For Nations, η οποία στις 30 Οκτωβρίου 1985, θα κυκλοφορούσε το “Spreading the disease”. Για τον γράφοντα, το συγκεκριμένο είναι η κορωνίδα της δισκογραφίας τους, με το “Among the living” να ακολουθεί από κοντά. Το μεγαλείο, ξεκινάει από το μακελειό του “A.I.R.” και τον Belladona να σκίζει τον αέρα, ενώ η μπάντα από πίσω του… οργώνει, σπέρνει και θερίζει!

Από την άλλη, το “Lone justice” (βασισμένο στο “The gunslinger” του Stephen King) με την υπέροχη μπασογραμμή του Frank Bello και την ποιητική στιχάρα “no name, like a shadow on a moonless night” στη γέφυρα ανατριχιάζει τους πάντες, πραγματευόμενο την επιβολή δικαιοσύνης από έναν τιμωρό. Το mid-tempo του ύφους του, παράλληλα, το κάνει ιδανικό για το circle pit, το σωστό, το ορθόδοξο. Μιλώντας για circle pit και εν γένει για τρέλα….”it’s time for your medication, mr. Brown”. “Madhouse” και τα μυαλά στα κάγκελα! Το τόσο χαρακτηριστικό του video clip, όμως, δεν πήρε μεγάλη προβολή από το MTV.

Ο λόγος; Ο σταθμός βλέπετε θεωρούσε πως ήταν υποτιμητικό προς τα άτομα που πάσχουν από ψυχικές νόσους. ΦΥΣΙΚΑ, αυτό δεν πτόησε κανέναν από τους οπαδούς τους, που το λάτρεψαν και έχει επιβιώσει ανά τα χρόνια σαν κλασσική επιλογή του set από το άλμπουμ. Για το “Armed and dangerous” τα είπαμε παραπάνω, να προσθέσουμε μόνο ότι ο Turbin έχει credit στους στίχους του. Από τις κορυφαίες στιγμές του δίσκου, ενώ κρυφά διαμάντια σαν το καταιγιστικό “Aftershock” (τι ρεφρέν είναι αυτό διάολε) και το μαρσαριστό “S.S.C./Stand or fall”, διαλύουν το σβέρκο του ακροατή με περίσσια ευκολία!

Στον αντίποδα, το “The enemy” ως πιο περιπετειώδης σύνθεση, θα έλεγε κανείς ότι δείχνει το δρόμο για το “Among the living” όπου η μπάντα θα άπλωνε κι άλλο τις διάρκειές της, με τα τύμπανα του Charlie Benante να πρωταγωνιστούν! Κάπου εδώ, έρχεται ένα κομμάτι που επίσης, παίζει σταθερά στα set των ANTHRAX ως επιλογή από αυτό το άλμπουμ, το “Medusa”. Το σαγηνευτικό μα τόσο επικίνδυνο πλάσμα της ελληνικής μυθολογίας, λαμβάνει σάρκα και οστά στον ύμνο αυτό των ANTHRAX με το υπέροχα δυσοίωνο μα τόσο εθιστικό riff, που καθηλώνει τον ακροατή.

Το δε κλείσιμο με το “Gung-ho”, όπου είναι ΞΕΚΑΘΑΡΑ το πιο ισοπεδωτικό κομμάτι από πλευράς ταχυτήτων, δείχνει τον τρόπο με τον οποίο γκαζώνουν οι ANTHRAX, σαρώνοντας τα πάντα στο πέρασμα τους! Σε αυτό και το “Armed and dangerous” εκτός από credits στιχουργικά στον Neil Turbin, αποδίδονται και μουσικά στον Dan Lilker. Ο δίσκος θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία, μια και την επόμενη χρονιά, θα βρεθούν σε δύο σημαντικές περιοδείες. Με τους OVERKILL και τους AGENT STEEL το Μάιο (στο Βιλαμπάχο ακόμα δέρνουν!) και στο πλευρό των ήδη κολλητών φίλων τους METALLICA ως support στην Ευρωπαική περιοδεία του “Master of puppets”.

40 χρόνια μετά, το “Spreading the disease” δεν έχει χάσει ούτε ελάχιστη από την αίγλη του, την σημασία του για το συγκρότημα, το thrash metal γενικά, ενώ μέχρι και σήμερα ο γράφων το λατρεύει μέχρι αηδίας, από έφηβος ως και την στιγμή που γράφονται ετούτες οι γραμμές. Αυτά.

Did you know that?

– Το φινάλε του “Gung-ho” είναι αναφορά στο μουσικό έργο “Sinfonie de Fanfares” του baroque συνθέτη Jean-Joseph Mouret.

– Στο “Medusa” έχει συνθετικό credit και ο Jon Zazula, δίπλα στην υπόλοιπη μπάντα. Στις πρώτες εκδόσεις έπαιρνε αποκλειστικό credit, κάτι που άλλαξε στις επανεκδόσεις.

– “A.I.R.” = “Adolescence in red” σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του Scott Ian. Επίσης, ήταν λογοπαίγνιο πάνω στο “Rhapsody in blue” του μουσικοσυνθέτη George Gershwin.

– Το concept του εξωφύλλου, όπου έναν τύπο τον ελέγχουν για επίπεδα ραδιενέργειας, το σκέφτηκε ο Charlie Benante, ενώ το υλοποίησαν οι Peter Corriston και Dave Heffernon, οι οποίοι είχαν συνεργαστεί με τους LED ZEPPELIN στο “Physical graffiti”.

Γιάννης Σαββίδης

A day to remember…30/10 [RUNNING WILD]

0
Running Wild

Running Wild

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The masquerade” – RUNNING WILD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Noise Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Rolf Kasparek, Karl-Ulrich Walterbach
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά / Κιθάρα – Rolf “Rock’n’Rolf” Kasparek
Κιθάρα – Thilo Hermann
Μπάσο – Thomas Smuszynski
Τύμπανα – Jörg Michael

Στα μέσα της δεκαετίας των 90s, οι RUNNING WILD συνέχιζαν ακάθεκτοι να σηκώνουν την πειρατική  σημαία τους ψηλά με περηφάνεια και περίσσεια αλητεία. Ενώ πολλά συγκροτήματα της γενιάς τους πάλευαν να προσαρμοστούν στις νέες μουσικές τάσεις, ο καπετάνιος Rolf Kasparek δεν έκανε βήμα πίσω. Το “Masquerade”, είναι ένα ακόμα ολοκληρωμένο, αψεγάδιαστο και εμβληματικό άλμπουμ, που αποτυπώνει με τον καλύτερο τρόπο την αφοσίωση του συγκροτήματος στις αρχές του, αλλά και την πρόθεσή του να συνεχίσει να κυκλοφορεί εξαιρετικά άλμπουμ.

Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1995 και σηματοδότησε ένα σπάνιο γεγονός στην ιστορία των RUNNING WILD, την επιστροφή τους με την ίδια σύνθεση που είχαν ηχογραφήσει το προηγούμενο τους άλμπουμ, το “Black hand inn”. Ο Kasparek, πάντα στο τιμόνι, πλαισιωμένος από τους Thilo Hermann, Thomas Smuszynski και Jörg Michael, βρήκε επιτέλους μια σταθερή ομάδα που μοιραζόταν το όραμά του. Βασικά, για εκείνη την περίοδο υπήρχε ο συμβιβασμός και άρεσε στα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, να λειτουργούν ως μισθοφόροι και να πληρώνονται ως τέτοιοι (κανονικοί κουρσάροι!), ενώ άφηναν το πεδίο ανοιχτό στον Kasparek να δουλέψει όπως αυτός ήθελε.

Το “Masquerade” αποτελεί την απαρχή μιας θεματικής τριλογίας, η οποία συνεχίστηκε με τα “The rivalry” και “Victory”, και πραγματεύεται την αιώνια μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό, τόσο σε κοινωνικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο. Ο Kasparek, κρατώντας πάντα την πειρατική θεματολογία, χρησιμοποιώντας τη σε πολλά τραγούδια αλλά και για μεταφορικούς σκοπούς, δημιούργησε έναν πιο σκοτεινό, θεατρικό κόσμο, γεμάτο αλληγορίες και εσωτερικά διλήμματα. Μουσικά, ο δίσκος είναι μια αποθέωση του κλασικού RUNNING WILD ήχου. Στιβαρά riffs, μελωδικά solos, επιβλητικά refrains και άψογη ρυθμική συνοχή. Το εναρκτήριο και συνάμα φουτουριστικό “The contract/the crypts of Hades” προετοιμάζει ιδανικά το έδαφος για την καταιγιστική συνέχεια του “Masquerade”, ένα τραγούδι που συμπυκνώνει στα τέσσερα λεπτά του την σκληροτράχηλη ωμότητα του άλμπουμ. Το “Lions of the sea” είναι ένα καταιγιστικό έπος, με τα “Rebel at heart” και “Metalhead” να χορεύoυn σε πιο κλασικούς ρυθμούς, ενώ τα “Wheel of doom” και “Underworld” σφυροκοπoύν ανελέητα.

Το “Masquerade” παραμένει μέχρι σήμερα ένας από τους πιο επιθετικούς, ωμούς και γρεζάτους δίσκους των RUNNING WILD. Συνδυάζει δύναμη και μελωδία και μάλιστα, σε μία εποχή που μουσικά τα πράγματα άλλαζαν, οι RUNNING WILD έμειναν πιστοί σε ένα όραμα όπου τιμούσε το παραδοσιακό heavy metal με ψυχή και προσωπικότητα αλλά και με μουσική που του άρμοζε.

Did you know that:

  • Το εξώφυλλο, έργο του Andreas Marschall, θεωρείται ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στην ιστορία των RUNNING WILD, αποτυπώνοντας τέλεια το θεατρικό και σκοτεινό ύφος του δίσκου.
  • Ο Kasparek χρειάστηκε μόλις δύο μήνες για να γράψει τη μουσική και τους στίχους και άλλον ενάμιση μήνα κράτησαν οι ηχογραφήσεις.
  • Το “Masquerade” σηματοδοτεί το τέλος μίας εποχής, καθώς είναι και το τελευταίο άλμπουμ που έβγαλαν με την Noise. Μία συνεργασία που ξεκίνησε από το 1983 και τα τραγούδια “Chains and leather” και “Adrian” που χρησιμοποιήθηκαν στη συλλογή “Rock from hell”.

Δημήτρης Μπούκης

THEM – “Psychedelic enigma” (Steamhammer)

0
Them

Them

Από τότε που οι Γερμανοαμερικανοί THEM ξεκίνησαν ως μια tribute μπάντα στον King Diamond και τα πνευματικά του παιδιά μέχρι σήμερα, έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι. Με ιθύνοντα νου τον τραγουδιστή KK Fossor (κατά κόσμον Troy Norr) οι THEM μας παρουσιάζουν μια εξαιρετική ιστορία τρόμου σε κάθε άλμπουμ τους, κατά τα πρότυπα του μέντορα τους, διανθισμένη με πολύ καλή μουσική. Παρακολουθώ τους THEM πολύ στενά από την αρχή της καριέρας τους και πάντα μου έκανε εντύπωση η διαρκής ανοδική, εξελικτική τους πορεία σε κάθε τους δουλειά. Έτσι, όταν έπεσε στα χέρια μου το νέο, πέμπτο τους άλμπουμ με τίτλο “Psychedelic enigma” δεν άφησα την ευκαιρία ανεκμετάλλευτη για να ασχοληθώ για μια ακόμη φορά μαζί τους και να βυθιστώ στον θεατρικό και σκοτεινό κόσμο τους.

Σε πρώτη φάση να πω εδώ ότι το “Psychedelic enigma” είναι ίσως το πιο επιθετικό άλμπουμ των THEM μέχρι στιγμής. Υποψιάζομαι ότι μάλλον έχει βάλει και το χεράκι του και ο παραγωγός Randy Burns (αν αρχίσουμε να αναφέρουμε τους δίσκους που έχει δουλέψει, δεν θα τελειώσει ποτέ αυτή η κριτική!) αλλά όπως και να έχει, η ουσία δεν αλλάζει. Τα κομμάτια είναι ταχύτατα, με τέμπο που ανεβάζει τους σφυγμούς, πάντα όμως κάτω από την προστατευτική ματιά του Βασιλιά Διαμαντή. Υπάρχουν και κομμάτια που θυμίζουν πιο έντονα τους KING DIAMOND, όπως τα εξαιρετικά “Electric church” και “Echoes of the forgotten realm”, αλλά σε γενικές γραμμές οι THEM ακούγονται πιο οργισμένοι από ποτέ. Η μουσική τους πλέον αγγίζει ξεκάθαρα τις παρυφές του thrash, χωρίς να ξεχνούν τις πιο κλασικές heavy metal καταβολές τους. Ακούστε για παράδειγμα το “Remember to die”που είναι η πιο thrashy στιγμή του δίσκου και το σχεδόν prog-thrash “Psychonautic state” που μπορεί να σας θυμίσει αμυδρά ακόμα και WATCHTOWER.

Γενικά υπάρχει πλούσια γκάμα ακουσμάτων στα κομμάτια του “Psychedelic enigma”. To speed metal του “Catatonia” (που ουσιαστικά ανοίγει τον δίσκο μετά από την απαραίτητη ατμοσφαιρική εισαγωγή) ή η ανατολίτικη μελωδία του “Reverie” είναι ενδεικτικά κάποια από τα πολλά στοιχεία που θα κρατήσουν τον ακροατή απόλυτα προσηλωμένο στο άλμπουμ, περιμένοντας να ακούσει σε κάθε νότα και άλλες εκπλήξεις. Κάποια στοιχεία από IRON MAIDEN αλλά και MERCYFUL FATE είναι διάσπαρτα εδώ και εκεί και προσδίδουν μια ξεχωριστή πινελιά χωρίς όμως να δημιουργούν την αίσθηση της αντιγραφής. Αντίθετα η μπάντα δείχνει να αυτοπροσδιορίζεται παρουσιάζοντας μια ξεχωριστή μουσική ταυτότητα που όμως σέβεται την βασική της επιρροή.

Μεγάλο ατού των THEM ήταν πάντα η θεατρικότητα του KK Fossor και τα μελωδικά κιθαριστικά solos των Markus Ullrich και Markus Johansson, στοιχεία που και στο “Psychedelic enigma” υπάρχουν άφθονα. Ειδικά η κιθαριστική δουλειά χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς, καθώς οι δύο κιθαρίστες εξαπολύουν riffs που παίρνουν μυαλά. Η μπάντα ακούγεται πιο στιβαρή από ποτέ, τα κομμάτια είναι άρτια δομημένα, ξεδιπλώνοντας με μαεστρία την ιστορία που αφηγείται με τον δικό του, μοναδικό τρόπο ο KK Fossor, ενώ δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε και την εξαιρετική παραγωγή του Randy Burns που αναδεικνύει και με το παραπάνω την ποιότητα των συνθέσεων.

Η λέξη “εξέλιξη” πολλές φορές ακούγεται όταν θέλουμε να δικαιολογήσουμε μια αποτυχημένη στροφή στον ήχο μιας μπάντας. Ευτυχώς αυτό δεν συμβαίνει στους THEM. Το “Psychedelic enigma” είναι ο δίσκος που παρουσιάζει τους THEM ίσως στην πιο επιθετική φάση της καριέρας τους, και χαράσσουν μόνοι τους το δικό τους σκοτεινό μονοπάτι στον μουσικό τρόμο, με τον King Diamond να παρακολουθεί επιδοκιμαστικά.

8,5 / 10

Θοδωρής Κλώνης

SPECIES – “Changelling” (20 Buck Spin)

0
Species

Species

To tech thrash είναι πολύ δύσκολο είδος, για να το παρακολουθήσει ένας metalhead. Αλλόκοτο και διαφορετικό σίγουρα, άλλοτε στριφνό, άλλοτε «σπαστικό» και «σπασμωδικό», πάντοτε χωρίς νόρμες, είναι από τη «φύση» του προορισμένο να ακουστεί από λίγους και να μην σπάσει ποτέ το εμπορικό φράγμα, μπαίνοντας στον χώρο του ευρέως mainstream. Κάτι που γνωρίζουν και έχουν δεχτεί τόσο οι οπαδοί του, ο αριθμός των οποίων είναι ενδεικτικός για το πόση αποδοχή έχει στις πλατιές μάζες, όσο και οι ίδιοι οι μουσικοί του.

Οι Πολωνοί SPECIES είναι ένα tech thrash τρίο, που κυκλοφορεί τη δεύτερη δισκογραφική του δουλειά. Το πρώτο τους άλμπουμ, τους με τίτλο “To find deliverance”, κυκλοφόρησε από τη μικρούλα Awakening Records και χαιρετίστηκε από τους φίλους του είδους ως ένα πολύ αξιόλογο και ελπιδοφόρο ντεμπούτο. Ο διάδοχος του, το “Changelling”, κυκλοφορεί μέσω της 20 Buck Spin. Μεγαλύτερη εταιρεία, άρα μεγαλύτερη η «έκθεση» και η «δημοσιότητα», περισσότερα τα «βλέμματα» πάνω στο γκρουπ, επομένως μεγαλύτερη σε έκταση και η όποια κριτική.

Προσωπικά, δεν ήξερα τη μπάντα. Και το promo έφτασε στα χέρια μου ξεκάθαρα από (διπλή) τύχη: Από τη μια, ο αρχισυντάκτης μου είδε το όλο look τους και χωρίς να το ψάξει περαιτέρω, θεώρησε πως παίζουν vintage (heavy) rock και μου το έστειλε κατευθείαν, από την άλλη, ένας φίλος μουσικός, γνωστός tech freak, μου έστειλε το link από το video τους για το κομμάτι “The essence”, επειδή ξέρει ότι μου αρέσει πολύ το tech thrash! Πολύ λογικά σκέφτηκαν και οι δύο, η αλήθεια είναι. Εγώ είμαι ο μπερδεμένος της υπόθεσης!

Και είμαι μπερδεμένος, γιατί κάτι με «χαλάει» σε αυτόν τον δίσκο, κάπως δυσκολεύομαι στο να μπω στο κλίμα και στο «μεδούλι» των συνθέσεών του. Αρχικά, ας θέσουμε τα μουσικά πλαίσια του “Changelling”: DEATH, CORONER, WATCHTOWER. Οι Piotr Drobina (μπάσο, φωνή), Przemysław Hampelski (τύμπανα) και Michał Kępka (κιθάρα), είναι πολύ καλοί παίκτες. Ουδείς το αρνείται αυτό. Δυστυχώς όμως για μένα, όχι για αυτούς που συνθέτουν ακριβώς αυτό που τους αρέσει, στο δεύτερο άλμπουμ έχουν θυσιάσει την (όποια) αμεσότητα, στον βωμό όχι της τεχνικής, αφού κάτι πολύ τεχνικό μπορεί να είναι και άμεσο, αλλά στον βωμό της συνθετικής… παράνοιας.

Έτσι, οι πάμπολλες αλλαγές σε ρυθμούς και ύφος που ακούμε, γίνονται η αιτία να χάνεται η ροή του δίσκου. Επίσης, τα φωνητικά, είναι σουτ στο δοκάρι. Από τη μια, προσπαθούν να πιάσουν σε χροιά τον μακαρίτη Chuck και κάτι τέτοιο, εντάξει, απλά δε γίνεται. Από την άλλη, όταν γίνονται «καθαρά», είναι αδύναμα και δεν πατούν σωστά. Γενικότερα, γνώμη μου είναι πως δεν οφείλεις να είσαι υπέρ το δέον (και όχι «υπέρ τού δέοντος», που διαβάζω και μου κάνουν τα μάτια γκελ κάθε φορά) αντισυμβατικός, για να θες να λέγεσαι “tech” ή “prog”. Και η φράση «σαν να είχε γραφτεί το “Rust in peace” από τους MEGADETH και τον John Carpenter πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα», δε μου λέει απολύτως τίποτα…

Τι είναι τελικά το “Changelling”; Περισσότερο με «συρραφή» μεμονωμένων καλών ιδεών θα το παρομοίαζα, που όμως δεν πέτυχε και τόσο καλά στην σταυροβελονιά. Τα καλά διαστήματα βέβαια, που είναι πολλά, δείχνουν ακριβώς αυτό: Οι SPECIES βρίσκονται, μάλλον, μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Ή θα ξεφύγουν προς άγνωστη κατεύθυνση και όποιος αντέξει, ή θα κάνουν αναστροφή και θα ακολουθήσουν την οδό του αμεσότερου ντεμπούτου. Άρα, είναι στο χέρι τους αν και τι είδους “break” μπορούν να κάνουν. Πάντως η παραγωγή της μπάντας, σε συνεργασία με τον Filip Pągowski, είναι πολύ καλή και αναδεικνύει τον ήχο της.

Βέβαια, όλα τα παραπάνω μπορεί κάλλιστα κάποιος να τα βρίσκει άστοχα, διότι πολύ απλά, όλα είναι θέμα γούστου. Η τελική ετυμηγορία, είναι όπως πάντα, αυτή του κοινού. Συνεπώς, αν είσαι οπαδός του tech thrash, άκουσε το άλμπουμ και πού ξέρεις, μπορεί να διαφωνήσουμε!

7 / 10

Δημήτρης Τσέλλος

ORBIT CULTURE – “Death above life” (Century Media)

0
Orbit Culture

Orbit Culture

Αν υπάρχει σήμερα μια μπάντα που δείχνει ξεκάθαρα πως το σύγχρονο metal δεν έχει πει την τελευταία του λέξη, αυτή είναι οι ORBIT CULTURE. Ειλικρινά δεν έχω ιδέα πόσοι έχουν πάρει χαμπάρι τι έχουν κάνει αυτά τα παιδιά, ειδικά από το 2020 και έπειτα. Το μόνο σίγουρο είναι πως έχουν όλα τα φόντα για να βγουν στο αφρό και να κατακτήσουν το mainstream metal στερέωμα. Οι Σουηδοί έχουν καταφέρει να συνδυάσουν μία απίστευτη βαριά groove-ιά, ατμόσφαιρα και ταυτότητα σε ένα κράμα melodic death metal ήχου, που όμως δεν μοιάζει με κανέναν άλλο. Με το “Death above life”, το πέμπτο τους άλμπουμ που κυκλοφόρησε πριν λίγες ημέρες, δείχνουν πως πλέον δεν έχουν τίποτα να αποδείξουν, μόνο να επιβεβαιώσουν ότι βρίσκονται ανάμεσα στις πιο δημιουργικές μπάντες της γενιάς τους.

Ο δίσκος ανοίγει με το “Inferna”, ένα επτάλεπτο μανιφέστο όπου τα riffs πέφτουν σαν καταιγίδες και οι μελωδίες διαπερνούν τα πάντα. Η φωνή του Niklas Karlsson είναι ο καταλύτης. Άγρια, επιβλητική, αλλά και εκφραστική όταν χρειάζεται, μεταφέρει απόλυτα το βάρος και την ένταση των συνθέσεων. Οι κιθάρες πλέκουν ένα ηχητικό τείχος, με τη ρυθμική βάση να θυμίζει βιομηχανική μηχανή αλλά και μελωδικές γραμμές που τονίζονται από εφέ και δημιουργούν μία μεγαλοπρεπή και επική ατμόσφαιρα. Το “Bloodhound” συνεχίζει πιο επιθετικά, με industrial αναφορές και ρυθμούς που πνίγουν τον ακροατή, ενώ το “Inside the waves” ανοίγει πιο μελωδικά, με ένα ρεφρέν που σου καρφώνεται στο μυαλό χωρίς να χάνει την επιθετικότητά του. Στο “The tales of war”, που αποτέλεσε και ένα από τα single του άλμπουμ, οι ORBIT CULTURE βαδίζουν στο γνώριμο τους ύφος με φουλ groove ρυθμό και επικό ρεφραίν με κινηματογραφική ατμόσφαιρα, κάτι που επαναλαμβάνεται στο mid-tempo “Hydra”. To “Nerve” μας επαναφέρει στα έξαλα κουπλέ με τα μελωδικά ρεφραίν και το “The storm” εκπλήσσει με το βασικό του riff, που αν όχι αντιγράφει, κινείται πανομοιότυπα με riff που θα ακούγαμε από τους AMON AMARTH, παρόλα αυτά είναι μία πάρα πολύ καλή προσθήκη.

Η παραγωγή τους είναι για ακόμα μία φορά πυκνή, σχεδόν ασφυκτική αλλά με την καλή έννοια. Υπάρχει όγκος στον ήχο και βάθος, χωρίς να μπουκώνει όμως από το ακραίο στοιχείο τους, όπως τα πολλά blast και τους χαμηλούς τόνους στις κιθάρες. Κάθε στοιχείο υπάρχει εκεί που πρέπει και όλα ακούγονται με ακρίβεια.

Αν σε κάτι το “Death above life” υστερεί είναι στο γεγονός πως υπάρχει παρόμοια δομή στα τραγούδια αλλά η ποικιλομορφία στις συνθέσεις τα κάνει να ξεχωρίζουν. Δεν είναι ένας εύκολος δίσκος. Δεν χαρίζεται, δεν προσπαθεί να σε καλοπιάσει. Είναι όμως ειλικρινής και άμεσος. Οι ORBIT CULTURE, με όλες τις επιρροές τους, από METALLICA μέχρι τα συγκροτήματα του Gothenburg, δεν ψάχνουν απλώς να ακολουθήσουν ένα ρεύμα αλλά χτίζουν το δικό τους. Και το κάνουν εδώ και χρόνια με μεθοδικότητα, τόλμη, πάθος και έναν ήχο που δύσκολα ξεχνιέται. Με το “Nija” του 2020 εκτιμούσα ότι ήρθε η στιγμή να κάνουν το μεγάλο τους βήμα. Μιλάμε άλλωστε για ένα άλμπουμ που πέντε χρόνια μετά το θεωρώ 10/10. Με το “Death above life”, οι Σουηδοί συνεχίζουν ακάθεκτοι μετά το “Descent” και δεν βρίσκω λόγο να μην περάσουν στο επόμενο επίπεδο. Πράξτε τα δέοντα και δώστε τους μια ευκαιρία. Τα παιδιά το αξίζουν.

8 / 10

Δημήτρης Μπούκης

PONTE DEL DIAVOLO – interview and live report @ Mantova 22/2/2025

0
Ponte

Ponte

Την Παρασκευή 31 Οκτωβρίου θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε στη σκηνή του Temple τους Ιταλούς PONTE DEL DIAVOLO,  οι οποίοι στο πρώτο μισό της τρέχουσας δεκαετίας έχουν καταφέρει να κάνει αίσθηση με τη συνολική τους παρουσία. Τη βραδιά θα ανοίξουν οι CHURCH OF THE SEA, οι οποίοι φέτος κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους LP, “Eva”, και αποτελούν το πιο ταιριαστό σχήμα της σκηνής μας ως support.

Είναι, ίσως, η πιο ιδιότυπη μπάντα στο χώρο του black metal, έχοντας έντονα doom στοιχεία αναμεμιγμένα με αντίστοιχα new wave και post punk. Έχοντας κυκλοφορήσει 3 EPs – “Mystery of mystery” (2020), “Sancta Menstruis” και “Ave Scintilla!” (2022) – κυκλοφόρησαν πέρσι το ντεμπούτο τους full length άλμπουμ, “Fire Blades from the tomb”. Ο αντίκτυπος του ήταν τόσο μεγάλος που με ανάγκασε να προγραμματίσω ταξίδι στην Ιταλία να τους δω. Αρχικά είχα κανονίσει να τους δω στο Κόμο και στη Φλωρεντία τον περσινό Σεπτέμβριο, αλλά και οι δύο συναυλίες ακυρώθηκαν επειδή έκλεισαν τα club, τα οποία θα τους φιλοξενούσαν. Έτσι κανόνισα να τους δω τον φετινό Φεβρουάριο στη Μάντοβα, που είναι κοντά στο Μιλάνο.

Η εμφάνισή τους στο Arci Tom club δικαιολόγησε πλήρως την ανάγκη μου να τους δω επί σκηνής και πραγματικά ήταν εμπειρία ζωής. Ο ήχος ήταν φοβερός με τα δύο μπάσα των Kratom και Abro δίνανε έναν φοβερό όγκο και να διαπλέκονται άψογα με την κιθάρα του Nerium και το σταθερό παίξιμο στα drums από τον Segale Cornuta. Όμως πρωταγωνίστρια όπως ήταν αναμενόμενο ήταν η τραγουδίστριά τους, Elena “Erba del diavolo” Camusso. Η σκηνική της παρουσία μαγνήτιζε και η ερμηνευτική της ικανότητα ήταν πολύπλευρη απογειώνοντας κάθε κομμάτι του setlist. Και το setlist τους είχε κομμάτια από τα EPs τους πέρα από το LP. Ο new wave ύμνος “Un bacio a mezzanotte” μας έκανε να χορέψουμε στους ρυθμούς του, ενώ το “La razza” ήταν σίγουρα το highlight της εμφάνισης τους με την αποπνικτική ατμόσφαιρα στην αρχή και την καταιγιστική του κορύφωση μετά. Σημαντικό ήταν ότι έπαιξαν και δύο νέα κομμάτια από το επερχόμενο δεύτερο άλμπουμ τους, το οποίο θα κυκλοφορήσει στις αρχές του 2026.

Αυτή η εμφάνιση μου δικαιολόγησε πλήρως τον αντίκτυπο που έχει δημιουργήσει το ντεμπούτο τους, φέρνοντας τους στο line up μεγάλων φεστιβάλ όπως το Roadburn και το Inferno. Μάλιστα στο Roadburn τους δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιάσουν όλο το album και τα 3 EPs σε δύο ξεχωριστές εμφανίσεις.

Ήταν μια βραδιά με πολλά συγκροτήματα και οι PONTE DEL DIAVOLO ήταν headliners. Έτσι είχα την ευκαιρία να μιλήσω εκτενώς μαζί τους και με ανοικτό μικρόφωνο.

Πότε ξεκίνησατε;
Elena
: Το 2020 και ηχογραφήσαμε το πρώτο μας EP δύο μέρες πριν το lockdown του κορονοϊού. Μετά κλειστήκαμε και βγάλαμε τη μουσική μας στο internet. Ο κόσμος άρχισε να ακούει τη μουσική μας χωρίς καμία προώθηση και χωρίς συναυλίες.

Το παράξενο με την περίπτωση σας είναι ότι δεν ηχογραφήσατε κάποιο demo στην αρχή, αλλά κατευθείαν ένα αυτοχρηματοδοτούμενο EP. Όλο αυτό που έγινε στο internet σας έδωσε την ώθηση να ηχογραφήσετε δύο ακόμα αυτοχρηματοδοτούμενα EPs. Η εξέλιξη σας σε αυτές τις κυκλοφορίες είναι ραγδαία. Πιστεύατε ότι μετά το τρίτο EP ήσασταν έτοιμοι να ηχογραφήσετε ένα full length άλμπουμ; Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με τη Season Of Mist;
Elena
: Δεν είχαμε κάποια προσφορά όταν είχαμε ξεκινήσει να ετοιμάζουμε το άλμπουμ. Στο μεταξύ η Season of mist ήρθε σε επαφή μαζί μας. Εμείς δεν είχαμε στείλει τίποτα σε εκείνους. Ο graphic designer της Season Of Mist είχε πάρει τα δύο πρώτα EPs και έψαχνε το τρίτο γιατί είχε γίνει sold out. Έτσι μιλούσαμε στο internet και τον ρώτησα για το αν ενδιαφέρεται το αφεντικό του.
Abro: Έτσι άκουσε το αφεντικό της εταιρίας τις κυκλοφορίες μας και είπε «η παραγωγή είναι σκατά αλλά η μουσική είναι καλή».
Elena: Συγκεκριμένα μας είπε: «Συμφωνείτε μαζί μου ότι η παραγωγή είναι χάλια»; Μας πήρε τηλέφωνο ενώ ήταν σε περιοδεία και πήγαινε στη Δανία όταν μιλήσαμε. Ήταν λίγο αγχωτικό όλο αυτό αλλά όλα πήγαν καλά.

Από το υλικό των EPs φαίνεται σαν να προσπαθούσατε να βρείτε την ταυτότητα σας. Στο πρώτο δεν υπήρχε κανένα ίχνος black metal, ενώ στο δεύτερο έχετε ξεκάθαρα new wave στοιχεία στο “Un bacio a mezzanotte”.
Elena
:  Μάλλον η ταυτότητα της μπάντας είναι ότι μιξάρουμε τον σκοτεινό ήχο γενικά, δηλαδή gothic rock, post punk και μια πλευρά του black metal μαζί με doom.
Abro: Ουσιαστικά χτίζουμε τα κομμάτια. Πότε δεν λέμε «ας το κάνουμε black metal».
Elena: Βάζουμε όλα τα διαφορετικά στυλ μουσικής που μας αρέσουν.

Πως γράφετε τα κομμάτια σας;
Abro
: Όλα γίνονται στις πρόβες. Ερχόμαστε με ιδέες και τις εξελίσσουμε όλοι μαζί μέχρι να ολοκληρωθεί ένα κομμάτι.

Είχατε εξαρχής αποφασίσει να έχετε δυο μπάσα;
Elena
: Ναι, ήταν απόφαση εξαρχής όταν ξεκινήσαμε την μπάντα με τον Abro.

Είχατε αλλαγή στο δεύτερο μπάσο στο ντεμπούτο σας. Ποια είναι η διαφορά που έχετε πλέον στη χρήση τους με την προσθήκη του Kratom;
Kratom:
Η προηγούμενη μπασίστρια του γκρουπ έπαιζε τεχνικά, ενώ εγώ παίζω με δύναμη χρησιμοποιώντας πένα. Έτσι αφήνω στον Abro να αποδώσει τις μπασογραμμές, ενώ εγώ θέλω να δίνω όγκο στον ήχο μας.

Το video clip σας για το “Covenant” είναι πραγματικό έργο τέχνης. Μπορείτε να μας πείτε γι’ αυτό;
Elena
: Ήταν δική μου ιδέα να γυριστεί εκεί και η πρωταγωνίστρια είναι χορεύτρια. Της ζήτησα να συμμετάσχει και το αποτέλεσμα μας ικανοποιεί πλήρως, αντίθετα από το πρώτο μας video clip για το “Demone”

Ποιες είναι οι επιρροές σου σαν τραγουδίστρια; Σε πολλά σημεία θυμίζεις έντονα την ερμηνευτική προσέγγιση της Diamanda Galas.
Elena
: Μου αρέσει πολύ η new wave/gothic σκηνή και κυρίως οι SIOUXSIE AND THE BANSHEES. Σίγουρα και η Diamanda Galas με έχει επηρεάσει και είναι πραγματικά φοβερή.

Με ποιες μπάντες θα θέλατε να περιοδεύσετε;
Elena
: Με τους ROTTING CHRIST και τους ULVER.

Κείμενο/φωτογραφίες: Λευτέρης Τσουρέας

A day to remember… 29/10 [OMEN]

0
Omen

Omen

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ:  “Warning of Danger” – OMEN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΙΑ: Metal Blade
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Brian Slagel
ΣΥΝΘΕΣΗ:
J.D. Kimball – Φωνή
Kenny Powell – Κιθάρα
Steve Wittig – Τύμπανα
Jody Henry – Μπάσο

Η κόμπρα σε κοιτάει κατάματα και τα μάτια του ερπετού είναι ο οιωνός για τον κίνδυνο που παραμονεύει.

Είναι Οκτώβριος του 1985. Το Heavy Metal ζει τις πιο μεγάλες του δόξες. Είναι μια χρονιά που oι μεταλλάδες προσπαθούν να συνέλθουν από τα δισκογραφικά χαστούκια που βγαίνουν το ένα μετά το άλλο από όλες τις εμβληματικές μπάντες του χώρου. Οι OMEN έχουν δείξει τη βαρβαρική τους διάθεση από το ντεμπούτο τους “Battle cry”. Τώρα επιδίδονται σε ένα άκομψο σεμινάριο U.S. Power Metal. To “Warning of Danger” ορμάει και δεν παίρνει αιχμαλώτους. Οι συνθέσεις πολύ πιο δουλεμένες, οι μελωδίες πιο δραματικές και σκοτεινές και η καυλ**ική βραχνάδα στη φωνή του J.D. Kimball δείχνει τι σημαίνει πολεμικός metal τραγουδιστής. Εδώ η θεματολογία δεν μοιάζει τόσο με τα dark fantasy τσεκουράτα μονοπάτια του “Battle cry”.

Eδώ οι ΟΜΕΝ έχουν μπει πιο βαθιά στη δεκαετία της 80s αισθητικής. Τα αμαρτωλά μεσαιωνικά καταγώγια και τα αιματοβαμμένα πεδία μάχης δίνουν τη θέση τους σε σκοτεινά επικίνδυνα σοκάκια της μεγαλούπολης όπου καραδοκούν κυβόργια έτοιμα να τερματίσουν την ύπαρξή σου. Μην ξεχνάμε ότι το “Terminator” έχει κυκλοφορήσει μόλις ένα χρόνο πριν και είναι παραπάνω από εμφανές το πως επηρέασε την τετράδα από το Λος Άντζελες. Cyborg Lust. Φυσικά δεν λείπουν και οι κλασσικές επικές στιγμές με κομμάτια όπως το “Make me your king” με τις Αρθουριανές αναφορές του και το “Hell’s Gates” που μοιάζει με αφιέρωση στους πεσόντες στις ρωμαϊκές αρένες. Γνωστό και αγαπητό θέμα για τους ΟΜΕΝ.

Δεn θα μπω σε ανάλυση καθενός από τα κομμάτια γιατί κάθε ένα είναι για βιβλίο. Τι να πρωτοπιάσω. “Ruby eyes of the serpent”? “Don’t Fear the night”; To ομώνυμο; Τα ρίφ του Kenny Powell ζωγραφίζουν στο δίσκο και οι εναλλαγές στις συνθέσεις είναι μνημειώδεις. 40 χρόνια μετά βάζεις το “Warning of Danger” και είναι τόσο λυσσασμένος o ήχος που νιώθεις σα να βγήκε σήμερα. Καταλαβαίνεις ακόμα γιατί μέσα στις δεκαετίες που ακολούθησαν κάθε battlevest που σέβεται τον εαυτό του είχε σε μια ξεχωριστή γωνιά το  χαρακτηριστικό ΟΜΕΝ ραφτό. Η συνθετική δεινότητα είναι στο αποκορύφωμα και γι’ αυτό αποτέλεσαν κομβική επιρροή των περισσότερων συγκροτημάτων που προσπάθησαν να ακολουθήσουν το μονοπάτι του U.S. Power. Γιατί η ωμότητα και η μελωδικότητα ισορροπούν απόλυτα ενώ οι ιδιαίτερες δομές εναλλάσσονται με ταχύτητα και ορμή.

Από ανθρώπους που έζησαν εκείνη την εποχή ακούς ότι όταν κυκλοφόρησε το “Warning of Danger” ήταν μία heavy metal αποκάλυψη. Το “Battle Cry” είχε δημιουργήσει μεγάλο θόρυβο στο underground, αλλά το “Warning of Danger” έδειξε ότι οι OMEN δεν ήταν πυροτέχνημα.

Η Metal Blade χρησιμοποίησε το δίσκο ως “πλατφόρμα” αντιμετωπίζοντάς τον ως μια κυκλοφορία που θα κουβαλήσει το όνομα της εταιρείας προωθώντας τον σε fanzines, compilation κασέτες κλπ. Αυτό είχε τη σημασία του για να αρχίσει να χτίζεται  η εταιρεία στον κολοσσό που θα τη γνώριζαν τις μετέπειτα δεκαετίες οι οπαδοί του σκληρού ήχου. Υπόψη ότι την παραγωγή του άλμπουμ είχε αναλάβει το ιδρυτικό μέλος της Metal Blade, Brian Slagel. Εντωμεταξύ όταν ακούει κάποιος τις παραγωγές των 80s καμιά φορά τις απολαμβάνει νοσταλγικά και μπορεί να τους προσδίδει μια γραφικότητα. Η παραγωγή του “Warning of Danger” όμως είναι ακατέργαστη μεν, αψεγάδιαστη δε. Όλα τα όργανα ακούγονται φυσικά και παιγμένα από ανθρώπους και η δεξιοτεχνία τους σε αφήνει με το στόμα ανοιχτό. Μίλησα για τον Kenny αλλά δεν μπορώ να μην αναφέρω τον Jody Henry του οποίου το μπάσο αναπνέει στις συνθέσεις και τις αναδεικνύει ακολουθώντας το καταιγιστικό παίξιμο του Steve Wittig στα τύμπανα.

Σαράντα χρόνια μετά, το “Warning of Danger” αποτελεί όχι μόνο έναν εκπληκτικό δίσκο αλλά ένα σημείο αναφοράς για το metal. Δεν ήταν ποτέ “mainstream”. Δεν χρειάστηκε να είναι. Ανήκει στην κάστα εκείνων των άλμπουμ που μιλούν απευθείας στην καρδιά του οπαδού. Άντεξε στο χρόνο και απέδειξε την αξία του. Οι ΟΜΕΝ δεν ακολούθησαν μόδες φρου φρου και αρώματα αλλά παρέμειναν πιστοί στο αξίωμα : Live by the sword, Die by the blade. Δεν είναι τυχαίο που τα τελευταία χρόνια εξακολουθούν να αποθεώνονται. Είναι οι αθάνατες συνθέσεις και είναι και αυτή η “αντρίκια φωνή” που δείχνει τον “άλλο” δρόμο στο power metal.. Και αν σίγησε το 2003 ο τιτάνας Kimball κάτι παράξενο συνέβη που έχει μια ειδική σημασία για τη χώρα μας. Κάπου στον ελληνικό νότο ένας νεαρός οπαδός των ΟΜΕΝ με γρεζάτη, αλήτικη και συνάμα επική φωνή ανέλαβε το μικρόφωνο του ιστορικού συγκροτήματος. Και από όσους πέρασαν μόνο εκείνος θυμίζει  κάτι από εκείνη την παλιά σκονισμένη και αιματοβαμμένη αισθητική. Έτσι μπορούμε ακόμα να σκίζουμε τα λαρύγγια μας στις συναυλίες και να ουρλιάζουμε:

“Watch for the stranger
A shadow in the night”

Άρης Λάμπος

PARADISE LOST interview (Nick Holmes)

0
Lost
Photo by Ville Jurrikkala
Lost
Photo by Ville Jurrikkala

“Entertaining misery”

O νέος δίσκος των PARADISE LOST, έχει κυκλοφορήσει εδώ και κάποιες εβδομάδες και ο Σάκης Φράγκος, είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με τον τραγουδιστή του συγκροτήματος, Nick Holmes. Μίλησαν για τη δημιουργική μιζέρια, τα ρίσκα της καριέρας τους, την επιλογή να κάνει ο Greg Mackintosh την παραγωγή του δίσκου και οτιδήποτε έχει να κάνει με το “Ascension”, σε μία απολαυστική συζήτηση.

O τίτλος του νέου σας δίσκου, που βγήκε στις 19 Σεπτεμβρίου, λέγεται Ascension που σημαίνει ανύψωση. Ανέκαθεν όμως η μουσική σας άκμασε μέσω της μελαγχολίας. Είναι ένας ειρωνικός τίτλος ή υποδηλώνει μια αλλαγή προσέγγισης σχετικά με το πως βλέπετε την ζωή και τον κόσμο;
Η αλήθεια είναι ότι ανέκαθεν μου άρεσε αυτή η λέξη και το νοητικό της πλαίσιο που έχει να κάνει με το πως να γίνει καλύτερος κάποιος μέσα στα περιορισμένα χρονικά όρια της ζωής και με τα μέσα που η ίδια η ζωή δίνει στον καθένα, ενώ την ίδια στιγμή πρέπει να αντιμετωπίσει όλες τις αρνητικές δυνάμεις που βαίνουν εναντίον του. Είναι σαν να κάνεις ισορροπία πάνω σε τεντωμένο σχοινί ενώ την ίδια στιγμή έχεις κάποιον από πίσω σου που σε σπρώχνει συνεχώς για να πέσεις. Βασικά έχει να κάνει με τον αγώνα που κάνουμε όλοι μας για να καλυτερέψουμε την ζωή μας όσο γίνεται περισσότερο. Αν και προσωπικά δεν πιστεύω στην μεταθανάτια ζωή, πάντα με ενδιέφερε να μάθω τι είναι αυτό που κάνει τους άλλους να πιστεύουν αυτήν την ιδέα, αλλά να μην πιστεύουν σε κάτι άλλο. Από τότε που ξεκίνησε η μπάντα, πάντα είχα αυτές τις απορίες στο μυαλό μου, κι έτσι έχουν αποτυπωθεί στους στίχους μου, αν και όσο μεγαλώνω αρχίζω να τις βλέπω από μια διαφορετική σκοπιά. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει κάποια κεντρική ιδέα πίσω από τον τίτλο, δεν έχουμε κάνει έναν δίσκο concept.

Έχεις πει ότι σου είναι διασκεδαστικό να γράφεις για την μιζέρια. Μήπως έχεις ανακαλύψει ένα καινούργιο είδος μιζέριας που δεν είχες εξερευνήσει πριν;
Είναι διασκεδαστικό όντως, αλλά δεν είναι καθόλου διασκεδαστικό να ζεις μέσα στην μιζέρια. Αν και ακούγεται οξύμωρο, η μελαγχολική μουσική και θεματολογία μπορεί να μας ανυψώσει το κέφι, μπορεί να χρησιμέψει ως μέθοδος απόδρασης από την πραγματικότητα αλλά το να ζεις μέσα στην δυσπραγία και να είσαι πραγματικά μίζερος δεν είναι καθόλου ωραίο. Όταν τελειώνω τους στίχους ενός τραγουδιού, τους βάζω σε ένα συρτάρι και δεν τους ξανακοιτάω, γιατί εάν ζούσα την ζωή μου έτσι όπως την περιγράφω στους στίχους μου, μάλλον δεν θα ήμουνα ζωντανός τώρα. Ανέκαθεν ήθελα να γράφω με ποιητικό τρόπο (αν και αυτό θα το κρίνουν οι άλλοι) για το πως αντιμετωπίζουμε τα κακά πράγματα που μας συμβαίνουν στην ζωή και τι μας ωθεί να αντιδρούμε με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο στα γεγονότα της ζωής. Δεν μου αρέσει να διαβάζω στίχους όπου όλα είναι άσπρο-μαύρο, όλα είναι ξεκάθαρα και μπορείς να καταλάβεις ευθέως τι θέλει να πει ο στιχουργός. Εάν θέλω να διαβάσω τις ειδήσεις, θα διαβάσω την εφημερίδα. Προτιμώ να διαβάζω λέξεις που πάνε με την μουσική του κομματιού, που κυλάνε με την μελωδία ακόμα κι αν μας φαίνονται ότι δεν βγάζουν νόημα εξαρχής.

O Greg (Mackintosh) έκανε μόνος του την παραγωγή του δίσκου. Πως αποφασίσατε να έχετε ένα μέλος του γκρουπ ως παραγωγό αντί να έχετε έναν εξωτερικό παραγωγό; Αισθάνεστε πιο άνετα έτσι, με ένα γνωστό πρόσωπο να σας καθοδηγεί αντί με έναν ξένο;
Οι παραγωγοί πιο πολύ ασχολούνται με τις ενορχηστρώσεις ή με ενναλακτικές ιδέες σχετικά με τις μελωδίες ή τον ήχο, οπότε εμείς δεν χρειαζόμαστε κάποιον άλλο για να μας καθοδηγεί. Έχουμε μια εμπειρία δεκαετιών, ξέρουμε τι ήχο θέλουμε να έχουμε, δεν χρειαζόμαστε κανένα ενορχηστρωτή γιατί ξέρουμε να το κάνουμε από μόνοι μας. Όταν μια μπάντα είναι στην αρχή, τότε, ναι, χρειάζεται κάποιον παραγωγό έμπειρο να τους καθοδηγήσει, αλλά μια μπάντα σαν κι εμάς, όχι. Νομίζω ότι με έναν καλό ηχολήπτη, που ξέρει την μπάντα, ξέρει τα τραγούδια, έχει καλό αυτί, και, ακόμα καλύτερα, είναι φαν του είδους, τότε όλα τα άλλα μπορούν να γίνουν από την μπάντα. Επίσης, την σήμερον ημέρα, που όλα γίνονται ψηφιακά, είναι πιο εύκολες οι ηχογραφήσεις και μπορούμε να αποκτήσουμε καλά αποτελέσματα σε μικρό χρονικό διάστημα χωρίς να χρειάζεσαι εφτά ώρες για να πιάσεις τον σωστό ήχο σε μια κιθάρα.

Τώρα ξέρετε ακριβώς τι θέλετε και πως να το καταφέρετε, όχι όπως στις αρχές σας που χρειαζόσασταν κάποιον σαν το Rhys Fulber (FRONT LINE ASSEMBLY, FEAR FACTORY, MACHINE HEAD) για παράδειγμα, για να σας καθοδηγήσει.
Προσωπικά, μου αρέσει να ακούω την γνώμη ανθρώπων που δεν ανήκουν στην μπάντα, αλλά θα πρέπει να προέρχονται από ένα background σαν το δικό μας. Πάντως έχουμε φτάσει στο σημείο όπου πια δεν χρειαζόμαστε έναν παραγωγό.

Όλο το άλμπουμ έχει ένα φανταστικό flow. Μου δείχνει μια μπάντα που ξέρει που βρίσκεται, τι θέλει και που θέλει να πάει. Βλέπεις αυτήν την δουλειά ως μια ρετροσπεκτίβα όλης της καριέρας σας ή ως ένα φυσικό αποτέλεσμα των συνηθειών σας ως μουσικοί; Το ρωτάω γιατί μου φαίνεστε μια μπάντα που είναι όχι μόνο συνεπής με τις αρχές της αλλά και που διασκεδάζει δημιουργώντας μελαγχολική μουσική με μίζερους στίχους.
Όταν ξαναηχογραφήσαμε το ‘Icon’, ήταν σαν ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο, πίσω σε εκείνη την εποχή και σε εκείνη την νοοτροπία που είχαμε. Κατά κάποιο τρόπο, μας χρησίμεψε ως έμπνευση για τον καινούργιο δίσκο· όχι για να αντιγράψουμε κάτι από τότε, αλλά για να θυμηθούμε τον τρόπο προσέγγισης που είχαμε τότε στην σύνθεση, Έκτοτε, έχουμε μάθει και κάνει πολλά και διαφορετικά πράγματα, αλλά σίγουρα θέλαμε να επανακτήσουμε κάτι από την ατμόσφαιρα εκείνου του δίσκου. Κάτι παρόμοιο θα μπορούσα να πω και για το ‘Shades of God’, ένα άλμπουμ που αν και δεν έτυχε της προσοχής που του άξιζε, εξακολουθεί να είναι ένα από τα αγαπημένα όλων μας στην μπάντα. Εννοείται ότι όταν ξεκινάμε να δουλεύουμε σε έναν καινούργιο δίσκο, ποτέ δεν μπαίνουμε στην διαδικασία να προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι παρόμοιο με τους πιο επιτυχημένους μας δίσκους· πάντα κοιτάζουμε μπροστά. Ασκούμε σκληρή κριτική στους εαυτούς μας, οπότε εάν αυτό που κάνουμε εγκρίνεται από εμάς πρώτα, τότε σχεδόν σίγουρα θα αρέσει και στους οπαδούς μας.

Photo by Elena Vasilaki

Από τότε που ξεκινήσατε, έχουν υπάρξει αμέτρητα καινούργια στυλ και τάσεις στο metal. Προσπαθείτε συνειδητά να τα αποφεύγετε όλα αυτά ή κατά κάποιο τρόπο τα ενσωματώνετε στην μουσική σας… ή απλά αδιαφορείτε;
Το τελευταίο. Αν και είναι σημαντικό το να ξέρει κάποιος σχετικά με τις νέες τάσεις στην μουσική, ειδικά εάν συνειδητοποιήσει ότι η μουσική του δεν ακούγεται και δεν αγοράζεται πια από κανέναν, αλλά εξίσου σημαντικό είναι το να μην ακολουθεί κάποιος τυφλά τις μόδες και να πηγαίνει όπου φυσά ο άνεμος, γιατί από καλλιτεχνική άποψη, αυτό ισοδυναμεί με το φιλί του θανάτου. Εμείς, ως μπάντα, ενδιαφερόμαστε να δούμε τι υπάρχει στην αγορά, τι κάνουν οι άλλες μπάντες και τι καινούργιες ενδιαφέρουσες τάσεις υπάρχουν, αλλά όταν έχει να κάνει με την μουσική μας, ακολουθούμε μόνο το ένστικτό μας. Όταν ξεκινάς μια μπάντα, συνήθως στις συνεντεύξεις οι δημοσιογράφοι σου λένε ότι ακούγεστε σαν την τάδε ή την δείνα μπάντα. ‘Όσο περνά ο καιρός όμως, οι αναφορές σε άλλες μπάντες σταματάνε γιατί έχεις δημιουργήσει πια τον δικό σου ήχο, κι αυτό ακριβώς έχει συμβεί σε εμάς. Είναι σαν να υπάρχουμε πια μέσα σε ένα δικό μας οικοσύστημα.

Στο παρελθόν θα μπορούσαν να πούνε ότι σε κάποια κομμάτια ακούγεστε σαν αυτό ή εκείνο το συγκρότημα, αλλά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια τουλάχιστον, αυτό πια δεν ισχύει. Είναι κάτι που το κερδίσατε με το σπαθί σας…
Η αλήθεια είναι ότι σε κάποια μέρη κομματιών μας, μας αρέσει να κλείνουμε το μάτι προς κάποιες άλλες μπάντες που μας έχουν επηρεάσει, το κάνουμε επίτηδες και είναι και διασκεδαστικό.

Ένα από τα χαρακτηριστικά των PARADIOSE LOST είναι το γεγονός ότι, εκτός από την θέση του ντράμερ, η σύνθεση της μπάντας έχει παραμείνει πάντα η ίδια. Μέχρι ποιο σημείο έχει επηρεάσει αυτό το γεγονός την μουσική σας; Είναι η εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών ένας παράγοντας-κλειδί για την επιβίωση της μπάντας για πάνω από τρεις δεκαετίες;
Είναι βασικό για μία μπάντα να μην αλλάζει συχνά μέλη, εάν θέλει να θεωρείται από τον υπόλοιπο κόσμο ως όντως μια μπάντα, και δεν είναι καλό και για την ίδια την μπάντα. Εάν κοιτάξεις πίσω στην ιστορία του rock, όλες οι μεγάλες μπάντες δεν είχαν και πολλές αλλαγές στην σύνθεσή τους. Όσον αφορά εμάς, η δυναμική πάντα ήταν η ίδια: ο Greg συνθέτει κι εγώ γράφω τους στοίχους, οπότε δεν νομίζω ότι αυτό το θέμα θα μας επηρέαζε μουσικά. Πάντως είναι ωραίο να ξέρεις ότι μπορείς να εμπιστεύεσαι κάποιον μετά από τόσα πολλά χρόνια· η σταθερότητα είναι πολύ σημαντική για την επιβίωση μιας μπάντας.

Η περιστρεφόμενη πόρτα της θέσης του ντράμερ, ξαναέφερε τον Jeff Singer, έναν πρώην μέλος της μπάντας. Επηρέασε αυτό το γεγονός τον ήχο του δίσκου;
Ο Guido Montanarini ήταν εκείνος που έπαιξε στον δίσκο και ο Jeff ξαναμπήκε στην μπάντα όταν ξεκινήσαμε την περιοδεία τον περασμένο Απρίλιο. Ποτέ δεν χάσαμε την επαφή με τον Jeff όποτε ήταν σαν να είχε επιστρέψει μετά από ένα σύντομο διάλλειμα κι ας είχε λείψει τόσα χρόνια. Όσο μεγαλώνουμε, τόσο πιο γρήγορα μας φαίνεται ότι περνά ο καιρός.

Εάν έπρεπε να περιγράψεις τον δίσκο σε κάποιον που δεν σας έχει ξανακούσει ποτέ μέσω ενός από τα κομμάτια του άλμπουμ, πιο θα διάλεγες ως το πιο αντιπροσωπευτικό;
Νομίζω ότι αντανακλαστικά θα διάλεγα το “Serpent on the Cross”, με το οποίο αρχίζει ο δίσκος, αν και περιέχει πολλά μέρη με μελωδικά φωνητικά, περιέχει όλα τα αναγνωρίσιμα στοιχεία μας. Σε επίπεδο μεγαλοπρέπειας, όμως, θα διάλεγα το “Salvation”.

Photo by Elena Vasilaki

Ξέρεις, όταν μου έφτασε ο δίσκος και το έβαλα να το ακούσω, περνούσε η γυναίκα μου από το δωμάτιο όταν έπαιζε το “Serpent on the Cross”, και με ρώτησε εάν ήταν αυτός ο καινούργιος σας δίσκος. Εκεί κατάλαβα ότι είχατε καταφέρει από την πρώτη κιόλας νότα να αναπαράγετε το τυπικό και άμεσα αναγνωρίσιμο vibe της μπάντας.
Ο ήχος της κιθάρας του Greg είναι ο πυρήνας της μπάντας. Ανέκαθεν είχε ένα χαρακτηριστικό, και πολύ προσωπικό, στυλ παιξίματος και την στιγμή που αρχίζει να παίζει, αμέσως ξέρεις ότι είναι αυτός.

Υπήρξαν κάποιου είδους εμπειρίες από το sideproject HOST που έκανες με τον Greg, που θελήσατε να εμπεδώσετε σε αυτόν τον δίσκο;
Για μένα δεν ίσχυσε κάτι τέτοιο αλλά επειδή ο Greg τρελαίνεται να πειραματίζεται κι επειδή είχαμε ήδη συνθέσει κάποια κομμάτια για αυτόν τον δίσκο πριν ξεκινήσουμε το side-project, νομίζω τα “Lay a Wreath Upon the World” και “Savage Days”, μετά το HOST, δεν μας αρέσανε και τόσο κι έτσι αποφασίσαμε να επιβάλλουμε σημαντικές αλλαγές πάνω τους. Είναι τα δύο τραγούδια που μοιάζουν λιγότερο με τα υπόλοιπα του δίσκου κι αυτό μου αρέσει γιατί προσδίδουν μια ισορροπία στον δίσκο. Όταν έχεις πέντε χρόνια στην διάθεσή σου, είναι φυσικό να θέλεις αλλά και να μπορείς να προσδώσεις μια ηχητική ποικιλία στον δίσκο. Όταν υπάρχουν στενά χρονικά όρια, οι δίσκοι συνήθως ακούγονται ομοιόμορφοι από την αρχή μέχρι το τέλος γιατί δεν υπάρχει χρόνος για πειραματισμούς.

Πιστεύεις ότι η επαναηχογράφηση του ‘Icon’ βοήθησε στην δημιουργία της ατμόσφαιρας αυτού του δίσκου;
Δεν ήταν μια στιγμιαία έμπνευση που μας έκανε να βγάλουμε ξανά αυτό το vibe από μέσα μας. Ήταν μια διαδικασία που βγήκε με φυσικό τρόπο μιας που μετά την επαναηχογράφηση ο Greg θέλησε να ξαναδοκιμάσει εκείνο τον συγκεκριμένο στυλ αλλά μέσα από το φίλτρο όλης της μετέπειτα εμπειρίας. Από την στιγμή που ο Greg άρχισε να κάνει demos, αυτομάτως κι εγώ ξαναγύρισα σε εκείνο το στυλ φωνητικών γιατί έτσι ταίριαζε. Ήταν ενδιαφέρον να επαναπροσεγγίσω ένα φωνητικό στυλ που είχα χρόνια να χρησιμοποιήσω.

Νομίζεις ότι η μπάντα θα είχε κρατήσει για τόσα χρόνια εάν δεν είχατε ρισκάρει με δίσκους όπως το ‘Host’ ή ακόμα και με το One Second’;
Είναι δύσκολη η απάντηση γιατί υπάρχουν ακόμα μπάντες που ξεκίνησαν την ίδια χρονική περίοδο με εμάς αλλά δεν έχουν αλλάξει στο στυλ τους. Νομίζω ότι η απάντηση βρίσκεται στην ποιότητα των κομματιών. Εάν το κοινό ακούει το ίδιο τραγούδι μετά από δεκαετίες και μέσα του ξυπνάνε τα ίδια συναισθήματα όπως και τότε ή το κάνει να νιώθει νοσταλγία, τότε αυτό για μένα είναι το πιο σημαντικό, κι όχι το στυλ που παίζεις. Στην δικιά μας περίπτωση, σίγουρα η αλλαγές μας βοήθησαν, αλλά υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες όπως η τύχη. Εμείς ξεκινήσαμε στην κατάλληλη χρονική στιγμή, στο κατάλληλο σημείο, κάτι που μας επέτρεψε να αντέξουμε το πέρασμα του χρόνου και να παραμείνουμε στην προτίμηση του κοινού. Υπάρχει ακόμα μεγάλη ζήτηση για τις παλιές μπάντες· κοίτα τι γίνεται π.χ. με τους IRON MAIDEN που ζουν την πιο επιτυχημένη φάση της καριέρας τους.

Προσωπικά, νομίζω ότι το ίδιο ισχύει και για εσάς…
Η αλήθεια είναι ότι το metal με το οποίο μεγάλωσε η δικιά μας η γενιά, αφού είχε παραμεριστεί κάπως τις δύο προηγούμενες δεκαετίες από άλλα στυλ στο μέταλ, τώρα έχει επιστρέψει και το κοινό ανακαλύπτει ξανά όλες τις μεγάλες μπάντες του παρελθόντος. Η ζήτηση για συναυλίες είναι τεράστια· όταν ήμουν μικρός, μπορούσαμε να δούμε μπάντες ζωντανά μόνο Παρασκευές και Σάββατα, ενώ τώρα είναι κάθε μέρα. Αυτό μας βοήθησε κι εμάς φυσικά να είμαστε παρόντες τόσα χρόνια.

Εάν μπορούσες να εξαλείψεις μια λανθασμένη αντίληψη σχετικά με εσάς, ποια θα ήταν;
Μια πολύ κοινή είναι ότι όλοι μας στην μπάντα είμαστε μίζεροι, αλλά αυτό δεν με πειράζει, γιατί έτσι δεν χρειάζεται να υποκρινόμαστε μπροστά σε άλλους ότι είμαστε ευτυχισμένοι. Είμαστε όπως όλος ο κόσμος, με τις καλές στιγμές του και με τις κακές. Όταν κάθομαι να γράψω στίχους, το μυαλό μου είναι σε μια συγκεκριμένη, σκοτεινή φάση η οποία όμως αλλάζει με το που τους ολοκληρώνω. Μετά είμαι πάλι ο Nick που του αρέσει να λέει αστεία, να τα πίνει με τους φίλους του, να πηγαίνει σε συναυλίες, κτλ. Είναι σαν αναβοσβήνω ένα διακόπτη στον εγκέφαλο. Δεν νομίζω ότι κανένας από εμάς που κάνουμε τέτοιου είδους μουσική, είμαστε συνέχεια βουτηγμένοι στην μιζέρια. Είναι ένα είδος απόδρασης από την πραγματικότητα.

Photo by Elena Vasilaki

Θυμάμαι όταν παίξατε στο Chania Rock Festival το 2023. Είχαμε πάει μαζί για φαγητό και μετά θέλατε να φάτε παγωτό. Μπήκαμε λοιπόν ο Greg, o Aaron κι εγώ σε ένα μίνι-μάρκετ και κάποιοι οπαδοί που ήταν μέσα, δεν μπορούσαν να πιστέψουν ότι αντί να είστε βουτηγμένοι στην μιζέρια, απολαμβάνατε την ζωή με παγωτά. Κάποιοι μάλιστα, ενώ φορούσαν μπλουζάκια PARADISE LOST, ούτε καν σας αναγνώρισαν γιατί δεν μπορούσαν να σας φανταστούν να κάνετε κάτι τόσο καθημερινό και ευχάριστο. Δέκα άτομα πέρασαν από μπροστά σας κι ούτε καν σας πρόσεξαν!
Πόσο μου αρέσει που χρησιμοποιούν το παγωτό ως τον μετρητή κλίμακας doom: εάν σου αρέσουν τα παγωτά, τότε δεν είσαι doomy. Από πότε ένα παγωτό θεωρείται ως μη doomy;

Η φρεσκάδα του παγωτού αντιτίθεται στην καυτή κόλαση όπου ζείτε και βασιλεύτε..
Παγωτά και ωραίος καιρός είναι απαγορευτικά για εμάς από ότι φαίνεται. Παρεμπιπτόντως, ήταν ένα πολύ ωραίο ταξίδι εκεί, τα περάσαμε τέλεια.

Εάν θυμάμαι καλά, μου είπατε ότι πρέπει να ήταν είτε η πρώτη είτε η δεύτερη φορά που σας είχε τύχει ο χώρος της συναυλίας να ήταν ακριβώς απέναντι από το ξενοδοχείο σας.
Ναι, είδα τον Geoff Tate από το μπαλκόνι του δωματίου μου και δεν μπορούσα να το πιστέψω και μετά του είπα ότι αισθανόμουν σαν να είχα θέση VIP. Θα προτιμούσα να παίζαμε πριν από εκείνον γιατί έτσι θα μπορούσα να τον είχα απολαύσει με κάποιες μπύρες παραπάνω.

Πως είδες το Rockwave Festival όπου παίξατε την ίδια μέρα με τον King Diamond;
Ήταν πολύ ωραία γιατί έκανε λιγότερη ζέστη από άλλες χρονιές και τόσο η μπάντα του όσο και οι τεχνικοί του, όλοι τους πολύ καλά παιδιά. Σε όλα τις συναυλίες που παίξαμε μαζί, πάντα υπήρχε μια ωραία ατμόσφαιρα.    

Σάκης Φράγκος
Απομαγνητοφώνηση: Γιώργος Γκούμας

Release Athens 2026 – Limp Bizkit & more tba, 15/06/2026, Πλ.Νερού

0
Limp Bizkit

Limp Bizkit

Το Release Athens 2026 υποδέχεται τους Limp Bizkit τη Δευτέρα 15 Ιουνίου, στην Πλατεία Νερού. Μετά από δεκαετίες προσμονής, η θρυλική μπάντα – βασικός πυλώνας της έκρηξης του nu-metal και ένα από τα πιο επιτυχημένα ονόματα στην ιστορία του σκληρού ήχου – έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα για ένα από τα πλέον αναμενόμενα shows των τελευταίων ετών.

Περισσότερα ονόματα θα ανακοινωθούν σύντομα!

Στα τέλη των 90s, ελάχιστα συγκροτήματα μπορούσαν να συνδυάσουν με τόση επιτυχία το groove του hip hop και του funk με την ωμή ενέργεια του hard rock και του heavy metal. Οι Limp Bizkit, με ηγέτη τον χαρισματικό Fred Durst, το πέτυχαν και σφράγισαν με τον τρόπο τους τον ήχο μιας ολόκληρης γενιάς. 

Τα άλμπουμ “Significant Other” (1999) και “Chocolate Starfish and the Hot Dog Flavored Water” (2000) καθόρισαν την πορεία τους, ενώ ύμνοι όπως τα “Counterfeit”, “Nookie”, “Break Stuff”, “Rollin’ (Air Raid Vehicle)”, “Re-Arranged”, “My Generation”, “My Way” και η διασκευή στο  “Behind Blue Eyes” των The Who- κυριάρχησαν παντού και παραμένουν σημεία αναφοράς της nu-metal εποχής.

Από τα μέσα των ’00s μέχρι σήμερα, οι Limp Bizkit έχουν διανύσει μια πορεία γεμάτη ανατροπές: παύσεις και επανενώσεις, νέους δίσκους, μια σειρά θρυλικών shows (όπως αυτό στο Lollapalooza το 2021), αλλά και τις εκρηκτικές περιοδείες των τελευταίων ετών σε Ευρώπη και Αμερική που απέδειξαν αφενός πως η ενέργεια τους παραμένει αμείωτη και αφετέρου πως στο ήδη πολυάριθμο κοινό τους έχουν προστεθεί νέοι φανατικοί φίλοι σε ολόκληρο τον κόσμο. 

Δυστυχώς, στις 18 Οκτωβρίου 2025, λίγο πριν το επόμενο σκέλος της παγκόσμιας περιοδείας τους, ο μπασίστας Sam Rivers – ιδρυτικό μέλος και παλμός του γκρουπ – έφυγε από τη ζωή, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο κενό αλλά και μια ανεκτίμητη μουσική κληρονομιά. 

Με σεβασμό στη μνήμη του, οι Fred Durst, John Otto, Wes Borland και DJ Lethal, αποφάσισαν να συνεχίσουν το ταξίδι τους με την ίδια ορμή και το ίδιο πάθος που τους καθιέρωσε. Έτσι κι αλλιώς, το μουσικό του αποτύπωμα ζει σε κάθε νότα και κάθε συναυλία τους. 

Στις 15 Ιουνίου, θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε να ανεβαίνει στη σκηνή της Πλατείας Νερού ένα γκρουπ που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή. Ετοιμαστείτε για μια εκρηκτική εμφάνιση, μια εμπειρία που υπόσχεται να γράψει ιστορία.

Follow Limp Bizkit:

Official Website

Facebook

Instagram

Χ

YouΤube

Spotify

 

Η διάθεση των εισιτηρίων ξεκινάει το Σάββατο 1 Νοεμβρίου, στις 12:00, προς 70€. Οι επόμενες φάσεις θα ανακοινωθούν στην πορεία. 

 

Επίσης, διατίθεται περιορισμένος αριθμός VIP εισιτηρίων, με τιμή τα 300€.

 

Στη συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνονται οι εξής προνομιακές παροχές:

  • Ξεχωριστή υπερυψωμένη περιοχή διαμορφωμένη με stands & stools για όλους
  • Open-bar
  • Ξεχωριστή πύλη εισόδου
  • Ιδιωτικό parking
  • Ξεχωριστές τουαλέτες
  • Αναμνηστικό δώρο

 

Διάθεση εισιτηρίων:

 

Τηλεφωνικά στο 211770000

Online / releaseathens.gr more.com

Φυσικά σημεία: https://www.more.com/el/physical-spots/

 

Όλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.gr

 

Διάθεση εισιτηρίων ΑμεΑ:

 

Το Φεστιβάλ φροντίζει για την πρόσβαση Ατόμων με Αναπηρία, προσφέροντας ειδικό χώρο με ανεμπόδιστη θέα προς τη σκηνή. Ο ειδικός χώρος είναι προσβάσιμος με αμαξίδιο, διαθέτει καθίσματα, ξεχωριστές τουαλέτες & δωρεάν parking.

 

Για την αγορά εισιτηρίων ΑμεΑ, παρακαλούμε να προωθήσετε το αίτημά σας ηλεκτρονικά στο support@releaseathens.gr, επισυνάπτοντας την κάρτα αναπηρίας σας. Για την είσοδό σας στους χώρους ΑμεΑ, η κάρτα αυτή θα χρειαστεί να επιδειχθεί κατά την άφιξή σας στο Φεστιβάλ.

 

Follow Release Athens: 

Official Website

Facebook

Instagram 

TikTok 

YouTube 

Spotify 

Weekly Metal Meltdown (18-24/10, FOO FIGHTERS, TESTAMENT, HALLAS and more)

0
Meltdown

Meltdown

Με πολλά και πάλι καινούργια κομμάτια επιστρέφει η στήλη και αυτή την φορά έχουμε ολοκαίνουργια tracks από FOO FIGHTERS, HALLAS, INDUCTION, AD INFINITUM, Charlotte Wessels, HALO EFFECT, VALIANT STEEL, HELLPIPER, BLUT AUS NORD και τους ΤESTAMENT να διασκευάζουν το “Seek and Destroy” των  ΜΕΤΑLLICA. Το πως και το γιατί τα διαβάζετε και τα ακούτε φυσικά στις παρακάτω γραμμές.

Mε καινούργιο κομμάτι επέστρεψαν οι rockers FOO FIGHTERS ένα από κομμάτια που θα περιλαμβάνονται στον νέο τους δίσκο που θα βγει την επόμενη χρονιά. Το “Asking for a friend” το ακούμε παρακάτω  και η μπάντα προχώρησε στην παρακάτω ανακοίνωση δια μέσου του αρχηγού της μπάντας Dave Grohl:
“Από την επιστροφή μας στη σκηνή στο San Luis Obispo πριν από πέντε εβδομάδες, μας υπενθύμισαν γιατί αγαπάμε και είμαστε για πάντα αφοσιωμένοι στο να κάνουμε αυτό το πράγμα με τους FOO FIGHTERS. Από το να επανενωθούμε ως συγκρότημα και να κοιτάξουμε μια λίστα με τραγούδια 30 ετών για να ξεπεράσουμε, μέχρι να ξανασκεφτούμε τις εκτελέσεις με την απίστευτη ευλογία του ενός και μοναδικού Ilan Rubin πίσω από τα τύμπανα, μέχρι να επανασυνδεθούμε με τους καταπληκτικούς θαυμαστές μας και να τους ανατινάξουμε με ό,τι έχουμε (ανεξάρτητα από το μέγεθος του χώρου) γιατί δεν θα ήμασταν εδώ χωρίς αυτούς, Έχουμε τον πιο σταθερό πυρήνα. Και ο ήλιος επιτέλους ανατέλλει στον ορίζοντα. Αλλά τίποτα από αυτά δεν θα ήταν ολοκληρωμένο χωρίς νέα μουσική για να μοιραστούμε από τον Pat, τον Nate, τον Chris, τον Rami, τον Ilan και εμένα. Το “Asking for a Friend” είναι ένα τραγούδι για όσους περίμεναν υπομονετικά στο κρύο, βασιζόμενοι στην ελπίδα και την πίστη για να εμφανιστεί ο ορίζοντάς τους. Ψάχνοντας για «απόδειξη» όταν κρέμεσαι από μια ευχή μέχρι να λάμψει ξανά ο ήλιος. Ένα από τα πολλά τραγούδια που θα ακολουθήσουν…”.
Παράλληλα με το νέο αυτό κομμάτι, το σχήμα ανακοίνωσε την επερχόμενη περιοδεία του στην Αμερική με τους QUEENS OF THE STONE AGE.

Η Silver Lining Music θα κυκλοφορήσει την συλλογή “No Life ‘Til Leather – A Tribute to Metallica’s Kill ‘Em All” στις 14 Νοεμβρίου. Το τρίτο single από την all-star συλλογή είναι από τους thrash metal θρύλους ΤΕSTAMENT που διασκευάζουν το  “Seek & Destroy” και το παρακολουθούμε παρακάτω.
Το “No Life ‘Til Leather – a tribute to Metallica’s Kill ‘Em All” ενώνει τους αγαπημένους των METALLICA, τους συνομηλίκους τους και τις γενιές που ακολούθησαν. Η επιρροή που είχαν οι DIAMOND HEAD και οι SAXON στους γίγαντες του thrash είναι καλά τεκμηριωμένη. Εν τω μεταξύ, οι TESTAMENT σφυρηλάτησαν την καριέρα τους στα metal χαρακώματα της Καλιφόρνια μαζί με το συγκρότημα, οπότε είναι ταιριαστό να εμφανίζονται σε αυτή τη συλλογή, παραδίδοντας μια εκρηκτική απόδοση του κομματιού που ξεσηκώνει τα πλήθη από την πρώτη μέρα.
“Διασκεδάσαμε διασκευάζοντας το “Seek and Destroy” σχολιάζει το μακροχρόνιο μέλος και τραγουδιστής Chuck Billy. Τραγούδια σαν αυτό ξεκίνησαν ένα Κίνημα!”.
To “A Tribute to Metallica’s Kill ‘Em All” είναι ένας κολοσσιαίος εορτασμός του πιο ιστορικού ντεμπούτου άλμπουμ στην ιστορία του heavy metal, που επανασχεδιάστηκε από τους θρύλους που το ενέπνευσαν και τις γενιές που ήρθαν στο πέρασμά του! Βετεράνοι όπως οι SAXON, οι DIAMOND HEAD και οι MOTORHEAD, (τρία από τα αγαπημένα συγκροτήματα των METALLICA) ενώνονται με ανερχόμενα αστέρια όπως ο TAILGUNNER και οι Σουηδοί prog metallers SOEN για να δημιουργήσουν ένα who’s-who heavy μουσικής, με κάθε ερμηνευτή να δανείζει τον μοναδικό του ήχο σε ένα κλασικό κομμάτι. Οι συνεισφορές από τους γίγαντες του thrash TESTAMENT, τον πρώην μπασίστα των MEGADETH David Ellefson, και τους βασικούς άξονες του New Wave of British Heavy Metal TYGERS OF PAN TANG, δείχνουν ότι η εταιρεία κοιτάζει πέρα από τους δικούς της καλλιτέχνες για να συγκεντρώσει το καλύτερο δυνατό line up. Στο line up των super star συμμετέχουν οι θρυλικοί RAVEN (κλείνοντας με το βροντερό “Metal Militia”) που ήταν μέρος της πρώτης περιοδείας των METALLICA και RAVEN “Kill ‘Em All For One” του 1983.
To πλήρες setlist του δίσκου είναι το παρακάτω:
Hit the lights (TAILGUNNER)
The four horsemen (THE ALMIGHTY)
Motorbreath (SOEN)
Jump In the Fire (TYGERS OF PAN TANG)
(Anesthesia) – Pulling Teeth (David Ellefson)
Whiplash (MOTORHEAD)
Phantom lord (SAXON)
No remorse (DIAMOND HEAD)
Seek & Destroy (TESTAMENT)
Metal militia (RAVEN)

Photo by FranzSchepers

Οι οραματιστές του power metal INDUCTION συνεχίζουν την ασταμάτητη άνοδό τους με την κυκλοφορία του ηλεκτρισμένου ομότιτλου κομματιού και βίντεο ”Love Kills”, από το επερχόμενο στούντιο άλμπουμ τους “Love Kills!”  που αναμένεται να κυκλοφορήσει στις 6 Φεβρουαρίου 2026 μέσω της Reigning Phoenix Music. Νιώστε το κύμα: Το “Love Kills” είναι ένας άγριος ύμνος που πάλλεται από ακατέργαστο συναίσθημα και ασταμάτητη ενέργεια. Το κομμάτι αποτυπώνει τόσο τον πόνο όσο και τη δύναμη της πτώσης της αγάπης, γιορτάζοντας την ανθεκτικότητα που αντέχει ακόμα και όταν η φλόγα φαίνεται να πεθαίνει. Με τρομερά φωνητικά, βροντερά riffs και κινηματογραφικό συναίσθημα, το “Love Kills” μας υπενθυμίζει ότι ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές, το φως της αγάπης δεν σβήνει ποτέ πραγματικά.
Ο κιθαρίστας και τραγουδοποιός Tim Kanoa Hansen μοιράζεται: “Η αγάπη σκοτώνει… Αλλά δεν πρόκειται να πεθάνει ποτέ. Αυτό το απλό σύνθημα ενέπνευσε το μεγαλύτερο μέρος του επερχόμενου τρίτου άλμπουμ των INDUCTION, γι’ αυτό και έγινε το ομώνυμο κομμάτι. Είναι βαθιά προσωπικό, γεμάτο ακατέργαστο συναίσθημα, αλλά δίνει επίσης ένα μήνυμα δύναμης: η ζωή συνεχίζεται πάντα και εμείς είμαστε οι κύριοι της μοίρας μας. Όσο σκοτεινές κι αν είναι οι μέρες, η αγάπη πάντα θα επιστρέφει. Όπως έγραψε κάποτε ο C. Joybell : «Η αγάπη, είμαι πεπεισμένος, βρίσκεται στο σκοτάδι. Είναι το κερί τη νύχτα»”.

Το Σουηδικό rock κουιντέτο HALLAS είναι περήφανο που μοιράζεται το πρώτο single “The Emissary» από το τέταρτο ολοκληρωμένο δίσκο τους “Panaroma” το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 30 Ιανουαρίου 2026. Το νέο άλμπουμ θα κυκλοφορήσει μέσω της δικής τους δισκογραφικής εταιρείας Äventyr Records.
“Κατά κάποιο τρόπο, το “Panorama” ακούγεται οικείο: ένα ευφάνταστο υβρίδιο progressive rock της δεκαετίας του ’70 και heavy metal με απόηχους τόσο της folk όσο και της ψυχεδέλειας, μαζί με εννοιολογικό περιεχόμενο. Κατά μια άλλη έννοια, δεν έχετε ξανακούσει έναν δίσκο σαν αυτόν από τους ΗΑLLAS. Η αυτοπεποίθηση δεν ήταν ποτέ τόσο εμφανής. Επιρροές από διαφορετικές κατευθύνσεις συγκρούονται, και μερικές φορές συγκρούονται, συμβάλλοντας στην αίσθηση ότι το αναμενόμενο καταλήγει σε θαυμασμό για αυτό που ακούς. Με το νέο τους άλμπουμ οι HALLAS εδραιώνουν και διευρύνουν την εικόνα του τι είναι το συγκρότημα, αλλά και τι μπορεί να είναι το rock. Αυτή τη φορά, διερευνώνται διαφορετικές οπτικές γωνίες σε ένα σενάριο σχετικά με το εάν η ανθρωπότητα είναι ικανή να κατανοήσει μια άποψη διαφορετική από τη δική της. Αντικατοπτρίζει την εποχή μας, αλλά, με τον τυπικό τρόπο του σχήματος σκηνοθετείται σε έναν φανταστικό, μακρινό κόσμο”.
Ακούμε το καινούργιο εξάλεπτο τους κομμάτι παρακάτω:

Photo by Tim Tronckoe

Charlotte Wessels (ex- DELAIN) ενώνει τις δυνάμεις της με τον Asger Mygind των VOLA για το στοιχειωμένο νέο single “Backup Plan”, ένα οικείο ντουέτο μεταξύ ζωής και θανάτου. Αρχικά εμφανιζόταν ως μπόνους κομμάτι σε επιλεγμένες εκδόσεις βινυλίου του “The Obsession” που είχε κυκλοφορήσει το 2024, το τραγούδι βρίσκεται τώρα στο επίκεντρο ως μια όμορφα δημιουργημένη συνεργασία που συγχωνεύει τις χαρακτηριστικές φωνές και των δύο καλλιτεχνών σε μια μαγευτική αρμονία που παραμένει πολύ μετά το τέλος του. Μετά την εμφάνιση της Charlotte και της μπάντας της στην περιοδεία Friend of a Phantom Tour των VOLA το 2024, αυτή η κυκλοφορία όχι μόνο επανενώνει τα δύο σχήματα αλλά σηματοδοτεί και την πρώτη επέτειο του “The Obsession”, μια κατάλληλη στιγμή για να αφήσουμε το “Backup Plan” να βγει στο φως.
Το “Backup Plan” θα βρίσκεται στην “The Obsession (Deluxe Edition)” που θα κυκλοφορήσει αυτές της ημέρες από την  Napalm Records. Η κυκλοφορία θέτει τις βάσεις για μια συναρπαστική χρονιά, καθώς η Charlotte Wessels θα συμμετάσχει με τους EPICA και AMARANTHE στην εκτεταμένη περιοδεία τους Arcane Dimensions σε όλη την Ευρώπη το 2026.

Photo by Stefan Heilemann

Η ελβετική/γερμανική modern metal μπάντα AD INFINITUM κάνει ένα ακόμη τολμηρό βήμα στην καθοδήγηση της ταυτότητάς της με το εντυπωσιακό νέο single της “Regicide” που κυκλοφόρησε λίγο πριν την πρώτη της ευρωπαϊκή περιοδεία ως headliner με τους SEVEN SPIRES και τους TULIP ως support acts που ξεκινά αυτές τις ημέρες.
Το νέο τραγούδι “Regicide” που κυκλοφόρησε σήμερα αναδεικνύει τις εξαιρετικές φωνητικές ικανότητες της Melissa Bonny, συνδυάζοντας pop αισθητική, μοντέρνα riff, σφιχτά grooves και εθιστικές μελωδίες, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά τη θέση του συγκροτήματος στην πρώτη γραμμή του είδους του. Η Bonny συνεχίζει να λάμπει ως μία από τις πιο ταλαντούχες τραγουδίστριες της νέας γενιάς, χωρίς καμία αμφιβολία!
Οι AD INFINITUM για το “Regicide”:
“Καθώς προετοιμαζόμαστε να ξεκινήσουμε την πρώτη μας ευρωπαϊκή περιοδεία, είμαστε ενθουσιασμένοι που μπορούμε να εκπλήξουμε τους οπαδούς μας με ένα ολοκαίνουργιο τραγούδι. Το “Regicide” συνδυάζει τα σκοτεινά ηχοτοπία του Abyss με μια πιο τολμηρή πιο επαναστατική ενέργεια”.

Photo by Heilemania

Οι Γερμανοί symphonic metallers BEYOND THE BLACK είναι ενθουσιασμένοι που μοιράζονται το τέταρτο single από το πολυαναμενόμενο επερχόμενο στούντιο άλμπουμ τους “Break The Silence” το οποίο πρόκειται να κυκλοφορήσει στις 9 Ιανουαρίου 2026 μέσω της Nuclear Blast Records. Το έκτο ολοκληρωμένο άλμπουμ των BEYOND THE BLACK είναι ένα concept άλμπουμ που έχει τις ρίζες του στο μελωδικό metal με ethno επιρροές, εξερευνά θέματα επικοινωνίας, εσωτερικής δύναμης, ανθεκτικότητας και της επιτακτικής ανάγκης επανασύνδεσης σε έναν διχασμένο κόσμο.
Η πιασάρικη uptempo μελωδία single “Can You Hear Me” βλέπει την τραγουδίστρια των BEYOND THE BLACK, Jennifer, να συνεργάζεται με τον Asami από το ιαπωνικό power metal συγκρότημα LOVEBITES για ένα σαγηνευτικό και υμνικό ντουέτο. Θεματικά, το τραγούδι πραγματεύεται τις δυσκολίες επικοινωνίας σε έναν όλο και πιο θορυβώδη και παραπλανητικό κόσμο και υπογραμμίζει το παγκόσμιο μήνυμά του τραγουδώντας τόσο στα ιαπωνικά όσο και στα αγγλικά. Παράλληλα με το single κυκλοφόρησε ένα μουσικό βίντεο κινουμένων σχεδίων, το οποίο μπορείτε να παρακολουθήσετε παρακάτω.
Η τραγουδίστρια Jennifer Haben σχολίασε: “Το Can You Hear Me είναι ένα τραγούδι για την κοινή λαχτάρα για αληθινή σύνδεση, δύο φωνές από διαφορετικούς κόσμους που διαπερνούν τον θόρυβο ενός υπερσυνδεδεμένου αλλά αποσυνδεδεμένου κόσμου για να ακουστούν πραγματικά”.
Ο Asami (LOVEBITES) πρόσθεσε: “Είμαι πραγματικά ενθουσιασμένος που είμαι μέρος του “Can You Hear Me”. Είναι ένα δυνατό τραγούδι και η συνεργασία μεταξύ χωρών και πολιτισμών ήταν μια εμπνευσμένη εμπειρία. Ελπίζουμε το μήνυμα να φτάσει στους ανθρώπους παντού”.

Photo by Linda Florin

Το σουηδικό melodic death metal συγκρότημα THE HALO EFFECT συνεχίζει να αποκαλύπτει κομμάτια από το επερχόμενο EP διασκευών “We Are Shadows” που θα κυκλοφορήσει στις 21 Νοεμβρίου.
Κάθε μέλος του συγκροτήματος έχει επιλέξει ένα αγαπημένο του τραγούδι για να το διασκευάσει, και αυτή τη φορά είναι η σειρά του κιθαρίστα Niclas Engelin. Η επιλογή του: το κλασικό τραγούδι του 1985 “Dance With The Devil” από το θρυλικό supergroup PHENOMENA, με τους Glenn Hughes, Mel Galley (WHITESNAKE) και Cozy Powell, μεταξύ άλλων.
Η εκδοχή των THE HALO EFFECT μεταμορφώνει το εμβληματικό κομμάτι σε μια συντριπτική, μελωδική καταιγίδα,  με τα άγρια γρυλίσματα του Mikael Stanne και την χαρακτηριστική ένταση της κιθάρας της μπάντας να δίνουν νέα πνοή στο διαχρονικό τραγούδι.
Ο Niclas Engelin θυμάται την διαχρονική επίδραση του τραγουδιού:
“Με χτύπησε κεραυνός στην 7η τάξη, όταν δανείστηκα το άλμπουμ των PHENOMENA από τον φίλο μου Emil Olsen. Το τραγούδι “Dance With The Devil” με εντυπωσίασε πολύ και ηχογράφησα ολόκληρο το άλμπουμ σε κασέτα, την οποία έπαιξα μέχρι να γίνει σκόνη».
Το “We Are Shadows” θα περιλαμβάνει μοναδικές επανερμηνείες που επέλεξε προσωπικά κάθε μέλος των THE HALO EFFECT, αναδεικνύοντας τις ποικίλες επιρροές πίσω από ένα από τα πιο αναγνωρισμένα σύγχρονα metal συγκροτήματα της Σουηδίας.
To παρακολουθούμε παρακάτω:

Το “War In Heaven” σηματοδοτεί την εντυπωσιακή επιστροφή των Eλλήνων VALIANT SENTINEL ως το πρώτο single από το επερχόμενο συμφωνικό power metal έπος τους “Neverealm” που θα κυκλοφορήσει στις 16 Ιανουαρίου 2026 από την Theogonia Records.
Σφυρηλατημένο από ατσάλι και φωτιά, το κομμάτι εξαπολύει μια ουράνια σύγκρουση μελωδίας και δύναμης, όπου θεϊκές δυνάμεις και θνητές συγκρούονται σε μια καταιγίδα από riffs, ορχηστρική μεγαλοπρέπεια και υψίφωνες φωνές. Με την καθοδήγηση του κιθαρίστα και συνθέτη Δημήτρη Σκόδρα, το “War In Heaven” ενσαρκώνει την ουσία του “Neverealm”: ένα καθηλωτικό ταξίδι σε μυθικούς κόσμους και διαχρονικούς αγώνες, με κινητήρια δύναμη τις κινηματογραφικές ενορχηστρώσεις και το καθαρό power metal πνεύμα.
Οπτικά ζωντανεμένο από τον Bob Katsionis για την Progressive Vision Group, το video ενισχύει τα μεγαλειώδη θέματα του τραγουδιού με μια εντυπωσιακή, αφηγηματική αισθητική που συνδυάζει φαντασία, μάχη και φως.
Ως πρώτη γεύση από το “Neverealm”, το “War In Heaven”  δίνει τον τόνο για αυτό που υπόσχεται να είναι μία από τις καθοριστικές ελληνικές power metal κυκλοφορίες του 2026. To παρακολουθούμε παρακάτω:

Ως δεύτερη ματιά στον απέραντο ηχητικό κόσμο του επερχόμενου 16ου άλμπουμ τους, οι Γάλλοι avent garde blacksters BLUT AUS NORD παρουσιάζουν το δεύτερο single “The Ordeal”, συνοδευόμενο από ένα εντυπωσιακό βίντεο του Alex Moreán (AVERSIO HUMANITATIS). Χαρακτηριστικό του επερχόμενου άλμπουμ “Ethereal Horizons”,  το κομμάτι διατρέχει εξωπραγματικές διαστάσεις χρησιμοποιώντας ένα συνδυασμό στοιχείων που έχουν καθορίσει την απαράμιλλη μπάντα σε κάθε εποχή: ουράνια leads, λεπτές βιομηχανικές αποχρώσεις, διακριτικές χορωδίες και το φασματικό, υποσυνείδητο γρύλισμα του ηγέτη Vindsval.
O Vindsval σχολιάζει: “Το “The Ordeal” αναφέρεται τόσο στην κρίση, όχι απαραίτητα θεϊκή,  όσο και στον πόνο. Κάθε βαθιά πνευματική διαδρομή περιλαμβάνει μια μορφή δοκιμασίας. Δεν μπορείς να αποφύγεις αυτόν τον πόνο. Η αναζήτηση της κατανόησης, της ανύψωσης, του νοήματος της ύπαρξής μας σημαίνει αναπόφευκτα την αντιμετώπιση των δικών μας ατελειών και μιας ορισμένης εσωτερικής αγωνίας. Αλλά αυτός ο πόνος δεν είναι μάταιος,  είναι απαραίτητος για τη μεταμόρφωση και την υπέρβαση. Η θρησκεία, και ευρύτερα η πνευματικότητα, δεν είναι από μόνη της μαρτύριο. Αντικατοπτρίζει την αέναη εσωτερική πάλη μεταξύ της σκιάς και του φωτός μας”.
Το 16ο άλμπουμ “Ethereal Horizons” είναι η πλήρης υλοποίηση των BLUT AUS NORD: πλουσιότερο, βαθύτερο, μεγαλοπρεπέστερο, πιο αινιγματικό και ταυτόχρονα πιο ανθρώπινο από ποτέ. Συνδυάζοντας το γήινο και το φουτουριστικό ως δοχείο για τον σκοτεινό ονειροπόλο, που πετάει και ανυψώνεται σε ζωντανά βασίλεια. Απολαύστε το πρώτο single που αποκαλύφθηκε, «Shadows Breathe First», και το καθηλωτικό οπτικό του συνοδευτικό παρακάτω:

Photo by Sethpicturesmusic

Οι HELLRIPPER, η σκωτσέζικη μπάντα blackened thrash metal που είναι εμμονική με τους αίγαγρους και πρόσφατα υπέγραψε συμβόλαιο με την Century Media Records, επιστρέφει με ένα ολοκαίνουργιο single με τίτλο “Kinchyle (Goatkraft And Granite)”.
Ο ιθύνων νους των HELLRIPPER, κιθαρίστας/τραγουδιστής και συνθέτης James McBain, σχολίασε: “Το “Kinchyle” είναι η πολεμική κραυγή του McBain και μια κατάλληλη πρώτη γεύση από το επερχόμενο άλμπουμ. Στιχουργικά, το κομμάτι είναι εμπνευσμένο από την εμπειρία μου μεγαλώνοντας στο βορειοανατολικό τμήμα της Σκωτίας, στο Αberdeen (η Πόλη του Γρανίτη), και αντανακλά το πώς είναι να νιώθεις παγιδευμένος σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον. Ήθελα να δείξω μια πλευρά της Σκωτίας που δεν είναι απαραίτητα η μαγική «καρτ ποστάλ» που πολλοί άνθρωποι φαντάζονται όταν σκέφτονται τη χώρα. Μουσικά, το κομμάτι έχει πολύ HΕLLPIPPER ήχο και είναι το πιο “rock” τραγούδι που έχω γράψει εδώ και αρκετό καιρό, αν και υπάρχουν μερικά νέα στοιχεία που διασκέδασα να πειραματίζομαι. Το κομμάτι επηρεάστηκε από συγκροτήματα όπως οι TANK οι RUNNING WILD και οι MOTORHEAD, καθώς και από συγκροτήματα όπως οι OPETH και οι WITHERSCAPE. Συνολικά, είναι ένα πολύ προσωπικό τραγούδι, τόσο από άποψη στίχων όσο και από άποψη μουσικών επιρροών. Ελπίζω να σας αρέσει… All Hail the Goat!”
To ακούμε παρακάτω:

Ραντεβού την επόμενη εβδομάδα

 

 

 

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece