Wednesday, April 8, 2026




Home Blog Page 25

FROZEN LAND – “Icemelter” (Massacre Records)

0
Frozen Land

Frozen Land

Οι FROZEN LAND μας έρχονται από, που αλλού, την Φινλανδία. Δεν είναι και το πιο γνωστό όνομα, αλλά συχνά πυκνά εμφανίζονται σε διάφορα social media που είναι αφιερωμένα στο Power Metal, οπότε μπορούμε να πούμε πως έχουν αρχίσει να προκαλούν κάποια πολύ μικρά κυματάκια. Σχετικά πρόσφατη μπάντα η οποία σχηματίστηκε το 2017, ενώ φτάσαμε αισίως να μιλάμε για τον τρίτο τους δίσκο ονόματι “Icemelter”. Όταν στην ίδια πρόταση υπάρχουν οι λέξεις Φινλανδία και Power, υπάρχει καμία αμφιβολία ότι θα γεννηθούν συσχετισμοί με STRATOVARIUS και SONATA ARCTICA; Επιβεβαιώνω λοιπόν την προκατάληψη αυτή, αλλά θα προσθέσω και κάτι από STORMWARRIOR για να δώσω μία πιο αντιπροσωπευτική εικόνα, αφού ο δίσκος έχει αρκετά Speed στοιχεία.

Αν μου δίνανε 1€ για κάθε φορά που ένα νέο άλμπουμ παρουσιάζεται ως το “πιο βαρύ και επιθετικό της καριέρας μας” δεν θα χρειαζόταν να ξαναδουλέψω ποτέ, στην περίπτωση του “Icemelter” όμως το σχόλιο ευσταθεί απόλυτα. Αποφεύγει με μαεστρία τις αστοχίες του προκατόχου του, δηλαδή την μπαλάντα “Don’t you ever leave me”, την disco διάθεση του “The slayer” και το χορευτικό “Senorita”, στιγμές που δεν ταιριάζουν καθόλου με αυτό που βγάζουν προς τα έξω οι FROZEN LAND. Αντ’ αυτού, ρίχνουν με θράσος στη μούρη μας οχτώ Metal συνθέσεις πιστές στο είδος που εκπροσωπούν. Η παραγωγή είναι όπως πρέπει, στιβαρή και δεμένη, ενώ ευχαριστήθηκα πέρα για πέρα το ρυθμικό κομμάτι με τον νέο ντράμερ Matias Rokio να δίνει τα ρέστα του τόσο παικτικά όσο και από άποψη ποιότητας ήχου. Οι κιθάρες γίνονται μπαλάκι του τένις και πηγαίνουν από βαριά riffs σε μελωδικά Strato παιξίματα. Ο τραγουδιστής τους Tony Meloni έχει φωνή που ταιριάζει με τον ήχο του συγκροτήματος αλλά δεν τραβάει και τα φώτα πάνω του, οπότε ούτε ενοχλεί, αλλά δεν θα ακούσω τον δίσκο λόγω αυτού. 

Στα τραγούδια δηλώνουν δειλά την παρουσία τους ωραίες μελωδίες όπως το ρεφραίν του “Dead end” ή το κυρίως μουσικό θέμα του “Chosen, corrupt and cancerous”, όμως δεν θα ακούσουμε αυτό το συγκρότημα επειδή παίζουν μελιστάλαχτα. Θα τους ακούσουμε επειδή παίζουν με τσαγανό και νεύρο, όταν έχουμε όρεξη να βάλουμε κάτι δυνατό. Λόγω αυτού δεν ξεχώρισα κάποια συγκεκριμένη σύνθεση ενώ δεν υπάρχει καν κάποιος κράχτης single, αλλά επειδή το νόμισμα έχει δύο όψεις, ούτε κάποια αδύναμη στιγμή βρήκα. Ομοιόμορφο αποτέλεσμα που είτε θα σε κερδίσει από την αρχή για να σε κρατήσει μέχρι την πτώση της αυλαίας, είτε θα σε χάσει με το καλημέρα. Το εισαγωγικό “The carrier” είναι ιδανικό για να δώσει πλήρη εικόνα του τι εστί FROZEN LAND, οπότε ακούστε το προσεκτικά και δυνατά για να δείτε σε λίγο χρόνο εάν αυτός ο δίσκος σας κάνει. 

Tο “Icemelter” δεν είναι άλμπουμ για τα καλύτερα της χρονιάς, εκτός και αν μιλάμε αποκλειστικά για Power Metal εικοσάδα όπου εκεί θα μπορούσα να του δώσω κάποια θέση στο δεύτερο μισό. Οι κύριοι λόγοι είναι τα φωνητικά που κάνουν τη δουλειά τους σε ένα είδος που μας έχει κακομάθει με τρομερούς τραγουδιστές, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν αναγνώρισα κάτι που να κάνουν διαφορετικά οι FROZEN LAND από τους υπόλοιπους. Αυτό δεν με εμποδίζει από το να τους βγάλω το καπέλο. Διακρίνω μία εξέλιξη, ένα συγκρότημα που ανεβαίνει σκαλοπάτι σε αρκετούς τομείς και ξέρει τι θέλει, δημιουργώντας ένα ίσο ηχητικό αποτέλεσμα που κυλάει νερό. Έχω και μία ευαίσθητη χορδή σε καλλιτέχνες που παίζουν βαρύ Power. Συνολικά, το βρίσκω ανώτερο από τη νέα δουλειά των αρκετά πιο έμπειρων BLOODBOUND που βγήκε την ίδια ημερομηνία. Δεν είναι κακό να υπάρχουν επιλογές, οπότε από μένα παίρνουν pass και συνιστώ ένα πέρασμα. 

7 / 10

Παύλος Παυλάκης

KREATOR – “Hordes of chaos” – Worst to best

0
Kreator

Kreator

Ωραίες μέρες αυτές για να αγαπάς τους KREATOR. 21 χρόνια από το “Enemy of God”, δισκοκριτική για το ολοκαίνουργιο “Krushers of the world” που βγαίνει εντός του μήνα, οι Γερμανοί θεοί βρίσκονται δεξιά και αριστερά. Παράλληλα, το “Hordes of chaos” γίνεται 17 ετών. Ο πρώτος δίσκος KREATOR που βίωσα σαν οπαδός, επισφραγίζοντας όσα ξεκίνησε με μεμονωμένα κομμάτια το “Enemy of god”, αλλά και ο πρώτος με τον οποίο τους είδα live (με CALIBAN, ELUVEITIE και EMERGENCY GATE. Οι Ελβετοί ήταν το καλύτερο support της βραδιάς, δίχως αμφιβολία). Ως εκ τούτου, μιλάμε για πολλές αναμνήσεις με αυτό, σε βαθμό που ξαναέπαιζε ο δίσκος και εγώ ένιωσα ανατριχίλες και οριακά βούρκωσα.

Επίσης, ο πιο ωμός της τελευταίας 25ετίας, με μια έντονη “Cause for conflict” αύρα! Η μπάντα εδώ, ηχογράφησε πιο “παλιομοδίτικα” υπό το βλέμμα του Moses Schneider και πέτυχε ένα πραγματικά επιθετικό αποτέλεσμα, ενώ ο δίσκος είναι ο μικρότερος σε διάρκεια της τελευταίας περιόδου (κάτω από 40 λεπτά). Επίσης, είναι αφιερωμένος στη μνήμη του Denis “Piggy” D’Amour, κιθαρίστα των Καναδών θεών VOIVOD που χάσαμε από καρκίνο. Σημαντική σημείωση, δεδομένης της λατρείας που είχε ο Mille Petrozza για τους VOIVOD (όταν μάθανε ότι θα περιοδεύσουν μαζί το ‘87, τρελάθηκε!), δείγμα του σεβασμού στα όσα σπουδαία και επιδραστικά έργα άφησε εκείνος. Πάντα όμορφο, τέλος, να βλέπεις αμοιβαία εκτίμηση μεταξύ σπουδαίων.

Και τώρα, πάμε να τα κατατάξουμε. Άντε να δούμε τι θα γίνουμε….

The “Hordes of chaos” countdown:

9) “Absolute misanthropy” (3:38)
H ευγενής τέχνη του Γερμανικού ξύλου μέρος πρώτον. Ξεκίνημα κομματιού με τέρμα “Terrible certainty” riff, προτού η κατάσταση ξεφύγει και κατέβουν μπουνιές και καντήλια με τον τρόπο που μόνο ο Mille ξέρει να τα ρίχνει. Άμα έχεις ξυπνήσει ποτέ και νιώθεις ότι μισείς τους ανθρώπους, αυτό είναι ο ύμνος σου. Μπαίνει χαμηλά γιατί τα υπόλοιπα είναι ακόμα ανώτερα κομμάτια.

ABSOLUTE MISANTHROPY, I CAN’T WAIT FOR YOU TO DIE

8) “Radical resistance” (3:44)
H ευγενής τέχνη του Γερμανικού ξύλου μέρος δεύτερον. Τα τύμπανα του Ventor σαν σφαλιάρες σε ένα κομμάτι που σπάει μόνο στο μεσαίο μέρος που υμνικά ενώνει τους πάντες στο κόσμο για την αντίσταση που περιγράφει στους στίχους, ενώ στο ρεφρέν, έχουμε το σύνθημα που φέρνει τους πάντες μαζί σαν μια γροθιά να επαναλαμβάνεται με στόμφο. Ποιο σύνθημα; Το παρακάτω!

UNITE TO FIGHT, RADICAL RESISTANCE NOW!

7) “Escalation” (3:25)
Μετά τις ανάποδες των δύο πρώτων κομματιών, κατεβάζουμε σε mid-tempo τις ταχύτητες, αλλά βγάζουμε μπροστά riff-άρες, βάζουμε έναν Mille, να ωρύεται λες και είναι στη πρώτη γραμμή μιας αέναα κλιμακούμενης επανάστασης ενάντια σε όσους σου στερούν την αξιοπρέπεια, ως μόνη αντίδραση. Κάπως έτσι, φτιάχνονται τα σπουδαία κομμάτια. Και από αυτά, οι KREATOR, έχουν σε περίσσευμα.

WAITING FOR A TOTAL ESCALATION, TO FREE THE HUMAN RACE

6) “Destroy what destroys you” (3:19)
Ατόφια γκρουβάτοι KREATOR, με το ξέσπασμα για το solo και προς το φινάλε, σε ένα κομμάτι που συνοδεύεται από το άκρως συναυλιακό video clip του, δείχνοντας την δύναμη που είναι οι μεγάλοι Γερμανοί στο σανίδι. Κατέστρεψε αυτό που σε καταστρέφει, το μήνυμα του κομματιού, ε και αν μη τι άλλο, για καταστροφή αυτό το κομμάτι, είναι ταμάμ! VENTOR ΡΙΧΤΟ!

DESTROY WHAT DESTROYS YOU, TIME HAS COME TO RISE!

5) “Hordes of chaos (a necrologue for the elite)” (5:10)
Το πρώτο single, με το χαρακτηριστικό ala “Conan the barbarian” video clip. Το σαρωτικό και τόσο καταστροφικά KREATOR κομμάτι, που έχει μείνει κλασσική επιλογή από αυτό το άλμπουμ τόσα χρόνια μετά στις συναυλίες των Γερμανών. Ακόμα θυμάμαι το πως άνοιξαν με αυτό στο Κτήριο 56 στην Πειραιώς….

EVERYONE AGAINST EVERYONE, CHAOS, HORDES OF CHAOS

4) “War Curse” (4:11)
…για να συνεχίσουν καπάκια όπως στο δίσκο με αυτό εδώ, που ειλικρινά με διαλύει σαν δίδυμο ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ. Η καρδιά χτυπάει πιο δυνατά, ενώ το μυαλό, διαβάζει διαφορετικά τους στίχους με τα χρόνια. Οι πόλεμοι της ιστορίας, μέσα από τα μάτια ενός αόρατου παρατηρητή που βλέπει εχθροπραξίες μετά από εχθροπραξίες ως μια κατάρα πολέμου, που έχει πέσει πάνω στην ανθρωπότητα. Στο τέλος, την πληρώνουν οι άμαχοι, αυτοί που πάντα υποφέρουν. Ή όπως το γκαρίζει δυνατά και καθαρά ο Mille:

VIOLENCE IS CONQUERING THE WORLD!

3) “Amok run” (4:13)
Ξεκίνημα κομματιού, βγαλμένο από τα πειραματικά 90’s των KREATOR, όπου ακούμε έναν εύθραυστο στην αρχή Mille Petrozza, σκεπτικό/προβληματισμένο, που συνειδητοποιεί πράγματα και σιγά σιγά ανεβάζει στροφές και παίρνει χοντρές ανάποδες. Το “ως εδώ, τώρα θα σας λιανίσω”, σε νότες. Σπάσιμο κοκκάλων είτε συναυλιακά είτε απλά όταν το ακούς στο δίσκο, ενώ το συγκινητικό φινάλε σε λιώνει σαν παγωτό. Ένα από τα κομμάτια των KREATOR όπου μπορούμε να πούμε με άνεση ότι ο μπροστάρης τους αλλάζει “πρόσωπα”.

Pain, I have lived in endless pain
Now I pay it back in spades
Burning panic, ice cold fear is in their eyes
Blood is the last thing that I see
Sacrifice and agony
On my final day you’ll have to die with me
For now, I….RUN AMOK RUN!

2) “To the afterborn” (4:54)
Ένα από τα πλέον πλήρη κομμάτια του δίσκου, μελωδικό και επιθετικό ταυτόχρονα (χωρίζεται χοντρικά στη μέση), από τα πλέον φιλοσοφημένα επίσης. Επίθεση στην οργανωμένη θρησκεία, υπό μια άλλη οπτική. Πως θα είναι τα παιδιά που θα γεννηθούν μετά από εμάς αν δεν προσκυνήσουν τα είδωλα που έφεραν τόσο θάνατο και δυστυχία στον πλανήτη; Και αφού σε έχει ανατριχιάσει και διαλύσει με το ωστικό του ράπισμα, ο μέγας Γερμανός θέτει το ερώτημα:

WILL THE ONES WHO LIVE AFTER OUR END, WORSHIP THE GODDAMN CROSS AGAIN?

1) “Corpses of liberty” (0:56) / “Demon prince” (5:19)
Το ΜΕΓΑ φινάλε του δίσκου με το αγαπημένο μου κομμάτι του. Ο δαίμων πρίγκηπας, ένα σύμβολο καταπίεσης και καταδυνάστευσης, γεμάτος ψέματα, δογματισμό και τα ρέστα. Το θέμα του καταστροφικού ετούτου άσματος, που ξεκινάει μελωδικά (εν συνεχεία του ιντερλουδίου), μετά μαρσάρει και διαλύει τα πάντα στο πέρασμα του, προκειμένου το φινάλε να μας ανατριχιάσει με την υπέροχη μελωδία του Sami Yli-Sirnio, που γίνεται διπλή αρμονία με τον Mille….και αυτό ήταν, καληνύχτα σας!

DISOBEY THE OPPRESSOR, REFUSE DEMON PRINCE
DISOBEY THE OPPRESSOR, FOREVER DEMON PRINCE
KILL DEMON PRIIIIIIIINCE!

Το υπέροχο 3/3 στη δισκογραφία των Γερμανών στη δεκαετία του 2000, που περιλαμβάνει πόσες περιοδείες, εξέχουσα η περιοδεία Thrashfest με EXODUS, DEATH ANGEL και τους δικούς μας SUICIDAL ANGELS, να βγαίνουν στη γύρα στην Ευρώπη, καταστρέφοντας ό,τι είχε το θράσος να σταθεί όρθιο. Το “Hordes of chaos” επιπλέον, αποτελεί εκείνο το άλμπουμ που βγαίνει λίγο πριν γίνει ένα μεγάλο εμπορικό βήμα για μια ήδη εδραιωμένη μπάντα, που μεγαλώνει έτι περαιτέρω (λέγε με “Phantom antichrist” και Nuclear Blast).

Μια ανάσα λοιπόν πριν το πέρασμα στην Nuclear Blast, υπήρξε το “Hordes of chaos” μέσα σε όλη του την σπουδαιότητα και ωμότητα. Ξανακούστε το και αγαπήστε το, όπως το αγαπάω κι εγώ. Αυτά.

Γιάννης “Demon Prince” Σαββίδης

A day to remember… 15/1 [RHAPSODY OF FIRE]

0
Rhapsody

Rhapsody

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Into The Legend” – RHAPSODY OF FIRE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2016
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: AFM Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Alex Staropoli
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Fabio Lione – Φωνή
Roberto De Micheli – Κιθάρα
Alessandro Sala – Μπάσο
Alex Staropoli – Πλήκτρα
Alex Holzwarth – Τύμπανα

Όταν το “Into the Legend” κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2016, οι RHAPSODY of Fire δεν βρίσκονταν σε θέση ισχύος. Η αποχώρηση του Luca Turilli παγιωνόταν και άφηνε ανοιχτά ερωτήματα. Υπάρχουν RHAPSODY χωρίς των εμβληματικό κιθαρίστα / συνιδρυτή/ nerd? Ποια είναι η ταυτότητα της μπάντας; Είχαν προηγηθεί δισκογραφικές δουλειές που προκάλεσαν ένα σφίξιμο στα χείλη ακόμα και των πιο φανατικών οπαδών. Πολλοί από αυτούς μάλιστα ήταν έτοιμοι να σταυρώσουν το άλλοτε βαρύ πυροβολικό του συμφωνικού Power metal.

Ήταν άραγε δίσκος επιστροφή των RHAPSODY; Mάλλον δοκιμασία.

Το μακροσκελές έπος που είχαν ξεκινήσει το μακρινό πια 2004 με τίτλο “Symphony of Enchanted Lands II: The Dark Secret” (νοητή συνέχεια του προηγούμενου υπερ-έπους) είχε ολοκληρωθεί με την κυκλοφορία “From Chaos To eternity”. To “Dark Wings of steel” που ακολούθησε μας είχε γνωρίσει τον νέο κιθαρίστα του σχήματος. Με πολλές αμφιβολίες να διαγράφονται στον ορίζοντα.

Το “Into the legend” όπως και ο προκάτοχός του, είναι από τα άλμπουμ των RHAPSODY που δεν διατηρούν μια συγκεκριμένη αφηγηματική πορεία. Δεν είναι Concept. Κάτι που ξενίζει δεδομένου του πως τους έχουμε στο μυαλό μας.

Οι παραδοσιακά μεγαλεπήβολες συνθέσεις του δίσκου – δέκα στον αριθμό – έχουν ποικιλία και συχνά πολυπλοκότητα. Αν εξαιρέσουμε το εισαγωγικό ορχηστρικό “In principio” δεν υπάρχει τραγούδι με διάρκεια κάτω από τα 4.30. Ειδική αναφορά στο “Distant Sky” που βάζει το δίσκο και πριν μπει ο Fabio στο πρώτο κουπλέ ακούμε ένα κιθαριστικό sweep από την κόλαση που σε κάνει να χαμογελάς πονηρά… Γιατί σκέφτεσαι ότι “προσπαθούν” να δείξουν ότι “Ντάξει. Έφυγε ο Luca αλλά ο νεοφερμένος Roberto De Micheli δεν υστερεί σε τίποτα.” Δεν ήταν όμως αυτό το πρόβλημα της πορείας των RHAPSODY. Αν θα βγουν τα σόλο. Το πρόβλημα ήταν αλλού και θα εξηγήσω στη συνέχεια.

Ακούγοντας την πολυπλοκότητα αναρωτιέσαι. Είναι η συνθετική ωριμότητα – δεινότητα της μπάντας; Είναι η αναγκαία φλυαρία για να βγει ένας δίσκος με 10 κομμάτια που ζητάει η εταιρεία; Προσπαθούν να αποδείξουν ότι πια είναι ένα level πιο πάνω; Οι δίσκοι όμως δεν πρέπει να σου δημιουργούν τέτοιου είδους απορίες. Πρέπει να σε απογειώνουν στα ουράνια και μετά να σε βυθίζουν στα τάρταρα. Και αυτό το έκαναν τα έπη της πρώιμης δισκογραφίας που λείπουν από το “Into the Legend”. Δεν υπάρχουν τραγούδια που σε κάνουν να σηκώσεις το χέρι κραδαίνοντας το σπαθί και να τραγουδήσεις FOR THE KING FOR THE LAND FOR THE MOUNTAIN ή GLORIA PERPETUA.

Για να είμαι ακριβοδίκαιος κομμάτια όπως το “Into the Legend” και το “Distant sky” σε πάνε προς τα εκεί. Γνώριμα folkish – DnD σημεία όπως το “A Voice in the Cold Wind” και πιο σκοτεινά αργά τραγούδια όπως το “Winter’s Rain” δημιουργούν όμορφα συναισθήματα. Γενικά ο δίσκος δεν έχει κακή μουσική.

Είναι μια πολύ επαγγελματική δουλειά με προσεγμένη παραγωγή, προσεγμένη ενορχήστρωση, προσεγμένο artwork. Απεικονίζει προφανώς τον πατροπαράδοτο δράκο στο εξώφυλλο. Αν και με μια πιο μοντέρνα και φουτουριστική προσέγγιση. Ίσως μια προσπάθεια της μπάντας να δείξει ότι μπήκε στη νέα εποχή;

Δεν λείπει και το κλασσικό υπερμεγέθες έπος στο τέλος του δίσκου που ονομάζεται “The Kiss of Life” και διαρκεί 16.46. Eιλικρινά ο δίσκος δεν έχει “κακά” κομμάτια και εδώ επανέρχομαι να εξηγήσω ποιο είναι το “πρόβλημα” που ανέφερα πιο πάνω

Η πεμπτουσία των RHAPSODY δεν ήταν ποτέ η ορχήστρα, η συνθετική δεινότητα, τα σόλο, οι αφηγήσεις ή τα σπαθιά. Όλα αυτά ήταν συνεκτικά στοιχεία όχι όμως η μαγεία πίσω από τη μουσική. Η πραγματική καρδιά της μπάντας ήταν η αίσθηση που έδινε στον οπαδό ότι όλα αυτά γράφονται από μια παρέα nerds που παίζουν μαζί DnD στο υπόγειό τους και όταν τελειώνει το Session oι περιπέτειες από το χαρτί και το μολύβι ταξιδεύουν στο πεντάγραμμο.
Δεν ξέρω βέβαια αν ήταν ποτέ όντως αυτό οι RHAPSODY. Ξέρω όμως το τι νιώθαμε πολλοί. Μια αγνή πρόθεση να δημιουργηθεί κάτι συναισθηματικά μεγαλειώδες και επικό παρά τις cheesiές και τις cringeworthy στιγμές (Που για αυτές ζούμε).

Δεν ξέρω τι στράβωσε στην πορεία. Αν και είναι κάπως κοινό μυστικό ότι οι “εταιρικές” περιπέτειες και τα ασήκωτα “εγώ” άφησαν βαθιά πληγή στο συγκρότημα. Προσωπικά δεν έχω κακή εικόνα για τις νέες προσθήκες στο line up. Όμως οι μπάντες είναι και τα μέλη τους στο metal. Όχι μόνο το ηχητικό αποτέλεσμα.

Να το ακούσω το “Into the legend” δέκα χρόνια μετά; Ναι, θα το εκτιμήσεις πιο πολύ από όταν βγήκε. Θα με αγγίζει; Λίγο. Όχι επειδή δεν έχει ωραία τραγούδια αλλά επειδή αφήνει μια πικρή γεύση υπερπροσπάθειας. Είναι κάπως βιομηχανική μουσική γραμμένη με πυξίδα το “τι θα αγγίξει το ένστικτο” του οπαδού. Χωρίς να το πετυχαίνει πάντα.

Και εν τέλει δεν το θυμάσαι ως το άλμπουμ που έχει μέσα το τάδε ή το τάδε τραγούδι, αλλά για τον τελευταίο δίσκο των RHAPSODY με τον Fabio Lione.

Άρης Λάμπος

A day to remember… 15/1 [ACCEPT]

0
Accept

Accept

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Predator” – ACCEPT
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΙΑ: RCA/BMG Ariola
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Michael Wagener
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Udo Dirkschneider
Κιθάρες – Wolf Hoffmann
Mπάσο – Peter Baltes
Τύμπανα – Michael Cartellone

Η δεκαετία των 90s αποτέλεσε δημιουργικό βάλτο για πολλά καθιερωμένα heavy metal συγκροτήματα που είχαν διαπρέψει τα προηγούμενα χρόνια. Μετά την έλευση του grunge και την άνοδο «εναλλακτικότερων» τάσεων, που έκλεψαν τα φώτα της δημοσιότητας από τα κραταιά συγκροτήματά των 80s, πολλές μπάντες έσπευσαν είτε να προσαρμόσουν τον ήχο τους πάνω στα νέα δεδομένα ή να πειραματιστούν με ήχους και στυλ λίγο διαφορετικότερα από αυτά που μέχρι τότε είχαν συνηθίσει το κοινό τους.

Το πρώτο μισό των 90s δεν άφησε ανεπηρέαστους τους Γερμανούς metal γίγαντες από το Solingen, τους ACCEPT. Οι ACCΕPT, που είχαν γράψει την δική τους λαμπρή ιστορία εντός των 80s, βρέθηκαν σε μία καθοδική πορεία, η οποία πρακτικά ξεκίνησε από το (πολύ καλό κατ‘ εμέ) “Eat the heat”, όπου ο frontman-σημαία του συγκροτήματος, Udo Dirkschneider είχε αποχωρήσει και την θέση του είχε αναλάβει ο Αμερικάνος David Reece. Το “Eat the heat” ξένισε το παραδοσιακό κοινό των ACCEPT, που βρήκαν περισσότερα ενδιαφέροντα ακούσματα στο προσωπικό ντεμπούτο του Udo Dirkschneider, με τίτλο “Animal house”, και το οποίο, σαν υλικό, προοριζόταν για το διάδοχο άλμπουμ του “Russian roulette” (1986) και δόθηκε στον τραγουδιστή προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει για το άλμπουμ του.

Η απαξίωση του “Eat the heat”, έβαλε τους ACCEPT σε ένα στρόβιλο κρίσης, στέλνοντας παράλληλα το μήνυμα πως η πιο μελωδική και «εμπορική» τους πλευρά δεν ήταν το ίδιο αποδεκτή με το καταιγιστικό heavy metal παρελθόν τους. Σαν να μην έφτανε αυτό, ένας σοβαρός τραυματισμός του ντράμερ Stephen Kaufmann στην πλάτη, του στέρησε την θέση του πίσω από τα τύμπανα και αντικαταστάθηκε προσωρινά από τον Ken Mary (πρώην Chastain, Fifth Angel, Alice Cooper και House of Lords). Παράλληλα, μεγάλωναν ολοένα και περισσότερο οι εντάσεις του μεταξύ του τραγουδιστή David Reece με την υπόλοιπη μπάντα.

Η ατμόσφαιρα ήταν τόσο αρνητική που το συγκρότημα να σταματήσει τις δραστηριότητες του και να μπει στον πάγο επ’ αόριστο. Ο αεικίνητος Peter Baltes συμμετείχε στο “Savage amusement” των SCORPIONS, στο “Up from the ashes” του Don Dokken και στο “Face the truth” του John Norum τα επόμενα χρόνια. Ο κιθαρίστας Wolf Hoffmann αφιέρωσε τον χρόνο του στις αγαπημένες του εικαστικές τέχνες, ενώ ο Kaufmann ανέλαβε την παραγωγή ενός ζωντανού άλμπουμ των ACCEPT, με τίτλο “Staying a life” (1990) και με ηχογραφήσεις από την ιαπωνική περιοδεία του “Metal heart”, κάμποσα χρόνια πίσω. Αυτή η κυκλοφορία ήταν και η αφορμή να καθίσουν ξανά όλοι μαζί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να συζητήσουν μία ενδεχόμενη επανασύνδεση τους.

Τελικά η κλασική σύνθεση των Dirkschneider, Hoffmann, Kaufmann και Baltes επανασυνδέθηκε, με αποτέλεσμα να κυκλοφορήσει ένα αξιόλογο comeback άλμπουμ με τίτλο “Objection overruled” (1993). Με το ηθικό αναπτερωμένο και το συγκρότημα να βρίσκει ξανά τον εαυτό του μετά από χρόνια, κυκλοφόρησαν αμέσως μετά το “Death row”, το οποίο, δυστυχώς, δεν έκανε την ίδια αίσθηση και παρ΄ όλο που είχε καλά στοιχεία, πέρασε λίγο χαμηλότερα στο ραντάρ των fans. Δεν ξέρω ποιο ήταν το αίτιο ή το αποτέλεσμα, αλλά οι διαφωνίες μεταξύ του Udo και του Wolf γύρισαν πάλι στο προσκήνιο και τα προβλήματα επανήλθαν. Σε αυτό το άλμπουμ, ο ντράμερ τους Stefan Kaufmann άφησε το συγκρότημα εξαιτίας του παλιού του τραύματος στην πλάτη.

Η τριάδα-πυρήνας που έμεινε στο συγκρότημα το επόμενο διάστημα άρχισε να δουλεύει στο επόμενο άλμπουμ το 1995 και επέλεξαν να το ηχογραφήσουν επί αμερικανικού εδάφους, χρησιμοποιώντας τα 16th Ave. Sound Studios σε μία από τις σημαντικότερες μουσικές πόλεις των ΗΠΑ, το Nashville. Τα συγκεκριμένα στούντιο δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση με τον σκληρό ήχο. Ενδεικτικά, μέχρι τότε από εκεί τα πιο «σκληρά» άλμπουμ που είχαν κυκλοφορήσει, ήταν τα “In the Kingdom” του «χριστιανικού» metal σχήματος των WHITECROSS, το “Time to burn” των hard rockers GIANT και το “These days” των BON JOVI.  Για την θέση πίσω από την κονσόλα, επιλέχθηκε ο παραγωγός και συμπατριώτης τους Michael Wagener. Εκτός από τον Udo στα φωνητικά, τον Hoffmann στις κιθάρες και τον Baltes στο μπάσο, επιστρατεύθηκε ο Αμερικάνος Michael Cartellone, με προϋπηρεσία στο διάσημο supergroup των DAMN YANKEES. Τους στίχους τους ανέλαβε, για μία ακόμη φορά, η σύζυγος του Wolf, Gaby Hoffmann, γνωστή και ως Deaffy.

Το νέο άλμπουμ τιτλοφορήθηκε “Predator”, θεωρητικά επειδή είχε έναν πιο heavy και επιθετικό ήχο, αλλά περίπλεξε κάπως την δημιουργική χημεία στο συγκρότημα. Μουσικά, τα κλασικά συστατικά των ACCEPT είναι εκεί: λίγο AC/DC με JUDAS PRIEST, λίγο παλιοί SCORPIONS αλλά υπάρχει και μία πινελιά από τα grooves των 90s. Υπάρχει η χαρακτηριστική κι αγαπημένη αγριοφωνάρα του Udo, οι κλασικότροπες αλλά και ανατολίτικες επιρροές του Hoffmann καθώς και μία πιο μοντέρνα προσέγγιση από τον Baltes, ο οποίος, επιπλέον, συνεισφέρει και φωνητικά σε τρία τραγούδια. Και δυστυχώς αυτή η πρωτοβουλία θεωρήθηκε από αρκετούς ως η «αχίλλειος πτέρνα» του άλμπουμ, όπως θα δούμε παρακάτω, καθώς φαίνεται να διαταράσσει την ροή του τελικού αποτελέσματος. Το “Predator” κυκλοφόρησε τριάντα χρόνια πριν, τον Ιανουάριο του 1996, και, δυστυχώς, έφερε στο φως την τοξικότητα και τις παθογένειες που σκούπιζαν όλη την προηγούμενη χρονιά κάτω από το χαλάκι.

Οι ACCEPT ξεκινούν με το τύπου AC/DC “Hard attack” και συνεχίζουν ακόμη ορμητικότερα με το “Crossroads”, ένα από τα τρία τραγούδια που τραγουδάει ο Baltes. Ακολουθεί το βαρύ “Making me scream”, με το επιθετικό “Diggin’ in the dirt” να ακολουθεί σε ένα groovy ύφος που δεν μας είχαν συνηθίσει οι ACCEPT. Μέχρι τώρα, ο ακροατής θα προσπαθεί να αποφασίσει αν έχει κάτι καλό στα χέρια του, το άλμπουμ δεν διαθέτει τον αξιομνημόνευτο ύμνο που θα καρφωθεί αυτόματα στο κεφάλι.

Το άλμπουμ συνεχίζει να παρουσιάζει διακυμάνσεις με τραγούδια όπως τα “Lay it down” και “It ain’t over yet”. Όχι, δυστυχώς αυτοί δεν είναι οι ACCEPT που ξέρουμε και αγαπάμε. To “Predator” πιο πολύ ακούγεται σαν ένα jam session που ηχογραφήθηκε επαγγελματικά, παρά σαν ένα συνολικό έργο που προσεγγίστηκε μεθοδικά και δουλεμένα. Το σκοτεινό, ομώνυμο “Predator” δίνει λίγο νεύρο, ξυπνώντας το αποκοιμισμένο λιοντάρι του Solingen, έρχεται και λίγο αγαπημένο speed με το “Crucified” και το ιλιγγιώδες riff του “Take out the crime” να φτιάξει η κατάσταση. Στο “Don’t give a damn”, που θυμίζει λίγο εποχή “Eat the heat”, οι ACCEPT παραμένουν λειτουργικοί και καθώς το άλμπουμ πλησιάζει στο τέλος του, ακούμε το αξιόλογο “Run through the night”, μόνο και μόνο για να κατακρημνιστεί το άλμπουμ στον τερματισμό του με το τελείως άκυρο κλείσιμο του “Primitive”, έναν ηχητικό αχταρμά που μιμείται τον Prince και την Janet Jackson, και την φωνή του Baltes να στέλνει για ύπνο και τον πιο υπομονετικό οπαδό της μπάντας.

Το τι έφταιξε μπορεί να το κρίνει ο καθένας, όμως για εμένα το “Predator” είχε τα λάθος ντραμς –πολύ άνευρος ο Castellone για τα δεδομένα των ACCEPT – , μία παραγωγή που δεν τους ταίριαζε – ένα από τα σπάνια ολισθήματα του Wagener -, αρκετά άχρωμα και εκνευριστικά filler τα οποία φαίνεται να γράφτηκαν στο πόδι και συνολικά μία ασύνδετη ακουστική εμπειρία που σε τίποτα δεν θυμίζει κάτι από τα κλασικά άλμπουμ τους.

Χωρίς συνοχή και αποπροσανατολισμένο συνθετικά, το “Predator” έσυρε άδοξα τους ACCEPT μέσα σε μία τρύπα από την οποία έκαναν να βγουν αρκετά χρόνια. Το άλμπουμ μπήκε σε διάφορα ευρωπαϊκά chart (υψηλότερη θέση στην Φινλανδία, στο νο. 27) αλλά η ζημιά είχε γίνει. Μετά από μικρό αριθμό εμφανίσεων για την προώθηση του δίσκου, οι ACCEPT διαλύθηκαν ξανά και επανεμφανίστηκαν για μερικές φεστιβαλικές εμφανίσεις και μια ιαπωνική περιοδεία το 2005, με τον Herman Frank στις δεύτερες κιθάρες και τον Stefan Schwarzmann στα ντραμς. Μετά από αυτό δεν δόθηκε συνέχεια και ο θρυλικός Udo αποχώρησε μια για πάντα από τους ACCEPT. Όμως, τον Μάιο του 2009, το συγκρότημα, με  νέο τραγουδιστή στο πρόσωπο του Mark Tornillo (πρώην T.T.QUICK) επέστρεψε δριμύτερο στην δισκογραφία με ένα εντυπωσιακό άλμπουμ στο “Blood of the nations” (2010), όπου άρχισε ξανά να δίνει εντυπωσιακά δείγματα γραφής 14 ολόκληρα χρόνια μετά το κακόμοιρο “Predator”, κερδίζοντας πίσω με εμφατικό τρόπο τους fans που αποχαιρέτησε με τόσο άδοξο τρόπο το 1996.

Κώστας Τσιρανίδης

 

MEDEN AGAN, THE SILENT WEDDING, SENSES (Piraeus Club Academy, 11/01/2026)

0
Meden

Meden

Σάββατο βράδυ, η πρώτη μας ανταπόκριση για το 2026, είναι γεγονός. Ο λόγος; Το συμφωνικό metal σχήμα των MEDEN AGAN, κλείνει 20 χρόνια παρουσίας στη σκηνή. Κι όμως, συμβαίνει! Καμιά φορά χρειάζονται τέτοιες υπενθυμίσεις, προκειμένου να συνειδητοποιήσει κάποιος πως περνάνε τα χρόνια. Περνάνε όμορφα, το μόνο σίγουρο! Θα πούμε παρακάτω για αυτά τα 20 χρόνια. Στο πλευρό τους οι THE SILENT WEDDING και οι SENSES. Η προσέλευση κόσμου, ικανοποιητική θα έλεγα εγώ, δεδομένου ότι έπαιζαν και άλλα τοπικά live. Κακά τα ψέματα, δεν μπορούμε όλοι να βρισκόμαστε παντού. Αρκετά όμως με αυτά, πάμε στο δια ταύτα γιατί το βράδυ του Σαββάτου, γίνανε πράγματα!

Πρώτοι στη σκηνή οι SENSES. Να πω την αμαρτία μου, δεν είχα ιδέα τι παίζανε, ήξερα απλά το όνομα, κάπου είχα δει και το λογότυπο, ως εκεί. Τι έχουμε εδώ; Έχουμε hard’n’heavy που πατάει τόσο στη παραδοση όσο και στο σήμερα. Καλεσμένη η Έφη από EUPHROSYNE σε ένα κομμάτι κιόλας. Ωραία λεπτομέρεια το σκαμπό και το χιούμορ εν γένει του τραγουδιστή. Ωραία πινελιά το φινάλε ενός κομματιού με το breakdown του “Domination”, αλλά και η διασκευή του “I might lie” του Andy Taylor. Λόγω τεχνικού προβλήματος στο in ear του τραγουδιστή αλλά και στο ταμπούρο, υπήρξε ένα χρονικό κενό στην εμφάνιση τους, που πήγε πίσω το πρόγραμμα, αλλά δεν επηρεάστηκε ιδιαίτερα η καλή τους διάθεση, κάθε άλλο! Κάτι που φυσικά μόνο υπέρ τους είναι. Το πρόσημο θετικό ξεκάθαρα, μπράβο!

Εν συνεχεία, οι THE SILENT WEDDING. Σπουδαία prog/power ΜΠΑΝΤΑΡΑ της σκηνής μας, από αυτές που πρέπει να αγκαλιάζουμε όσο πιο πολύ γίνεται. Μια ακόμα, πιο περιορισμένη χρονικά, σπουδαία εμφάνιση για το σχήμα αυτό που τόσο με έχει κερδίσει. Όλη η μπάντα είναι σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή, που πραγματικά όπου κι αν τη πετάξεις, θα πάρει κεφάλια. Ειδικά όταν το τελευταίο τους εξαιρετικό άλμπουμ “Ego path” έχει αγκαλιαστεί τόσο από τον κόσμο. Μεγάλη υπόθεση να έχεις κομματάρες, ειδικά σε αυτό το είδος.

Για την ιστορία, είχαμε το “Ego path” με τη μερίδα του λέοντος στο set (“Time of darkness”, “The sea of fate”, “Point of no return”, “Stealing the sun”, “Reveal the rain”, “Song of the dead”), ενώ φυσικά τιμήθηκε και το “Enigma eternal” (“Shadows and dust”, “The endless journey”, “Catharsis” και το σπαραξικάρδιο “Loneliness” – αφιερωμένο σε όσους “έφυγαν”). Πανέμορφη στιγμή, η παρουσία των παιδιών των μελών της μπάντας στον εξώστη, με τον μπροστάρη αυτής Μάριο Καραναστάση, να λέει “ό,τι κάνουμε σε αυτή τη σκηνή, είμαστε πρότυπο για τα παιδιά”. Ουδέν αληθέστερον τούτου.

Και κάπως έτσι, βρισκόμαστε ενώπιον του κυρίως πιάτου. MEDEN AGAN. 20 χρόνια, 5 studio δίσκοι, 5 διαφορετικές (μαζί με την «καινούργια») φωνές. Λέμε «καινούργια», διότι η Ελένα Στρατηγοπούλου που τραγούδησε, ανέλαβε τα φωνητικά μόνο για το επετειακό αυτό live. Νομοτελειακά, λοιπόν, υπήρξε μια άλφα αμηχανία, μιας και εκτός του ότι καλούνταν να γεμίσει την μακροβιότερη προκάτοχο, πάνω που εκείνη είχε αρχίσει να δένει με το κοινό της μπάντας. Φυσικά, αγκαζέ με τη στιβαρή παρουσία του Μπάμπη Τσολάκη (FRAGILE VASTNESS) πίσω από τα τύμπανα, παρουσιάστηκαν στο κοινό. Η «νέα» λοιπόν φωνή, έχει ένα ελαφρώς πιο “ροκάδικο” γρέζι, παρότι στο ίδιο λυρικό μήκος κύματος με τις προκατόχους (εδώ βοηθάει και η θητεία στους FRAGILE VASTNESS). Αυτό στις παλιότερες συνθέσεις, σαφώς δίνει ένα άλλο χρώμα, ενώ η ίδια ξεκάθαρα είναι άρτια εκτελεστικά.

Η διασκευή στο “Maniac” με Δημήτρη Γιαννακόπουλο έδωσε μια πιο διασκεδαστική νότα στη βραδιά, ενώ ο Ηλίας Ζούνης από KARMA VIOLENS στα “Portal of fear” και “Sickness”, έδωσε ξεκάθαρα το δικό του πιο ακραίο στίγμα. Το encore ξεκίνησε με το θρυλικό “The show must go on” των QUEEN σε μια διασκευή κοντά στο ύφος της μπάντας. Φωνητικά οι γραμμές του κορυφαίου frontman που υπήρξε ποτέ, τιμήθηκαν όπως τους έπρεπε, Τίτλους τέλους έριξε το “Lustful desires” από το “Lacrima dei”, που ήταν το παλαιότερο άλμπουμ που τιμήθηκε.

Πρέπει όμως να εκφράσω και μία απορία μου, παρατήρηση, όπως θέλετε πείτε το σχετικά με αυτή την καθ’ όλα επαγγελματική και άρτια εμφάνιση. Όταν παίζεις επετειακή συναυλία, θεωρώ δεδομένο ότι τιμάς όλες τις περιόδους σου. Κι όμως, οι επιλογές στάθηκαν κυρίως στα τελευταία άλμπουμ “My name is Katherine” (“Moth”, “Rejection”, “Trapped”, “Confident”, “Beyond any suspicion”, “Shedding”) και “Catharsis” (“No escape”, “The purge”, “Cleanse their sins”). ενώ τα δύο πρώτα άλμπουμ, έλαμψαν δια της απουσίας τους (“Illusions”, “Erevos aenaon”). H μπάντα μπορεί ξεκάθαρα να αποδώσει το υλικό, από τεχνικής άποψης, οπότε, γιατί να μην δοθεί αυτό το έξτρα χρώμα, έστω μιας επιλογής από τα πρώτα βήματα, προκειμένου να υπερτονιστεί η εξέλιξη από τότε μέχρι σήμερα; Βέβαια, ίσως σε αυτό να είχε να κάνει και ο λίγος χρόνος που είχαν με την τραγουδίστρια που κλήθηκε να “βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά”…

Τέλος πάντων, τροφή για σκέψη όλα τα παραπάνω κι ευχές για τα καλύτερα εκ μέρους ROCK HARD για αυτά τα 20 χρόνια. Στα επόμενα με υγεία!

Υ.Γ.: Τουλάχιστον άκομψο εκ μέρους κοινού ότι χρειάστηκε να κάνει διπλή παρατήρηση για το κάπνισμα η τραγουδίστρια των MEDEN AGAN. Λίγος σεβασμός δεν βλάπτει.

Γιάννης Σαββίδης
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

Ανασκόπηση του 2025 (Μέρος 2) – Rock Hard The Pod S04E06

0
Pod

Pod

Ο Σάκης Φράγκος, ξεκινά τον τέταρτο κύκλο του Rock Hard – The Pod και στο έκτο επεισόδιο κάνει το δεύτερο μέρος της ανασκόπησης των κυκλοφοριών που βγήκαν τους οχτώ τελευταίους μήνες του 2025.
Ελάτε μαζί μας, στον τέταρτο χρόνο του Rock Hard – The Pod, γραφτείτε στο κανάλι μας και θα έρθουν πολλές ακόμα μεταλλικές ιστορίες.


 

Underground Halls Vol. 225 – TRIUMPHER – “Piercing the heart of the world” – Review and track by track analysis

0
Triumpher

Triumpher

Αντί προλόγου…

Δεδομένο πρώτο: Η μουσική βιομηχανία τρέχει με απλησίαστες ταχύτητες και «καταπίνει» σαν τη Χάρυβδη όποιον είναι ανεπαρκής ή αδυνατεί να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα. Αμφιβάλει κανείς ως προς αυτό;

Δεδομένο δεύτερο: Συχνά, κοινό και Τύπος αποθεώνουν τη μετριότητα. Ο πήχης των standards φτάνει στο πάτωμα, ο ακροατής μοιάζει να έχει υποστεί λοβοτομή και χαρίζεται απλόχερα η κολακεία για λόγους ΜΗ μουσικούς. Αλήθεια ή ψέμα;

Τις απαντήσεις τις γνωρίζουμε όλοι. Όπως γνωρίζουμε ότι υπάρχουν και οι τρανταχτές εξαιρέσεις. Κάποιοι που όχι μόνον νικούν το «τέρας» μένοντας στην επιφάνεια, αλλά οδηγούν τις εξελίξεις. Κάποιοι που δεν συμμετέχουν στο «γαϊτανάκι» της αβάσιμης κολακείας, αλλά αναγκάζουν όλα τα βλέμματα να πέσουν επάνω τους αποκλειστικά χάρις στο πλέριο ταλέντο τους.

Οι Αθηναίοι TRIUMPHER είναι ένα τέτοιο γκρουπ. Εμφανίστηκαν «από το πουθενά» μόλις τέσσερα χρόνια πριν, ανδρώθηκαν κάνοντας όχι βήματα αλλά άλματα μπροστά και πλέον, από εκεί που ντύνονταν τα σπάργανα της ελληνικής metal σκηνής, θεωρούνται το νέο μεγάλο όνομα στο παγκόσμιο στερέωμα του επικού heavy metal.

Δύο δίσκους χρειάστηκαν για να το πετύχουν, το θυελλώδες (όνομα και πράγμα) ντεμπούτο “Storming the walls” και τον άξιο διάδοχό του, το εξίσου συντριπτικό “Spirit Invictus”. Και φέτος, έχοντας περπατήσει τους δρόμους που τα δύο αυτά άλμπουμ άνοιξαν και συλλέγοντας πάμπολλες εμπειρίες ως εφόδιο για το παρόν και το μέλλον, καταθέτουν τον καινούργιο τους δίσκο, με τίτλο Piercing the heart of the world.

Το Rock Hard άκουσε προσεκτικά τα οκτώ κομμάτια από τα οποία αποτελείται το “Piercing the heart of the world”, τα αναλύει ξεχωριστά και καταλήγει στη δική του ετυμηγορία. Θα μπορέσουν άραγε οι TRIUMPHER να ισοφαρίσουν σε αξία τις δύο προηγούμενες κυκλοφορίες τους; Ή μήπως είναι ΤΟΣΟ ικανοί, ώστε να τις ξεπεράσουν;

Για να δούμε!

ΠΛΕΥΡΑ Α

“Black blood”
“Behold the Great Lion, on abyss’s edge…”

Από την αρχή της πορείας τους, οι TRIUMPHER κατηγορούνται από μια ισχνή μερίδα ακροατών για έλλειψη προσωπικότητας. Τους θεωρούν στείρους αντιγραφείς των MANOWAR, δίχως όπως φαίνεται να μπορούν (ή να θέλουν – οι κατήγοροι εννοείται) να ξεχωρίσουν τις πάμπολλες μουσικές επιρροές του γκρουπ. Γι’ αυτό, το πρώτο single του “Piercing the heart of the world”, το ΕΠΟΣ “Black blood”, είναι η καλύτερη απάντηση, βουλώνοντας τα στόματα όσων «στάζουν χολή». Το μαύρο σαν πίσσα clip ας μιλήσει από μόνο του… Καλύτερη έναρξη, δε θα μπορούσα να φανταστώ!

“Destroyer”
“Arch of my triumph, the gospel of hate, the core of the essence of Man!”

Οι TRIUMPHER σε ένα πεδίο όπου είναι κυρίαρχοι: Αυτό της δημιουργίας πραγματικά ΕΠΙΘΕΤΙΚΟΥ heavy metal. Τα πρώτα δείγματα τα έδειξαν με κομμάτια όπως το “The thunderer” και το “I wake the dragon (Promachos)”. Νομίσαμε δε, ότι στο σαρωτικό, οργισμένο “Arrival of the avenger”, έπιασαν… ταβάνι. Πόσο λάθος κάναμε! Ο ερχομός του “Destroyer” αποδεικνύει ότι ο πήχης της… βαρβαρότητας, έχει το περιθώριο να ανέβει κι άλλο! Μπορείς να φανταστείς ένα “Kill with power” μετά από χρήση αναβολικών και πολύμηνη ωμοφαγική δίαιτα, διανθισμένο με χορωδίες a la RHAPSODY και τον Ritchie Faulkner στην lead κιθάρα; Αν ναι, εγώ σου υπογράφω, προς συμπλήρωση, πως από την πώρωση θα θες να κομματιάσεις λαμαρίνες με τα ίδια σου τα δόντια!

“The mountain throne”
“No lament, no grief, no remorse…”

Ίσως το πιο TRIUMPHER κομμάτι από καταβολής μπάντας, με την υπογραφή του drummer Άγη Τζουκόπουλου. Να μια πτυχή του ταλέντου του νεαρού μουσικού που δεν την ήξερα, δεν την περίμενα και κατά την άποψή μου, επιβάλλεται να την επεκτείνει! Επικό heavy/black metal σε δύο tempi (μεσαίες ταχύτητες στο πρώτο μισό, γρήγορες στο δεύτερο), με το συγκρότημα να κρύβει με κάλλιστο τρόπο τις επιρροές του. Η χρήση του πιάνου στο refrain συνεισφέρει στο περαιτέρω «άπλωμα» του ήχου και χαρίζει μια γλυκιά λυρικότητα, ενώ το απόλυτο highlight δεν είναι άλλο από το solo στο μπάσο, που ακροβατεί μεταξύ Joey DeMaio και Baron Blood (NECROMANTIA). “Glorious”, που λένε και στα χωριά!

“Ithaca (Return of the eternal king)”
“They’re calling me home, through the wind’s mighty blow!”

Έλειπε, από το «οπλοστάσιο» του γκρουπ, μια τέτοια στιγμή. Αργό κομμάτι, υποβλητικό στην αρχή, παίρνει το δικό τους “Europa Victrix” (το οποίο, εν αντιθέσει με το τι πιστεύουν αρκετοί, ΔΕΝ είναι εισαγωγή αλλά πλήρης σύνθεση) και το ενώνει με τις μπαλάντες των MANOWAR. Δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο θα «κερδίσει» τον ακροατή με την πρώτη ακρόαση αλλά όταν το καταφέρει, έχει όλα τα φόντα να γίνει πολύ αγαπημένο. Σημείο αναφοράς, φυσικά, η θεόρατη ερμηνεία στα φωνητικά. Το εντελώς “live” finale, θα λειτουργήσει άψογα σε συναυλιακές συνθήκες.

Photo by Daisy Chain

ΠΛΕΥΡΑ Β

“Vaults of Immortals”
“A silver tear, from Heaven’s eye…”

Η δεύτερη σύνθεση του Άγη, κάτι σαν δίλεπτη εισαγωγή του “Flaming sword”. Πιάνο, πλήκτρα, «μουντή» ατμόσφαιρα και θεατρικότητα στη φωνή, ξαναφέρνουν στο προσκήνιο τους ICED EARTH της περιόδου 1990 με 1995, σε ένα ιντερλούδιο που θα μπορούσε πανεύκολα να ανήκει στο “Burnt offerings”. Ό,τι πρέπει για τον σκοπό που γράφτηκε.

“Flaming sword”
“Wrath of the righteous that none shall defy!”

«Κουκιά μετρημένα»… Άλλη μια απόδειξη του πόσα χρωστά ένα ιδίωμα στον Joey DeMaio και στον Quorthon. Υμνικό heavy metal, στακάτο, με ισόποσα μοιρασμένη αγάπη για τους MANOWAR και τους BATHORY κι εμφατικό, αφηγηματικό τελείωμα. Αν και δεν έχει το εύκολο, συναυλιακό refrain, μπορεί να εξελιχθεί σε δυνατό “live favorite” (Πελοποννησιακή διάλεκτος), λόγω ρυθμού. Η «χειρότερη» (χεχε) σύνθεση του δίσκου, που πολλοί θα έδιναν νεφρό για να τη γράψουν.

“Erynies”
“Waving the torches of Mania”

Επιτέλους! Ένα τραγούδι που οι TRIUMPHER χρωστούσαν πρωτίστως στον εαυτό τους. Κι αυτό γιατί, ενώ οι επιρροές από το majestic black metal ανέκαθεν υπήρχαν διάχυτες στη μουσική τους, περνώντας πάντα μέσα από το προσωπικό τους «φίλτρο», ουδέποτε είχαν ακουστεί πεντακάθαρα! Οι «Ερινύες» είναι ένα γνήσιο τέκνο των EMPEROR, ένας φόρο τιμής στο “With strength I burn” και το “I am the black wizards”, με εφιαλτικά φωνητικά και εντυπωσιακό μπάσο κάτω από ξέφρενες κιθάρες. Το τέλειο black metal για όσους δεν ακούν black metal, διά χειρός Χριστόφορου Τσακιρόπουλου, φυσικά.

“Naus Apidalia” (I. “The Muse and the Tale” II. “Hypnos” III. “Hymn to Poseidon” IV. “Penelope’s weaving”)
“Sing in me, Muse, unveil thy story of the man that has wondered at sea…”

Το “Rime of the ancient mariner”, εάν βρισκόταν σε άλμπουμ των ICED EARTH! Με την απαραίτητη σπονδυλωτή δομή, το εξίσου απαραίτητο ατμοσφαιρικό – «κινηματογραφικό» πέρασμα στο μέσον, Maiden-ικά ματζόρε, ονειρικό more is less, less is more solo από τον Μάριο Πετρόπουλο και φωνητικά που ατσαλώνουν μέχρι και πλαστελίνη! Μια ιδανική, διάρκειας δέκα περίπου λεπτών, αυλαία, για τούτο το αραβούργημα.

Τι άλλο μου έκανε εντύπωση στο “Piercing the heart of the world”:

Η ΠΑΡΑΓΩΓΗ
Ο Αχιλλέας Καλαντζής, κιθαρίστας των VARATHRON, δούλεψε αριστοτεχνικά στην κονσόλα, κατανοώντας πλήρως το όραμα του γκρουπ. Το “Piercing…” διαθέτει έναν ΤΕΡΑΣΤΙΟ ήχο, ένα ευρύ ηχοτοπίο όπου οι νότες δεν «ασφυκτιούν», τα πάντα ακούγονται πεντακάθαρα και, εξίσου σημαντικό αυτό, το τελικό αποτέλεσμα είναι πολύ φιλικό και ξεκούραστο στο αυτί.

Η ΑΠΟΔΟΣΗ, ΤΟ «ΔΕΣΙΜΟ» ΤΗΣ ΜΠΑΝΤΑΣ
Ο νέος δίσκος είναι η κορωνίδα της αδιαμφισβήτητης «χημείας» μεταξύ των μελών της. Μια θεαματική παράσταση για πέντε, εξίσου πρωταγωνιστικούς, ρόλους.

Στα φωνητικά, ακούμε τον εντυπωσιακότερο τραγουδιστή μιας ολόκληρης γενιάς. Ο Mars συναντάται σ’ένα από μικροφώνου ρεσιτάλ, με προφορά και άρθρωση για audiobook, άνεση ακόμη κι όταν «τεντώνονται» οι ερμηνείες σε δυσθεώρητα ύψη και θεατρικότητα όπου και όσο πρέπει. Αψεγάδιαστος.

Στις κιθάρες, το καλύτερο δίδυμο που διαθέτει αυτήν την στιγμή η metal σκηνή της χώρας παίζει λιτά, ουσιαστικά, επιβεβαιώνοντας όλους εμάς που πιστεύουμε ακράδαντα ότι ένας βιρτουόζος είτε παίξει μία, είτε χίλιες νότες, θα ξεχωρίσει από τον σωρό. Και το κυριότερο, δεν «πολτοποιείται» η υπόσταση κάθε κιθαρίστα ξεχωριστά. Δε χάνεται η αναγνωρισιμότητα. Μεγάλο επίτευγμα αυτό.

Όσο για το rhythm section; Από «ραχοκοκαλιά» όπως είναι ο συνήθης ρόλος του, μετατρέπεται σε ουσιώδη συμπρωταγωνιστή, αποτελούμενο από δυο μουσικούς αποφασισμένους να αλλάξουν τις ισορροπίες και να κλέψουν όλη τη λάμψη. Χαλάλι τους!

ΤΟ ARTWORK
Υπέροχη δουλειά. Με έμφαση στη λεπτομέρεια, ιδιαίτερα εύστοχη ως προς την αποτύπωση του στιχουργικού περιεχομένου και τέλειο συνδυασμό χρωμάτων. Αν δεν κάνω λάθος, είναι η πρώτη φορά που βλέπω έργο της Mars Triumph Arts διά χειρός Αναστασίας Ζιαζοπούλου και αν δεν υπήρχε η υπογραφή της, ουδείς θα καταλάβαινε πως αυτή είναι η δημιουργός κι όχι ο ήδη γνωστός για την ικανότητά του στη ζωγραφική, Mars Triumph.

Και ποιο είναι το γενικότερο συμπέρασμα;

Αν το “Storming the walls” και το “Spirit Invictus” ήταν οι προάγγελοι της είδησης, το “Piercing the heart of the world” είναι η ίδια η είδηση. Με έμπνευση ζηλευτή από εχθρούς και φίλους, οι TRIUMPHER μοιάζουν με άλογο που καλπάζει προς τον… θρίαμβο. Έρχονται να γράψουν τη δική τους ιστορία στο μεταλλικό γίγνεσθαι και καταθέτουν ένα διαχρονικό αριστούργημα. Όσο για τον συντάκτη που γράφει τούτες τις γραμμές, δίχως διάθεση κομπορρημοσύνης μιας και τα γεγονότα είναι λίγο-πολύ γνωστά πια… Είναι ωραίο πράγμα να μην ποντάρεις σε «κουτσά άλογα», έτσι δεν είναι;

(10 / 10)

Δημήτρης Τσέλλος

ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: TRIUMPHER
ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Piercing the heart of the world”
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: No Remorse Records
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Στέλιος Ζούμης – Μπάσο
Άγης Τζουκόπουλος – Τύμπανα
Μάριος Πετρόπουλος – Κιθάρες
Χριστόφορος Τσακιρόπουλος – Κιθάρες
Αντώνης “Mars Triumph” Βάιλας – Φωνητικά
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Βandcamp
Facebook
Spotify
Instagram
YouTube
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ:
Official site
Facebook
ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ
:
“Storming the walls” (Floga Records, 2023)
“Spirit Invictus” (No Remorse Records, 2024)
“Piercing the heart of the world” (No Remorse Records, 2025)

SOEN: Παρουσιάζουν το single/video clip για το τραγούδι “Indifferent”

0
Soen
Photo by Linda Florin
Soen
Photo by Linda Florin

ΟΙ SOEN ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΝ ΤΟ VIDEO CLIP ΤΟΥ
INDIFFERENT

ΤΟ ΝΕΟ ΑΛΜΠΟΥΜ

RELIANCE

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 16/1

ΠΡΟ-ΠΑΡΑΓΓΕΛΙΕΣ ΕΔΩ

Οι SOEN παρουσιάζουν το τέταρτο single τους, το ατμοσφαιρικά σκοτεινό ‘Indifferent’, μέσα από το επερχόμενο στούντιο άλμπουμ τους, “Reliance, το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει αυτή την Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου, μέσω της Silver Lining Music. Για προ-παραγγελίες επισκεφθείτε το συγκεκριμένο σύνδεσμο.

«Το ‘Indifferent αφορά το πώς η εξάρτηση καταλήγει σε απουσία. Το ήσυχο σοκ της συνειδητοποίησης ότι ο άνθρωπος πάνω στον οποίο στηριζόσουν δεν είναι πλέον εκεί συναισθηματικά», εξηγεί ο τραγουδιστής και frontman Joel Ekelöf.

«Με τη συνδρομή του εξαιρετικού κουαρτέτου εγχόρδων Atlantis, το τραγούδι αφήνει την ένταση και την εγκράτεια να μιλήσουν δυνατότερα από τον θυμό. Η σύνδεση ενέχει ρίσκο, αλλά αξίζει την προσπάθεια», προσθέτει ο ιδρυτικό μέλος και ντράμερ Martin Lopez.

Το ‘Indifferent’ αποτελεί έναν σύγχρονο, υπέροχα ενορχηστρωμένο θρήνο για την απώλεια της αγάπης, που στηρίζεται στην ισχύ των εγχόρδων, του πιάνου και της θαυμάσιας φωνής του Ekelöf. Το βίντεο παρουσιάζει μια γυναίκα χορεύτρια, μεταμορφωμένη σε χαρακτήρα βγαλμένο από το εικαστικό του άλμπουμ “Reliance, με το μακιγιάζ και το κοστούμι της να αντανακλούν το κεντρικό θέμα, καθώς συνδυάζει την κομψότητα με ωμές εκφράσεις λύπης και πόνου σε απόλυτη σύμπνοια με τη μουσική.

Δείτε/ακούστε το ‘Indifferent’ στον αντίστοιχο σύνδεσμο – βίντεο σε σκηνοθεσία και μοντάζ Paul M Green.

Με το “Reliance, το έβδομο στούντιο άλμπουμ τους, η σουηδική progressive metal δύναμη, με αιχμή του δόρατος τον Joel Ekelöf (φωνητικά) και τον Martin Lopez (τύμπανα), συνεχίζει να ανακαλύπτει εντυπωσιακά νέες διαδρομές στον χώρο ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, την ένταση και την ηρεμία, το βάρος και την κατευναστική ομορφιά. Με την αβίαστη πορεία του μέσα από βαθιά ανθρώπινες συναισθηματικές περιοχές, η μουσική των SOEN εξακολουθεί να εξερευνά τον νου, την καρδιά και την ψυχή με διορατικότητα και αίσθημα ευθύνης – και με μια επιπλέον δόση δύναμης.

Με τους Lars Enok Åhlund (πλήκτρα & κιθάρα), Cody Lee Ford (κιθάρα) και Stefan Stenberg (μπάσο) να στέκονται δίπλα στον Ekelöf και τον Lopez, η πλούσια και αδιάλειπτη εξέλιξη του ήχου των SOEN απογειώνεται.

Το πρώτο single, ‘Primal’, είναι μια προκλητική, ηχηρή κραυγή που περιγράφει τη διαρκή υπαρξιακή σύγκρουση ανάμεσα στο ανθρώπινο πνεύμα και τον σύγχρονο κόσμο. Το δεύτερο single, ‘Mercenary’, μεταφέρει το βάρος της κληρονομημένης βίας και το προσωπικό τίμημα της πεποίθησης με αφοπλιστική διαύγεια. Το πρόσφατο τρίτο single, ‘Discordia’, οδηγεί τον ακροατή σε μια μουσική εξερεύνηση, όπου σκοτεινές λυρικές στιγμές συνυπάρχουν με συντριπτικά κύματα ασταμάτητης έντασης. Δείτε/ακούστε τα singles στον αντίστοιχο σύνδεσμο. (Βίντεο ‘Primal’ και ‘Mercenary’ από Freakshot Film, βίντεο ‘Discordia’ από τη Linda Florin).

Οι SOEN ετοιμάζονται για μια φορτωμένη χρονιά το 2026, έχοντας ανακοινώσει μια headline περιοδεία 16 εμφανίσεων σε Σουηδία, Δανία, Νορβηγία και Φινλανδία, καθώς και μια σειρά δυνατών εμφανίσεων σε καλοκαιρινά φεστιβάλ. Μετά τις πρόσφατες επιτυχημένες περιοδείες τους, οι φίλοι της μπάντας μπορούν να αναμένουν μια ακόμη πιο έντονη live εμπειρία, καθώς οι SOEN φέρνουν στη σκηνή τον χαρακτηριστικό συνδυασμό δύναμης, ακρίβειας και συναισθήματος.

Το “Reliance θα κυκλοφορήσει αυτή την Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου, μέσω της Silver Lining Music. Θα είναι διαθέσιμο σε CD, βινύλιο 12” σε μαύρη και έγχρωμες εκδόσεις, σε ψηφιακές μορφές καθώς και σε ειδικά D2C προϊόντα και πακέτα. Για προ-παραγγελίες, επισκεφθείτε τον αντίστοιχο σύνδεσμο.

Στοχαστικό, προκλητικό, όμορφο και σκληρό, το Reliance είναι ένα ταξίδι που πρέπει να κάνει κανείς.

«Χωρίς αμφιβολία, το RELIANCE διαμορφώνεται σε ακόμη έναν απόλυτο SOEN δίσκο.» – FISTFUL OF METAL

«Το RELIANCE μετατρέπεται σε έργο τέχνης, αντλώντας από τις καλύτερες στιγμές των Opeth, Anathema και Katatonia» – METAL HAMMER

«Εντυπωσιακό» – CLASSIC ROCK

«Οι prog βιρτουόζοι από τη Σουηδία, γνωστοί για την εξαιρετικά μελωδική τους προσέγγιση, παραδίδουν ακόμη μια κορυφαία στιγμή. Το Reliance αποδεικνύεται εξίσου καθηλωτικό με τους ρηξικέλευθους προκατόχους του. 9,5/10.» – HARDLINE

«Γιατί αυτή η μπάντα δεν είναι πιο γνωστή αποτελεί ένα από τα μεγάλα μυστήρια της ζωής.» – RECORD COLLECTOR

«Η ομορφιά του “Reliance βρίσκεται στην αμεσότητά του, δημιουργώντας μια διαρκή εντύπωση ως το πιο προσιτό άλμπουμ των Soen έως σήμερα.» – FIREWORKS

«Η δεξιοτεχνία των μουσικών είναι υποδειγματική σε όλη τη διάρκειά του.» – PROG

“Reliance” Track Listing:

  1. Primal
  2. Mercenary
  3. Discordia
  4. Axis
  5. Huntress
  6. Unbound
  7. Indifferent
  8. Drifter
  9. Draconian
  10. Vellichor

Παραγωγή, ηχογράφηση και μίξη από τον Alexander Backlund στα Fascination Street Studios.

Mastering από τον Tony Lindgren.

SOEN:
Joel Ekelöfφωνητικά
Martin Lopezντραμς
Lars Enok Åhlundπλήκτρα & κιθάρα
Cody FordLead κιθάρα
Stefan Stenberg
μπάσο

FOLLOW SOEN:

www.facebook.com/SOENMusic
www.twitter.com/SOENmusic
www.instagram.com/SOENmusic

www.tiktok.com/@soenofficial

www.SOENmusic.com

 

HALL OF GODS interview (Rafael Agostino)

0
Hall
Photo by Ana Days
Hall
Photo by Ana Days

“When classical music and heavy metal unite”

Τον Rafael Agostino τον γνώριζα ως πληκτρά των ARMORED DAWN και ξαφνιάστηκα όταν έπεσε στα χέρια μου η δουλειά των HALL OF GODS με τίτλο “A tribute to the Gods of music”, όπου έχοντας πολύ γνωστούς heavy metal τραγουδιστές/καλλιτέχνες (Zak Stevens, Ralf Scheepers, Chris Caffery, Snowy Shaw, Ronnie Romero κτλ), έφτιαξε συνθέσεις που συνδύαζαν κλασικά κομμάτια του Mozart, του Beethoven και άλλων, με metal συνθέσεις, οπότε δεν άργησα κι εγώ να επικοινωνήσω μαζί του να ζητήσω να μάθω περισσότερες λεπτομέρειες γι’ αυτό το πολύ φιλόδοξο σχέδιο. Διαβάστε περισσότερα…

Έμαθες drums, κιθάρα, πιάνο, keyboards… Πώς επηρέασε η ενασχόληση με πολλά όργανα τον τρόπο που συνθέτεις σήμερα;
Ξεκίνησα τη μουσική μου πορεία στα 12 παίζοντας drums, στα 14 κιθάρα και στα 15 keyboards. Τις περισσότερες φορές ξεκινάω να γράφω ένα τραγούδι στο πιάνο, αλλά όταν χρειάζομαι ένα πραγματικά “βαρύ” μέρος, πηγαίνω στην κιθάρα, και αν χρειάζομαι ένα ρυθμικό μέρος πάω στα drums. Είναι μια γρήγορη διαδικασία… με βοηθάει πολύ στη δημιουργία. Ίσως έχω περισσότερες δεξιότητες στο πιάνο, οπότε όλη η μουσική δομή, όπως αρμονίες και θέματα, τη φτιάχνω στο πιάνο.

Ηχογράφησες το 2015 στο στούντιο του Tommy Hansen. Πώς επηρέασε αυτή η συνεργασία με έναν τόσο θρυλικό παραγωγό τον τρόπο που προσεγγίζεις σήμερα την παραγωγή στο στούντιο;
Ήταν καταπληκτικό, γιατί το παρατσούκλι του Tommy είναι “Mr. Hammond”. Ήταν αστείο, γιατί την πρώτη μέρα ήμουν λίγο αγχωμένος – πρέπει να “κατακτήσεις” το Hammond. Είναι ένα σπουδαίο όργανο που συνδυάζει την τεχνική του πιάνου με την επιθετικότητα της κιθάρας, οπότε μετά την πρώτη ηχογράφηση έτρεμα. Τότε ο Tommy πήγε στο Hammond για να μου δείξει πώς να παίξω ένα μέρος κι άρχισε να τρέμει κι εκείνος. Και μου είπε: “τώρα ξέρω τι νιώθεις, δεν είναι νευρικότητα, είναι αδρεναλίνη” (γέλια). Ο τρόπος που έκανε παραγωγή με επηρέασε πολύ, ένα old-school στυλ παραγωγής, όπου έχεις μόνο τρεις ευκαιρίες να κάνεις ένα καλό take· διαφορετικά αλλάζεις την ενορχήστρωση σε κάτι που μπορείς να παίξεις πιο εύκολα. Σπουδαίος παραγωγός και σπουδαίος άνθρωπος. Ακόμη έχουμε επαφή μετά από 10 χρόνια.

Το project HALL OF GODS ξεκίνησε το 2021. Πώς γεννήθηκε η αρχική ιδέα;
Έγραψα το πρώτο τραγούδι το 2021, και όταν μεγαλώνεις είναι πολύ δύσκολο να βρεις ανθρώπους για να φτιάξεις μπάντα, γιατί γινόμαστε πιο απαιτητικοί και πιο “εκλεκτικοί”. Η πρώτη ιδέα ήταν να προσκαλέσω κάποιους φίλους και τον αδερφό μου που παίζει drums, αλλά όλοι βρίσκονταν σε διαφορετικό σημείο της ζωής τους, και για μένα ήταν η ιδανική στιγμή να κάνω το δικό μου πράγμα, γιατί παίζω σε μπάντες από το 2000 και ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να δείξω τη δική μου μουσική… Οπότε αποφάσισα να τελειώσω το τραγούδι μόνος μου και κάλεσα τον Zak Stevens να ηχογραφήσει τα φωνητικά.

Πολλά metal projects έχουν αναφορές στην κλασική μουσική, αλλά οι HALL OF GODS πηγαίνουν πολύ βαθύτερα. Ποιος ήταν ο στόχος σου εξαρχής; Tribute, επαναπροσέγγιση ή κάτι άλλο;
Είναι όντως ένα είδος tribute, αλλά άλλαξα τόσα πολλά από τα αρχικά έργα που αν οι συνθέτες ήταν ζωντανοί, πιθανότατα θα με μήνυαν όχι για τα δικαιώματα, αλλά επειδή τροποποίησα τα έργα τους (γέλια). Μερικές φορές αλλάζω μελωδίες και αρμονίες για να ταιριάζουν καλύτερα στο metal ύφος. Δεν είναι απλώς “παίζω κλασική μουσική με κιθάρα”. Επίσης όλοι οι στίχοι και το concept γράφτηκαν για να χτίσουν αυτήν την ατμόσφαιρα. Υπάρχουν τόσες σπουδαίες ιστορίες πίσω από αυτούς τους συνθέτες. Και από μουσικής πλευράς, όλες οι ενορχηστρώσεις παίζονται αληθινά. Ποτέ δεν έγραψα ορχηστρικό μέρος σε υπολογιστή. Προτιμώ να απλοποιώ ορισμένα μέρη παρά να παίζω ακριβώς ό,τι υπάρχει στην παρτιτούρα.

Photo by Ana Days

Ηχογράφησες όλα τα όργανα μόνος σου. Ποιες προκλήσεις και ποια οφέλη έχει το να κουβαλάς όλο το βάρος του project;
Πιστεύω ότι υπάρχουν περισσότερα οφέλη. Είναι πιο εύκολο να δουλέψεις υπέρ του τραγουδιού χωρίς εγωισμό για κάποιο συγκεκριμένο όργανο. Μπορώ πραγματικά να δουλέψω υπέρ του τραγουδιού και όχι για να δείξω δεξιοτεχνία… Οι προκλήσεις: δεν είναι τόσο εύκολο να βρεις δισκογραφική όταν είσαι μόνος, γιατί ξέρουν ότι η πιθανότητα για touring είναι μικρότερη, όπως και η απόσβεση της επένδυσης…

Πώς επέλεξες τους guest τραγουδιστές για κάθε κομμάτι; Υπήρξαν αρνητικές απαντήσεις;
Έψαχνα τραγουδιστές που με κάποιο τρόπο είχαν υπάρξει μέρος της μουσικής μου διαδρομής και των επιρροών μου… Δοκίμασα πολλούς, οι περισσότεροι δεν μου απάντησαν ή δεν είδαν τα μηνύματα. Οπότε με έναν τρόπο, όλοι όσοι μου απάντησαν, θεωρώ ότι με “επέλεξαν” κι εκείνοι. Εξαιρείται ο Zak, για τον οποίο έγραψα το κομμάτι ειδικά με βάση τη φωνή και την έκτασή του. Με τα άλλα τραγούδια έγραψα με βάση το “πλάνο Α”, αλλά τελικά ηχογραφήθηκαν από το “πλάνο Β”, και είμαι απόλυτα ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα.

Ο Zak Stevens ήταν σχεδόν “κανονικό μέλος” σύμφωνα με τα σημειώματά σου. Πώς ήταν αυτή η συνεργασία σε προσωπικό επίπεδο;
Ο Zak πραγματικά λάτρεψε το τραγούδι (περισσότερο από τους φίλους και τον αδερφό μου, γέλια), και με ώθησε να κάνω έναν ολοκληρωμένο δίσκο. Τον προσκάλεσα, αλλά εκείνη την περίοδο, το 2023, οι SAVATAGE σχεδίαζαν την θριαμβευτική επιστροφή τους, κάτι που με έκανε πολύ χαρούμενο, γιατί είναι μία από τις αγαπημένες μου μπάντες… Ο Zak με βοήθησε στους στίχους και μιλούσαμε κάθε εβδομάδα για 4 ή 5 μήνες. Όταν τον συνάντησα με τη σύζυγό του στη Βραζιλία, μου φέρθηκαν σαν να ήμουν κάποιος ιδιοφυής φίλος. Ήμουν πολύ ντροπαλός με όλο αυτό (γέλια). Μία από τις πιο αξιομνημόνευτες στιγμές της ζωής μου. Είναι πραγματικός κύριος χωρίς ίχνος εγωισμού.

Τι ήταν αυτό που σε εξέπληξε περισσότερο από την συμβολή του Zak στη δημιουργία του “The Requiem”;
Πέρα από το ότι ο Zak έχει σπουδαία φωνή, έχει και εξαιρετική ερμηνεία. Μπορεί να μεταβαίνει από επιθετικά σε πιο απαλά μέρη μέσα στην ίδια πρόταση. Αυτό συμβαίνει στο συγκεκριμένο τραγούδι σε μια μετάβαση από μόνο πιάνο και φωνή σε heavy μέρος. Λατρεύω τον τρόπο που ο Zak τραγούδησε εκείνο το σημείο.

Ο Ralf Scheepers ηχογράφησε τα μέρη του την αμέσως επόμενη ημέρα από την πρόσκληση. Πώς επηρέασε αυτό το επίπεδο επαγγελματισμού τη διαδικασία σου;
Ο Ralf ήταν απίστευτος. Μου έστειλε τα αρχεία ήδη μιξαρισμένα, με τον ίδιο τρόπο που τα στέλνει για projects όπως οι AVANTASIA. Είναι κι ένας σπουδαίος παραγωγός φωνητικών. Δεν έχω ξαναλάβει τέτοια αρχεία. Έκανε τη δική μου δουλειά και του mixer πολύ πιο γρήγορη. Το κομμάτι “Madness by the Moonlight” ήταν αρχικά να το ηχογραφήσει ο Blaze Bayley, αλλά ήταν σε περιοδεία. Οπότε ο Ralf ήταν το “plan B” και τα πήγε εξαιρετικά. Λατρεύω τη φωνή του και στις χαμηλές περιοχές.

Ο Chris Caffery ηχογράφησε ακόμη και ένα video και αφηγήθηκε απόσπασμα από επιστολή του Beethoven. Πώς ήταν η συνεργασία μαζί του, καθώς νιώθω ότι οι SAVATAGE είναι η κύρια πηγή έμπνευσης στη μουσική σου;
Δεν μπορώ να αρνηθώ τις επιρροές μου από τους SAVATAGE, αλλά έχω τόσες άλλες επιρροές, μπάντες όπως BLACK SABBATH, MERCYFUL FATE και PARADISE LOST. Όσον αφορά τον Caffery, ήταν πολύ αστείο, γιατί τον κάλεσα για ένα guest solo στην κιθάρα και με ρώτησε αν μπορούσε να τραγουδήσει κάποιο μέρος. Του είπα αμέσως “φυσικά”, και με εξέπληξε με πολλούς τρόπους. Πολύ cool τύπος.

Γιατί επέλεξες το “Requiem” του Mozart ως πρώτο single; Οι στίχοι συνδέουν την έννοια της θνητότητας με τη μεγαλοπρέπεια της αρχικής σύνθεσης. Πώς προσέγγισες ένα τόσο λεπτό θέμα;
Όταν κυκλοφόρησα το πρώτο single είχα μόνο άλλο ένα ολοκληρωμένο τραγούδι, οπότε ήμουν πολύ ανυπόμονος να το κυκλοφορήσω και μετά να περιμένω για ολόκληρο το άλμπουμ. Ο θάνατος είναι ένα θέμα που όλοι αποφεύγουμε, αλλά τα Requiem είναι μερικά από τα πιο όμορφα μουσικά έργα. Αποφάσισα λοιπόν να δημιουργήσω μια αφήγηση βασισμένη στη φήμη ότι ο Mozart έγραψε το δικό του Requiem, και ουσιαστικά περιγράφει πώς να αντικρίσεις τη δική σου “μετάβαση”.

Το “Guarany” αναφέρεται επίσης στην ιθαγενή κουλτούρα. Τι σε ενέπνευσε να εντάξεις αυτό το πολιτισμικό αφιέρωμα;
Ο Carlos Gomes ήταν ο πιο διάσημος Βραζιλιάνος συνθέτης μαζί με τον Villa-Lobos και το πιο γνωστό έργο του είναι η όπερα “Guarani”. Άλλαξα τη σκοπιά στο κομμάτι ώστε να μιλούν οι ιθαγενείς της Βραζιλίας, για να δείξω πώς ένιωσαν και πώς πολέμησαν κατά την αποικιοκρατία. Είναι ευαίσθητο θέμα, γιατί ακόμη και σήμερα, παρά τους πολλούς νόμους που προστατεύουν αυτούς τους ανθρώπους, συνεχίζουν να υποφέρουν και να μάχονται για τα ίδια πράγματα με πριν από 500 χρόνια.

Πώς ήταν η εμπειρία των γυρισμάτων στο χωριό των Γκουαρανί και τι πρόσθεσε η ιθαγενής κοινότητα στο καλλιτεχνικό όραμα;
Ήταν μια εκπληκτική εμπειρία. Ζουν σε μια κοινότητα 90 οικογενειών και πραγματικά φροντίζουν ο ένας τον άλλον σαν οικογένεια. Γυρίσαμε κάποιες σκηνές στον πιο ιερό χώρο τους, εκεί όπου κάνουν τελετουργίες, βαπτίσεις, αλλά είναι επίσης ένας χώρος μουσικής, όπου υπάρχουν ακουστικές κιθάρες και βιολιά που μπορεί να παίξει ο καθένας. Έχουν τόσα πολλά να μας διδάξουν πέρα από ιατρική, υγεία και τελετουργίες. Ο απλός τρόπος που ζουν είναι το πιο πολύτιμο μάθημα.

Το “Emperor of Himself” αφορά τον Grieg. Γιατί επέλεξες αυτόν τον συνθέτη και πώς προέκυψε η συμμετοχή του Snowy Shaw;
Ο Grieg έγραψε το αγαπημένο μου κοντσέρτο για πιάνο όλων των εποχών. Επηρέασε πολύ το παίξιμό μου. Έγραψα αυτό το τραγούδι αρχικά για τον Messiah Marcolin και τον Snowy Shaw. Μου αρέσουν πολύ οι δίσκοι των MEMENTO MORI και ο Snowy είναι καταπληκτικός τύπος. Του έστειλα μήνυμα προσκαλώντας και τους δύο. Μου απάντησε λέγοντας ότι δεν έχει πλέον επαφή με τον Messiah και ότι μάλλον ο Messiah δεν θα δεχόταν να ηχογραφήσει μαζί του, επειδή είχε διαβάσει το βιβλίο του και δεν είχαν και τις καλύτερες αναμνήσεις.

Το “Toccata and Fugue” του Bach είναι ήδη πολύ metal. Πώς αποφάσισες ποια σημεία να τονίσεις ή να επαναπροσεγγίσεις;
Συνήθως λέω πως το “Toccata and Fugue” είναι το πρώτο metal έργο όλων των εποχών. Είναι τόσο heavy. Ουσιαστικά τόνισα και τα δύο intro, της Toccata και της Fugue, και χρησιμοποίησα επίσης μια μελωδία από ένα από τα πιο διάσημα έργα του Bach, το “Jesus, Joy of Man’s Desiring”, που επηρέασε και το title track, “Devil Joy of Man’s Desiring”. Οι στίχοι είναι για την μυστικιστική και θρησκευτική αναζήτηση του Bach, και ο Ronnie Romero του έδωσε μεγαλύτερο βάθος. Τα απογείωσε.

Θα συνεχίσει το HALL OF GODS με αφιερώματα ή σχεδιάζεις πρωτότυπες συνθέσεις εμπνευσμένες από κλασικές δομές;
Ήδη δουλεύω πάνω στο δεύτερο άλμπουμ. Υπάρχουν τόσοι σπουδαίοι συνθέτες που δεν έχω ακόμη εξερευνήσει, οπότε ίσως κάνω μια τριλογία. Μετά από αυτό, έχω μερικές επιλογές στο μυαλό μου, όπως να αποδώσω φόρο τιμής σε άλλες τέχνες, όπως η λογοτεχνία ή η ζωγραφική.

Αν μπορούσες να συνεργαστείς με οποιονδήποτε κλασικό συνθέτη, εν ζωή ή μη, ή με οποιονδήποτε metal μουσικό σε μελλοντικό project HALL OF GODS, ποιος θα ήταν και γιατί;
Υπάρχει ένας Γάλλος συνθέτης που μου αρέσει πολύ, ο Saint Preux. Είναι πραγματικά εκλεκτικός. Και φυσικά οι metal ήρωές μου, όπως ο Ozzy, o Dio, o Criss Oliva. Πιο ρεαλιστικά, θα ήθελα πολύ να κάνω κάποιο τραγούδι με Jon Oliva, Russell Allen, DC Cooper, Messiah Marcolin, Tony Martin, Jorn Lande. Ίσως αυτό να αποτελεί κάποιο spoiler, ποιος ξέρει.

Photo by Tainá Lossehëlin

Παίζεις επίσης στους ARMORED DAWN και μάλιστα έχεις παίξει ζωντανά στην Ελλάδα ως support στους HAMMERFALL. Πώς σου φάνηκε αυτή η εμπειρία; Τι γίνεται τώρα με τους ARMORED DAWN;
Ήταν φοβερό. Υπέροχες αναμνήσεις από την Ελλάδα. Έχω πολλούς καλούς φίλους στην Αθήνα. Ο τρόπος ζωής στην Ελλάδα μοιάζει πολύ με της Βραζιλίας, ειδικά η καλοσύνη των ανθρώπων. Παίξαμε στην Αθήνα σ’ έναν χώρο κοντά στην Ακρόπολη όπως θυμάμαι. Ήταν μια πολύ κουραστική ημέρα αλλά ταυτόχρονα υπέροχη. Παίξαμε και στη Θεσσαλονίκη, με υπέροχες παραλίες, και γνωρίσαμε στο ξενοδοχείο ένα group χορευτριών belly dance, οπότε κάναμε έναν διαγωνισμό για το ποιος ήταν καλύτερος στο χορό ή στο headbanging. Πολύ όμορφες αναμνήσεις.

Ποια είναι τα επόμενα βήματα για το μέλλον;
Έχω ολοκληρώσει περίπου το 50% του νέου άλμπουμ. Σχεδιάζω να το κυκλοφορήσω το 2026 και κοιτάζω για κάποιες συναυλίες στη Βραζιλία με μερικούς guest μουσικούς τουλάχιστον. Πιθανόν θα κυκλοφορήσω ξανά βινύλιο και CD.

Σάκης Φράγκος

STRATOVARIUS – “Elysium” – Worst to best

0
Stratovarius

Οι STRATOVARIUS του σήμερα είναι για πολλούς λόγους μια διαφορετική μπάντα από εκείνη της κλασικής τους περιόδου, με κοινό όμως πάντα χαρακτηριστικό τις μελωδικές επικολυρικές συνθέσεις, τον συνδυασμό κιθάρας και πλήκτρων ως κεντρικούς άξονες των τραγουδιών και βέβαια τα φωνητικά του Timo Kotipelto,  του παλαιότερου δηλαδή μέλους σήμερα της μπάντας (από το 1994), με τον Jens Johansson δεύτερο σε αυτή τη λίστα, που ήρθε περίπου 2 χρόνια αργότερα, το 1996. Θυμίζουμε ότι μετά από μια σειρά εκπληκτικών δίσκων (“Dreamspace”, “Fourth Dimension”, “Episode”, “Visions”) επήλθε η εμπορική καταξίωση (“Destiny”, “Infinite”, “Elements”) και μετά η φυγή του ιδρυτή / mastermind / κιθαρίστα / πρώην τραγουδιστή / παραγωγού Timo Tolkki το μακρινό 2008. Έκτοτε η μπάντα έχει κυκλοφορήσει αρκετούς και ενδιαφέροντες δίσκους, που πατούν με το ένα πόδι στην εποχή Tolkki και με το άλλο σε ένα πιο σύγχρονο, prog ήχο, χαρακτηριστικό της μουσικής προσέγγισης του τωρινού τους κιθαρίστα Matias Kupiainen.

Από τους δίσκους λοιπόν της μετά-Tolkki εποχής, θα λέγαμε ότι ο πιο κοντινός στην κλασική περίοδο της μπάντας είναι το “Elysium”, θυμίζοντας ως προς την δομή και τη σύνθεση την 90s εποχή του σχήματος. Σε αυτό βοηθά βέβαια το γεγονός ότι την εποχή κυκλοφορίας του (2011) εξακολουθούσε να βρίσκεται στο σχήμα ένας από τους καλύτερους drummers της σκηνής, ο Jörg Michael, ο οποίος με το ιδιαίτερα χαρακτηριστικό έντονο και τεχνικό παίξιμο  δίνει σε μεγάλο βαθμό την αίσθηση συνέχειας της κλασικής περιόδου. Η αλήθεια είναι ότι η απουσία του Jörg είναι πολύ αισθητή στα επόμενα άλμπουμ αφού ο διάδοχος του Rolf Pilve τόσο στα live όσο και στις ηχογραφήσεις έχει ένα διαφορετικό στυλ το οποίο φαίνεται ακόμη και στα τυπικά γρήγορα κομμάτια, που θεωρητικά εκεί θα έπρεπε να μην είναι τόσο εμφανής η διαφορά. Ακούστε πχ. το “Against the Wind” με Lassila ή Michael και τώρα με Pilve και θα καταλάβετε τι εννοώ. Και αν στο “Stratovarius” (2005) έκλεισε ο μεγάλος κύκλος του Tolkki στο σχήμα, με το “Elysium” κλείνει επίσης ένας κύκλος, αυτός του Jorg Michael, καθιστώντας το “Elysium” το τελευταίο μέχρι σήμερα δίσκο του σχήματος που παρέμενε η πλειοψηφία (3/5) του κλασικού line up, καθώς έκτοτε μείναμε μόνο με τους Kotipelto/Johansson.

Παράλληλα,το “Elysium διατηρεί μια δομή που θυμίζει την Tolkki-era αντίληψη «μοιράζοντας» τον δίσκο σε γρήγορα power metal tracks, mid tempo epics και ένα μεγάλο έπος. Έτσι, το “Elysium” λειτουργεί σαν ο πιο καθαρός κρίκος σύνδεσης ανάμεσα στο παρελθόν της μπάντας και στη μετα-Tolkki ταυτότητά της.  Πάμε να βάλουμε τώρα σε αξιολογική σειρά τα κομμάτια αυτού του εξαιρετικού -και υποτιμημένου γενικά- δίσκου.

The “Elysium” countdown:

  1. “Fairness Justified” (4.20)
    Mid-tempo power metal με δραματικό χαρακτήρα και έντονη συναισθηματική φόρτιση. Οι μελωδίες είναι καλοδουλεμένες και το refrain χτίζεται όμορφα, αλλά συνολικά το κομμάτι λειτουργεί περισσότερο ως γέφυρα μέσα στο άλμπουμ παρά ως κεντρική στιγμή. Θα μπορούσε να σταθεί δίπλα στα “Eternity” ή “When the Night meets the Day” του “Episode” αν είχε  πιο αξιομνημόνευτο chorus.
  1. “Darkest Hours” (4.10)
    Παρότι κυκλοφόρησε ως single, λειτουργεί περισσότερο ως μια δήλωση του νέου ήχου της μπάντας, στα χνάρια του αντίστοιχου “Deep Unknown” από το “Polaris”, παρά ως αντιπροσωπευτικό STRATOVARIUS κομμάτι. Το modern riffing με prog στοιχεία το απομακρύνουν από τη χαρακτηριστική συνταγή του παρελθόντος. Παρότι βγάζει μια δύναμη στην εντυπωσιακή εισαγωγή, του λείπει εκείνη η χαρακτηριστική κεντρική ιδέα που θα το έκανε πραγματικό hit. Το ρεφρέν του είναι αδύναμο, και για να το πούμε απλά, δεν μπορεί να κοιτάξει στα μάτια ούτε καν τα “Hunting High and Low” ή “S.O.S ”, πόσο μάλλον τα “Against the Wind” ή “Black Diamond”.
  1. The Game Never Ends” (3.53)
    Γρήγορο και ανάλαφρο power metal με καθαρά old-school vibes. Η απλή δομή και η θετική του ενέργεια το κάνουν διασκεδαστικό και άμεσο, όμως δεν διαθέτει το συνθετικό βάθος των κορυφαίων κομματιών, ούτε καλό ρεφραίν. Λειτουργεί ιδανικά ως “fun track”, και για όσους μπορούν να αντιληφθούν την διαφορά, θυμίζει περισσότερο HELLOWEEN και όχι STRATOVARIUS.
  1. Under Flaming Skies” (3.51)
    Παραδοσιακή σύνθεση που από την μια πατάει στο Blackmorικό χτίσιμο των riffs που χρησιμοποιούσε και ο Tolkki παλαιότερα, από την άλλη έχει και SYMPHONY X στοιχεία, ισορροπώντας τελικά ανάμεσα στην κλασική και τη νέα περίοδο των STRATOVARIUS. Επικό power metal που συνδυάζει στοιχεία παλιάς και νέας εποχής, με σταθερό tempo, ωραία μελωδική ροή και σωστή χρήση πλήκτρων. Δώστε του όμως μια ευκαιρία καθώς εδώ θα ακούσετε και το καλύτερο -από πλευράς μελωδίας- κιθαριστικό solo του δίσκου.
  1. Move the Mountain” (5.33)
    Τραγούδι που θα μπορούσε να βρίσκεται στο “Destiny” ή ακόμη και στο “Episode”, ατμοσφαιρικό, μελωδικό και μελαγχολικό, η μπαλαντοειδής επική πλευρά των STRATOVARIUS αναδεικνύεται στο “Move the Mountain”, παραπέμπει στην κλασική περίοδο του σχήματος και ξεχωρίζει στον εν λόγω δίσκο. Υπέροχα τα πλήκτρα του Jens Johansson στο μεσαίο σημείο. Αδικημένο track που παρά τα ποιοτικά του στοιχεία δεν απέκτησε δημοφιλία στους οπαδούς του σχήματος.
  1. Event Horizon” (4.23)
    Γρήγορο, καθαρό speed power metal με έντονη ταχύτητα που παραπέμπει στην παραδοσιακή ηχητική ταυτότητα της μπάντας. Σύνθεση με την σωστή ενέργεια και έντονο δυναμισμό, χωρίς πειραματισμούς ή prog «παρεκκλίσεις». Έχοντας ακούσει και την demo εκδοχή του στην ειδική κυκλοφορία του “Elysium” θα έλεγα ότι εκεί το ρεφραίν ακούγεται καλύτερα από την τελική έκδοση του κομματιού, αλλά συνολικά το τραγούδι κατατάσσεται στις κορυφές του δίσκου, έχει -επιτέλους- neoclassical στοιχεία, «κόντρες» κιθάρες και πλήκτρων, ένα κανονικό STRATOVARIUS άσμα.
  1. “Lifetime in a Moment” (6.38)
    Για όσους αναζητούσαν ένα νέο “Soul of a Vagabond” (“Elements,Pt.1”) ή ένα “Eternity” (“Episode”), δηλαδή την RAINBOW πλευρά των STRATOVARIUS, το “Elysium” μας παρέχει το “Lifetime in a Moment”.  Τραγούδι που ακούγεται σαν να γράφτηκε από το Tolkki, mid-tempo, ατμοσφαιρικό και βαθιά μελωδικό, βασίζεται στο συναίσθημα και στο δυναμικό χορωδιακό refrain. Οι μελωδίες χτίζονται ιδανικά, τα πλήκτρα του Jens Johansson δημιουργούν μυστηριακό κλίμα, τα drums του Jorg Michael «σέρνουν» έναν βαρύ, αργό, εκκωφαντικό ρυθμό και οι κιθάρες οδηγούν το άσμα με μια επαναλαμβανόμενη κεντρική μελωδική ιδέα που μένει στο μυαλό.
  1. “Infernal Maze” (5.34)
    Τεράστια υπέροχη κεντρική μελωδία! Καθαρόαιμο γρήγορο αριστουργηματικό power metal, και το πιο κοντινό κομμάτι στην κλασική εποχή που θα μπορούσε να βρίσκεται στο “Fourth Dimension” ή το “Visions”. Αν δεν υπήρχε το ομώνυμο του δίσκου track θα έπαιρνε εύκολα την πρώτη θέση. Συμφωνικό, νεοκλασικό, ταχύτατο, δραματικό, και το βασικό: με πραγματικά καλό ρεφραίν. Κατά τη γνώμη μου αν δεν είχε αυτή την αργή εκτενή εισαγωγή θα το είχαν μάθει -και αγαπήσει- πολύ περισσότερο οι fans του σχήματος.
  1. “Elysium” (18.13)
    Το πιο φιλόδοξο κομμάτι της νέας εποχής του σχήματος και το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι της δισκογραφίας των STRATOVARIUS.  Μεγάλο progressive power metal έπος που συνδυάζει ταχύτητα, συμφωνικά περάσματα, ακουστικά μέρη και εκτενή instrumentals, αν μέτρησα σωστά περιλαμβάνει 3 (!) διαφορετικά ρεφραίν, όλα υπέροχα, συναισθηματικά, τέλεια. Αν και δεν προσπαθεί να μιμηθεί την Tolkki era, καταφέρνει να τη σεβαστεί και ακόμη και να την ανανεώσει, δείχνοντας πώς οι νέοι STRATOVARIUS μπορούν να εξελίσσονται χωρίς να χάνουν την ταυτότητά τους. Τι να πει κανείς για το παίξιμο όλων των μελών της μπάντας, τις φοβερές ιδέες του Kupianinen στις κιθάρες, το ευφάνταστο παίξιμο του Michael στα drums που κυριολεκτικά σφυροκοπούν, τον Kotipelto που τραγουδά και ερμηνεύει θεατρικά τους στίχους, τις αλλεπάλληλες αλλαγές που στολίζει με τα πλήκτρα του ο τεράστιος Jens Johansson, τις μπασογραμμές του Lauri Porra που γεμίζουν κάθε σημείο ρυθμικά με ένταση και μεγαλοπρέπεια. Αυτό το τραγούδι αποτελεί μια απόδειξη ότι όσα μέλη και αν αλλάξει το σχήμα, το βασικό του μουσικό DNA παραμένει ζωντανό και μπορεί να παράξει μουσική αριστεία ανά πάσα στιγμή αναδεικνύοντας το μεγαλείο των STRATOVARIUS και την ποιότητα στην οποία μπορεί να φτάσει το μελωδικό power metal ως είδος όταν παίζεται από ευφάνταστους ταλαντούχους και καταρτισμένους μουσικούς.

Δημήτρης Μελίδης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece