Monday, January 19, 2026




Home Blog Page 27

A day to remember… 27/9 [GOJIRA]

0
Gojira

Gojira

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ – “From Mars to Sirius” – GOJIRA
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ – 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ – Listenable Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ – GOJIRA
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά / Κιθάρες – Joe Duplantier
Κιθάρες – Christian Andreu
Μπάσο – Jean-Michel Labadie
Τύμπανα – Mario Duplantier

Το 2025 σηματοδοτεί την 20η επέτειο από την κυκλοφορία του “From Mars to Sirius”, του τρίτου στούντιο άλμπουμ των Γάλλων GOJIRA και σημείο καμπής τόσο για το συγκρότημα όσο και για τον σύγχρονο extreme metal ήχο.

To “The link” ήταν το πιο πετυχημένο άλμπουμ τους μέχρι τότε η υπογραφή συμβολαίου με τη Listenable Records τον Δεκέμβριο του 2004 τους βρίσκει να δουλεύουν σε ακόμη καλύτερες συνθήκες για την επερχόμενη τους δισκογραφική δουλειά. Οι ηχογραφήσεις έλαβαν χώρα στο Le Studio des Milans, ένα στούντιο που τα μέλη των GOJIRA έχτισαν με τα ίδια τους τα χέρια μέσα σε έναν παλιό αχυρώνα, τοποθετημένο κυριολεκτικά στη μέση του δάσους Landes, στη νοτιοδυτική Γαλλία. Η απόλυτη απομόνωση και η στενή επαφή με τη φύση ενέπνευσαν και διαμόρφωσαν βαθιά την ατμόσφαιρα του άλμπουμ, το οποίο είναι γεμάτο οικολογικούς και υπαρξιακούς συμβολισμούς. Η ευαισθησία του συγκροτήματος για το περιβάλλον και τους ωκεανούς, σε συνδυασμό με την έντονη και διαρκή ακτιβιστική τους δράση, οδήγησαν το “From Mars to Sirius” να εξελιχθεί σε ένα από τα πιο αναγνωρισμένα και εμβληματικά metal άλμπουμ της δεκαετίας, με διεθνή απήχηση και διαχρονική επιρροή στη σκηνή.

Το “From Mars to Sirius” εξερευνά όχι μόνο τη ρύπανση των ωκεανών και την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, αλλά και την ανάγκη για ριζική πνευματική αφύπνιση. Μια έκκληση για συνειδητότητα και μια υπενθύμιση πως ο πλανήτης μας είναι πολύτιμος. Ο Joe Duplantier εμπνεύστηκε το κεντρικό concept από την ελληνική μυθολογία, την αστρολογία και τα αρχέτυπα που σχετίζονται με τους πλανήτες. «Ήθελα να αφηγηθώ μια μετάβαση από μια κατάσταση πολέμου και σύγκρουσης προς ένα πιο φωτεινό, πνευματικό επίπεδο», ανέφερε ο Joe στη συνέντευξή του στο περιοδικό Decibel το 2018, με αφορμή την ένταξη του άλμπουμ στο Hall of Fame του περιοδικού. Πρόκειται για ένα φανταστικό ταξίδι από τον πόλεμο στην ειρήνη, με υπόβαθρο την αναγέννηση ενός νεκρού πλανήτη με τις περιβαλλοντικές ανησυχίες και τις πνευματικές αναζητήσεις του Joe Duplantier να διατρέχουν ολόκληρο το concept, με αναφορές σε βιβλία όπως το “The Celestine Prophecy” και το “Life and Teachings of the Masters of the East” και τη new-age φιλοσοφία. Η ιδέα ήταν φιλόδοξη, αλλά υλοποιήθηκε χωρίς δισταγμό, με καθοδήγηση από το ένστικτο και το συναίσθημα και μουσικά οι GOJIRA ενισχύουν τον αφηγηματικό χαρακτήρα του άλμπουμ με περισσότερα μελωδικά περάσματα και ατμοσφαιρικά ιντερλούδια, χωρίς να θυσιάζουν τη βαρύτητα του ήχου τους. Η τεχνική ακρίβεια και η ρυθμική πολυπλοκότητα συνυπάρχουν αρμονικά με τις στιγμές ηρεμίας, δημιουργώντας ένα μουσικό σύμπαν γεμάτο ένταση και συναίσθημα. Όπως χαρακτηριστικά είχε δηλώσει ο Joe Duplantier, «το “From Mars to Sirius” είναι ένα ταξίδι κι όπως κάθε ταξίδι, έχει παύσεις, εναλλαγές και στιγμές γαλήνης».

Από την πρώτη κιόλας ακρόαση, ήταν φανερό πως οι GOJIRA είχαν κάνει ένα σημαντικό εξελικτικό άλμα σε σχέση με το “The link”. Για να προσδιορίσει κανείς τα σημεία αναφοράς τους, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τους παρομοίασαν με συγκροτήματα όπως οι STRAPPING YOUNG LAD, MESHUGGAH, MORBID ANGEL και DARKANE. Ωστόσο, με τις επαναλαμβανόμενες ακροάσεις, αναδεικνυόταν ολοένα και περισσότερο ο προσωπικός τους χαρακτήρας, καθώς και η ωριμότητα που συνήθως χαρακτηρίζει το τρίτο άλμπουμ ενός συγκροτήματος.

Παρότι το death metal υπόβαθρο των μελών παραμένει εμφανές, εδώ το συναντάμε σε μια μεταβατική, εξελικτική φάση, παρόμοια με αυτή που ακούσαμε σε δίσκους όπως το “Domination” (MORBID ANGEL) και το “Symbolic” (DEATH). Χαρακτηριστικό στοιχείο του riffing του Joe Duplantier αποτελεί το ξύσιμο των χορδών με την πένα, το λεγόμενο pick-scrape, το οποίο σε συνδυασμό με την έντονη παραμόρφωση, παράγει έναν απόκοσμο, σχεδόν βιομηχανικό ήχο. Με ουσιαστικό και τεχνικά καλοδουλεμένο παίξιμο, οι GOJIRA αποφεύγουν την παγίδα του εύκολου εντυπωσιασμού, επιλέγοντας να δώσουν έμφαση σε κάθε νότα. Ο Mario Duplantier ξεχωρίζει πίσω από τα τύμπανα, εντυπωσιάζοντας με το πόσο αβίαστα αποδίδει ακόμη και τα πιο απαιτητικά ρυθμικά μέρη. Η παραγωγή είναι υποδειγματική, προσφέροντας τον απαραίτητο χώρο σε κάθε όργανο, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει στον ακροατή να βιώσει στο έπακρο το εύρος και τη δυναμική του άλμπουμ. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στην κλιμάκωση του “Flying Whales”, καθώς και στις πιο επιθετικές και επιβλητικές στιγμές, όπως τα “Backbone”, “From the Sky” και “The Heaviest Matter of the Universe”, τα οποία αποτελούν μέχρι και σήμερα αναπόσπαστα μέρη στις συναυλίες τους.

Το “From Mars to Sirius’ απέσπασε ευρεία αναγνώριση και θετικές κριτικές, με τον βρετανικό Τύπο και κυρίως το περιοδικό Kerrang! να το αποθεώνει. Δημοσιογράφος του περιοδικού παρευρέθηκε στη συναυλία παρουσίασης του άλμπουμ στο Elysée Montmartre στο Παρίσι, τον Φεβρουάριο του 2006 και δημοσίευσε ένα ενθουσιώδες άρθρο που τράβηξε την προσοχή του κόσμου. Στις 19 Μαΐου 2006, οι GOJIRA εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο, στα πλαίσια του The Great Escape στο Brighton, με την υποστήριξη του Kerrang!. Ακολούθησε η εμφάνισή τους στο Download Festival, η οποία αποτέλεσε καθοριστικό σημείο στην καριέρα τους, όπως έχει δηλώσει και ο Joe Duplantier. Η αυξημένη προβολή που απέκτησαν άνοιξε το δρόμο για τη διεθνή τους παρουσία. Μέχρι τότε οι GOJIRA εμφανίζονταν κυρίως στη Γαλλία και τις γύρω χώρες, αλλά σύντομα άρχισαν να επεκτείνονται σε ολόκληρη την Ευρώπη, συμμετέχοντας σε φεστιβάλ όπως το Hole in the Sky, το Brutal Assault, το Hellfest και το Tuska. Ωστόσο, η πιο σημαντική τους εμφάνιση στη Γηραιά Ήπειρο ήταν κατά τη διάρκεια της περιοδείας The Unholy Alliance στο Παρίσι, όπου άνοιξαν για ονόματα όπως οι CHILDREN OF BODOM, LAMB OF GOD, IN FLAMES και SLAYER.

Το “From Mars to Sirius” κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 2006 από την Prosthetic Records, συγκεντρώνοντας πάνω από 5.000 προπαραγγελίες μέσω της ιστοσελίδας της εταιρείας, ενώ ακολούθησε η ανάρτηση μιας διασκευής στο “Escape” των METALLICA. Το άλμπουμ ξεπέρασε τις 20.000 πωλήσεις τόσο στη Γαλλία όσο και διεθνώς. Η περιοδεία για την προώθησή του περιλάμβανε περισσότερες από 220 συναυλίες παγκοσμίως, με το συγκρότημα να ταξιδεύει για πρώτη φορά στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου περιόδευσε στο πλευρό των CHILDREN OF BODOM, AMON AMARTH και SANCTITY. Το 2007 βρίσκει τους GOJIRA ξανά στις ΗΠΑ, αυτή τη φορά με τους MACHINE HEAD, LAMB OF GOD και TRIVIUM, ενώ ακολούθησε ευρωπαϊκή περιοδεία με τους TRIVIUM, ANNIHILATOR και SANCTITY. Η χρονιά ολοκληρώθηκε με ακόμη μία αμερικανική περιοδεία, δίπλα στους JOB FOR A COWBOY, BEHEMOTH και BENEATH THE MASSACRE.

Did you know that:

  • Τον Μάιο του 2018, οι GOJIRAερμήνευσαν για πρώτη φορά ζωντανά το “Global warming” στο Silver Cord Studio, το νέο στούντιο του Joe Duplantier στη Νέα Υόρκη, που λειτουργεί ως βάση του συγκροτήματος. Το κομμάτι δεν είχε παιχτεί ποτέ live λόγω της τεχνικής του δυσκολίας και της συναισθηματικής του φόρτισης. Η απόφαση να το παρουσιάσουν ήρθε ως υπενθύμιση της διαρκούς σημασίας του μηνύματός του για την περιβαλλοντική ευθύνη, με το συγκρότημα να το χαρακτηρίζει «μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της εποχής μας» και να καλεί σε έναν τρόπο ζωής με σεβασμό προς τον πλανήτη. Η εμφάνιση, που δόθηκε στη δημοσιότητα τον Ιούνιο του 2018, συνοδεύτηκε από το μανιφέστο “We will see our children growing”, ως κάλεσμα για ενσυναίσθηση, δράση και βιώσιμο μέλλον.
  • Το βίντεο του “To Sirius” δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου από διαδοχικές φωτογραφίες που προβάλλονται με μεταβαλλόμενες ταχύτητες, χωρίς τη χρήση παραδοσιακού κινηματογραφικού υλικού. Την παραγωγή ανέλαβε ο Alain Duplantier, ξάδερφος των αδερφών Duplantier των GOJIRA.
  • Το “From Mars to Sirius” έχει αναγνωριστεί ως ένα από τα κορυφαία metal άλμπουμ όλων των εποχών, με το περιοδικό Rolling Stone να το κατατάσσει στη λίστα με τα 100 καλύτερα metal άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει ποτέ.

Κώστας Αλατάς

 

A day to remember… 26/9 [AC/DC]

0
AC/DC

AC/DC

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Ballbreaker”- AC/DC
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΙΑ: Warner Music
ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Rick Rubin/ Mike Fraser
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ: 
Φωνητικά- Brian Johnson
Lead κιθάρες – Angus Young
Ρυθμικές κιθάρες – Malcolm Young
Mπάσο – Cliff Williams
Τύμπανα – Phil Rudd

“Ballbreaker” ετών 30 σήμερα λοιπόν, για ένα δίσκο που συνέχισε την πορεία της επιτυχίας που ήρθε με τις αρχές των 90s και το “The razor’s edge”.

Mετά λοιπόν την τεράστια επιτυχία του “The razor’s edge”, τεράστια ήταν και η δημοτικότητα της μπάντας στο φυσικό της περιβάλλον που δεν ήταν άλλο από την σκηνή. Επακόλουθο της τεράστιας περιοδείας που ακολούθησε ήταν το “AC/DC live” , το DVD “live at Donington” και η συναυλία στην Μόσχα για  το Monsters Of Rock όπου έπαιξαν μπροστά σε ένα εκατομμύριο εξακόσιες χιλιάδες ανθρώπους.

Όπως γίνεται εύκολα  κατανοητό, η μπάντα είχε επιστρέψει στα μεγαλεία του παρελθόντος και το 1993 θα κυκλοφορήσουν με μεγάλη ευτυχία το κομμάτι “Big gun” για το soundtrack του “Last action hero”, ένα κομμάτι που εγκαινίαζε και την συνεργασία του με τον διάσημο παραγωγό Rick Rubin. O Rick ήταν διάσημος εκείνη την περίοδο αφού είχε κάνει παραγωγές από τους SLAYER και CULT μέχρι ΤROUBEL, DANZIG, RHCP, Johnny Cash και πολλούς άλλους. Ο ίδιος ήταν μεγάλος θαυμαστής της μπάντας και  ζήτησε να κάνει την παραγωγή στο επόμενο τους δίσκο και αυτό δεν θα ήταν άλλο από το “Ballbreaker”.

Ένα άλλο σημαντικό γεγονός είναι η επιστροφή του αρχικού ντράμερ Rhil Rudd πίσω στην μπάντα. Μάλιστα σε μια συναυλία τους στην Αυστραλία στα πλαίσια της “Razor’s edge” περιοδείας, ο Rudd προσέγγισε το παλιό του σχήμα και ουσιαστικά τους πρότεινε να σκεφτούν την επιστροφή του. Έτσι στις αρχές του 1992 τον κάλεσαν στο Λονδίνο για να δουν και να  τσεκάρουν τι παίζει και πραγματικά όλη η μαγεία της χημείας που είχαν επέστρεψε από τα πρώτα sessions. Eτσι λοιπόν από τον Αύγουστο του 1994 ο Phil Rudd ήταν ξανά πίσω στο σχήμα παρόλο που δεν υπήρξε καμία επίσημη ανακοίνωση μέχρι τις αρχές της επόμενης χρονιάς.

Η μπάντα θα πάει στην Νέα Υόρκη τον Οκτώβριο του 1994 για να ξεκινήσουν ηχογραφήσεις για τον δίσκο στα Power Station Studios. Mε τον Rubin πίσω από την κονσόλα και με οκτώ κομμάτια έτοιμα, ο αρχικός στόχος παραγωγού και σχήματος ήταν να η επιστροφή στον πρώιμο ήχο της μπάντας. Υπήρχε πρόβλημα όμως καθώς ο ήχος των drums δεν ήταν αυτός που ήθελαν και έπειτα από 10 εβδομάδες που έκατσαν εκεί, ολοκλήρωσαν μόλις 4 με 5 κομμάτια. Αποφάσισαν να μετακομίσουν στο Los Angeles και στα Ocean Way Studios στις αρχές του 1995. Ευτυχώς τα πράγματα εκεί πήγαν καλά, με τον Rick Rubin να απαιτεί μάλιστα μέχρι και 50 takes σε αρκετά κομμάτια. Αυτή η τελειομανία του Rubin ήταν εξαντλητική όμως για την μπάντα που είχε πλέον κατασταλάξει και ήξερε που να κινηθεί και πλέον τα αδέλφια σαν ξεροκέφαλοι που ήταν, δεν χρειαζόταν κάποιον να τους κάνει συνεχώς υποδείξεις. Μετά από πέντε ολόκληρους μήνες στο studio ο δίσκος είχε τελικά ολοκληρωθεί, όπως και η συνεργασία της μπάντας με τον Rick Rubin. “Hταν λάθος που δουλέψαμε μαζί, παρόλη την προσπάθεια του” θα αναφέρουν λίγα χρόνια αργότερα.

Πάμε όμως στα του δίσκου: Ο Rubin πέτυχε τελικά το στόχο του αλλά και η μπάντα επιθυμούσε μια επιστροφή στις ρίζες. Ο boogie hard rock ήχος τους ακούγεται αψεγάδιαστος, οι τρεις συνθέσεις που επιλέχθηκαν για singles ήταν πιο ξεκάθαρα προς τον παραδοσιακό hard rock ήχο τους. Τα “Hard as a rock”, “Hail Caesar” και “Cover you in oil” ήταν τα κομμάτια που με τα video clip τους προκάλεσαν την ανάλογη αίσθηση.

Επιπλέον ενδιαφέροντα κομμάτια ήταν τα hard rock- άδικα “The furor”, “The honey roll”, “Love bomb”, “Caught with  your pants down” και “Ballbreaker” ενώ επίσης αξιόλογο είναι και το boogie rock “Boogie man”.  O δίσκος πήγε κατευθείαν Νο 1 στην Βρετανία και Νο 4 στην Αμερική και η περιοδεία που σχεδιάσθηκε περιλάμβανε 49 συναυλίες σε Ευρώπη, Βόρεια Αμερική, Νότια Αμερική, Καναδά, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία. Στην πορεία λόγω της μεγάλης ζήτησης, οι συναυλίες άρχισαν να πολλαπλασιάζονται και ξεπέρασαν τις 150 , μια περιοδεία σε πέντε σκέλη ανά τον κόσμο που κράτησε 11 ολόκληρους μήνες.

Γενικότερα το “Ballbreaker” είναι άλλο ένα καλό άλμπουμστην δισκογραφία του σχήματος σε μια εποχή που είχαν αρχίσει να αποκτούν ένα νέο κοινό αλλά και φυσικά είχαν κερδίσει ξανά και την στήριξη των παλιών οπαδών τους.

Did you know that? 

– Στα γυρίσματα του video clip του “Big guns” με τον Arnold Schwarzenegger ο αστέρας του Hollywood συνάντησε την μπάντα και ενώ ήταν προγραμματισμένο να καθίσει μισή ώρα, ο ίδιος γούσταρε πολύ την μπάντα και κάθισε μαζί τους όλο το απόγευμα κάνοντας πλάκες με το συγκρότημα.

– Ο drummer Chris Slade ουσιαστικά παραιτήθηκε μόνος τους αφού τον είχαν στον πάγο για αρκετό καιρό. Ο ίδιος δήλωσε πολύ απογοητευμένος από την στάση της μπάντας και έκανε τρία χρόνια να παίξει ξανά τύμπανα.

– Κατά την διάρκεια των ηχογραφήσεων του δίσκου στο Los Angeles ο Angus Young είχε την ευκαιρία να δει και να γνωρίσει από κοντά στο club Roxie ένα μεγάλο ίνδαλμά του, τον βετεράνο μπλουζίστα Buddy Guy. Τεράστια συγκίνηση για τον Angus!

– Κάποια στιγμή εκείνη την περιοδο, ο Tommy Lee είχε βγει με τον Brian Johnson σε ένα club και τους ζήτησαν να παίξουν δύο κομμάτια μαζί, πράγμα που έκαναν φυσικά.

– Επειδή τους τα είχε πρήξει ο Rubin αρκετές φορές και εκείνη την εποχή δούλευε και το “One hot minute” των RHCP, όταν έλειπε έκαναν ηχογραφήσεις με τον παραγωγό Mike Fraser που αναφέρεται στον δίσκο σαν συμπαραγωγός.

– Το clip του “Hard as a rock” γυρίσθηκε στην Βρετανία με πολλούς οπαδούς της μπάντας. Πολλοί ήταν εκείνοι που φώναζαν ρυθμικά το όνομα του Rhil Rudd για να τον ενθαρρύνουν και να τον καλωσορίσουν 12 χρόνια μετά στην μπάντα.

– Το εξώφυλλο του δίσκου το επιμελήθηκαν σχεδιαστές από την εταιρία Marvel. Προσωπικά μου αρέσει πολύ περισσότερο η πίσω πλευρά του δίσκου με τα comics παρά το εξώφυλλο που επιλέχθηκε. Μάλιστα το ίδιο επιτελείο σχεδίασε και ένα ολόκληρο comic αλλά για κάποιον περίεργο λόγο αυτό δεν κυκλοφόρησε ποτέ.

– Ο Joe Perry παρακολούθησε την συναυλία τους στο Μαϊάμι και δήλωσε λάτρης του σχήματος. Το κομμάτι “Nine lives” των ΑΕROSMITH του 1997 είναι αφιερωμένο στους ΑC/DC

– Στην συναυλία στο St Louis ο Brian Johnson λιποθύμησε από την ζέστη και η συναυλία διακόπηκε λόγω αυτού.

– Στο Λονδίνο στις 5 Ιουλίου βγήκαν στην τηλεοπτική εκπομπή VH1’s Uncut, πρώτη φορά μετά το 1978 για να παίξουν ζωντανά. Ήταν να παίξουν τέσσερα κομμάτια αλλά τελικά έπαιξαν δώδεκα, και μερικά από αυτά δεν τα είχαν παίξει ποτέ με τον Brian Johnson.

– Στην τελευταία συναυλία της Ευρωπαϊκής  περιοδείας στην Γαλλία, ο Angus Young ξέφυγε τελείως. Έτρεχε πάνω κάτω με μελανιές στα πόδια και στα γόνατα και στους αγκώνες του έτρεχε αίμα.

– Έπαιξαν επίσης ζωντανά το “You shook me all night long” για την ταινία “Howard Stern: Private parts”, το soundtrack της οποίας κυκλοφόρησε στις αρχές του 1997.

Γιάννης Παπαευθυμίου

 

A day to remember… 26/9 [VOLBEAT]

0
Volbeat

Volbeat

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The strength / The sound / The songs” – VOLBEAT
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: Rebel Monster / Mascot
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jacob Hansen
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Michael Poulsen – φωνητικά, ρυθμική κιθάρα
Franz “Hellboss” Gottschalk – lead κιθάρα
Anders Kjølholm – μπάσο
Jon Larsen – ντραμς

Το πώς δημιουργήθηκαν οι VOLBEAT, είναι γνωστό εδώ και χρόνια πλέον. Ο Michael Poulsen, είχε τους death metallers DOMINUS, τους οποίους παίζει και να γνώριζε μόνο ο φίλος μου ο Χάρης, κάποια στιγμή του τη βάρεσε, αφού δεν ασχολούνταν κανείς μαζί τους και είπε να εξερευνήσει κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό.

Πήρε μέλη των DOMINUS, χρησιμοποίησε τον τίτλο του τρίτου τους δίσκου, σαν όνομα για το νέο του σχήμα (“Vol. Beat” που προέρχεται από τις λέξεις Volume και Beat) και προσπάθησε να συνδυάσει την αγάπη του για τους METALLICA και το metal γενικότερα με αυτή για τον Elvis Presley και τον Johnny Cash.

Το πρώτο τους συμβόλαιο ήταν στη θυγατρική της Mascot Records, τη Rebel Monster, μία εταιρία που είχε σχεδόν ανύπαρκτη διανομή, αλλά εμείς ήμασταν τυχεροί, αφού το δείγμα του δίσκου είχε φτάσει στα χέρια μας. Όταν το πήρα να το ακούσω, μου έκανε εντύπωση το μικρόφωνο και ο τίτλος, είπα λοιπόν να του δώσω μία ευκαιρία, προτού το φάει η σκόνη μαζί με εκατοντάδες άλλα που έρχονταν στο γραφείο σωρηδόν.

Από τις πρώτες νότες του “Caroline leaving”, ήταν προφανές ότι αυτός ο ήχος, δεν είχε προηγούμενο!!! Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα ξανακούσει μία τέτοια μίξη rock n’ roll, με heavy metal, που μ’ έκανε να κουνάω συνεχώς το πόδι μου ρυθμικά και να σιγοτραγουδάω τα ρεφρέν. Ποτέ δεν υπήρξα «οπαδός» του Johnny Cash, του Elvis Presley, ούτε καν των DANZIG, αυτό που άκουγα όμως, είχε ταυτότητα, είχε χαρακτήρα, ήταν μοναδικό.

Ε, με το που μπήκε το “Another day, another way”, που ακολουθούσε, έγινα κατευθείαν οπαδός τους. Αυτά τα δύο τραγούδια, το “Soulweeper” (η συνέχεια του οποίου βρίσκεται στο επόμενο άλμπουμ τους, “Rock the rebel / Metal the devil”), το “Danny & Lucy (11PM), το “Caroline #1”, το closer “Healing subconsciously” και η διασκευή στο “I only wanna be with you” της Dusty Springfield, για το οποίο γυρίστηκε και video clip, αποτελούν τη ραχοκοκαλιά του “The strength / The sound / The songs” και πάνω τους χτίστηκε όλη η φανταχτερή καριέρα των Δανών, που έκτοτε έχουν βγάλει πλείστα όσα αριστουργήματα, κάνοντάς με φανατικό οπαδό τους. Στην παραγωγή ήταν ο Τιτάνας, πλέον, Jacob Hansen, με τον χαρακτηριστικό μπετόν αρμέ ήχο του, που έδινε τα πρώτα του δείγματα γραφής ως ένας από τους κορυφαίους στον χώρο του!

Ποτέ δεν έτυχε να τους ρωτήσω, αν το “Rebel monster”, έχει να κάνει με την εταιρία τους, αλλά το σίγουρο ήταν ότι αυτή τους η εταιρία, παρότι περιορισμένων απαιτήσεων, κατάφερε κι έκανε σπουδαία δουλειά στη χώρα τους, που έφτασαν στο #18 στα charts κι έμειναν εκεί για 21 εβδομάδες. Λογικό ήταν να τους πάρει η «μαμά εταιρία», η Mascot από το δεύτερο άλμπουμ, χωρίς να μπορέσει να τους κρατήσει για πολύ, αφού οι πολυεθνικές παραμόνευαν λίγα χρόνια αργότερα, έχοντας δει το τρομαχτικό potential του σχήματος. Αυτό όμως είναι μία ιστορία για τα επόμενα χρόνια.

Το γερμανικό Rock Hard, τους είχε δώσει το απόλυτο, 10/10 κι επειδή πάντα δίνουν ευκαιρία σε νέα σχήματα, την επόμενη χρονιά, άνοιγαν τη δεύτερη μέρα του φεστιβάλ του. Έχοντας πάει από νωρίς στο χώρο, ήθελα να δω αν και στις συναυλίες τους, οι VOLBEAT αποδίδουν την ιδιαίτερη μουσική τους, όπως στο στούντιο. Μιλώντας με τον τρομερό τύπο που λέγεται Michael Poulsen και παρακολουθώντας τη συναυλία τους, σήκωσα όλο το merch και από τότε βροντοφωνάζω #monovolbeat. Για την ιστορία, αμέσως μετά τους VOLBEAT, τότε, το 2006, έπαιζαν κάτι άλλοι φρέσκοι τύποι μέσα στο καταμεσήμερο, οι Γάλλοι GOJIRA…

Did you know:

  • Δύο από τα τραγούδια του ντεμπούτου τους, το “Danny & Lucy (11PM)” και το “Fire song”, ξεκινούσαν μία ιστορία, που ολοκληρώθηκε στο έκτο τους άλμπουμ, το “Deal the deal & let’s boogie”, με το “You will know”.

Σάκης Φράγκος

A day to remember… 26/9 [SIX FEET UNDER]

0
Six Feet Under

Six Feet Under

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Haunted” – SIX FEET UNDER
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Metal Blade
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Brian Slagel, Scott Burns
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Chris Barnes
Κιθάρες – Allen West
Μπάσο – Terry Butler
Drums – Greg Gall

Το έτος είναι 1993. Ο Allen West των OBITUARY και ο Chris Barnes των CANNIBAL CORPSE, βάζουν μπρος με τους Terry Butler και Greg Hall, ένα νέο side project. Το όνομα αυτού, SIX FEET UNDER. Ένα σχήμα που θα έμενε side project, άμα δεν χώριζαν οι CANNIBAL CORPSE τους δρόμους τους με τον Barnes μετά το ΜΝΗΜΕΙΩΔΕΣ “The bleeding” (1994) σε μια ιστορική στιχομυθία, όπου τόσο ο Barnes ήθελε να φύγει, όσο και εκείνοι να τον διώξουν. Έτσι, οι SIX FEET UNDER, έγιναν κύρια προτεραιότητα του Barnes και στις 26 Σεπτεμβρίου 1995, θα κυκλοφορούσαν σε παραγωγή του μεγάλου αφεντικού Brian Slagel και του guru Scott Burns, το ντεμπούτο άλμπουμ τους με τίτλο “Haunted”.

Εδώ έχουμε, όχι απλά μια κορυφαία δουλειά για τους SIX FEET UNDER, αλλά μια από τις πλέον σπουδαίες δουλειές στο death metal, τελεία. Όσο πήρε προβολή λόγω του “βιογραφικού” των μελών του, άλλο τόσο σε πετάει στο τοίχο με την βάναυση απλότητα του, κάνοντάς σε να παρακαλάς για έλεος. Άλλωστε, death metal λέγεται και είναι απλό. Από το μπάσιμο του καταστροφικού “The enemy inside”, η αύρα των OBITUARY υπάρχει στον αέρα (πως αλλιώς άλλωστε), με τα φωνητικά του Chris Barnes να προσθέτουν τον τρόμο που πρέπει, με την καλώς εννοούμενη σαπίλα της προσέγγισης τους. Ωστόσο εδώ, δεν έχουμε απλά κάτι που είναι “μίξη” των κυρίων μπαντών τους.

Οι SIX FEET UNDER, παρουσιάζουν απλές δομές, που σου καρφώνονται στο μυαλό, ατόφια ροκάδικη γκρούβα (που στα επόμενα άλμπουμ θα γινόταν πιο έντονη). Το mid-tempo μακελειό του “Silent violence” ή του υπέροχου “Remains of you”, η λύσσα του αγαπημένου μου “Suffering in ecstasy” που σε παίρνει αμπάριζα ως το τέλος ή η doom-άδικη βαρύτητα του “Beneath a black sky” και του video clip του δίσκου “Lycanthropy”, έρχονται και δένουν σε ένα εκπληκτικό αποτέλεσμα ούτε 40 λεπτών, που εκκινεί τη πορεία ενός σχήματος που μόνο δύο ακόμα φορές μπόρεσε να το κοιτάξει στα μάτια (αναφέρομαι στα “Warpath” και “Maximum violence”). Αλλά τέτοια εκκίνηση καριέρας ήταν ονειρική.

Ο δε γράφων έχει τη πιο γλυκιά ανάμνηση από την εφηβεία του αναφορικά με αυτό, Τον καιρό εκείνο, το σχολείο, ο (νεότερος, να σημειωθεί εδώ) συμμαθητής του, του δάνεισε αυτό και το “Cruelty and the beast” των CRADLE OF FILTH σε CD. Και αν στους CRADLE OF FILTH, επιστεγάστηκε ο έρωτας που είχε ξεκινήσει με το “Nymphetamine”, με τους SIX FEET UNDER ξεκίνησε μια αγάπη για την πρώιμη εποχή τους. Θυμάμαι να το ακούω πάνω που είχα ανακαλύψει το “Tomb of the mutilated” των CANNIBAL CORPSE, στην ηλικία των 16-17 ετών περίπου και να μουρμουράω όλη μέρα τα κοφτά riffs του, μετά από κάθε ακρόαση και να μιμούμαι τον Barnes (εις μάτην, φυσικά!).

30 χρόνια έχουν περάσει από το “Haunted” των SIX FEET UNDER, με το ντεμπούτο αυτό να στέκει όχι μόνο ως μια ιστορικού τύπου σύμπραξη, που εγκυκλοπαιδικά αναφέρεται λόγω συμμετεχόντων, αλλά ως μια πραγματικά μνημειώδης δουλειά, στοιχειωμένου μέσα στην απλότητα του και εύστοχου στη ποιότητα του death metal. Το “Haunted” (συν τους δύο διαδόχους του) είναι ο δίσκος που πάντα θα είναι ψηλά στη καρδιά μου, όταν σκέφτομαι τους SIX FEET UNDER και πάντα θα το επιλέγω με πολλή χαρά να το ακούσω, όπως τώρα που τελειώνω αυτές τις γραμμές!

Did you know that?

– Το εξώφυλλο είναι από το VHS εξώφυλλο της ταινίας “The haunting of Morella” (1990)

– To “Suffering in ecstasy” είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Mark Hauser

– Στο εξώφυλλο εργάστηκε ο Jim Warren, γνωστός από το “Beyond recognition” των DEFIANCE, το “One smalll voice” των HEIR APPARENT και το “Master of disguise” των LIZZY BORDEN

Γιάννης Σαββίδης

A day to remember… 26/9 [CATHEDRAL]

0
Cathedral

Cathedral

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The Garden of Unearthly Delights” – CATHEDRAL
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Warren Riker
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Lee Dorrian – φωνητικά
Garry Jennings – κιθάρες
Leo Smee – μπάσο, φλογέρα, πλήκτρα, mellotron, auto harp
Brian Dixon – τύμπανα

Οι CATHEDRAL είναι μια από τις πιο καθοριστικές μπάντες του doom/stoner/sludge, ποτέ δεν επαναπαύτηκαν στην δόξα τους και με κάθε δίσκο τους, πήγαιναν τα όρια του είδους λίγο πιο πέρα. Το ντεμπούτο τους, ´Forest of Equilibrium’ (1991) ήταν από τους πιο επιδραστικούς doom δίσκους, ακόμα και για το παρακλάδι που λέγεται funeral doom. Με το ‘Carnival Bizarre’ (1995) έκαναν ακόμα και τον πιο true μεταλλά να χορεύει με το 70s psychedelic groove του, ενώ με το ‘The Ethereal Mirror’ (1993) μπόλιασαν το doom με stoner και επικά στοιχεία. Εκείνο που έλειπε πια ήταν να κάνουν ένα δίσκο που θα συνδύαζε όλα τα προηγούμενα και με κάτι παραπάνω.

Τι έχουμε εδώ λοιπόν; Το πρώτο κομμάτι, “Tree of Life & Death”, είναι χαρακτηριστικό δείγμα της μπάντας στις πιο doom στιγμές της, ενώ το επόμενο, “North Berwick Witch Trials”, αναμφίβολα μας πάει πίσω στο 1995 και στο “Hopkins (The Withfinder General)”, όχι μόνο λόγο της θεματολογίας του (η αληθινή ιστορία της καταδίκης ως μάγων/μαγισσών  μιας ομάδας ατόμων στην Σκωτία του 16ου αιώνα) αλλά και του γενικότερου vibe που εκπέμπει, παρόμοιο με το πιο γνωστό τραγούδι της μπάντας. “Upon Azrael’s Wings” είναι ίσως από τα πιο επιθετικά κομμάτια της δισκογραφίας τους, αλλά ακόμα κι εκεί μας έχουν μια μικρή έκπληξη με αυτό το μεσαίο μέρος που ακούγεται σαν αυτοσχεδιασμός τζαζ, μια τολμηρή ηχητική καινουργίλα που χρησιμεύει και ως προειδοποίηση για του τι έπεται μετά.

“Corpsecycle”, αν και έχει μια μακάβρια θεματολογία (η διαδικασία αποσύνθεσης του σώματος), πρόκειται για ένα πιασάρικο stoner κομμάτι, ίσως και το πιο προσβάσιμο του δίσκου. Μετά το βουκολικό, folk ακουστικό ορχηστρικό ιντερλούδιο που λέγεται “Fields of Zagara”, έρχεται ο σίφουνας με την μορφή του “Oro the Manslayer”, το πιο γρήγορο, επιθετικό, άγριο κομμάτι του δίσκου που ακούγεται και σαν ένα κλείσιμο του ματιού στους MOTÖRHEAD και με την φωνή του Lee Dorrian να ταλαντεύεται με επιτήδειο τρόπο μεταξύ της καφρίλας και της μελωδίας. Το βασικό χαρακτηριστικό του “Beneath a Funeral Sun”, εκτός από την μίξη του επιθετικού doom με την ψυχεδέλεια, είναι η χρήση παιδικών φωνητικών δίνοντάς του έτσι μια παράξενη, στοιχειωμένη αύρα.

Και ερχόμαστε στο κεντρικό κομμάτι του δίσκου: αν και είχαν ηχογραφήσει πριν κι άλλα μεγάλα σε διάρκεια κομμάτια, όπως το “The Voyage of the Homeless Sapien” από το ΕΡ του 1994 “Statik Majik “, το “The Garden”, που διαρκεί σχεδόν 27 λεπτά. Με αυτήν την διάρκεια, είναι φυσικό η μπάντα να τα παίζει όλα: από ήσυχα, ακουστικά, μελωδικά/ατμοσφαιρικά μέρη, έως βαριά, αργά doom riffs και πειραματικά/ψυχεδελικά περάσματα κ.λπ. Σε ορισμένα μέρη υπάρχουν επίσης και γυναικεία φωνητικά. Δικαίως αυτό το κομμάτι θεωρείται ένα από τα πιο τολμηρά και καθοριστικά τους. Έχει φτάσει να συγκριθεί με το “Supper’s Ready” των GENESIS και το “Echoes” των PINK FLOYD και σίγουρα θα έχει επηρεάσει μπάντες όπως OPETH, ELECTRIC WIZARD ή MY DYING BRIDE.

Βασικά επρόκειτο για ένα δίσκο που ανέδειξε τους CATHEDRAL ως μια ώριμη μπάντα που δεν φοβόταν να αμφισβητήσει τα όριά της, που φιλοδοξούσε να φτάσει σε καινούργια ηχητικά πεδία μέσω πειραματισμών αλλά και μέσω της προηγούμενης εμπειρίας τους με διάφορα μουσικά στυλ. Ένας από τους πιο αναγνωρισμένους για την ποιότητα δίσκους εκ μέρους όχι μόνο των οπαδών της μπάντας αλλά και των οπαδών του είδους γενικότερα.

Γιώργος Γκούμας

 

SODOM interview (Tom Angelripper)

0
Sodom
Sodom
Photo by Mumpi

“Set the world on fire”

Οι Γερμανοί thrashers SODOM, κυκλοφόρησαν μέσα στο καλοκαίρι το νέο τους άλμπουμ, με τίτλο “The arsonist” και ο Σάκης Φράγκος συνομίλησε με τον ηγέτη του σχήματος, Tom Angelripper, που όπως πάντα ήταν απολαυστικός και μπορείτε να το διαπιστώσετε στις αμέσως επόμενες γραμμές…

Tom, είναι μεγάλη μας χαρά να σε ξαναέχουμε στο ROCK HARD!
Κοίτα τι έχω εδώ! (δείχνει το βινύλιο του “The arsonist”) Το πήρα χθες, τη πρώτη κόπια του δίσκου. Και ειδικά ξέρεις, όταν μετά από όλη αυτή τη σκληρή δουλειά, κρατάς το τελικό προϊόν στα χέρια σου, ειδικά σε βινύλιο.

Έχουν αλλάξει τα πράγματα όταν λαμβάνεις το δίσκο στα χέρια σου; Τι είναι διαφορετικό σε σχέση με τη δεκαετία του ‘80 και του ‘90;
Όχι, δεν υπάρχει καμία διαφορά. Θυμάμαι κάθε φορά που ηχογραφούσαμε ένα δίσκο και το ότι θα κυκλοφορούσε, ήταν πάντα ξεχωριστό. Ξέρεις τι κάνω κάθε φορά; Κάθε φορά που κυκλοφορούμε νέο δίσκο, πηγαίνω στο δισκάδικο και αγοράζω μια κόπια του. Μόλις βγει αυτό (σ.σ.: η συνέντευξη έγινε 26 Μαίου), θα πάω στο δισκάδικο και θα αγοράσω το καινούργιο SODOM. Είναι σαν τελετουργία, ξέρεις.

Το ίδιο έκανα όταν πάντα αγόραζα μια κόπια του ίδιου μου του περιοδικού από το περίπτερο. Είναι φυσικό.
Δεν είναι μόνο αυτό. Είναι τελετουργία, είμαστε ακόμα metal μουσικοί αλλά και metal οπαδοί, ξέρεις. Οπότε το να πηγαίνουμε στο δισκάδικο και να αγοράζουμε νέο δίσκο MOTORHEAD πίσω στη δεκαετία του ‘80, είναι πάντα κάτι ξεχωριστό. Και θα το ακούω στο repeat, μαθαίνοντας όλες τις λεπτομέρειες. Και είναι κρίμα, δεν υπάρχουν δισκάδικα τριγύρω μου, πρέπει να πας σε μια άλλη πόλη.

Photo by Mumpi

Είναι πραγματικά κρίμα. Αλλά είναι αυτό που είναι, κάποια πράγματα έχουν αλλάξει τελείως τα τελευταία 30 χρόνια. Εννοώ είμαστε σε μια νέα εποχή. Ωστόσο, επιλέξατε να ηχογραφήσετε τα τύμπανα για το “The arsonist” σε αναλογική ταινία αντί να χρησιμοποιήσετε ψηφιακά εργαλεία. Τι σας οδήγησε σε αυτή την απόφαση;
Ήταν μια μοναδική εμπειρία. Ήξερα ότι ένας φίλος του drummer μας, του Toni, έχει στούντιο με μπομπίνα. Τον επισκεφτήκαμε στο στούντιο, είδαμε τη μπομπίνα και τις αναλογικές ταινίες και τον ρώτησα “ηχογραφείς ακόμα μπάντες αναλογικά;”. Μου είπε “ναι, άμα θέλετε για το επόμενο άλμπουμ των SODOM θα σας βοηθήσω να ηχογραφήσετε αναλογικά”. Θεέ μου, πρέπει να σου πω, ότι είναι ακριβό. Είναι πολύ φθηνό να ηχογραφείς στον υπολογιστή με λογισμικό, μπορείς να ηχογραφήσεις ένα ολόκληρο άλμπουμ έτσι, δεν είναι καν πρόβλημα. Είναι σύνηθες αυτές τις μέρες, μπορεί να πληρωθεί.
Όσον αφορά το να ηχογραφήσει ο Toni τα τύμπανα αναλογικά, είπε “ναι, είναι μια πολύ καλή εμπειρία για μένα, γιατί όταν ηχογραφείς τα τύμπανα αναλογικά, έχεις μια ευκαιρία”. Η ταινία τρέχει και άμα γίνει κάποιο λάθος στην αρχή, στη μέση ή στο τέλος του κομματιού, πρέπει να το πας ξανά από την αρχή. Ο Toni κάποιες φορές, τα έπαιζε one take, οπότε ηχογραφήσαμε δύο ή τρεις διαφορετικές εκδοχές του κομματιού για να αποφασίσουμε ποια εκδοχή του θα κρατήσουμε στο τέλος. Είμαι πολύ χαρούμενος που το κάναμε έτσι. Νομίζω δεν έχει μεγάλη διαφορά ηχητικά αν ηχογραφείς αναλογικά ή ψηφιακά. H διαφορά είναι στο ότι δεν χρησιμοποιήσαμε samples.
Ούτε στο ταμπούρο, ούτε στη μπότα, ούτε plugins για τα τύμπανα…ήθελα να έχω έναν φυσικό ήχο τυμπάνων. Χωρίς άλλα εφέ. Κάνε μίξη στα τύμπανα, αλλά μην χρησιμοποιήσεις άλλα samples. Και αυτό, κατά την γνώμη μου, έκανε τη παραγωγή πιο οργανική. Έχουμε επίσης τις κιθάρες αριστερά και δεξιά. Μια “ανοιχτή” παραγωγή όπως στη δεκαετία του ‘80. Άμα ακούσεις παλιούς SLAYER, MOTLEY CRUE, KISS, VENOM…όλοι τους έχουν τύμπανα που ακούγονται μεγάλα και μεγάλες “ανοιχτές” παραγωγές. Το πρόβλημα με αυτό στο τέλος είναι ότι ο μηχανικός μου μου είπε όταν έπρεπε να το κάνουμε master, πως ο κόσμος ακούει μουσική από το smartphone στις μέρες μας. Δεν ακούω μουσική σε smartphone, έχω το στερεοφωνικό μου ηχοσύστημα.
Οπότε έπρεπε να συμπιέσουμε όλο το αρχείο, να φέρουμε τις κιθάρες πιο κοντά στα τύμπανα, γιατί, αν το ακούς από smartphone, ακούς μόνο τα τύμπανα και τα φωνητικά γιατί είναι στη μέση. Έτσι είναι στις μέρες μας. Ο κόσμος καταναλώνει μουσική από το smartphone, από το Spotify, από το YouTube, το οποίο είναι κρίμα. Γι’ αυτό κάναμε διαφορετικό mastering για το βινύλιο που είναι πιο “ανοιχτό” κατά τη γνώμη μου.

Ανέφερες τη φράση “όχι πλαστικό”. Πως ορίζεις το “πλαστικό” σε όρους μοντέρνας metal παραγωγής;
Δεν ξέρω, κάποιες φορές ακούς μπάντες και έχουν τον ίδιο ήχο τυμπάνων. Κάποιοι άνθρωποι λένε “οι ήχοι αυτοί ακούγονται σαν πλαστικό”. Νομίζω υπάρχουν μπάντες που δεν έχουν καν drummer, όταν ηχογραφούν ένα άλμπουμ, τα παίζουν μέσω υπολογιστή, μέσω AI ή κάτι τέτοιο. Όλα είναι πιθανά στις μέρες μας. Δεν το θέλω. Όλα είναι φτιαγμένα στο χέρι. Το εξώφυλλο είναι στο χέρι, θυμάμαι όταν το κοινοποιήσαμε πρώτη φορά στο Facebook και στο Instagram, υπήρχαν άνθρωποι που μας έλεγαν ότι ήταν φτιαγμένο από AI. Ένας καλλιτέχνης, δουλεύει τόσο σκληρά με αερογράφο, όλα έγιναν στο χέρι και κόσμος γυρνάει και λέει “α, το βγάλατε μέσω λογισμικού”. Είναι κρίμα.
Αλλά πως ορίζω το πλαστικό; Δεν ξέρω, κάποιες φορές το ψηφιακό ανακατεύει τον ήχο των τυμπάνων. Δεν είναι ο πραγματικός ήχος του ταμπούρου αυτός. Επίσης, ηχογραφήσαμε τις κιθάρες με μικρόφωνα στους ενισχυτές. Ξέρω ότι πολλές μπάντες χρησιμοποιούν Kemper, που είναι ένας ψηφιακός ενισχυτής, στον οποίο μπορείς να έχεις χιλιάδες κιθαριστικούς ήχους. Δεν το χρειάζομαι. Οπότε, δεν θέλουμε να γυρίσουμε πίσω, αλλά θέλουμε να παρουσιάσουμε στους οπαδούς μας ότι ακόμα δουλεύουμε με όλα τα υλικά. Όλα είναι στο χέρι.

Photo by Mumpi

Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο άλμπουμ ή ακόμα και κάποιο SODOM άλμπουμ, που επηρέασε την ηχητική κατεύθυνση του “The arsonist”;
Όχι, δεν υπήρξε κάποιο άλλο άλμπουμ που μας επηρέασε. Πρέπει να σου πω, ότι για πρώτη φορά, ο drummer μας, o Toni έγραψε 4 ή 5 κομμάτια. Το οποίο φέρνει τόση πολυχρωμία στο υλικό. Γιατί έχουμε το riffing του Frank Blackfire που ακούγεται σαν το “Agent orange” ή το “Persecution mania”, o Yorck έχει πιο επικά metal riffs και ο Toni έρχεται από μια black/death metal σκηνή. Έχει έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο να γράφει κομμάτια, γιατί είναι και ρυθμικός κιθαρίστας. Και του είπα κατ’ ιδίαν πως δεν έχει σημασία τι είδους κιθαριστικό riff είναι.
Οι SODOM δεν ήταν ποτέ η τυπική thrash μπάντα. Είμαστε μια metal μπάντα, ωστόσο πρέπει να κρατήσουμε τα σήματα κατατεθέντα των SODOM. Που έρχεται όταν βάζω τους στίχους μου, όταν βάζω τα φωνητικά μου, όταν βάζω τον ήχο του μπάσου μου. Αλλά δεν υπήρξε κάποια άλλη επιρροή, δεν κοιτάζουμε δεξιά – αριστερά τι κάνουν άλλες μπάντες, πιο εμπορικά επιτυχημένες.

Ναι, αλλά από τη δισκογραφία των SODOM, για παράδειγμα όταν αρχίζει το άλμπουμ, σίγουρα ακούω μια αύρα από “Agent orange” και “Better off dead”. Αυτό με γύρισε πίσω όταν ήμουν 15 χρονών, που είναι καλό για μένα (γέλια)
Όχι, γιατί το “Agent orange” και το “Better off dead” είναι δύο διαφορετικά άλμπουμ. Πριν 2 χρόνια όταν ηχογραφήσαμε το “40 years at war” επανηχογραφήσαμε όλα τα κομμάτια με το νέο μας line-up. To οποίο ήταν πολύ διασκεδαστικό, γιατί βοηθάει τα άλλα παιδιά να μάθουν περισσότερα για την ιστορία των SODOM. Ειδικά τον Toni, που είναι ο νεότερος στη μπάντα. Ακούει αυτό τον ήχο συνέχεια, αλλά το να σκάβεις βαθύτερα στο υλικό του “Obsessed by cruelty” για παράδειγμα, ήταν μια μεγάλη εμπειρία.
Αυτό βοηθάει λίγο, θεωρώ. Γιατί ο Toni μου είπε ότι του αρέσουν τα τύμπανα, ο ήχος τους, ο τρόπος που ο Chris Witchhunter έπαιζε τα τύμπανα. Ότι ήταν πολύ χαοτικός, αλλά δημιούργησε το δικό του στυλ. Οπότε ο Toni προσπάθησε να συνδυάσει αυτό το χαοτικό παίξιμο του Witchhunter, με το πιο μοντέρνο και ακριβές παίξιμο του σήμερα. Αλλά δεν θεωρώ ότι υπάρχει επιρροή από το παλαιότερο υλικό.

Μια και αναφέραμε τον Witchhunter, τι σας έκανε να γράψετε ένα κομμάτι για τον Witchhunter εν έτει 2025;
Γιατί ο Witchhunter ήταν πάντα παρών. Είτε επανηχογραφούμε παλιά κομμάτια, είτε παίζουμε live, ένα 50% των κομματιών που παίζουμε είναι με τον Witchhunter, όπως το “Agent orange”, το “Bombenhagel”. Ξέρεις, κομμάτια χωρίς τα οποία δεν μπορούμε να φύγουμε από τη σκηνή αν δεν τα παίξουμε. Και πάντα ο κόσμος με ρωτάει, ο Toni μου λέει “είναι κρίμα που δεν γνώρισα προσωπικά τον Witchhunter. Σε παρακαλώ, πες μου περισσότερα γι αυτόν τον τύπο. Ξέρω ότι ήταν μεγάλη φιγούρα για τα τύμπανα στη δεκαετία του ‘80”.
Ήταν ο καλύτερος μου φίλος στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 όταν φτιάξαμε τη μπάντα. Ήμασταν πολύ κοντά, ήταν ο στενότερος μου φίλος. Οπότε αποφάσισα να γράψω ένα κομμάτι για εκείνον. Δεν θέλω να τον περιγράψω ως έναν ήρωα. Η ζωή του τελείωσε τόσο τραγικά, με τον αλκοολισμό και όλα αυτά. Είναι κρίμα που έχασα τόσους φίλους, τόσο νωρίς. Πέθανε τόσο νέος. Οπότε σκέφτηκα να γράψω ένα κομμάτι για εκείνον. Και μου αρέσει και το κομμάτι, η μουσική ταιριάζει τέλεια στους στίχους.
Επίσης, έγραψα ένα κομμάτι για τον Algy Ward, που ήταν ο αγαπημένος μου τραγουδιστής και μπασίστας εκείνα τα χρόνια. Το κομμάτι λέγεται “A.W.T.F”, δηλαδή “Algy Ward” και το υπόλοιπο δεν μπορώ να στο πω, είναι μυστικό (γέλια). Θυμάμαι όταν ο Toni ήρθε με το εισαγωγικό riff, του είπα “αυτό ακούγεται σαν old school TANK”, συγκεκριμένα το άλμπουμ “Honour & blood”, εκεί ‘83 – ‘84. Οπότε μου ήρθε η ιδέα να γράψω ένα κομμάτι για τον Algy που ήταν ο προσωπικός μου, μεγάλος ήρωας.
Αλλά το ίδιο με τον Witchhunter, πέθανε τόσο νωρίς λόγω κατάχρησης ναρκωτικών και αλκοόλ. Ωστόσο μου αρέσει το κομμάτι. Είναι πολύ εύκολο, αλλά πιασάρικο. Δεν χρειάζεται να γράψεις ένα κομμάτι με 1000 riffs μέσα, δεν έχει σημασία. Άμα πας πίσω στους παλιούς MOTORHEAD, απλά μερικά riffs και σου γράφουν ένα καλό κομμάτι. Ένα πολύ πιασάρικο κομμάτι που δεν ξεχνάς. Και έτσι έγραψα το κομμάτι για τον Algy Ward, χρησιμοποιώντας και τίτλους από παλιά κομμάτια TANK.

Επίσης, έχετε το κομμάτι “Taphephobia”, που έχει ελληνική προέλευση, σημαίνει “φόβος των τάφων”. Είχατε επίσης, το κομμάτι “Hydrophobia” στο “Masquerade in blood”. Τι σε κάνει να γράφεις γι αυτούς τους ενδογενείς φόβους;
“Hydrophobia” είναι νομίζω ο φόβος του νερού, σωστά; Πάντα ψάχνω για τίτλους κομματιών ή τίτλους άλμπουμ, ψάχνω για λέξεις που κανένας δεν χρησιμοποίησε στο παρελθόν. To οποίο είναι σχεδόν απίθανο αυτές τις μέρες. Άμα κάνεις μια αναζήτηση στο Google, το βρήκες. Βρήκα λοιπόν ένα άρθρο για τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και εκεί βρήκα τη λέξη “taphephobia”. Και περιείχε μαρτυρίες στρατιωτών που πολεμούσαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο συγκεκριμένα, που πολεμούσαν στη πρώτη γραμμή, στα χαρακώματα, είχαν φόβο των χειροβομβίδων που σκάγανε δίπλα τους και θα τους έθαβαν ζωντανούς.
Είναι μερικά εκατοστά και δεν μπορείς να βγεις. Οπότε αυτοί οι στρατιώτες το φοβόντουσαν αυτό. Κάποιοι έλεγαν “πρέπει να πυροβολήσω, άμα με πυροβολήσουν, πέθανα”. Αλλά το να θάβεσαι ζωντανός, σημαίνει μισή ώρα ή λίγο παραπάνω μέχρι όντως να πεθάνεις, ξέρεις. Αυτό είναι κάτι που πάντα με ενδιέφερε. Δεν θέλω να γράψω για τον μεγάλο πόλεμο και τη πολιτική πίσω από αυτό. Θα γράψω για τον στρατιώτη που βρίσκεται στο πόλεμο. Είναι όπως όταν γράφαμε κομμάτια για τον πόλεμο στο Vietnam. Δεν έγραψα ποτέ ποιος ήταν ο καλός ή ο κακός, δεν υπήρχε πολιτική πίσω από αυτό.
Αλλά ο μικρός άνθρωπος που πολεμάει και φοβάται να πεθάνει, είναι κάτι για το οποίο θα γράψω.

Πρόσφατα ανανεώσατε το συμβόλαιο σας με την Steamhammer. Τι σημαίνει η Steamhammer για τους SODOM; Ξέρω ότι όταν άλλες εταιρείες σε καλέσανε για να υπογράψουν τους SODOM, είπες ότι “δεν υπάρχει άλλη εταιρεία για τους SODOM από την Steamhammer”, είναι αλήθεια αυτό;
Δεν ήμασταν πάντα με την Steamhammer, ξέρεις. Υπήρξε μια στιγμή στη δεκαετία του ‘90 που πήγαμε από την SPV στην Gull records και από εκεί στην Drakkar Records. Νομίζω, η Gull και η Drakkar ήταν η ίδια εταιρεία ουσιαστικά. Και μετά πήγαμε στην SPV με το “M16”. Δεν ξέρω, δουλεύουμε μαζί τόσο καλά. Ίσως να μπορούσα να πάρω καλύτερη συμφωνία με άλλη εταιρεία, αλλά ποτέ δεν το δοκίμασα. Οπότε, έχουμε άλλη μια επιλογή για το επόμενο άλμπουμ με την SPV. Αλλά λάβε υπόψιν ότι είναι μια πλήρης δισκογραφία των SODOM, που την έχει η BMG.
Γι’ αυτό κάνουμε όλες τις επανακυκλοφορίες και τα remasters και ακόμα δουλεύουμε με την SPV. Αλλά δεν είναι μόνο το επιχειρηματικό, είναι επίσης και η φιλία μεταξύ των ανθρώπων στην SPV, είναι οι ίδιοι άνθρωποι που ήταν και στη δεκαετία του ‘80. Είναι μια άλλη εταιρεία, αλλά ακόμα δουλεύω με τους ίδιους ανθρώπους που κάνουν τη προώθηση, πάντα κάνανε φοβερή δουλειά. Προσπαθούν να προωθήσουν τη μπάντα, προσπαθούν να πουλήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο. Γιατί είναι επιχείρηση, ξέρεις.

Photo by Mumpi

Ναι, αλλά ήταν μαζί σας για όσο μπορώ να θυμηθώ. Ειδικά ο Olly, είναι πάνω από 20 χρόνια.
Ναι, ο Olly ήρθε στην SPV το 2000. Και ήταν ο πρώτος μας promoter για το “M16”. Και υπογράψαμε το πρώτο συμβόλαιο το 1984, με μια εταιρεία που λεγόταν Devil’s Game. Γιατί μας είπανε “η Steamhammer είναι εταιρεία για ποιοτική μουσική” που το “In the sign of evil” δεν ήταν κάτι τέτοιο. Οπότε έκαναν μια ειδική εταιρεία αποκλειστικά γι αυτή τη κυκλοφορία. Και το “In the sign of evil” είναι το μοναδικό άλμπουμ σε αυτή την εταιρεία (γέλια). Που είναι η ίδια εταιρεία, απλά άλλο λογότυπο.

Υπάρχει κάποιου άλλου είδους πίεση τώρα, το να κυκλοφορείς ένα άλμπουμ, μετά από 40+ χρόνια καριέρας;
Όχι. Η μπάντα είναι ακόμα δημιουργική, εγώ είμαι ακόμα υγιής. Θα επιβραδύνω λίγο, μετά την προώθηση του δίσκου με τις δύο επερχόμενες συναυλίες. Θα σταματήσω τα πάντα, θέλω να περάσω χρόνο με την οικογένεια μου, με τους καλούς μου φίλους. Είμαι σίγουρος ότι το έχεις ακούσει μέχρι τώρα. Αλλά το να κάνω ένα καινούργιο άλμπουμ με τους SODOM, δεν είναι πρόβλημα. Γιατί έχουμε ακόμα τόσες πολλές ιδέες. Και οι SODOM είναι μια μπάντα που ξέρει τι περιμένουν οι οπαδοί τους.
Δεν θέλουμε να τους αφήσουμε απογοητευμένους, οπότε δεν αλλάξαμε ποτέ τίποτα. Θέλουμε να κάνουμε τη μουσική μας, θέλουμε να κάνουμε τη μουσική που πραγματικά μας αρέσει να ακούμε. Και αν δεις τη δισκογραφία μας τα προηγούμενα 40 χρόνια, οι SODOM ήταν μια μπάντα που ποτέ δεν άλλαξε. Πάντα κρατάμε αυτή τη γραμμή. Που δεν είναι ακριβώς thrash metal. Άλλες μπάντες αλλάζουν, γίνονται πιο εμπορικές, αλλά δεν μας νοιάζει. Εμείς γράφουμε απλά τη μουσική μας. Και όταν αρχίζουμε να γράφουμε κομμάτια στο προβάδικο, δεν υπάρχει επιρροή απ’ έξω.
Μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, μπορούμε να δουλέψουμε με κάθε riff, άμα κρατάει τα σήματα κατατεθέντα του ήχου των SODOM. Αλλά για μένα, ήρθε η ώρα. Δεν έχω κάποια σχέδια για επιστροφή στις συναυλίες. Δεν θέλω να πιέσω τον εαυτό μου, λέγοντας στο κόσμο “θα γυρίσω τον Απρίλιο 2027” ή κάτι τέτοιο. Δεν ξέρω. Απλά χρειάζομαι να περάσω περισσότερο χρόνο, με άλλα πράγματα. Να περάσω χρόνο με τον εαυτό μου.

Photo by Mumpi

Οπότε, είναι περισσότερο μια προσωρινή αποχή από τις περιοδείες ή σχεδιάζεις να το κάνεις για τα επόμενα χρόνια;
Δεν είναι μόνο οι περιοδείες, είναι η σύνθεση κομματιών. Είμαι ακόμα απασχολημένος με τις επανακυκλοφορίες της δισκογραφίας. Το επόμενο που θα κάνουμε είναι το “Get what you deserve” και επίσης μιλούσαμε με την BMG για κάθε άλλο δίσκο: “Obsessed by cruelty”, “In the sign of evil”, “Persecution mania”…όλα αυτά. Είμαι ακόμα απασχολημένος στη μουσική σκηνή. Αλλά θα τα κάνω από το γραφείο του σπιτιού μου, αυτή είναι η μεγάλη διαφορά. Αλλά δεν θα περιοδεύω. Το θέμα είναι, μου αρέσει πολύ το πως περνάμε στη σκηνή. Μια ώρα ίσως και δύο ώρες. Αυτό δεν είναι πρόβλημα.

Όλα τα άλλα όμως, ο κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει πόση ώρα περιμένεις σε αεροδρόμια, σε tour bus.
Ναι, χαραμίζεις χρόνο έτσι.

Ναι, ξοδεύεις 12 ώρες, για να παίξεις 2 ώρες και όλες τις υπόλοιπες για να κοιμηθείς.
Κάποιες φορές, πρέπει να πάμε στην Νότια Αμερική, ή τη Βόρεια Αμερική, παίζουμε δύο συναυλίες και είμαστε εκεί 10 μέρες. Όταν φτάνεις 62 χρονών όπως εγώ, δεν θες να χαραμίζεις χρόνο. Θες περισσότερο χρόνο για την οικογένεια. Θυμίσου όταν ο Tom Araya σταμάτησε με τους SLAYER το 2019. Είχε κάποια σοβαρά ζητήματα υγείας, που εγώ ευτυχώς δεν έχω. Έχω τα ίδια προβλήματα στο σβέρκο από το headbanging, νομίζω κάθε μουσικός τα έχει βέβαια. Είμαι ακόμα υγιής, αλλά ξέρεις, καταλαβαίνω τι σημαίνει περιοδεία. Όταν κυκλοφορούν άλμπουμ, περιοδεύουν και παίζουν festival σε όλο το κόσμο. Δεν είναι ποτέ σπίτι και δεν βλέπει ποτέ το παιδί του να μεγαλώνει.
Υπάρχουν πολλοί μουσικοί που δεν έχουν οικογένεια, δεν έχουν τέτοια προβλήματα. Μπορούν να πάνε για περιοδεία όποτε θέλουν. Κανείς δεν τους περιμένει στο σπίτι. Κλείνουν τη πόρτα και πάνε για περιοδεία. Κατά τη γνώμη μου, στη ζωή μου, είναι εντελώς διαφορετικά. Έχω πολλούς φίλους, εκτός μουσικής, από το σχολείο, από τη δουλειά, θέλω να βρεθώ μαζί τους, να τους μιλήσω. Και δεν βρίσκω ποτέ χρόνο για το οτιδήποτε γιατί, μετά τον κορωνοιό, ήμουν απασχολημένος κάθε μέρα. Περιόδευα διαρκώς, τόσες συναυλίες…τώρα για μένα, ήρθε η ώρα.

Ναι, ναι, απόλυτα κατανοητό.
Όχι για πάντα. Αλλά δεν ξέρω, δεν έχω σχέδια γι’ αυτό.

Ναι αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να κάνεις.
Η μπάντα μου το αποδέχθηκε, μίλησα στη μπάντα μου πριν ένα χρόνο. Και μου είπαν “ό,τι αποφασίσεις, πρέπει να το αποδεχθούμε”. Και ο Toni ο drummer δουλεύει σε άλλες 4-5 διαφορετικές μπάντες τώρα. Γιατί είναι περιζήτητος drummer. Είναι ο καλύτερος drummer στη Γερμανία κατά τη γνώμη μου. Ο Frank δουλεύει πάνω στον solo δίσκο του ως Blackfire, άνοιξε σχολή για μαθήματα κιθάρας. Ο Yorck δουλεύει σε δισκάδικο. Νομίζω είναι ασφαλείς. Αλλά σκέφτομαι τους ανθρώπους μου στη μπάντα, το crew, αν είναι καλά, ξέρεις. Το ξέρω, αλλά αποφάσισα για εμένα.

Ναι και πρέπει να το κάνεις, ακόμα κι αν είσαι 62 χρονών. Δεν είναι ποτέ αργά να ασχοληθείς με τον εαυτό σου.
Ακριβώς και ο κόσμος το αποδέχεται. Η εταιρεία μου λέει βέβαια “έβγαλες ένα δίσκο και δεν θα τον περιοδεύσεις. Στη Γερμανία έχουμε πολύ καλά festival”. Θα μπορούσαμε να παίξουμε κάθε festival. Το ξέρω ότι το να το αποφασίζω αυτό ήταν πάντα άβολο, για όλους στη σκηνή. Αλλά είναι έτσι όπως είναι στις μέρες μας.

Photo by Mumpi

Δεν ξέρω αν έχεις κατά νου, να κάνεις κάποιες άλλες συναυλίες με τους λοιπούς Big 4 του Τευτονικού thrash, τους KREATOR, τους DESTRUCTION και τους TANKARD.
Όχι.

Είναι γιατί αποφασίσατε πως σταματάτε τις περιοδείες ή γιατί δεν περάσατε καλά;
Είναι πάντα μια φοβερή ιδέα το να κάνεις αυτές τις συναυλίες, με το Big 4 πακέτο. Παίξαμε μια συναυλία στη πόλη μου με τίτλο “the Klash of Ruhrport”, ήταν φοβερό. Αλλά κατά την γνώμη μου, χρειαζόμαστε μεγαλύτερη στήριξη. Χρειάζεται να το κάνουμε με άλλο τρόπο. Βλέπω ότι οι KREATOR είναι μεγαλύτεροι σε δημοτικότητα από τους DESTRUCTION και τους SODOM και το αποδέχομαι. Αλλά οι SODOΜ είναι μια μπάντα που επίσης ο κόσμος θέλει να δει, ειδικά στην Αμερική. Ξέρω ότι οι KREATOR και οι DESTRUCTION περιοδεύουν κάθε χρόνο και οι SODOM είναι πάντα σπάνιοι στην Αμερική. Κάθε φορά που παίζουμε στην Αμερική, η συναυλία γίνεται sold out. Μπορούμε να μιλήσουμε για τα πάντα, όταν επιστρέψω. Αλλά όχι τώρα.

Τι σε οδηγεί ακόμα στο να γράφεις επιθετική και ακραία μουσική μετά από τέσσερις δεκαετίες;
Αυτός είναι ο τρόπος που θέλω να παίζω τη μουσική μου. Μου αρέσει η επιθετική μουσική. Έρχομαι από τη δεκαετία του ‘80 και όλες οι αγαπημένες μου μπάντες ήταν ακραίες, όπως το πρώτο άλμπουμ των VENOM για παράδειγμα. Μου αρέσει η ακραία μουσική. Κάποιες φορές ακούω και πιο μελωδικό metal, αλλά είμαι μεγάλος οπαδός των VENOM είναι πολύ old school metal οπαδός. Έρχομαι από αυτές τις εποχές.
Και είναι κάτι που δεν μπορούσαμε να αλλάξουμε. Όταν ηχογραφώ τους στίχους μου στο στούντιο, είναι πολύ δύσκολο. Κάποιες φορές ουρλιάζω, κάποιες φορές φωνάζω σαν τον Cronos, κάποιες φορές γρυλλίζω σαν death metal τραγουδιστής. Μπορώ να τα κάνω όλα αυτά. Έτσι είναι και αυτή είναι η μουσική που γουστάρω τόσο πολύ. Όσο το βαρύτερο, τόσο το καλύτερο κατά τη γνώμη μου. (γέλια)

Τι συμβουλή θα έδινες στον 18χρονο εαυτό σου, με την εμπειρία που έχεις τώρα;
Το θέμα είναι πως όταν ήμουν 18 χρονών, ήταν η εποχή που δεν είχα πολλά προβλήματα. Ήθελα να γίνω μουσικός, το αποφάσισα όταν ήμουν 16 χρονών. Είχα προβλήματα στο σχολείο, λόγω της μουσικής, προβλήματα με τους γονείς μου. Ειδικά όταν παράτησα τη δουλειά μου στο ανθρακωρυχείο το ‘89 και ήμουν άνω των 18. Είχα πολλά προβλήματα στο σπίτι με τον πατέρα μου. Δεν ήθελε να παρατήσω τη δουλειά στο ανθρακωρυχείο, γιατί έπαιρνες τα λεφτά σου κάθε μήνα, ήταν ασφαλής δουλειά. Και του έλεγα “πατέρα, θέλω να κάνω μουσική, να περάσω περισσότερο χρόνο με τη μπάντα μου”. Αλλά ήταν διαφορετικές εποχές, ξέρεις. Είχαμε την ευκαιρία μας. Ήταν μόνο μια χούφτα μπάντες που παίζανε αυτή τη μουσική.
Και κάποιες φορές, μιλάω με νέους μουσικούς και με ρωτάνε τι να κάνουν, για να γίνουν μέρος της σκηνής, να γίνουν επαγγελματίες μουσικοί, να γίνουν rockstars ή οτιδήποτε τέτοιο. Και τους λέω “μην παραιτηθείς από καμία δουλειά, μη παρατήσεις το σχολείο”. Γιατί τώρα κάθε μήνα βγαίνουν τόσες πολλές μπάντες. Είσαι μια μπάντα στις χίλιες. Όταν ήμουν 18 έλεγα “άντε γαμ**ου, θέλω να κάνω τη μουσική μου. Είναι η ζωή μου.”. Δεν με ένοιαζε τι μου έλεγε ο δάσκαλος μου, ο πατέρας μου ή οι γονείς μου γενικά. Ήθελα απλά να κάνω αυτό. Και είμαι χαρούμενος που ακόμα είμαστε ζωντανοί και δουλεύει ακόμα. Για να γίνεις επαγγελματίας μουσικός, δουλεύεις κάθε μέρα. Πολλοί το ξεχνάνε αυτό. Το αποτέλεσμα σκληρά εργαζόμενων ανθρώπων.
Δεν είναι απλά να παίζεις συναυλίες, να γράφεις κομμάτια, να προβάρεις. Είναι όλα αυτά, μαζί. Αλλά αυτή είναι η δουλειά μου, ξέρεις.

Σάκης Φράγκος
Απομαγνητοφώνηση: Γιάννης Σαββίδης

A day to remember… 25/09 [RAMMSTEIN]

0
Rammstein

Rammstein

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Herzeleid” – RAMMSTEIN
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Motor/Universal
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Jacob Hellner
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Till Lindemann
Drums – Christoph Schneider
Κιθάρες – Richard Kruspe
Κιθάρες – Paul Landers
Μπάσο – Oliver Riedel
Keyboards – Christian Lorenz

Είναι τρομερό το γεγονός ότι το “Herzeleid” όταν πρωτοκυκλοφόρησε, η επιτυχία που γνώρισε ήταν αυστηρά εντός των συνόρων της (πλέον) ενιαίας Γερμανίας. Βλέποντας μάλιστα και το tracklist του, το οποίο περιέχει 4-5 RAMMSTEIN standards, το μόνο που μπορεί να συμπεράνει κάποιος είναι ότι αυτή η εξάδα από το Βερολίνο στάθηκε πάρα πολύ τυχερή. Γιατί και η ιστορία έχει αποδείξει ότι μόνο το μουσικό ταλέντο δεν φτάνει στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, μέχρι να έρθει η αναγνώριση.

Στην περίπτωση των RAMMSTEIN, η τύχη τους χαμογέλασε όταν υπέπεσαν στην αντίληψη της ιδιοφυίας που ονομάζεται Trent Reznor. Αυτός ήταν που κατάλαβε ότι κάτι σπουδαίο συνέβαινε με αυτούς και συμπεριέλαβε, ως μουσικός επιμελητής, τα “Heirate mich” και “Rammstein” από το ντεμπούτο άλμπουμ τους στο soundtrack του ακαταλαβίστικου “Lost highway” του θρυλικού David Lynch. Αλλά αυτή η δικαίωση ήρθε δύο χρόνια μετά την επίσημη κυκλοφορία του “Herzeleid”…

Πίσω στο 1995, οι άγουροι ηλικιακά και μουσικά RAMMSTEIN, ως παιδιά των 90s και έχοντας ως μπούσουλα τους MINISTRY, τους DEPECHE MODE, τους METALLICA και τους DIE KRUPPS, ήθελαν να αφήσουν το δικό τους στίγμα, παίζοντας industrial metal με γερμανικό στίχο. Αφού η δισκογραφική τους εταιρία τους (προς)γείωσε στην πραγματικότητα, ξεκόβοντας κάθε συζήτηση για τον Bob Rock (!!) ως παραγωγό, τους έστειλε μέχρι την κοντινή Στοκχόλμη για να ηχογραφήσουν παρέα με τον άσημο Jacob Hellner. Τα προβλήματα ξεκίνησαν με το καλημέρα, από τη στιγμή που ο Till και η παρέα του ήξεραν τα ίδια αγγλικά που γνωρίζει και ένας ψαράς σε νησί του Αιγαίου.

Τη λύση την έδωσε ο Ολλανδός (!!!) Ronald Prent, που στάλθηκε επειγόντως από τη Motor στην πρωτεύουσα της Σουηδίας, με την αποστολή του μηχανικού ήχου και μεταφραστή. Κάπως έτσι, μπήκαν σε μια σειρά οι ιδέες των RAMMSTEIN, παρόλο που μέχρι και σήμερα τα μέλη τους έχουν μπόλικες ενστάσεις για τον τρόπο που αυτό ηχεί. Με τις όποιες ατέλειες κι αν έχει, στο “Herzeleid” ο ήχος που χαρακτηρίζεται σήμερα ως Neue Deutsche Harte πήρε σάρκα και όστα και μόνο για αυτό, χαρακτηρίζεται ως κλασικό.

Κοφτές κιθάρες, βιομηχανικοί ρυθμοί, μπόλικα πλήκτρα, άρρωστη ατμόσφαιρα και ένας Lindemann με μια βαριά, βερολινέζικη προφορά, να μετατρέπει κάποιους απλοϊκούς στίχους σε κάτι μεγαλεπήβολο. “Seemann”, “Du riechst so gut”. “Asche zu asche”, “Heirate mich” και “Rammstein” είναι τραγούδια που ακούγονται φρέσκα μέχρι και σήμερα και τα τιμούν και οι ίδιοι οι RAMMSTEIN τακτικά στις συναυλίες τους, όμως και η υπόλοιπη εξάδα συνθέσεων είναι πολύ υψηλού επιπέδου. Και παραβλέποντας τα όποια παράπονα των μελών για τον ήχο ή για την τότε ψυχολογική τους κατάσταση, μάλλον στο τέλος της ημέρας έμειναν ευχαριστημένες όλες οι εμπλεκόμενες μεριές, αφού η αρμάδα των RAMMSTEIN γιγαντώθηκε, έχοντας για πολλά χρόνια έναν παραγωγό που αντιλήφθηκε το όραμά τους και την άλλη πλευρά του Ατλαντικού να γοητεύεται με τον γερμανικό στίχο.

Did you know that:

– Το μοναδικό credit που είχε ο Jacob Hellner ως παραγωγός ήταν δίπλα στους (άθλιους) rapcorers CLAWFINGER. Για τον λόγο αυτό, στις πρώτες συναυλίες τους ως RAMMSTEIN, οι Βερολινέζοι ήταν support acts στους Σουηδούς φίλους του παραγωγού τους.

– Από τον διψήφιο αριθμό demo tracks που είχαν στις αποσκευές τους για Στοκχόλμη οι RAMMSTEIN, οι οκτώ συνθέσεις δεν βρήκαν τον δρόμο τους για το tracklist του. Ανάμεσα σε αυτές και όταν πλέον η αναγνώριση είχε έρθει για τα καλά, τα “Wielder wein” και “Feuerräder” ακούγονται στη demo μορφή τους ως b-sides του “Engel”, καθώς και το “Sadist” που μετονομάστηκε σε “Tier” και απέκτησε περίοπτη θέση στο tracklist του “Sehnsucht”.

Γιώργος Κόης

WARHAMMER interview

0
Warhammer

Warhammer

“Surpassing ashes”

Οι WARHAMMER παίζουν ξανά live στην Αθήνα μετά από 4 χρόνια, την Παρασκευή στην Αρχιτεκτονική, έχοντας αρκετές ανακατατάξεις αλλά και νέο άλμπουμ προ των πυλών. Το ROCK HARD, επ’ αφορμή αυτού, μίλησε με το συγκρότημα, για να πάρει απαντήσεις σε καίρια ερωτήματα, μεταξύ άλλων.

Καλησπέρα και καλωσήρθατε στο ROCK HARD. Νέο κομμάτι (“Surpassing”) μετά από 4 χρόνια και video clip από τον Claudio Marino. Μπορείτε να μας πείτε περισσότερα γι αυτό;
Γειά σου Γιάννη και σε ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σου. Είναι μεγάλη τιμή να μιλάμε στο Rock Hard, ένα απο τα πιο ιστορικά έντυπα παγκοσμίως. Το “Surpassing” είναι το πρώτο single  που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό και πραγματικά είμαστε πολύ χαρούμενοι γι’αυτό. Νομίζω ότι είναι το καταλληλότερο τραγούδι για να προετοιμάσει λίγο το έδαφος γι’ αυτό που θα ακολουθήσει και θεωρώ ότι δίνει μία γεύση στον κόσμο ως προς το που “πηγαίνει’’ το νέο άλμπουμ. Στον επερχόμενο δίσκο και 4ο κατά σειρά, ακολουθήσαμε μία διαφορετική προσέγγιση που ξεκίναγε από το στάδιο της προπαραγωγής, μέχρι και το τελικό στάδιο της μίξης και του mastering. Θα πούμε περισσότερα με τον καιρό. Όσον αφορά τον Claudio Marino η αλήθεια είναι πως οι σχέσεις μας έχουν ξεφύγει από το καθαρά επαγγελματικό κομμάτι.  Έχουμε αναπτύξει μία σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και σεβασμού και αυτό νομίζω βγαίνει προς τα έξω. Συνεργαστήκαμε πρώτη φορά για το video clip του “Fiamma” και από τότε αποφασίσαμε ότι ο Claudio θα είναι ο άνθρωπος που θα αναλάβει το κομμάτι της εικόνας, χωρίς αυτό βέβαια να αποκλείει άλλες συνεργασίες.

Τι άλλο άλλαξε στο στρατόπεδο των WARHAMMER αυτό το διάστημα;Η απάντηση είναι ΟΛΑ. Από το Νοέμβριο του 2023 όλη η παλιά σύνθεση ακολουθήσαμε χωριστούς δρόμους. Πιστεύω ήταν η πιο σοφή επιλογή για το καλό όλων μας. Πετύχαμε σπουδαία πράγματα μαζί και απλά νομίζω ότι ένας κύκλος έκλεισε και άνοιξε ένας άλλος. Αυτά που μένουν είναι οι ωραίες στιγμές, η εκτίμηση και ο σεβασμός. Έχοντας αφήσει λοιπόν πίσω  το παρελθόν, μπορώ να σου πω πως η προσέγγιση και η φιλοσοφία στο πως εξετάζουμε τα πράγματα είναι τελείως διαφορετική. Είτε πρόκειται για κάτι αρκετά σοβαρό όπως η σύνθεση ενός κομματιού, είτε για κάτι πολύ πιο απλό όπως ένα ποστάρισμα στο instagram.  Πρέπει όλα να γίνονται στον ίδιο βαθμό τελειότητας και ποιότητας…και πίστεψε με δεν είναι πάντα εύκολο. Με απλά λόγια θεωρώ ότι δίνουμε ακόμα μεγαλύτερη βάση στις λεπτομέρειες.

Δώσατε κάποιες συναυλίες στη Τουρκία πριν κάποιο καιρό. Θεωρείτε πως δοκιμάστηκε η νέα σύνθεση εκεί;
Ναι, το Δεκέμβριο του 2024 πραγματοποιήσαμε το Manifestation for A Devastation tour. Ήταν μία περιοδεία που περιελάμβανε την Τουρκία, τη Ρωσία και τη Σερβία και πρακτικά ήταν η πρώτη φορά που το συγκρότημα έβγαινε στο ‘’δρόμο’’ με τη νέα σύνθεση. Μπορώ να σου πω ότι ήταν σαν να γνωριζόμαστε χρόνια και αυτό γιατί οι μουσικοί που ήρθαν είχαν και έχουν μεγάλη εμπειρία και παραστάσεις δίπλα σε μεγάλες μπάντες. Καταλαβαίνεις λοιπόν ότι δεν υπήρξε ποτέ θέμα προσαρμογής. Ο καθένας ξέρει το ρόλο του και αυτό βοηθάει στο να δένει η μπάντα μέρα με τη μέρα live με το live.

Ο διάδοχος του “Ashes and cinders” είναι προ των πυλών. Ηχογραφήθηκε στα Hertz studios στην Πολωνία. Πως ήταν αυτό σαν εμπειρία για εσάς;
Μοναδική εμπειρία. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο αφού δεν το είχαμε ξανακάνει στο παρελθόν. Θεωρώ ότι και αυτό είναι ένα βήμα προς την βελτίωση και την εξέλιξη. Αναγκαστήκαμε να μετακομίσουμε για περίπου ένα μήνα στην Πολώνια και η καθημερινότητα ήταν σπίτι, στούντιο, σπίτι και αρκετή απομόνωση. Αυτό πχ δύσκολα το συναντάς στην Αθήνα. Κίνηση, κόρνες και μία αρρωστημένη καθημερινότητα που δεν αποτελεί έμπνευση για τίποτα. Προσωπικά μιλώντας  στην Πολωνία βρήκα την ησυχία μου και δεν είναι υπερβολή να σου πω ότι μου λείπει όλο αυτό. Τα Hertz και ο Wojtek (ο παραγωγός μας) μου θύμισαν γιατί παίζω μουσική.

Ποιο είναι το σημαντικότερο μάθημα που πήρατε από αυτές τις ηχογραφήσεις;
Δεν θα σου πω το κλασικό ότι γίναμε καλύτεροι παίκτες/συνθέτες. Εν μέρη το θεωρώ δεδομένο από την άποψη ότι ο άνθρωπος αποτελεί προϊόν εξέλιξης και έτσι είναι και η μουσική…βελτιώνεσαι και εξελίσσεσαι (όσο δουλεύεις). Νομίζω το σημαντικότερο μάθημα ήταν το να είσαι αφοσιωμένος και συνεπής σε αυτό που θες να κάνεις.

Τι κάνατε διαφορετικά στη σύνθεση του δίσκου αυτού, εν συγκρίσει όχι μόνο με τον προκάτοχο αλλά και με τις προηγούμενες σας δουλειές;
Πιστεύω ότι τα δύο πρώτα άλμπουμ δεν μπαίνουν καν στην εξίσωση διότι αποτελούν κομμάτια μίας άλλης εποχής που τέλειωσε το 2019 όταν και παίζαμε thrash metal. Θα προσπαθήσω να δώσω κάποια στοιχεία χωρίς να μαρτυρήσω λεπτομέρειες. Το “Ashes and cinders” ήταν ένα κράμα death και black metal, όπου μπορώ με σιγουριά να σου πω ότι το death metal στοιχείο είχε την υπεροχή. Στον επερχόμενο δίσκο οι ρόλοι ως προς ένα βαθμό αντιστρέφονται. Οι συνθέσεις είναι πιο ώριμες και στιβαρές, έχουμε περισσότερες μελωδίες και πιο έντονη ατμόσφαιρα,  στοιχεία που προφανώς δεν συναντάς στο “Ashes and cinders”.

Στο “Ashes and cinders” είχαμε την έντονη χρήση σαξόφωνου, που προσέδιδε έναν πειραματικό αέρα στον ακραίο ήχο της μπάντας. Θα έχουμε κάτι αντίστοιχο στο επερχόμενο σας άλμπουμ;
Ναι, εννοείται. Το στοιχείο του σαξοφώνου είναι ακόμα πιο έντονο και θα έλεγα ότι έχει βασικό ρόλο μέσα στο άλμπουμ. Βασιστήκαμε στο σαξόφωνο και πραγματικά έδωσε χρώμα στο άλμπουμ. Οριακά μπορώ να σου πω πως κάποια κομμάτια χτίστηκαν γύρο από αυτό.

Στις 26 Σεπτεμβρίου, θα έχετε δυνατά ονόματα της εγχώριας σκηνής στο πλευρό σας. CULT OF ORPIST, PENTHOS και INNER DARKNESS. Τι μπορούν οι οπαδοί σας να περιμένουν από αυτή τη βραδιά συνολικά;
Το μόνο που μπορώ να διαβεβαιώσω τον κόσμο είναι ότι και οι 4 μπάντες θα δώσουμε τον καλύτερο μας εαυτό, ώστε το γεγονός αυτό να μείνει αξέχαστο για καιρό. Από μεριάς μας έχουμε επενδύσει πολύ στη σκηνική παρουσία και σε συνδυασμό με το σετ που έχουμε επιλέξει να παίξουμε, θα παρουσιάσουμε ένα μοναδικό οπτικοακουστικό θέαμα 1 ώρας και 30 λεπτών, με την ελπίδα να το απολαύσει ο  κόσμος και να περάσει καλά. Να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι η συναυλία ‘’σπάει’’ σε δύο μέρη καθώς θα υπάρξει και το αφιέρωμα στους πολυαγαπημένους HUMAN SERPENT. Ένα συγκρότημα που ο κόσμος αγάπησε και συνεχίζει να αγαπάει πολύ. Ένα συγκρότημα που έχει πιστούς και φανατικούς οπαδούς.

Ευχαριστούμε πολύ για το χρόνο σας. O επίλογος είναι δικός σας.

Θα ήθελα να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους φίλους (γνωστούς και άγνωστους)  των WARHAMMER όπου 13 χρόνια τους έχουμε πλάι μας και στηρίζουν κάθε βήμα μας. Ευχαριστούμε για όλα. Τα λέμε στην Αρχιτεκτονική. 26/9/25…καίτε το κέντρο.

Γιάννης Σαββίδης

SLEEK interview (Joseph)

0
Sleek

Sleek

“Sleek it up”!

Οι SLEEK πραγματοποίησαν πριν από μερικούς μήνες το δισκογραφικό τους ντεμπούτο με τίτλο “Still hurts”. Μας άφησε πολύ θετικές εντυπώσεις και γι’ αυτό το λόγο επικοινωνήσαμε με τον τραγουδιστή της μπάντας, Joseph, για να μας δώσει όλες τις λεπτομέρειες για το δίσκο, το μέλλον των SLEEK και της εγχώριας hard rock σκηνής.

Ντεμπούτο άλμπουμ με τίτλο “Still hurts“. Να ξεκινήσουμε από τον τίτλο και να σας ρωτήσουμε γιατί δώσατε αυτό τον τίτλο στο δίσκο;
Γιατί απλά «ακόμα πονάει». Δεν έπαψε και, μάλλον, δεν θα πάψει ποτέ η δίψα μας για χαμόγελα, μουσική, ελευθερία, ειρήνη, έρωτα, ισότητα, αξιοκρατία, αξιοπρέπεια. Όλα αυτά που πρεσβεύει η μουσική που αγαπάμε. Και όσο αυτά θα χάνονται, τόσο πιο πολύ θα «πονάει».

Δώσε μας λίγο ένα μικρό βιογραφικό της μπάντας. Πότε δημιουργήθηκαν οι SLEEK και πόσο καιρό κράτησε η όλη διαδικασία της προετοιμασίας και ηχογράφησης του δίσκου;
Το 2021 πήρα την απόφαση να φτιάξω μία μπάντα με μοναδικό σκοπό τη δημιουργία πρωτότυπου υλικού. Είχα στίχους, είχα πρόχειρα ηχογραφημένα 4-5 τραγούδια με ακουστική κιθάρα και φωνή, οπότε έπρεπε να βρω συνοδοιπόρους με κοινά ακούσματα και κοινό όραμα ώστε να μοιραστώ τις ιδέες μου και μαζί να τις εξελίξουμε στο ύφος και τον ήχο που είχα φανταστεί… Ξεκινώντας από τη ραχοκοκαλιά της μπάντας, κάλεσα τον παλιό μου γνώριμο μπασίστα Άλκη Ρηγόπουλο, στον οποίο άρεσαν τα πρώτα δείγματα από τα κομμάτια καθώς και η προοπτική του όλου project κι έτσι ανταποκρίθηκε αμέσως. Με τον ίδιο ενθουσιασμό προσχώρησε στους SLEEK και το τρίτο – επίσης ιδρυτικό – μας μέλος, ο Νίκος Εφετζής στη κιθάρα, που μας συνδέει μακρόχρονη φιλία αλλά και η συνεργασία μας σε άλλα σχήματα, στο παρελθόν. Οι τρεις μας ξεκινήσαμε να “χτίζουμε” τα πρώτα κομμάτια, και όταν βρέθηκε ο ντράμερ Βαγγέλης Διπλαράκος, μπήκαμε στο στούντιο και ηχογραφήσαμε το πρώτο μας single “Still Hurts”, που αργότερα θα άνοιγε και το ομώνυμο άλμπουμ μας. Κάπου… εκεί καταλάβαμε πως έλειπε μία δεύτερη κιθάρα για να πετύχουμε τον ήχο που θέλαμε. Έτσι ήρθε ο Γιώργος Κοντογιάννης, επίσης γνωστός μας και παλιός συνεργάτης του Νίκου, και το σχήμα ολοκληρώθηκε. Μετά από αρκετές πρόβες και κάποιες ζωντανές εμφανίσεις – ως πενταμελές σχήμα πλέον, αποφασίσαμε να ηχογραφήσουμε τον πρώτο μας δίσκο. Η ηχογράφηση και η μίξη κράτησε περίπου ένα χρόνο, αφού έπρεπε να συνδυαστεί και με τις επαγγελματικές μας υποχρεώσεις. Πάρα πολλά credits στον παραγωγό μας Στέλιο Κουτέλη στο στούντιο του οποίου ηχογραφήσαμε, μιξάραμε και ολοκληρώσαμε τον δίσκο. Χωρίς την υπομονή και τη στήριξή του ο δίσκος αυτός δεν θα είχε κυκλοφορήσει – Στελάρα, για ακόμη μια φορά σε ευχαριστούμε για όλα! Ωστόσο, λίγο πριν την ολοκλήρωση του δίσκου ο Βαγγέλης αποχώρησε για προσωπικούς του λόγους και στη θέση του ήρθε ο Γρηγόρης Σανδαλίδης ο οποίος εκτός από εξαιρετικός ντράμερ είναι και πολύ καλός στα πλήκτρα, τα οποία πρόσθεσε σε αρκετά κομμάτια.

Ακούγοντας κάποιος το “Still hurts” καταλαβαίνει αμέσως ότι οι βασικές σας επιρροές εντοπίζονται στην άλλη άκρη του Ατλαντικού και φυσικά στα ένδοξα -για το hard rock– χρόνια της δεκαετίας του 80. Είναι έτσι και αν ναι, μίλησε μας λίγο για τα συγκροτήματα που διαμόρφωσαν τον ήχο της μπάντας;
Ναι, έτσι είναι, πολύ σωστά. Είναι εμφανής η αγάπη μας για το αμερικάνικο ροκ του 80 και του ’90, σε όλες τις εκδοχές του. Λατρεύουμε το Hard Rock των VAN HALEN, DOKKEN, POISON, το αυθεντικό ροκ του Springsteen, αλλά και την άγρια ομορφιά του grunge των PEARL JAM. Ίσως και για αυτό κάθε κομμάτι μας έχει το δικό του χαρακτήρα και ύφος, θυμίζοντας κάτι διαφορετικό σε κάθε ακροατή.

Υπηρετείτε ένα είδος μουσικής που παραδοσιακά είχε, μεν, φανατικό ακροατήριο στη χώρα μας αλλά στην ουσία μιλάμε για μερικές εκατοντάδες fans όλους και όλους που στηρίζουν έμπρακτα τη φάση. Αποτελεί αυτό έναν ανασταλτικό παράγοντα για το μέλλον των SLEEK;
Εδώ διαφωνούμε. Ως ενεργό μέλος στα συναυλιακά δρώμενα, δεν θεωρώ πως το κοινό αυτής της μουσικής περιορίζεται σε μερικές εκατοντάδες. Το αντίθετο – η μεγάλη προσέλευση σε συναυλίες όπως των GUNS N’ ROSES ή των SCORPIONS δείχνει πως υπάρχει απήχηση και στις νεότερες γενιές. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού: στην έλλειψη στήριξης από τα εγχώρια «ροκ» ραδιόφωνα, που ανακυκλώνουν επί χρόνια την ίδια playlist και αγνοούν τα νέα ελληνικά σχήματα. Από την πλευρά μας, υπογράψαμε συμβόλαιο με δισκογραφική εταιρεία του εξωτερικού που ήδη προωθεί το άλμπουμ μας, φυσικά και ψηφιακά. Ο στόχος είναι ξεκάθαρος: να φτάσει η μουσική μας εκτός συνόρων — στην Ευρώπη και, γιατί όχι, και πιο μακριά.

Υπάρχουν σχέδια για μεμονωμένες συναυλίες ή και κάποια mini tour μέσα στο 2025;
Είμαστε σε επικοινωνία με διοργανωτές και πολύ σύντομα θα ανακοινώσουμε τα πρώτα events και τις επίσημες ημερομηνίες. Stay tuned!

Αν και ακόμη είναι νωρίς να μιλάμε για νέο υλικό, εντούτοις υπάρχει σκέψη για ένα γρήγορο δεύτερο δισκογραφικό χτύπημα ή θέλετε πρώτα να δείτε ποια θα είναι η ανταπόκριση του κόσμου;
Η προετοιμασία του δεύτερου δίσκου μας έχει ήδη ξεκινήσει αφού κάποια νέα τραγούδια τα δουλεύουμε ήδη πριν ακόμα ολοκληρώσουμε τον πρώτο. Βέβαια είναι νωρίς για να πούμε πότε θα ξαναμπούμε στο στούντιο για ηχογράφηση. Ίσως έχουμε κάτι ανακοινώσιμο μέχρι το τέλος της χρονιάς.

Τι συνιστά ουσιαστικά επιτυχία για εσάς; Ένα υγιές νούμερο πωλήσεων, ικανοποιητικός αριθμός συναυλιών, αναγνωρισιμότητα…;
Όλοι αυτοί οι στόχοι (επιτυχία, αναγνώριση, αποδοχή) είναι σίγουρα σημαντικοί για κάθε μπάντα. Για εμάς όμως, επιτυχία σημαίνει κυρίως να διατηρήσουμε την καλή μας χημεία, να συνεχίσουμε να λειτουργούμε ομαδικά και να εξελισσόμαστε ως μουσικοί — τόσο ατομικά όσο και συλλογικά.

Πως θα μπορούσε να διαδοθεί περισσότερο η μουσική των SLEEK; Μέσα από τη συμμετοχή σας σε μία ευρωπαϊκή περιοδεία ή σε κάποιο headlining tour στην Ελλάδα;
Κάθε ζωντανή εμφάνιση εντός ή εκτός συνόρων σίγουρα βοηθάει στη διάδοση της μουσικής μας. Στο είδος που παίζουμε, η επαφή με το κοινό είναι τα πάντα – τροφοδοτεί τη μουσική και την ενέργειά μας πάνω στη σκηνή.

Από τις hard rock συναυλίες που έχουν γίνει στη χώρα μας όλα αυτά τα χρόνια ποιες ξεχωρίζεις και γιατί;
Θα ξεχώριζα τις εμφανίσεις των GUNS N’ ROSES το ’93, τους AC/DC στην Αθήνα και τους WHITESNAKE στο Λυκαβηττό. Και οι 3 συναυλίες θα μείνουν αξέχαστες για την αστείρευτη ενέργεια και την τρομερή επαφή που είχε κάθε μπάντα με το κοινό.

Η γενιά που στηρίζει αυτή τη μουσική με αγορά δίσκων και παρουσία σε συναυλίες διανύει στη συντριπτική πλειοψηφία της την πέμπτη ή και την έκτη δεκαετία της ζωής της. Πιστεύεις υπάρχει μέλλον για τη hard rock μουσική στη χώρα μας;
Όπως είπα και πριν, δεν θεωρώ πως το κοινό αυτής της μουσικής είναι μικρό και γερασμένο. Έχουν απλά αλλάξει η συνθήκες προώθησης και τα μέσα. Οι νέες γενιές έχουν απομακρυνθεί από την αγορά δίσκων γενικότερα και έχουν στραφεί στην εύκολη και ανέξοδη αναπαραγωγή μέσα από πλατφόρμες η κοινωνικά δίκτυα. Πλέον ο ακροατής, ειδικά ο νεότερος, θέλει εικόνα μαζί με τον ήχο – και μάλιστα από το πρώτο δευτερόλεπτο. Αν δεν του “κάτσει” με την πρώτη, θα το προσπεράσει και θα πάει παρακάτω. Και ας μην ξεχνάμε ότι η hard rock μουσική δεν ήταν ποτέ η πρώτη προτεραιότητα των Ελλήνων ακροατών. Παρόλα αυτά είχε, έχει και θα έχει το δικό της, σταθερό κοινό για τα επόμενα – πολλά ελπίζουμε – χρόνια. Το σταθερό κοινό αυτής της μουσικής είναι ό,τι πιο αληθινό υπάρχει· δεν βασίζεται σε τάσεις ή αριθμούς, αλλά σε μια βαθιά, ειλικρινή αγάπη για τον ήχο και το συναίσθημα. Αν μπορούμε, με όσα γράφουμε και παίζουμε, να γίνουμε κι εμείς ένα μικρό κομμάτι αυτής της συνέχειας, τότε έχουμε κάθε λόγο να το συνεχίσουμε. Και θα συνεχίσουμε να γράφουμε, να παίζουμε και να ανεβαίνουμε στη σκηνή για όσο το «ακόμα πονάει» είναι αληθινό.

Σάκης Νίκας

BABYLON A.D, WILD MACHINE (Piraeus Club Academy, 20/9/2025)

0
Babylon

Babylon

Το hard rock στη χώρα μας, σε επίπεδο συναυλιών, είναι πολύπαθο, ταλαιπωρημένο, παραγκωνισμένο. Επιτέλους όμως, φαίνεται ότι βρέθηκαν αυτοί που θα το βγάλουν από το τέλμα στο οποίο έχει πέσει. Είναι τα παιδιά από το εξαιρετικό webzine Rockpages.gr, που με σωστές κινήσεις και σκεπτόμενοι όπως και εμείς για το Rock Hard Festival, δηλαδή ως οπαδοί που απευθύνονται σε οπαδούς, κλείνουν σιγά-σιγά την hard rock «τρύπα» στην συναυλιακή πραγματικότητα του εν Ελλάδι «σκληρού ήχου».

Η βραδιά της 20ης Σεπτεμβρίου στο Piraeus Academy Club, έμελλε να είναι ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο, στις ένδοξες μέρες του αμερικανικού hard ‘n’ heavy, όταν αυτό κυριαρχούσε από τις μεγαλύτερες αρένες μέχρι τα σκοτεινότερα clubs, μονοπωλώντας τα ερτζιανά. Οι BABYLON A.D, ένα από τα πλέον ποιοτικά αλλά και αδικημένα συγκροτήματα εκείνης της περιόδου με το ολοκαίνουργιο “When the world stops“ στις αποσκευές τους και μετά από μια σειρά συναυλιών σε Η.Π.Α. (με πρώτο show όπως είπαμε στο σχετικό αφιέρωμα, στο θρυλικό club Whiskey A-Go-Go, διόλου τυχαία) και Ηνωμένο Βασίλειο, θα έρχονταν στην Ελλάδα για πρώτη φορά στα χρονικά, για να μας δείξουν ποιο είναι το ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ hard rock attitude του «τότε», το οποίο εις μάτην προσπαθούν να αναβιώσουν/υιοθετήσουν τα συγκροτήματα του «σήμερα».

Όχι όλα όμως… Υπάρχουν και κάποια που είναι αυθεντικά! Που δυστυχώς, γεννήθηκαν λάθος χρονιά! Ένα τέτοιο είναι και οι Έλληνες WILD MACHINE, μία μπάντα που δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις στους ντόπιους rockers. Θες να τους πεις “glam”; Θες να τους χαρακτηρίσεις “sleaze”;  Ή απλά “rock ‘n’ roll”; Όπως και να τους πεις, στο τέλος της ημέρας, ουδεμία σημασία έχει. Στα δικά μου αυτιά, μου φάνηκαν η απόλυτη ένωση των AC/DC με τους BRITNY FOX, δίχως εννοείται να λείπουν οι MOTLEY CRUE επιρροές και αν μπορείς να το διανοηθείς αυτό, ξέρεις αυτόματα και πόσο καλοί είναι στο σανίδι!

Μπροστάρης, εννοείται, ο πληθωρικός Johny (όπως ο γνωστός Γιάνης της πολιτικής) Hot, με «δολοφονικές» ατάκες και κινήσεις, φωνή γρασαρισμένη και χροιά αναγνωρίσιμη όσο ελάχιστες στην Ελλ… βασικά, όχι, άστο, στην Ευρώπη είναι το σωστό! Η μπάντα δίπλα του, έμοιαζε σαν να είχε ταξιδέψει με χρονοκάψουλα κατευθείαν από την Sunset Strip των 80s και το αποδείκνυε τόσο εμφανισιακά, όσο και παικτικά. Με σύντομο, περιεκτικότατο set (“Viciouz Luv”, “Just for a nite”, “Teez Teezah” κλπ πιπεράτα άσματα από το μοναδικό τους ως τώρα άλμπουμ που λέγεται “II” – άντε βγάλε άκρη) και μια super διασκευή στο “Fox on the run” των SWEET, ήταν τόσο καλοί, που μου γέννησαν αμέσως την επιθυμία να τους ξαναδώ και να ακούσω γρήγορα νέα τους δισκογραφική δουλειά. Από κάτω, δεν υπήρξε ούτε ένας που να μην τους αποθέωσε. Τυχαίο; Άντε, μην αργείτε!

Με τον κόσμο να προσέρχεται με ικανοποιητικότατους ρυθμούς και σε εξίσου ικανοποιητικούς αριθμούς, οι BABYLON A.D εμφανίστηκαν με έναν εντελώς 80s τρόπο, που από μόνος του αρκούσε ώστε να βάλει φωτιά στο κοινό! Κι εδώ μπροστάρης ήταν, αναμενόμενο φυσικά, ο τραγουδιστής Derek Davis, ένας χαρισματικός frontman που έμοιαζε να «βγαίνει» από την σκηνή, να είναι τμήμα, κομμάτι της. Φωνητικά σε άψογη κατάσταση, αεικίνητος, επικοινωνιακός, ήξερε πότε να δώσει το μικρόφωνο στο κοινό και πότε να οδηγήσει ο ίδιος τη μπάντα. Και οι υπόλοιποι όμως, ήταν εξαιρετικοί: Τόσο οι βετεράνοι κιθαρίστες Ron Freschi (ίδιος ο μακαρίτης ο Scott Colombus με το μουστάκι που έχει) και John Matthews όσο και οι νεοφερμένοι Greg Pepe (μπάσο) και Dylan Soto (τύμπανα), «έδωσαν ρέστα»!

Με το συγκρότημα λοιπόν σε άψογη φόρμα, δεν ήταν διόλου δύσκολο οι κλασσικές επιτυχίες από τα δύο πρώτα, καταπληκτικά τους άλμπουμ, να ενωθούν με ωραίες στιγμές του παρόντος και να συνθέσουν ένα σύνολο τραγουδιών που εκτόξευσε τον ενθουσιασμό στα ύψη! Νομίζω πως το απόλυτο peak «πιάστηκε» στο “The kid goes wild”, με τα “Bang go the bells”, “Hammer swings down” και “So savage the heart” να ακολουθούν, αλλά το θετικότερο όλων είναι πως και τα καινούργια τραγούδια έτυχαν θερμής υποδοχής, κάτι που φανερώνει ότι οι τελευταίοι δύο δίσκοι μόνο απαρατήρητοι δεν περάσαν από τους οπαδούς και οι BABYLON A.D απέχουν πολύ από το να χαρακτηριστούν «μπάντα που σέρνει το κουφάρι της, χωρίς λόγο ύπαρξης».

Ο ήχος ήταν πιο χύμα και πιο heavy metal από τον αντίστοιχο του studio, πάντα όμως σε πολύ καλά επίπεδα. Κάτι ακόμη που έκανε πολύ καλή εντύπωση, ήταν το γεγονός ότι ο Davis δεν έχανε ευκαιρία να ευχαριστεί το κοινό αλλά και να δείχνει την αγάπη και τον σεβασμό του για τη χώρα μας και την παγκόσμια κληρονομιά της. Ήταν ξεκάθαρο, οι BABYLON A.D χαίρονταν περισσότερο και από εμάς τους ιδίους τούτη την ιστορική, πρώτη τους συναυλία στην Ελλάδα. Στο encore, ακούσαμε το hit “Take the dog off the chain” και εκεί που νομίζαμε πως όλα τελείωσαν, με τα φώτα να ανοίγουν και μουσική να ακούγεται από τα ηχεία, ήρθε και δεύτερο απρόσμενο encore, όπου οι BABYLON A.D τίμησαν τη μνήμη του Ozzy, παίζοντας τα “War pigs” και “Paranoid”. Κρίμα για όσους βιάστηκαν να αποχωρήσουν, έχασαν μια εντελώς party φάση!

Κάπως έτσι και με τους Αμερικανούς να μη θέλουν να φύγουν από το Academy, βγάζοντας φωτογραφίες, μιλώντας με όλους και υπογράφοντας αυτόγραφα, τελείωσε η πρώτη και θέλω να πιστεύω όχι τελευταία, εμφάνιση του ιστορικού αυτού σχήματος στην Ελλάδα. Ζήσαμε και γράψαμε όλοι μαζί μια λαμπρή σελίδα στην ιστορία του rock στην πρωτεύουσα, με πένα την αγάπη για τη μουσική και τη νοσταλγία για εποχές που άλλοι έζησαν, άλλοι θα ήθελαν να ζήσουν αλλά εποχές που όλοι συμφωνούμε πως ήταν πιο αγνές, πιο ουσιαστικές και συνεπώς… καλύτερες!

Rockpages.gr, σας ευχαριστούμε!

Δημήτρης Τσέλλος
Φωτογραφίες: John Radiotopoulos / Yannis Dolas

SETLIST BABYLON A.D: 1. Back in Babylon 2. Wrecking machine 3. Hammer swings down 4. When the world stops 5. So savage the heart 6. Rome wasn‘t built in a day 7. Bang go the bells 8. Maryanne 9. Come on let roll 10. Super beast 11. Desperate 12. The kid goes wild 13. Take the dog off the chain 14. War pigs 15. Paranoid

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece