Οι Σουηδοί thrashers, THE HAUNTED, έρχονται στο Κύτταρο το Σάββατο 14/3, μαζί με τους ACID DEATH και το ROCK HARD ετοίμασε ένα αφιέρωμα στο γκρουπ, για προθέρμανση προτού πάτε στη συναυλία!!! Enjoy!
-THE HAUNTED (1998) (9,5 / 10)
ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Θα το πω πολύ απλά. ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ THRASH METAL ΑΛΜΠΟΥΜ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΒΓΕΙ ΠΟΤΕ! Τι; Ακόμα δεν το έχεις;
ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: …ακόμα προσπαθώ να βρω τι.
-MADE ME DO IT (2000) (8 / 10)
ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Μπορεί τότε να με ενόχλησε ελαφρώς η στροφή του γκρουπ στον ήχο του, παρουσιάζοντας εμφανώς για πρώτη φορά τη Σουηδική καταγωγή του. τώρα το βρίσκω μια πολύ έξυπνη κίνηση μιας και δύσκολα θα άντεχαν ως άλλο ένα thrash συγκρότημα. Ο Σουηδικός μελωδικός death ήχος κάνει για πρώτη φορά εμφανή την παρουσία του ενώ όλο το άλμπουμ παραμένει πλήρως επιθετικό με ένα εξώφυλλο που έμελλε να γίνει και το αγαπημένο t-shirt των οπαδών της μπάντας (Το grammy που κέρδισαν στα Σουηδικά βραβεία, είναι επίσης μια απόδειξη για το πόσο “μπανανία” ειναι η χώρα μας στον σκληρό ήχο).
ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: ‘Οσο και αν συμπαθώ τον Anο, πάντα θα σκέφτομαι πως θα ήταν αυτό το άλμπουμ αν τραγουδούσε ο Dolving.
-ONE KILL WONDER (2003) (7,5 / 10)
ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Το γεγονός ότι παρόλο που είναι το πιο αδύναμο απο τα άλμπουμ της πρώτης εποχής τους, παραμένει σε πολύ καλό επίπεδο, χωρίς να χάνει σε επιθετικότητα και θυμό. Η εμπορική του επιτυχία έδωσε στην μπάντα την ευκαιρία να μπει στα βαθιά με ένα συμβόλαιο πλέον με την Century Media.
ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Τα πρώτα groove metal στοιχεία εμφανίζονται σε αυτό το άλμπουμ και ξενίζουν ελαφρώς μαζί και με μια πτώση στην ποιότητα των συνθέσεων.
-rEVOLVEr (2004) (9 / 10)
ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Αριστούργημα νούμερο δύο (αν και αρκετοί hardcore οπαδοί της πρώτης περιόδου τους έκραζαν για το συγκεκριμένο δίσκο). Ναι, είναι εμφανής η πιο εμπορική κατεύθυνση, είναι εμφανής η στροφή σε πιο μελωδικά μονοπάτια και ναι, τα groovy στοιχεία είναι πιο πολλά, ΑΛΛΑ το αποτέλεσμα τους δικαιώνει. Εξάλλου αν δεν υπήρχε η εξέλιξη δεν θα ακούγαμε ποτέ ένα ποτέ ένα “South of Heaven”, ποτέ ένα “Symbolic”, ποτέ ένα “Somewhere in Time”. H επιστροφή του Dolving ήταν επίσης ένα σημαντικότατος λόγος για την επιτυχία του συγκεκριμένου άλμπουμ.
ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: ‘Οτι απέκτησαν ενα “safe” χιτάκι, το οποίο στις 99% των περιπτώσεων είναι και η μόνη επιλογή στα απανταχού metal club.
-THE DEAD EYE (2006) (7 / 10)
ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: To γεγονός ότι ήταν το άλμπουμ των αποκαλύψεων. Εκεί που όλοι περίμεναν να ακολουθήσουν την πεπατημένη και να βγάλουν ενα “rEVOLVEr Pt.2”, ακούσαμε ένα τρομερά πειραματικό άλμπουμ που ψάχνεις τα thrash στοιχεία με τα κυάλια. ΄Ενας melodic death δίσκος με πολλά πειραματικά στοιχεία που μας βοήθησε να ανακαλύψουμε οτι ο Dolving μπορεί να τραγουδήσει και πολύ διαφορετικά! Οι οπαδοί των IN FLAMES (όχι των τωρινών), να το ακούσουν.
ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Όσο επένδυσαν οι THE HAUNTED, στο να δημιουργήσουν μια σκοτεινή και βαριά ατμόσφαιρα, τόσο έχασαν το βασικό στοιχείο της μουσικής τους, την επιθετικότητα. Ωραίο σαν πειραματισμός αλλά δεν θα τους θυμόμαστε γι’ αυτό το επεισόδιο της καριέρας τους.
-VERSUS (2008) (6 / 10)
ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Ότι είναι ένα άλμπουμ που ακούγεται ευχάριστα και μια στροφή του γκρουπ ξανά σε πιο επιθετικά/thrashy groove μονοπάτια αφήνωντας πίσω τους πειραματισμούς του “Τhe Dead Eye”. Επιπλέον ο Dolving για μια ακόμη φορά “ξερνάει” ατόφιο μίσος όπως μόνο αυτός ξέρει.
ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Όσο ευχάριστα ακούγεται άλλο τόσο γίνεται φανερή η έλλειψη συνθέσεων αντάξιες του παρελθόντος και τα περισσότερα κομμάτια θα μπορούσαν να είναι σε μια bonus έκδοση του “rEVOLVEr”.
-UNSEEN (2011) (4 / 10)
ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Τα ναρκωτικά και το χόρτο που έκαναν στο studio για να το γράψουν. Να φέρουν λίγα και σε μας.
ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Από που να αρχίσεις και που να τελειώσεις με τούτο εδώ. Που είναι η επιθετικότητα; ΟΕΟ; Που είναι τα hardcore φωνητικά; Που είναι οι THE HAUNTED συνθέσεις; Σίγουρα το τελευταίο που περιμένεις από τους THE HAUNTED είναι να παίξουν rock n’ roll/stoner metal. Yπάρχουν άλλες μπάντες που το κάνουν ΠΟΛΥ καλύτερα.
-EXIT WOUNDS (2014) (7,5 / 10)
ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Η επαναδραστηριοποίηση των Adrian Erlandsson (που είναι συνιδρυτής της μπάντας με τον Patrik Jensen και μαζί με την αποχώρηση του Anders Bjorler, παρέμεινε το AT THE GATES στοιχείο στη μπάντα) και του Marco Aro, έδωσαν το φιλί της ζωής στο γκρουπ. Οι μαζικές αποχωρήσεις παραλίγο να προκαλέσουν την διάλυση, αλλά ευτυχώς ο Patrik Jensen και ο Jonas Björler κατάφεραν να κρατήσουν την μπάντα στα πόδια της κι όχι μόνο, αυτό αλλά πρόσφεραν και ένα άλμπουμ που βασίζεται στο ένδοξο παρελθόν, θυμίζοντας αρκετά τους ΤΗΕ HAUNTED που αγαπήσαμε στα πρώτα άλμπουμ, αφήνωντας πολλές ελπίδες για το μέλλον. Επιθετικότητα, οργή και μια τέλεια μίξη thrash και melodic death metal.
ΔΕΝ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ: Είναι φανερό από το πρώτο άκουσμα οτι η μπάντα προσπαθεί να φτιάξει το “Made me do it Pt.2”. Θετικό ότι τα κατάφερε σ’ ένα αρκετά μεγάλο βαθμό, αρνητικό το ότι σε στιγμές είναι ένα αναμάσημα παλαιών ιδεών κάτι που με κάνει να απορώ για τις προθέσεις τους. Όλα θα κριθούν στο επόμενο άλμπουμ. Σίγουρα η αποχώρηση του Dolving επηρέασε και μία μεγάλη μερίδα των οπαδών τους. Θα τα καταφέρει ο Aro να καλύψει το κενό του Dolving on stage; Θα το μάθουμε στο Κύτταρο.
Είναι οι OPETH μια μπάντα φαινόμενο; Είναι ο Åkerfeldt ένας μεταμφιεσμένος κάτοικος από τον Κρόνο ή απλά μια μουσική ιδιοφυΐα; Με αφορμή την επερχόμενη επίσκεψη των Σουηδών στην χώρα μας, το ROCK HARD σκαλίζει το παρελθόν του συγκροτήματος, και σας παρουσιάζει την διαδρομή του, που μόνο ως επιτυχημένη μπορεί να χαρακτηρισθεί.
Η πορεία των OPETH, μέσα στα 25 περίπου χρόνια ζωής της, χαρακτηρίζεται κυρίως από την συνεχή και ασυμβίβαστη εξέλιξη του ήχου τους καθώς και από την αρτιότητα που διακατέχει την πλειονότητα των κυκλοφοριών τους. Είναι η μπάντα που μέσα από την αφάνεια των πρώτων τους δίσκων κατάφερε βήμα-βήμα να κερδίσει την παγκόσμια αναγνώριση και να φιγουράρει ανάμεσα στα μεγάλα ονόματα της metal σκηνής, στα ευρωπαϊκά και μη φεστιβάλ. Μια επιτυχία που μπορούμε να πούμε ότι οφείλεται σε ένα και μοναδικό πρόσωπο, που δεν είναι άλλο από τον Mikael Åkerfeldt. Άλλωστε από τα πρώτα μόλις βήματα της μπάντας η ηγετική φυσιογνωμία του Mikael καθίσταται ξεκάθαρη. Δεν πρέπει να ξεχάσουμε πως μετά την αποχώρηση του Peter Lindgren (2007) είναι το παλαιότερο-ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος. Είναι ο άνθρωπος που ευθύνεται για οτιδήποτε φθάνει στα αυτιά μας μέσα από τους έντεκα δίσκους της μπάντας, κι αυτός που σήμερα απολαμβάνει την όποια δόξα. Και ναι, μπορεί να διαφαίνεται η υπόνοια ότι είναι ο βασικός υπαίτιος όλων των αποχωρήσεων και της ριζικής αλλαγής του ήχου της μπάντας, ωστόσο δεν θα πρέπει να παραμελούμε το τεράστιο ποσοστό της συνεισφοράς του στη δημιουργία αυτού του μουσικού φαινομένου.
λλά, για να μπορέσουμε να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για την πορεία των OPETH θα πρέπει να την ακολουθήσουμε από την αρχή της. Έτσι λοιπόν ανοίγοντας συρτάρια, ξεθάβοντας σκονισμένα αρχεία, παλιά περιοδικά, ανατρέχοντας στην γνώση των παλαιοτέρων, πηγαίνουμε πίσω, κάπου στο 1990 όπου ο Åkerfeldt προσκαλείται από τον David Isberg να συμμετάσχει στους νεοσύστατους τότε OPETH. Με κοινές επιρροές τους MORBID ANGEL, VOIVOD και MEFISTO, το μουσικό δίδυμο Mikael και David, στο μπάσο και στη φωνή αντίστοιχα, δεν έμελλε να κρατήσει για πολύ κι έτσι μετά από δύο χρόνια οι δρόμοι τους χώρισαν, καθώς το ενδιαφέρουν του Isberg για την μπάντα όλο και μειώνονταν. Ο Åkerfeldt ανέλαβε να συμπληρώσει το κενό που δημιουργήθηκε, έχοντας την απαραίτητη εμπειρία για το συγκεκριμένο πόστο, μιας και στους ERUPTION (μπάντα που είχε μαζί με τον παιδικό του φίλο Anders Nordin), κατείχε την θέση πίσω από το μικρόφωνο.
Ύστερα από δύο χρόνια μουσικών αναζητήσεων ο πρώτος δίσκος των OPETH είναι γεγονός. Το “Orchid” κυκλοφορεί από την Candlelight το 1994 με τον Åkerfeldt (φωνητικά και κιθάρα), τον Peter Lindgren (κιθάρα), τον Johan DeFarfalla (μπάσο) και τον Anders Nordin (ντραμς και πλήκτρα). Η μουσική τους κατεύθυνση είναι πολύ συγκεκριμένη. Από τα πρώτα λεπτά του δίσκου καταλαβαίνεις πως έχεις να κάνεις με κάτι βαρύ και σκοτεινό, καθώς μουσική και στίχοι εναλλάσσονται από δυνατά σε πιο ήπια μέρη. Από την αρχή της δισκογραφικής του ύπαρξης το συγκρότημα κάνει ξεκάθαρο ότι δεν πρόκειται να συμβιβαστεί με τις μουσικές φόρμες που υφίσταντο στην death/black σκηνή αλλά έχει σκοπό να κάνει ένα βήμα πιο πέρα. Με τον πρώτο αυτό δίσκο οι OPETH μπορεί να μην τάραξαν τα νερά της μουσικής βιομηχανίας, αλλά σίγουρα κατάφεραν να θέσουν γερές βάσεις για όσα θα ακολουθούσαν αργότερα. Το μόνο που είναι άξιο να σημειωθεί από την εκείνη την περίοδο της μπάντας είναι η πρώτη του συναυλία εκτός των Σουηδικών συνόρων. Πιο συγκεκριμένα στο London Astoria, παίζοντας ως support στους IMPALED NAZARENE.
Ότι όμως δεν τους έδωσε ο πρώτος δίσκος έρχεται να τους προσφέρει ο δεύτερος. Και δεν αναφερόμαστε σε τίποτα άλλο από μια mini περιοδεία με τους death metal heroes του Åkerfeldt, τους MORBID ANGEL στην Αγγλία. Το “Morningrise” ηχογραφήθηκε την περίοδο Μάρτιο-Απρίλιο του 1996 με την ίδια σύνθεση και με τον Åkerfeldt και Lindgren να είναι υπεύθυνοι για το πώς θα ηχούσε. Το album απομακρύνεται κάπως από την σκοτεινή ατμόσφαιρα του προκατόχου του και γίνεται πιο επιθετικό. Τα 63 λεπτά του δίσκου μοιράζονται στα πέντε, και μάλιστα το επικό πλέον “Black Rose Immortal” να έχει το μεγαλύτερο κομμάτι της πίτας, με 20 και κάτι λεπτά διάρκεια. Το εν λόγω κομμάτι σημάδεψε την μπάντα καθώς οι συνθετικοί κανόνες που το διέπουν θα ενεδρεύουν στις μετέπειτα κυκλοφορίες. Όμως ότι ξεκινάει καλά δε τελειώνει πάντα με τον ίδιο τρόπο. Μετά το τέλος της περιοδείας με τους CRADLE OF FILTH που διήρκησε 26 μέρες, ο Anders ανακοινώνει στον Mikael ότι αποχωρεί από την μπάντα, καθώς η Βραζιλία θα ήταν πλέον η μόνιμη χώρα διαμονής του. Το πλήγμα ήταν μεγάλο, κι αυτό γιατί ο Akerfeldt δε μπορούσε να φανταστεί την πορεία των OPETH δίχως την συμμετοχή του παιδικού του φίλου. Ευτυχώς για εμάς όμως, την εμφάνιση του έκανε ο Martin Lopez, δίνοντας λύση στη θέση πίσω από τα drums, και κάπως έτσι το συγκρότημα μπήκε να ηχογραφήσει τον τρίτο δίσκου του στα Fredman Studios.
Το “My Arms, Your Hearse” είναι ένας δίσκος που ουσιαστικά ηχογραφήθηκε από τρία άτομα, αφού η θέση του μπάσου παρέμενε κενή. Ο πολυπράγμων Mikael δεν φάνηκε να πτοείται κι έτσι ανέλαβε ο ίδιος να γράψει τις μπασογραμμές. Τον Σεπτέμβριο λοιπόν, του ’97 κυκλοφόρησε ο δίσκος, αυτή την φορά από την Peaceville. Η αποχώρηση του Lee Barrett από την Candlelight ήταν κι ο πιο σημαντικός λόγος για την αλλαγή αυτή στην δισκογραφική εταιρεία, καθώς τα άτομα που την απάρτιζαν δεν ενέπνεαν εμπιστοσύνη στο συγκρότημα. Ο τίτλος του album προέρχεται από έναν στίχο που βρίσκεται στον πρώτο δίσκο των prog rockers COMUS: “As I carry you to the grave, my arms your hearse”. Πρόκειται για έναν concept δίσκο όπου εξιστορούνται θρύλοι φαντασμάτων. Σε επίπεδο προσώπων τώρα, επειδή η θέση του μπασίστα δε μπορούσε να παραμείνει κι αυτή ένα αερικό, τον ίδιο καιρό μπαίνει στους OPETH ο Martin Mendez, φίλος και συμπατριώτης του Lopez. Έτσι λοιπόν, σχηματίστηκε μια ξεχωριστή τετράδα που (για καλό μας) έμελλε να κρατήσει πολλά χρόνια, δίνοντάς μας δυνατές συγκινήσεις μέσα από τους επόμενους δίσκους τους.
Τον επόμενο χρόνο το group μπαίνει για τέταρτη συνεχόμενη φορά στα Fredman Studios, με σκοπό να ηχογραφήσουν τον διάδοχο του “My Arms…”, το “Still Life”. Έχοντας προβάρει μόνο δυο φορές όλα τα τραγούδια, ξεκινούν τις ηχογραφήσεις το καλοκαίρι του 1999, ξανά κάτω από την στέγη της Peaceville, δίχως να έχουν ιδέα για το ποιο θα είναι το τελικό αποτέλεσμα. Κι όμως το συγκρότημα βγήκε από το στούντιο με ακόμα ένα διαμάντι, η αξία του οποίου αποτυπώθηκε και στις πωλήσεις, αφού ήταν ο πιο εμπορικός, έως εκείνη την στιγμή. Η στροφή προς πιο progressive συνθετικές φόρμες είναι κάτι παραπάνω από εμφανής, ενώ ο σκοτεινός, μελαγχολικός ήχος δεν παύει να ελλοχεύει, δημιουργώντας έτσι μια ελκυστικά ζοφερή ατμόσφαιρα. Ουσιαστικά η συγκεκριμένη κυκλοφορία προοικονομούσε τον ήχο που θα υιοθετούσε η μπάντα για πάνω από μια δεκαετία.
To 2000 λοιπόν είναι μια χρονιά που θα την θυμούνται καλά οι fans των OPETH. Είναι η χρονική περίοδος που μια ξεχωριστή προσωπικότητα στην μουσική βιομηχανία κάνει την είσοδο του στην μπάντα, με μια άλλη ιδιότητα από αυτή του μουσικού. Λόγος φυσικά γίνεται για τον Steven Wilson που αναλαμβάνει την παραγωγή του πέμπτου δίσκου των OPETH, “Blackwater Park”, ο οποίος ονομάστηκε έτσι από το ομώνυμο γερμανικό prog rock συγκρότημα. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Wilson, όταν το “Still Life” έπεσε στα χέρια του, ενθουσιάστηκε τόσο που έστειλε ένα e-mail στον Åkerfeldt αναφέροντας τις εντυπώσεις του. Δεν ήθελε και πολύ ώστε Mikael και Steve να κάτσουν στο ίδιο τραπέζι και να συζητήσουν για το πώς θα ηχεί η νέα τους προσπάθεια. Ο Steve αναλαμβάνει την παραγωγή και έτσι οι OPETH μπαίνουν στα γνωστά μας πλέον Fredman Studios. Η συνδρομή του Wilson είναι καθοριστική. Χρειάστηκαν εφτά βδομάδες, οι μουσικές συνθέσεις του Åkerfeldt και το αισθητικό πρίσμα του Steve για να βγει ο δίσκος-ορόσημο για την μπάντα. Μάλιστα αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Wilson συμμετείχε στα φωνητικά και σε κιθαριστικά solo στο “Bleak”. Σύμφωνα με τον Åkerfeldt η συγκεκριμένη κυκλοφορία είναι και η πιο πειραματική που είχαν επιχειρήσει έως τότε. Είναι το album που θα προβάλει τους OPETH σε ένα ευρύτερο κοινό, που θα τους οδηγήσει στην άγνωστη για αυτούς Αμερική, και που θα τους κλείσει μια θέση ανάμεσα στα πιο γνωστά ευρωπαϊκά φεστιβάλ, όπως αυτό του Wacken.
Στο σημείο αυτό όμως θα πρέπει να κάνουμε μια μικρή παύση καθώς δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη η συμμετοχή του Åkerfeldt στους BLOODBATH. Είναι το συγκρότημα που αρχικά δημιουργήθηκε από τον Mikael και τον πολυπράγμων Dan Swanö, με τον οποίο γνωρίζονταν από τους STEEL (μια μπάντα όπου τα μέλη των OPETH, ξεμπούκωναν παίζοντας αγνό heavy metal, ενώ μάλιστα κυκλοφόρησαν κι ένα ep το 1998, ονόματι “Heavy Metal Machine” ).
Ωστόσο σήμερα, κανείς από τους δύο δεν βρίσκεται στην μπάντα, αφού ο πρώτος πάντα πηγαινοέρχονταν μιας κι οι προτεραιότητές του βρίσκονταν πάντοτε στους OPETH, ενώ ο δεύτερος αποσύρθηκε από το 2005, για να αφοσιωθεί στα δεκάδες άλλα project που συμμετέχει. Ωστόσο, αυτό που θα μας απασχολήσει από τους BLOODBATH είναι ο πρώτος και ο τρίτος δίσκος τους στους οποίους συμμετείχε και ο Åkerfeldt. Το “Resurrection Through Carnage” (2002) και το “The Fathomless Mastery” είναι δείγματα καθαρόαιμου death metal ήχου. Είναι ολοφάνερο πως ο Mikael ξεσπά όλη του την οργή πάνω στο μικρόφωνο, ένα συναίσθημα που ίσως να το στερήθηκε μετά το “Blackwater Park” (2001), όσο κι αργότερα, στο “Ghost Reveries” (2005) κα πάει λέγοντας. Αλλά ας μην ξεστρατίζουμε. Το αφιέρωμα ανήκει στους OPETH, κι έτσι συνεχίζουμε…
Το μεγαλύτερο στοίχημα για την μπάντα έρχεται αμέσως μετά το τέλος της περιοδείας για την προώθηση του “Blackwater Park”. Και φυσικά αναφερόμαστε στα
δύο full length albums “Deliverance” και “Damnation” που αρχικά επρόκειτο να κυκλοφορήσουν ταυτόχρονα ως διπλός δίσκος ωστόσο βγήκαν στην στα ράφια με διαφορά πέντε μηνών. Πιστεύω πως το συγκεκριμένο εγχείρημα είναι το προσωπικό στοίχημα του Åkerfeldt να ξεπεράσει τόσο τον εαυτό του, όσο και την επιτυχία που του έφερε η προηγούμενη κυκλοφορία. Έτσι λοιπόν έχοντας προβάρει το υλικό που προορίζονταν για ηχογράφηση, μόνο μια φορά, κι έχοντας μπροστά του εφτά βδομάδες, όσες περίπου είχε για να γράψει το “Blackwater Park”, μπαίνει στο στούντιο μαζί πάντα με τον Steve Wilson. Για όσους δεν είχε γίνει αντιληπτή η επιρροή του Wilson τον προηγούμενο δίσκο, τώρα είναι κάτι παραπάνω από εμφανής. Κι αυτό γιατί εκτός από την παραγωγή αναλαμβάνει να καθίσει πίσω από το κλαβιέ των πλήκτρων (που πλέον καθοριστικό ρόλο ειδικά στο “Damnation”) αλλά ακόμα-ακόμα και πίσω από το μικρόφωνο.
Αλλά γιατί δύο albums; Η απάντηση έως και σήμερα δεν είναι ξεκάθαρη, καθώς τα πραγματικά κίνητρα του Åkerfeldt δεν τα γνωρίζουμε. Αυτό όμως που πρέπει να σημειωθεί είναι ότι η ιδέα προέκυψε από τον παιδικό φίλο του Mikael, τον Jonas Renkse των KATATONIA. Ήταν μια ιδέα που είχε προταθεί και παλαιότερα στην μπάντα, επί εποχής Candlelight και “Morningrise”, έτσι ώστε να βγει ένα single με τις πιο ήρεμες και εσωστρεφείς συνθέσεις των OPETH. Θα έλεγε κανείς πως η κυκλοφορία αυτών των δύο δίσκων που έχουν εντελώς διαφορετικό ύφος, είναι μια κίνηση ματ από το συγκρότημα. Διότι προσέφερε στους οπαδούς του, από την μία την πιο heavy κυκλοφορία τους (“Deliverance”) και από την άλλη την πιο μελαγχολική (“Damnation”). Κράτησαν χωριστά τις δύο αυτές φύσεις τους χωρίς να κουράσουν και να μπερδέψουν τους οπαδούς. Δίχως αυτό να σημαίνει ότι η όλη η προσπάθεια δεν έκρυβε κινδύνους, που θα γίνονταν αντιληπτοί αργότερα. Με την ευκαιρία αυτής της διπλής κυκλοφορίας οι OPETH μαγνητοσκόπησαν για πρώτη φορά μια ζωντανή εμφάνισή τους στο Shepherd’s Bush Empire και κάτω από το όνομα της Music for Nations, βγαίνει στις προθήκες των δισκοπωλείων. Στο συγκεκριμένο live κάνει και την εμφάνιση του ως session μέλος ο Per Wiberg στην θέση των keyboards μιας και η προσθήκη τους καθίσταται πλέον αναγκαία.
Άλλος ένας δίσκος, ο όγδοος μέχρι τότε, κι άλλο ένα βήμα προς την κορυφή. Το “Ghost Reveries” ή παραλίγο “Ghost Letters” είναι ένα ακόμα “Blackwater Park”, για την μπάντα. Η ωριμότητα κι ο πειραματισμός που διακατέχει τον δίσκο, επαναπροσδιορίζει τον ήχο της μπάντας, ενώνοντας ουσιαστικά τις δύο διαφορετικές φύσεις που παρουσιάστηκαν από τον προηγούμενο δίπολο. Αν και πολλοί αμφιβάλουν για την ποιότητα του δίσκου, θεωρώντας ότι το συγκρότημα έχει προσφέρει μεγαλύτερες συγκινήσεις, ο δίσκος καταφέρνει να σημειώσει μεγάλη εμπορική επιτυχία. Είναι το album που τους συστήνει σε ένα ακόμα ευρύτερο ακροατήριο, με τα ίδια dark ατμοσφαιρικά ακούσματα, αλλά μέσα από μια πιο βατή οδό αυτή την φορά. Τα ξεσπάσματα μέσα στον δίσκο δε λείπουν, ωστόσο ο Åkerfeldt πλέον ξέρει πολύ καλά τι ζητά το κοινό του, κι έτσι η πεντάδα (πλέον ο Per γίνεται μόνιμο μέλος) βγάζει έναν δίσκο βασισμένο στον ρετρό κι απόκοσμο ήχο των πλήκτρων, ενώ η παραμόρφωση στις κιθάρες αρχίζει κι ελαττώνεται. Φαίνεται ότι έμαθε αρκετά από την συνεργασία του με τον Wilson, και κάτω από το όνομα-κολοσσό στην αμερικανική αγορά, τη Roadrunner, δημιουργεί έναν δίσκο που ουσιαστικά είναι η χρυσή τομή των τριών τελευταίων κυκλοφοριών. Με το που βγαίνουν από το στούντιο το καλοκαίρι του 2005, ξεκινούν αμέσως την περιοδεία που θα διαρκέσει 19 περίπου μήνες, στο τέλος της οποίας αποχωρεί ένας από τους πιο σημαντικούς κρίκους της μουσικής αλληλουχίας του συγκροτήματος, ο Martin Lopez. Την θέση του καλείται να συμπληρώσει ο Martin “Axe” Axenrot, αρχικά ως session ντράμερ κι ύστερα σαν μόνιμο μέλος, αλλά σε καμία περίπτωση το παίξιμό του δεν θυμίζει αυτό του ευρηματικού Lopez.
Με τα πολλά φτάνουμε στο 2008, περνώντας στα ψιλά γράμματα την live κυκλοφορία “Roundhouse Tapes” (μας θυμίζει κάτι από “Soundhouse Tapes” των Iron Maiden) που ηχογραφήθηκε και μαγνητοσκοπήθηκε στο Camden Roundhouse, αφού εκτός από ένα καταπληκτικό artwork, δεν έχει να προσφέρει κάτι που να είναι άξιο λόγου. Έτος “Watershed” λοιπόν, δίχως να είμαι υπερβολικός. Η συγκεκριμένη χρονιά τους ανήκει, καθώς οι OPETH με το τελευταίο τους πόνημα καταφέρνουν να μπουν στην ελίτ με τις καλύτερες κυκλοφορίες του έτους. Κι όχι άδικα. Οι οπαδοί που μεγάλωσαν με αυτή την μπάντα ίσως να ήλπιζαν σε μια επιστροφή στις ρίζες και στα παλιά γνώριμα ακούσματα, αλλά ένα έμπειρο μάτι θα καταλάβαινε πως δύσκολα μπορούσαν οι OPETH να αποκλίνουν μουσικά από την ροή της μουσικής βιομηχανίας. Παρόλα αυτά, δίχως να χάσουν την ταυτότητά τους βγάζουν έναν από τους πιο progressive δίσκους στην μακροχρόνια ιστορία τους (δεν μπορούσαμε καν να φανταστούμε τι θα μας επιφύλασσε το μέλλον). Έχουν πλέον καταφέρει να αποκτήσουν το δικό τους ξεχωριστό ήχο, στοιχείο που δεν θεωρείται αυτονόητο για πολλές μεγάλες μπάντες σήμερα. Μελανό σημείο σε αυτή την κυκλοφορία είναι η αποχώρηση του Lindgren, ενός ανθρώπου που μπορεί να έζησε στην σκιά του Åkerfeldt, ωστόσο η προσφορά του στο συγκρότημα ήταν κάτι παραπάνω από καθοριστική. Ο λόγος της αποχώρησης; Παραμένει άγνωστος έως σήμερα, αν και η επίσημη εκδοχή κάνει λόγο για ασυμφωνία χαρακτήρων. Ο αντικαταστάτης του είναι ο Fredrik Åkesson, διόλου άγνωστος, καθώς έχει περάσει από μπάντες όπως οι TALISMAN, TIAMAT και ARCH ENEMY.
Με αυτά κι αυτά, φτάνουμε όλο και πιο κοντά στο πρόσφατο παρελθόν, και σε έναν δίσκο που θα σηματοδοτήσει την μεγαλύτερη αλλαγή στην ιστορία της μπάντας. Όταν ο Åkerfeldt είχε προϊδεάσει το κοινό ότι ο πολυαναμενόμενος διάδοχος του “Watershed” επρόκειτο να μην έχει ούτε ίχνος ακραίων φωνητικών, πολλοί από μας γελάσαμε μη θέλοντας να πιστέψουμε ότι μπορεί να ερχόταν εκείνη η μέρα όπου το εκπληκτικό εύρος και οι τρομακτικές μεταπτώσεις της φωνής του Mikael θα έσβηναν για πάντα. Κι όμως, το “Heritage” (την κριτική του οποίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ) θα αποτελέσει τον δίσκο ορόσημο που θα καθορίσει την στροφή του συγκροτήματος σε έναν fusion ’70s prog rockήχο. Μια αλλαγή που δίχασε πολλούς από τους παλιούς οπαδούς, ιδιαίτερα όσους είχαν γνωρίσει και αγαπήσει την μπάντα μέσα από τους πρώτους της δίσκους. Ωστόσο το μεγαλύτερο εμπόδιο που έθεσαν στον εαυτό τους οι OPETH, δεν ήταν ούτε η απουσία των ακραίων φωνητικών, ούτε η αλλαγή του ήχου, αλλά η πτωτική πορεία της συνθετικής ικανότητας και προσφοράς των μελών του συγκροτήματος. Αναμφίβολα η μουσική παιδεία του Åkerfeldt δεν μειώνεται, έχει αποδείξει άλλωστε πολλάκις ότι είναι ένας πραγματικός μάγος της μελωδίας, παρόλα αυτά όσο ο δίσκος φθάνει προς το τέλος του τόσο τα τραγούδια φαντάζουν πιο άτονα και ημιτελή. Το τέλος των ηχογραφήσεων του δίσκου, βρίσκουν ακόμα ένα μέλος μακριά από την μπάντα. Ο Per Wiberg, αποχωρεί μετά από κοινή συμφωνία, γυρίζοντας στους SPIRITUAL BEGGARS, αφήνοντας την θέση του πίσω από το mellotron στον Joakim Svalberg.
Στον πόλεμο που θα ακολουθήσει, με την οξεία κριτική πολλών metalheads, ο frontman του συγκροτήματος θα απαντήσει με δύο τρόπους. Αρχικά, με την δήλωση, που προέρχεται μέσα από μια συζήτηση που έχει με τον Steven Wilson και τον Jonas Renkse, ότι έχει βαρεθεί τα metal cliche, με τις στερεότυπες εκφράσεις και συνήθειες. Κατά δεύτερον, έχουμε την δημιουργία ενός project με τον σταθερό συνοδοιπόρο του Steven Wilson, που ακούει στο όνομα STORM CORROSION, η μουσική του οποίου δεν διαφέρει ιδιαίτερα από αυτή που συναντάμε στο “Heritage”. Άλλωστε από την σύσταση του συγκροτήματος τα σημάδια της λατρείας του vintage progressive ήχου είναι παντού. Μπορεί να μην αποτυπώνονταν πάντα με νότες (ειδικά στην αρχή), ωστόσο η βαθιά επιρροή του είναι ολοφάνερη.
Τελευταία στάση της μακροχρόνιας πορείας των OPETH, αποτελεί το “καλοκαιρινό” “Pale Communion” (την κριτική του οποίου μπορείτε να διαβάσετε εδώ). Η μπάντα δεν λύγισε από την (δικαιολογημένη ως ένα βαθμό) γκρίνια των οπαδών, κι εστίασε στην τελειοποίηση του ιδιαίτερου εγχειρήματος που είχαν ξεκινήσει τρία χρόνια νωρίτερα. Κάπου εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι με τον νέο ήχο, οι OPETH ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στο τριπάκι της αναβίωσης αυτής της vintage αισθητικής. Και ναι, σε πολλά σημεία το χαμηλό επίπεδο που θέτει το “Pale Communion” μπορεί να προκαλεί την ιστορία της μπάντας, ωστόσο αν εξετάσουμε τον δίσκο ακέραιο (χωρίς ονόματα και ταμπέλες) δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε την αξία του. Ακόμα και σε επίπεδο εξώφυλλου, η δουλειά είναι κλάση ανώτερη. Όχι επειδή έχει αναλάβει ο γνωστός και μη εξαιρετέος Smith Travis, αλλά επειδή το artwork προσδίδει στην μπάντα την επιβλητικότητα που της αρμόζει, σε αντίθεση με το πρόχειρο κολλάζ που πρόσφερε το “Heritage”.
Αλλά τι άλλο να γράψει κανείς για τους OPETH; Η μουσική τους ταυτότητα, οι συνθέσεις τους που κυλούν σαν τα σκοτεινά νερά ενός ποταμού, δίχως να επιστρέφουν σε ρεφρέν και επαναλαμβανόμενες φόρμες, μας έχουν στιγματίσει μέσα από τις κυκλοφορίες τους. Η ιστορία για αυτούς ακόμα συνεχίζεται, απροσδόκητη, λαμπρή και περιπετειώδης. Όσο δηλαδή ακόμα η μούσα ακουμπά πάνω στα δάχτυλα του Mikael Åkerfeldt τον οποίο θα έχουμε την χαρά να απολαύσουμε από κοντά στις 20 Μαρτίου στο Gagarin205.
Οι Γερμανοί cult thrash metallers ACCUSER, έχουν επιστρέψει για τα καλά στο προσκήνιο, με ένα άλμπουμ που έχει προκαλέσει πολύ καλές εντυπώσεις όχι μόνο στον Τύπο της χώρας τους, αλλά και σε όλη την Ευρώπη. Με ένα στυλ που θυμίζει τους συμπατριώτες τους PARADOX, αφού θυμίζουν περισσότερο μπάντα του Bay Area, παρά γερμανική. Ο Frank Thoms, κιθαρίστας και τραγουδιστής του σχήματος, έρχεται να μας λύσει όλες τις απορίες.
Τι σας έκανε να ξαναφτιαχτείτε ύστερα από πολλά χρόνια με το “Agitation”; Είχε να κάνει με το γεγονός ότι το thrashείχε κάνει το comebackτου;
Πριν επανασυνδεθούμε με τους ACCUSER, είχαμε ένα γκρουπ που ονομαζόταν SCARTRIBE. Προσπαθήσαμε να κάνουμε ένα διαφορετικό είδος μουσικής για πολλά χρόνια, αλλά στα τελευταία στάδια του γκρουπ εκείνου, ακουγόμασταν ολοένα και περισσότερο σαν τους ACCUSER. Οπότε ήταν ένα μικρό βήμα να επανασυνδεθούμε. Είμαστε πολύ χαρούμενοι με την απόφασή μας και νιώθουμε σαν να επιστρέψαμε σπίτι μας.
Το τελευταίο σας CD, “Dependentdomination”, είναι το δεύτερο άλμπουμ σας μέσα σε δύο χρόνια… Θέλατε να δείξετε ότι είστε μία ενεργή μπάντα και δεν κάνατε έναν απλό δίσκο για επιστροφή; Πως αντέδρασαν οι οπαδοί σας σε αυτό;
Μετά το “Agitation”, αρχίσαμε να δουλεύουμε πάνω σε νέο υλικό. Η διαφορά σ’ αυτό το δίσκο είναι ότι κουρδίσαμε τις κιθάρες όπως στις αρχές της καριέρας των ACCUSER. Νιώσαμε αμέσως πολύ άνετα κι γράψαμε υλικό ιδιαίτερα γρήγορα. Οι οπαδοί μας αντέδρασαν πολύ θετικά.
Παίξατε σε κάποια μεγάλα φεστιβάλ μετά από πολλά χρόνια; Πως νιώσατε και ποια ήταν η εμπειρία σας από εκεί;
Ήταν φανταστικά που παίξαμε σε τεράστιες σκηνές, είχαμε επαγγελματίες στο crew μας και συναντήσαμε πολλές μεγάλες μπάντες. Οι αντιδράσεις του κόσμου ήταν φανταστικές.
Τι περιμένετε από το νέο σας άλμπουμ, τώρα που η μουσική πηγαίνει σε πολύ περίεργους δρόμους με το παράνομο downloading κι όλα αυτά;
Όλοι οι μουσικοί στον κόσμο έχουν το ίδιο πρόβλημα με αυτό, αλλά πρέπει να σκεφτούμε τις εναλλακτικές που έχουμε στον κόσμο των νέων media. Το internet, για παράδειγμα, κάνει την προώθηση των συγκροτημάτων πολύ εύκολη κι αν το κάνεις σωστά, μπορείς να φτάσεις σε όλους τους ανθρώπους στη γη. Θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα. Σε ότι αφορά εμένα, λατρεύω να περιμένω ένα καινούργιο CD που μου αρέσει, να το αγοράζω, να το βάζω στο CD player και να μυρίζω το φρεσκοτυπωμένο χαρτί το booklet!!!
Παρότι είστε από τη Γερμανία, ακούγεστε πιο πολύ σαν μία μπάντα από το BayArea. Αν ήταν μία γερμανική thrashmetalμπάντα που να μοιάζετε, είναι οι PARADOX (που ήδη ακούγονται σαν BayAreaμπάντα επίσης)!!! Πως το βλέπεις αυτό; Πως βλέπεις τη γερμανική thrashσκηνή στις μέρες μας;
Νομίζω ότι υπάρχουν κάποιες διαφορές ανάμεσα στους ACCUSER και τους PARADOX, αλλά η ομοιότητά μας είναι ότι δεν έχουμε τον τυπικό γερμανικό ήχο. Στην Γερμανία έχουμε σχήματα που έχουν πιο «διεθνή» ήχο και σχήματα που έχουν τον τυπικό γερμανικό ήχο. Κάθε γκρουπ πρέπει να διαμορφώσει τον προσωπικό του ήχο, αλλά είναι σημαντικό να υπάρχουν διαφορές αφού αυτό κρατά τη σκηνή ενδιαφέρουσα.
Πως βρίσκεις το γεγονός ότι το thrashmetalέχει «αναστηθεί» τα τελευταία χρόνια, αφού είχε μείνει στο παρασκήνιο για τόσον καιρό;
Μετά από πολύ καιρό γεμάτο πειραματισμούς και το nu metal, ήρθε ένας καινούργιος καιρός. Ένας καιρός που κάνει τον ακροατή να θέλει πιο γρήγορη, επιθετική και δυνατή μουσική. Το metalcore και το deathcore, κυρίεψαν τον κόσμο και κατέστρεψαν τις mainstream συνήθειες σε ότι αφορά τη μουσική. Για πολλά χρόνια ο κόσμος δεν ήθελε να ακούσει τυπικές δομές κομματιών και τώρα συμβαίνει το αντίθετο. Και αυτό ορίζει αυτή η μουσική.
Ποια ήταν η σχέση των ACCUSERμε τους industrialmetallersDIEKRUPPS; Βοήθησε αυτό τη μπάντα σας;
Οι τύποι από τους DIE KRUPPS, ήταν καλοί φίλοι μας και είχαμε την ιδέα να φέρουμε διαφορετικά μουσικά είδη όσο πιο κοντά γίνεται. Σε κάποιους άρεσε, σε κάποιους όχι, αλλά τελικά δεν μας βοήθησε ιδιαίτερα, ήταν απλά ένα πείραμα.
Θα μπορούσες να μας δώσεις μία σύντομη περιγραφή των στούντιο δίσκων σας;
Το “Conviction” είναι το πρώτο άλμπουμ του γκρουπ. Ωμό speed metal, αυθόρμητο, ευθύ, με δυναμικές. Το “Experimental errors”, είναι ένα EP από οπαδούς σε οπαδούς. Δουλέψαμε πάνω σε στυλ από γκρουπ που μας άρεσαν όπως οι MEGADETH, TESTAMENT, EXODUS και VOIVOD. Το “Who dominates who” είναι σπουδαίο άλμπουμ. Γρήγορο, ακριβές και πιασάρικο, διαμόρφωσε τον ήχο των ACCUSER. Στο “Double talk”, κάναμε τις ηχογραφήσεις πολύ πειραματικά. Κάναμε όλες τις ηχογραφήσεις στα ντραμς και τις κιθάρες σε ένα take. Το “Repent” είναι ο πρώτος δίσκος μας με μένα στα φωνητικά. Το στυλ του γκρουπ άλλαξε, γιατί εκείνο τον καιρό η αγαπημένη μου μπάντα ήταν οι SEPULTURA και τα φωνητικά μου έμοιαζαν αρκετά με αυτά του Max Cavalera. Ήταν όμως ένας ωραίος δίσκος με ατμόσφαιρα. Το “Reflactions” είναι ένας δίσκος με groove, αλλά δεν κατάλαβε πολύς κόσμος αυτή την αλλαγή, ίσως επειδή ξεκινούσε με το “Unite / Divide”, που ήταν πολύ γρήγορο τραγούδι. Το EP “Confusion romance” είναι μια συλλογή με διασκευές, live τραγούδια κι ένα καινούργιο με πολύ δυναμικό ήχο. Το “Taken by throat” είναι ακόμα πιο επιθετικό από το “Reflections”. Το “Agitation” είναι η πρώτη κυκλοφορία μετά το reunion, με δυναμικό ήχο στην κιθάρα και μελωδικά σημεία. Το “Dependent domination” είναι ο νέος μας δίσκος, ένα δυναμικό κι επιθετικό thrash metal άλμπουμ, με φοβερό ήχο.
Ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στο thrashτων 80’sκαι του thrashστα 10’s;
Μία διαφορά είναι ο ήχος. Τώρα έχεις πολύ περισσότερες επιλογές και δυνατότητες, μπορείς να δουλέψεις περισσότερο στον ήχο που υποστηρίζει τα κομμάτια. Τα παλιά χρόνια το αποτέλεσμα του άλμπουμ ήταν περισσότερο αποτέλεσμα «ατυχήματος». Κάποιες φορές καλό, κάποιες φορές κακό. Μπορεί όμως να συμβεί και σήμερα!!! Νομίζω ότι η σκηνή είναι ίδια, αλλά σήμερα έχεις πιο πολλές πιθανότητες να ανταλλάξεις εμπειρίες και σίγουρα οι οπαδοί είναι μεγαλύτεροι σε ηλικία!!!
Γιατί πιστεύεις ότι οι ACCUSER ποτέ δεν έφτασαν στο statusτων KREATOR, των SODOMή των DESTRUCTION, παρότι ήσασταν μία μπάντα του είδους χωρίς ιδιαίτερες διαφορές όταν το thrashήταν στο αποκορύφωμά του;
Κάναμε το διάλειμμα το 1996. Τα 90’s δεν ήταν εύκολα για τη μουσική. Νομίζω ότι αν συνεχίζαμε, θα είχαμε μεγαλύτερο status. Αλλά έτσι έγινε και τώρα είναι καλό για εμάς. Έχουμε ένα νέο άλμπουμ, σπουδαία φεστιβάλ και σπουδαίους οπαδούς στον κόσμο.
Το 2014 είναι πιθανότατα η καλύτερη χρονιά για το death metal που έχω ζήσει κι έτσι η ιδέα για ένα αφιέρωμα-σύνοψη της χρονιάς ήρθε πολύ φυσικά. 15 άλμπουμ σε αλφαβητική σειρά, περιοριζόμενα σε πιο “υπόγεια” πλαίσια, όπου θεωρώ ότι βρίσκεται και το περισσότερο ζουμί. Αποκλείστηκαν επομένως πιο “mainstream/γνωστές” μπάντες (CANNIBAL CORPSE, BEHEMOTH, VALLENFYRE, INCANTATION, AUTOPSY κ.λ.π), όπως και άλμπουμ που γέρνουν περισσότερο προς κάποια άλλη κατεύθυνση όπως thrash metal (όπως το πωρωτικότατο ντεμπούτο των VAMPIRE), grindcore (CRETIN π.χ), black metal (BURIAL HORDES) κ.λ.π.
ARTIFICIAL BRAIN – “Labyrinth Constellation”
Από τους δίσκους της χρονιάς. Άρτιο σε όλα, από το εξώφυλλο, μέχρι την απόδοση των μελών και το επίπεδο τραγουδοποιίας. Ακραίο, μελωδικό, avant-garde, ευθύ όπου χρειάζεται και με concept που πωρώνει, τί άλλο να ζητήσει κανείς. Βάλτε το στα ακουστικά ενώ παίζετε Starcraft (έχει γαμάτο soundtrack, αλλά ΟΚ) και λυσσάξτε.
DEAD CONGREGATION – “Promulgation Of The Fall”
Από τα πλέον πολυαναμενόμενα άλμπουμ της χρονιάς η δισκογραφική επιστροφή των DEAD CONGREGATION που τελικά όχι μόνο δεν κατέρρευσαν από το βάρος, αλλά εκτόξευσαν τον πήχη ακόμα υψηλότερα: Ασύλληπτο σε επίπεδα εκτελεστικής δεινότητας και ηχητικής βίας και με τις καλύτερες lead από την εποχή του “Storm Of The Light’s Bane” (με μία μικρή δόση υπερβολής). Στην κατηγορία των δίσκων που ψαρώνουν κοσμάκη και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης, κάτι που προκύπτει και από το πόσο στα σοβαρά παίρνουν οι Αθηναίοι αυτό που κάνουν.
DEATH VOMIT – “Gutted By Horrors”
Ασπρόμαυρο με μωβ εξώφυλλο. Τίτλοι όπως “Ashes Of Necromancy”, “Demoniac Hunger” και “Resurrection Grotesque”. Τα καλλιτεχνικά τους ονόματα είναι “Vesalius”, “Azazzel” και “Evil Ezcorsized”. Είναι από την Χιλή. Νομίζω δε ότι χρειάζεται να πω κάτι άλλο πέρα από το ότι αναπαραγάγουν τέλεια τη μπουντρουμίλα και το feeling του χύμα 80’s death/black metal (TREBLINKA, NECROVORE κ.α) και παρόμοιων cult λατινοαμερικάνικων μπαντών (MORTEM, IMPURITY κ.α). Ελαφρώς μονότονο στην τελική σούμα, αλλά ποιος νοιάζεται, κατσαπλιάδες for the win!
DESECRESY – “Chasmic Transcendence”
Δίχως αμφιβολία μία από τις πιο υποτιμημένες μπάντες στο σημερινό death metal, οι Φινλανδοί ακούγονται ατμοσφαιρικοί όσο λίγοι, πατώντας στην παράδοση της χώρας τους στο αρχαϊκό, σκοτεινό death metal που δίνει μεγάλη βάση στα mid-low tempo σημεία, αλλά και την κληρονομιά μπαντών όπως οι BOLT THROWER. Ο τρίτος τους δίσκος μπορεί να μην αγγίζει την τελειότητα του προ διετίας “The Doom Skeptron”, αλλά από τη στιγμή που διαθέτει αυτά τα lead που σηκώνουν την τρίχα σε έχει κερδίσει με το καλημέρα. Τσεκάρετε επίσης και την σόλο μπάντα του τραγουδιστή τους, SERPENT ASCENDING, ένα από τα καλύτερα κρυμμένα μυστικά του underground.
DOMAINS – “Sinister Ceremonies”
Aυτό εδώ προκάλεσε αρκετό θόρυβο στους σχετικούς κύκλους και αυτόματα έγινε αποδεκτό από πολλούς ως μία από τις καλύτερες κυκλοφορίες των τελευταίων ετών. Το ντεμπούτο των Ισπανών φέρει αύρα κλασικού δίσκου, κάτι που γίνεται αντιληπτό από τις πρώτες κιόλας νότες. Διαβολικό και θανατερό, θυμίζοντας τις καλύτερες στιγμές από MORBID ANGEL και IMMOLATION αλλά με εντελώς αυθεντικό χαρακτήρα. Θα μπορούσε κανείς να βρει πολλές γραφικότητες για να περιγράψει πόσο απίστευτα evil ακούγεται το “Sinister Ceremonies” κάτι που θα προτιμούσα ν’ αποφύγω, αλλά οφείλω να πω ότι στα solo γίνεται summon ο διάολος ο ίδιος.
EXECRATION – “Morbid Dimensions”
Πανάξιοι εκπρόσωποι της Νορβηγίας στο σημερινό death metal μαζί με τους OBLITERATION, οι EXECRATION στον τρίτο τους δίσκο πετυχαίνουν έναν πολύ δύσκολο συγκερασμό, αυτόν του προοδευτικού, με το παραδοσιακό. Techno-thrash, old school death metal οδοστρωτήρες (σπανιότερα), black metal αρπίσματα όπως τα δίδαξαν οι VED BUENS ENDE, early DARKTHRONE-ίλες (πόσο υποτιμημένο είναι το “Goatlord” και πόσο ΣΚΟΤΩΝΕΙ), δημιουργούν μία απόκοσμη ατμόσφαιρα που ουσιαστικά αποτελεί την ακουστική αναπαράσταση του εξαιρετικού εξωφύλλου.
HORRENDOUS – “Ecdysis”
Η Dark Descent Records έχει κάνει καταπληκτική δουλειά στο να αναδεικνύει νέες death metal μπάντες (του χρόνου λογικά όλοι θα μάθουν τους HOUSE OF ATREUS και θα παραμιλάνε) και οι HORRENDOUS είναι από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα, μιας και με το δεύτερο άλμπουμ τους φαίνεται να σπάνε τα σύνορα του στενού underground. Το “Ecdysis” φιγουράρει σε αρκετές best of λίστες για τη χρονιά που μας άφησε και όχι άδικα μιας και αποτελεί σημαντικό βήμα μπροστά για τη μπάντα έπειτα από ένα ήδη αποθεωθέν ντεμπούτο άλμπουμ. Με αξιοθαύμαστη συνθετική ικανότητα, μεγάλο εύρος επιρροών και ισχυρές δόσεις κλασικού metal, προσωπικά τους θεωρώ ό,τι πιο κοντινό υπάρχει σήμερα στους DEATH και την όλη πορεία και εξέλιξή τους (Να δούμε πώς θα κινηθούν στο μέλλον βέβαια).
HOWLS OF EBB – “Vigils Of The 3rd Eye”
Εντελώς ασυνήθιστο, σε βαθμό που δεν μπορώ να σκεφτώ παρόμοια μουσική πρόταση σαν σημείο αναφοράς. Και είμαστε στο 2014. Αξίζει να σταθούμε σε 3 σημεία. Πρώτα στην παραγωγή, που δεν θυμίζει σε τίποτα death metal, χωρίς καθόλου σχεδόν όγκο στις κιθάρες και τα τύμπανα, ούτε ιδιαίτερη παραμόρφωση, αλλά ένα περίεργο όσο και συναρπαστικό αναλογικό πράγμα. Κατά δεύτερον στις συνθέσεις, που ενώ έχουν παικτικά κάποια βάση στο death metal (κι ενίοτε και στο black metal) περιλαμβάνουν τόσα διαφορετικά στοιχεία και αναπτύσσονται εντελώς απρόσμενα -αλλά όχι αδόμητα- και παρόλα αυτά παραμένουν πιασάρικες κατά κάποιον τρόπο και σου καρφώνονται. Τρίτον στην απίστευτη ατμόσφαιρα που δημιουργεί: Τρομακτική, κλειστοφοβική και πέρα για πέρα εσωστρεφή. Από τους must listen δίσκους και τραγικά παραγνωρισμένος.
LVCIFYRE – “Svn Eater”
Βλάσφημο, βάρβαρο και κατάμαυρο death metal, με κινηματογραφική σχεδόν ροή από έμπειρους στον χώρο μουσικούς (μέλη από NIGHTBRINGER, NECROSADIST, πρώην ADORIOR κ.α) . Χωρίς να πέφτουν στην παγίδα του retro με την επιτυχημένη ενσωμάτωση των black metal επιρροών που κουβαλάνε από τις μπάντες τους, δημιουργούν με το “Svn Eater” αποκαλυπτική ατμόσφαιρα που μπορεί να πείσει μεγάλου εύρους ακροατήριο, από φίλους των MORBID ANGEL, ANGELCORPSE, PSEUDOGOD, WRATHPRAYER μέχρι μπλακμεταλάδες.
MIASMAL – “Cursed Redeemer”
Κλασική Σουηδική, πάνκικη death metal αλητεία, με τη διαφορά ότι ροκάρει ακόμα περισσότερο από τα συνηθισμένα, με αποτέλεσμα μερικές από τις death metal χιτάρες της χρονιάς. Καθόλου τυχαίο ότι προσωπικά ίσως να είναι και ο δίσκος που άκουσα περισσότερο μέσα στη χρονιά σε αυτό το είδος. Το μεγάλο ατού εδώ δεν είναι άλλο από τις καταπληκτικές κιθάρες. Τόσο καλό που χαλάλι τους το ψιλοαπαράδεκτο εξώφυλλο.
MORBO – “Addiction To Musickal Dissection”
Οι γερο-AUTOPSY έχουν πάρει τρελή φόρα και βγάζουν κάθε χρόνο διασκεδαστικότατους δίσκους, αλλά για όποιον ψάχνει κάτι πιο φρέσκο (εχμ…) και εξίσου -αν όχι περισσότερο στη δεδομένη φάση- απολαυστικό ας τσεκάρει αυτούς εδώ τους Ιταλούς. Με το ντεμάκι τους είχαν ήδη αφήσει υποσχέσεις (τόσο καλό AUTOPSY worship παίζει να είχε ν’ ακουστεί από τους MURDER SQUAD) τις οποίες εύκολα εκπληρώνει το ντεμπούτο άλμπουμ τους, “Addiction to Musickal Dissection”. Όποιος ψήνεται με τέτοιες φάσεις τσεκάρει οπωσδήποτε και το “Gore Ceremony” (2012) των συμπατριωτών τους NECRO.
PYRRHON – “Mother Of Virtues”
Τεχνικός, extreme metal πονοκέφαλος σε επίπεδα CEPHALIC CARNAGE, με εξαιρετικούς επιπλέον στίχους που δένουν απίστευτα καλά με το μουσικό περιεχόμενο. Με την πρώτη ακρόαση δε σου μένει τίποτα, εκτός από την αίσθηση ότι αυτό εδώ το άλμπουμ είναι ιδιαίτερο και χρειάζεται προσήλωση. Με τις επόμενες ανακαλύπτεις όλο και περισσότερα πράγματα -λεπτομέρειες και μη- που συμπληρώνουν το παζλ και ολοκληρώνουν την εμπειρία, όπως συμβαίνει μ’ ένα καλό βιβλίο ή ταινία, ή μουσικό έργο. Δηλαδή η ουσία της διαχρονικότητας κατ’ εμέ.
SWALLOWED – “Lunarterial”
Η έλλειψη προσωπικού χαρακτήρα είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα με τους περισσότερους νέους καλλιτέχνες στη μουσική και στον metal χώρο το θεματάκι αυτό είναι ακόμα πιο έντονο. Οι Φιλανδοί SWALLOWED πέρασαν από αυτό το στάδιο με τις πρώτες τους μικρές κυκλοφορίες, αλλά με το πρώτο τους full length κάνουν την υπέρβαση καταφέρνοντας να ξεχωρίσουν με μεγάλη άνεση από τον σωρό. Με καταπληκτική παραγωγή, αλλοπρόσαλλες συνθέσεις και “πιο τέλεια δεν γίνεται” φωνητικά (επιπέδου CULTES DES GHOULES), το “Lunarterial” συνθλίβει τον ανταγωνισμό και αλλάζει τα δεδομένα, θέτοντας νέες βάσεις στον death/doom χώρο.
TEITANBLOOD – “Death”
Oι TEITANBLOOD είναι από τα πιο σημαντικά συγκροτήματα της γενιάς τους, με κάθε δουλειά τους να περιβάλλεται από μία ιδιαίτερη αύρα και να δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για κάτι παραπάνω από απλώς μία ακόμα μουσική κυκλοφορία ακραίου metal. Και όλα αυτά χωρίς οι ίδιοι να προσπαθήσουν να είναι εκλεπτυσμένοι και “κουλτουριάρηδες” και “ακούμε VED BUENS ENDE”. Και πράγματι έτσι είναι. Η κυρία Σμυρνιώτη τα έχει πει πολύ καλύτερα εδώ. Το “Death” αποτελεί ισχυρότατη δήλωση, όντας ένα από τα πιο ουσιαστικά και “χεσμεντέν” άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει τελευταία.
ZOM – “Flesh Assimilation”
Ένα από τα πράγματα που μου αρέσουν πολύ στην σημερινή underground κοινότητα στο ακραίο metal είναι η πολυπολιτισμικότητά της. Μπορείς να βρεις διαμαντάκια από όλες της γωνίες της γης και από χώρες χωρίς ιδιαίτερη παράδοση στον ήχο, όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Ιρλανδία από την οποία προέρχονται οι ZOM. Όσοι παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις στο υπόγειο death metal πιθανότατα να έχουν υπόψη πως το συγκεκριμένο τρίο αποτελεί μία από τις πλέον υποσχόμενες νέες μπάντες, κάτι που επιβεβαιώνει το ντεμπούτο full length τους. Μία μίξη death, black & thrash/punk/grindcore μέσα από μία πενταβρώμικη και χύμα, σχεδόν χαοτική προσέγγιση που ωστόσο δε θάβεις τις γκρούβες. Η μικρή του διάρκεια (μισή ωρίτσα) κάνει το τελικό αποτέλεσμα ακόμα πιο in your face και δεν αφήνει να χαθεί καθόλου από την αμεσότητα και την ωμή του φύση.
Τις τελευταίες εβδομάδες, ο ντράμερ των θρυλικών AC/DC, Phil Rudd, μονοπώλησε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, ίσως και περισσότερο από το ίδιο το “Rock or bust”, το νέο άλμπουμ των Αυστραλών rockers, λόγω των μπλεξιμάτων του με το νόμο.
Είχε κατηγορηθεί ότι προσέλαβε άνθρωπο για να δολοφονήσει δύο άντρες, κατηγορία που τελικά απερρίφθη, καθώς και για κατοχή ναρκωτικών ουσιών. Στη συνέχεια άργησε να παρευρεθεί στο δικαστήριο, στην επόμενη ακρόαση δεν εμφανίστηκε καν χωρίς να ειδοποιήσει, ενώ λίγο αργότερα εθεάθη να πλακώνει στις μπουνιές τον σωματοφύλακά του μέχρι που του φόρεσαν πάλι χειροπέδες.
Όλη αυτή η –αρνητική κατ’ άλλους- δημοσιότητα που απέκτησε εσχάτως ο ντράμερ, φαίνεται ότι τον βοήθησε να ξεκινήσει, έστω και στα 60 του χρόνια, καριέρα μοντέλου!!! Έγκυρες πληροφορίες, αναφέρουν ότι στην ποδιά του σφάζονται παλικάρια… εμμμμ… εταιρίες εμπορίας χρυσαφικών και κοσμημάτων, καθώς στο πρόσωπό του βλέπουν ένα τέλειο μοντέλο για να φορά βραχιόλια και άλλα αξεσουάρ του χεριού, εκτιμώντας την άνεση με την οποία φόρεσε χειροπέδες τόσες φορές και για τόσους διαφορετικούς λόγους τις τελευταίες εβδομάδες. Και την πραγματικότητα, ο λόγος που δεν ήταν παρών στα γυρίσματα των δύο video clip των AC/DC, ήταν ότι περνούσε από casting από μεγάλα καταστήματα κοσμημάτων για να είναι κεντρικό πρόσωπο στην καμπάνια τους!!!
Σαν να μην έφταναν αυτές οι προτάσεις, μόλις δημοσιεύτηκαν οι φωτογραφίες του από το δικαστήριο, όπου εμφανίζεται επιμελώς ατημέλητος και αξύριστος, αλυσίδες sex shop, του πρότειναν να διαφημίσει προϊόντα τους, όπως χειροπέδες με γουνάκι και διάφορα τέτοια ωραία, εκτιμώντας τη μπρουτάλ εμφάνισή του, κάτι ανάμεσα σε Sons of Anarchy και Ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη (40 χρόνια μεγαλύτερο). Προφανώς ο ίδιος κρίνει ότι ανοίγεται πεδίο δόξης λαμπρό μπροστά του και μία νέα καριέρα στο modelling, οπότε είπε να αφήσει τα ντραμς στην άκρη. Εξ ου και το ότι δεν έχει ανακοινωθεί αν θα περιοδεύσει μέσα στο 2015 με τους AC/DC. Οι διεθνείς πασαρέλες τον περιμένουν κι εκεί δεν θα είναι κρυμμένος πίσω από το drum kit… (Ποιος ξέρει… Μέσα στον εθισμό του, μπορεί και να την είχε δει τελικά έτσι τη δουλειά… Ελπίζουμε να βάλει μυαλό…)
Δεκαετία του ’80, το heavy metal είναι στα πάνω του και από παντού ξεπετάγονται γκρουπ τα οποία πηγαίνουν όλο και πιο μακριά τον συγκεκριμένο ήχο. Ο ήχος όλο και γίνεται σκληρότερος και πιο δυνατός και η μια με την άλλη μπάντα ανταγωνίζεται σε ένταση και ταχύτητα, Το thrash αναγνωρίζεται από το 1986 και μετά, όταν το “Master of Puppets” γίνεται χρυσό στην Αμερική. Μια μπάντα επηρεασμένη από το 80΄s hardcore, το thrash και το crossover, δημιουργείται στις αρχές του 1987 στη Σουηδία, με το όνομα BRAINWARP με στόχο πιο πολύ να κάνει τον καθιερωμένο “χαβαλέ” παρά κάτι το επαγγελματικό. Η εμφάνιση όμως των DEATH στα μουσικά δρώμενα, έκανε την μπάντα να επαναπροσδιορίσει τον ήχο της και να αλλάξει το όνομα της σε ΝΙΗΙLIST.
Στα δυο χρόνια της παρουσίας τους οι NIHILIST κατάφεραν να δημιουργήσουν αρκετό θόρυβο γύρω από το όνομα τους και τον ήχο τους, με δυναμικά live και τρία demo τα οποία γνώρισαν αποθεωτικές κριτικές. Κάτι καινούργιο είχε δημιουργηθεί. Το Σουηδικό death metal! Εδώ κάπου η ιστορία ξαναφέρνει τους METALLICA στο άρθρο μας, διότι η μπάντα εκεί που ήταν έτοιμη να προχωρήσει στο επόμενο βήμα που ήταν η ηχογράφηση του πρώτου τους άλμπουμ, οι μουσικές διαφωνίες που είχαν με τον μπασίστα τους τότε Johnny Hedlund τους οδηγούν στο να πάρουν την απόφαση να προχωρήσουν χωρίς αυτόν, χωρίς όμως να τον απολύσουν! Απλά διαλύουν (!) την μπάντα και την ξαναδημιουργούν με διαφορετικό όνομα, αφήνοντας τον Hedlund στα κρύα του λουτρού! Αυτός φυσικά δεν τα παράτησε και πήρε την “εκδίκησή” του ( a la Mustaine) δημιουργώντας τους UNLEASHED!
Έτσι κάπως γεννήθηκαν οι ENTOMBED, ένα από τα επιδραστικότερα συγκροτήματα του Σουηδικού death metal. Ας κάνουμε μια βουτιά στην ιστορία παρουσιάζοντας την δισκογραφική τους πορεία.
“Left Hand Path” (1990)
9 / 10
To πρώτο πόνημα των Σουηδών θεωρείται ένας από τους πιο κλασικούς δίσκους του death metal με τον χαρακτηριστικό ήχο στις κιθάρες που επηρέασε όλη τη Σουηδική σκηνή. Ουσιαστικά τα κομμάτια που θα βρείτε εδώ είναι τα περισσότερα από την πορεία τους ως ΝIHILIST και με αυτό το άλμπουμ ουσιαστικά κλείνουν το κεφάλαιο εκείνο, ξεκινώντας μια πορεία η οποία έκρυβε πολλές εκπλήξεις. Το όνομα του άλμπουμ, παραπέμπει στον Anton LaVey και την “Σατανική Βίβλο”, ενώ το ομώνυμο κομμάτι παραμένει ακόμη και τώρα ένα από τα πιο αγαπημένα των φίλων του death metal στα νυχτερινά κλαμπ! Απαραίτητο άλμπουμ για κάθε death metaller που σέβεται τον εαυτό του! H χώρα τους, τους αγκάλιασε από τότε και το “Left Hand Path” έφτασε στο νούμερο 44 των Σουηδικών chart. Καθόλου άσχημα αν σκεφτείτε τι μουσική έπαιζαν…..
“Clandestine” (1991)
10 / 10
Όπως κάθε καινούργια μπάντα που έχει ένα σκασμό ιδέες και πολύ πάθος, το επόμενο χτύπημα ήρθε ακριβώς ένα χρόνο μετά, με το “Clandestine”, το οποίο είναι και το προσωπικό μου αγαπημένο. Πραγματικά σε σχέση με τον προκάτοχό του και το αμέσως επόμενο άλμπουμ, πιστεύω ότι δεν έχει τύχει της αναγνώρισης που το αναλογεί. Στο συγκεκριμένο άλμπουμ επικρατεί μια επική αλλά και ανατριχιαστική ατμόσφαιρα με την προσεκτική χρήση κάποιων εντελώς creepy πλήκτρων. Φοβερά riff από τους Alex Hellid και Uffe Cederlund, ενώ το συναίσθημα του θανάτου που πλησιάζει απειλητικά, επικρατεί σε όλο το άλμπουμ. ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ! Νούμερο 14 στα Σουηδικά chart και 58 στα chart του Ηνωμένου Βασιλείου! Τα φωνητικά σε αυτό το άλμπουμ τα είχε αναλάβει ο ντράμερ τους Nicke Andersson που είναι γνωστός ίσως σε εσάς και από την θητεία του στους THE HELLACOPTERS!!!
“Wolverine Blues” (1993)
9 / 10
“Ένας φίλος ήρθε απόψε από τα παλιά….” και η επιστροφή του τεράστιου Lars Goran Petrov στα φωνητικά (να δώσουμε εδώ και ένα ενδιαφέρον tip για το παρελθόν του αναφέροντας ότι ήταν για ένα φεγγάρι ντράμερ στην μπάντα του Dead, MORBID, του οποίου όλοι ξέρουμε αργότερα την ιστορία του) έφερε ξανά στην μπάντα ένα συναίσθημα πιο κοντινό στο attitude του πρώτου άλμπουμ αλλά με μια σοβαρότατη αλλαγή στον ήχο τους. Οι ρυθμοί πλέον είναι πιο groovy με στακάτες κιθάρες πιο sabbathiκές πιο κλασικομεταλικές και screaming/hardcore φωνητικά. To άλμπουμ αυτό είναι και το πιο επιτυχημένο των ENTOMBED μέχρι στιγμής, με καλές πωλήσεις στην Αμερική, ενώ στη χώρα τους έφτασε στο νούμερο 2!!!
Η μπάντα ήταν αναγνωρίσιμη πλέον και σε ένα άλλο κοινό, χωρίς όμως ακόμα να τους αποκηρύξουν οι παλιοί τους οπαδοί. Αν και η μπάντα δεν ήθελε να συνδεθεί το άλμπουμ με τον ήρωα της Μarvel, Wolverine, ωστόσο χωρίς καν να τους ρωτήσει η Εarache έκανε συμφωνία με την Marvel και κυκλοφόρησε και μια άλλη version του δίσκου με τον Wolverine στο εξώφυλλο και ένα μικρό κόμικ στο booklet (για να μη νομίζετε ότι μόνο σήμερα γίνονται αυτά) ! Στη συγκεκριμένη έκδοση, έβγαλαν απ’ έξω το κομμάτι “Out of Hand” λόγω του σκληρού αντιχριστιανικού του περιεχομένου, κάνοντάς το θρυλικό στην ιστορία των ENTOMBED (κάτι σαν το “To Our Martyrs” των SAMAEL) Το 2005 το ROCK HARD, συμπεριέλαβε τον δίσκο, στο βιβλίο με τα 500 καλυτέρα rock & metal άλμπουμ όλων των εποχών. Μιας και δεν το έχω δει ποτέ γραμμένο πουθενά η drum εισαγωγή του “Blood Song” είναι η εισαγωγή του “Billion Dollar Babies” του ALICE COOPER. Για πολλούς το καλύτερό τους άλμπουμ.
“DCLXVI: To Ride Shoot Straight and Speak the Truth” (1997)
(7 / 10)
Πέρασαν τέσσερα ολόκληρα χρόνια μέχρι το επόμενο άλμπουμ τους. Πολλά αν σκεφτούμε την μέχρι τότε κινητικότητα της μπάντας. Το τελικό αποτέλεσμα παρουσιάζει ένα άλλο γκρουπ. Τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η μπάντα με αυτή του “Left Hand Path”? Kαμία μα καμία. Από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό είναι φανερό ότι η μπάντα έκανε ένα άλμπουμ για αυτήν χωρίς να ενδιαφέρεται τι αντίκτυπο θα έχει στους οπαδούς τους. Πολλά περιοδικά της εποχής το εκθείασαν αν και εγώ οφείλω να ομολογήσω ότι ποτέ δεν με τρέλανε αλλά είναι ένα αρκετά ευκολοάκουστο και διασκεδαστικό άλμπουμ. Από το πρώτο riff του ομώνυμου κομματιού που νιώθεις ότι έβαλες CATHEDRAL στο CD player μέχρι το “Damn Deal Done” που πρέπει να το ακούσουν οι οπαδοί των PLANET OF ZEUS και του stoner και της sodompunk έξαρσης σαν το “Just as Sad”, είναι ένας ευχάριστος δίσκος και προτείνεται ανεπιφύλακτα για τους χαλαρούς καλοκαιρινούς μήνες με την απαραίτητη φραπεδιά. Εδώ ξεκίνησε και η δεύτερη περίοδος της μπάντας που κέρδισαν με την αξία τους τον όρο death’n roll. Παρόλες τις αντιδράσεις τα πήγε αρκετά καλά εμπορικά φτάνοντας στο νούμερο 7 στη χώρα τους ενώ μπήκε στα charts αρκετών χωρών.
“Same Difference” (1998)
(4 / 10)
Ένα χρόνο μετά την “κρυάδα” του “Το Ride…” το “Same Difference” ήρθε να ολοκληρώσει το, σε εισαγωγικά πάντα, “έγκλημα”
Εδώ δεν υπάρχουν και πολλά για να πεις. Ήδη οι παλιοί οπαδοί τους είχαν κάνει “τα σαράντα” αλλά ακόμα και οι πιο ανοιχτόμυαλοι άρχισαν να δυσανασχετούν. Ο ήχος της μπάντας είναι πλέον ένα μίγμα hard rock/alternative metal και με εμφανή απουσία καλών συνθέσεων είναι σίγουρα ότι χειρότερο έχουν βγάλει ποτέ οι ENTOMBED. Εμπορικά ήταν μια παταγώδης αποτυχία.
“Uprising” (2000)
(6 / 10)
Η νέα χιλιετία είχε πλέον μπει και εμείς ως προοδευτικοί Έλληνες συνεχίζαμε να τσακωνόμαστε για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά για το πόσο metal ή μη είναι οι ΜETALLICA και για το ατόπημα να κόψουν την καραφλοχαίτη τους. Εκεί που είχαν ξεχαστεί οι ENTOMBED και λίγοι πλέον πίστευαν ότι θα μπορούσαν να μας δώσουν κάτι καλό, ήρθε το “Uprising” δίνοντας όπως λέει και ο τίτλος του μια αύρα αισιοδοξίας ότι η μπάντα μπορεί να βρει κάτι από το παρελθόν της. Το άλμπουμ αυτό ήταν η τέλεια μίξη των τριών τελευταίων κυκλοφοριών τους μέχρι εκείνη την στιγμή, οπότε το αποτέλεσμα ήταν και λίγο πάνω από το μέτριο. Όπως και να έχει τα groovy riffs, μαζί με την τραχειά παραγωγή, τα γκαζιάρικα θέματα που Motorheadιζαν επικίνδυνα ακουγόταν ευχάριστα. Όχι δεν είχε τελειώσει ακόμη τίποτα…
“Morning Star” (2001)
(8 / 10)
Τι έγινε ρε παιδιά εδώ; Είναι σίγουρα 2001; Γιατί μοιάζει σα να πέρασαν κάνα δυο-τρία χρόνια από το “Wolverine Blues”. Και όμως οι ENTOMBED με αυτό το άλμπουμ επέστρεψαν στις ρίζες τους, κυκλοφορώντας τον δίσκο που θα έπρεπε να διαδεχτεί το “Wolverine Blues”. Πολύ καλή και δυναμική παραγωγή, κοφτερά riff με οργισμένα φωνητικά και πραγματικά καλές και δουλευμένες συνθέσεις με ενδιαφέροντες στίχους. Κομματάρες σαν το “Chief Rebel Angel” η το “I For An Eye” προκαλούν την γνώριμη κίνηση του κεφαλιού μας και δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης. Οι ENTOMBED είναι και πάλι εδώ.
“Inferno” (2003)
(6,5 / 10)
Αν μπορούσαμε να αλλάξουμε τον τίτλο του άλμπουμ θα το ονομάζαμε “We Regret Nothing”. Δυο χρόνια μετά το πολύ καλό “Morning Star” οι ENTOMBED κάνουν ένα πισωγύρισμα, δημιουργώντας ένα “Uprising No2”, μόνο που είναι ευτυχώς κάπως καλύτερο. Το άλμπουμ χωρίς να έχει κάτι τρομερό να παρουσιάσει είναι αρκετά διασκεδαστικό στο γνώριμο γκαζιάρικο και βρώμικο ύφος της μπάντας αλλά μετά από εφτά άλμπουμ, αυτό δεν είναι πλέον αρκετό. Το άλμπουμ κατάφερε να βάλει ξανά την μπάντα στο top 20 της χώρας τους.
“Serpent Saints – The Ten Amendments” (2007)
(6 /10)
Από την αυθεντική σύνθεση πλέον την μπάντας έχει μείνει μόνο ο L-G Petrov στα φωνητικά και ο Alex Hellid στην κιθάρα. Περνούν τέσσερα χρόνια μέχρι να ξανακούσουμε νέα τους. Mε το “Serpent Saints” ανακοινώνουν την επιστροφή στις κλασικές death metal φόρμουλες του παρελθόντος. Και όμως! Αυτό που περιμέναμε τόσο πολύ να γίνει μας άφησε με το συναίσθημα του ανικανοποίητου. Δίχως άλλο το “Serpent Saints” δεν είναι ένα κακό άλμπουμ. Αλλά από το πρώτο λεπτό νιώθεις ότι η μπάντα, προσπαθεί με το “ζόρι” να γίνει ξανά death metal. Όταν κάνεις κάτι προφανώς για να ικανοποιήσεις τους παλιούς σου οπαδούς και να ξαναμπείς πάλι στα πράγματα εκμεταλλευόμενος το ένδοξο παρελθόν σου, δεν θα λειτουργήσει εφόσον δεν ΝΙΩΘΕΙΣ την μουσική μέσα σου. Ένα death metal που αγκομαχά δεν είναι ποτέ ένα καλό death metal. Το άλμπουμ πάντως γνώρισε θετική ανταπόκριση από το κοινό και έφτασε στην τρίτη θέση των chart της χώρας τους.
“Back to the Front” (2014)
(7 / 10)
Μετά από 7 χρόνια ξηρασίας και αφού οι σχέσεις των δυο αρχικών μελών της μπάντας Petrov και Alex διασπάστηκαν, το αποτέλεσμα είναι να μην ξέρουμε ποιοι είναι οι πραγματικοί ENTOMBED! Όπως και να έχει ο Petrov πήρε την υπόλοιπη μπάντα έφτιαξε τους ENTOMBED A.D. και συνέχισε το δρόμο του. ενώ ο Alex κατέχει το αρχικό όνομα υποστηρίζοντας ότι θα επαναδραστηριοποιήσει όλα τα αρχικά μέλη της μπάντας εκτός του Petrov. Σήριαλ και αυτό, χωρίς να έχει τις “τραγανιστές” λεπτομέρειες που μας έδωσαν π.χ. οι QUEENSRYCHE. Το άλμπουμ των ENTOMBED A.D είναι καλό και ακούγεται φρέσκο, προσπαθώντας μια πιο ομαλή μετάβαση στο death metal από ότι στο “Serpent Saints”. To μέλλον θα δείξει τι να περιμένουμε και για τις δυο πλευρές. Προς το παρόν δίνουμε όλοι ραντεβού την Παρασκευή στο An Club με την παρέα του Petrov, που θα μας τινάξει τα μυαλά στον αέρα.
Από την απόλυτη απομόνωση του φρενοκομείου και τον μυστικισμό της Αιγύπτου με τις πυραμίδες και τους Φαραώ, μεταφερόμαστε με τον Eddie στο πολύ μακρινό μέλλον όπου η West Ham κερδίζει την Άρσεναλ 7-3 αλλά και στα παγωμένα τοπία του Βόρειου Πόλου. Οι MAIDEN πραγματοποιούν το ακατόρθωτο και κυκλοφορούν δύο ακόμη heavy metal ογκόλιθους επιτυγχάνοντας με αυτό τον τρόπο να έχουν επτά συνεχόμενους, αριστουργηματικούς studio δίσκους που οριοθέτησαν μία ολόκληρη δεκαετία και ένα ολόκληρο ιδίωμα. Διότι αναμφίβολα στη δεκαετία του ‘80 το heavy metal ήταν συνώνυμο σε μεγάλο βαθμό με το όνομα της Σιδηράς Παρθένου. Η τρίτη σειρά των επανεκδόσεων κλείνει, λοιπόν, με τα singles από τα “Somewhere in time” και “Seventh son of a seventh son”…
“Wasted years” / “Reach out”
Λίγες βδομάδες προτού οι φίλοι των MAIDEN ακούσουν τη νέα ολοκληρωμένη δουλειά του αγαπημένου τους συγκροτήματος, σκάει σαν βόμβα το πρώτο single από το επερχόμενο τότε άλμπουμ προκαλώντας ανάμεικτες αντιδράσεις από τον τύπο και τους οπαδούς. Το “Wasted years” ήταν πιο μελωδικό από ποτέ, δεν είχε ίχνος επικής διάθεσης και οι MAIDEN παρουσίαζαν για πρώτη φορά μία πιο εμπορική για τα δεδομένα της εποχής μουσική κατεύθυνση. Βέβαια, τόσο το κομμάτι όσο και ο δίσκος συνολικά ήταν εξαιρετικά όπως και το b’ side, το εξίσου εμπορικό “Reach out” στο οποίο ο Adrian Smith αναλαμβάνει τα πρώτα φωνητικά και τον Bruce Dickinson να περιορίζεται στα backing vocals. Αξίζει να σημειώσουμε ότι το κομμάτι αυτό, ανήκει στο side project των Nicko McBrain & Adrian Smith που δημιουργήθηκε στα τέλη του 1985 και έφερε το ευφάνταστο όνομα THE ENTIRE POPULATION OF HACKNEY. Να πούμε, τέλος, ότι το “Reach out” γράφτηκε από τον Dave Colwell που έπαιζε στο project αλλά και σε άλλες μπάντες όπως οι FM, ASAP, SAMSON κτλ.
Εξώφυλλο: Εξίσου φουτουριστικό με το γενικότερο concept του δίσκου είναι και το εξώφυλλο που φιλοτέχνησε ο Derek Riggs πιθανότατα έντονα επηρεασμένος από την πρόσφατη εκείνη την εποχή ταινία “Back to the future” και το cockpit της DeLorean του Marty McFly. Ο Eddie βρίσκεται μέσα στην οθόνη του «διαστημικού οχήματος» συμβουλεύοντας να μην χάνουμε το χρόνο μας ψάχνοντας για τα χαμένα χρόνια. Παρεμπιπτόντως, τσεκάρετε τις οθόνες στα αριστερά και δεξία του Eddie με γνώριμες αναφορές στο δισκογραφικό παρελθόν των MAIDEN.
“Stranger in a strange land” / “That girl”
Ο ρόλος του Adrian Smith στο “Somewhere in time” αναβαθμίστηκε και υπήρξε καταλυτικός στη συνολική ατμόσφαιρα του δίσκου. Και το δεύτερο single αποτελεί προσωπική του σύνθεση ενώ οι στίχοι πραμπέμπουν σε έναν εξερευνητή των πόλων που πεθαίνει και βρίσκεται πολλά χρόνια μετά διατηρημένος μέσα σε πάγο. Το b’ side έγινε αργότερα γνωστό από τους FM που κυκλοφόρησαν το “That girl” στο δίσκο τους “Indiscreet” λίγους μόνο μήνες πριν την κυκλοφορία του “Somewhere in time”. Βέβαια, οι δύο εκδοχές του κομματιού διαφέρουν σημαντικά ενώ η πρώτη έκδοση ανήκει στο προαναφερθέν project THE ENTIRE POPULATION OF HACKNEY. Στο δωδεκάρι υπάρχει και το “Juanita” (με τον Smith να αναλαμβάνει ρόλο μπασίστα αλλά και κιθαρίστα για τις ανάγκες ηχογράφησης του κομματιού).
Εξώφυλλο: Σε ένα bar του μέλλοντος και ενός άλλου (πιθανότατα) πλανήτη, ο…εκδικητής, cyborg Eddie έχει μόλις ανάψει ένα τσιγάρο ενώ γύρω του υπάρχουν διάφοροι εξωγήινοι θαμώνες. Το σκηνικό θυμίζει έντονα αντίστοιχες εικόνες από επεισόδια του Star Trek (The Original Series) όπου ο Captain Kirk, o Spock και ο “Bones” McCoy επισκέπτονταν άλλους γαλαξίες…πηγαίνοντας με τόλμη εκεί που δεν είχε πάει ποτέ στο παρελθόν ο άνθρωπος.
“Can I play with madness” / “Black Bart blues”
Ξανά το πρώτο single από το επερχόμενο νέο δίσκο των MAIDEN, έχει έντονη εμπορική χροιά με περίοπτη θέση των πλήκτρων και ένα καλογυρισμένο video-clip που έπαιζε συχνά πυκνά εκείνη την εποχή στο MTV (αλλά και στο Super Channel). Το “Can I play with madness” μπορεί να μην είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό του γενικότερου κλίματος του “Seventh son…” αλλά είναι κλασικό MAIDEN. Το “Black Bart blues” είναι ουσιαστικά ένα ακόμη χιουμοριστικό κομμάτι των MAIDEN με…πρόζα στην αρχή από τον Dickinson και μία τυπική blues rock τεχνοτροπία στη συνέχεια που θα πήγαινε γάντι σε κάποια από τις πρώτες κυκλοφορίες των GILLAN. Στιχουργικά, αναφέρεται σε μία πανοπλία που είχαν οι MAIDEN στο tour bus και έφερε το όνομα Black Bart…κάπου εκεί εμπλέκεται και μία…πρόθυμη νεαρά που θα έκανε (σχεδόν) τα πάντα για να αποκτήσει την πανοπλία.
Εξώφυλλο: To κρανίο του Eddie συνθλίβεται από μία γροθιά που κρατάει σφιχτά το μυαλό της μασκότ των MAIDEN. Η αλήθεια είναι ότι σε σχέση με τα προηγούμενα έργα του Riggs, τος υγκεκριμένο είναι σαφώς πιο λιτό χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι εντυπωσιακό και φυσικά σήμερα θεωρείται υπερκλασικό.
“The evil that men do” / “Prowler ‘88”
Πολλοί είναι εκείνοι που θεωρούν το “The evil that men do” σαν το καλύτερο κομμάτι των MAIDEN από το “Seventh son…”. Η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για μία φανταστική σύνθεση ανάμεσα σε άλλες εξίσου κλασικές συνθέσεις μέσα σε ένα δίσκο που έσφυζε από έμπνευση. Το live video clip γυρίστηκε στο Forum της California και απέκτησε σημαντικό airplay στην τηλεόραση. Το “Prowler ‘88” με τον Dickinson στα φωνητικά είναι φανταστικό…όπως και το “Charlotte the harlot ‘88” (που περιλαμβάνεται στο 12” single) βγάζοντας μία μοναδική ενέργεια και αναδεκνύοντας εκ νέου τα δύο αυτά τραγούδια από την…Jurassic περίοδο της μπάντας. Το εξαιρετικό solo στο “Prowler” ανήκει στον Dave Murray και τολμώ να πω ότι η συγκεκριμένη εκτέλεση είναι ισάξια (αν όχι καλύτερη) της αρχικής εκδοχής με τον Di’Anno στο μικρόφωνο.
Εξώφυλλο: Ο Riggs ισχυρίζεται ότι σχεδίασε το συγκεκριμένο εξώφυλλο μέσα σε μία νύχτα…και γιατί να μην τον πιστέψουμε άλλωστε; Και αυτό είναι λιτό (αν και σαφώς με περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με το “Can I play with madness”) με το κεφάλι του Eddie στις φλόγες, τον…Βελζεβούλη με το συμβόλαιο ανά χείρας σε μία άλλη εκδοχή του φαουστικού μύθου και με την ψυχή να είναι φυλακισμένη στο κεφάλι του Eddie (ή μήπως είναι έρμαιο του διαβόλου;)
“The clairvoyant (live)” / “The prisoner (live)”
Μία ακόμη εντυπωσιακή σύνθεση δια χειρός Steve Harris με τον Dave Murray να «κεντάει» πίσω από την εξάχορδη θεά και τον Bruce Dickinson να παραδίδει δωρεάν μαθήματα ερμηνείας για 4 λεπτά και 24 δευτερόλεπτα. Πρόκειται για μία live version του “The Clairvoyant” μέσα από την επιβλητική εμφάνιση των MAIDEN στο Donington το 1988. Από εκεί είναι και το “The prisoner” (αλλά και το “Heaven can wait” από το δωδεκάρι). Για την live version του “The prisoner” δεν έχουμε να πούμε και πολλά πράγματα αφού είμαι σίγουρος ότι όλοι έχετε δει το video της εποχής και μείνατε εντυπωσιασμένοι από αυτό.
Εξώφυλλο: Ο Eddie σε ρόλο μέντιουμ και τα μάτια που βλέπουν και διαισθάνονται το μέλλον να είναι αποσπασμένα από το υπόλοιπο κρανίο του Eddie το οποίο παρεμπιπτόντως είναι χωρισμένο σε δύο μέρη και με μία τριπλή προοπτική (μπορείς να δεις τον Eddie από τρεις διαφορετικές οπτικές γωνίες). Προσωπικά, θεωρώ ότι ο Riggs έχει κάνει και πολύ καλύτερες δουλειές στο παρελθόν αν και πλέον το cover του “The clairvoyant” θεωρείται κλασικό.
“Infinite dreams (live)” / “Killers (live)”
Άλλο ένα live single από τους MAIDEN το οποίο κλείνει πανηγυρικά μία απολύτως επιτυχημένη δεκαετία για τη Σιδηρά Παρθένο. Αυτή τη φορά, το “Infinite dreams” προέρχεται από τη βιντεοκασέτα του “Maiden England” (είναι η πρώτη φορά όπου οι MAIDEN κυκλοφορούν ένα single για να προωθήσουν ένα άλλο προιόν εκτός δίσκου…στην προκειμένη περίπτωση μία βιντεοκασέτα). Η εμφάνιση των MAIDEN στο Birmingham στα πλαίσια της “Seventh Tour of a Seventh Tour” (η οποία έκανε και μία στάση στη Νέα Φιλαδέλφεια το Σεπτέμβρη του 1988) ήταν καταιγιστική και οι εκτελέσεις τόσο του “Infinite dreams” όσο και του “Killers” είναι αψεγάδιαστες. Στο δωδεκάρι υπάρχει και μία άριστη εκτέλεση του “Still life”. Αξίζει αν σημειώσουμε ότι αυτή είναι και η τελευταία δισκογραφική εμφάνιση του Smith με τους MAIDEN για μία ολόκληρη δεκαετία.
Εξώφυλλο: Ο Riggs τοποθετεί τον Eddie πάνω σε μία μηχανή να…ίπταται πάνω από τους Maiden fans του NEC του Birmingham κρατώντας μία αγγλική σημαία και με τη σφραγίδα “Maiden England” να κοσμεί τη δεξιά πλευρά του βινυλίου (και φυσικά της βιντεοκασέτας).
Από τα σκοτεινά σοκάκια του East End, την κόλαση, τα πεδία της μάχης, τις μυθολογικές αναφορές, τα φρενοκομεία, τις αερομαχίες, τον ψυχρό πόλεμο μέχρι και τα εξωπλανητικά μελλοντικά ταξίδια, τη ζωή στα ψυχρά πολικά τοπία και την επιστροφή στη Γηραιά Αλβιόνα, οι MAIDEN σημαδεύουν ανεξίτηλα το heavy metal και τα 80’s…η αγαπημένη μας μουσική δεν θα ήταν ποτε πια ίδια. Και φυσικά οι φετινές επανεκδόσεις μας δίνουν μία ακόμη ευκαιρία για να απολαύσουμε τα κλασικά τραγούδια της μπάντας και να θαυμάσουμε εκ νέου τα καλλιτεχνικά αριστουργήματα του Derek Riggs. Η σταθερά σε όλα αυτά ήταν ο Eddie, μία μορφή που όπως σωστά έχει δηλώσει ο Steve Harris απέκτησε με το πέρασμα των χρόνων ισάξιο ειδικό βάρος με το συγκρότημα αυτό καθαυτό. Eddie Rules Forever!
Ήταν το 1994, όταν βγήκε μία από τις πιο ξεχωριστές κωμωδίες, με αρκετά «ιερόσυλο» χιούμορ, που αρκετοί το βρήκαν χοντροκομμένο αλλά και πολλοί το λάτρεψαν, εξ ου και η πολύ μεγάλη επιτυχία που είχε. Ο Jim Carrey και ο Jeff Daniels, επιστρέφουν, μεσήλικες πια, με μοναδικό τους σκοπό να συνεχίσουν τις χοντροκομμένες φάρσες και το ρεσιτάλ ηλιθιότητά τους, είκοσι χρόνια αργότερα. Στην προσπάθειά τους αυτή, επιστρατεύουν το θρυλικό όχημα με τα αυτιά σκύλου (έστω και για ελάχιστο χρόνο μέσα στην ταινία), τον Billy, το αγοράκι με το πουλί από το πρώτο sequel, την Cathleen Turner (ευρύτερα γνωστή από τον “Πόλεμο των Ρόουζ”, αλλά και σύμβολο του σεξ στις “Νύχτες της China Blue”, σ’ ένα ρόλο που στοίχειωσε τη γενιά των 40something) που παίζει τον ρόλο της «γκόμενας από το Cranston”, η οποία έμεινε έγκυος από κάποιον από τους δύο (no spoilers), την κλασική φάση με τις σούπερ γκόμενες στο τέλος (η οποία χωλαίνει σαφώς όμως μπροστά στο επικό τελείωμα της πρώτης ταινίας) και φυσικά το ίδιο κούρεμα από τους Carrey και Daniels!
Αν δεν είχε προηγηθεί το πρώτο sequel, θα μιλούσαμε για μία πολύ ξεχωριστή κωμωδία, η αλήθεια είναι ότι πλέον δεν έπιασα τον εαυτό μου να ξαφνιάζεται από το «ηλίθιο» χιούμορ που εμφανίζεται καθ’ όλη τη διάρκειά της και αυτό ήταν ίσως το μειονέκτημα που ένιωσα βλέποντάς τη. Από την άλλη όμως, αυτό, την ίδια στιγμή, αποδεικνύει τον «σεβασμό» που έδειξαν οι έξι (!!!) σεναριογράφοι του φιλμ, ώστε να την κάνουν να φαίνεται ως η λογική συνέχεια του «Ηλίθιου και του Πανηλίθιου», χωρίς να αλλοιώσουν στο παραμικρό τα χαρακτηριστικά των πρωταγωνιστών. Ακούγεται και όντως είναι ξεκαρδιστικό να βλέπεις το δίδυμο των πρωταγωνιστών σ’ ένα συνέδριο όπου έχουν συγκεντρωθεί να μεγαλύτερα μυαλά της ανθρωπότητας, ομολογώ ότι γούσταρα το κόλλημα του Carrey με τον James Bond, δεν μπορώ όμως να μην παραδεχτώ ότι όπως η συντριπτική πλειοψηφία των sequels, δείχνει κατώτερο από το «αυθεντικό». Σε καμία περίπτωση πάντως δεν σημαίνει ότι δεν διασκέδασα βλέποντάς τη και νομίζω ότι σε όσους λάτρεψαν τους χαρακτήρες του ηλίθιου και του πανηλίθιου, θα γουστάρουν τρελά. Αν σας αρέσει ο γαλλικός ασπρόμαυρος κινηματογράφος και ανήκετε στην κατηγορία των σινεφίλ που αρρωσταίνουν με τα blockbusters και τις ανάλαφρες κωμωδίες, κλειδωθείτε σπίτι σας και μη δείτε ούτε το trailer…
Οι EVERGREY ήταν πάντα ένα από τα καλά κρυμμένα μυστικά του heavy metal. Σε έναν κόσμο γεμάτο από μπάντες που πέρασαν σαν διάττοντες αστέρες κι εξαφανίστηκαν, οι Σουηδοί κατάφεραν να παραμείνουν στα πράγματα πέρα από τις όποιες αντιξοότητες και με σκληρή δουλειά αλλά και πολλά πραγματικά καλά τραγούδια να αποκτήσουν μια σκληρή και συμπαγή ομάδα οπαδών που πίνουν νερό στο όνομά τους.
Το δυναμικό, στακάτο prog/power metal τους, σε συνδυασμό με τις έντονες μελωδικές τους στιγμές με στίχους που μιλάνε στην ψυχή και την ιδιαίτερη φωνή του Tom S. Englund, είναι τα στοιχεία εκείνα που κάνουν τους EVERGREY, από τη στιγμή που μπεις στον υπέροχο κόσμο τους, απλά μοναδικούς.
Μετά από μια περίοδο που όλα έδειχναν το τέλος αυτού του σπουδαίου αλλά συνάμα αδικημένου γκρουπ, επέστεψαν πιο δυνατοί από ποτέ με το τελευταίο τους πολύ καλό άλμπουμ, που μάλλον θα μπει στη λίστα του top 20 για το 2014, το “Hymns for the Broken”. Με την ευκαιρία της επιστροφής τους στην χώρα μας για δυο μοναδικές εμφανίσεις, που μάλλον θα είναι και αυτές με την μεγαλύτερη ανταπόκριση του Ελληνικού κοινού στα 19 χρόνια παρουσίας της μπάντας, ας προτείνουμε μια λίστα με κομμάτια που εκφράζουν το ποιόν της μπάντας μέχρι στιγμής και είναι ίσως ένας καλός οδηγός για να μπείτε στον μαγικό κόσμο των EVERGREY.
1. “I’ m Sorry”
Δεν το κρύβω ότι μου άρεσαν πάντα οι διασκευές που ένωναν διαφορετικούς μουσικούς κόσμους. Στο τέταρτό τους άλμπουμ οι EVERGREY έκαναν τη δική τους εκδοχή στο κομμάτι της pop καλλιτέχνιδας και συμπατριωτισας τους, Dilba. Aναμφίβολα, η εκτέλεση των EVERGREY στέλνει στον κάδο των απορριμμάτων το original κι ετσι οι Σουηδοί απέκτησαν το δικό τους “Ride like the wind” ή το δικό τους “Αm I Evil?” και την “κατάρα” να το παίζουν σχεδόν σε κάθε τους εμφάνιση.
2. “A touch of blessing”
Σίγουρα ένα από τα πιο ολοκληρωμένα τραγούδια των EVERGREY, που ενώνει όλες τις πλευρές της μπάντας. Μελωδία, δυναμικά riff, εναλλαγές και “εσωτερικούς” στίχους. Άλλο ένα συναυλιακό must της μπάντας. Από το πέμπτο τους άλμπουμ “Τhe Inner Circle”
“All the dreams I had All my future wishes Put aside for a greater journey All the things I planned Left my friends so coldly Put aside for a higher purpose”.
3. “Blinded”
Πάλι πίσω στο τέταρτο άλμπουμ τους, “Recreation Day”, το “Blinded” ένα κομμάτι που κάνει το σβέρκο να κουνηθεί με τα κοφτά και δυναμικά του riff. To κόψιμο στη μέση είναι όλα τα λεφτά. Ακόμα και αυτοί που δεν γνωρίζουν πολλά για το γκρουπ θα το έχουν ακούσει “πεταχτά” στα metal κλαμπ της Αθήνας.
“Are you lost in fury? Fearing to fail Are you aching for vengeance? And got lost on the way Are you hiding your anger? Fearing truth will prevail Ashamed of the present And what you’ve become today”.
4. “When the river calls”
Κάνουμε μια βουτιά τώρα 16 χρόνια πίσω στο ντεμπούτο τους. Από τότε σίγουρα η μπάντα έχει εξελιχθεί πάρα πολύ αλλά το συγκεκριμένο κομμάτι νομίζω ότι είναι ένα τέλειο δείγμα αυτού που αργότερα θα ήταν και το χαρακτηριστικό ύφος της μπάντας. Ακούγοντάς το μετά από τόσα χρόνια είναι εκπληκτικό το πόσο αγέραστη είναι η φωνή του Tom S. Englund.
“All the times I’ve cried The times when I was lonely Breathing for the last time My body’s dragged down slowly”.
5. “Words mean nothing”
Ίσως σαν επιλογή να μην εκφράζει τη συνολική εικόνα της μπάντας, αλλά σίγουρα οι EVERGREY από το πρώτο άλμπουμ ήξεραν να γράφουν soft κομμάτια ( “For everytear that falls”) τα οποία δεν μπορούν να συγκινήσουν τον πιο κλειστόμυαλο metalhead. Ένας από τους λόγους μάλλον που δεν έγιναν ποτέ το αγαπημένο φρούτο της “μάζας”. Κλείσε τα φώτα, άναψε ένα κερί, πάρε κι ένα ποτήρι κρασί και άφησε το να σε ταξιδέψει. Υπέροχο.
“So I place the roses So gently on your grave And I still remember I can feel the flames And I know I have failed and my promises nothing worth I see it all so clear But my words mean nothing”.
6. “Dark waters”
Ένα από τα πιο αγαπημένα μου τραγούδια της μπάντας που εκφράζει το πιο συμφωνικό τους στοιχείο. Από το τρίτο τους άλμπουμ “Ιn search of truth” που με αυτό ξεκίνησε και η αναγνώριση του γκρουπ στην πατρίδα τους, μπαίνοντας για πρώτη φορά στα charts.
“Deprived of all pride I’ve been stripped of all value I’m worth nothing here And I know no-one”.
7. “Still in the water”
Άλλο ένα πολύ αγαπημένο κομμάτι. Εδώ συναντάμε την πιο σκοτεινή πλευρά της μπάντας. Τα γυναικεία φωνητικά εμπλουτίζουν ακόμη πιο πολύ το τραγούδι που προκαλεί συνεχείς εναλλαγές συναισθημάτων.
“And I should never Why would I ever? Let myself he held prisoned forever They must have wanted to Or maybe been talked into Joining darkness forever”.
8. “Broken wings”
Ένα από τα πιο εμπορικά κομμάτια τους, με έντονο ρυθμό κι ένα poppy ρεφραίν το οποίο εμένα δεν με χαλάει καθόλου. Μακάρι όλα τα εμπορικά σκουπίδια που συναντάμε γύρω μας να ήταν σαν αυτό. Δεν είναι τυχαίο ότι το συγκεκριμένο άλμπουμ (“Torn”) έφτασε στην τέταρτη θέση του Σουηδικού chart.
“Come reach inside my inner fear Come feel my sorrow and my tears My broken wings can’t hold my weight through the dark of day”.
9. “The grand collapse”
Άνετα μέσα στη δεκάδα το κομμάτι από το νέο άλμπουμ της μπάντας. Πραγματικά εκπληκτικό δημιούργημα από τους Σουηδούς που μας εξέπληξαν. Φοβερή δύναμη, ατμόσφαιρα και ανυπομονώ να το ακούσω και ζωντανά.
“We fall like feathers We fall forever And we know you see us all But do you really see the fall”.
10. “Αs I lie here bleeding”
Σιγά μη έλειπε τούτο. Ένα από τα πολύ αγαπημένα κομμάτια των φίλων του γκρουπ που και αυτό είναι ένα συναυλιακό must. Ίσως από τα πιο χαρακτηριστικά τραγούδια του γενικότερου ύφους της μπάντας.
“Gathering the pieces of a stronger me Helpless weak & battered My wounds are bleeding”.
+1. “When the walls go down”
Έχω σπάσει το κεφάλι μου εδώ, Αφήνοντας τόσα και τόσα απ’ έξω ( “For every tear that falls” , “The masterplan” κτλ.) αλλά εδώ δεν έχουμε να κάνουμε μ’ ένα best of, αλλά πιο πολύ να δώσουμε μια εικόνα της πολύπλευρης ταυτότητας των EVERGREY. Για το τέλος κράτησα αυτό το ανατριχιαστικό διαμάντι, με τη δαιδαλώδη εξέλιξη και τους εκπληκτικούς στίχους.
“I broke down! And I wept! And I mourned! Does it matter to you at all? I can’t handle this I can barely make it into this”.
Η πρόσφατη εμπειρία του θρυλικού Lemmy με την υγεία του και η δημόσια παραδοχή του ότι είναι διαβητικός, οδήγησαν σειρά εταιρών φαρμάκων αλλά και ασφάλειας ζωής και υγείας να τον προσεγγίσουν. Η ανάγκη για «φθηνή» και αξιόπιστη υγειονομική περίθαλψη, του αρχηγού των MOTORHEAD, οδήγησε τον ντράμερ του σχήματος Mikkey Dee στο να αναζητήσει κάποια αξιόπιστη λύση για να τον καλύψει σε συνεργασία με τον μάνατζερ του σχήματος. Το Βρετανικό αλλά και το Αμερικάνικο σύστημα υγείας, χώρας στην οποία κατοικεί εδώ και δεκαετίες ο αειθαλής μπασίστας, προσφέρουν ουσιαστική κάλυψη σε όσους έχουν την άνεση να πληρώνουν, σημαντικές ετήσιες εισφορές. Η δημοσιοποίηση του προβλήματος υγείας του Lemmy λειτούργησε σαν πόλος έλξης, για αρκετά γνωστά ονόματα γιατρών, που ήθελαν να δείξουν την ροκ προσέγγιση και νοοτροπία τους αλλά και εταιριών που αναζητούσαν τρόπους να αυξήσουν την προώθηση και προσέγγιση τους στο διαβητικό κοινό, που είναι εν δυνάμει το μεγαλύτερο, από τις μοντέρνες ασθένειες. Έτσι ο μάνατζερ των MOTORHEAD δεν δυσκολεύτηκε να εξασφαλίσει την βοήθεια, ειδικών διαβητολόγων, διαιτολόγων αλλά και δωρεάν φάρμακα, μέσω προγραμμάτων δωρεάν χορήγησης φαρμάκων, για ερευνητικούς σκοπούς.
Αυτό που δεν περίμενε κανείς, ήταν η συμφωνία για ένα νέο άλμπουμ, με θέμα την υγεία, τους κινδύνους από αλκοόλ και κακό φαγητό, γενικά τον τρόπο ζωής των ροκ σταρς, από τους MOTORHEAD και γνωστή φαρμακευτική εταιρία. Η εταιρία αυτή, δραστηριοποιείται χρόνια τώρα στο χώρο του διαβήτη και προγράμματα κοινωνικής ευαισθητοποίησης και το πρόσωπο του Lemmy, της έδωσε μια ευκαιρία να ξεφύγει, από το στερεότυπο, του μεσήλικα με διαβήτη, που έχει φθαρεί ως μαρκετίστικη προσέγγιση. Η εταιρία θα συνεισφέρει στα έξοδα ηχογράφησης, το λογότυπό της, θα υπάρχει στο νέο άλμπουμ και σε σειρά διαφημιστικών του σχήματος, μπλουζάκια περιοδείας, μπρελόκ, καπελάκια αλλά και στην συλλεκτική σειρά ινσουλινών (ενέσιμες με τη μορφή πένας), που θα λανσάρει με το λογότυπο Lemmy-pen. Μέχρι να πάρει τις αναγκαίες εγκρίσεις από τις αρμόδιες αρχές (ΕΟΦ-ΕΜΑ-FDA) η εταιρία θα υποστηρίξει τις περιοδείες του σχήματος, ενώ έχει κανονίσει και εμφανίσεις του Lemmy στα πιο μεγάλα πρωινά τηλεοπτικά σόου των ΗΠΑ και Μ. Βρετανίας. Αυτή η κίνηση, είχε σαν αποτέλεσμα την περιοδεία που προγραμματίζεται για τα μέσα του 2015, με τίτλο “Sugar Free” με τους MOTORHEAD, NAZARETH, URIAH HEEP σε σειρά γηροκομείων, νοσοκομείων και οίκων ευγηρίας. Θα περιλαμβάνει ακουστικά σετ και μικρό μέρος με ηλεκτρικό ήχο, για να μην ενοχλείται το ηλικιωμένο κοινό. Παράλληλα θα γίνονται πριν την έναρξη των συναυλιών, μικρές ενημερωτικές καμπάνιες για τον διαβήτη (Lemmy)-Χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (Dan Mc Cafferty-NAZARETH), καρκίνος (Trevor Bolder- Uriah Ηeep, Lee Kerslake –καρδιά). Θα μοιράζεται υλικό ευαισθητοποίησης και θα δίνεται η ευκαιρία για δωρεάν εξετάσεις, με βάση κληρώσεις με τους αριθμούς των εισιτηρίων.
Την όλη κίνηση χαιρέτησε η Επίτροπος της ΕΕ, για την Υγεία, με ειδική μνεία της, στην ομιλία της, με θέμα, Ευρώπη ένας πληθυσμός που γερνά, νοσώντας, πριν μερικές μέρες στο Ευρωκοινοβούλιο.
Το τελικό σχόλιο ανήκει στον Lemmy, που σχολιάζοντας τις επερχόμενες εξελίξεις, στον συνδυασμό υγείας κ ροκ μουσικής, δήλωσε πίνοντας χυμό κράνμπερι και καπνίζοντας τσιγάρο με φυτικό φιλτράκι, το “Killed by death” είναι ένα τραγούδι που με εκφράζει, αλλά προσπαθώ να το αναβάλλω όσο μπορώ και η φαρμακευτική εταιρία με βοήθησε ουσιαστικά. Προτιμώ να είμαι ένας ζωντανός γέρικος θρύλος, παρά ένας αιώνιος, νεκρός θρύλος, υπάρχουν ακόμα πολλές γυναίκες που δεν γνώρισα και πολλά μέρη που δεν έχω παίξει».
Για την Ελλάδα, υπάρχουν σχέδια για εμφάνιση στον κήπο του γηροκομείου Αθηνών.
This mode enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode
Improves website's visuals
This mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode
Helps to focus on specific content
This mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode
Reduces distractions and improve focus
This mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode
Allows using the site with your screen-reader
This mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Online Dictionary
Readable Experience
Content Scaling
Default
Text Magnifier
Readable Font
Dyslexia Friendly
Highlight Titles
Highlight Links
Font Sizing
Default
Line Height
Default
Letter Spacing
Default
Left Aligned
Center Aligned
Right Aligned
Visually Pleasing Experience
Dark Contrast
Light Contrast
Monochrome
High Contrast
High Saturation
Low Saturation
Adjust Text Colors
Adjust Title Colors
Adjust Background Colors
Easy Orientation
Mute Sounds
Hide Images
Hide Emoji
Reading Guide
Stop Animations
Reading Mask
Highlight Hover
Highlight Focus
Big Dark Cursor
Big Light Cursor
Cognitive Reading
Virtual Keyboard
Navigation Keys
Voice Navigation
Accessibility Statement
rockhard.gr
February 14, 2026
Compliance status
We firmly believe that the internet should be available and accessible to anyone, and are committed to providing a website that is accessible to the widest possible audience,
regardless of circumstance and ability.
To fulfill this, we aim to adhere as strictly as possible to the World Wide Web Consortium’s (W3C) Web Content Accessibility Guidelines 2.1 (WCAG 2.1) at the AA level.
These guidelines explain how to make web content accessible to people with a wide array of disabilities. Complying with those guidelines helps us ensure that the website is accessible
to all people: blind people, people with motor impairments, visual impairment, cognitive disabilities, and more.
This website utilizes various technologies that are meant to make it as accessible as possible at all times. We utilize an accessibility interface that allows persons with specific
disabilities to adjust the website’s UI (user interface) and design it to their personal needs.
Additionally, the website utilizes an AI-based application that runs in the background and optimizes its accessibility level constantly. This application remediates the website’s HTML,
adapts Its functionality and behavior for screen-readers used by the blind users, and for keyboard functions used by individuals with motor impairments.
If you’ve found a malfunction or have ideas for improvement, we’ll be happy to hear from you. You can reach out to the website’s operators by using the following email
Screen-reader and keyboard navigation
Our website implements the ARIA attributes (Accessible Rich Internet Applications) technique, alongside various different behavioral changes, to ensure blind users visiting with
screen-readers are able to read, comprehend, and enjoy the website’s functions. As soon as a user with a screen-reader enters your site, they immediately receive
a prompt to enter the Screen-Reader Profile so they can browse and operate your site effectively. Here’s how our website covers some of the most important screen-reader requirements,
alongside console screenshots of code examples:
Screen-reader optimization: we run a background process that learns the website’s components from top to bottom, to ensure ongoing compliance even when updating the website.
In this process, we provide screen-readers with meaningful data using the ARIA set of attributes. For example, we provide accurate form labels;
descriptions for actionable icons (social media icons, search icons, cart icons, etc.); validation guidance for form inputs; element roles such as buttons, menus, modal dialogues (popups),
and others. Additionally, the background process scans all the website’s images and provides an accurate and meaningful image-object-recognition-based description as an ALT (alternate text) tag
for images that are not described. It will also extract texts that are embedded within the image, using an OCR (optical character recognition) technology.
To turn on screen-reader adjustments at any time, users need only to press the Alt+1 keyboard combination. Screen-reader users also get automatic announcements to turn the Screen-reader mode on
as soon as they enter the website.
These adjustments are compatible with all popular screen readers, including JAWS and NVDA.
Keyboard navigation optimization: The background process also adjusts the website’s HTML, and adds various behaviors using JavaScript code to make the website operable by the keyboard. This includes the ability to navigate the website using the Tab and Shift+Tab keys, operate dropdowns with the arrow keys, close them with Esc, trigger buttons and links using the Enter key, navigate between radio and checkbox elements using the arrow keys, and fill them in with the Spacebar or Enter key.Additionally, keyboard users will find quick-navigation and content-skip menus, available at any time by clicking Alt+1, or as the first elements of the site while navigating with the keyboard. The background process also handles triggered popups by moving the keyboard focus towards them as soon as they appear, and not allow the focus drift outside it.
Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Disability profiles supported in our website
Epilepsy Safe Mode: this profile enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode: this mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode: this mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode: this mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode: this mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Keyboard Navigation Profile (Motor-Impaired): this profile enables motor-impaired persons to operate the website using the keyboard Tab, Shift+Tab, and the Enter keys. Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Additional UI, design, and readability adjustments
Font adjustments – users, can increase and decrease its size, change its family (type), adjust the spacing, alignment, line height, and more.
Color adjustments – users can select various color contrast profiles such as light, dark, inverted, and monochrome. Additionally, users can swap color schemes of titles, texts, and backgrounds, with over seven different coloring options.
Animations – person with epilepsy can stop all running animations with the click of a button. Animations controlled by the interface include videos, GIFs, and CSS flashing transitions.
Content highlighting – users can choose to emphasize important elements such as links and titles. They can also choose to highlight focused or hovered elements only.
Audio muting – users with hearing devices may experience headaches or other issues due to automatic audio playing. This option lets users mute the entire website instantly.
Cognitive disorders – we utilize a search engine that is linked to Wikipedia and Wiktionary, allowing people with cognitive disorders to decipher meanings of phrases, initials, slang, and others.
Additional functions – we provide users the option to change cursor color and size, use a printing mode, enable a virtual keyboard, and many other functions.
Browser and assistive technology compatibility
We aim to support the widest array of browsers and assistive technologies as possible, so our users can choose the best fitting tools for them, with as few limitations as possible. Therefore, we have worked very hard to be able to support all major systems that comprise over 95% of the user market share including Google Chrome, Mozilla Firefox, Apple Safari, Opera and Microsoft Edge, JAWS and NVDA (screen readers).
Notes, comments, and feedback
Despite our very best efforts to allow anybody to adjust the website to their needs. There may still be pages or sections that are not fully accessible, are in the process of becoming accessible, or are lacking an adequate technological solution to make them accessible. Still, we are continually improving our accessibility, adding, updating and improving its options and features, and developing and adopting new technologies. All this is meant to reach the optimal level of accessibility, following technological advancements. For any assistance, please reach out to