Το “Talas of Satan” είναι το τρίτο άλμπουμ των Γάλλων, ωστόσο τώρα μόλις αρχίζουν να εμφανίζονται στο προσκήνιο. Το πρώτο κομμάτι ξεκινάει με έναν αρκετά πιασάρικο συνδυασμό ethnic ινδικών στοιχείων και στρωτού metalcore, με παραμορφωμένα φωνητικά και industrial noise πινελιές. Δεύτερο κομμάτι και ακούω post-hardcore. Ακούω DILLINGER ESCAPE PLAN. Aκούω λίγο grind. Aκούω hip hop κοψίματα. Λίγα κομμάτια πιο κάτω ακούω πατροπαράδοτο industrial black. Kαι να’το πάλι τούτο το feel-good ινδικό ethnic στοιχείο. Δυστυχώς, δεν έχω επαφή με τις προηγούμενες δουλειές του συγκροτήματος, μπορώ να διαβεβαιώσω όμως πως αυτό που προσπαθούν να κάνουν, το κάνουν επιτυχώς. Έχουν μία αίσθηση ισορροπίας όλων αυτών των ετερόκλητων στοιχείων και, σε κάθε κομμάτι, υπάρχει ένα φόντο στο οποίο επιστρέφουν. Παίζουν μπάλα σε εκείνο το αλλόκοτο γήπεδο που θα βρει κανείς συγκροτήματα όπως MR. BUNGLE, BORIS, BOGUS BLIMP, CANVAS, DILLINGER στα πιο αποδιοργανωμένα τους. Μικρές διάρκειες κομματιών, έντονο χιούμορ και θεατρικότητα, εναλλαγές, με τρόπο τέτοιο ώστε κάθε κομμάτι να έχει ξεχωριστό χαρακτήρα, ωστόσο, όλα να δένουν σε μία κοινή ακολουθία. Το “Talas…” είναι υψηλών εντάσεων, όγκου και ταχυτήτων, ωστόσο δεν σου δίνουν την αίσθηση ότι βιάζονται.
Συμβαίνουν τόσα πολλά πράγματα και είναι παραταγμένα με τέτοια προσοχή και τάξη, ώστε έχεις την αίσθηση μίας ολοκληρωμένης μουσικής εμπειρίας στα μόλις 22 λεπτά που διαρκεί. Ωστόσο, από ένα σημείο και πέρα η ακρόαση αρχίζει να γίνεται κουραστική. Χάνουν πλήρως οποιαδήποτε αίσθηση σοβαρότητας είχαν – που δεν είχαν και πολλή και αυτή η μουσική δεν είναι καλή όταν παίρνει το εαυτό της στα σοβαρά έτσι κι αλλιώς – και αρχίζουν και χάνουν και το μέτρο, συνεπώς τα τελευταία 3-4 κομμάτια μοιάζουν περισσότερο με σχεδιάσματα/ θραύσματα παρά με ολοκληρωμένα κομμάτια.
Ο βαθμός είναι ενδεικτικός. ‘Οσοι αρέσκονται στους πειραματισμούς και έχουν επαφή με τον avant garde/experimental ακραίο ήχο, νομίζω οφείλουν να τσεκάρουν αυτό το συγκρότημα και αυτήν την κυκλοφορία. Αναμφίβολα ένα από το πιο πρωτότυπα πράγματα που έχω ακούσει εδώ και καιρό. Αναμένω πράγματα από αυτούς στο μέλλον.
Οι DEN SAAKALDTE είναι ουσιαστικά “παιδί” του Sykelig (ex-NAER MATARON). Με μόνιμη έδρα πλέον τη Νορβηγία, ο Μιχάλης έχει κατορθώσει να στελεχώσει τους DEN SAAKALDTE, καθ’ όλη τη μουσική τους πορεία, ως supergroup. Έχουν περάσει πέντε χρόνια από την τελευταία δισκογραφική παρουσία του συγκροτήματος. Βασικά πράγματα έχουν παραμείνει ίδια, πολλά ωστόσο έχουν αλλάξει. Από την αρχή γίνεται προφανής ο πολύ διαφορετικός στόχος του άλμπουμ: κατά μέτωπον επίθεση, με έναν Tybalt στα drums να δίνει ανελέητο ρυθμό. Τα τρία πρώτα κομμάτια είναι καταιγιστικά, με το drumming να πλαισιώνει τις κιθάρες ωστόσο να έχει πρωτεύοντα ρόλο. Οτιδήποτε “ζεστό” υπήρχε στις προηγούμενες δουλειές του συγκροτήματος φαίνεται εξ αρχής να απουσιάζει: ελάχιστα mid-paced ρυθμικά σημεία, καμία στρογγυλάδα. Σημαντικό ρόλο σε αυτήν την αλλαγή παίζει η πολύ διαφορετική, πιο αψιά χροιά που προσδίδει ο Eldur, σε σχέση με τα βαριά, νωχελικά φωνητικά του Kvarforth. To Kapittel ξεκινάει με μία ένταση των πάντων, σε ταχύτητα και παραγωγή σχεδόν αγωνιώδη.
Τι μένει ίδιο; Η χαρακτηριστική για το συγκρότημα δουλειά στις κιθάρες, με τα μακρόσυρτα riffs τα οποία ξεδιπλώνονται και τα οποία έχουν μία μυρωδιά από SHINING, οι πολύ τυπικές black thrash αλλαγές (το “Din Siste Dag” έχει ένα πέρασμα εξαιρετικής νοσταλγική ποιότητα AURA NOIR/ INFERNO), το πολύ χαρακτηριστικά old school νορβηγικό στοιχείο, το μπάσο στις στιγμές που αυτονομείται. Εξαιρετική η αντίθεση ανάμεσα στο ανελέητο drumming και τα μακρόσυρτα riffs.
Καθώς προχωράει η ακρόαση αρχίζουν σιγά-σιγά να υπεισέρχονται όλο και περισσότερο τα γνώριμα, ατμοσφαιρικά στοιχεία των DEN SAAKALDTE. Οι κιθάρες, οι οποίες σε σημεία έχουν απίστευτα λυρικό χαρακτήρα. Ο Eldur τραγουδάει, και σε στιγμές προσδίδει έναν αμυδρά επικό χαρακτήρα. Από ένα σημείο και πέρα το “Kapittel II” αρχίζει να αποκτά μία πολυμορφία, καθώς στο black thrash καταιγισμό αρχίζουν να μεσολαβούν ζεστά, doom διαλείμματα, αρκετά διαφορετικά σε ποιότητα από την jazz-υ λυρικότητα του παρελθόντος.
Το πιο εντυπωσιακό με τους DEN SAAKALDTE, είναι ο τρόπος με τον οποίο μετατρέπουν σε μοντέρνο άκουσμα έναν ήχο ο οποίος δεν είναι καθόλου καινούριος. Όσον αφορά στις κιθάρες, αποτελούν μία εξαιρετική σύνθεση όλων των στοιχείων που συνιστούν τον παραδοσιακό Νορβηγικό (και όχι μόνο) black ήχο: μινιμαλιστικό old school black, χαρακτηριστικό Νορβηγικό black/thrash, μακρόσυρτο Σουηδικό riffing. Και καταφέρνουν να συνθέσουν όλα αυτά τα στοιχεία αβίαστα, ωθούμενα από μία εξαιρετικά δυνατή παραγωγή.
Ο καλύτερος τρόπος να εκτιμήσει κανείς το συγκεκριμένο άλμπουμ είναι συνολικά, γιατί έχει μία πολύ συγκεκριμένη πορεία – από την καταιγιστική επίθεση στην σταδιακή νηνεμία. Και αυτές οι εναλλαγές είναι που κρατούν το ενδιαφέρον. Και φυσικά, ένα μεγάλο μπράβο για το εξαιρετικό εξώφυλλο….
Το Χόλιγουντ είναι γνωστό εδώ και χρόνια για τη μη υποστήριξη νέων ιδεών για ταινίες και την επιμονή του σε remakes, sequels και reboots σε γνωστά franchise ή επιτυχημένες συνταγές, άλλοτε με θετικά, αλλά συνήθως με μέτρια αποτελέσματα. Το Dawn of the planet of the apes συμπεριλαμβάνεται στην κατηγορία του sequel από reboot (και μάλιστα από δεύτερο reboot. Το πρώτο reboot με το Planet of the apes του Tim Burton του 2001 ήταν αδιάφορο στην καλύτερη και στέφθηκε με αποτυχία. Για περισσότερα σχετικά με αυτό, σας προτρέπω στο σχετικό βίντεο από τα Honest trailers).
Η ιστορία εξελίσσεται 10 χρόνια από την προηγούμενη ταινία, Rise of the planet of the apes (2011) και ξεκινά με την απεικόνιση της ζωής των πιθήκων σε δασικές εκτάσεις σχετικά κοντά στο Σαν Φρανσίσκο, όπου βλέπουμε τους διάφορους πιθήκους που είχαν ξεφύγει να έχουν δημιουργήσει ολόκληρη αποικία με δομή γύρω από τον αρχηγό τους που δεν είναι άλλος από τον Caesar (πρωταγωνιστής του Rise of the planet of the apes). Οι πίθηκοι πλέον θεωρούν ότι οι άνθρωποι έχουν εξαλειφθεί από τον ιό που είχε εξαπλωθεί, όμως υπάρχει ακόμα μία μερίδα ανθρώπων που έχουν φυσική ανοσία στον ιό. Μία ομάδα αυτών των ανθρώπων αναγκάζεται να εισχωρήσει στην περιοχή των πιθήκων και εκεί ουσιαστικά αρχίζει το νταβαντούρι.
Το σενάριο χτίζεται σιγά σιγά, κλιμακωτά και δείχνει την καλή και την κακή πλευρά τόσο των ανθρώπων όσο και των πιθήκων. Δίνεται έμφαση στους κεντρικούς χαρακτήρες, οι οποίοι λόγω συνθηκών κάνουν διάφορες επιλογές που επηρεάζουν καταλυτικά τόσο τη δική τους οικογένεια και τη φυλή τους, όσο και την πιθανή και επιθυμούσα αρμονική συμβίωση με την “αντίπαλη” φυλή. Όπως είναι αναμενόμενο, η χρήση ψηφιακών γραφικών είναι πανταχού παρούσα στην ταινία, εφόσον τους πιθήκους ουσιαστικά υποδύονται άνθρωποι με ειδικές ενδυμασίες που αργότερα απεικονίζονται ως πίθηκοι. Όμως η ποιότητα είναι τέτοια που, παρόλη τη γνώση αυτού, δε δίνει την αίσθηση του ξένου και του φανταστικού.
Η ταινία διαρκεί περί τα 130 λεπτά, αλλά κρίνοντας από τη μίξη, επειδή γίνονται σε κάποιες σκηνές μικρά άλματα για πιο γρήγορη προώθηση της πλοκής, το πλήρες μοντάζ θα πρέπει να διαρκούσε πάνω από 150 λεπτά. Προσωπικά δε θα με ενοχλούσε καθόλου να έβλεπα ακόμα περισσότερο υλικό από το Dawn of the planet of the apes, καθότι ήμουν προσηλωμένος καθόλη τη διάρκεια της ταινίας. Ελπίζω όταν κυκλοφορήσει σε DVD και Blu-ray να υπάρξει και extended edition.
Εάν αυτό το καλοκαίρι θέλετε να δείτε μία ταινία που να επικεντρώνεται σε μη ανθρώπινους χαρακτήρες, με μεστό σενάριο και κινηματογραφική τέχνη (cinematography) που να ξεπερνάει τη νοημοσύνη τακτικού θεατή του MTV, τότε σας συνιστώ ανεπιφύλακτα το Dawn of the planet of the apes (Πως λέμε Transformers; Καμία σχέση!).
Η ταινία θα προβάλλεται από την Πέμπτη 17/06 στους κινηματογράφους από την Odeon, με επιλογή για απλή ή 3D προβολή.
Κωνσταντίνος Βασιλάκος
Υ.Γ.: Η επιλογή του τρέιλερ έγινε για να υπάρξουν όσο το δυνατόν λιγότερα spoilers της ταινίας, καθώς τα υπόλοιπα επίσημα trailers έχουν όλα τουλάχιστον μία κομβική σκηνή για την πλοκή της ταινίας.
Αρκετά χρόνια πριν, με αφορμή την κυκλοφορία του “Ordo ad chao”, είχα γράψει ένα κείμενο στο έντυπο τότε Rock Hard, στο οποίο πρότεινα την αντιμετώπιση των MAYHEM όχι ως συγκρότημα αλλά ως σύστημα. Το σύστημα ορίζεται ως ένα σύνολο στοιχείων και χαρακτηρίζεται από τις ιδιότητες του κάθε ξεχωριστού στοιχείου, τις μεταξύ τους σχέσεις και τις αναδυόμενες -μοναδικές για το σύστημα- ιδιότητες. Εάν οι MAYHEM είναι σύστημα, και τα εκάστοτε μέλη τους είναι τα στοιχεία, η μουσική τους είναι η αναδυόμενη ιδιότητα. Το ερώτημα πίσω από αυτήν την εισαγωγή είναι το εξής: πώς είναι δυνατόν ένα συγκρότημα, το οποίο επί 17 χρόνια αλλάζει συστηματικά και βίαια τα βασικά του μέλη, να καταφέρνει να διατηρεί μία μουσική ταυτότητα και μία ενιαία πορεία στο χρόνο.
Πέντε άλμπουμ μέσα σε σχεδόν είκοσι χρόνια. Για ποια πορεία και για ποια ταυτότητα μιλάμε; Δεδομένου λοιπόν ότι αλλάζουν οι συνθετικοί πυρήνες, τι υπάρχει κοινό σε κάθε κυκλοφορία των Νορβηγών από το 1987 μέχρι σήμερα, πέραν του rhythm section; Τελικά, το βασικό χαρακτηριστικό είναι πως οι MAYHEM οσμίζονται την εποχή τους. Κάθε ένα άλμπουμ τους είτε προοιωνίζει το black metal που θα παιχτεί στο μέλλον, είτε συνοψίζει τα χαρακτηριστικά μίας εποχής – αν λοιπόν υπάρχει κάτι κοινό από το 1987 μέχρι σήμερα, αυτό είναι η διορατικότητά τους, η διαίσθησή τους, το ταλέντο τους, όπως θέλετε πείτε το.
Kάθε δουλειά των MAYHEM από το “Wolf’s Lair Abyss” έως τώρα είναι ένα στοίχημα, το οποίο πέφτει πάνω στον εκάστοτε δημιουργό. Εκείνο το EP είχε δημιουργηθεί προκειμένου ο Blasphemer να γλυκάνει τους παλιούς οπαδούς και να θέσει τους όρους του. To “Grand Declaration…” ήταν μία μοναδική στιγμή συνύπαρξης του Blasphemer και του Maniac. Και τα λοιπά και τα λοιπά. Φτάνουμε λοιπόν στο εδώ και τώρα, και το στοίχημα παίζεται πάνω στον Teloch. Αρκετά ασφαλές στοίχημα και θα μπορούσε να έχει βγάλει ένα αξιοπρεπές άλμπουμ με λίγη προσπάθεια:. Μιλάμε για έναν επαγγελματία “Νορβηγό” μισθοφόρο κιθαρίστα, του οποίου η συνθετική προϋπηρεσία στις προσωπικές του μπάντες και βασικά στους NIDINGR φανερώνει τις κοινές με τους MAYHEM μουσικές προσλαμβάνουσες. Αναλαμβάνει λοιπόν πλήρως την σύνθεση των μουσικών μερών, γράφει ένα άλμπουμ, του το απορρίπτουν, γράφει ένα δεύτερο. Έχει μπει πλέον εντελώς στο σύστημα. Και έχουμε: Attila στα φωνητικά, ο οποίος ειδικά από το 2007 και μετά παίζει μπάλα σε ένα φωνητικό ambient/ drone/ noise/ prog σύμπαν μόνος του: VOID OV VOICES, BURIAL CHAMBER TRIO, GRAVE TEMPLE, SUNN O))) και δεν συμμαζεύεται. Hellhammer στα drums – μιλάμε για μία μηχανή απαράμιλλης δύναμης, εφευρετικότητας και ακρίβειας. Necrobutcher στο μπάσο – το γράσο, ο επιταχυντής, ο τσαμπουκάς.
Το “Esoteric Warfare” ανοίγει με ένα κομμάτι το οποίο θα μπορούσε να ανήκει στο καινούριο THORNS άλμπουμ. Οι κιθάρες πετάνε τρεμολιαστά ημιτόνια και τα αφήνουν να αιωρούνται, μικρά, μαζεμένα riffs που ξεδιπλώνονται πολύ απαλά για να σκάσουν με τον πολύ χαρακτηριστικό μασίφ THORNS ήχο και μελωδικά παιχνιδίσματα που θα μπορούσε να έχει γράψει άνετα ο Czral, πολύ οικείο drumming από τον Hellhammer, κι ένας Attila που φτύνει φωνητικά με τρόπο σχεδόν τυπικό για το black metal ιδιώμα. Το κομμάτι θυμίζει ντοπαρισμένους DODHEIMSGARD εποχής ’96-’98, και είναι πιθανότατα ο πιο συμβατικός ήχος που υπάρχει μέσα στο “Esoteric”, όπως φαίνεται στη συνέχεια.
Το άλμπουμ φαίνεται να συνεχίζει πάνω στα σπασμωδικά χνάρια που δημιούργησε το “Ordo ad Chao”. Υπάρχουν σε εξέλιξη στοιχεία – o Attila χρησιμοποιεί άνετα την φωνή του ως επιπλέον όργανο. Κουβαλάει ένα πλήθος ηχοχρωμάτων και στυλ και τα ξεδιπλώνει όλα είτε συμπορευόμενος με τη μουσική, είτε συγκρουόμενος με αυτήν. Θα μπορούσε να είναι πολλοί άνθρωποι ταυτόχρονα. Είναι το κυρίως σόλο όργανο. Οι κιθάρες κουβαλάνε έντονες Snorre Ruch/ Carl Michael Eide/ Blasphemer εποχής “Grand declaration…” επιρροές, οι οποίες άλλωστε συμβάδιζαν ανέκαθεν με το ηχητικό κοσμοείδωλο των MAYHEM. Ωστόσο παρεμβάλλονται ατμοσφαιρικά σημεία αρκετά ιδιοσυγκρασιακά. Παρεμβάλλονται sampl-αρισμένοι ήχοι industrial νοοτροπίας. Υπάρχουν σκόρπιες νότες. Υπάρχουν ανεβάσματα τα οποία δεν φτάνουν πουθενά, ή φτάνουν σε μία φωνή. Όσο προχωράει η ακρόαση, τόσο περισσότερο διασπασμένο και διασπαστικό γίνεται το άλμπουμ. Σταματούν να υπάρχουν σημεία αναφοράς. Κάθε ήχος διεκδικεί τον χώρο του, μέχρι και το drumming του Hellhammer διεκδικεί σημεία στα οποία κυριαρχεί και οδηγεί, απέχοντας από οποιοδήποτε ασφαλές προβλέψιμο ρυθμικό μέτρο.
Ο Blasphemer είχε μία τετράγωνη, τελειομανή λογική η οποία προσέδιδε κάποιου είδους τάξη ακόμη και στο χαοτικό “Ordo Ad Chao”. Εδώ οι MAYHEM προχωρούν ένα βήμα παραπέρα, διαισθανόμενοι αυτό που συμβαίνει στο black metal αυτήν τη στιγμή. Κρατούν ανέπαφα τα βασικά, καθαρά Νορβηγικά, δομικά υλικά τους (τις μικρές κιθαριστικές μονάδες που ονομάζουμε riffs και που γεννήθηκαν μέσα σε δύο κασσέτες ενός τύπου THORNS κάπου το ’90-’91). Kαι αποδομούν τη μουσική στα συστατικά της δημιουργώντας όχι ένα ενιαίο μουσικό σύνολο, αλλά μία κατάσταση.
Το μόνο πράγμα που έχω να προσάψω στον Teloch είναι πως ίσως να μην ήταν αρκετά τολμηρός. Ίσως να μην τον άφησαν. Ο τρόπος με τον οποίο έχει ενορχηστρωθεί και στηθεί αυτό το άλμπουμ, απολύτως διασπασμένο στα μουσικά συστατικά του, είναι πραγματικά ιδιαίτερος. Οι πρώτες ύλες ωστόσο, είναι υπερβολικά προφανείς. Δεν είναι λίγα τα σημεία που σε παραπέμπουν κάπου αλλού, και αυτό αδικεί τους MAYHEM. Το κατά πόσον το “Esoteric Warfare” θα καταφέρει να ξεφύγει από τις επιρροές του θα το δείξει ο χρόνος και ο εσωτερικός χώρος του εκάστοτε ακροατή. Για πρώτο στοίχημα, εμένα με κέρδισε…..
Υπάρχουν συγκροτήματα που τα μέλη τους είναι αφοσιωμένα στη δουλειά τους. Υπάρχουν μερικά άλλα που είναι τόσο αφοσιωμένα στη δουλειά τους ώστε τα μέλη τους αναζητούν παντού διεξόδους μέσα από αναρίθμητες μπάντες και projects για να εκφράσουν τις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες.
Με αφορμή την επίσκεψη των NEUROSIS στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου, το παρακάτω αφιέρωμα κάνει μια προσπάθεια να σας γνωρίσει σε αυτούς τους πολυάσχολους τύπους που κρύβονται πίσω από ένα εκ των πιο εμβληματικών συγκροτημάτων του ακραίου ήχου, καθώς και στον τρόπο που τα side-project τους επηρέασαν τη μουσική τους πορεία.
An introduction to the souls at zero.
Ο Scott Kelly είναι frontman κι αυτό λίγο πολύ τα λέει όλα. Έχει την παρουσία –σκηνική κι εξωτερική – την εμφάνιση, το χαρακτήρα, την αστείρευτη μουσική έμπνευση που ένας άνθρωπος με τέτοιο χαρακτηρισμό θα έπρεπε να έχει. Χωρίς να αποτελεί εξαίρεση από την υπόλοιπη συνομοταξία των NEUROSIS, καταπιάστηκε ανά τα χρόνια με πολλά project για να δημιουργήσει τα όλο και περισσότερα, περιπλοκότερα και σκοτεινά «παιχνίδια» του, πέρα από αυτά που μας έχει προσφέρει μέσω των NEUROSIS. Κάθε του δημιουργία ξεχωριστή κι αγαπημένη, η κιθάρα του το φάντασμα που στοιχειώνει τις νύχτες μας και η απόκοσμη φωνή του το αεράκι που καθιστά τις τρίχες στη ραχοκοκαλιά σου αυτόβουλες υπάρξεις που τεντώνονται μέχρι να πιαστούν. Και όπως έχετε ήδη καταλάβει, ο άνθρωπος ξέρει να κάνει συνεργασίες, με μεγάλα ονόματα του χώρου που οι χημείες τους έχουν δημιουργηθεί για τρανή εξώθερμη αντίδραση, όπως ο Mike Williams (EYEHATEGOD, ARSON ANTHEM, OUTLAW ORDER), o Scott “Wino” Weinrich (SAINT VITUS, SPIRIT CARAVAN, THE OBSESSED, WINO), o Dale Crover (MELVINS, PORN, EYEHATEGOD, ALTAMONT, PLAINFIELD) καθώς και ο Al Cisneros (OM, SLEEP).
Ο ρόλος που διαδραματίζει ο Steve von Till στους NEUROSIS δε χωράει περισσότερου σχολιασμού. Το έργο που έχει αφήσει μέσα από τους δίσκους του είναι ο καλύτερος τρόπος για να προσδιοριστεί το ανήσυχο μουσικό του πνεύμα. Παρόλα αυτά, όλος αυτός ο δυναμισμός, ο πειραματισμός και η παρατεταμένη αντικομφορμιστική μουσική πορεία που γνωρίσαμε μέσα από την συνύπαρξη με τους κυρίους Scott Kelly, Dave Edwardson, Jason Roeder και Noah Landis, έπρεπε να βρει το αντιστάθμισμά του. Όφειλε να κατευνάσει τις πρώιμες παρορμητικές του συνθετικές ικανότητες, αντισταθμίζοντάς τες με πιο ήρεμες και απλές μουσικές φόρμες.
Ένας χιπστερικός μύθος λέει ότι δε γνωρίζεις καλά ένα συγκρότημα εάν δεν ξέρεις το όνομα του μπασίστα τους. Ο Dave Edwardson λοιπόν αποτελεί την πιστή «ήρεμη δύναμη» των NEUROSIS από το ξεκίνημα τους, έχοντας αποτελέσει μέλος σε πάρα πολλά μικρότερα σχήματα των οποίων ο ήχος εκτείνεται από ηλεκτρονική μουσική μέχρι hardore punk, φανερή απόδειξη τόσο της ανοιχτομυαλιάς του όσο και των ποικιλόχρωμων επιρροών που έχει να προσφέρει στο βασικό σχήμα των NEUROSIS. Αναφορικά θα υποδείξουμε τους I AM SPOONBENDER, JESUS FUCKING CHRIST, KICKER, MDC, NOISEGATE, SACRILEGE B.C. και NAILBOMB, των οποίων μέλος υπήρξε για πολύ σύντομο χρονικό διάστημα τις περισσότερες φορές.
O αργός, μακρόσυρτος και χαρακτηριστικός αυτός ήχος των drums στους NEUROSIS, το ρυθμικό backround στη μουσική τους θηριωδία, όλο οφείλεται στο πρόσωπο του Jason Roeder. Επίσης στο συγκρότημα από το ξεκίνημα του, έχει χτίσει τον ήχο του αγαπημένου αυτού συνονθυλεύματος με κάθε χτύπο στα τύμπανά του, δυνατό κι ανεπαίσθητο, μονό ή πολλαπλό. Αν και η δράση του σε project εκτός των NEUROSIS ήταν σαφώς μικρότερη των υπολοίπων, σημαντική είναι η συμβολή του στην επανένωση των SLEEP, αφού εκτελεί χρέη drummer για τα μεγαθήρια του stoner doom ήχου από το 2009.
Last but not least, το νεότερο μέλος της μπάντας, (αν και όχι τόσο νέο αφού κοντεύει να συμπληρώσει πλέον τα 10 του χρόνια στο συγκρότημα) ο Noah Landis, υπεύθυνος για οτιδήποτε πληκτροειδές, ηλεκτρονικό και ηχογραφημένο έχει συνοδεύσει ανά τα χρόνια τόσο υπέροχα τη δαιμονισμένη μουσική των NEUROSIS. Ιδιαίτερα αισθητή και η συμμετοχή του στους TRIBES OF NEUROT που αποτέλεσαν τη βασικότερη διέξοδο των NEUROSIS τα πρώτα χρόνια της δημιουργίας τους.
Ήρθε η ώρα να μεταφερθούμε λίγο πιο περιφερειακά από τον σκληρό πυρήνα των μελών της μπάντας. Ο λόγος γίνεται φυσικά για τον Josh Graham, ο οποίος επί δώδεκα συναπτά έτη είχε την επιμέλεια του συνολικού artwork των NEUROSIS. Τόσο στις επίσημες κυκλοφορίες με τα εξώφυλλα των “The Eye of Every Storm” (2004), “Given to the Rising” (2007) και “Honor Found in Decay” (2013) να είναι δικής του εμπνεύσεως, όσο και με το visual art κατά την διάρκεια των ζωντανών εμφανίσεων της μπάντας. Ο δεύτερος αυτός ρόλος κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητος είναι, αφού τα visual art στην μετά-“A Sun That Never Sets” εποχή κατέχουν ισάξια θέση με αυτή της μουσικής κατά τις ζωντανές εμφανίσεις του συγκροτήματος. Και όχι άδικα, αφού ο Josh Graham συμβάλει τα μέγιστα στην δημιουργία μιας μοναδικής ατμόσφαιρας σε κάθε ένα ξεχωριστά από τα κομμάτια του εκάστοτε δίσκου. Δηλώνεται άλλωστε ως μόνιμο μέλος, αποκλειστικά για την δημιουργία και την χρήση των οπτικών εφέ. Κάπως έτσι λοιπόν στο “The Eye of Every Storm” δίνει μια πιο ποικιλόχρωμη προσέγγιση, με μια θεματολογία βγαλμένη κυρίως μέσα από αρχετυπικές εικόνες της φύσης ενώ στο “Given to the Rising” το οπτικό πρίσμα σκουραίνει επικίνδυνα, με τις εικόνες στο πανί να ενσαρκώνουν γκροτέσκα αποσπάσματα από τα έργα του Jack London. Δυστυχώς η αποχώρησή του από την μπάντα, η οποία πραγματοποιήθηκε μέσα σε ένα φιλικό κλίμα κι από τις δύο πλευρές , έγινε πριν την κυκλοφορία του “Honor Found In Decay” κι έτσι δεν θα καταφέρουμε να δούμε την οπτική μεταφορά των κομματιών του δίσκου. Όμως οι ικανότητες του Josh Graham δεν μένουν μόνο στα εικαστικά και την σκηνοθεσία. Είναι άλλωστε από τους λίγους visual artists που η σχέση τους με την μουσική βιομηχανία δεν ήταν ποτέ επιδερμική. Όπως ο Jacob Bannon (CONVERGE) ή ο John Baizley (BARONESS), έτσι κι ο Graham σχηματίζει τις δικές του μπάντες, συμμετέχει σε μουσικά project και γενικά μόνο στάσιμος δεν μένει όλα αυτά τα χρόνια.
The web (of projects and albums)
The Hardcore Punk era (1985-1991)
THE BAND
Πατώντας στην παράδοση που είχαν χτίσει οι πρώτες βρετανικές και αμερικάνικες punk μπάντες, το ανερχόμενο μουσικό ρεύμα του hardcore punk είχε ήδη αρχίσει να αποκτά γερές βάσεις στην California από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και έπειτα. Παρά τον αμιγώς underground χαρακτήρα στο ξεκίνημα τους, συγκροτήματα σαν τους BLACK FLAG, D.R.I. και SOCIAL DISTORTION είχαν καταφέρει να δημιουργήσουν μια ισχυρή βάση οπαδών αλλά και να προλειάνουν κατάλληλα το έδαφος για τα επόμενα ονόματα που επρόκειτο να ακολουθήσουν. Εμφανώς επηρεασμένοι από το συγκεκριμένο ρεύμα και παρά την επέλαση του thrash metal που γινόταν πλέον αισθητή τόσο στην Bay Area του San Francisco όσο και στο Los Angeles, ο κιθαρίστας/τραγουδιστής Scott Kelly, μαζί με τον μπασίστα Dave Edwarson και τον ντράμερ Jason Roeder, οι οποίοι είχαν συνυπάρξει στους VIOLENT COERCION, δημιούργησαν το 1985 στο Oakland της California τους NEUROSIS. Ένα χρόνο μετά στο line-up προστέθηκε και ο Chad Salter αναλαμβάνοντας χρέη δεύτερου κιθαρίστα. Με αυτή τη σύνθεση οι NEUROSIS ηχογράφησαν το πρώτο τους demo το 1986 ενώ στο ίδιο διάστημα άρχισαν να δίνουν τις πρώτες τους συναυλίες σε τοπικές κυρίως σκηνές όπως αυτή του 924 Gilman Street στο δυτικό Berkeley. To 1988 δεν άργησε να έρθει και το πρώτο τους full-length άλμπουμ με τίτλο “Pain of mind”. Ουσιαστικά το “Pain of Mind” ήταν η αποτύπωση της έντονης επίδρασης σχημάτων σαν τους CRUCIFIX, DISCHARGE και AXEGRINDER που διακρίνονταν ως επί το πλείστον για την ακατέργαστη crust punk τεχνοτροπία τους. Βεβαίως πλην αυτών των επιρροών εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς στα riffs κομματιών όπως τα “Self-Taught Infection” και “Stalemate” και κάποια πρώιμα sludge ψήγματα, τα οποία αργότερα αποτέλεσαν βάση του ήχου των NEUROSIS.
Λίγο μετά από την κυκλοφορία του “Aberration” EP οι μουσικές ισορροπίες εντός του συγκροτήματος έμελλε να αλλάξουν με την αντικατάσταση του Chad Salter από τον Steve Von Till. Η εφευρετικότητα σε συνδυασμό με το ανεξάντλητο κιθαριστικό ταλέντο του Von Till αποτέλεσαν αναμφισβήτητα κινητήριο μοχλό για την μετάβαση των NEUROSIS σε μια πιο ανοιχτόμυαλη και πολυδιάστατη μουσική προσέγγιση. Αυτή η μετάβαση ωστόσο δεν έγινε με ταχείς ρυθμούς καθώς όπως τουλάχιστον απέδειξε το “The Word as Law”, που κυκλοφόρησε το 1990, το συγκρότημα δεν αναλώθηκε σε ρηξικέλευθες ανατροπές στον ήχο του. Για μια ακόμη φορά κυριάρχησε ένα αμιγώς crust punk μοτίβο με σαφώς πολύ πιο οργισμένες τάσεις. Η παραγωγή όσο και η μίξη όμως δεν βοήθησαν ώστε να αναδειχθούν αρετές όπως η ενέργεια και η ωμότητα, που ανέδυε η συνύπαρξη των Scott Kelly και Steve Von Till στις κιθάρες και στα φωνητικά, καθώς οι αισθητά ανεβασμένες μπασογραμμές του Edwarson κάλυπταν σχεδόν ολοκληρωτικά το μεγαλύτερο κομμάτι του δίσκου. Τις εντυπώσεις από το δισκογραφικό αποτέλεσμα μάλιστα δεν κατάφεραν παρά να διαφοροποιήσουν ελάχιστα οι επαναηχογραφήσεις πέντε κομματιών από το “Pain of Mind” συν η διασκευή στο “Day of the Lords” των JOY DIVISION, που προστέθηκαν ως bonus για τις ανάγκες τις κυκλοφορίας του άλμπουμ σε CD το 1991, με τα “Tomorrow’s Reality” και “To What End?” να παραμένουν μέχρι και σήμερα ίσως οι κορυφαίες στιγμές του.
THE PROJECTS
Η παρθενική κυκλοφορία και ο πειραματισμός τους στο hardcore punk, η απειρία, το αβέβαιο μέλλον, ίσως και το νεαρό της ηλικίας τους, τους απέτρεψαν από τη δημιουργία project τα πρώτα εκείνα χρόνια. Αργότερα όμως ήρθαν όλα μαζί…
The secrets of stars hide within the Grey (1992-2000) THE BAND Η περίοδος που ακολούθησε έπειτα από το “The Word as Law” θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το σημείο εκκίνησης για την μεταστροφή των NEUROSIS σε σαφώς πιο πειραματικές μουσικές φόρμες. Η χρησιμοποίηση αρχικά του Adam Kendall από το 1990 έως το 1993 και μετέπειτα του Pete Inc. μέχρι το 2000, ως υπεύθυνους για το κομμάτι των visuals στις ζωντανές εμφανίσεις του συγκροτήματος, δεν ήταν απλώς και μόνο στα πλαίσια της DIY ηθικής αλλά ήταν ταυτόχρονα και μια ξεκάθαρη προσπάθεια τόνωσης του ατμοσφαιρικού υπόβαθρου που ομολογουμένως έλειπε από την μουσική των NEUROSIS. Η θέληση αυτή αποτυπώθηκε έμπρακτα στο “Souls at Zero”, το οποίο δανείστηκε την ονομασία του από ένα κεφάλαιο του βιβλίου “The great and secret show” του Clive Barker. Το punk στοιχείο μπήκε σχεδόν ολοκληρωτικά στην άκρη δίνοντας τη θέση του σε ψυχωτικούς tribal ρυθμούς, τα riffs φλέρταραν ανοικτά με αρκετά πιο sludge/doom κλίμακες ενώ η συνολική συνθετική προσέγγιση του άλμπουμ εδράστηκε σε μια πιο πειραματική-progressive φιλοσοφία. Ρόλο-κλειδί σε αυτή την φιλοσοφία αποκτούσε ο Simon McIlroy, ο οποίος με την συνεισφορά του στον τομέα των πλήκτρων και των samples ενισχύσε την ατμοσφαιρική υπόσταση του ήχου, κάτι που άλλωστε καταμαρτυρούν και συνθέσεις όπως τα “Flight”, “Sterile vision” και “Stripped”.
Η θεαματική μεταμόρφωση των NEUROSIS ολοκληρώνεται ένα χρόνο μετά, όταν και με κεκτημένη ταχύτητα από το “Souls at Zero” κυκλοφορούν το ανυπέρβλητο “Enemy of the Sun”, εγκαινιάζοντας με τον καλύτερο τρόπο μια δημιουργική φάση τριών δίσκων που κατά πολλούς θεωρείται μέχρι και σήμερα αξεπέραστη. Όλα τα στοιχεία που δήλωσαν αχνά την παρουσία τους στο “Souls at Zero” γίνονται κτήμα και κανόνας, που θα συνοδεύει αλλά και θα χαρακτηρίζει εφεξής την πορεία του σχήματος από το Oakland. Έπειτα από ένα σύντομο sample, παρμένο από την ταινία “Sheltering sky” του 1990, και την ιδιαίτερα χαρακτηριστική φράση “Because we don’t know when we will die, we come to think of life as an inexhaustible well”, το εναρκτήριο “Lost” ορίζει επί της ουσίας το περιεχόμενο του δίσκου: riffs-ογκόλιθοι που αργοσέρνονται θερίζοντας τα πάντα στο διάβα τους, μπασογραμμές σεμιναριακού επιπέδου και ambient μελωδίες, οι οποίες υφαίνουν μια ατμόσφαιρα που κραδαίνει συνεχώς σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από το κεφάλι του κάθε ανυποψίαστου και ψυχικά απροετοίμαστου ακροατή. Παράλληλα, εμφανέστατη είναι επίσης και η αλλαγή πλεύσης στο στιχουργικό κομμάτι. Έχοντας απομακρυνθεί εντελώς από το κοινωνικό-πολιτικό καταγγελτικό ύφος του hardcore punk ξεκινήματος, οι στίχοι αποκτούν έναν σαφέστατο ψυχολογικό-φιλοσοφικό προσανατολισμό, που χάρη στις χαμαιλεοντικές ερμηνείες των Kelly και Von Till δημιουργούν μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην οργή και την μελαγχολία.
Η διαρκώς αυξανόμενη δυναμική του ονόματος των NEUROSIS καθώς και το γεγονός ότι το συγκρότημα άρχισε να οικοδομεί ένα νέο και αρκετά συμπαγή πυρήνα οπαδών, στάθηκαν αρκετά για να τους χαρίσουν την ευκαιρία να υπογράψουν στην Relapse Records. Το ντεμπούτο τους στην Relapse μόνο ως ονειρικό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Δίχως καμία δόση υπερβολής, το “Through Silver in Blood” του 1996 δεν αγγίζει απλά το τέλειο αλλά είναι η απόλυτη έκφραση της τελειότητας. Με το μαγικό χέρι του γνωστού και μη εξαιρετέου Billy Anderson να αναλαμβάνει την παραγωγή από κοινού με το συγκρότημα, και με τον νεοεισελθόντα Noah Landis να δίνει τον δικό του ξεχωριστό τόνο στον τομέα των synths, οι συνθέσεις αγγίζουν για πρώτη φορά τόσο ψυχωτικά και ταυτόχρονα μεγαλειώδη επίπεδα προκαλώντας απανωτούς εγκεφαλικούς οργασμούς στον ακροατή. Στην ένταση που σφιχταγκαλιάζει το άλμπουμ έχουν μερίδιο όλοι. Το δίδυμο Scott Kelly/Steve Von Till με τους πεσιμιστικούς-σκοταδιστικούς στίχους του αλλά και με την έξοχη κιθαριστική δουλειά σε συνθέσεις όπως τα “Locust Star” και το ομώνυμο κομμάτι του άλμπουμ, τα οποία μέχρι και σήμερα κοσμούν τα συναυλιακά setlists του σχήματος, ο Dave Edwarson χαρίζοντας βάθος αλλά και ισορροπία σε πιο ήρεμες στιγμές σαν το “Purify” και “Aeon” ενώ οι επιδόσεις του Jason Roeder πίσω από το drum kit είναι μακράν οι καλύτερες της καριέρας του. Το αριστουργηματικό “Times of Grace” που κυκλοφόρησε τρία χρόνια μετά αποτέλεσε το ιδανικό συμπλήρωμα του “Through Silver in Blood” ολοκληρώνοντας με τον ιδανικότερο τρόπο την καλύτερη περίοδο της ιστορίας των NEUROSIS. Δημιουργημένο ώστε να ακουστεί παράλληλα με το “Grace” των TRIBES OF NEUROT, το ambient side project του σχήματος, το “Times of Grace” αποτελεί τον ορισμό της τέχνης στην πιο σοκαριστική και αποστομωτική της μορφή, συμπυκνώνοντας ένα χαρμάνι ήχων με μουσική αφετηρία το sludge και το industrial και κατάληξη το ambient και το avant-garde folk. Κατεξοχήν ορχηστρικά όργανα όπως το βιολί και το τσέλο μπαίνουν ακόμα πιο δυναμικά στην εξίσωση και με την ανεξάντλητη έμπνευση των μελών της μπάντας οδηγούν τον ακροατή σε ένα λυτρωτικό μονοπάτι κάθαρσης. Κάποιοι άλλοι έσπευσαν να χαρακτηρίσουν αυτό το μουσικό υβρίδιο ως post-metal. Κάποιοι άλλοι απλά προτίμησαν να το χρησιμοποιήσουν απλά ως έμπνευση την δημιουργία του δικού τους μουσικού στίγματος. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι το πρόσωπο της heavy μουσικής είχε αλλάξει ολοκληρωτικά. Και οι NEUROSIS ήταν υπεύθυνοι γι’ αυτό.
THE PROJECTS
MILK CULT (1992):
Αξιοσημείωτη ίσως είναι η συμμετοχή των Scott Kelly και Steve Von Till στο side project των STEEL POLE BUTHTUB, υπό το όνομα MILK CULT. Το συγκρότημα κυκλοφόρησε 4 δίσκους με έντονο το post punk στοιχείο την περίοδο 1992-2000, με ηχηρές συνεργασίες όπως αυτή με τον Mike Patton. Έπειτα εξαφανίστηκαν, με τρόπο τόσο ήσυχο όσο και η εμφάνισή τους στη μουσική σκηνή.
TRIBES OF NEUROT (1995): Η πρώτη ενασχόληση με side project στην ιστορία των NEUROSIS δεν ήταν τίποτε άλλο από την παρέα των Kelly, Von Till, Edwardson, Roeder και Landis, να δημιουργούν ένα ακόμη συγκρότημα υπό το όνομα TRIBES OF NEUROT. Η λέξη tribes φανερώνει χαρακτηριστικά τον προσανατολισμό του ήχου τους, με πολλά ατμοσφαιρικά στοιχεία παρμένα από τον ανθρωπολογικό μυστικισμό των ιθαγενών καθώς και με χαρακτηριστικά τα κρουστά όπως και την απουσία φωνητικών. Οι TRIBES OF NEUROT αποτέλεσαν το βασικό αποδιοπομπαίο τράγο των NEUROSIS για κάθε μουσική τους προσταγή που ξέφευγε λίγο παραπάνω από τον ήχο των NEUROSIS εκείνη την εποχή. Μετά τη διπλή τους κυκλοφορία το 1996 με τα “Rebegin” και “Silver Blood Transmission”, οι TRIBES OF NEUROT έγραψαν μουσική με αξιοπρόσεκτου μεγέθους ποσότητα και ποιότητα, που κυκλοφορούσαν κάθε ισημερία και ηλιοστάσιο κατά την περίοδο 1999-2001. Τελευταία τους κυκλοφορία το 2007, αν και δηλώνουν ακόμη ως ενεργοί ήταν ο καταπλητικός split δίσκος με τη μπάντα – θεμέλιο του drone ήχου, EARTH. Έφτασαν σε απερίγραπτα επίπεδα μουσικής έμπνευσης και δημιουργίας όμως με την εκπληκτική σύλληψη του δίσκου “Grace”, που ήταν ένα βαρύτερο παγανιστικής χροιάς πέπλο, σχεδιασμένο για να παίζει παράλληλα με το εξίσου ανυπέρβλητο “Times of grace” των NEUROSIS. Αξίζει να προσφέρετε στον εαυτό σας την εμπειρία του συνδυασμού τους.
SCOTT KELLY SOLO PROJECT (2000):
Μόλις το 2000 και με την παράλληλη κυκλοφορία του “Sovereign” EP, o Scott Kelly αποφάσισε να ξεκινήσει κι ένα δικό του solo project, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα το άνοιγμα του σε πιο post και folk ατμοσφαιρικούς ήχους, καθώς και την αλλαγή εποχής για τους NEUROSIS. Ο Scott δε κάνει τα πάντα για να ξεπεράσει τον εαυτό του αυτή τη φορά. Παρόλη την ελάχιστη προσπάθεια όμως τα καταφέρνει. Μόνος με μόνη συντροφιά την κιθάρα του και την μοναδική και ιδιαίτερη φωνή του, γράφει μελαγχολικά ατμοσφαιρικά κομμάτια που σε ταξιδεύουν στην ύπαιθρο να αναπολείς παλιά, ξεχασμένα συναισθηματικά και κοσμικά μεγαλεία. Η solo δουλειά του περιλαμβάνει 3 full length κυκλοφορίες, “Spirit Bound Flesh” (2001), “The Wake” (2008) και “The Forgiven Ghost in Me” (2012),καθώς και split δίσκους με το συνονόματο φίλο και συχνό συνεργάτη του Scott “Wino” Weinrich(SAINT VITUS, SPIRIT CARAVAN, THE OBSESSED, WINO) και τον Nate Hall.
STEVE VON TILL SOLO PROJECT (2000):
Η στροφή προς μιας παράλληλη με τους NEUROSIS, solo πορεία αποδείχθηκε ως η καλύτερη λύση. Έτσι λοιπόν το 2000, ταυτόχρονα με το Ep “Sovereign”, κυκλοφορεί το πρώτο προσωπικό του album, με την ονομασία “As the Crow Flies”. Η προσέγγιση παραείναι απλή. Μια κιθάρα, αργά μελαγχολικά φωνητικά και διάσπαρτα κάποιες συγχορδίες πιάνου ή κάποια στοιχειώδη κρουστά. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα αυθόρμητο ψυχογράφημα που έχει ως αυτοσκοπό της ψυχική κάθαρση, τόσο του μουσικού όσο και του ακροατή. Μάλιστα, ένα χρόνο αργότερα θα ακολουθήσει την ίδια ψυχαναλυτική οδό κι ο Scott Kelly με το δικό του προσωπικό ντεμπούτο, “Spirit Bound Flesh”.
Free from the noise of lost souls (2001 – σήμερα) THE BAND Η συνεργασία του συγκροτήματος με τον Josh Graham πίσω από όλα τα visual arts συμπίπτει με μία ταυτόχρονη στροφή στον ήχο των NEUROSIS σε περισσότερα ατμοσφαιρικά στοιχεία, ακουστικά και μελωδικά περάσματα, καθώς και μεγάλη έμφαση στην ατμόσφαιρα. Θεμέλιο λίθο αυτής της αλλαγής αποτελεί το έπος τους “A sun that never sets” (2001), που έθεσε τα στάνταρ για οτιδήποτε ακροβατεί μεταξύ μελωδίας και βάλτου, ο δίσκος τους που είναι ο προσωπικά αγαπημένος μου και αυτό δύσκολα θα αλλάξει. Οι φωνητικές ερμηνείες Kelly και Von Till απλά ξεπερνούν κάθε όριο και κάθε φαντασία, φτάνουν στο απόγειο τους, σε ανατριχιάζουν και σε στέλνουν απευθείας στην κόλαση που φαίνεται στιχουργικά να μην είναι τίποτε άλλο από τον ίδιο τον κόσμο που ζούμε (ή νομίζουμε ότι ζούμε). Η ιδιαίτερα καθαρή παραγωγή για τον ήχο τους ενισχύει μάλιστα αυτές τις κραυγές απελπισίας. Δεν υπάρχει κανένας φόβος να χρησιμοποιηθεί μια πανδαισία κρουστών και βιολιών για τη μεγέθυνση της απόκοσμης ατμόσφαιρας. Η απόγνωση για την ανθρώπινη φύση και οι κραυγές πρόσκλησης του ανθρώπου από την πρωτόγονη, και κατά κάποιο τρόπο αγνή κατάστασή του, οδηγούν τους NEUROSIS στη συγγραφή των μακράν πιο συναισθηματικών και ανατριχιαστικών κομματιών τους, το έπος “The tide”, το “Falling unknown” ενώ ιδιαίτερης ουσίας χρίζει και το κομμάτι “Crawl back in”. Ένας δίσκος διαχρονικός και ορόσημο για την καριέρα τους, έκανε μια για πάντα τους NEUROSIS έναν ήλιο που δεν πρόκειται να δύσει ποτέ.
Το “A sun that never sets” αποτέλεσε και την τελευταία συνεργασία των NEUROSIS με τη Relapse records, καθώς εκείνη την εποχή το συγκρότημα κάνει το μεγάλο βήμα να ανοίξει τη δική του δισκογραφική εταιρία, υπό το όνομα “Neurot recordings”. Η κίνηση αυτή αποδείχτηκε σοφή, καθώς άφησε στους ίδιους πλήρη ελευθερία στις μουσικές τους κινήσεις, ενώ πλέον αποτελεί τη μαμά εταιρία για πολύ μεγάλα ονόματα του χώρου όπως οι ISIS, AMENRA, YOB, UFOMAMMUT, OM, καθώς και όλων των projects και supergroups με τα οποία έχουν ασχοληθεί κατά καιρούς. Δισκογραφικά, η πορεία τους συνεχίζεται το 2004 με το “The eye of every storm”, να εξελίσσει ακόμη περαιτέρω τον ήχο των NEUROSIS προς σημεία πιο χαλαρά, με καθαρότερα φωνητικά και ambient περάσματα, χαρακτηριστικές επιρροές των παράπλευρων μουσικών ενασχολήσεων όλης της μπάντας. Εδώ σημειώνεται και η πρώτη σημαντική δουλειά του Graham σε εξώφυλλα και artwork. Πολύ πιο αργό και ατμοσφαιρικό απ’ ότι μας έχουν συνηθίσει, το “The eye of every storm” αφήνει κι αυτό το στίγμα του με χαρακτηριστικά κομμάτια όπως τα “No river to take me home” και το διπολικό κομμάτι “I can see you” που επιδίδεται από τη μία στην πλήρη ηρεμία και από την άλλη σε βίαια ξεσπάσματα. Μπορεί να μην έφτασε τους προκατόχους του σε μεγαλειότητα, αλλά ο συγκεκριμένος δίσκος έδειξε ότι οι NEUROSIS γυαλίζουν τις νέες τους επιρροές και δε θα πάρουν ανάσα μέχρι να τις μεταποιήσουν σε διαμάντι.
Και αυτό το διαμάντι δεν άργησε να πάρει τελική μορφή. Μετά από διάφορες ενασχολήσεις όλων με τα side project τους που την περίοδο 2004-2007 είδαν μια άνθηση, οι NEUROSIS επιστρέφουν στο studio για να δημιουργήσουν μουσική ιστορία ξανά. Απογυμνωμένοι πιο από κάθε στοιχείο που δεν είναι ξεκάθαρα NEUROSIS (αφού το έχουν διοχετεύσει σε τόσα άλλα συγκροτήματα στα οποία θα ταίριαζε καλύτερα), μας δείχνουν την πραγματική τους ψυχή μέσα από το “Given to the rising”(2007). Με τα riffs της προγενέστερης τους εποχής -σαφώς βέβαια σε πιο αργές ταχύτητες- αλλά και σε παλαιότερα δεδομένα, όπως το κομμάτι “Water is not enough” που θυμίζει ξεκάθαρα εποχές του “Souls at zero”, φωνητικά που συνδυάζουν κάθε ικανότητα τόσο του Kelly όσο και του Von Till, δυναμική ένταση και ατμόσφαιρα σε ισόποσες δόσεις-βλέπε “Fear and sickness”-, μέχρι και post στοιχεία όπως το κομμάτι “Shadow”, οι NEUROSIS μπορούν να είναι περήφανοι (για ακόμη μία φορά) ότι δημιούργησαν ένα δίσκο που ολοκληρώνει τη μετάβαση από το παρόν στο μέλλον, από τη ζωή πάλι πίσω στο χώμα που μας καλεί να επιστρέψουμε στις ρίζες μας.
Την κυκλοφορία του “Given to the rising” ακολούθησε μια συγκλονιστική ζωντανή παράσταση στο Roadburn festival του 2007, η οποία ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε το 2010. Το από μόνο του σαγηνευτικό κλίμα του Roadburn, τα visuals του Josh Graham και η ικανότητα των NEUROSIS χειρίζονται κάθε σκηνή σαν το παιδικό τους δωμάτιο προσφέρει ένα πανόραμα ήχου και εικόνας στον θεατή. Διαθέσιμη είναι και μία βιντεοσκόπηση ολόκληρης της εμφάνισης τους.
Το τελευταίο πόνημα των NEUROSIS ήρθε αρκετά πρόσφατα με την κυκλοφορία του “Honor found in decay” (2012), έπειτα από μια μακρόχρονη παύση 5 χρόνων που έδωσε τη δυνατότητα για τα περίφημα live των NEUROSIS που γίνονταν μία στο τόσο, αλλά και για τη δημιουργία πληθώρας νέων project & supergroup, όπως και για νέες κυκλοφορίες των παλαιότερων τους. Αν και στιχουργικά παραμένουν κι εδώ πιστοί στις ρίζες τους –μέχρι και στον τίτλο η αναγνώριση του ξεπεσμού του ανθρώπινου είδους αλλά ταυτόχρονα η περηφάνια για τη μορφή του, η εύρεση της μεγαλύτερης αξίας μέσα στη χειρότερη κατάντια είναι εμφανή- οι NEUROSIS δεν καταφέρνουν να καταπλήξουν τα πλήθη με το “Honor found in decay”. Αν και είναι ένας αξιόλογος δίσκος εν γένει, ξέρουμε πολύ καλά ότι μπορούν να τα καταφέρουν πολλές φορές καλύτερα από αυτό. Με μία περισσότερο doom όψη αυτή τη φορά, θα λέγαμε ότι ξεχωρίζουν τα κομμάτια “We all rage in gold”, “My heart for deliverance”, “Casting of the ages” και “Bleeding the pigs”. Η κυκλοφορία συμπίπτει επίσης και με την παύση συνεργασίας με τον Graham, πράγμα που πιθανότατα αποτέλεσε πλήγμα στις ζωντανές τους εμφανίσεις καθώς η συμβολή του ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Θέλω να πιστεύω ότι ο συγκεκριμένος δίσκος αποτελεί μια μετάβαση για τους NEUROSIS, και βέβαια κάνοντας μια πρόβλεψη σύμφωνα και με το τελευταίο δείγμα του Kelly από τους CORRECTIONS HOUSE, στο μέλλον θα έχουμε να κάνουμε με ακόμη πιο πειραματικά δεδομένα.
THE PROJECTS
NEUROSIS & Jarboe collaboration (2003):
Οι SWANS πάντοτε θεωρούνταν μεγάλη επιρροή για τους NEUROSIS, κατά κάποιον τρόπο υπήρξαν προπάτορες τους. Η σύνδεση των δύο σχημάτων εξακολουθεί να είναι ισχυρή ακόμα και σήμερα (άλλωστε τον Μάιο του 2013 μοιράστηκαν την ίδια σκηνή στο Παρίσι, με τους SWANS μάλιστα να ανοίγουν τη συναυλία για τους καλύτερους μαθητές τους NEUROSIS) που τα δυο σχήματα έχουν διαφοροποιηθεί και εξελιχθεί σε κάτι διαφορετικό. Οι μεν NEUROSIS από μια hardcore μπάντα σε θεμελιωτές του post metal, οι SWANS, από την άλλη, από ένα ακόμα post punk γκρουπ σε αυτό post everything θηρίο που είναι τώρα.
Με αυτά τα δεδομένα η συνεργασία των NEUROSIS με την Jarboe, την τραγουδίστρια αλλά και κιμπορντίστρια των SWANS, μέχρι την – προσωρινή, όπως αποδείχτηκε- διάλυση τους το 1997, μόνο ταιριαστή μπορεί να χαρακτηριστεί. Άλλωστε και το τελικό αποτέλεσμα που κυκλοφόρησε το 2003 επιβεβαιώνει τον παραπάνω χαρακτηρισμό. Στο ολοκληρωμένο σύμπαν των NEUROSIS ήρθε να προστεθεί η χαρισματική, μυστηριακή performance της Jarboe και ο καρπός αυτής τη συνεργασίας ήταν μια σειρά από αξιομνημόνευτα κλασικά NEUROSIS κομμάτια, όπως τα “Within”, “Taker”, “Erase” και “Cringe”. Αλλά και το επιβλητικό “His Last Words” καθώς και τα θαυμάσια “Receive” και “Seizure”, δύο από τις πιο μελωδικές στιγμές στην πορεία των NEUROSIS (δεν μας έχουν συνηθίσει άλλωστε στις ακουστικές κιθάρες).
Το NEUROSIS & Jarboe είναι ένας δίσκος που δικαίωσε τις προσδοκίες που είχαν όλοι από μια συνεργασία δυο ονομάτων με σπουδαία παρακαταθήκη πίσω τους. Καταγράφει την αρμονική τους συνύπαρξη στο σημείο όπου το σκοτεινό και βίαιο ηχητικό περιβάλλον των NEUROSIS συνάντησε την αλλόκοτη παρουσία και ερμηνεία της Jarboe (τα γυναικεία φωνητικά της, ούτως ή άλλως, ήταν κάτι καινοτόμο για το συγκρότημα). Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα άλμπουμ που συμπληρώνει την υπόλοιπη δισκογραφία της μπάντας από την Καλιφόρνια και δεν αποτελεί, σε καμία περίπτωση, μια στιγμή προορισμένη να χαθεί στη λήθη.
CULPER RING (2003):
Με μία και μοναδική κυκλοφορία το 2003, με τίτλο “355”, οι CULPER RING αποτέλεσαν το προμήνυμα ότι ο Steve Von Till αγαπάει τον ambient ήχο κι έχει σκοπό να ασχοληθεί περισσότερο, όπως κι έκανε αργότερα μόνος του με το όνομα HARVESTMAN. Εδώ, σε συνεργασία με τους Mason Jones και Chris Force δημιουργούν έναν κλασσικό δίσκο του ιδιώματος, ευχάριστο και ταυτόχρονα μελαγχολικό και άκρως νοσταλγικό.
BLOOD & TIME (2004):
Η πρώτη ενασχόληση του Josh Graham με κάτι πέρα από τους NEUROSIS έρχεται το 2004 με τους BLOOD & TIME. Ουσιαστικά πρόκειται για μια πρωτοβουλία του Scott Kelly, ο οποίος τρία χρόνια μετά την πρώτη solo κυκλοφορία του “Spirit Bound Flesh” (2001), προσκαλεί τον Josh Graham στην κιθάρα και μαζί με τον Noah Landis (υπεύθυνος για τα πλήκτρα στους NEUROSIS) και τους Anthony Nelson στο μπάσο και τον Stephen Garrett στα drums, κυκλοφορούν το εξαιρετικό “At the Foot of the Garden” (2004) μέσω της Neurot Recordings. Ηχητικά το “At the Foot…” ακολουθεί την φυσική εξέλιξη της προσωπικής μουσικής πορείας του Scott Kelly διατηρώντας τον αργό σκοτεινό ρυθμό με μόνη διαφορά ότι οι αιχμηρές country απολήξεις έχουν λειανθεί για τα καλά. Η δεύτερη κυκλοφορία του συγκροτήματος έρχεται μόλις έναν χρόνο πριν το εκπληκτικό “The Wake” (2008) του δεύτερου solo δίσκου του Kelly. Το ομότιτλο ep των BLOOD & TIME με τον πολυπράγμονα Vinnie Signorelli (UNSANE, ex- SWANS, ex- A STORM OF LIGHT) στα drums, περιέχει κομμάτια όπως το “A Silver Ocean Storm” καθώς και την πρώτη διασκευή σε κομμάτι του μεγάλου μουσικοσυνθέτη της country Townes Van Zandt, “Rake”, που αργότερα ο Kelly θα του αφιερώσει ολόκληρο δίσκο.
HARVESTMAN (2005):
Ο Steve Von Till δεν καθησυχάζεται μόνο στο προσωπικό του project με το όνομά του, αλλά επιθυμεί και τη δημιουργία ενός σύμπαντος για παράλληλες αναζητήσεις. Έτσι, υπό την ταμπέλα HARVESTMAN κυκλοφορεί άλλους 3 προσωπικούς δίσκους την περίοδο 2005-2010, κι αυτοί δεν είναι άλλοι από τις κυκλοφορίες “Lashing the Rye” (2005), “In a Dark Tongue”(2009) και “Trinity” (2010). Αυτή τη φορά τα πειράματα του Von Till τον οδηγούν σε ένα όμορφο πάντρεμα folk/pagan στοιχείων με drone/ambient τονικότητες. Μουσική για χαλάρωση και μια πολύ διαφορετική προσέγγιση του γενικότερα βαρέων βαρών ήχου που μας έχει συνηθίσει ο Steve τόσο καιρό.
RED SPAROWES (2005-2006): Η δεύτερη απόπειρα του Graham πραγματοποιείται κι αυτή με μη πρωταγωνιστικό ρόλο. Φυσικά αναφερόμαστε στην δημιουργία των RED SPAROWES, οι οποίοι απαρτίζονταν κυρίως από μέλη των ISIS. Ο Josh Graham βρίσκεται για άλλη μια φορά πίσω από την θέση του κιθαρίστα, ενώ θα συμβάλει και από το πόστο του visual artist, φέρνοντας μαζί του τις αντίστοιχες επιρροές του από την δουλειά που έχει κάνει στους NEUROSIS. Την διετία 2005-2006 θα συμμετάσχει σε δύο διπλές κυκλοφορίες, “At the Soundless Dawn” (2005)και “Every Red Heart Shines Toward the Red Sun” (2006), ένα live album καθώς και σε τρία split, με το “Triad” (2006) να ξεχωρίζει, αφού εκτός από το εκπληκτικό “Alone And Unaware, The Landscape Was Transformed In Front Of Our Eyes”, ακούμε επίσης κομμάτια από τους MADE OUT OF BABIES και BATTLE OF MICE. Η μουσική των RED SPARROWS σίγουρα δεν περιγραφεί μέσα σε λίγες γραμμές. Η συμβολή τους στην αδρή σκιαγράφηση νέων ηχητικών τοπίων επηρέασε αναμφίβολα τόσο τον ίδιο τον Graham όσο και ένα πλήθος post-rock σχημάτων που ενέταξαν στο ενεργητικό τους αυτή την γνώριμη λεπτή μελωδική φλυαρία που τους έκανε να ξεχωρίζουν.
BATTLE OF MICE (2005): Ο επόμενος σταθμός του Graham είναι το “supergroup” των BATTLE OF MICE. Μέσα από την συνύπαρξη της απόκοσμης φωνής της Julie Christmas (MADE OUT OF BABIES) με τα διαστροφικά θέματα του Joel Hamilton (BOOK OF KNOTS) στην κιθάρα σε συνδυασμό με την επιβλητική χροιά του Josh Graham, εκκολάφθηκε μια ωδή στην παθολογική παράνοια. Το “A Day of Nights” (2006) κάθε άλλο παρά εύκολο είναι στο άκουσμα. Ωστόσο κομμάτια όπως τα “Bones in the Water” και “Sleep and Dream” υπερβαίνουν κάθε πιθανή κατηγοριοποίηση, αφήνοντας το περιθώριο σε ένα ευρύτερο κοινό.
A STORM OF LIGHT (2007): Ο Graham έδειξε ξεκάθαρα ότι ο post ήχος τον ενδιαφέρει. Συνεχίζοντας να ασχολείται με το άθλημα, το 2007 αναλαμβάνει κιθάρα σε ένα από τα πολλά υποσχόμενα σχήματα του χώρου, A STORM OF LIGHT. Ο ήχος τους ακροβατεί στα μονοπάτια του doom, του sludge και του σκοτεινού post rock, θυμίζοντας κάπως AMENRA σε πιο γρήγορες ταχύτητες. Οι δύο πρώτες τους κυκλοφορίες, “And We Wept the Black Ocean Within” και “Forgive us our trespasses”, το 2008 και 2009 αντίστοιχα, έδειξαν πως ξέρουν να τιμούν τον ήχο που θέλουν να προσεγγίσουν. Η κορύφωση όμως έρχεται το 2011 και την κυκλοφορία “As the Valley of Death Becomes Us, Our Silver Memories Fade”, που έδειξε το μέγιστο των δυνατοτήτων τους ενώ περιελάμβανε συμμετοχές από πλήθος καλλιτεχνών όπως η Jarboe (SWANS, JARBOE), o Kim Thayil (SOUNDGARDEN) και η Nerissa Campbell (AMBER ASYLUM). Η τελευταία τους δουλειά έλαβε χώρα το 2013 και είχε τίτλο “Nations to flames”.
SHRINEBUILDER (2008): Το περίφημο supergroup των Scott Kelly, Scott “Wino” Weinrich (SAINT VITUS, SPIRIT CARAVAN, THE OBSESSED, WINO) – που έτι μία φορά συνεργάζονται-, Al Cisneros (OM, SLEEP) και Dale Crover (MELVINS, PORN, EYEHATEGOD, ALTAMONT, PLAINFIELD) δεν είναι άλλο από τους SHRINEBUILDER. Και φυσικά τι είναι αυτό που παίρνεις όταν μαζεύεις κάποιες από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του sludge και stoner ήχου μέσα στον ίδιο χώρο; Έναν από τους πιο ζεστούς, σκοτεινούς, πολύ περίεργης ταχύτητας δίσκους όλων των εποχών, που συνδυάζει αρμονικά τόσο τις ξεχωριστές φωνές των παραπάνω κυρίων, όσο και όλα τα μουσικά στοιχεία που για τόσα χρόνια μας προσέφεραν απλόχερα μέσα από τις βασικές τους μπάντες. Η μοναδική τους κυκλοφορία “Shrinebuilder” (2009) ήταν αρκετή για να καταστήσει το όνομά τους υπολογίσιμη δύναμη στα στρατόπεδα του αργόσυρτου και βρώμικου metal. Αν και λόγω του φόρτου εργασίας όλων οι SHRINEBUILDER έχουν μπει στην άκρη, μία ακόμη κυκλοφορία τους θα ήταν κάτι παραπάνω από καλοδεχούμενη.
Scott Kelly / Steve Von Till / Wino collaboration – “Songs of Townes Van Zandt” (2012): Όσοι έχουν παρακολουθήσει τις solo δουλειές του Scott Kelly και του Steve Von Till γνωρίζουν ότι αυτές έχουν τις ρίζες τους στην λαϊκή αμερικάνικη μουσική, τη folk και την country. Συνεπώς, η απόφαση τους να κάνουν ένα δίσκο με διασκευές σε τραγούδια τους σπουδαίου μουσικού της country – folk μουσικής Townes Van Zandt μόνο ως έκπληξη δεν μπορεί να θεωρηθεί, αντίθετα μοιάζει με φυσιολογική κίνηση. Από την άλλη, χρειάζεται πολύ θάρρος, ιδιαίτερα για μουσικούς της δικής τους γενιάς και μάλιστα προερχόμενους από το metal, για να καταπιαστούν με τα γεμάτα πόνο, απώλεια, καταχρήσεις και αλκοόλ τραγούδια του Van Zandt.
Το 2012, λοιπόν, οι δυο ηγετικές φιγούρες των NEUROSIS, Kelly και Von Till ένωσαν τη δυνάμεις τους με την εμβληματική μορφή του doom metal Scott “Wino” Weinrich (SAINT VITUS, SPIRIT CARAVAN, THE OBSESSED, WINO) για το “Songs of Townes Van Zandt” ένα συνεργατικό δίσκο – φόρο τιμής στον πρόωρα χαμένο Townes Van Zandt. Καθένας τους ανέλαβε να φέρει στα μέτρα του τρία κομμάτια από τον μακρύ κατάλογο του Van Zandt. Ο Steve Von Till κράτησε την καλύτερη στιγμή του δίσκου καθώς έδωσε μια σπαρακτική ερμηνεία στο συγκλονιστικό “Black Crow Blues”, τραγουδώντας με βραχνή φωνή «it’s a life worth the living but we all gotta die», μια διασκευή πραγματικά στοιχειωτική. Πολύ αξιόλογες και οι ερμηνείες του στο πασίγνωστο “If I Needed You” και το “Snake Song”. Ο έτερος frontman των NEUROSIS Scott Kelly μοιάζει να βρίσκεται στο φυσικό του περιβάλλον τραγουδώντας το περίφημο “St. John The Gambler” αλλά και τα “Lungs” και “Tecumseh Valley”. Όσο για τον τρίτο της παρέας Wino ο ρόλος του είναι μάλλον συμπληρωματικός παρά πρωταγωνιστικός. Ωστόσο και αυτός είναι μέσα στο κλίμα του δίσκου, άλλωστε με το άλμπουμ “Adrift” απέδειξε ότι γνωρίζει κι αυτός πολύ καλά την country – folk μουσική της χώρας του. Με περίσσιο πάθος αποδίδει τις συνθέσεις “Rake”, “Nothin’” και “A Song For” του Van Zandt.
Οι Kelly και Von Till συνεπικουρούμενοι από τον Wino δεν δίστασαν να αναμετρηθούν με το αξεπέραστο υλικό του Van Zandt και τα κατάφεραν, φτιάχνοντας ένα αξιόλογο δίσκο με πολύ μεράκι και αγάπη για τη μουσική του Van Zandt. Μια υπόκλιση στο μουσικό μεγαλείο του Van Zandt από τρεις σπουδαίους μουσικούς.
CORRECTIONS HOUSE (2012): Και φυσικά για τον Scott Kelly δε θα μπορούσε να είναι αρκετό μόνο ένα supergroup, οπότε έφτιαξε και δεύτερο. Οι CORRECTIONS HOUSE που ακούστηκαν πολύ στη χώρα μας καθώς παρ’ ολίγου να εμφανιστούν μαζί με τους NEUROSIS ως special guests (αλλά δε θα το κάνουν για αδιευκρίνιστους ακόμη λόγους), δεν είναι άλλοι από τους κυρίους Scott Kelly, την προσωπική αδυναμία κύριο Mike IX Williams (EYEHATEGOD, ARSON ANTHEM, OUTLAW ORDER), τον Sanford Parker (BURIED AT SEA, MINSK) και τον Bruce Lamont (BLOODIEST, CIRCLE OF ANIMALS, YAKUZA). Με πρώτα τους βήματα το single “Hoax the System / Grin with a Purpose”, έκαναν ξεκάθαρο ότι έχουν κάτι το μυστήριο και απόκοσμο να δείξουν, με μια πολύ διαφορετική προσέγγιση. Η πρώτη τους full-length ομώνυμη κυκλοφορία που έλαβε χώρα μόλις το 2013, έχει έναν ήχο που εγώ προσωπικά τον λάτρεψα από την αρχή. Ενώ εισάγεται καμουφλαρισμένος με κλασικές sludge – ατμοσφαιρικές μελωδίες της μετέπειτα NEUROSIS εποχής, σταδιακά ο ήχος βαραίνει και προσαρμόζεται παράλληλα με πολλά ηλεκτρονικά στοιχεία και samples, που φτάνουν οριακά και επιταχυμένα drone ακούσματα. H βαρύτητα και το σκοτεινό του ήχου σε ταξιδεύουν σε έναν κόσμο παρανοϊκής ημικρανίας, βγαλμένο από το Pi του Aronofsky και τα soundtrack του Clint Mansell, παρέα με τα όργανα και τα φωνητικά των προαναφερθέντων κυρίων. Μάλλον η καταραμένη ποίηση βρήκε το δάσκαλό της. Ελπίζουμε να καταφέρουμε να τους δούμε στ’ αλήθεια κάποια στιγμή στη χώρα μας, είναι το καινούριο, το πρωτοποριακό, ένα άνοιγμα που χρειάζεται ο συγκεκριμένος ήχος, και τέλος, το δείγμα ότι τέτοιες μουσικές προσωπικότητες ξέρουν ακριβώς τι να κάνουν για να προχωρήσουν και να προσφέρουν Μουσική (ναι, με κεφαλαίο Μ) στο κοινό τους. Αξίζει να ακούσετε το πρώτο κομμάτι του δίσκου, “Serve or survive”, για να καταλάβετε ακριβώς την ηχητική μετάβαση για την οποία μιλάω.
“Looking away from the fall of tomorrow, tunneling through the black that will follow”.
Τι κρύβει λοιπόν το μέλλον για τους αγαπημένους μας NEUROSIS; Απ’ ότι η μέχρι σήμερα πορεία τους μας δείχνει, όλα είναι πιθανά. Η μουσική τους έμπνευση είναι ανεξέλεγκτη/ανεξάντλητη, και φυσικά αντί να την καταπνίγουν φροντίζουν να τη μεταβιβάζουν ποικιλοτρόπως. Συνέταξαν ένα συγκρότημα που άλλαξε τη μουσική πορεία και μαζί με τους EYEHATEGOD έχτισαν τον ήχο του sludge για να πατήσουν πάνω άλλοι κι άλλοι, διασχίζοντας το χάσμα του punk μέχρι τα όρια του drone, δημιούργησαν συγκροτήματα για όλα τα γούστα, έγραψαν στίχους που γέμισαν τα βράδια σου με φιλοσοφικές αναζητήσεις για το τι είναι και το τι δεν είναι, σε πήγαν σε τοπία που η ύπαρξή σου μοιάζει ασήμαντη. Σας προτρέπω να μη χάσετε την εμφάνιση που θα κάνει για πρώτη φορά στη χώρα μας ένα από τα μεγαλύτερα μουσικά σχήματα της εποχής μας. Είναι εδώ και θα είναι απ’ ότι φαίνεται για πολύ καιρό ακόμη, προκαλώντας έκπληξη, συμπάθεια, ερωτηματικά, θαυμασμό. Will you stand or run?…
Ας ξεκινήσουμε με τα καθέκαστα. Αγαπάω τα Transformers. Μεγάλωσα με τα συγκεκριμένα κινούμενα σχέδια και ήταν από τα αγαπημένα μου παιχνίδια για την παιδική μου ηλικία. Όταν λοιπόν ο Michael Bay ανέλαβε να κάνει την πρώτη ταινία είχα μεγάλες προσδοκίες. Οι οποίες και καταβαραθρώθηκαν τόσο από την πρώτη, όσο και με τα χείριστα sequels που επήλθαν. Οπότε η τέταρτη ταινία με τον τίτλο “Transformers” δε μου έκανε καμία ιδιαίτερη αίσθηση.
Η ταινία συνεχίζει ιστορικά 4 χρόνια μετά το “Transformers: Dark of the Moon”. Οι Decepticons χωρίς αρχηγό πλέον κρύβονται για να επιβιώσουν από την καταδίωξη των ανθρώπων, ενώ οι Autobots, παρόλο που έχουν λάβει αμνηστία, δεν έχουν πλέον επίσημα επαφές με τις διάφορες κυβερνητικές εξουσίες. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο φαίνονται, καθώς κάποιοι πασχίζουν να βρουν και να καταστρέψουν κάθε Transformer, με έμφαση στον Optimus Prime. Κάπου εκεί μπλέκεται η οικογένεια του Cade Yeager (παιγμένο από το Mark Wahlberg), έτσι για να έχουμε και τους ανθρώπους πρωταγωνιστές.
Παραδόξως, η ταινία δεν είναι τόσο κακή σεναριακά όσο ήταν τα “Transformers: Revenge of the fallen” και “Transformers: Dark of the Moon”. Έχει πιο ενδιαφέρουσα πλοκή, η οποία όμως παραμένει γεμάτη κενά, τα οποία άμα αρχίσω να αναφέρω, θα γεμίσω spoilers το κείμενο. Το μεγαλύτερο όμως θετικό στοιχείο είναι η απουσία του Shia LaBeouf ως Samuel James “Sam” Witwicky. Τουλάχιστον βλέποντας το “Transformers 4: Age of extinction” δε σκεφτόμουν για όλη του τη διάρκεια ότι ήθελα να ρίξω μπουνίδι στον κεντρικό ανθρώπινο χαρακτήρα. Από εκεί και πέρα, η ταινία είναι τίγκα στα κλισέ που μας έχει συνηθίσει ο Michael Bay. Εκρήξεις για το εφέ, κοντινά πλάνα όπου κάποιος χαρακτήρας λέει κάτι βαρύγδουπο με φόντο το ηλιοβασίλεμα ή κάποιο άλλο δυνατό φως, αρχή κυνηγητού όπου οι “κακοί” φαίνεται να έρχονται από μακριά σηκώνοντας σκόνη και ένα τουλάχιστον ελικόπτερο να τους συνοδεύει, έτσι για την επισημότητα του πράγματος, δράση με αργή κίνηση για δραματοποίηση κτλ. Όλα αυτά σε ταινία διάρκειας 165 λεπτών (όσα και τα εκατομμύρια του προϋπολογισμού της ταινίας), για κάποιον που δεν εντυπωσιάζεται τόσο εύκολα με πυροτεχνήματα και επαναλαμβανόμενα κινηματογραφικά τεχνάσματα, καταντάει ιδιαίτερα κουραστικό.
Βέβαια όλα αυτά που έγραψα για κάποιον που γουστάρει ταινίες δράσεις που είναι τίγκα στη δράση και την παρουσία των Transformers, είναι ψιλά γράμματα και το αναγνωρίζω. Άμα έχει δει ήδη τις τρεις προηγούμενες ταινίας και του άρεσαν, δε βλέπω το λόγο να μην πάει να δει το “Transformers 4: Age of extinction”, ειδικά εφόσον υπάρχουν και σκηνές με τα Dinobots.
Η ταινία θα προβάλλεται από την Πέμπτη 26/06 στους κινηματογράφους από την UIP, με επιλογή για απλή ή 3D προβολή.
Πάει καιρός που είχα να δω τον Tom Cruise σε ταινία δράσης/επιστημονικής φαντασίας και να χαιρόμουν κάθε λεπτό της ταινίας. Πιο συγκεκριμένα, από το Minority report (2002). Προφανώς και το Oblivion (2013) ήταν ωραίο σκηνοθετικά, αλλά σεναριακά κάπου το έχανε μετά τη μέση της ταινίας, δυστυχώς.
Ας ξεκινήσουμε όμως από την αρχή. Ο Tom Cruise υποδύεται τον ταγματάρχη William Cage που αναγκάζεται χωρίς τη θέλησή του, κατόπιν πειθαρχικών παραπτωμάτων, να βρεθεί στην πρώτη γραμμή εναντίον ενός εξωγήινου εχθρού που κατακτά όσο περνάει ο καιρός τον πλανήτη Γη. Έχοντας μηδενική εμπειρία με το πεδίο μάχης και με τον οπλισμό που του ανατίθεται, βιώνει τα πρώτα λεπτά μίας απόβασης απομίμηση της D-Day όπου όλα πάνε κατά διαόλου και ο ίδιος καταλήγει νεκρός. Αλλά ένα απρόσμενο γεγονός τον επαναφέρει στην ζωή 24 ώρες νωρίτερα. Προσπαθώντας να καταλάβει τι (του) συμβαίνει, αναγκάζεται να βιώσει την ίδια μέρα, αλλά κάθε φορά διαφορετικά, εφόσον οι επιλογές του αλλάζουν, γνωρίζοντας την ολέθρια κατάληξη που έχουν από την προηγούμενη. Με αυτόν τον τρόπο βλέπουμε τον χαρακτήρα να “μεγαλώνει” και να ωριμάζει και να προσπαθεί κατά διαστήματα διαφορετικές προσεγγίσεις και τακτικές για να καταλήξει στον τελικό στόχο του που είναι η νίκη ενάντια στην εξωγήινη απειλή, με όσο λιγότερες απώλειες. Εκεί μέσα μπλέκεται και η Emily Blunt, που υποδύεται την Rita Vrataski, η πιο διάσημη και αποτελεσματική στο πεδίο μάχης πεζοναύτης, η οποία κατά ένα περίεργο τρόπο μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει στον William Cage.
Η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως η μίξη της ταινίας “Η μέρα της Μαρμότας” (Groundhog day – 1993) και Battle Los Angeles (2011). Το σενάριο της ταινίας βασίζεται στην ιαπωνική νουβέλα All you need is kill, που έχει μεταφερθεί και σε manga, τόσο στην Ιαπωνία όσο και στην Αμερική. Χωρίς να έχω διαβάσει την εν λόγω νουβέλα, το σενάριο όπως παρουσιάζεται στην ταινία, είναι αρκετά καλοδεμένο, αν κι έχει κάποια κενά κι αναπάντητα ερωτήματα, τα οποία δε θα αναλύσω εδώ καθώς δεν υπάρχει λόγος να δημιουργήσω spoilers.
Η σκηνοθεσία και παραγωγή της ταινίας ανήκει στον Doug Liman, γνωστό από ταινίες όπως The Bourne Identity (2002), Mr. & Mrs. Smith (2005) και Fair game (2010). Αν μη τι άλλο είναι γνώστης ταινιών δράσεων, που περιέχουν και το απαραίτητο (μαύρο συνήθως) χιούμορ, μαζί με συναισθηματικές στιγμές. Σε παρόμοια μοτίβα λειτουργεί και στο Edge of tomorrow, όπου η δράση, το χιούμορ, η ένταση και ο έρωτας πλέκονται μεταξύ τους με επιτυχία και ισορροπία. Παρόλο που, ειδικά στην αρχή της ταινίας, υπάρχει αναπόφευκτα επανάληψη λόγω της φύσης του σεναρίου, δε γίνεται βαρετή ή κουραστική η θέαση των ίδιων σκηνών, επειδή αφενός ορισμένες φορές επιλέγει ο σκηνοθέτης να μας δείξει το ίδιο γεγονός με χρήση κάμερας από άλλη γωνία κι αφετέρου, από ένα σημείο κι έπειτα, δίνεται έμφαση στα σημεία που κάνουν τη διαφορά για την εξέλιξη του William Cage και της ιστορίας. Τέλος, ως αξιομνημόνευτο γεγονός πρέπει να αναφερθεί πως η σκηνή με το ελικόπτερο έγινε στην Trafalgar Square στο Λονδίνο, κάτι που αποτελεί πρωτιά για οποιαδήποτε ταινία μέχρι σήμερα.
Συνολικά το Edge of tomorrow είναι από τις λίγες ταινίες δράσης/επιστημονικής φαντασίας που έχω απολαύσει τόσο πολύ τα τελευταία χρόνια, εκτός του κόσμου της Marvel Comics, και που κάλλιστα θα ξανάβλεπα με ευχαρίστηση.
To victory! (που λένε και οι BOLT THROWER)
Η ταινία θα προβάλλεται από την Πέμπτη 05/06 στους κινηματογράφους από την VillageFilms, με επιλογή για απλή ή 3D προβολή.
Είναι ευχάριστο και στενάχωρο συνάμα, να βλέπεις γερόλυκους να βγάζουν δισκάρες. Σίγουρα θέλουμε να κυκλοφορούν καλές δουλειές, αφού η προτεραιότητα παραμένει η ποιότητα, από την άλλη όμως συνειδητοποιούμε, πόσο μέτριες είναι αντίστοιχες προσπάθειες κάποιων νεαρότερων.
Οι NIGHTMARE έχουν οριστικοποιήσει την επιστροφή τους και με κάθε δισκογραφική δουλειά βελτιώνονται. Το “The aftermath” αποτελεί δυναμική προσθήκη στην καριέρα των Γάλλων, οι οποίοι από το 1999 κι έπειτα ζουν την δεύτερη νιότη τους. Στο άλμπουμ υπάρχουν επικές συνθέσεις, με καλπάζοντες ρυθμούς, όπως το “I am immortal”, το “Mission for God” ή το “Invoking Demons”, με έμφαση στην ατμόσφαιρα και τα εφιαλτικά φωνητικά του Jo Amore (φοβερό ψευδώνυμο, ε;).
Αυτό που διέπει τον δίσκο είναι όρεξη! Ναι, ορεξάτοι οι NIGHTMARE γράφουν με δύναμη και ανεβασμένες ταχύτητες, έναν από τους πιο σκληρούς δίσκους της καριέρας τους. Κομμάτια όπως το “Ghost in the mirror”, “Necromancer”, “Bringer of a no-man’s land”, είναι πολύ επιθετικά και λουσμένα καλό παραδοσιακό power metal.
Γι’ αυτούς που δεν τους γνωρίζουν, οι Γάλλοι έχουν κλασικά χαρακτηριστικά αλλά και μια θεατρικότητα που θυμίζει καλούς TAD MOROSE με κάτι από ANGEL DUST (Ποιός τους θυμάται αυτούς;).
Συνοψίζοντας λοιπόν, οι Γάλλοι σίγουρα κερδίζουν την εμπιστοσύνη μας, συνεχίζοντας μια καλή παράδοση από βαρβάτες heavy/power κυκλοφορίες.
Kαιρό είχαμε να ασχοληθούμε με τα δρώμενα του underground heavy metal μέσα από την συγκεκριμένη στήλη… Όλες οι παρουσιάσεις του νέου Β.Ο.S. κατέχουν κυκλοφορίες που μας έρχονται από την Γερμανική Pure Steel και τα παραρτήματα που τα τελευταία χρόνια έχει ενεργοποιήσει προκειμένου να κατηγοριοποιήσει καλύτερα το ρόστερ της…
Οι WARRIONείναι δημιούργημα του κιθαρίστα Ron Ravi Warrion που οι μυημένοι θα τον θυμούνται από την συμμετοχή του στους STEELGLORY από την Σιγκαπούρη… O κύριος αυτός, μάζεψε πρώην μέλη σχημάτων όπως οι ABATTOIR, AGENT STEEL, STEEL PROPHET, ASKA, HALLOWEEN, προσέλαβε τον Mike Vescera (OBSESSION, LOUDNESS) στα φωνητικά και μέσα από το ντεμπούτο του σχήματος (“Awakening the hydra”) φιλοδοξεί να ξεφύγει από την αφάνεια. “Τσαχπίνικα” κιθαριστικά και US power metal αισθητική που έπειτα από λίγο όμως επαναλαμβάνονται οι φόρμουλες έκφρασης και δεν δικαιώνει τις προσδοκίες αλλά και το ειδικό βάρος των συμμετεχόντων…
Χώρα με βαριά κληρονομιά παρά το μικρό της μέγεθος η Ολλανδία και οι JACKALκινήθηκαν στο κλασικότροπο metal, στα λίγα χρόνια που δραστηριοποιήθηκαν… Βέβαια, η πλειοψηφία των συγκροτημάτων που το υλικό τους επανακυκλοφορεί, φροντίζουν να βρίσκονται ξανά μαζί για live (κυρίως) και δευτερευόντως για νέο υλικό, προκειμένου να θυμηθούν τις ανέμελες ημέρες της νιότης τους. Aυτό συμβαίνει κι εδώ. Το “Sign of the jackal” είναι το EP που είχε κυκλοφορήσει αρχικά το 1989, ενώ ως bonus, έχουν συμπεριληφθεί συνθέσεις από τα demos του 1987 και του 1991. To στυλ των JACKAL είναι βασισμένο στην Κεντρικοευρωπαική αντίληψη του heavy metal με λοξές ματιές όμως προς Βρετανία μεριά, τυπικό, συμπαθητικό και καλά εκτελεσμένο, απλά δεν διαθέτει extra κίνητρο πέραν των ανά τον κόσμο metal “τυμβωρύχων” που αρέσκονται στο να βαφτίζουν θρυλικές και απαραίτητες για τις δισκοθήκες μας χρυσές μετριότητες… Tρίτο άλμπουμ για τους SPLIT HEAVEN (“The devil’s bandit”) και για να είμαι ειλικρινής, δεν γνώριζα καν την ύπαρξη του κουιντέτου από το Μεξικό! Καπελαδούρες, φυσεκλίκια, πέτσινα και western cultίλα κι ένα ύφος που συμπλέει μ’εκείνο των BRAINSTORM και γενικά, στιβαρό, αντρίκιο Ευρωπαϊκό power metal, με συμπαθητικές συνθέσεις. Δυνατά refrain, μοντέρνα παραγωγή, ένα 40λεπτο (και κάτι παραπάνω), που κύλησε ευχάριστα. Χωρίς χασμουρητά μεν αλλά και από την άλλη, δίχως ιδιαίτερη κάψα να επαναληφθεί η ακρόαση πέρα από δύο-τρεις φορές.
Έχει βγάλει κατά καιρούς απίστευτες μετριότητες η Pure Steel αλλά στην περίπτωση των PLEONEXIA, σηκώνω τα χέρια ψηλά… Philosophical metal ονομάζουν την μουσική τους οι Ιταλοί κι εγώ μάτια προσπαθώ να ξεμπερδέψω το κουβάρι των επιρροών και των ήχων στους οποίους αρέσκονται… Λίγο συμφωνικό, τζούρες power, κλασικό metal, ατμοσφαιρικότητα, hard rock σημεία για το ξεκάρφωμα… Απαιτείται να είσαι συνθέτης ολκής για να μπορέσεις να χωρέσεις τόσα υποείδη σε μία ομπρέλα, αυτό το συνονθύλλευμα όπως μας παρουσιάζεται στο “Break all chains”, δεν προκαλεί κανένα άλλο συναίσθημα πέρα από ανία… Yπνηλίας συνέχεια με τους Γερμανούς STAINLESS STEEL, που αισίως διανύουν την δεύτερη δισκογραφική περίοδο. Δύο άλμπουμ στα 80’s (“In your back” – 1985 και “Molten metal” – 1987), διάλυση, η συλλογή “Molten metal in your back” το 2005 ως συστατική επιστολή της κληρονομιάς που μας άφησαν και επιστροφή με το περσινό “Metal machine”… Τίποτα το διαφορετικό κι εδώ, κλισαρισμένο heavy metal που δεν είναι σε θέση να με ξεσηκώσει κι ας διαθέτει σωστές επιρροές (JUDAS PRIEST, RIOT αλλά και NWOBHM). Ο ήχος στα τύμπανα είναι από τους πιο μέτριους που έχω ακούσει εδώ και χρόνια, διάθεση υπάρχει από το σχήμα, τι να το κάνεις όμως… Μάπα το καρπούζι…
Όσοι παρακολουθούν επισταμένα την Γερμανική heavy metal σκηνή των 80’s, θα ενθυμούνται ενδεχομένως το ένα και μοναδικό ηχογραφημένο ντοκουμέντο των BLACK HAWK με τίτλο “First attack” (1989). Τους πήρε αρκετά χρόνια (μεσολάβησε βέβαια και μια παύση εργασιών από το 1997 μέχρι το 2005), όπου και κυκλοφόρησαν το πρώτο τους CD “Twentyfive”. Aπό τότε μέχρι και σήμερα, μας απασχόλησαν με άλλα τρία full length κλασικού όσο δεν πάει heavy metal, δίχως όμως να διεκδικεί ιδιαίτερες δάφνες πρωτοτυπίας. Το τελευταίο τους πόνημα, “A mighty metal axe”, διακρίνεται από έναν φρέσκο αέρα που μπορεί να μην αλλάζει δραματικά το status της πεντάδας, δείχνει όμως πως παρά τα χρονάκια τους, παίζουν όχι μόνο αυτό που γουστάρουν αλλά το πράττουν και αξιοπρεπώς. Συμπαθητικό δισκάκι, αξίζει ακροάσεως…
To δεύτερο CD των SKINFLINT“Iklwa” επανακυκλοφορεί από την Pure Underground, φιλοδοξώντας να φέρει την μουσική της τριάδας από την εξωτική Μποτσουάνα σε επαφή με το Ευρωπαικό κοινό… Η Αφρικανική ήπειρος είναι αλήθεια πως δεν φημίζεται για την εξαγωγή heavy metal συγκροτημάτων, να όμως που οι SKINFLINT επιχειρούν να κάνουν το μεγάλο βήμα. Διαθέτουν σε γενικές γραμμές επιρροές από IRON MAIDEN, ίσως λίγο στο πιο επικό, με περίεργα ακουστικά θέματα που παραπέμπουν στις παραδόσεις της χώρας τους αλλά δυστυχώς δεν με συγκινούν… Χρειάζεται μεγάλα κότσια να παίξεις heavy metal κάτω από τόσο αντίξοες συνθήκες κι αυτό –ασχέτως αν μας αρέσουν ή όχι- οφείλουμε να τους το αναγνωρίσουμε…
Γρηγόρης Μπαξεβανίδης
Περπατώ, περπατώ μες το δάσος
Όταν ο λύκος δεν είναι εδώ..
-Λύκε, λύκε είσαι εδώ;
-Παίρνω τη μαγκούρα μου και σας κυνηγώ.
…από τα παιδικά μας χρονιά ο λύκος ήταν κάτι που μας το έφερναν στο νου οι μεγαλύτεροι ως κάτι κακό και ύπουλο. Πόσες φορές μας είπε η μητέρα μας “φάε το φαί σου, γιατί αλλιώς θα σε δώσω στον κακό λύκο να σε φάει”. Τι ήταν αυτό που έκανε τους ανθρώπους να δώσουν σ’ αυτό το ζώο ένα τέτοιο μυστηριακό προφίλ το οποίο όμως είναι σύναμμα και τρομερά γοητευτικό;
Σύμφωνα με τις διάφορες παραδόσεις του ελληνικού λαού, ο λύκος δεν πλάστηκε από τον Θεό αλλά από τον διάβολο, με όλα τα χαρακτηριστικά του ζώου εκτός της ζωής, και αυτό στην προσπάθειά του να ανταγωνιστεί τον Θεό στη δημιουργία. Ο Θεός όμως, προκειμένου να τιμωρήσει τον διάβολο, ενέπνευσε ζωή στο λύκο με την εντολή να κατασπαράξει τον πλάστη του. Έτσι ο λύκος ζωντάνεψε, αλλά δεν πρόλαβε τον διάβολο, καταφέρνοντας όμως να φάει το ένα πόδι του. Απ αυτό το γεγονός ο διάβολος παραμένει έκτοτε κουτσός και αποκαλείται “λυκοφαγωμένος”.
Πολλοί λαοί επίσης, πιστεύουν ότι κάτω από μαγικές τελετές ή επικλήσεις, μπορούν οι άνθρωποι να αποκτήσουν ικανότητες λύκου ή και να μεταμορφωθούν σε λύκους. Έτσι, με την πίστη αυτή θεωρείται ότι σε κάθε αγέλη λύκων υπάρχουν και μεταμορφωμένοι άνθρωποι, που αν ακούσουν το όνομά τους ξαναγίνονται άνθρωποι.
Σύμφωνα με θρύλους ο λυκάνθρωπος είναι ένα άτομο που παίρνει τη μορφή και τις ιδιότητες του λύκου, για να γευτεί ανθρώπινη σάρκα και αίμα. Μπορεί να μετατρέπεται εξίσου εύκολα από άνθρωπος σε λύκο και αντίστροφα.
Πουθενά δεν υπάρχει κάποια ένδειξη τέτοιων μετατροπών. Υπάρχουν όμως πάρα πολλές τεκμηριωμένες περιπτώσεις ανθρώπων που νόμιζαν ότι ήταν λυκάνθρωποι.
Σε πολλούς λαούς ο θρύλος του Λυκάνθρωπου κατέχει εξέχουσα θέση στις παραδόσεις τους. Μια από αυτές τις χώρες είναι και η Πορτογαλία.
Στην Πορτογαλία ο μύθος μιλά για 2 είδη λυκανθρώπων. Το ένα είδος όταν είναι μεταμορφωμένος λύκος, ουρλιάζει άγρια, αλλά στην πραγματικότητα είναι άκακο, ειρηνικό, δεν βλάπτει και μοιάζει με ένα πληγωμένο ζώο.
Το άλλο είναι κακό, αιμοβόρο και αυτό φαίνεται ακόμα και στα μάτια του όταν έχει ανθρώπινη μορφή. Είναι μια “μάγισσα” και επιτίθεται με μεγάλη βία στους ανθρώπους.
Ένας Πορτογάλος (Fernando Ribeiro) με αγάπη στην παράδοση της πατρίδας του, γεννημένος σε ένα περιβάλλον γεμάτο από θρύλους και δοξασίες, αποφάσισε να ασχοληθεί με την μουσική και να έκφραση μέσα από αυτήν τα πιο σκοτεινά του όνειρα και σκέψεις. Σπουδάζοντας φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της Λισαβόνας, απέκτησε ακόμα περισσότερα ερεθίσματα και δεν ήταν δυνατόν φυσικά να μην επηρεαστεί από τον θρύλο του λύκου. Έδωσε το όνομα MORBID GOD στην μπάντα αλλά πολύ σύντομα άλλαξε σε MOONSPELL μιας και το πρώτο ήταν αρκετά περιοριστικό ενώ το MOONSPELL ήταν πιο κοντά στο γενικότερο μυστηριακό κλίμα και συναίσθημα που ήθελε για το συγκρότημα.
Η μπάντα στα πρώτα της βήματα ασχολήθηκε ουσιαστικά με θέματα αποκρυφιστικα με τον τραγόμορφο θεό να είναι ο βασικός πρωταγωνιστής. Μουσικά αλλά και στιχουργικά όμως ήταν πολύ μακριά από οτιδήποτε είχε κανείς ακούσει στο black metal μέχρι εκείνη την στιγμή.
Από το πρώτο 7” της μπάντας με τον τίτλο “Goat on Fire” ο λύκος έκανε αισθητή την παρουσία του με το τραγούδι “Wolves from the Fog”. Ένα ανατριχιαστικό έπος με τα ουρλιαχτά των λύκων να δένουν τέλεια με τα μανιασμένα φωνητικά του Ribeiro. Στο τραγούδι ο λύκος είναι το σατανικό πλάσμα που αναφέρουν οι μύθοι, διψώντας για αίμα και θυσία, παρουσιάζοντας στο τέλος την εικόνα του λύκου να γίνεται ένα με τον τραγόμορφο δημιουργό του “…And once again from the fog, with horns on head came the Wolf, carrying in his shoulder the sacrifice, a beauty to this Walpurgis Eve. As, to the sober image of our God, the Wolf with Horns I walk!”. Ακολουθησε ένα EP με τον τίτλο “Under the Moonspell” το οποίο έκανε τρομερή εντύπωση με την διαφορετικότητα του, αναγκάζοντας την Century Media να τους υπογράψει, κάτι που δεν μετάνιωσε ποτέ. Στο EP ο λύκος δεν είχε καμιά παρουσία αλλά το συγκρότημα φύλαγε για αυτόν πολλά στη συνέχεια…
……ήταν Απρίλιος του 1995 όταν η καρδιά του λύκου απέκτησε μουσική οντότητα μέσα από τον ντεμπούτο των MOONSPELL. Το “Wolfheart” άλλαξε μια και καλή τον τρόπο που έβλεπε ο κόσμος το black metal και σιγά-σιγά απέκτησε την απήχηση που του έπρεπε και μέσα από τις συγκλονιστικές live εμφανίσεις της μπάντας έγινε μετά από 20 χρόνια ένα άλμπουμ που μπαίνει στην κατηγορία των κλασικών άλμπουμ του metal. Στο ντεμπούτο τους οι MOONSPELL πλέκουν το εγκώμιο της θηλυκής πλευράς του λύκου. Η γυναίκα λύκαινα, με έντονες αναφορές στην αιώνια αγάπη, στον βαμπιρικό έρωτα και σε αρχαίες θεότητες. Η μπάντα κάνει μια βουτιά στην παράδοση της χώρας της δημιουργώντας και το τελευταίο άλμπουμ με τόσο έντονα folk στοιχεία που κυκλοφόρησαν ποτέ οι Πορτογάλοι. Ας δούμε κάποια παραδείγματα για τα παραπάνω. Το “Wolfshade (A Werewolf Masquerade)” είναι μια ωδή στην γυναίκα λύκαινα… “She brought the Night hidden in her sad Wolf eyes. The perfume of a twilight, her strongest scent. Half Wolf, Half female – what a strange wedding, Mother Nature has offered us to see…”. Ο “αμαρτωλός ” έρωτας συνεχίζεται στο “”Love Crimes” όπου ο πρωταγωνιστής κρατά την μακρινή ανάμνηση της γυναίκας λύκαινας όταν φορούσαν “στεφάνια από σάρκα”… “This is my way, this so mysterious way of welcoming She, welcoming She. My way to remember, distant nights of Passion and Doom .Where we both wore flesh crowns to defy, the skies in their blue and so vague tyranny”. Στο “…Of Dream and Drama (Midnight Ride)” βλέπουμε τη θυσία του θηλυκού στον έρωτα, όπου η αγάπη και ο θάνατος γίνονται ένα…“Beautiful dagger you may now leave your case. Wild red tears at the lady’s hand. Kissed were her breasts with your sharpened face. Given is now what Love had taken, death and Love, they together danced”. Στο “Trebaruna” η μπάντα αναφέρεται στην δοξασία της θεάς “Trebaruna”, (πολλοί αναφέρονται με την συγκεκριμένη ονομασία σε μια θρησκεία που άκμασε στα Ρωμαϊκά χρόνια στην Πορτογαλία) της κόρης του Πόνου, ιερής θεάς του Έρωτα που κόρη της ήταν η Σελήνη και σύζυγος ο Λύκος (λύκοι). Στο “Ataegina” η μπάντα μιλά για μια άλλη θεά της Λουζιτανικής μυθολογίας. Βασίλισσα της νύχτας που στις τελετές της οι άνθρωποι έπιναν το αίμα κατσίκας (ιερό ζώο της Ataegina). Θεωρείται επίσης και η Λουζιτανική θεά της Σελήνης. Για το “Vampiria” δεν χρειάζεται να πούμε και πολλά. Είναι το σήμα κατατεθέν της μπάντας. Στο “An Erotic Alchemy” πάλι βρίσκουμε τη γυναίκα λύκο και την ταιριαστή αντίθεση μεταξύ του θανάτου και της αγάπης… “Between us there is this strange chemistry but would you die for me?”. Το “Alma Mater” είναι ένα ξεχωριστό κομμάτι στο άλμπουμ. Στα λατινικά σημαίνει κυριολεκτικά «η θρέφουσα μητέρα». Προσδιορίζει το σημείο στο οποίο κάποιος απέκτησε τα εφόδια για την ζωή, ο σταθμός ορόσημο της πορείας του ανθρώπου. Χρησιμοποιήθηκε και στην Ρωμαϊκή εποχή ώστε να προσδιορίσει την μητέρα Θεά. Εδώ παίζει το αντίστοιχο ρόλο στην Πορτογαλική μυθολογία για τον Ribeiro...”Mother Tongue has spoken to thee, in the strongest way they’ve ever seen. World can’t you see? I am not alone in my belief. …At the Moon Mountain six wolves cry. Your lost glory we’ll regain or die”
Ένα χρόνο μετά από αυτόν τον δίσκο ορόσημο οι MOONSPELL συνέχισαν το ταξίδι τους στην μουσική με ένα άλμπουμ (“Irreligious”) που τους απομάκρυνε πλήρως από την black metal κατηγορία, με λίγες πινελιές κατά την διάρκεια αυτού του σπουδαίου άλμπουμ να θυμίζουν το παρελθόν. Η παρουσία του λύκου στο “Irreligious” είναι σχετικά μικρή αν κι εδώ μπορούμε να βρούμε κάποια σημεία που κάνει αισθητή την παρουσία του. Σε αυτό το άλμπουμ οι MOONSPELL πέρασαν σε ένα πιο φιλοσοφικό και ποιητικό τρόπο να εκφράσουν στιχουργικά τις ανησυχίες τους κάτι που φάνηκε και στην πιο γοτθική κατεύθυνση του άλμπουμ μουσικά κάτι που το έκανε το πρώτο που έγινε χρυσό στην χωρά τους χαρίζοντας τους την απόλυτη αναγνώριση στην χώρα τους (μακάρι να συνέβαινε και αυτό κάποια στιγμή και στο Ελλαδιστάν, με τα σπουδαία συγκροτήματα της χώρας μας ).
Υπήρχαν όμως αρκετά πρωτοποριακά θέματα όπως στο κομμάτι “Opium” που ήταν και το πρώτο βίντεο της μπάντας και έδειχνε το γκρουπ να παίζει σε ένα μαγαζί οπίου στις αρχές του 19ου αιώνα. Το πορτογαλικό κομμάτι στο τέλος είναι ένα απόσπασμα από έναν από τα πιο διάσημους και ταυτόχρονα αινιγματικούς ποιητές της πορτογαλικής λογοτεχνίας, Fernando Pessoa, του οποίου τα έργα έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές του ποιητή ήταν ότι χρησιμοποιήσαμε διαφορετικές προσωπικότητες, δημιουργώντας ένα ιδιότυπο είδος γραφής και ένα πολύ ιδιαίτερο “σύμπαν” ερμηνείας. Στο άλμπουμ βρίσκουμε θέματα θανάτου, αιωνιότητας (“Take my hand and taste eternity, Take my hand and find a new god”), μίσους (“Allow me to doubt, we were lovers who could really share. The only love between us was hate”), αγάπης (“We have tasted from the poisoned gift of love, which condemned us to forever fly alone”). Η γυναίκα λύκαινα επανέρχεται με νύχια κορακιού στο “Raven Claws” (“The flavour of poison and moon Still maturing on her blood She is not your occasional affair, no! But eternal love, drop by drop…”). Βέβαια για το τέλος κράτησαν το απόλυτο λυκοτράγουδο το οποίο από τότε κλείνει και ΚΑΘΕ συναυλία της μπάντας σαν μια τελετή που έφτασε στο τέλος της. Είναι ακόμα και χαρακτηριστικός ο τρόπος που παίζεται πλέον από το συγκρότημα με τον Ribeiro να κάνει το σήμα του φεγγαριού και το αποκορύφωμα στο τέλος που σε παρασέρνει. Ένα κομμάτι λατρεία στο πόθο για σάρκα κάτω από ένα ολόγιομο φεγγάρι που φέρνει παράνοια στις αισθήσεις “They awake for flesh. Choose pain as a path. Refuse a light to blind you and me. Irreverence was cast out from the sky…And eternity lost its sex forever…And under the same heaven they voted to emptiness… We still celebrate under a Full Moon Madness…”
Οι MOONSPELL θα είναι το Σάββατο στο Stage 1 και θα δώσουν ένα live που πιστεύω ότι θα αφήσει ιστορία. Η τελετή του λύκου θα ξεκινήσει ακριβώς τα μεσάνυχτα. Να είστε εκεί…αν τολμάτε…
This mode enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode
Improves website's visuals
This mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode
Helps to focus on specific content
This mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode
Reduces distractions and improve focus
This mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode
Allows using the site with your screen-reader
This mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Online Dictionary
Readable Experience
Content Scaling
Default
Text Magnifier
Readable Font
Dyslexia Friendly
Highlight Titles
Highlight Links
Font Sizing
Default
Line Height
Default
Letter Spacing
Default
Left Aligned
Center Aligned
Right Aligned
Visually Pleasing Experience
Dark Contrast
Light Contrast
Monochrome
High Contrast
High Saturation
Low Saturation
Adjust Text Colors
Adjust Title Colors
Adjust Background Colors
Easy Orientation
Mute Sounds
Hide Images
Hide Emoji
Reading Guide
Stop Animations
Reading Mask
Highlight Hover
Highlight Focus
Big Dark Cursor
Big Light Cursor
Cognitive Reading
Virtual Keyboard
Navigation Keys
Voice Navigation
Accessibility Statement
rockhard.gr
February 14, 2026
Compliance status
We firmly believe that the internet should be available and accessible to anyone, and are committed to providing a website that is accessible to the widest possible audience,
regardless of circumstance and ability.
To fulfill this, we aim to adhere as strictly as possible to the World Wide Web Consortium’s (W3C) Web Content Accessibility Guidelines 2.1 (WCAG 2.1) at the AA level.
These guidelines explain how to make web content accessible to people with a wide array of disabilities. Complying with those guidelines helps us ensure that the website is accessible
to all people: blind people, people with motor impairments, visual impairment, cognitive disabilities, and more.
This website utilizes various technologies that are meant to make it as accessible as possible at all times. We utilize an accessibility interface that allows persons with specific
disabilities to adjust the website’s UI (user interface) and design it to their personal needs.
Additionally, the website utilizes an AI-based application that runs in the background and optimizes its accessibility level constantly. This application remediates the website’s HTML,
adapts Its functionality and behavior for screen-readers used by the blind users, and for keyboard functions used by individuals with motor impairments.
If you’ve found a malfunction or have ideas for improvement, we’ll be happy to hear from you. You can reach out to the website’s operators by using the following email
Screen-reader and keyboard navigation
Our website implements the ARIA attributes (Accessible Rich Internet Applications) technique, alongside various different behavioral changes, to ensure blind users visiting with
screen-readers are able to read, comprehend, and enjoy the website’s functions. As soon as a user with a screen-reader enters your site, they immediately receive
a prompt to enter the Screen-Reader Profile so they can browse and operate your site effectively. Here’s how our website covers some of the most important screen-reader requirements,
alongside console screenshots of code examples:
Screen-reader optimization: we run a background process that learns the website’s components from top to bottom, to ensure ongoing compliance even when updating the website.
In this process, we provide screen-readers with meaningful data using the ARIA set of attributes. For example, we provide accurate form labels;
descriptions for actionable icons (social media icons, search icons, cart icons, etc.); validation guidance for form inputs; element roles such as buttons, menus, modal dialogues (popups),
and others. Additionally, the background process scans all the website’s images and provides an accurate and meaningful image-object-recognition-based description as an ALT (alternate text) tag
for images that are not described. It will also extract texts that are embedded within the image, using an OCR (optical character recognition) technology.
To turn on screen-reader adjustments at any time, users need only to press the Alt+1 keyboard combination. Screen-reader users also get automatic announcements to turn the Screen-reader mode on
as soon as they enter the website.
These adjustments are compatible with all popular screen readers, including JAWS and NVDA.
Keyboard navigation optimization: The background process also adjusts the website’s HTML, and adds various behaviors using JavaScript code to make the website operable by the keyboard. This includes the ability to navigate the website using the Tab and Shift+Tab keys, operate dropdowns with the arrow keys, close them with Esc, trigger buttons and links using the Enter key, navigate between radio and checkbox elements using the arrow keys, and fill them in with the Spacebar or Enter key.Additionally, keyboard users will find quick-navigation and content-skip menus, available at any time by clicking Alt+1, or as the first elements of the site while navigating with the keyboard. The background process also handles triggered popups by moving the keyboard focus towards them as soon as they appear, and not allow the focus drift outside it.
Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Disability profiles supported in our website
Epilepsy Safe Mode: this profile enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode: this mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode: this mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode: this mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode: this mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Keyboard Navigation Profile (Motor-Impaired): this profile enables motor-impaired persons to operate the website using the keyboard Tab, Shift+Tab, and the Enter keys. Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Additional UI, design, and readability adjustments
Font adjustments – users, can increase and decrease its size, change its family (type), adjust the spacing, alignment, line height, and more.
Color adjustments – users can select various color contrast profiles such as light, dark, inverted, and monochrome. Additionally, users can swap color schemes of titles, texts, and backgrounds, with over seven different coloring options.
Animations – person with epilepsy can stop all running animations with the click of a button. Animations controlled by the interface include videos, GIFs, and CSS flashing transitions.
Content highlighting – users can choose to emphasize important elements such as links and titles. They can also choose to highlight focused or hovered elements only.
Audio muting – users with hearing devices may experience headaches or other issues due to automatic audio playing. This option lets users mute the entire website instantly.
Cognitive disorders – we utilize a search engine that is linked to Wikipedia and Wiktionary, allowing people with cognitive disorders to decipher meanings of phrases, initials, slang, and others.
Additional functions – we provide users the option to change cursor color and size, use a printing mode, enable a virtual keyboard, and many other functions.
Browser and assistive technology compatibility
We aim to support the widest array of browsers and assistive technologies as possible, so our users can choose the best fitting tools for them, with as few limitations as possible. Therefore, we have worked very hard to be able to support all major systems that comprise over 95% of the user market share including Google Chrome, Mozilla Firefox, Apple Safari, Opera and Microsoft Edge, JAWS and NVDA (screen readers).
Notes, comments, and feedback
Despite our very best efforts to allow anybody to adjust the website to their needs. There may still be pages or sections that are not fully accessible, are in the process of becoming accessible, or are lacking an adequate technological solution to make them accessible. Still, we are continually improving our accessibility, adding, updating and improving its options and features, and developing and adopting new technologies. All this is meant to reach the optimal level of accessibility, following technological advancements. For any assistance, please reach out to