Μια συναυλία που πέρασε από χίλια μύρια κύματα, όπως λέει και το γνωστό άσμα του Μαρκόπουλου. Υποτίθεται πως στις 19/9, θα βλέπαμε τους θεούς του αμερικανικού metal JAG PANZER, μαζί με τους θρύλους του NWOBHM, RAVEN, οι οποίοι θα γιόρταζαν επί σκηνής, μισόν αιώνα ζωής. Ένα «πακέτο» που με την ανακοίνωσή του, έκανε ιδιαίτερη αίσθηση στους underground κύκλους και έβαλε, κατά το κοινώς λεγόμενον, τους οπαδούς στην «πρίζα». Σταθερή αξία για ένα καταπληκτικό live οι Αμερικανοί, το ίδιο και οι Βρετανοί, τους οποίους επιπλέον είχαμε να τους δούμε και αρκετό καιρό. Τι άλλο θέλαμε;
Θα θέλαμε. Να το δούμε. Τελεία. Γιατί με την αιφνίδια ανακοίνωση της ακύρωσης των RAVEN, λόγω προβλημάτων υγείας του μπασίστα/τραγουδιστή John Gallagher, τα πλάνα άλλαξαν. Και όλοι όσοι έχουμε δει ή τέλος πάντων ξέρουμε τι σημαίνει «RAVEN επί σκηνής», ξέραμε πόσο δυνατό «πακέτο» θα ήταν αυτό και η αλήθεια είναι, μια «ψυχρολουσία» την υπέστημεν, που λένε και οι λόγιοι. «Ψυχρολουσία» που ανέλαβαν να διώξουν από πάνω μας, όσο γινόταν, δύο ελληνικές μπάντες, οι MYSTERY και οι THELEMITE.
Η αρχή έγινε με τους δεύτερους. Οι THELEMITEείναι δεκαπέντε χρόνια μπάντα αλλά να φορτσάρουν, τους έχουμε δει τα τελευταία τέσσερα – πέντε χρόνια, με τρεις διαδοχικούς δίσκους (πιο πρόσφατος ο φετινός “Powerofdarkness”) να τους έχουν βάλει για τα καλά στον εγχώριο μεταλλικό χάρτη. Το ύφος τους, κλασσικότροπο heavy metal, έστω κι αν σε κάποιες πτυχές του γίνεται πιο doomy, thrashy ή power-ίζει. Συμπαγής ήχος, δεμένο συγκρότημα, χαλαρή διάθεση από πλευράς του frontman τους, δυναμικότατος drummer, τραγούδια που ακούγονται ευχάριστα (έχουν και «οικείες» μελωδίες να σου πετάξουν δεξιά κι αριστερά). Η διασκευή στο “Children of the grave” των BLACK SABBATH παίχτηκε καθαρά υπό το δικό τους πρίσμα και αυτό τους τιμά. Γενικά, ήταν μια εμφάνιση από αυτές που ο πολύς κόσμος αποκαλεί «τίμιες» (όπως λέμε, «βάσεις πυραύλων ο τίμιος Τζων»). Καλή συνέχεια να έχουν τα παιδιά.
Ο Άγγελος Περλεπές με τους AngeloPerlepes’ MYSTERY, ανήκει στην ζώσα ιστορία του ελληνικού hard rock/heavy metal. Αν μετρήσουμε πόσα χρόνια έχει στην σκηνή από την εποχή των TILT, τα βγάζουμε παρά ένα 40. Μεγάλα τα διαστήματα αποχής βέβαια, αλλά ευδιάκριτο οπωσδήποτε το αποτύπωμα της μουσικής του, με μια πεντάδα αξιόλογων δίσκων. Ο τελευταίος τους τιτλοφορείται “Spelledbyfire” και στα πλαίσια της προώθησής του, έγινε και αυτό το mini tour σε Ελλάδα και Κύπρο, προτελευταίος σταθμός του οποίου ήταν η Αθήνα. Τώρα, για το καθαρά μουσικό κομμάτι, δε νομίζω πως μπορεί κάποιος να πει πολλά.
Οι MYSTERY έπαιζαν, παίζουν και θα παίζουν, για όσο ακόμη, neoclassical metal. Με το ένα πόδι στο hard rock, με το άλλο στο power metal, όπως έκαναν δηλαδή όλα τα παιδιά του Blackmore, από τον Malmsteen μέχρι τον τελευταίο πιτσιρικά που γρατζουνάει τώρα κιθάρα για πρώτη φορά και θέλει να του μοιάσει. Τον καινούργιο δίσκο δεν τον έχω ακόμη ακούσει, ωστόσο από ό,τι παίχτηκε «ζωντανά», θετικά ήταν τα μηνύματα. Επίσης, δεν έλειψαν και παλαιότερες, κλασσικές στιγμές, τις οποίες και περίμεναν όσοι ακολουθούν το συγκρότημα όλα αυτά τα χρόνια. Ο ήχος θα μπορούσε, όπως και στους THELEMITE, να είναι λιιιιγο πιο «καθαρός», αλλά γενικά κινήθηκε σε πολύ αξιόλογα επίπεδα (Κύτταρο γαρ). Νομίζω πως όσοι περίμεναν αυτό το live, πήραν πίσω αυτό που ήθελαν. Άλλωστε, αυτό δεν είναι και το ζητούμενο πάντοτε;
Πάμε τώρα στους headliners της βραδιάς. Οι JAGPANZER εννοείται δε χρειάζονται συστάσεις. Εκ των θεμελίων του USPM, είναι μια μπάντα που είτε σε τρώγλη τη βάλεις να παίξει είτε σε αρένα 100.000 θεατών, θα παίξει ακριβώς το ίδιο. Μόνο που στην αρένα η τεράστια ισχύς τους θα απλωθεί με αποτέλεσμα η ζημιά να είναι μικρότερη, ενώ χώροι όπως το Κύτταρο, δεν υπάρχει ουδεμία πιθανότητα να μη διαλυθούν εις τα εξ ων συνετέθησαν, όπως λένε πάλι οι λόγιοι. Κι εδώ όμως είχαμε εξελίξεις της τελευταίας στιγμής, οι οποίες ευτυχώς «πέρασαν και δεν ακούμπησαν» και θα τις αναφέρω απλά και μόνο ως γεγονός.
Οι JAG PANZER ήρθαν χωρίς τους Mark Briody και Rikard Stjernquist, με τους Casey Trask και Jacob Lee Coleman στη θέση τους, αντίστοιχα. Αναποδιές και υποχρεώσεις της τελευταίας στιγμής, σύμφωνα με το ίδιο το γκρουπ, δεν τους άφησαν να ταξιδέψουν. Στοίχισε όμως αυτό, στην απόδοση της μπάντας; Ούτε καν! Ο Casey Trask είναι τέκνο του US power, παίζει στους CAGE. Επίσης, ανήκει στο γενεαλογικό δέντρο των JAG PANZER, ως κιθαρίστας των THE THREE TREMORS. Κάποιοι εξ ημών, μάλιστα, τον είχαμε δει σε εκείνο το υπέροχο live του 2018. Συνεπώς, μπήκε πανεύκολα στο «πνεύμα». Ο Jacob Lee Coleman πάλι, από εντελώς άλλον χώρο και με εντελώς «κόντρα» φυσιογνωμία και στυλ, απεδείχθη πολύ καλός στον ρόλο του γιατί πολύ απλά, μας απέδειξε πως είναι ικανός μουσικός. Και οι ικανοί μουσικοί, παίζουν παντού.
Τον Aric Arvina στο μπάσο τον ξέρουμε πια καλά, δέκα χρόνια κλείνει φέτος ως live μέλος του γκρουπ, μιας και ο John Tetley είναι ανήμπορος να ακολουθεί στις περιοδείες. Ίσως θυμούνται κάποιοι την τελευταία φορά που τον είδαμε επί σκηνής, να παίζει καθήμενος σε σκαμπό. Αυτός τώρα που ήταν εντελώς «λυμένος» και καλύτερος από κάθε άλλη φορά, ήταν ο Ken Rodarte. Σίγουρα η καλύτερή του εμφάνιση με τη μπάντα ως lead κιθαρίστας, από τις τρεις που τον έχουμε δει. Τελευταίο άφησα τον Harry Conklin, με τη ζώνη Batman και το υπέρτατο παπούτσι. Αν και δε θα έπρεπε καν να το αναφέρω, μιας και η τελευταία του φορά επί αθηναϊκού εδάφους με τους TITAN FORCE φανέρωσε όλο το μεγαλείο της φωνής του, άρα ξέραμε τι θα ακούσουμε, ήταν σε τρομαχτική κατάσταση!
Σε σχέση με την προηγούμενη, επίσης φανταστική εμφάνιση του Κυνηγού Αρμάτων, είχαμε μια απαιτούμενη διαφοροποίηση ως προς το ποια τραγούδια παίχτηκαν και δικαίως. Σε περιοδεία για το πρόσφατο “The hallowed” βρίσκονται τώρα οι Αμερικανοί, συνεπώς αυτό θα έχει σημαντική εκπροσώπηση. Όχι όμως τόση όση το τιτάνιο “Ample destruction”. Αυτό έλαβε τη μερίδα του λέοντος, με έξι κομμάτια. Άμα ρε παιδί μου έχεις στο παλμαρέ σου έναν από τους καλύτερους δίσκους που έβγαλε ποτέ το metal της Αμερικής, δε γίνεται να μην τον τιμήσεις…
Είσαι περίπου… «καταδικασμένος» να το κάνεις! Ειδικά στην σερί τριάδα “Harder than steel” – “Symphony of terror” – “Reign of the tyrants” (όπου ακούστηκε και η «μεσαιωνική» εισαγωγή του, με τους Tyrant και Rodarte να συναγωνίζονται κεφάτοι ποιος θα χορέψει καλύτερα σαν μπαλαρίνα, κοινώς ποιος θα κάνει τις καλύτερες χαζομάρες) έγινε μέγα πανηγύρι, χωρίς φυσικά ο κόσμος να κάνει «πίσω» σε καμία από τις υπόλοιπες σπουδαίες στιγμές που μας χάρισαν οι άρχοντες από το Colorado. Μια ματιά στην setlist, θα σε πείσει.
Επίλογος.
Η συναυλία των JAG PANZER ήταν απλά καταπληκτική. Όποιος έδωσε το «παρών» (και ευτυχώς, δεν ήμασταν και λίγοι!), θα έχει να το λέει. Ας θέσω όμως έναν προβληματισμό στο τραπέζι… Οι JAG PANZER όπως τους είδαμε, οπτικά και μόνο, ήταν περισσότερο κάτι σαν “Tyrant & Co”. Ήταν άλλο ένα παράδειγμα μιας κατάστασης που μοιάζει να έρχεται να παγιωθεί με γοργά και μεγάλα βήματα. Ποια είναι αυτή; Καθώς περνούν τα χρόνια, θα βλέπουμε ολοένα και περισσότερο κάποιες/αρκετές/πολλές από τις αγαπημένες μας μπάντες με άλλη σύνθεση να ηχογραφούν και με άλλη να περιοδεύουν. Έρχομαι λοιπόν να ρωτήσω, πόσο μας πειράζει, ή πρέπει να μας πειράζει αυτό; Αξίζει να θυσιάσουμε την απόλαυση ενός έξοχου live, εμμένοντας σε πρόσωπα και όχι σε ήχους; Τι είναι λογικό; Να βλέπουμε ή να ακούμε μουσική;
Προσωπικά, έχω πάρει τις αποφάσεις μου, χρόνια τώρα.
SETLIST: 1. Chain of Command 2. Licensed to kill 3. Black 4. Iron Eagle 5. King at a price 6. Onward we toil 7. The Mission (1943) 8. Harder than steel 9. Symphony of terror 10. Reign of the tyrants 11. Dark descent 12. Stronger than you know 13. Take to the sky 14. Warfare 15. Generally hostile 16. Shadow thief
Οι αγαπημένοι Φινλανδοί AMORPHIS, κυκλοφορούν στις 26 Σεπτεμβρίου το 15o στούντιο άλμπουμ τους, με τίτλο “Borderland” και η συντακτική ομάδα του Rock Hard ήταν εκεί για να γράψει την άποψή της.
Photo by Sam Jamsen
Είναι κυριολεκτικά τρεις μήνες που ακούω το “Borderland” και ξέρετε κάτι; Δεν έχω βαρεθεί να το ακούω, σε καμία των περιπτώσεων. Ένας δίσκος AMORPHIS, οφείλει να είναι ένας… δίσκος AMORPHIS!!! Με τη μελαγχολία του, το delay στην κιθάρα, τις πιασάρικες μελωδίες, τον συνδυασμό brutal και καθαρών φωνητικών και όλα τα trademark, που μας έχουν συνηθίσει όλα αυτά τα χρόνια. Είναι ευχή και κατάρα να φτιάχνεις έναν χαρακτηριστικό ήχο, διότι είναι μικρά τα περιθώρια για να κάνεις κάτι διαφορετικό. Δεν πιστεύω να υπάρχει κανείς που να περιμένει να κάνουν μεταβάσεις όπως αυτή από το “Tuonela” στο “Am universum”, ή από το “Tales…” στο “Elegy”.
Πλέον οι AMORPHIS έχουν ένα status πολύ υψηλότερο, είναι φτασμένοι, με φανατικό fan base, που δεν ξέρω αν δέχεται κάτι πιο ρηξικέλευθο. Αλλά το θέμα μου είναι, για ποιον λόγο να αλλάξουν μία συνταγή που είναι πετυχημένη; Μετά από 35 χρόνια και 15 δίσκους έχουν κερδίσει με το σπαθί τους το δικαίωμα να …παίζουν σαν τους εαυτούς τους.
Το μόνο ερώτημα που απευθύνω στον εαυτό μου, είναι: «Πέρασες ωραία ακούγοντας το “Borderland”»; Και η απάντηση είναι πάντα θετική. Μην πω και υπερθετική. Παίζουν μία από τα ίδια; Ναι. Έχουν ωραίες συνθέσεις; Φυσικά. Το άλμπουμ έχει μία φυσιολογική ροή, που δεν κουράζει καθόλου, τρομερές μελωδίες, κολλητικά ρεφρέν, σε ταξιδεύει και ειλικρινά, δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω κάποιο τραγούδι περισσότερο από τα υπόλοιπα.
Δεν είναι “Under the red cloud”, νομίζω όμως ότι είναι καλύτερο από το “Halo” και κοιτάζει στα μάτια το “Queen of time”. Αν με ρωτάτε για καλύτερες στιγμές, θα έλεγα το “The lantern”, το «χορευτικό» “Dancing shadow” και το “The strange”. Κλασικός ήχος AMORPHIS, έμεινα απόλυτα ικανοποιημένος από την 15η δισκογραφική δουλειά ενός συνεπέστατου σχήματος, που την τελευταία 20ετία, βγάζει εξαιρετικούς δίσκους γλυκιάς μελαγχολίας, αφού πειραματίστηκε με περισσότερη ή λιγότερη επιτυχία νωρίτερα…
8,5 / 10
Σάκης Φράγκος
Photo by Sam Jamsen
Για το δέκατο πέμπτο στούντιο άλμπουμ τους, οι Φινλανδοί συνεργάστηκαν για πρώτη φορά με τον Δανό παραγωγό Jacob Hansen ο οποίος έχει στο ενεργητικό του πολλές παραγωγές, όπως AVANTASIA, ARCH ENEMY, FLOTSAM AND JETSAM και VOLBEAT, μεταξύ άλλων. Από τότε που ο Tomi Joutsen μπήκε στην μπάντα το 2005, οι AMORPHIS έχουν καταφέρει να διαμορφώσουν τον δικό τους ήχο, που δεν μπορεί να αντιγραφτεί από κανέναν άλλο, κάτι πολύ σημαντικό σε μια εποχή όπου φαίνεται ότι η εξέλιξη στο metal έχει κολλήσει μιας που όλα έχουν επινοηθεί και δοκιμαστεί και μόνο απομένει ο ένας να αντιγράφει τον άλλο ή να αναμασάει παλιές και δοκιμασμένες συνταγές.
Όσοι γνωρίζουμε την μπάντα, ξέρουμε τι να περιμένουμε από έναν δίσκο τους, αλλά ακόμα κι αν ο συντελεστής έκπληξη να μην υπάρχει πια, η ποιότητα των συνθέσεων είναι πάντα τέτοια που προσωπικά εμένα, δεν με χαλάει καθόλου το γεγονός ότι από το “Eclipse” και εντεύθεν, ακούω την ίδια φόρμουλα.
Για παράδειγμα, το πρώτο κομμάτι του δίσκου, “The Circle”, μας καλωσορίζει με τα γνωστά ατμοσφαιρικά περάσματα του πληκτρά Santeri Kallio και τα χαρακτηριστικά delay της κιθάρας του Tomi Koivusarri, έτσι όπως ξεκίναγε και ο δίσκος ‘Queen of Time’ (2019) με το κομμάτι “The Bee”, ενώ στο single “Bones” η χρήση του σιτάρ μου θυμίζει κομμάτια όπως “Greed” ή “Better Unborn”. Κομμάτια όπως “Borderland” και “The Lantern” συνεχίζουν την παράδοση της μίξης στοιχείων folk με progressive death metal δίνοντας τους το γνωστό epic vibe που τους χαρακτηρίζει. Η δυνατότητα τους να γράφουν catchy hooks είναι ακόμα πιο προφανής σε κομμάτια όπως “Dancing Shadow” ή το “Fog to Fog” που άνετα θα μπορούσαν να υπάρχουν και σε ένα δίσκο των NIGHTWISH, όσο αιρετικό κι αν ακούγεται στους πιο true.
Οι Φινλανδοί δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα πια σε κανένα, ότι ηχητική εξερεύνηση είχαν να κάνουν την έκαναν και με το παραπάνω, και τώρα απλώς μας κοιτάζουν από ψηλά, από τον θρόνο του μουσικού είδους που οι ίδιοι δημιούργησαν και που εγώ προσωπικά θα το ονόμαζα “Karelian metal”… συμφωνείτε;
9 / 10
Γιώργος Γκούμας
Η ανέλιξη των AMORPHIS δεν ήταν απότομη. Το συγκρότημα από τον παγωμένο Ευρωπαϊκό βορρά, ενηλικιώθηκε δισκογραφικά μέχρι να ισορροπήσει μουσικά και να σταθεροποιήσει την μουσική του ταυτότητα. Στην μεγάλη τους πορεία, κατάφεραν να κρατηθούν κοντά στις ρίζες τους, αλλά και να εξελίξουν τον ήχο τους.
Σήμερα, στο 15ο άλμπουμ τους, δεν θα σας εκπλήξουν. Αυτό ακούγεται αντίθετο με αυτό που γράφει το δελτίο τύπου, όμως αν γνωρίζετε το παρελθόν τους, όχι μόνο το πρόσφατο αλλά και το πιο μακρινό, θα με καταλάβετε. Οι AMORPHIS αν σε κάτι με εκπλήσσουν εδώ είναι με την χαλαρότητά τους, όταν μας έχουν συνηθίσει σε μεγαλύτερο βάθος στις συνθέσεις τους. Εδώ συμφωνεί το αυτί μου με τις δηλώσεις του Rechberger ότι η ατμόσφαιρα στο στούντιο ήταν χαλαρή. Αυτή η προσέγγιση όπως ακούγεται, δεν με ικανοποιεί.
Θα βρείτε αρκετές γνώριμες στιγμές, τα καθαρά αλλά και πολλά σκληρά φωνητικά του Tomi ακόμα κι αν έχουμε ένα πιο ανάλαφρο συνθετικά άλμπουμ. Το εναρκτήριο “The circle” εκτός από μελωδικό, είναι δίχως ριφ και σόλο, αρκετά άδειο. Με το “Bones” σαν να δοκιμάζουν να βγουν στην αντίπερα όχθη. Σκληρό ριφ και φωνητικά, αλλά και φοβερή γέφυρα. Ευθύ βέβαια αλλά και in-your-face. Αμεσότητα χαρακτηρίζει τα περισσότερα από τα 12 τραγούδια του 15ου άλμπουμ τους. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα θα έλεγα πως αποτελεί το “Light and shadow” που μαγνητίζει όσο κι αν δεν θυμίζει τους AMORPHIS που εγώ προτιμώ. Επίσης το “Dancing shadow”, με το χορευτικό ρεφραίν, καταδεικνύει την θετική διάθεση που επικρατεί στο “Borderline”, όσο κι αν εμένα με άφησε αδιάφορο.
Συνοψίζοντας θα έλεγα πως πέραν από τον ενθουσιασμό των νέων συνθέσεων, το άλμπουμ δεν με εντυπωσίασε. Κακό, δεν είναι. Εύπεπτο, ναι, για τα δεδομένα των Φιλανδών. Καινοτόμο, δεν το λες. Οι ίδιοι το χαρακτηρίζουν περιπετειώδες, αλλά εγώ πιστεύω πως δεν θα μείνει στην ιστορία ως τέτοιο.
6,5 / 10
Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης
Από τον κρύο Βορά και συγκεκριμένα τη Φινλανδία, έρχεται το νέο πόνημα των AMORPHIS, το οποίο είναι και ο 15ος πλήρης δίσκος της μπάντας από την αφετηρία της το 1990! Καθόλου άσχημα, ειδικά αν συμπεριλάβουμε στην εξίσωση πως οι Φινλανδοί μας κερνάνε ως επί το πλείστον καλή μουσική. Γιατί ασχέτως μουσικών προτιμήσεων και γούστου, δίσκους όπως τα πρόσφατα “Queen of time” και “Halo” μόνο ως κακούς δεν θα μπορούσαμε να τους χαρακτηρίσουμε. Με αυτή τη βάση έρχεται να στρογγυλοκαθίσει και το “Borderland” στα ηχεία μας, καθώς είναι άλλη μία ποιοτική προσθήκη στην μεγάλη αυτή δισκογραφία.
Από την εισαγωγή του “The circle” γίνεται ξεκάθαρο πως οι μελωδίες θα είναι κυρίαρχες και ενώ το “Bones” προσπαθεί να μας ρίξει λίγη στάχτη στα μάτια με την πιο έντονη χρήση ακραίων φωνητικών και ανατολίτικων στοιχείων, η συνέχεια διατηρεί μία σταθερή πορεία υπό το πρίσμα της ομοιόμορφης συνθετικής προσέγγισης. Κάθε σύνθεση συνοδεύεται από ένα κυρίως θέμα που κάθεται πολύ όμορφα στο αυτί, και πάνω σε μεσαίες ταχύτητες χτίζεται σιγά σιγά το κάθε τραγούδι με γνώμονα ΠΑΝΤΑ τις εξαιρετικές μουσικές μελωδίες. Γιατί ας είμαστε ειλικρινής, παιξίματα όπως αυτά των “Tempest”, “The strange” και “Light and shadow” για παράδειγμα, με τόσο έντονο χαρακτήρα, δεν τα συναντάμε συχνά.
Αυτά τα στοιχεία υπήρχαν και στις προηγούμενες δουλειές θα πείτε δικαίως, με τη διαφορά ότι εδώ αποτελούν τη ναυαρχίδα του δίσκου και όχι απλά μέρος του. Σε αυτό έχει βοηθήσει τόσο η νέα κρυστάλλινη παραγωγή από τον Jacob Hansen (άπειρα credits ως παραγωγός τα τελευταία χρόνια), όσο και η συνθετική προσέγγιση, η οποία βέβαια στερείται από πολλούς πειραματισμούς. Ως αποτέλεσμα, το “Borderland” έχει απωλέσει τα έντονα συμφωνικά μέρη χωρίς να τα εξαλείφει τελείως, ενώ είναι αισθητά λιγότερο heavy και σίγουρα λιγότερο ανήσυχο.
Αυτό σημαίνει ότι είναι κατώτερο των προκατόχων του; Όχι απαραίτητα, είναι απλά διαφορετικό. Προτιμώ το “Queen of time”, εννοείται θα ήθελα μία έκπληξη τύπου “The wolf”, την ίδια στιγμή όμως βρίσκω και το “Borderland” πολύ καλό, ενώ αναμφίβολα κάποιοι θα εκτιμήσουν πιο πολύ την κρυστάλλινη προσέγγιση της νέας κυκλοφορίας. Στα συν να βάλουμε και το εξώφυλλο, η μπάντα μας έχει συνηθίσει άλλωστε στις ιδιαίτερες επιλογές, με το παρόν άλμπουμ να φαντάζει ως μία εξαιρετική επιλογή για format βινυλίου.
Ξέρουμε πολλές μπάντες που τόσο βαθιά μέσα στη δισκογραφία τους κυκλοφορούν ποιοτικές δουλειές σε τέτοιο βαθμό; Σίγουρα βοηθάει σε αυτό και η ως ένα μεγάλο βαθμό σταθερή παρουσία των μελών. Κατά τα άλλα, η νέα δουλειά των AMORPHIS έχει να ανταγωνιστεί κυρίως τις συγκρίσεις με τους προηγούμενους δίσκους της ίδιας της μπάντας, σε μια μάχη που μπορεί να έχει πολλούς νικητές οπότε όλα καλά. Γιατί την μάχη με τον εαυτό του, το “Borderland” την έχει κερδίσει σίγουρα, κι ας είναι λίγο πιο μονότονο και “safe” από ότι το ήθελα.
8 / 10
Παύλος Παυλάκης
Photo by Sam Jamsen
”Καλώς τα παιδιά” που θα λέγε και ο Αλέφας, αλλά και το δικό μας παιδί και πολύ καλός φίλος, συνάδελφος και ταπατούπας Φραγκίσκος Σαμοΐλης. Δηλαδή ώρα για μια ομαδική παρουσίαση για στο καινούργιο δισκογραφικό πόνημα των πολυαγαπημένων μας Φιλανδών AMORPHIS. Οπότε χωρίς να λέμε πολλά-πολλά πάμε να ξεκινήσουμε για να πούμε 2-3 κουβέντες για αυτό.
Ο τίτλος του 15ου στούντιο άλμπουμ τον AMORPHIS ή των παιδιών, φέρει τον τίτλο ”Borderland” και όσο και αν θα ήθελα να το εκθειάσω δεν γίνεται. Αφενός ήρθε το HELLOWEEN πριν λίγο καιρό και ανέβασε πολύ τον πήχη σε μπάντες πρώτες γραμμής για φέτος, αφετέρου για την ώρα έχουμε ακούσει πολύ καλούς ποιοτικά δίσκους ακόμα και από σχήματα εκτός αυτής που θα βρουν χώρο και θέση στις τελικές 20αδες πολλών συντακτών όταν θα έρθει η ώρα. Τα δικά μας όμως παιδιά αυτήν την φορά μάλλον δύσκολα θα καταφέρουν κάτι τέτοιο. Προσοχή όχι γιατί έχουμε να κάνουμε με κανένα δίσκο επικής πατάτας, τύπου ”Far(t) from the sun”, άλλωστε κάτι τόσο μέτριο δεν νομίζω πως μπορούν να κάνουν. Αλλά όμως έχουμε να κάνουμε με ένα άλμπουμ που κατά την γνώμη μου θα μπορούσε να έχει μια λεζάντα που θα λέει, ”δεν απογοητεύει μεν, δεν γοητεύει δε”.
Αρχικά να πω πως έχουμε να κάνουμε με έναν δίσκο που στα αυτιά μου και όχι μόνο μιας και το συζήτησα λίγο με λοιπούς φίλους-συντάκτες του rockhard.gr εξίσου λάτρες των Φιλανδών, έχει την λογική μανιέρας και εξηγούμαι.
Δηλαδή έχουμε ένα άλμπουμ που πάει στον αυτόματο και στο ίδιο μοτίβο που έπιασαν από το ”Queen of time”. Αυτό θα πω ότι, δεν είναι απόλυτα κακό όταν καταφέρνεις να γράφεις το ίδιο καλά σερί σε δίσκους που πάνε με αυτήν την λογική. Όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα άλμπουμ που σε σχέση με τα πανομοιότυπα προηγηθέντα, ”Queen of time” και ”Halo”, έχει τραγούδια που δεν είναι στα ίδια επίπεδα. Κατά την γνώμη μου έχει 3 πάρα πολύ καλές συνθέσεις που μπορεί να αντέξουν στον χρόνο και να μας μείνουν, όμως από εκεί και πέρα οι υπόλοιπες 7 από τις 10 συνθέσεις του δίσκου θα ακούγονται πάντα ευχάριστα μεν όταν θα τα πετύχεις κάπου αλλά δεν θα σου μείνουν, ούτε και θα σε ξεσηκώσουν ιδιαίτερα από την χαρά σου. Το άλμπουμ φυσικά και δεν χωλαίνει σε άλλους τομείς παρά μόνο στην ποιότητα των συνθέσεων και στην δυνατότητα να σταθούν και να σε κρατήσουν κοντά τους στον χρόνο.
Η παραγωγή του πολύπειρου και για πρώτη φορά στην καρέκλα του παραγωγού των AMORPHIS Jakob Hansen, είναι εξαιρετική και σταθερά σε υψηλά στάνταρ. Όλα τα όργανα ακούγονται άψογα, έχοντας την θέση του το καθένα όπου πρέπει μέσα στα κομμάτια, η φωνή του Joutsen είναι εκεί που πρέπει όπως πρέπει. Όλα ηχούν δυναμικά και πεντακάθαρα, αρά εδώ ψεγάδι σίγουρα δεν υπάρχει.
Παικτικά τώρα νομίζω πως είναι περιττό να πω πολλά, τα παιδιά είναι μουσικοί και παίκτες κλάσης όλοι τους, άλλωστε μας το έχουν πιστοποιήσει πάμπολλες φορές να το καταλάβουμε όχι μόνο στα στούντιο άλμπουμ τους, αλλά κυρίως στις live εμφανίσεις τους. Οπότε ούτε και εδώ μπορούμε να βρούμε κάτι μεμπτό. O Esa Holopainen στις Lead κιθάρες είναι άψογος, η συνεργασία του με τον ογκόλιθο της ρυθμικής κιθάρας του γκρουπ, Tomi Koivusaari, άριστη ως συνήθως. Άλλωστε οι μελωδίες τους και τα ρυθμικά μέρη από τις κιθάρες τους, μαζί με τις μελωδίες και τις ατμόσφαιρες που δημιουργεί με τα πλήκτρα του ο Santeri Kallio, είναι πάντα οι οδηγοί των κομματιών του γκρουπ. Οι Olli-Pekka Laine στο μπάσο και Jan Rechberger στα τύμπανα είναι σταθερά ένα rhythm section που δεν πρόκειται ποτέ να μην δώσουν τον ρυθμικό ογκόλιθο που πάνω του χτίζουν τα υπόλοιπα όργανα. Όσο για τον Tomi Joutsen είναι κλασικά αυτός που πρέπει να είναι, ένας υπέροχος τραγουδιστής που μπορεί να σε συνεπάρει είτε με τα μελωδικά καθαρά φωνητικά του, είτε με τα εκρηκτικά και γεμάτα δυναμισμό brutal του.
Άρα όπως καταλαβαίνετε καταλήγουμε απλά στο γεγονός που προανέφερα, δηλαδή οι συνθέσεις σε γενικές γραμμές είναι κατώτερες ποιοτικά από τα άλμπουμ που προηγήθηκαν. Αυτές που πραγματικά μου μένουν για να θυμάμαι και να με συντροφεύουν, είναι το ”Fog to fog” που έχει την ποικιλία που θέλω στα 5μιση λεπτά του από τους AMORPHIS, εναλλαγές στα καθαρά και τα brutal φωνητικά, περιπέτεια στα πλήκτρα και την δυναμική να είναι ένα τραγούδι με ρεφρέν που κινείται στα όρια του hit που εύκολα θα μπορούσε να κερδίσει κάποιον σε σχέση με το ”Dancing shadow” που δεν με κέρδισε και ιδιαίτερα.
Επίσης κρατώ τον ”Light and shadow”, που έχει πολύ όμορφο χτίσιμο στα πλήκτρα, γεμάτα μάλλον από μια disco αισθητική από τον Kallio, υπέροχο ρεφρέν και γέφυρα και ένα πολύ ωραίο μελωδικότατο σόλο κιθάρας που συνοδεύει σε κάποιο σημείο ο Jouutsen εξαιρετικά. Γενικά πολύ ωραίο hitάκι που θα βρει πιστεύω με μεγάλη άνεση και όχι άδικα θέση στο setlist της μπάντας στα μελλοντικά live αυτής. Επίσης θα κρατήσω και το ομώνυμο ”Borderland” που είναι μια κλασική και σε χτίσιμο και ύφος AMORPHIS από το πάνω ράφι. Μελωδικά πλήκτρα για οδηγό στο φουλ και κιθάρες που ακολουθούν για να πάρουν την σκυτάλη από αυτά. Εξαιρετική εναλλαγή σε brutal και καθαρά σημεία και πολύ όμορφο ρεφρέν που κολλάει στο μυαλό.
Όπως θα έβαζα και στην εξίσωση των πολύ καλών τραγουδιών και το κλείσιμο του άλμπουμ ”Despair”, που ξεκινάει με τις μελωδίες από τις κιθάρες για οδηγό και τα πλήκτρα να το ακολουθούν. Ενώ τα τύμπανα και το μπάσο είναι από τις λίγες στιγμές στον δίσκο που βγουν τόσο μπροστά με επιτυχία. Τα φωνητικά είναι και πάλι εξαιρετικά στις εναλλαγές τους με τα brutal να έχουν περισσότερο χώρο μέσα σε αυτό, κάτι που στην λογική που έχει το κομμάτι και στο βαρύ του τέμπο ταιριάζει άψογα. Κάπου εδώ για μένα τελειώνουν και οι πολύ καλές στιγμές του δίσκου, τα υπόλοιπα όπως είπα ναι μεν ευχάριστα όταν θα τα ακούς, αλλά γρήγορα θα προσπεράσουν και θα σε αφήσουν.
Εν κατακλείδι λοιπόν για να βάλουμε και βαθμό σιγά σιγά, το ”Borderland” θέλει αλλά δεν τα καταφέρνει να σταθεί εκεί που βρίσκονται οι 2 προκάτοχοί του, που έχουν ακριβώς την ίδια νοοτροπία αλλά καλύτερο συνολικά υλικό. Για το ”Under the red cloud” που προσωπικά το θεωρώ μια από τις κορυφαίες στιγμές της δισκογραφίας των αγαπημένων μου AMORPHIS και μαζί με τα ”Silent waters” και ”Skyforger” ως τις top 3 στιγμές του γκρουπ με τον λεβέντη Tomi Joutsen στο μικρόφωνο, ούτε λόγος φυσικά απέχει παρασάγγας. Ώρα για βαθμό λοιπόν, χαμηλός μεν για τα δεδομένα τους, αλλά εύχομαι να έχουμε την ευκαιρία για ένα live AMORPHIS και πάλι κοντά μας.
7 / 10
Παναγιώτης “The unknown force” Γιώτας
Photo by Sam Jamsen
Οι αγαπημένοι AMORPHIS κλείνουν 35 χρόνια στην πιάτσα και αισίως φτάνουν τα 15 άλμπουμ, με την κυκλοφορία του ολόφρεσκου “Borderland”. Μέσα στην πρώτη δεκαετία η μπάντα αλλάζοντας συνεχώς τον ήχο της, εξερευνούσε καινούργια ηχοτοπία από δίσκο σε δίσκο μη διστάζοντας να εμπλουτίσει τη μουσική της με διάφορα στοιχεία και να πειραματιστεί με αυτή. Με την ανάληψη των φωνητικών από τον Tomi Joutsen και την κυκλοφορία του τεράστιου “Eclipse” η μπάντα μπήκε σε καινούργια εποχή παγιώνοντας έναν ήχο που μόνο με τη λέξη AMORPHIS θα μπορούσαμε να τον περιγράψουμε. Και αυτό είναι ένα τεράστιο κατόρθωμα για μια μπάντα. Τα επόμενα άλμπουμ των Φινλανδών παρέκκλιναν ελάχιστα από τη θεμελιώδη νοοτροπία του ήχου αυτού.
Με το προηγούμενο “Halo” η μπάντα έκλεισε μια άτυπη τριλογία η οποία σφραγίστηκε και με τη συνεργασία με τον παραγωγό Jens Bogren. Με το φετινό “Borderland” εγκαινιάζεται μια καινούργια συνεργασία με τον Δανό παραγωγό Jacob Hansen (VOLBEAT, κ.α.), με τον ήχο του album να διαφοροποιείται λίγο. Εδώ πλέον οι Φιλανδοί ακολουθούν πιο μελωδικές και άμεσες φόρμες στα κομμάτια τους, με κύριο χαρακτηριστικό των κομματιών το πόσο πιασάρικα ακούγονται πολλά από αυτά.
Στο επίκεντρο των κομματιών βρίσκονται οι μελωδίες, χωρίς να λείπουν όλα αυτά τα στοιχεία που αγαπάμε στους AMORPHIS, όπως τα εξαίσια φωνητικά του Joutsen , είτε πρόκειται για καθαρά, είτε για brutal, οι folk μελωδίες, τα πλήκτρα, ή οι ατμόσφαιρες και η μελαγχολική αύρα που αποπνέουν συνήθως τα κομμάτια των Φινλανδών. Οι ταχύτητες στο “Borderland” είναι πεσμένες σε σχέση με τις προηγούμενες κυκλοφορίες των AMORPHIS, όπως επίσης οι πιο prog και ‘70s στιγμές, που κάνουν την εμφάνισή τους με πιο διακριτικό τρόπο.
Από το δίσκο λείπουν τα κομμάτια που θα αναλάβουν τα ηνία, αλλά υπάρχουν και εξαίσια κομμάτια που ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα. Τέτοια είναι το “Bones”, το οποίο λοξοκοιτάζει προς την πρώτη δεκαετία της μπάντας με τα βαριά riffs και τις ανατολίτικες μελωδίες του, το περιπετειώδες “The Lantern” με την πανέμορφη κιθαριστική δουλειά και την σχεδόν prog ‘70s αύρα του, αλλά και το ομώνυμο “Borderland” το οποίο είναι ίσως η πεμπτουσία του δίσκου: επικό, folk και ατμοσφαιρικό, με σκληρά και καθαρά φωνητικά, χαρακτηριστικό του ήχου της μπάντας. Το άλμπουμ κλείνει με το πανέμορφο “Despair”, το οποίο μέσα από μια δραματική κλιμάκωση ταξιδεύει τον ακροατή.
Όπως γράψαμε και παραπάνω οι AMORPHIS έχουν δημιουργήσει έναν πολύ χαρακτηριστικό ήχο και το “Borderland” κινείται αυστηρά εντός αυτού του πλαισίου. Πλην της έμφασης που δίνει αυτή τη φορά η μπάντα στη μελωδία και στη δομή που αβαντάρει τις πιασάρικες στιγμές, δεν θα βρούμε κάποια ιδιαίτερη καινοτομία εδώ. Οι καλές στιγμές φυσικά δεν λείπουν και οι πιο στενοί φίλοι της μπάντας σίγουρα θα τιμήσουν το δίσκο κι ας είναι ένα σκαλοπάτι πιο κάτω από τους πιο πρόσφατους προκατόχους του.
7,5 / 10
Θανάσης Μπόγρης
Το “Borderland” σηματοδοτεί το 15ο άλμπουμ του φινλανδικού συγκροτήματος AMORPHIS και είναι μία συνέχεια της μουσικής πορείας που ξεκίνησε με το “Halo” το 2022, αλλά ταυτόχρονα φέρνει αλλαγές, κυρίως στο παραγωγικό μέρος και στην αίσθηση των τραγουδιών.
Κεντρική και αξιοσημείωτη αλλαγή στο “Borderland” είναι η συνεργασία για πρώτη φορά με τον Δανό παραγωγό Jacob Hansen. Μέχρι πρότινος, η μπάντα είχε δουλέψει σε πολλά από τα πρόσφατα άλμπουμ με τον Jens Bogren. H αλλαγή αυτή δεν γίνεται απλώς για ποικιλία, υπάρχει μία ειλικρινής επιθυμία να εξερευνηθούν νέες ηχητικές διαδρομές, να αναδειχθούν περισσότερο οι μελωδίες, η ατμόσφαιρα και η ταυτότητα του συγκροτήματος μέσα από μία πιο οργανική, καθαρή προσέγγιση.
Θεματικά, το “Borderland” κινείται σε πεδία που συνδυάζουν τις πανάρχαιες αξίες με τις υπαρξιακές προκλήσεις του σήμερα. Ο στιχουργός Pekka Kainulainen συνεχίζει την παράδοση της εμπλοκής με μύθους, ιστορίες των προγόνων και σκέψεις για θάνατο, καταστροφή, αλλά και δύναμη και ταπεινότητα, στοιχεία που διαπερνούν την ανθρώπινη εμπειρία μέσα στον χρόνο.
Από πλευράς αισθητικής, το “Borderland” φαίνεται να έχει ως στόχο να συνδυάσει την καθαρότητα και την προσβασιμότητα με τον γνώριμο μεταλλικό πυρήνα των AMORPHIS. Υπάρχει μία γενικότερη αίσθηση πιο οργανικής παραγωγής, με έμφαση στις λεπτομέρειες, στην αρμονία μεταξύ μελωδίας και έντασης, καθώς και στην αντίθεση των φωνητικών, καθαρών και με περισσότερη «σκληρότητα». Παράλληλα, η μπάντα διατηρεί το βάθος της συναισθηματικής φόρτισης που τη χαρακτηρίζει, χωρίς να υποκύπτει σε υπερβολές ή εις βάρος του συναισθήματος.
Συνολικά, το “Borderland” φαίνεται πως αποτελεί ένα κρίσιμο σημείο στη διαδρομή των AMORPHIS. Ένα άλμπουμ που σέβεται το παρελθόν, αλλά δεν φοβάται να κοιτάξει προς τα μπροστά. Προσφέρει στους ακροατές του κάτι γνώριμο αλλά ταυτόχρονα φρέσκο, μια δουλειά που αναδεικνύει την εμπειρία και την ωριμότητα της μπάντας, χωρίς να θυσιάζει την ένταση ή τον χαρακτήρα. Θ’ αποτελέσει, πολύ πιθανόν, ένα από τα σημαντικότερα άλμπουμ για το 2025 και μια από τις κορυφαίες επιλογές για όσους αγαπούν το μεταλλικό συναίσθημα με βάθος και μελωδία.
8,5/10
Φανούρης Εξηνταβελόνης
Photo by Sam Jamsen
Nέο άλμπουμ από τους αγαπημένους Φιλανδούς AMORPHIS, τρία ολόκληρα χρόνια από το “Halo” και από μια περιοδεία που πέρασε και από την χώρα μας. Όπως έχω αναφέρει και στο παρελθόν είμαι μεγάλος οπαδός της πρώτης περιόδου με των Pasi Koskinen στα φωνητικά αλλά οι ίδιοι σαν σχήμα πολύ σοφά και επιτυχημένα συνέχισαν με τον Tomi Joutsen όταν ο Pasi έφυγε από την μπάντα. Δεν είναι τυχαίο ότι με τον Tomi στην μπάντα, κατάφεραν και επέκτειναν και άλλο την δημοτικότητά τους και συνεχίζουν σταθερά να βρίσκονται στο προσκήνιο, ενεργοί δισκογραφικά και όχι μόνο στην τέταρτη δεκαετία τους.
Στο “Borderland” δεν θα βρούμε πολλά διαφορετικά πράγματα απ’ ότι γνωρίζουμε απλά νοιώθω ότι τα κομμάτια είναι φτιαγμένα με πιο πιασαρικά refrains και πιο απλή δομή γενικότερα. Σε αντίθεση με το “Halo”, εδώ τα καθαρά φωνητικά υπερτερούν μιας και όπως ανέφερα οι συνθέσεις στην πλειοψηφία τους είναι πιο catchy και πιο μελωδικές.
Όπως συνηθίζεται, τα τρία πρώτα κομμάτια που έκαναν πρεμιέρα, τα “Bones” , “Light and shadow” και “Dancing shadow” είναι πολύ καλά και χαρακτηριστικά του ύφους που ακούμε στον δίσκο. To πρώτο καρφί χαρακτηριστικό AMORPHIS κομμάτι με τις ανατολίτικες του κλίμακες, τα χαρακτηριστικά brutal φωνητικά και το πιασάρικο refrain, το δεύτερο με την πιο pop αισθητική και την ραδιοφωνική του κατεύθυνση και το τελευταίο και αυτό με χαρακτηριστικό AMORPHIS ήχο και catchy refrain και ανάλογη διάθεση καθ’ όλη την διάρκεια του.
Το ”The circle” που ανοίγει τον δίσκο είναι λες και βγήκε από το “Tuonela”, μια εξαιρετική επιλογή για εναρκτήριο κομμάτι, το “Fog to fog” είναι ένα κομμάτι που περιέχει όλα τα στοιχεία των σύγχρονων ΑΜΟPHIS. Τα “The strange” και “Borderland” δεν είναι κάτι φοβερό, τυπικά θα έλεγα περισσότερο κομμάτια, νομίζω ότι ανάλογα έχουμε ακούσει και πολύ καλύτερα στο πρόσφατο παρελθόν.
Αντιθέτως το “Tempest” είναι μια ωραία μπαλάντα με πολύ λυρισμό, το “The Lantern” μια μελαγχολική prog σύνθεση που σε ταξιδεύει με υπέροχα φωνητικά επίσης και τέλος το υπέροχο “Despair” που κλείνει τον δίσκο με την χαρακτηριστική του μελαγχολία και τον ανάλογο λυρισμό είναι για μένα το καλύτερο track του “Borderland”.
To δέκατο πέμπτο, παρακαλώ, άλμπουμ των Φιλανδών δεν θα ταράξει τα νερά αλλά για άλλη μια φορά θα δώσει στους φίλους της μπάντας έναν αξιοπρεπή δίσκο που θα τους συντροφεύει τον χειμώνα που έρχεται. Μπορεί να απέχει κάπως από τα εξαιρετικά άλμπουμ του παρελθόντος αλλά δεν παύει να είναι μια πολύ καλή πρόταση πρωτίστως για τους οπαδούς τους και δευτερεύοντως για τους υπολοίπους. Οι οπαδοί τους θα το “περιποιηθούν” αναλόγως άλλωστε, το μόνο σίγουρο!
7/10
Γιάννης Παπαευθυμίου
Photo by Sam Jamsen
Τα παιδιά από το Ελσίνκι μπορεί φέτος να μετρούν τριάντα πέντε έτη ζωής, αλλά σε εμένα προσωπικά έχουν πάψει να μου κάνουν το κλικ τα τελευταία δεκαπέντε (για να μην πω είκοσι και ποιος ακούει τον Φραγκίσκο). Εξακολουθώ να θεωρώ ότι έχουν παγιδευτεί σε μια συγκεκριμένη μανιέρα, η οποία είναι μεν το σήμα-κατατεθέν τους, αλλά είναι αεροστεγώς κλεισμένη και δεν μπορούν να ξεφύγουν. Κάτι σαν το δικό τους, παραλήμνιο Hotel California.
Το “Borderland” βρίσκει τους AMORPHIS σε νέα δισκογραφική εταιρία και κάτω από τις φτερούγες ενός ακόμη celebrity παραγωγού. Ο Jacob Hansen έχει ταυτίσει το όνομά του με τους συμπατριώτες του VOLBEAT, όμως η ηχητική προσέγγιση που υπάρχει εδώ είναι πιο κοντά σε όλα αυτά που έκαναν επιτυχημένους (στα εξωτερικά) τους AMARANTHE: Συνθέσεις με μέσο όρο τα 4,5 λεπτά, κολλητικές μελωδίες και σούπερ catchy refrains. Και το τελευταίο συστατικό είναι που κάνει τη διαφορά σε σχέση με τους πέντε προκατόχους του εν λόγω άλμπουμ.
Με την πρώτη ακρόαση θυμόμουν σχεδόν όλα τα refrains, οπότε οι επόμενες ήταν αρκετές smooth. Δεν ξέρω αν κάτι τέτοιο θα μπορούσε ποτέ να ονομαστεί ως «pop», όταν την αμέσως επόμενη στιγμή ο Joutsen μπορεί να σκάσει με ένα βρυχηθμό, σε καμία όμως περίπτωση η ακρόαση του “Borderland” δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αναγκαίο κακό. Ως προς τα λοιπά, οι χαρακτηριστικότατες κιθάρες του Holopainen δηλώνουν βροντερά παρούσες, τα πλήκτρα του Kallio υπάρχουν απλωμένα παντού και μπόλικα clichés, ξεπατικωμένα κυρίως από τα “Tuonela” και “Eclipse”.
Δεν ξέρω πως εντόπισε η δισκογραφική των AMORPHIS την απαρχή μιας νέας εποχής, σύμφωνα με όσα λέει στο δελτίο τύπου, αφού όπως προείπα δεν βρήκα πουθενά κάποια πρωτοτυπία. Έχοντας την τύχη να ζήσω την πορεία των AMORPHIS μέχρι το απόλυτο peak της, όταν αυτό συνέβαινε, καθώς και να είμαι παγερά αδιάφορος με τα μετέπειτα σκαμπανεβάσματά τους, τουλάχιστον στο “Borderland” δεν βαρέθηκα. Θα το ξανακούσω κάποια στιγμή μέχρι και το τέλος της χρονιάς; Χλωμό, αλλά ποτέ δεν ξέρεις.
«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το άλμπουμ; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα bestseller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.
Photo by Aura
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: CONDITION CRITICAL ΤΙΤΛΟΣΔΙΣΚΟΥ: “Degeneration chamber” ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Burned by God Records ΣΥΝΘΕΣΗ:
Ryan Taylor – Φωνητικά, κιθάρα
Mike Dreher – Μπάσο
Tony Barhoum – Κιθάρα
Ryan Donato – Τύμπανα ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Bandcamp Facebook Instagram Spotify Deezer
Ετούτοι εδώ οι λεβέντες από το New Jersey έχουν το παρατσούκλι “DEMOLITION HAMMER Jr”. Και όχι άδικα, καθώς η μεγάλη τους επιρροή είναι οι DEMOLITION HAMMER και τα συναφή, δηλαδή DARK ANGEL, SADUS και EXHORDER. Σαφώς και ακούγεται ενδιαφέρον., είναι όμως έτσι τα πράγματα;
Μετά από ένα άγουρο ντεμπούτο (“Operational hazard” – 2013) και ένα σαφώς βελτιωμένο δεύτερο άλμπουμ ( “Extermination plan” – 2016) οι CONDITION CRITICAL επιστρέφουν με το τρίτο τους άλμπουμ που έχει τίτλο “ Degeneration chamber”. Προφανώς και δεν υπάρχουν θεαματικές αλλαγές στον ήχο τους, τα riffs των Ryan Taylor και Tony Barhoum είναι τόσο λυσσαλέα όσο πρέπει, οι ταχύτητες είναι υπερηχητικές και η διάρκεια του δίσκου δεν κουράζει. ΟΜΩΣ, (καθόλου τυχαία τα κεφαλαία καθώς αρχίζουν οι ενστάσεις μου), νομίζω ότι οι CONDITION CRITICAL έχουν παγιδευτεί κατά κάποιο τρόπο στην περσόνα των DEMOLITION HAMMER και παρουσιάζουν μια σαφή έλλειψη ταυτότητας.
Μην παρεξηγηθώ, μου άρεσε ο δίσκος, και είμαι σίγουρος ότι οι οπαδοί των DEMOLITION HAMMER θα γουστάρουν ακόμα περισσότερο. Το θέμα είναι ότι το τελικό αποτέλεσμα με άφησε εν μέρει ανικανοποίητο. Θα ήθελα, ας πούμε λίγο περισσότερα προσωπικά στοιχεία, και είναι κρίμα γιατί έχει γίνει πολύ καλή προσπάθεια για εξελιχθούν συνθετικά. Τα “Wretched aggression” , “Postmotal simulation” και “Psychological epidemic” είναι σαφέστατα τα τρία καλύτερα κομμάτια του δίσκου, και αυτό γιατί ξεφεύγουν λίγο από την πεπατημένη, χωρίς όμως να χάνουν σε ταχύτητα ή σε τραχύτητα.
Όσο για την τελική βαθμολογία, μην σας ξεγελά, αφορά την εκτελεστική ικανότητα που είναι υποδειγματική. Σε όλα τα υπόλοιπα… κίτρινη κάρτα!
Με πάνω από τρεις δεκαετίες στο ενεργητικό τους, οι HELHEIM από το Μπέργκεν της Νορβηγίας αποτελούν μια από τις πιο συνεπείς και βαθιά ριζωμένες παρουσίες στο πεδίο του Viking black metal. Δεν είναι μια μπάντα που ξεπήδησε μέσα από το φολκλορικό ρεύμα της δεκαετίας του 2000, ούτε αναλώθηκε σε φολκορίζουσες κοινοτοπίες. Είναι μια δύναμη που αναδύθηκε δίπλα στους ENSLAVED και τους HADES, σχηματίζοντας έναν αυθεντικό ήχο που ενσωμάτωνε τις πιο πρωτόγονες μα και ατμοσφαιρικές όψεις του παγανιστικού και μυθολογικού βορρά. Το νέο τους άλμπουμ, “HrabnaR/Ad vesa”, έρχεται να συνεχίσει αυτόν τον πνευματικό και μουσικό διάλογο με το παρελθόν, παρουσιάζοντας δύο πτυχές της ίδιας φύσης.
Το “HrabnaR/Ad vesa” είναι ένα διττό έργο. Από τη μία πλευρά, έχουμε τον παγωμένο και επικό ήχο που καθιέρωσαν οι HELHEIM με αιχμηρά riffs, αυστηρά φωνητικά και τύμπανα που μιμούνται την ορμή των καταιγίδων στον Βόρειο Ατλαντικό. Από την άλλη, η μπάντα εδώ ανοίγεται ακόμη περισσότερο στην ατμοσφαιρική εξερεύνηση, ενσωματώνοντας πιο καθαρά φωνητικά, ambient διαστήματα και επικές χορωδίες που παραπέμπουν σε απαγγελία. Η χρήση της νορβηγικής γλώσσας ενισχύει τον εθνοπολιτισμικό χαρακτήρα του έργου, δημιουργώντας μια αίσθηση αυθεντικής εγγύτητας με τις ρίζες της σκανδιναβικής παράδοσης, όχι ως τουριστικό προϊόν, αλλά ως βιωματική μνήμη.
Ο δίσκος δεν είναι απλώς μια επίκληση του παρελθόντος. Αντίθετα, αποτελεί μια μετωπική συνάντηση του ανθρώπου με τη σκληρότητα της φύσης και τη ρευστότητα της ύπαρξης. Οι HELHEIM δεν εξυμνούν τους θεούς και τους ήρωες, αλλά αποδομούν τη μυθολογία για να αναδείξουν τις υπαρξιακές αναζητήσεις που κρύβονται πίσω από αυτήν. Η μουσική κινείται μεταξύ εσωστρέφειας και πολεμικής ορμής, με αλλαγές ρυθμού και διάθεσης που υπαινίσσονται τις αντιφάσεις της ίδιας της ζωής, τη λαχτάρα για νόημα και τη βεβαιότητα του τέλους. Είναι μια πρόταση πολύ πιο φιλοσοφική απ’ όσο θα περίμενε ίσως κανείς.
Με το “HrabnaR/Ad vesa”, οι HELHEIM δεν διατηρούν απλώς το βάρος της ιστορίας τους, αλλά το μετουσιώνουν σε ένα ώριμο έργο όπου το πνευματικό και το ηχητικό δένουν σε μια οργανική ενότητα. Σε μια εποχή που το Viking black metal έχει υποβαθμιστεί από επαναλήψεις και στείρους ρομαντισμούς, οι HELHEIM αποδεικνύουν ότι η αλήθεια του παρελθόντος δεν βρίσκεται στις εικόνες, αλλά στις σκιές που αφήνει πάνω στην ψυχή. Ένας δίσκος βαθύς και έντιμος, που συνεχίζει την πορεία μιας μπάντας αφοσιωμένης όχι στο στυλ, αλλά στην ουσία του σκοτεινού παγανισμού.
(8,5 / 10)
Φανούρης Εξηνταβελόνης
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: HEXELLA ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “The ancient gaping mouth” ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Hells Headbangers Records ΣΥΝΘΕΣΗ:
Joe Dan De La Rosa – Τύμπανα, κιθάρες
Noelia Garza – Φωνητικά
Richard Casas – Μπάσο ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Bandcamp Facebook Instagram Spotify
Το “The ancient gaping mouth” μας συστήνει τους HEXELLA, ένα αμερικανικό black ’n’ roll σχήμα, το οποίο φιλοδοξεί να εξελιχθεί σε έναν νέο παράγοντα στην underground σκηνή. Γεννημένο στο Νότιο Τέξας το 2019, το εγχείρημα ξεκίνησε ως solo project της Noelia Garza (φωνητικά, στίχοι, σύνθεση), με τον JD De La Rosa να συμμετέχει ως drummer και ηχολήπτης της παραγωγής στα Negative Audio Studio. Αναλογικά μικρή σε διάρκεια αλλά τεράστια σε πάθος, αυτή η ιδιαίτερη κυκλοφορία αποτελεί μια σύγχρονη επανάληψη των πρώιμων αντιλήψεων του black metal. Σκληρή, αληθινή και εξαιρετικά αποτελεσματική. Η ενορχήστρωση δε, υπηρετεί μια αίσθηση ’80s, χωρίς υπερβολές.
Η κατεύθυνση του ήχου είναι ξεκάθαρη. Η επίδραση της πρώτης φουρνιάς του black metal είναι παρούσα παντού, αλλά χωρίς μιμητισμό. Οι κιθάρες βαριές, οι μελωδικές γραμμές και τα riff προσφέρουν κάτι πέρα από απλή επιθετικότητα, Προσφέρουν μια σκοτεινή θεατρικότητα που δεν φοβάται την απλότητα, αντιθέτως την τιμά. Η δομή αποδίδει μουσική με ακατέργαστη ενέργεια, ακραία ροή και ένταση. Δεν περιμένεις intros ή ambient τμήματα, απλώς σε παρασύρει.
Τα φωνητικά της Νοelia είναι ωμά, τραχιά και βουτηγμένα σε μια αίσθηση σαρκαστικής έκλυσης ενώ η παραγωγή δεν τους αμβλύνει, ούτε τους εξευγενίζει. Η συνολική ηχητική ταυτότητα είναι έντονα σκληροπυρηνική αλλά μέσα σε ένα πλαίσιο που υπάρχει πλήρης διαύγεια. Η επιλογή της ανάμειξης rock ’n’ roll στοιχείων δεν μειώνει τη σκοτεινότητα, αντιθέτως την κάνει πιο πειστική.
Οι HEXELLA έχουν ταλέντο, όραμα και την αυθεντικότητα που λείπει από πολλούς μοντέρνους δίσκους. Δεν εμφανίζονται ως retro, μα ως ζωντανή συνέχεια των πρωτογενών δυνάμεων του ακραίου metal, χωρίς να ξεχνάνε τη δύναμη της απλότητας και της «ωμής» έκφρασης. Το ντεμπούτο αυτό ανακοινώνει έναν ηχηρό ερχομό, έναν ήχο που δεν είναι απλά μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά η αποκάλυψη μιας νέας dark φιλοσοφίας, όπου η βία, η σκοτεινότητα και το groove συναντιούνται σε έναν ιδιαίτερο, απτό χορό. Στέκεται δυνατά, περήφανα και βίαια και είναι μόνο η αρχή.
(8 / 10)
Φανούρης Εξηνταβελόνης
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: SPEED QUEEN ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “…with a bang” ΕΤΑΙΡΕΙΑ: High Roller Records ΣΥΝΘΕΣΗ:
Thomas Kenis – Φωνητικά, κρουστά
Andreas Stieglitz – Κιθάρες, πλήκτρα
Lander Savelkoul – Μπάσο
Toon Driezen – Τύμπανα ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ: Jonny Nesta – Κιθάρα ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: HighRollerRecords Bandcamp Facebook Instagram Deezer
Με έτος ίδρυσης το 2014, οι Βέλγοι SPEEDQUEEN, ορμώμενοι από το Limburg, άργησαν να κυκλοφορήσουν τον πρώτο τους ολοκληρωμένο δίσκο. Όταν το 2017, κυκλοφόρησαν μόνοι τους το EP “Kingoftheroad”, άκουγα από όλους σχεδόν που ασχολούνται με το NWOTHM, μόνο καλά λόγια. Οι SPEED QUEEN ήταν η νέα μεγάλη ελπίδα του χώρου, περιόδευσαν, έπαιξαν μέχρι και σε φεστιβάλ τύπου Wacken Open Air. Η High Roller οσμίστηκε το κελεπούρι, τους ενέταξε στο roster της και τρία χρόνια μετά, ήρθε άλλο ένα EP, το “Still on the road”.
Θες όμως επειδή δεν ήταν τόσο καλό, θες γιατί έπεσε επάνω στην πανδημία, θες γιατί ήρθαν αλλαγές στην σύνθεση του γκρουπ, ο κόσμος δεν το «αγκάλιασε» όπως αναμενόταν. Ή τουλάχιστον, αυτήν την εντύπωση αποκόμισα εγώ. Έκτοτε πέρασαν πέντε χρόνια και η αλήθεια είναι ότι τους SPEED QUEEN σχεδόν τους ξεχάσαμε! Τι σου είναι το momentum… αν φύγει, πάει, τελείωσαν όλα. Πρέπει να επιστρέψεις με έναν πραγματικά εξαιρετικό δίσκο, για να καλύψεις άμεσα και γρήγορα τη χαμένη απόσταση. Ειδεμή, ή θα εξακολουθήσεις να περιορίζεσαι σε «χαμηλές πτήσεις», ή θα εξαφανιστείς. Ουκ ολίγα τα αντίστοιχα παραδείγματα τόσο αυτών που επέστρεψαν θριαμβευτές από το πουθενά, όσο και αυτών που χάθηκαν αθόρυβα…
“…withabang!” λοιπόν ονομάζεται το ντεμπούτο full length που επιτέλους κυκλοφορεί φέτος και είναι ακριβώς αυτό που περίμενα. Ταχυδύναμο, ενθουσιώδες, με λίγο NIGHT DEMON, λίγο ENFORCER, λίγο MEGA COLOSSUS στις επιρροές του, με συμμετοχή στις lead κιθάρες του Jonny Nesta των THUNDEROR και SKULL FIST (άλλη χαμένη ευκαιρία από κει) και τραγούδια που θα παιχτούν όπως πρέπει και με τη δέουσα ορμή στην σκηνή.
Το ντεμπούτο των SPEED QUEEN δεν είναι κάτι το εξαιρετικό. Δεν είναι μέτριο, δεν είναι και για «πέταμα». Είναι μια αξιόλογη προσπάθεια, που καλύπτει συγκεκριμένα γούστα, θα ικανοποιήσει μια συγκεκριμένη μερίδα ακροατών και θα δώσει το «καύσιμο» στη μπάντα να ξαναβγεί στον δρόμο, στην προσπάθειά της να καλύψει το χαμένο έδαφος. Μακάρι όλα να πάνε καλά από τούδε και στο εξής και τα δισκογραφικά ραντεβού με τους Βέλγους φίλους μας, να είναι συχνότερα.
(7 / 10)
Δημήτρης Τσέλλος
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: VINDICATOR ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Whispers of death” ΕΤΑΙΡΕΙΑ: No life ‘til metal Records ΣΥΝΘΕΣΗ:
Marshall Law – Φωνητικά
Ed Stephens – Μπάσο
Vic Stown – Κιθάρα
Billy Zahn – Κιθάρα
Glen Monturi – Τύμπανα ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Bandcamp Facebook Instagram Spotify YouTube Deezer
Το όνομα των VINDICATOR σίγουρα δεν είναι άγνωστο στους thrash κύκλους. Από το 2008 που κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο τους (“Therewillbeblood”) αλλά και στις μεταγενέστερες δουλειές τους, οι thrashers από το Ohio έχουν δείξει σαφή δείγματα βελτίωσης και έχουν δημιουργήσει αρκετό ντόρο γύρω τους. Το “Whispersofdeath” είναι το πέμπτο, παρακαλώ, άλμπουμ τους, και διεκδικεί άνετα τον τίτλο του καλύτερου άλμπουμ τους μέχρι στιγμής. Ο δίσκος είναι βουτηγμένος στη μαρμίτα του Bay Area και είναι γεμάτος old school riffs που σίγουρα δεν θα αφήσουν ασυγκίνητο τους φίλους των EXODUS ή των TESTAMENT, χωρίς να λείπουν και οι απαραίτητες πινελιές από τους SLAYER.
Τι λέγαμε; Α, ναι, για riffs. Riffs κολλητικά, πωρωτικά, γεμάτα δύναμη! Από το εναρκτήριο “Whispers of death… Anxiety’s grip” με το- πιο EXODUS πεθαίνεις- riff και την SLAYER τσαχπινιά στο τέλος του, καταλαβαίνει κανείς ότι εδώ τα πράγματα είναι σοβαρά. Πολύ εντυπωσιακές συνθέσεις που κλιμακώνονται όσο κυλά ο δίσκος και αυτό πιστοποιείται από το γεγονός ότι , κατά τη γνώμη μου, τα καλύτερα κομμάτια του “Whispers of death” βρίσκονται στο δεύτερο μισό του. Ενδεικτικά αναφέρω τα “Bleed between the lines” (σαφής αναφορά στους SLAYER ο τίτλος), “Merry evenings make sad mournings” και κυρίως τα “Battle box” και “Ripper attack” που μάλλον είναι και τα αγαπημένα μου.
Είναι τέλειος ο δίσκος αυτός; Σαφώς και όχι, και αν θέλετε μειονέκτημα, μπορώ άνετα σας αναφέρω την ύπαρξη δύο παντελώς αχρείαστων instrumental που, για μένα τουλάχιστον, κόβουν απότομα τη ροή ακρόασης του δίσκου και σπάνε τη συνοχή του. Καταλαβαίνω την εμμονή των VINDICATOR με τα instrumental, (σε κάθε τους δίσκο έχουν από ένα έως τρία) αλλά προσωπικά θα προτιμούσα να μην υπάρχουν καθόλου. Επίσης ίσως (λέω, ΙΣΩΣ), θα έπρεπε η διάρκεια του δίσκου να είναι λίγο μικρότερη, και αυτό έρχεται σε συνάρτηση με αυτό που μόλις έγραψα πιο πριν. Λεπτομέρειες, θα πει κάποιος, που όμως προσωπικά με εμποδίζουν να δώσω το κάτι παραπάνω στο τελικό αποτέλεσμα.
Τέλος πάντων, εσείς κρατείστε αυτό που σας είπα στην αρχή, ότι δηλαδή μάλλον μιλάμε για το καλύτερο άλμπουμ των VINDICATOR, αφήστε εμένα να γκρινιάζω σαν γεροξεκούτης και κοπανηθείτε άφοβα!
(8/10)
Θοδωρής Κλώνης
EPs/LIVES/DEMOS & COMPILATIONS
Κάτι το μυστηριώδες μας έρχεται από την Ισπανία. Οι CRIMSONCOVEN είναι το νέο απόκτημα της Shadow Kingdom Records, που έχει αναλάβει να προωθήσει στο ευρύ κοινό το παρθενικό demo EP των Ισπανών, με τίτλο “0- TheGenesis”. Πού είναι όμως το μυστήριο; Ούτε από ποια περιοχή της Ισπανίας κατάγονται ξέρουμε, ούτε ποιοι είναι. Οι μόνες πληροφορίες που συνοδεύουν το demo, είναι πως ο J παίζει μπάσο, ο Τ τύμπανα, ο Μ με τον V κιθάρες και ένας άλλος J τραγουδάει, με μια φωνή που σε σημεία θυμίζει λίγο τον Biff των SAXON σε μεγάλη ηλικία, θα προσθέσω εγώ. Τώρα, είτε είναι βετεράνοι της Ιβηρικής σκηνής είτε νιούφηδες, η διαφορά μικρή.
“Spell-forged heavy metal” λένε πως παίζουν οι CRIMSON COVEN. Εγώ θα το περιέγραφα ως μια μίξη επικού heavy metal με εξίσου επικό doom metal, κάτι σαν τους GRAND MAGUS του “Triumph and power” με πινελιές από ύστερους MANILLA ROAD, δηλαδή. Ωραίες μελωδίες και αρμονίες έχουν, ο απαιτούμενος όγκος υπάρχει, η παραγωγή για demo είναι μια χαρά και τα τρία τραγούδια του μικρού αυτού δίσκου (“Crimson coven”, “The born of the serpents” και “Unleash the Kraken”), με κάνουν να πιστεύω πως υπάρχουν δυνατότητες και περιθώρια για να δούμε κάτι καλό από τους μυστηριώδεις Ισπανούς, στο μέλλον. Οπότε, αναμένουμε! Θα το βρεις σε βινύλιο ή digital μορφή. Για περισσότερα, τσέκαρε την επίσημη ιστοσελίδα του γκρουπ ή αυτήν της εταιρείας τους.
Δεν σε προσκαλούν κάθε μέρα μεγάλες και ιστορικές εγχώριες μπάντες στη προακρόαση του νέου τους πονήματος. Μια τέτοια μπάντα στο χώρο του progressive death metal είναι οι ACID DEATH. Ξεκίνησε το μακρινό 1989, με το πρωτόλειο death/thrash ύφος με τα τεχνικά ψήγματα (“Rotation of misery” demo – 1990, “Balance of power” mini-LP – 1992, “Apathy murders hope” single – 1993 και το split με τους Ισπανούς AVULSED “Misled”/Deformed beyond belief” – 1994), να δίνει τη θέση του στο πιο προοδευτικό death metal των “Pieces of mankind” (1997) και “Random’s manifest” (2000). Έπειτα διάλυση, γιατί κανένας δεν καταλάβαινε αυτό που ήθελαν να κάνουν οι ACID DEATH.
10 χρόνια αργότερα, επανασύνδεση, επιστροφή με το ΕΞΑΙΡΕΤΟ “Eidolon” (2012), με τη μπάντα να παίρνει την επάνοδο της στα σοβαρά. Έτσι, ακολούθησαν δύο ακόμα εξαίρετα άλμπουμ, το “Hall of mirrors” (2015) (την ημέρα που έγινε η προακρόαση γιόρταζε τη πρώτη του δεκαετία κιόλας) και το “Primal energies” (2019). Όντες μια μπάντα που πάντα “μιλούσαν” μουσικά όταν είχαν κάτι ουσιαστικό να πουν, πήραν το χρόνο τους (περισσότερα επ’ αυτού παρακάτω) και κάπως έτσι φτάνουμε στο “τώρα”, που θα βγάλουν στις 21 Νοεμβρίου το 6ο τους full-length με τίτλο “Evolution” από την 7hard.
Η μάζωξη στα Sierra Studios στο νούμερο 99 στην Λεωφόρο Μεσογείων ήταν μονόδρομος ως εκ τούτου. Ο δε γράφων, ανυπομονούσε για αυτή τη στιγμή. Στο χώρο των ιστορικών αυτών studio, πέρα από φωτογραφίες μεγάλων συνθετών στην είσοδο (Ντέμης Ρούσσος, Βαγγέλης Παπαθανασίου και πάει λέγοντας), μας καλωσόρισε η ίδια η μπάντα, αναλαμβάνοντας να μας εισάγει στο κόσμο του “Evolution”, δια στόματος των Σάββα Μπετίνη (μπάσο, φωνητικά) και Δημοσθένη Κωστόπουλου (κιθάρες, καθαρά φωνητικά). Πάμε να τα δούμε σε μέρη, γιατί έχει ΠΟΛΥ ζουμί.
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ – Η ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ
Καλωσορίζοντας μας, ο Σάββας, μας είπε πως η διαδικασία σύνθεσης του “Evolution” διήρκεσε δύο χρόνια γεμάτα, ενώ οι ηχογραφήσεις από τον Νοέμβριο 2024 ως τον Ιούνιο του 2025. Τα τύμπανα ηχογραφήθηκαν στα Sierra Studios από τον Αλέξανδρο Χρυσίδη ως μηχανικό ήχου, οι κιθάρες ηχογραφήθηκαν στα Symbolic Π studios από τον Κώστα Παπαδόπουλο ως μηχανικό ήχου και τέλος, φωνές και μπάσο στα προσωπικά τους studio S.I.A. Recordings με μηχανικούς ήχου τον Δημοσθένη και τον Σάββα. Ο δε Σάββας, ανέλαβε εν τέλει τη μίξη και το mastering του δίσκου.
Εξώφυλλο έτι μια φορά, όπως και για τα μεμονωμένα singles, από το έμπειρο χέρι του Γιάννη Νάκου (Remedy Art Design) ο οποίος έτι μια φορά, έδωσε τα ρέστα του! Το άλμπουμ θεωρείται concept, αναφορικά με την εξέλιξη της ανθρωπότητας. Ωστόσο, ακολουθεί μια διαφορετική προσέγγιση από το να λέει γραμμικά μια ιστορία. Αποτελείται από κομμάτια που εξετάζουν διαφορετικά σημεία στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, από διαφορετικές σκοπιές. Ιδιαιτερότητα επίσης του υλικού, πως τα μισά κομμάτια συνοδεύονται από κάποια εισαγωγή.
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ – Η ΠΡΟΑΚΡΟΑΣΗ
“Singularity”/2. ”Coded dominion”: Sci-fi intro με sample, ενώ η μπάντα ακούγεται στο βάθος όλο και εντονότερα. Πολύ ωραίο χτίσιμο για το κύριο κομμάτι. Ρυθμικό μπάσιμο με έντονο DESTRUCTION-meets-CORONER riffing, που καταλήγει σε ένα πολύ ωραίο και έξυπνα μελωδικό ρεφρέν. Ένα κομμάτι που αφορά την τεχνολογική εξέλιξη και το πόσο ανήμπορος αισθάνεται ο άνθρωπος μπροστά σε αυτό που δημιούργησε.
3. ”The rise of salvation”: Fade in με τύμπανα και death metal ορυμαγδός, μέχρι το ρεφρέν που μου θύμισε μέχρι και CARCASS του “Heartwork”. Τύμπανα, τα οποία είναι εξαιρετικά και οδηγούν το κομμάτι αυτό παίζοντας με τις δυναμικές. Εδώ, έχουμε το θέμα της θρησκευτικής εξέλιξης, ενώ τίθεται το ερώτημα της πραγματικής φώτισης ή μη μέσω της πίστης.
4. ”Γένεσις”/5. “Flesh dancing in the fire”: Το πρώτο κλάμα ενός βρέφους, σαν εισαγωγή με τελετουργική ατμόσφαιρα, σε ένα κομμάτι που πραγματεύεται τη γέννηση του ανθρώπου και τις γύρω από αυτό προσδοκίες και συγκρούσεις. Οι DEATH (μετά το “Human”) κάνουν την εμφάνιση τους εντονότερα, όπως επίσης οι CYNIC αλλά και οι IN FLAMES του “The jester race”.
6. “The gateway to knowledge” (feat Kelly Shaefer & James Murphy): Το πρώτο single, με τους δύο death metal θρύλους, όχι απλά να είναι ένα selling point, μα πραγματικά να προσθέτουν αυτό που χρειαζόταν ο καθένας από το ποστο του. Ρυθμικό, στακάτο, σκοτεινό και περιπετειώδες σαν σύνθεση. Στιχουργικά, θίγεται το θέμα της γνώσης και πως περνάς από την άγνοια στη γνώση.
7. “Humanity”/8. “Shadows of our despair”: Ένα κομμάτι για τη καταστροφή της ανθρωπότητας, προλογισμένο από μια εισαγωγή που μαρτυρά χάος και πανικό, ακολουθούμενη από ένα κομμάτι σκέτος death metal ΌΛΕΘΡΟΣ. Το πιο λυσσασμένο κομμάτι του δίσκου με διαφορά, ενώ διακριτικές πλάτες κάνουν τα καθαρά φωνητικά στο ρεφρέν, εμπλουτίζοντας το σημαντικά.
9. “Fallen empires”: Η συντροφικότητα, η αλληλεγγύη και οι αυτοκρατορίες που χτίζει ο καθένας μας, συχνά και πάνω επί πτωμάτων. Κάποια στιγμή, οι αυτοκρατορίες αυτές καταρρέουν. Ένα μπάσιμο που μου θύμισε METALLICA/SLAYER, με στακάτο riffing, σκοτεινό και παιχνιδιάρικο από πλευράς τυμπάνων κομμάτι, ενώ το μπάσο, προσφέρει προς το τέλος πολύ ωραίες πινελιές.
10. “Babel” /11. “(Walking) the path to certainty”: Ένα ατμοσφαιρικό intro, ταιριαστό σαν τίτλος με τη θεματική του κυρίως κομματιού, αναφορικά με τον ανθρώπινο πολιτισμό στα χέρια των δημιουργών του και την ακατάσχετη φλυαρία επί παντός επιστητού. Μουσικά, τρομερή εισαγωγή με τύμπανα σε ένα κομμάτι στακάτο μεν, φουλ ατμοσφαιρικό και διαφορετικό σε σχέση με τον υπόλοιπο δίσκο. Το δε ρεφρέν μου θύμισε τους ROTTING CHRIST του ”A dead poem”.
12. “Forging the chains”: Φτάσαμε στο μεγάλο φινάλε του δίσκου, το κομμάτι που πραγματεύεται την οικονομική ευημερία, τον πόλεμο και την ειρήνη σε σχέση με αυτή. Στη μέση όλων αυτών, οι μάζες που αισθάνονται αβεβαιότητα και φυλακίζονται στο ίδιο τους το μυαλό. Από μουσικής άποψης, ένα ατόφιο death metal μπάσιμο, δίνει τη θέση του σε μια thrash-αριστή γκρουβα με μια πινελιά μελωδίας. Το ρεφρέν μου θύμισε και λίγο NILE. Ιδανική σύνθεση για κλείσιμο του δίσκου.
ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ – Η ΕΤΥΜΗΓΟΡΙΑ
Εδώ είναι που λέμε ότι είναι δύσκολο να βγάλεις πόρισμα από μια και μόνο ακρόαση για ένα πολύπλευρο δισκογραφικό πόνημα. Εν μέρει σωστό. Μια πρώτη ακρόαση, πρέπει να σε καθοδηγεί αναφορικά θα πρέπει να υπάρξουν επόμενες που θα σου επιτρέψουν να εμβαθύνεις.
Το ”Evolution” των ACID DEATH, είναι ένας δίσκος που σε πιάνει από το λαιμό στη πρώτη ακρόαση με την άκρως επιθετική φύση του, αλλά παράλληλα, επειδή είναι πολυδιάστατος, σου κλείνει το μάτι για τις επόμενες ακροάσεις που συνοδεία στίχων θα σε ανταμείψουν πλουσιοπάροχα τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά. Κυκλοφορία σπουδαία από μια μπάντα κόσμημα.
Ως Rock Hard να ευχηθούμε καλοτάξιδο, ως Γιάννης ανυπομονώ για τη φυσική κόπια!
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Ten thousand fists” – DISTURBED ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005 ΕΤΑΙΡΙΑ: Reprise Records ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Johnny K ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – David Draiman
Κιθάρα – Dan Donegan
Μπάσο – John Moyer
Τύμπανα – Mike Wengren
Πριν 20 χρόνια τέτοιες μέρες, το μακρινό 2005, οι DISTURBED κυκλοφόρησαν το τρίτο τους άλμπουμ “Ten thousand fists” που τους καθιέρωσε οριστικά ως μια από τις μεγαλύτερες δυνάμεις της παγκόσμιας metal σκηνής και του σύγχρονου ήχου εν γένει. Σήμερα, δύο δεκαετίες μετά, το άλμπουμ αυτό εξακολουθεί να αποτελεί σημείο αναφοράς της σκηνής ως ένα από τα σπουδαιότερα metal άλμπουμ της δεκαετίας του 2000. Και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, αφού πρόκειται για ένα δίσκο που συμπυκνώνει στο μέγιστο βαθμό όλα τα χαρακτηριστικά των DISTURBED: αιχμηρά riffs, δυνατά ρυθμικά μέρη, ογκώδη ήχο και ωραίες μελωδίες που μένουν ανεξίτηλες.
Να θυμηθούμε στο σημείο αυτό ότι πριν το “Ten Thousand Fists” το σχήμα ήδη είχε ανέλθει εμπορικά με τα “The Sickness” (2000) και “Believe” (2002), όμως εδώ έχουμε μια σαφή εξέλιξη στον ήχο τους: πιο βαριές κιθάρες και γενικά πιο μεστή κιθαριστική δουλειά, πιο ώριμες συνθέσεις, μηνύματα που έδεναν με την νέα γενιά της εποχής και έξυπνο marketing που αποτυπωνόταν τόσο στον τίτλο του άλμπουμ όσο και στο αντίστοιχο εξώφυλλο, μια εικόνα χιλιάδων γροθιών υψωμένων στον αέρα, ένα ίσως από τα πιο αναγνωρίσιμα εξώφυλλα δίσκων των τελευταίων δεκαετιών.
Το ομώνυμο κομμάτι, “Ten Thousand Fists”, έγινε αμέσως ύμνος στις περιοδείες τους, το “Stricken” ξεχώρισε αμέσως με τον χαρακτηριστικό συνδυασμό μελωδίας και επιθετικών riffs, ενώ τραγούδια όπως το “Just stop” ή το “Guarded” δίνουν διαχρονικό βάθος στον δίσκο με φοβερά riffs, δυναμικές μελωδίες, ένταση, όγκο και τραχύτητα. Η διασκευή σε GENESIS (“Land of Confusion”) πετυχαίνει τον σκοπό για τον οποίο μπήκε στο άλμπουμ δίνοντας μια ακόμη επιπλέον δόση διαχρονικότητας και αίσθησης «κλασικού» (σημείωση: πόσες μπάντες έχει επηρεάσει ο μεγάλος Phil Collins)
Δύο δεκαετίες μετά, το “Ten thousand fists” εξακολουθεί να ακούγεται συναρπαστικό, φρέσκο, μοντέρνο -ένδειξη πόσο δεν έχει βγει κάτι πραγματικά μοντέρνο εδώ και πολλά χρόνια στη σκηνή-, είναι ένας δίσκος που θα μπορούσε να έχει κυκλοφορήσει χθες και να θεωρείται και πάλι κλασικός. Η περίπτωση των DISTURBED μου θυμίζει πάντα την αντίστοιχη των AVENGED SEVENFOLD που πρόσφατα είδαμε στη χώρα μας: παρότι έχουν σηκώσει στους ώμους τους όλη τη metal σκηνή φέρνοντας νέο κόσμο ως ακροατές και οπαδούς, ειδικά στη χώρα μας ένα μέρος του metal κοινού προτιμά να τους σνομπάρει επειδή ακριβώς απολαμβάνουν διεθνώς μεγάλη επιτυχία. Για την επιτυχία, την διαχρονικότητα, την εμπορική επιτυχία και την σημασία των DISTURBED δεν χρειάζεται να μιλήσουμε εδώ, είναι ένα σχήμα που είτε σου αρέσει είτε όχι δεν μπορείς να μην τους παραδεχτείς. Ας αναρωτηθούμε μόνο πόσα συγκροτήματα του σκληρού ήχου έχουν υποψηφιότητες ή βραβεύσεις σε Billboard, Grammy, Loudwire κλπ.
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Have a nice day” – BON JOVI ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005 ΕΤΑΙΡΙΑ: Island / Mercury ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: John Shanks, Jon Bon Jovi, Richie Sambora, Rick Parashar, Desmond Child ΣΥΝΘΕΣΗ:
Jon Bon Jovi – φωνητικά
Richie Sambora – κιθάρες, backing vocals
David Bryan – πλήκτρα
Tico Torres – ντραμς
Hugh McDonald – μπάσο
Το “Have a nice day” των BON JOVI κυκλοφόρησε το 2005 και βρήκε τη μπάντα σε μια περίοδο που έπρεπε να επανατοποθετηθεί στον μουσικό χάρτη. Δεν ήταν κάτι άλλωστε που δεν είχαν κάνει ξανά στο παρελθόν και κάθε φορά το έκαναν με επιτυχία θαυμαστή. Από τον ήχο των δύο πρώτων άλμπουμ στο “Slippery when wet” και στο “New Jersey”, ύστερα στα “Keep the faith” και “These days” και από εκεί στο “Crush” και το κακό “Bounce” οι BON JOVI άλλαζαν. Μετά την επιτυχία του “Crush” το 2000, που τους έφερε ξανά στο προσκήνιο με τα τεράστια hit “It’s My Life” και “One wild night” και το πιο σκοτεινό αλλά πολύ άνισο “Bounce” του 2002, οι BON JOVI είχαν δείξει πως θα προσπαθούσαν να προσαρμοστούν εκ νέου στη νέα χιλιετία.
Ωστόσο, το υλικό που είχαν γράψει για έναν νέο δίσκο το 2004 δεν τους ικανοποίησε κι έτσι ο Jon Bon Jovi και ο Richie Sambora ξαναμπήκαν στο στούντιο για να δουλέψουν από την αρχή. Στόχος τους ήταν να βρουν έναν ήχο πιο σύγχρονο, που να ταιριάζει στην εποχή αλλά να έχει και βάση στο περιελθόν τους. Αυτά βέβαια δεν είναι εύκολα πράγματα, ειδικά εάν στο παρελθόν το έχεις κάνει τρεις φορές με επιτυχία! Πόσες φορές θα αλλάξεις ήχο και στυλ και θα κρατήσεις την βάση των οπαδών σου; Με το “Have a nice day” ήρθαν οι κιθάρες πιο μπροστά, με έναν πιο εναλλακτικό και μοντέρνο ήχο βέβαια, αλλά για πρώτη φορά είχαμε και σύγχρονες ξεκάθαρες country επιρροές σε αρκετά σημεία. Επίσης αν και θεωρώ αυτό εδώ το τελευταίο τους πραγματικά αξιόλογο άλμπουμ, θα διαφωνήσω με την επιμονή τους σε αρκετές mid-tempo στιγμές σε σχέση με τα πιο κεφάτα τραγούδια τους.
Ο δίσκος ξεκίνησε με το δυναμικό και πολύ όμορφο “Have a nice day”, ένα τραγούδι που δεν είναι απλώς μια ευχή, αλλά ουσιαστικά μια σθεναρή δήλωση αντίστασης απέναντι σε όσους μας υποτιμούν. Το κομμάτι έγινε σύνθημα για το συγκρότημα τη δεκαετία εκείνη, αλλά παραδόξως απέτυχε ως single στην Αμερική φτάνοντας μόνο μέχρι το νο53, κάτι που για αυτή τη μπάντα δεν το λες και επιτυχία. Στο “Welcome to wherever you are” οι BON JOVI στράφηκαν σε μια μπαλάντα με έντονο κοινωνικό μήνυμα, αρκετά πιο μακριά από τον κλασικό ήχο τους θα έλεγα, αλλά το single δεν είχε την ανταπόκριση που περίμεναν προς μεγάλη τους απογοήτευση. Για την ακρίβεια, απέτυχε παταγωδώς!
Το μεγαλύτερο hit του άλμπουμ ήταν το όμορφο “Who says you can’t go home”, το οποίο στην country εκδοχή με την Jennifer Nettles των SUGARLAND, γνώρισε απρόσμενη επιτυχία, φτάνοντας στο νο1 των country charts – κάτι ανήκουστο για ροκ μπάντα – και μάλιστα χάρισε στους BON JOVI το πρώτο τους Grammy. Το ίδιο τραγούδι στην κανονική του έκδοση έφτασε μέχρι το νο23 στα singles του Billboard. Άλλα τραγούδια, όπως το πολύ καλό και δυναμικό “Last man standing” με την κριτική του στη μουσική βιομηχανία, το “Story of my life”, I wanna be loved”,“Last cigarette” το “Complicated”, δείχνουν την ορθολογική προσπάθεια του συγκροτήματος να ισορροπήσει ανάμεσα στο κλασικό stadium rock και σε πιο μοντέρνες επιρροές. Ένα σύνολο καλών τραγουδιών που τιμούν το παρελθόν και το όνομα της μπάντας. Τα “Bells of freedom”, “Wildflower”, “I am”, “Novocaine” πέρασαν δικαιολογημένα απαρατήρητα, αφού μοιάζουν με fillers.
Την παραγωγή ανέλαβε ο John Shanks (σήμερα κιθαρίστας τους), γνωστός από συνεργασίες με καλλιτέχνες όπως η Michelle Branch, VAN HALEN, Stevie Nicks, TAKE THAT, Sheryl Crow, Melissa Etheridge κ.α. Ήταν η πρώτη φορά που δούλεψε με τον Jon Bon Jovi και το αποτέλεσμα ήταν τόσο ικανοποιητικό για αυτούς ώστε να συνεχίσουν μαζί και στα επόμενα άλμπουμ, όπου το αποτέλεσμα όμως πλέον δεν ήταν ικανοποιητικό για εμάς όμως. Ο ήχος του “Have a nice day” είναι καθαρός, ραδιοφωνικός, με έμφαση στις κιθάρες και τα ρεφρέν, ενώ προσπαθεί να διατηρήσει μια ισορροπία ανάμεσα στη φρεσκάδα και την λάμψη του παρελθόντος και σε πιο μοντέρνα στοιχεία που έφερναν τη μπάντα πιο κοντά στο ρεύμα της εποχής των 00s.
Παρά την αποτυχία των singles η επιτυχία του άλμπουμ ήταν σε μεγάλο βαθμό ικανοποιητική. Έφτασε στο νο.2 του αμερικανικού Billboard 200 και στο νο.1 σε πολλές χώρες, ανάμεσά τους η Αγγλία, η Γερμανία, η Ιαπωνία και ο Καναδάς, ενώ στην χώρα μας έγινε χρυσό με πάνω από 10.000 άλμπουμ σε πωλήσεις. Μέχρι σήμερα έχει πουλήσει περίπου επτά εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως, κάτι αξιοσημείωτο για το 2005, μια εποχή που η δισκογραφία βίωνε έντονα την κρίση λόγω των downloads.
Σημαντικό ρόλο στην επιτυχία έπαιξε και η περιοδεία που ακολούθησε, από τον Νοέμβριο του 2005 έως τον Ιούλιο του 2006. Ήταν μια από τις πιο πετυχημένες περιοδείες της χρονιάς, με τεράστια στάδια γεμάτα, ειδικά στην Ευρώπη και την Ιαπωνία, αποδεικνύοντας ότι οι BON JOVI συνέχιζαν να είναι ένα από τα μεγαλύτερα live σχήματα του κόσμου. Στην Αμερική το κοινό τους ήταν πια πιο ώριμο ηλικιακά, αλλά εξακολουθούσε να τους στηρίζει φανατικά, ενώ το country single τους έφερε και νέους ακροατές από άλλο χώρο, οδηγώντας τους στο να κυκλοφορήσουν το ανεκδιήγητο “Lost haighway”. Ο Τύπος όμως ήταν διχασμένος. Κάποιοι κριτικοί είδαν το άλμπουμ σαν ένα βήμα μπροστά, που απέδειξε ότι το συγκρότημα μπορούσε να προσαρμοστεί για ακόμα φορά στις απαιτήσεις της εποχής και να παραμείνει επίκαιρο. Άλλοι το κατηγόρησαν για υπερβολικά γυαλισμένη παραγωγή (λες και δεν ήταν τέλειες όλες οι προηγούμενες) και για έλλειψη της αυθεντικότητας που χαρακτήριζε τα πρώτα τους χρόνια. Παρόλα αυτά, το κοινό έδειξε να το αγκαλιάζει, οι πωλήσεις το απέδειξαν, αλλά και η περιοδεία που ακολούθησε.
Η πορεία της μπάντας πριν το άλμπουμ είχε ήδη δείξει ότι μπορούσαν να αντέξουν σε δύσκολες εποχές. Το “Have a nice day” όμως άνοιξε νέους δρόμους, αφού έφερε τους BON JOVI πιο κοντά στη country μουσική και στο αμερικανικό mainstream των 00s γενικότερα, κάτι που φάνηκε με το “Lost highway” το 2007, το οποίο ήταν και είναι κάτι εντελώς ξένο όμως προς την μπάντα. Από εκεί και πέρα, το συγκρότημα συνέχισε την δισκογραφία του με έναν ήχο πιο σκοτεινό, πιο άνευρο, πιο mid-tempo και με πολύ λιγότερο από τον αγαπημένο μας λαμπερό hard rock χαρακτήρα τους δυστυχώς. Για εμένα τα επόμενα χρόνια έγιναν πλήρως αδιάφοροι.
Α… Υπάρχει ένα τραγούδι των BON JOVI όπου ένας ΓΙΓΑΝΤΑΣ παίζει μπουζούκι! Βρείτε ποιο! Άντε να σας βοηθήσω, σε αυτό εδώ το άλμπουμ.
Υπάρχουν μπάντες που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Οι PRIMORDIAL είναι μία από αυτές. Με συνέπεια που σπάνια συναντά κανείς, με καλλιτεχνική ακεραιότητα και άσβεστο πάθος, οι Ιρλανδοί έχουν χτίσει έναν μύθο γύρω από το όνομά τους. Η αρχή όμως της μαγικής τους πορείας έγινε τριάντα χρόνια πριν, με το “Imrama”, ένα άλμπουμ που – παρά τη διαχρονική του αξία – συχνά μένει στη σκιά των μετέπειτα ογκόλιθων που κυκλοφόρησε η μπάντα.
Το “Imrama” παραμένει μέχρι σήμερα η πιο black στιγμή των PRIMORDIAL. Είναι ένας δίσκος ωμός, τραχύς και βαρύς, με έντονα επικό και παγανιστικό χαρακτήρα. Σε διαφορετικό μοτίβο από λοιπούς Νορβηγούς “συναδέρφους” τους, αλλά εξίσου εμπνευσμένο από τα πεπραγμένα του Quorthon, οι πρωτευουσιάνοι από το Δουβλίνο, διαμορφώνουν ένα ξεχωριστό αμάλγαμα σκοτεινών μελωδιών, doom ατμόσφαιρας, μελωδικών περασμάτων και folk στοιχείων.
Ο ήχος του δίσκου μπορεί να μην αβαντάρει ιδιαίτερα το υλικό του ντεμπούτου των Ιρλανδών, αλλά τουλάχιστον δίνει τη δυνατότητα στον ακροατή να ακούσει καθαρά και να ξεχωρίζει το κάθε όργανο από το άλλο. Στα φωνητικά, ο Alan Averill (Nemtheanga) εμφανίζεται πιο κοντά στο κλασικό black metal ύφος, με κραυγές, αρκετά μακριά από το θεατρικό του στυλ που τον καθιέρωσε στις συνειδήσεις μας. Ακούγεται όμως εξίσου καθηλωτικός και απολαυστικός.
Τρεις δεκαετίες μετά, το “Imrama” ακούγεται σαν ένα ντεμπούτο που μαρτυρά ότι εδώ κάτι ξεχωριστό γεννήθηκε. Oι PRIMORDIAL μπορεί να μην υπήρξαν ποτέ μια black metal μπάντα, με τη στενή έννοια του όρου, όμως εδώ βρίσκονται όσο πιο κοντά μπορούσαν σε αυτόν τον ήχο.
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Nola” – DOWN ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1995 ΕΤΑΙΡΙΑ: Elektra ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Matt Thomas / DOWN ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Phil Anselmo
Κιθάρες – Pepper Keenan
Κιθάρες – Kirk Windstein
Μπάσο – Todd Strange
Τύμπανα – Jimmy Bower
Θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε αυτή την ιστορία λέγοντας πως πέντε φίλοι από τη Νέα Ορλεάνη, με κοινή αγάπη για τους BLACK SABBATH, SAINT VITUS και TROUBLE, αποφάσισαν στις αρχές του 1992 να τζαμάρουν μεταξύ τους. Πόσο πιο ενδιαφέρουσα γίνεται όμως αυτή η ιστορία, όταν αποκαλύπτεται πως αυτοί οι τύποι ήταν ο Phil Anselmo, τραγουδιστής των PANTERA, ο Pepper Keenan, τραγουδιστής/κιθαρίστας των CORROSION OF CONFORMITY, οι Kirk Windstein και Todd Strange, κιθαρίστας/τραγουδιστής και μπασίστας αντίστοιχα των CROWBAR και ο Jim Bower, drummer των EYEHATEGOD.
Η γνωριμία τους πάει αρκετά χρόνια πίσω, τότε που σύχναζαν όλοι στις punk και metal συναυλίες της Νέας Ορλεάνης. Ένα μικρό σινεμά, κοντά στο σπίτι του Phil Anselmo, πρόβαλλε κάθε Πέμπτη ταινίες με εισιτήριο ένα δολάριο και για τη σκηνή της πόλης αυτό είχε σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα. Λίγο πιο πέρα υπήρχε ένα μαγαζί που σέρβιρε παγωμένα daiquiri, κι έτσι οι μουσικοί της περιοχής έπιναν πρώτα το ποτό τους και μετά πήγαιναν σινεμά. Ο Anselmo και οι υπόλοιποι έβλεπαν ο ένας τον άλλον σχεδόν κάθε εβδομάδα για έναν ολόκληρο χρόνο. Τους ένωνε η κοινή αγάπη για τις ίδιες μπάντες, οι ίδιες επιρροές, το ίδιο πάθος για τη μουσική και στα διαλείμματα από τις υποχρεώσεις με τα βασικά τους σχήματα, κυρίως γύρω στις γιορτές όπως τα Χριστούγεννα, έβρισκαν την ευκαιρία να συναντηθούν και να γράψουν τραγούδια.
Περίπου την περίοδο που στη Νέα Ορλεάνη εορταζόταν το Mardi Gras, η πολύχρωμη και εκρηκτική περίοδος γιορτών που ξεκινά την Ημέρα των Θεοφανίων και κορυφώνεται την τελευταία εβδομάδα πριν από τη Λιπαρή Τρίτη, με καρναβάλια και παρελάσεις, οι Windstein, Bower και Strange τσιμπάνε τους Anselmo και Keenan κατευθείαν από το αεροδρόμιο, φέρνοντάς τους από το Τέξας και τη Βόρεια Καρολίνα αντίστοιχα. Εφοδιασμένοι με μπύρες, κλείνονται στο γκαράζ του φίλου τους Mike Savoie, ο οποίος είχε ήδη στημένο εξοπλισμό, και μέσα σε μία μόνο μέρα συνθέτουν και ηχογραφούν τα “Temptation’s Wings”, “Losing All” και “Bury Me in Smoke”, τον Ιανουάριο του 1992. Το συγκρότημα βαφτίζεται DOWN, ένα όνομα που προέκυψε σχεδόν αυθόρμητα, καθώς ο Anselmo είχε στο μυαλό του μουσική αργού ρυθμού, βαριά, σκοτεινή, με υποτονικό τέμπο. Αρχικά σκέφτηκε το όνομα Down Syndrome, αλλά αυτό απορρίφθηκε αμέσως για ευνόητους λόγους.
Καθώς όμως οι υποχρεώσεις με τις βασικές τους μπάντες άρχισαν να αυξάνονται, οι DOWN μπήκαν προσωρινά στον πάγο. Το αρχικό demo έγινε γρήγορα γνωστό, παρόλο που τότε δεν υπήρχε internet ή social media. Οι DOWN μοιράζονταν τις κασέτες χέρι με χέρι, χωρίς να αποκαλύπτουν ποιοι ήταν — μόνο με ένα πρόχειρο λογότυπο που είχε φτιάξει ο Pepper Keenan. Η ιδέα ήταν να μιλήσει η μουσική από μόνη της, και ενθάρρυναν τον κόσμο να τις αντιγράφει και να τις διαδίδει. Έτσι, η φήμη τους εξαπλώθηκε αθόρυβα.
Σε περιοδείες με τις βασικές τους μπάντες, μοιράζονταν τις κασέτες με φίλους, λέγοντας πως πρόκειται για μια καινούργια μπάντα που αξίζει να ακούσεις. Ο Phil Anselmo, για παράδειγμα, έδωσε το demo στον Chuck Billy των TESTAMENT όταν έπαιζαν μαζί στο Monsters Of Rock στις 12 Σεπτεμβρίου 1992 στην Ιταλία. Ο Chuck ενθουσιάστηκε χωρίς να καταλάβει ποιος ήταν ο τραγουδιστής, αφού η φωνή του Phil ήταν πολύ διαφορετική από το στιλ των PANTERA. Μια ακόμα χαρακτηριστική στιγμή ήταν όταν ο Pepper Keenan, περιοδεύοντας στη Σουηδία, τον πλησίασε κάποιος που τον ρώτησε αν είχε ακούσει αυτή τη νέα μπάντα, τους DOWN. Σε μια άλλη εμφάνιση των C.O.C. στην Πορτογαλία, ένας fan σήκωσε πανό που έγραφε: «DOWN, I know who you are!».
Έχοντας πλέον υλικό για έναν ολοκληρωμένο δίσκο, οι DOWN πραγματοποιούν μία από τις ελάχιστες ζωντανές εμφανίσεις τους στη Νέα Ορλεάνη. Η δεύτερη από αυτές, στις 27 Αυγούστου 1993, ως support στους RAWG (ουσιαστικά οι GWAR χωρίς τα κοστούμια τους), βιντεοσκοπείται, με αποτέλεσμα να αποκαλυφθεί η ταυτότητα της μπάντας. Από εκεί και πέρα, η φήμη τους αρχίζει να μεγαλώνει, μέχρι που η Elektra τους προσεγγίζει και έτσι, στις 24 Αυγούστου, μπαίνουν στα Ultrasonic Studios για την ηχογράφηση του πρώτου τους άλμπουμ, που ολοκληρώνουν στις 22 Ιανουαρίου 1995.
Για τους DOWN, το πιο σημαντικό ήταν να φτιάξουν έναν δίσκο που να τους εκφράζει απόλυτα, κάτι που θα γούσταραν να ακούν σαν απλοί ακροατές, όχι μόνο ως μέλη της μπάντας. Το αποτέλεσμα ήταν το NOLA, ένας δίσκος που έμελλε να γίνει ορόσημο του southern swamp ήχου και να ενώσει τις διαφορετικές επιρροές των μελών του με έναν τρόπο που φαινόταν αυθόρμητος, σχεδόν αναπόφευκτος. Ο ήχος της Νέας Ορλεάνης, όπως αφήνεται να εννοηθεί και στον τίτλο-ακρωνύμιο του New Orleans, Louisiana, αναδύεται μέσα από τα αυλάκια ενός εκπληκτικού δίσκου και των αστικών μύθων της περιοχής. Το οπισθόφυλλο με τον Χριστό να έχει τσιγαριλίκι στο στόμα είναι χαρακτηριστικό του τι πρόκειται να ακούσει κανείς: ψυχεδέλεια, doom, southern groove και απόκοσμη blues διάθεση, με τη μουσική να σε «φτιάχνει» είτε με τις πιο ήπιες στιγμές όπως το “Pray for the Locust” — σύνθεση του Anselmo από τον Οκτώβριο του ’90 — που θυμίζει τα χαρακτηριστικά ιντερλούδια του Tony Iommi στα πρώτα κλασικά άλμπουμ των BLACK SABBATH και του “Jail”, είτε με το groove του “Lifer”, είτε με τις LYNYRD SKYNYRD αρμονίες του “Stone the crow” και φυσικά, με το μεγαλειώδες κλείσιμο του “Bury me in smoke” — το δικό τους “Free Bird” που έμελλε να γίνει το απόλυτο φινάλε στις ζωντανές τους εμφανίσεις.
Πρόκειται για μια καταβύθιση στο βάλτο της Νέας Ορλεάνης, στους θρύλους της, στην παρακμή της και στις παλιομοδίτικες southern παραδόσεις. Οι DOWN δεν ήθελαν να ακολουθήσουν καμία τάση. Ήθελαν να τιμήσουν το παρελθόν, να γίνουν το ηχητικό αντίστοιχο των METERS, των NEVILLE BROTHERS και του Dr. John, ανακατεμένο με Sabbath-ική πίσσα και heavy metal νεύρο. Ένα project πριν καν γίνουν μόδα τα “supergroups”, πριν οι BLACK SABBATH επιστρέψουν με τον Ozzy και πριν το doom αποκτήσει την εμπορική βαρύτητα που έχει σήμερα, μιας και τα μέλη των DOWN αναφέρονταν αρκετά συχνά στις συνεντεύξεις τους αλλά και επί σκηνής στην αγάπη τους και την επιρροή που έχουν ασκήσει πάνω τους συγκροτήματα όπως οι WITCHFINDER GENERAL, WITCHCRAFT, THE OBSESSED, SAINT VITUS, TROUBLE κ.ά.
Στις μόλις δεκατρείς εμφανίσεις τους, οι DOWN κατάφεραν να πουλήσουν πάνω από 500.000 αντίτυπα του NOLA και, σαν να μη συνέβη τίποτα, τα μέλη τους επέστρεψαν στις κανονικές τους μπάντες. Παρόλα αυτά, ο κόσμος δεν τους ξέχασε και το άλμπουμ πιστοποιήθηκε πλατινένιο από την RIAA στις 12 Ιουνίου 2006, σηματοδοτώντας την πώληση ενός εκατομμυρίου αντιτύπων στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η διαρκής αυτή επιτυχία δείχνει πόσο αγαπήθηκε το NOLA, παρά την περιορισμένη προώθηση και τις λίγες ζωντανές εμφανίσεις της μπάντας. Μετά από αυτή την αποδοχή, οι DOWN επέστρεψαν επτά χρόνια αργότερα με το “II: A bustle in your hedgerow”, επιβεβαιώνοντας τη θέση τους στη σκηνή.
Did you know that:
Ο Todd Strange αρχικά αναφέρεται ως μπασίστας στο “NOLA”, ωστόσο αργότερα επιβεβαιώθηκε ότι την τελική ηχογράφηση του μπάσου έκανε ο Kirk Windstein.
Το άλμπουμ κυκλοφόρησε στις 19 Σεπτεμβρίου 1995, ημερομηνία που συνέπιπτε με τα 27α γενέθλια του Jimmy Bower.
Ο αρχικός τίτλος του “Pillars of eternity” ήταν “Mother Earth”, ενώ και το “Hail the leaf είχε αρχικά ονομαστεί “Pillars of eternity”.
Στο “Jail” συμμετέχουν ως καλεσμένοι ο Sid Montz (CROWBAR, SOUTHERN ISOLATION) στα κρουστά και ο Ross Karpelman (THE MYSTICK KREWE OF CLEARLIGHT) στα πλήκτρα. Ο Joe LaCaze (EYEHATEGOD, THE MYSTICK KREWE OF CLEARLIGHT, OUTLAW ORDER) συμμετέχει με “water pipe” και κρουστά, ενώ ο Todd Strange είναι αυτός που σφυρίζει στο “Lifer”.
Στις συναυλίες που έδωσαν το 1995, οι DOWN διασκεύαζαν το “Ice Monkey” των SAINT VITUS. Από τους στίχους αυτού του κομματιού εμπνεύστηκαν και τον τίτλο του “Temptation’s wings”. Επιπλέον, στις ζωντανές τους εμφανίσεις συμπεριλάμβαναν αποσπάσματα από το “Bridge of Sighs” του Robin Trower, καθώς και από τα “Hand of doom” και “Symptom of the universe” των BLACK SABBATH.
Ο Mike Savoie, που παραχώρησε το γκαράζ του για να τζαμάρουν και να συνθέσουν τα πρώτα τους τραγούδια οι DOWN, έπαιζε το 1988 μαζί με τον Kirk Windstein στους SHELL SHOCK, πριν από τη δημιουργία των CROWBAR το 1990. Μετά την αποχώρησή του από τη μουσική, στράφηκε στον κινηματογράφο και έγινε σκηνοθέτης μουσικών βίντεο για μπάντες όπως οι CROWBAR (“All I had (I gave)”), PANTERA (“Drag the waters”) και φυσικά το “Stone the crow” των DOWN.
Τον Αύγουστο του 2020, οι DOWN γιόρτασαν την 25η επέτειο του NOLA με ένα ειδικό live streaming event. Ονομάστηκε “The quarter century throwdown” και αποτέλεσε μια υψηλής παραγωγής, πολυκάμερη συναυλία, αξιοποιώντας προηγμένη τεχνολογία μετάδοσης για μια μοναδική εμπειρία παρακολούθησης.
“O θρίαμβος της καθημερινής νίκης έναντι όλων αυτών που σε σκοτώνουν”
Οι συστάσεις είναι περιττές για τους βετεράνους του ελληνικού Heavy Metal, REFLECTION. Μετά από 8 χρόνια ξεθηκαρώνουν τις λεπίδες τους και μας επιτίθενται με έναν καταιγιστικό δίσκο ο οποίος έχει προκαλέσει αίσθηση στους οπαδούς του παραδοσιακού ήχου τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. Το Rock Hard μίλησε με τον κιθαρίστα παραγωγό και βασικό συνθέτη της μπάντας Στάθη Παυλάντη για το πως “σφυρηλατήθηκε” το “The battles I have won“. Σηκώστε τις ασπίδες σας γιατί μόνο οι δυνατοί θα επιβιώσουν.
Στάθη, ακόμα μαζεύουμε με το κουταλάκι τα μυαλά μας μετά το νέο σας δίσκο. “The battles I have won” λοιπόν. Ένας τίτλος με πολύ νόημα κατά την άποψή μου για ένα συγκρότημα – εργάτη, από τα 90s ακόμα, που έρχεται να κάνει ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του σε μια εποχή που το ιδίωμα γνωρίζει άνθιση. Ποιο είναι το στίγμα που θέλατε να δώσετε με αυτή τη φράση; Σε ευχαριστούμε πάρα πολύ! Είναι για τις καθημερινές μεγάλες αλλά και μικρές μάχες που δίνει ο καθένας καθημερινά, οι οποίες είναι αφανείς στον υπόλοιπο κόσμο, αλλά ζήτημα ζωής και θανάτου πολλές φορές για τον ίδιο. Μάχη για επιβίωση, για τη ζωή των γονιών του, για τη δουλειά του, για την υγεία του, για τον “Άρτο τον Επιούσιο”, για την κατάθλιψη που παλεύει, για τους Δαίμονες που τον βασανίζουν, για το σπίτι του που το παίρνει η τράπεζα, για την επιμέλεια των παιδιών του στο δικαστήριο, για για για για…Είναι για τον θρίαμβο της καθημερινής νίκης έναντι όλων αυτών που σε σκοτώνουν, αλλά δεν τα παρατάς…Σκύβεις το κεφάλι, υψώνεις τη γροθιά σου και κερδίζεις…Κάθε μέρα και από λίγο…Ή και χάνεις…Αλλά ξανασηκώνεσαι και συνεχίζεις…Είναι το πεπρωμένο του ανθρώπου από τη φτιάξη του…
Η φωνή του Κώστα Τόκα ταιριάζει απολύτως με το νέο υλικό. Δίνει ένα λυρισμό και βάζει πιο έντονα το “epic” στο metal των REFLECTION. Θα θέλαμε να μάθουμε όλα τα μυστικά αυτής της συνεργασίας. Με τον Κώστα γνωριζόμαστε καμιά 20αριά χρόνια!! Χαχαχαχαχα! Έχουμε συνεργαστεί πάρα πολλές φορές στο στούντιο για διάφορα project και έχει τύχει να γράψει και οδηγούς για τραγούδια των REFLECTION πολλά χρόνια πριν, αλλά και να τραγουδήσει την εισαγωγή του “Stormbringer” στο προηγούμενο άλμπουμ. Όταν “μπήκαμε στη διαδικασία” να βρούμε τραγουδιστή (γιατί ουσιαστικά δεν μπήκαμε!), ήταν ο πρώτος που σκεφτήκαμε. Χωρίς να του έχουμε πει τίποτα, του στείλαμε 2-3 τραγούδια από την προπαραγωγή, να τραγουδήσει τους οδηγούς για να μας βοηθήσει!!! Σε 3 μέρες μας έστειλε τα τραγούδια και ήταν απίθανα. Μιλώντας στο τηλέφωνο μας είπε ότι του άρεσαν πάρα πολύ, οπότε τα υπόλοιπα είναι ιστορία!
Η ηχογράφηση ενός άλμπουμ είναι δημιουργική διαδικασία αλλά επίπονη και κοστοβόρα. Υπήρξαν δύσκολες στιγμές που είπατε “δεν ξέρω αν θα βγει” . Υπήρξαν, υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν. Το studio είναι ένας αστάθμητος παράγοντας. Θέλει σωστή προετοιμασία και σωστή καθοδήγηση. Παρότι η μπάντα είναι πολύ έμπειρη στουντιακά και έχει δουλέψει πραγματικά άπειρες ώρες, ωστόσο υπήρξαν αρκετοί τσακωμοί και διαφωνίες (συνήθως με τον αδερφό μου!!! Χααχαχααχα!)! Το δημιουργικό κομμάτι όμως ήταν αυτό που κέρδισε αυτή τη φορά, οπότε κοιτάξαμε όλοι να το ευχαριστηθούμε! Οι μπάντες, ΠΑΝΤΑ τσακώνονται και διαφωνούν στο studio! Είναι και αυτό κομμάτι της διαδικασίας!
Αντίστοιχα θέλω να μάθω για την πιο ωραία ή αστεία στιγμή της όλης διαδικασίας. Γενικά περνάμε καλά στο στούντιο. Υπάρχει αρκετό χιούμορ και αυτοσαρκασμός! Το τελευταίο ίσως και σε περίσσεμα!!! Η πιο ωραία στιγμή του άλμπουμ ήταν όταν ακούσαμε μιξαρισμένο το “Lord of The wind”. Ήταν το πρώτο τραγούδι που μιξάραμε – ένα από τα δυσκολότερα γενικότερα απ’ όλες τις απόψεις – και ουσιαστικά αυτό θα καθόριζε και τον τρόπο που θα ακουστούν και τα υπόλοιπα τραγούδια του άλμπουμ. Ήταν τέτοια η χαρά και η ανακούφιση που νιώσαμε όταν πλέον το τραγούδι “έφυγε” από τη φάση του “χύμα” και πέρασε στη φάση του “άλμπουμ”. Έφυγε ένα τεράστιο βάρος, ότι ουσιαστικά “όλα έγιναν σωστά!”. Και το κυριότερο…Έτσι ακούγεται η μπάντα 8 ολόκληρα χρόνια από τον προηγούμενο δίσκο. Είχαμε ξεχάσει και εμείς πώς ακουγόμασταν…Τεράστια συγκίνηση!
Ακούμε μία παραγωγή πολύ καθαρή και κατασταλαγμένη και όλα τα όργανα έχουν το χώρο τους. Περιγράψτε μας πως εργαστήκατε. Είμαι παιδί των 90s. Δεν το αρνούμαι. Παίζω και ακούω 90s μουσική και με αυτό τον ήχο δουλεύω. Ωστόσο σε αυτό το δίσκο, είπαμε όλοι να εμβαθύνουμε ακόμα πιο πολύ σε αυτή την εποχή. Οπότε σε πείσμα των καιρών, δεν χρησιμοποιήσαμε καθόλου drum triggers και replacers, επιμείναμε πολύ σε φυσικά παιξίματα και ΚΑΘΟΛΟΥ COPY PASTE. Κάθε στιγμή του δίσκου είναι μοναδική. Δεν επαναλαμβάνεται πουθενά. Κάθε λέξη του Κώστα είναι μοναδική. Κάθε νότα του μπάσου και της κιθάρας το ίδιο. Προφανώς και παίζουμε με κανονικούς ενισχυτές κτλ κτλ. Γενικά γράψαμε πολύ κοντά στο φυσικό μας ήχο, με τα όργανα και τα μηχανήματα που παίζουμε. Η μίξη έγινε “με το χέρι” εννοείται σε μια MIDAS XL250 αναλογική κονσόλα και με φουλ outboard εξοπλισμό! Προφανώς και στο δίσκο για να μην παρεξηγούμαστε, έχει και πάρα πολλά ψηφιακά καλούδια της εποχής, που δεν γίνεται να αποφύγουμε. Τουναντίον μας βοηθάνε! Αλλά η κεντρική ιδέα πάνω στην οποία δουλέψαμε, ήταν αυτή!
Πως έγινε η σύνθεση των κομματιών. Ερχόταν μια ιδέα και τζαμάρατε στο στούντιο ή τα κομμάτια “έβγαιναν” από “ένα” μυαλό και οι άλλοι συμπλήρωναν; Είναι λίγο περίεργος ο τρόπος που φτιάχνονται τα τραγούδια. Ουσιαστικά φτιάχνονται πάνω σε μια ωραία μελωδική γραμμή των φωνητικών. Υπάρχουν και εμβόλιμα riff προφανώς που οδηγούν σε ένα τραγούδι, αλλά και συνδυασμός και των δύο. Δεν τζαμάρουμε σχεδόν ποτέ ιδέες. Δεν τον έχουμε “μάθει” αυτόν τον τρόπο. Γράφουμε πάντα “οδηγούς”, τους οποίους εμπλουτίζουμε ή αλλάζουμε ή τροποποιούμε μέσα σε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Δεν έχει τύχει ποτέ να γραφτεί π. χ ένα τραγούδι σε 1 ή 2 μήνες. Πάντα θέλω να δίνω χρόνο στα τραγούδια , να τα χωνεύω, να τα ακούω σε διαφορετικές στιγμές μέχρι να καταλήξω στην τελική τους μορφή. Γράφουμε τα πάντα σε μια πολύ rough μορφή και όταν τελικά καταλήξουμε, πατάμε εκεί πάνω ακριβώς και ηχογραφούμε κανονικά. Ουσιαστικά επιμένουμε πάρα πολύ στην προπαραγωγή. Η ηχογράφηση είναι το τελευταίο που μας απασχολεί και μας παίρνει και λίγες σχετικά ώρες.
Το artwork του Αλέξανδρου Βασιλόπουλου είναι μοναδικό και αποτυπώνει το ύφος του δίσκου. Το ρεπορτάζ λέει ότι το έφτιαξε όλο με τον παραδοσιακό τρόπο. Δηλαδή στο χέρι με λάδια σε καμβά χωρίς ίχνος ψηφιακής επεξεργασίας. Θέλουμε λεπτομέρειες. Πως καταλήξατε στην ιδέα; Έγινε brainstorming ή το αφήσατε όλο πάνω του; Α, και αν κάποιος προσπαθεί να αρπάξει τον καμβά και να τον πάρει σπίτι του. (γέλια) Θέλαμε πάρα πολύ να κάνουμε ένα ζωγραφιστό old school εξώφυλλο. Της παλιάς καλής εποχής. Όταν μιλήσαμε με τον Alex, δεν ξέραμε τί να του πούμε. Και η αλήθεια είναι ότι η μπάντα δεν πρέπει να έχει άποψη για όλα. Δεν είναι η δουλειά της. Δεν μπορώ εγώ να πω σε ένα καλλιτέχνη του μεγέθους του Alex τί να κάνει. Του είπαμε δυο τρείς βλακείες και ο ίδιος ζήτησε να του στείλουμε τους στίχους και το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου. Σε 3 μέρες με πήρε τηλέφωνο ενθουσιασμένος ότι “το έχει”! Δεν ξέραμε τί διάολο έχει !!! Χααχαχαχααχα! Απλά τον εμπιστευθήκαμε! Όταν σε μια εβδομάδα έστειλε το draft, πάθαμε εγκεφαλικό όλοι (και ο Φοίβος από την εταιρεία μας!!!). Δεν είχαμε διορθώσεις και τέτοια. Καθόλου. Άλλωστε στο σκίτσο στο χέρι, δεν υπάρχει undo! Όταν είδαμε τους καμβάδες, κάναμε όλοι σαν 17 χρονών! Απίστευτο συναίσθημα! Τα original σχέδια, συμφωνήθηκε ομόφωνα να μείνουν στο Dark Water Audio και να μπουν σε κορνίζες, να τα κρεμάσουμε να τα βλέπουμε !
Σκεφτήκατε καθόλου να χρησιμοποιήσετε τεχνητή νοημοσύνη όπως κάνουν κάποια άλλα σχήματα; Κοίταξε, δεν τα πάμε καλά με την τεχνολογία γενικότερα. Προσωπικά θεωρώ ότι περισσότερο περιπλέκει τα πράγματα, παρά τα απλοποιεί. Δεν ξέρω ακριβώς με ποιο τρόπο τη χρησιμοποιούν οι μπάντες. Αυτά πάντως που έχω ακούσει, μου ακούγονται ανέμπνευστα και κάτω του μετρίου. Ίσως βέβαια να μην έχω ακούσει και αυτά που πρέπει για να την εκτιμήσω! Μέχρι στιγμής πάντως δεν έχει χρειαστεί να προστρέξω στη βοήθειά της! Και νομίζω ότι θα αργήσω -όσο αφορά το μουσικό τουλάχιστον κομμάτι! Έχω άλλους δύο δίσκους έτοιμους τουλάχιστον!!!
Ακούσαμε ύμνους για τους Αργοναύτες για τις σειρήνες και πολλά άλλα θέματα. Ο δίσκος προφανώς δεν είναι concept. Πως επιλέγετε τα θέματα από τα οποία αντλείτε έμπνευση; Χωράνε τα προσωπικά βιώματα και οι προσωπικές δυσκολίες σε τραγούδια με κυρίως “μυθολογικό” ή φανταστικό concept? Υπάρχει κάποιο τέτοιο κομμάτι στο δίσκο; Όσο περνάνε τα χρόνια και αποβάλλουμε από πάνω μας -επειδή δεν έχουμε πλέον να αποδείξουμε τίποτα – τα “αρχέτυπα” του epic metal (Μάχες – Ιππότες – Μυθολογία), τόσο οι στίχοι θα αναφέρονται σε προσωπικά βιώματα κεκαλυμμένα ή και όχι. Προφανώς και υπάρχουν τέτοια τραγούδια στο άλμπουμ, όπως το ομώνυμο, το “Lady in the Water”, αλλά και το “Once Again”, που είναι ένα τραγούδι που δεν πιστεύαμε ποτέ ότι θα γράψουμε (και μουσικά και στιχουργικά), αλλά ΕΠΡΕΠΕ να το κάνουμε, γιατί ΕΤΣΙ ΓΟΥΣΤΑΡΑΜΕ! Αντλούμε έμπνευση από τα πάντα. Πράγματα που μας συγκινούν, ιστορίες που μας κεντρίζουν το ενδιαφέρον, ανθρώπους και καταστάσεις που θαυμάζουμε!
Κάπου εδώ έχω μια ειδική ερώτηση για ένα από τα προσωπικά μου αγαπημένα κομμάτια στο δίσκο. Το “City Walls of Malta – The Great Siege”. Eίναι μία από τις πιο επικές στιγμές της ευρωπαϊκής ιστορίας. Λίγοι όμως έχουν ασχοληθεί με το θέμα. Πως προέκυψε η ιδέα; Βαθιά επηρεασμένος από την κουλτούρα και τον πολιτισμό του νησιού, έχοντας “αδερφικές” σχέσεις με ανθρώπους εκεί, πάντα ήθελα να γράψω κάτι για το πώς νιώθω κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί. Η ιδέα δεν άργησε να έρθει. Η πολιορκία της Μάλτας, είναι μια από τις μεγαλύτερες – αν όχι η μεγαλύτερη-μάχες στην Ευρωπαϊκή ιστορία και μάλιστα εάν δεν είχαν ηττηθεί οι Οθωμανοί, η Ευρώπη ΔΕΝ θα υπήρχε… Ή τουλάχιστον έτσι όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Μια τεράστια μάχη, που ουσιαστικά καθόρισε το μέλλον της νεότερης Ευρώπης. Λογικό να γίνει πηγή έμπνευσης για ένα από τα ωραιότερα (για εμένα) τραγούδια του δίσκου!
Θα δούμε άραγε ποτέ τους REFLECTION να το αποδίδουν ζωντανά από το φρούριο St Elmo στη Βαλέτα; Η χώρα έχει κάποια δυνατά ονόματα άλλωστε. Έχε υπ’ όψιν ότι με τις ίδιες παπάτζες αυτοβαυκαλίζομαι και εγώ! Χαχαχαχαχαχα! Για το St Elmo δεν ξέρω, αλλά τη Μάλτα την αγαπάμε και μας αγαπάει κι αυτή!
Επειδή η Μάλτα πέφτει λίγο μακριά πείτε μας αν θα δούμε τους REFLECTION σύντομα στην Αθήνα ή σε κάποια άλλη πόλη της Ελλάδας. Ο κόσμος θέλει να τραγουδήσει το “March of the Argonauts”. Προφανώς και θα μας δείτε!!! Όλα θα ανακοινωθούν στην ώρα τους! Ήδη το πρώτο live έγινε στο υπέροχο Golden R στο Βόλο κι έπεται συνέχεια!
Αν είχατε το ραβδί του Γκάνταλφ να κάνετε ένα ξόρκι, με ποιο μεγάλο συγκρότημα θα παίζατε ζωντανά «αύριο»; Εύκολη ερώτηση, αλλά θα απαντήσω για εμένα και τον αδερφό μου! Χαχαχα!MEMENTO MORI, CANDLEMASS, TAD MOROSE. Θα έβαζα και SOLITUDE AETURNUS, αλλά έχω παίξει μαζί τους, οπότε έχει βγει απο το Bucket list! Οι μπάντες που μας αρέσουν και λατρεύουμε και γουστάρουμε, είναι “μικρότερου” βεληνεκούς. Για εμένα και το Γιώργο, άπιαστες και όνειρο ζωής!
Υπάρχουν σκέψεις για κάποιο βίντεο κλιπ; Κοίταξε…Είναι πολύ μακριά από την ιδιοσυγκρασία μας όλα αυτά. Άλλωστε πάνε ΠΟΛΛΑ χρόνια από την τελευταία φορά που μπόρεσα να δω κάποιο… Προσωπικά μιλώντας – απολαμβάνω τη μουσική ακούγοντάς την και όχι “βλέποντάς” την. Είναι το ίδιο σαν να λέμε “ακούω τσόντα στο ραδιόφωνο…” Νομίζω τα Lyric video μας υπερκαλύπτουν προς το παρόν! Όπως όμως είπε ο τεράστιος Bertrand Russell… “Δεν θα πέθαινα ποτέ για τις ιδέες μου. Μπορεί να αποδειχθούν λάθος στο τέλος”!
Τι είναι αυτό που κρατάει ζωντανούς τους REFLECTION τόσα χρόνια; Η εσωτερική ανάγκη για μουσική και τίποτε παραπάνω. Παίζουμε καθαρά για προσωπικούς ψυχολογικούς λόγους, γιατί εάν δεν το κάναμε θα είμασταν σαν την πληθώρα των ανισόρροπων ενηλίκων γύρω μας, παντελώς αλλοτριωμένοι και παραδομένοι στα δελτία ειδήσεων και τις ξεβράκωτες χαζογκόμενες του Instagram. Το στούντιο λειτουργεί σαν μια χρονοκάψουλα. Όσο είμαστε απ’ έξω, είμαστε οι γνωστοί ενήλικες -μεσήλικες πλέον!-με τα προβλήματα μας και τις αδυναμίες μας. Μόλις κλείσει η πόρτα του στούντιο, κατά κάποιο μαγικό τρόπο, γινόμαστε όλοι 17 χρονών. Η μυρωδιά των ενισχυτών, των μικροφώνων, λειτουργούν ΚΑΤΑΛΥΤΙΚΑ πάνω μας. Ξαφνικά ξεχνιούνται τα πάντα γι’ αυτές τις 2, 3, 4 ώρες. Δεν υπάρχει καθρέφτης να κοιταχτείς και να θυμηθείς πόσο χρονών είσαι ή ποιος είσαι… Ο καθένας μπαίνει στο ρόλο του, στο προσωπικό του ΖΕΝ. Δεν νομίζω να καταφέρω/ουμε να ξεπεράσουμε ποτέ αυτό το συναίσθημα…
Σε ποια ταινία θα βάζατε soundtrackj τη μουσική σας; Δύσκολο! Στο “Napoleon Dynamite”, στο “Nacho Libre”, στο “American Pie” (το 1), ή στο “Talatega Nights”!
Για κλείσιμο θέλω να αφιερώσετε έναν στίχο από το νέο δίσκο στο κοινό του Rock hard και σε όσους ακούσανε ή θα ακούσουν το “The Battles I Have won”. Δεν μπορεί να είναι άλλος απο ρεφραίν το ομότιτλου “The Battles I have won”! “To Kill to Destroy but to never cry! To Fight To Survive and to Reach the Sky!”
Έφτασε η στιγμή η στήλη μας να ανέβει τα βουνά του Colorado. Εκεί, σε μια από τις υψηλότερες κορυφές τους, θα μας περιμένουν οι JAG PANZER, με μια δισκογραφία τόσο πλούσια και τόσο αξιόλογη, που το να διαλέξουμε μέσα από αυτή «υποτιμημένα» τραγούδια, έχει μια σχετική δυσκολία! Πάμε λοιπόν να δούμε 20+1 παραγκωνισμένα διαμάντια ενός από τα σπουδαιότερα σχήματα που ανέδειξε η μεταλλομάνα Αμερική.
Iron shadows (“Tyrants” EP, 1983/”Decade of the Nail-Spiked Bat”, 2003) “In the darkened days of old, the law was the sword!”
Πειρατές, γιγαντιαίοι πίθηκοι, σιδερένια αγάλματα που ζωντανεύουν τη νύχτα… Εμπνευσμένοι από τον θρυλικό Conan και πιο συγκεκριμένα το “Iron shadows in the moon” (ή αλλιώς “Shadows in the Moonlight”) του Robert Howard, οι JAG PANZER συνθέτουν ένα manifesto ωμής δύναμης, χαρακτηριστικό της πρώιμης εποχής τους, τόσο καλό που ανετότατα θα μπορούσε να φιγουράρει στο “Ample destruction” και που θαρρείς πως μυρίζει ματωμένο σίδερο!
The Crucifix (“Ample destruction”, 1984/”Decade of the Nail-Spiked Bat”, 2003) “When your love exists no more it’s time to find another door…”
Αναπόσπαστο κομμάτι της μουσικής των JAG PANZER, από το 1997 και μετά, είναι το βιολί, τα χορωδιακά μέρη και τα μεγάλα σε διάρκεια, επικά τραγούδια. Όμως, στα πλαίσια μιας παλαιότερης συνέντευξης-συζήτησης με τον Mark Briody, ο αρχηγός μου είχε πει ότι αυτό ήταν κάτι που ήθελε να κάνει από τον πρώτο καιρό, απλά δεν υπήρχαν τα απαιτούμενα μέσα. Γι’αυτό και δεν «στραβώσαμε» όταν ακούσαμε το “The Crucifix” σε νέα μορφή στο ”Decade of the Nail-Spiked Bat”. Μπορεί να «χάθηκε» το «ατσάλι» της αρχικής version, αλλά το κομμάτι παρουσιάστηκε όπως πραγματικά ήθελαν οι δημιουργοί του, με βιολί να αντικαθιστά τα πλήκτρα, κανονική χορωδία και στον γνώριμο, καθιερωμένο πια ήχο τους.
Eyes of the night (“Jag Panzer” demo, 1986/”Decade of the Nail-Spiked Bat” 2003) “They are the eyes that burn inside you, take chance, ride the night!”
Ήδη από το demo του 1986, φαινόταν πως οι JAG PANZER ήθελαν να εξελίξουν τον ήχο τους και να γίνουν κάπως πιο μελωδικοί, προοδευτικοί και λυρικοί. Το θεϊκό “Lying deceiver”, το “Out of sight, out of mind” και φυσικά το επίσης υποτιμημένο διαμάντι “Eyes of the night”, μαρτυρούν τη θέληση αυτή με καταφανή τρόπο. Δυστυχώς, λόγω δικαιωμάτων, όπως κάθε τι που κυκλοφόρησε το γκρουπ ΠΡΙΝ το 1997, δεν υπάρχει σε επίσημη μορφή στο διαδίκτυο, αλλά η συλλογή ”Decade of the Nail-Spiked Bat” μας «λύνει» τα χέρια. Μέχρι να έρθει η επανακυκλοφορία της High Roller το 2013, το απολάμβαναν όσοι τυχεροί κατείχαν το demo ή κάποιες από τις δυσεύρετες επανεκδόσεις της Metal Blade ή της Metalcore Records.
She waits (“Chain of command”, 1987/”Decade of the Nail-Spiked Bat”, 2003) “Lost in the shadows of times long ago/Look for the answer how does she know…”
Από τα καλύτερα δείγματα power metal κατά την πρώτη περίοδο του group, άλλη μια σύνθεση όπου το βελούδο νικά το σίδερο (τι έγραψα ο ποιητής…). Πρώτη εκτέλεση με φωνητικά από τον Bob Parduba και lead κιθάρα από τον Christian Lasegue, δεύτερη με Tyrant και Chris Broderick στα αντίστοιχα πόστα, καθεμιά με την ομορφιά της. Ισοπαλία στην σύγκριση λέει η καρδιά, νίκη της επανεκτέλεσης, με βραχεία κεφαλή, λέει η αντικειμενικότητα.
Future shock (“The fourth judgement”, 1997) “What securities will the future hold/It’s getting out of control!”
Δεν υπήρχε περίπτωση να ακούσεις πληρέστερο power metal εν έτει 1997, από αυτό που έπαιζαν οι JAG PANZER στο καταπληκτικό “The fourth judgement”. Κοντεύουν τριάντα (!) χρόνια από όταν κυκλοφόρησε κι όμως, ακούγεται ακόμη σύγχρονο και «φρέσκο» όσο λίγα πράγματα εκεί έξω. Όσο για το “Future shock”, «καλπάζει» σαν καθαρόαιμο άτι από το Κολοράντο και κοιτάζει τους «προγόνους» του από το “Ample destruction”, με τη ματιά του απογόνου που τιμά το όνομα της οικογενείας και σβήνει κάθε κηλίδα σπίλωσης από πάνω του.
Judgement day (“The fourth judgement”, 1997) “I’ve walked into the light on the other side/Beyond the door of life I’ve left behind…”
Και συνεχίζει ως εξής: “…followed a path I did not know, washed by many tears… Read the pages of my life, retraced the wasted years that scarred my soul…”. Μπορεί το concept του δίσκου να είναι εσχατολογικό, κατά μία έννοια, στο καταληκτικό έπος του όμως είναι ξεκάθαρες και οι αναφορές στα προσωπικά λάθη του παρελθόντος, που οδήγησαν στη διάλυση της σύνθεσης του “Ample destruction” και στη «ντροπή» που τιτλοφορείται “Dissident alliance”. Τεράστιος ύμνος, με θεόρατη ερμηνεία από τον Tyrant, εισαγωγή με βιολί και ακουστική κιθάρα που λυγίζει και σίδερα, Sabbath-ικό a la “Heaven and Hell” ρυθμό, εξαίσιο solo από τον μετρ Joey Tafolla… ο ιδανικός τρόπος για να κλείσει ένας αριστουργηματικός δίσκος.
Take this pain away (“Jag Panzer” demo, 1986/“The Age of Mastery”, 1998) “It’s you and me, against the world…”
Είμαι σίγουρος πως αν ο Mark Briody μπορούσε να κάνει ένα ταξίδι στον χρόνο και από το 1986 να βρεθεί στο 1998, ώστε να ακούσει τη μεταμόρφωση που υπέστη το τραγούδι του από τον ίδιο, δε θα ήθελε να γυρίσει ξανά πίσω! Ακριβώς ίδια περίπτωση με το “A cry in the night” των VIRGIN STEELE αφού έρχονται και τα δύο από τα 80s, τα ακούς όπως ξαναγράφτηκαν στα 90s και ξεχνάς τα πρωτότυπα! Ίσως το ομορφότερο (προσοχή στον χαρακτηρισμό!) τραγούδι της μπάντας, με μεγάλο ατού το βιολί του πραγματικού πρωταγωνιστή Todd Ehle, που φτάνει μέχρι και να σολάρει, κάνοντας την καρδούλα του ακροατή, χαρτοπόλεμο.
The moors (“The Age of Mastery”, 1998) “Bend your ear in amazement, hear this tale from long ago…”
Πόσο εύκολα και γρήγορα μπορούσες να ταξιδέψεις από το 1998, στους χερσότοπους και στους βάλτους της μεσαιωνικής Αγγλίας; Η απάντηση είναι σε περίπου πεντέμισι λεπτά. Τόσο διαρκεί το “The moors”, ένα έπος που διηγείται μέρος του Αρθουριανού μύθου, με riff-άρες, βιολιά, επιβλητικές χορωδίες και ανάλογης «κοπής» ερμηνεία από τον Tyrant. Μοναδικό ίσως ψεγάδι η απουσία lead κιθάρας, αλλά στο τέλος της ημέρας, ποιος νοιάζεται; Υπάρχει αυτό το outro με το βιολί, που μπαίνει στο πάνθεον των καλύτερων outros από καταβολής heavy metal.
Three voices of fate (“Thane to the throne”, 2000) “…Til Birnam wood shall meet Dunsinane!”
William Shakespeare, “Macbeth”. Μια αριστουργηματική τραγωδία, που υμνεί και τιμά τις αντίστοιχες αρχαιοελληνικές και τολμώ να πω, τις κοιτά στα μάτια, μελοποιημένη από τους JAG PANZER, στο πληρέστερο άλμπουμ της καριέρας τους. Ο βασιλιάς Macbeth, πανίσχυρος, απαλλαγμένος όπως νομίζει από κάθε επίδοξο σφετεριστή του θρόνου που ο ίδιος έχει σφετεριστεί, λαμβάνει μια δυσοίωνη προφητεία: Το κάστρο του Dunsinane, το φρούριό του, θα πέσει μόνο αν το δάσος του Birnam εκστρατεύσει εναντίον του. «Μα πως γίνεται ένα δάσος να σηκωθεί και να επιτεθεί σε ένα κάστρο; Βλακείες…», σκέφτεται. Καημένε Macbeth, δεν έχεις ιδέα από σιβυλλικές προφητείες και πως αυτές εξηγούνται… Όσο για το κομμάτι; Έτσι παίζεται το γνήσιο, επικό power metal. Πάρτε ακόμη και τώρα μαθήματα. Δωρεάν είναι.
Fate’s triumph (“Thane to the throne”, 2000) “I command the throne, none can defy… Noneofwomanborn!”
Οι τρεις μάγισσες είχαν δώσει και άλλη μια προφητεία: Ο Macbeth δε μπορεί να νικηθεί και να σκοτωθεί στη μάχη από το χέρι κάποιου «που γεννήθηκε από γυναίκα». Ο άρχοντας Macduff του Fife όμως, δε γεννήθηκε… τον πήραν βίαια από τη κοιλιά της μάνας του! “Foolish tyrant, you have no days left! Ripped from the womb at my mother’s death!” του φωνάζει, προκαλώντας τον. Και ο Macbeth, στεκόμενος μπροστά του με το σπαθί στο χέρι, κατανοεί τα «αλλόκοτα» εκείνα λόγια, απαντά “Letsteelringout!” και ανταμώνει τη μοίρα του. Μπορεί να ήταν ό,τι ήταν ο τύπος, αλλά του το δίνω αυτό, ήταν παλικάρι!
Tragedy of Macbeth (“Thane to the throne”, 2000) “We see apparitions, three that show their face. Beware Macbeth, beware Macbeth!”
Το αριστούργημα που κλείνει το “Thane to the throne”. Με κλιμακούμενη ένταση, χτίζεται τέλεια, χαρακτηρίζεται από όλα τα επιμέρους μουσικά στοιχεία της νέας περιόδου του group και συνοψίζει ολόκληρο το σαιξπηρικό δράμα. Για αυτό, θα μπορούσε να σταθεί και μόνο του ως concept κομμάτι. Ο Tyrant συναντάται στην καλύτερη και πιο μεστή ερμηνεία του από εποχές TITAN FORCE (δεν κάνω πλάκα) και ο Chris Broderick αποδεικνύει πως τα καλύτερα leads είναι αυτά που μπορείς να τα τραγουδήσεις, όχι αυτά που περιέχουν 1.722 νότες/λεπτό. Δυστυχώς, δε θυμάμαι να έχει παιχτεί και μάλλον δεν πρόκειται ποτέ να παιχτεί live…
Unworthy (“Mechanized warfare”, 2001) “Though all my tears may cause a flood, I receive no healing from above…”
Πόσο όμορφος στίχος, ε…; Ένα τραγούδι γεμάτο λυρισμό, βγαλμένο από το “Thane to the throne” ή το “The Age of Mastery”. Γρηγοριανές ψαλμωδίες, Maiden-ικές κιθάρες (το riff από μόνο του είναι για 10/10) και σπαρακτικά φωνητικά το χαρακτηρίζουν. Είναι ο ορισμός του “grower”, δεν είναι hit, δε θα σε «πιάσει» με την πρώτη ή τη δεύτερη ακρόαση. Όταν όμως του δώσεις τον απαιτούμενο χρόνο, θα σε αποζημιώσει. Τόσο, που θα γίνει σίγουρα ένα από τα πολύ αγαπημένα σου τραγούδια της μπάντας.
Cold is the blade (and the heart that wields it) (“Mechanized warfare”, 2001) “Only the steel will win the day…”
Ένα πολεμικό-ηρωικό τραγούδι, που μιλά όχι για τη δύναμη του σπαθιού, αλλά για αυτό που έχει την πραγματική δύναμη και το κινεί: Τη θέληση του ανθρώπου που το χειρίζεται. Αν σου θύμισε τον Conan και τον «γρίφο του ατσαλιού», δεν έχεις άδικο. Από εκεί αντλεί την έμπνευσή του. Τώρα, ξέρω τι θα μου πεις. Πως γίνεται ένα τραγούδι για το οποίο έχει γυριστεί και video clip, να θεωρείται υποτιμημένο; Νομίζω πως την απάντηση μπορούν να στη δώσουν και οι ίδιοι οι JAG PANZER, που το έχουν αφήσει τραγικά «πίσω» όσον αφορά τις συναυλίες τους. Εγώ ας πούμε τους έχω δει σε όλες τους τις εμφανίσεις στην Ελλάδα από το 2003 μέχρι σήμερα, έχω κάνει άνω-κάτω το διαδίκτυο, σε live εκδοχή δεν το έχω ακούσει. Και ένα κριτήριο για αυτήν την στήλη, είναι και αυτό.
Διαβάζοντας κατά καιρούς σχόλια στο διαδίκτυο, έπεσα μια φορά επάνω σε ένα σχετικό με το “Power Surge”. Ο σχολιαστής λοιπόν έγραφε πως το κομμάτι αυτό φέρνει κάπως στους ICED EARTH. Στους ICED EARTH, αν έπαιζαν επικά και είχαν έναν guitar hero στην κιθάρα, θα προσθέσω εγώ, δεχόμενος το σχόλιο ως εύστοχο, προς χάρη της συζήτησης. Γιατί εντάξει, μπορεί κάποιες φορές να έδωσαν επικό τόνο στη μουσική τους, αλλά κιθαρίστα που να μπορεί να «ζυγώσει» λίγο τον Chris Broderick είχαν μόνο τον Jacob Dreyer. Κι αυτόν δε μπορείς να πεις πως τον είχε και ιδιαίτερα «ελεύθερο» ο Jon Schaffer, ναι; Τον Dreyer, ο οποίος θα ήταν ο νέος κιθαρίστας των JAG PANZER μετά το “The scourge of light”, στη θέση του Christian Lasegue, αν η μπάντα δεν κήρυττε προσωρινή παύση εργασιών.
Legion immortal (“Casting the stones”, 2004) “Turn your gaze to the West and never look away!”
Το “Legion immortal” μου άρεσε από την πρώτη στιγμή όχι μόνο επειδή είναι εξαιρετικό μουσικά, αλλά και λόγω των στίχων του. Κάποιοι, με το βλέμμα στην Δύση, στέκονται σταθεροί και άγρυπνοι φρουροί των πανανθρώπινων αξιών του παρελθόντος, ακόμη και όταν όλα δείχνουν να καταρρέουν. Και βλέποντας όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, 21 χρόνια μετά, καταλαβαίνω πόσο διαχρονικοί ήταν, είναι και θα είναι οι στίχοι αυτοί και πόση ανάγκη έχει ο κόσμος από αυτούς τους «φρουρούς».
Starlight’s fury (“Casting the stones”, 2004) “That which is made in the heavens, comes from violent reaction!”
To “Casting the stones” είναι μάλλον το πιο υποτιμημένο άλμπουμ των JAG PANZER. Και τούτο διότι ενώ ο κόσμος περίμενε μια επιστροφή στις μέρες του “Ample destruction”, άκουσε τον πιο progressive δίσκο του συγκροτήματος. Να, άκου για παράδειγμα αυτό εδώ. Δεν έχει μια SYMPHONY X και μια NEVERMORE αισθητική; Όσο να πεις, έχει και ήταν κάτι το λογικό. Ο Chris Broderick ήταν ήδη live session μέλος των NEVERMORE και ο αρχηγός Mark Briody αρκετά έξυπνος, ώστε να τον αφήσει να επιφέρει έναν γερό «εκσυγχρονισμό» στο αγαπημένο μας τεθωρακισμένο.
The setting of the sun (“The scourge of light”, 2011) “Teach to beg, teach to rule, the master is not you…”
Χμ… Κάποιος γυρίζει προς τα πίσω τις σελίδες και επιστρέφει στο “Mechanized warfare”! Σπουδαία στιγμή το “The setting of the sun”, αλλά έχει ένα μειονέκτημα: Τα σχεδόν τριάμισι λεπτά, αδυνατούν να χωρέσουν τον υπέρμετρο λυρισμό του! Ένα λεπτό να είχε ακόμη, τουλάχιστον, θα μπορούσε μέχρι και να κοντράρει στα ίσα το αριστούργημα που ακολουθεί… Είδες; Κάποια τραγούδια είναι μεγαλύτερα από όσο πρέπει και τα βαριέσαι, καθώς επαναλαμβάνονται δίχως νόημα και σε κουράζουν. Κάποια άλλα όμως, διαρκούν λιγότερο από όσο θες!
The book of Kells (“The scourge of light”, 2011) “Lead me on; carry me into truth, carry me onward to glory!”
Άλλο περίεργο από δω… Μιλάμε ταυτόχρονα για ένα από τα πιο υποτιμημένα τραγούδια των JAG PANZER και ταυτόχρονα για ένα αριστούργημα που μπαίνει ακόμη και σε αυστηρό top – 20! Θέμα του, η ομώνυμη βίβλος του μοναστηριού Kells στην επαρχία Meath της Ιρλανδίας και πως ένας ανώνυμος πιστός ψάχνει την αλήθεια, μέσα από τα Τέσσερα Ευαγγέλια που περιέχονται σε αυτή. Εισαγωγή με απόκοσμες φωνές που μιλούν στα Γαέλικα, ακουστική κιθάρα, βιολί (Frank Lynn), cello (Richard Niezen), λατινόφωνες χορωδίες, βαριά riffs σε αργούς ρυθμούς, θεόρατη ερμηνεία από τον Τύραννο… να πως ταξιδεύεις στη μεσαιωνική Ιρλανδία του 9ου μ.Χ. αιώνα.
Long awaited kiss (“The deviant chord”, 2017) “I welcome the cold winter’s chill, caressing me and stinging me…”
Νομίζω πως αν υπάρξει ποτέ βραβείο «καθυστέρησης» στην ολοκλήρωση μιας τριλογίας, άνετα το παίρνουν οι JAG PANZER. Και αυτό διότι το πρώτο μέρος της δικής τους τριλογίας ήταν το “The Crucifix” (1984), το δεύτερο το “All thing renewed” (2001) και τρίτο το “Long awaited kiss” (2017)! Ok, προφανώς και αστειεύομαι, άλλωστε ουδεμία σημασία έχει πότε ολοκληρώνεται κάτι, μπροστά στο αν βγει καλό ή όχι. Το “Long awaited kiss” είναι μια πανέμορφη folk μπαλάντα, στο στυλ του “Take this pain away”, κι ας μην έχει την εντονότατη συναισθηματική του φόρτιση. Συνεπώς, καταλαβαίνουμε και την αξία του.
Last rites (“The hallowed”, 2023) “Rise in conversation take heed unto the wise…”
Ναι, ξέρω. «Πότε πρόλαβε να γίνει underrated ένα κομμάτι από δίσκο που κυκλοφόρησε πριν δύο χρόνια». Αυτό δε θες να ρωτήσεις; Εύκολη απάντηση: Υπάρχει μια άτυπη παράδοση, που θέλει το τελευταίο τραγούδι (σχεδόν) σε κάθε Panzer album, να είναι το “magnum” opus του. Λίγο πιο μεγάλο, λίγο πιο μικρό, το τελευταίο κομμάτι ήταν συνήθως ένα grand finale. Και αυτό το grand finale, είναι συνήθως τραγικά υποτιμημένο και τόσο σε επίπεδο powerplay όσο και σε επίπεδο live εκτελέσεων, στέκει παραγκωνισμένο. Ό,τι συμβαίνει δηλαδή και με το επικότατο, σκοτεινό και ολίγον τι folk, “Last rites”, που παίρνει άμεσα τη δική του θέση δίπλα στα υπόλοιπα highlights (και δεν είναι και λίγα) της JAG PANZER εποποιΐας.
BONUS
Children of the sea (“Holy Dio – A tribute to the voice of Metal: Ronnie James Dio”, 1999)
Εκεί κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90, μέχρι τις αρχές αυτής του ’00, τα tribute albums ήταν κάτι σαν συνήθεια. Βασικά, μην κρυβόμαστε, ήταν μόδα. Πάμπολλοι «μεγάλοι» του hard rock και του heavy metal τιμήθηκαν από τους συνεχιστές τους και μέσα στα τόσα tributes που κυκλοφόρησαν, ακούσαμε από αριστουργηματικές διασκευές, μέχρι απαράδεκτες επανεκτελέσεις που στο άκουσμά τους, σου ερχόταν να ψάξεις να βρεις τον υπεύθυνο και να τον αρχίσεις στα κλωτσίδια. Το “Holy Dio…” ήταν σε γενικές γραμμές μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια, με σοβαρά ονόματα και με τις όποιες αστοχίες του να μην είναι τόσο τραγικές. Οι JAG PANZER πάντως, ήταν καταπληκτικοί. Το “Children of the sea” τους ταίριαξε απόλυτα, μουσικά είχαν όλα τα εφόδια να το παρουσιάσουν άρτιο, ο Conklin είναι έτσι κι αλλιώς μεγάλη φωνή, οπότε… 10/10!
This mode enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode
Improves website's visuals
This mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode
Helps to focus on specific content
This mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode
Reduces distractions and improve focus
This mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode
Allows using the site with your screen-reader
This mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Online Dictionary
Readable Experience
Content Scaling
Default
Text Magnifier
Readable Font
Dyslexia Friendly
Highlight Titles
Highlight Links
Font Sizing
Default
Line Height
Default
Letter Spacing
Default
Left Aligned
Center Aligned
Right Aligned
Visually Pleasing Experience
Dark Contrast
Light Contrast
Monochrome
High Contrast
High Saturation
Low Saturation
Adjust Text Colors
Adjust Title Colors
Adjust Background Colors
Easy Orientation
Mute Sounds
Hide Images
Hide Emoji
Reading Guide
Stop Animations
Reading Mask
Highlight Hover
Highlight Focus
Big Dark Cursor
Big Light Cursor
Cognitive Reading
Virtual Keyboard
Navigation Keys
Voice Navigation
Accessibility Statement
rockhard.gr
January 19, 2026
Compliance status
We firmly believe that the internet should be available and accessible to anyone, and are committed to providing a website that is accessible to the widest possible audience,
regardless of circumstance and ability.
To fulfill this, we aim to adhere as strictly as possible to the World Wide Web Consortium’s (W3C) Web Content Accessibility Guidelines 2.1 (WCAG 2.1) at the AA level.
These guidelines explain how to make web content accessible to people with a wide array of disabilities. Complying with those guidelines helps us ensure that the website is accessible
to all people: blind people, people with motor impairments, visual impairment, cognitive disabilities, and more.
This website utilizes various technologies that are meant to make it as accessible as possible at all times. We utilize an accessibility interface that allows persons with specific
disabilities to adjust the website’s UI (user interface) and design it to their personal needs.
Additionally, the website utilizes an AI-based application that runs in the background and optimizes its accessibility level constantly. This application remediates the website’s HTML,
adapts Its functionality and behavior for screen-readers used by the blind users, and for keyboard functions used by individuals with motor impairments.
If you’ve found a malfunction or have ideas for improvement, we’ll be happy to hear from you. You can reach out to the website’s operators by using the following email
Screen-reader and keyboard navigation
Our website implements the ARIA attributes (Accessible Rich Internet Applications) technique, alongside various different behavioral changes, to ensure blind users visiting with
screen-readers are able to read, comprehend, and enjoy the website’s functions. As soon as a user with a screen-reader enters your site, they immediately receive
a prompt to enter the Screen-Reader Profile so they can browse and operate your site effectively. Here’s how our website covers some of the most important screen-reader requirements,
alongside console screenshots of code examples:
Screen-reader optimization: we run a background process that learns the website’s components from top to bottom, to ensure ongoing compliance even when updating the website.
In this process, we provide screen-readers with meaningful data using the ARIA set of attributes. For example, we provide accurate form labels;
descriptions for actionable icons (social media icons, search icons, cart icons, etc.); validation guidance for form inputs; element roles such as buttons, menus, modal dialogues (popups),
and others. Additionally, the background process scans all the website’s images and provides an accurate and meaningful image-object-recognition-based description as an ALT (alternate text) tag
for images that are not described. It will also extract texts that are embedded within the image, using an OCR (optical character recognition) technology.
To turn on screen-reader adjustments at any time, users need only to press the Alt+1 keyboard combination. Screen-reader users also get automatic announcements to turn the Screen-reader mode on
as soon as they enter the website.
These adjustments are compatible with all popular screen readers, including JAWS and NVDA.
Keyboard navigation optimization: The background process also adjusts the website’s HTML, and adds various behaviors using JavaScript code to make the website operable by the keyboard. This includes the ability to navigate the website using the Tab and Shift+Tab keys, operate dropdowns with the arrow keys, close them with Esc, trigger buttons and links using the Enter key, navigate between radio and checkbox elements using the arrow keys, and fill them in with the Spacebar or Enter key.Additionally, keyboard users will find quick-navigation and content-skip menus, available at any time by clicking Alt+1, or as the first elements of the site while navigating with the keyboard. The background process also handles triggered popups by moving the keyboard focus towards them as soon as they appear, and not allow the focus drift outside it.
Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Disability profiles supported in our website
Epilepsy Safe Mode: this profile enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode: this mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode: this mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode: this mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode: this mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Keyboard Navigation Profile (Motor-Impaired): this profile enables motor-impaired persons to operate the website using the keyboard Tab, Shift+Tab, and the Enter keys. Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Additional UI, design, and readability adjustments
Font adjustments – users, can increase and decrease its size, change its family (type), adjust the spacing, alignment, line height, and more.
Color adjustments – users can select various color contrast profiles such as light, dark, inverted, and monochrome. Additionally, users can swap color schemes of titles, texts, and backgrounds, with over seven different coloring options.
Animations – person with epilepsy can stop all running animations with the click of a button. Animations controlled by the interface include videos, GIFs, and CSS flashing transitions.
Content highlighting – users can choose to emphasize important elements such as links and titles. They can also choose to highlight focused or hovered elements only.
Audio muting – users with hearing devices may experience headaches or other issues due to automatic audio playing. This option lets users mute the entire website instantly.
Cognitive disorders – we utilize a search engine that is linked to Wikipedia and Wiktionary, allowing people with cognitive disorders to decipher meanings of phrases, initials, slang, and others.
Additional functions – we provide users the option to change cursor color and size, use a printing mode, enable a virtual keyboard, and many other functions.
Browser and assistive technology compatibility
We aim to support the widest array of browsers and assistive technologies as possible, so our users can choose the best fitting tools for them, with as few limitations as possible. Therefore, we have worked very hard to be able to support all major systems that comprise over 95% of the user market share including Google Chrome, Mozilla Firefox, Apple Safari, Opera and Microsoft Edge, JAWS and NVDA (screen readers).
Notes, comments, and feedback
Despite our very best efforts to allow anybody to adjust the website to their needs. There may still be pages or sections that are not fully accessible, are in the process of becoming accessible, or are lacking an adequate technological solution to make them accessible. Still, we are continually improving our accessibility, adding, updating and improving its options and features, and developing and adopting new technologies. All this is meant to reach the optimal level of accessibility, following technological advancements. For any assistance, please reach out to