Monday, January 19, 2026




Home Blog Page 29

JAG PANZER – The underrated gems

0
Jag Panzer

Jag Panzer

Έφτασε η στιγμή η στήλη μας να ανέβει τα βουνά του Colorado. Εκεί, σε μια από τις υψηλότερες κορυφές τους, θα μας περιμένουν οι JAG PANZER, με μια δισκογραφία τόσο πλούσια και τόσο αξιόλογη, που το να διαλέξουμε μέσα από αυτή «υποτιμημένα» τραγούδια, έχει μια σχετική δυσκολία! Πάμε λοιπόν να δούμε 20+1 παραγκωνισμένα διαμάντια ενός από τα σπουδαιότερα σχήματα που ανέδειξε η μεταλλομάνα Αμερική.

 

  1. Iron shadows (“Tyrants” EP, 1983/”Decade of the Nail-Spiked Bat”, 2003)
    “In the darkened days of old, the law was the sword!”

Πειρατές, γιγαντιαίοι πίθηκοι, σιδερένια αγάλματα που ζωντανεύουν τη νύχτα… Εμπνευσμένοι από τον θρυλικό Conan και πιο συγκεκριμένα το “Iron shadows in the moon” (ή αλλιώς “Shadows in the Moonlight”) του Robert Howard, οι JAG PANZER συνθέτουν ένα manifesto ωμής δύναμης, χαρακτηριστικό της πρώιμης εποχής τους, τόσο καλό που ανετότατα θα μπορούσε να φιγουράρει στο “Ample destruction” και που θαρρείς πως μυρίζει ματωμένο σίδερο!

  1. The Crucifix (“Ample destruction”, 1984/”Decade of the Nail-Spiked Bat”, 2003)
    “When your love exists no more it’s time to find another door…”

Αναπόσπαστο κομμάτι της μουσικής των JAG PANZER, από το 1997 και μετά, είναι το βιολί, τα χορωδιακά μέρη και τα μεγάλα σε διάρκεια, επικά τραγούδια. Όμως, στα πλαίσια μιας παλαιότερης συνέντευξης-συζήτησης με τον Mark Briody, ο αρχηγός μου είχε πει ότι αυτό ήταν κάτι που ήθελε να κάνει από τον πρώτο καιρό, απλά δεν υπήρχαν τα απαιτούμενα μέσα. Γι’αυτό και δεν «στραβώσαμε» όταν ακούσαμε το “The Crucifix” σε νέα μορφή στο ”Decade of the Nail-Spiked Bat”. Μπορεί να «χάθηκε» το «ατσάλι» της αρχικής version, αλλά το κομμάτι παρουσιάστηκε όπως πραγματικά ήθελαν οι δημιουργοί του, με βιολί να αντικαθιστά τα πλήκτρα, κανονική χορωδία και στον γνώριμο, καθιερωμένο πια ήχο τους.

  1. Eyes of the night (“Jag Panzer” demo, 1986/”Decade of the Nail-Spiked Bat” 2003)
    “They are the eyes that burn inside you, take chance, ride the night!”

Ήδη από το demo του 1986, φαινόταν πως οι JAG PANZER ήθελαν να εξελίξουν τον ήχο τους και να γίνουν κάπως πιο μελωδικοί, προοδευτικοί και λυρικοί. Το θεϊκό “Lying deceiver”, το “Out of sight, out of mind” και φυσικά το επίσης υποτιμημένο διαμάντι “Eyes of the night”, μαρτυρούν τη θέληση αυτή με καταφανή τρόπο. Δυστυχώς, λόγω δικαιωμάτων, όπως κάθε τι που κυκλοφόρησε το γκρουπ ΠΡΙΝ το 1997, δεν υπάρχει σε επίσημη μορφή στο διαδίκτυο, αλλά η συλλογή ”Decade of the Nail-Spiked Bat” μας «λύνει» τα χέρια. Μέχρι να έρθει η επανακυκλοφορία της High Roller το 2013, το απολάμβαναν όσοι τυχεροί κατείχαν το demo ή κάποιες από τις δυσεύρετες επανεκδόσεις της Metal Blade ή της Metalcore Records.

  1. She waits (“Chain of command”, 1987/”Decade of the Nail-Spiked Bat”, 2003)
    “Lost in the shadows of times long ago/Look for the answer how does she know…”

Από τα καλύτερα δείγματα power metal κατά την πρώτη περίοδο του group, άλλη μια σύνθεση όπου το βελούδο νικά το σίδερο (τι έγραψα ο ποιητής…). Πρώτη εκτέλεση με φωνητικά από τον Bob Parduba και lead κιθάρα από τον Christian Lasegue, δεύτερη με Tyrant και Chris Broderick στα αντίστοιχα πόστα, καθεμιά με την ομορφιά της. Ισοπαλία στην σύγκριση λέει η καρδιά, νίκη της επανεκτέλεσης, με βραχεία κεφαλή, λέει η αντικειμενικότητα.

  1. Future shock (“The fourth judgement”, 1997)
    “What securities will the future hold/It’s getting out of control!”

Δεν υπήρχε περίπτωση να ακούσεις πληρέστερο power metal εν έτει 1997, από αυτό που έπαιζαν οι JAG PANZER στο καταπληκτικό “The fourth judgement”. Κοντεύουν τριάντα (!) χρόνια από όταν κυκλοφόρησε κι όμως, ακούγεται ακόμη σύγχρονο και «φρέσκο» όσο λίγα πράγματα εκεί έξω. Όσο για το “Future shock”, «καλπάζει» σαν καθαρόαιμο άτι από το Κολοράντο και κοιτάζει τους «προγόνους» του από το “Ample destruction”, με τη ματιά του απογόνου που τιμά το όνομα της οικογενείας και σβήνει κάθε κηλίδα σπίλωσης από πάνω του.

  1. Judgement day (“The fourth judgement”, 1997)
    “I’ve walked into the light on the other side/Beyond the door of life I’ve left behind…”

Και συνεχίζει ως εξής: “…followed a path I did not know, washed by many tears… Read the pages of my life, retraced the wasted years that scarred my soul…”. Μπορεί το concept του δίσκου να είναι εσχατολογικό, κατά μία έννοια, στο καταληκτικό έπος του όμως είναι ξεκάθαρες και οι αναφορές στα προσωπικά λάθη του παρελθόντος, που οδήγησαν στη διάλυση της σύνθεσης του “Ample destruction” και στη «ντροπή» που τιτλοφορείται “Dissident alliance”. Τεράστιος ύμνος, με θεόρατη ερμηνεία από τον Tyrant, εισαγωγή με βιολί και ακουστική κιθάρα που λυγίζει και σίδερα, Sabbath-ικό a la “Heaven and Hell” ρυθμό, εξαίσιο solo από τον μετρ Joey Tafolla… ο ιδανικός τρόπος για να κλείσει ένας αριστουργηματικός δίσκος.

  1. Take this pain away (“Jag Panzer” demo, 1986/“The Age of Mastery”, 1998)
    “It’s you and me, against the world…”

Είμαι σίγουρος πως αν ο Mark Briody μπορούσε να κάνει ένα ταξίδι στον χρόνο και από το 1986 να βρεθεί στο 1998, ώστε να ακούσει τη μεταμόρφωση που υπέστη το τραγούδι του από τον ίδιο, δε θα ήθελε να γυρίσει ξανά πίσω! Ακριβώς ίδια περίπτωση με το “A cry in the night” των VIRGIN STEELE αφού έρχονται και τα δύο από τα 80s, τα ακούς όπως ξαναγράφτηκαν στα 90s και ξεχνάς τα πρωτότυπα! Ίσως το ομορφότερο (προσοχή στον χαρακτηρισμό!) τραγούδι της μπάντας, με μεγάλο ατού το βιολί του πραγματικού πρωταγωνιστή Todd Ehle, που φτάνει μέχρι και να σολάρει, κάνοντας την καρδούλα του ακροατή, χαρτοπόλεμο.

  1. The moors (“The Age of Mastery”, 1998)
    “Bend your ear in amazement, hear this tale from long ago…”

Πόσο εύκολα και γρήγορα μπορούσες να ταξιδέψεις από το 1998, στους χερσότοπους και στους βάλτους της μεσαιωνικής Αγγλίας; Η απάντηση είναι σε περίπου πεντέμισι λεπτά. Τόσο διαρκεί το “The moors”, ένα έπος που διηγείται μέρος του Αρθουριανού μύθου, με riff-άρες, βιολιά, επιβλητικές χορωδίες και ανάλογης «κοπής» ερμηνεία από τον Tyrant. Μοναδικό ίσως ψεγάδι η απουσία lead κιθάρας, αλλά στο τέλος της ημέρας, ποιος νοιάζεται; Υπάρχει αυτό το outro με το βιολί, που μπαίνει στο πάνθεον των καλύτερων outros από καταβολής heavy metal.

  1. Three voices of fate (“Thane to the throne”, 2000)
    “…Til Birnam wood shall meet Dunsinane!”

William Shakespeare, “Macbeth”. Μια αριστουργηματική τραγωδία, που υμνεί και τιμά τις αντίστοιχες αρχαιοελληνικές και τολμώ να πω, τις κοιτά στα μάτια, μελοποιημένη από τους JAG PANZER, στο πληρέστερο άλμπουμ της καριέρας τους. Ο βασιλιάς Macbeth, πανίσχυρος, απαλλαγμένος όπως νομίζει από κάθε επίδοξο σφετεριστή του θρόνου που ο ίδιος έχει σφετεριστεί, λαμβάνει μια δυσοίωνη προφητεία: Το κάστρο του Dunsinane, το φρούριό του, θα πέσει μόνο αν το δάσος του Birnam εκστρατεύσει εναντίον του. «Μα πως γίνεται ένα δάσος να σηκωθεί και να επιτεθεί σε ένα κάστρο; Βλακείες…», σκέφτεται. Καημένε Macbeth, δεν έχεις ιδέα από σιβυλλικές προφητείες και πως αυτές εξηγούνται… Όσο για το κομμάτι; Έτσι παίζεται το γνήσιο, επικό power metal. Πάρτε ακόμη και τώρα μαθήματα. Δωρεάν είναι.

  1. Fate’s triumph (“Thane to the throne”, 2000)
    “I command the throne, none can defy… None of woman born!”

Οι τρεις μάγισσες είχαν δώσει και άλλη μια προφητεία: Ο Macbeth δε μπορεί να νικηθεί και να σκοτωθεί στη μάχη από το χέρι κάποιου «που γεννήθηκε από γυναίκα». Ο άρχοντας Macduff του Fife όμως, δε γεννήθηκε… τον πήραν βίαια από τη κοιλιά της μάνας του! “Foolish tyrant, you have no days left! Ripped from the womb at my mother’s death!” του φωνάζει, προκαλώντας τον. Και ο Macbeth, στεκόμενος μπροστά του με το σπαθί στο χέρι, κατανοεί τα «αλλόκοτα» εκείνα λόγια, απαντά Let steel ring out!” και ανταμώνει τη μοίρα του. Μπορεί να ήταν ό,τι ήταν ο τύπος, αλλά του το δίνω αυτό, ήταν παλικάρι!

  1. Tragedy of Macbeth (“Thane to the throne”, 2000)
    “We see apparitions, three that show their face. Beware Macbeth, beware Macbeth!”

Το αριστούργημα που κλείνει το “Thane to the throne”. Με κλιμακούμενη ένταση, χτίζεται τέλεια, χαρακτηρίζεται από όλα τα επιμέρους μουσικά στοιχεία της νέας περιόδου του group και συνοψίζει ολόκληρο το σαιξπηρικό δράμα. Για αυτό, θα μπορούσε να σταθεί και μόνο του ως concept κομμάτι. Ο Tyrant συναντάται στην καλύτερη και πιο μεστή ερμηνεία του από εποχές TITAN FORCE (δεν κάνω πλάκα) και ο Chris Broderick αποδεικνύει πως τα καλύτερα leads είναι αυτά που μπορείς να τα τραγουδήσεις, όχι αυτά που περιέχουν 1.722 νότες/λεπτό. Δυστυχώς, δε θυμάμαι να έχει παιχτεί και μάλλον δεν πρόκειται ποτέ να παιχτεί live…

  1. Unworthy (“Mechanized warfare”, 2001)
    “Though all my tears may cause a flood, I receive no healing from above…”

Πόσο όμορφος στίχος, ε…; Ένα τραγούδι γεμάτο λυρισμό, βγαλμένο από το “Thane to the throne” ή το “The Age of Mastery”. Γρηγοριανές ψαλμωδίες, Maiden-ικές κιθάρες (το riff από μόνο του είναι για 10/10) και σπαρακτικά φωνητικά το χαρακτηρίζουν. Είναι ο ορισμός του “grower”, δεν είναι hit, δε θα σε «πιάσει» με την πρώτη ή τη δεύτερη ακρόαση. Όταν όμως του δώσεις τον απαιτούμενο χρόνο, θα σε αποζημιώσει. Τόσο, που θα γίνει σίγουρα ένα από τα πολύ αγαπημένα σου τραγούδια της μπάντας.

  1. Cold is the blade (and the heart that wields it) (“Mechanized warfare”, 2001)
    “Only the steel will win the day…”

Ένα πολεμικό-ηρωικό τραγούδι, που μιλά όχι για τη δύναμη του σπαθιού, αλλά για αυτό που έχει την πραγματική δύναμη και το κινεί: Τη θέληση του ανθρώπου που το χειρίζεται. Αν σου θύμισε τον Conan και τον «γρίφο του ατσαλιού», δεν έχεις άδικο. Από εκεί αντλεί την έμπνευσή του. Τώρα, ξέρω τι θα μου πεις. Πως γίνεται ένα τραγούδι για το οποίο έχει γυριστεί και video clip, να θεωρείται υποτιμημένο; Νομίζω πως την απάντηση μπορούν να στη δώσουν και οι ίδιοι οι JAG PANZER, που το έχουν αφήσει τραγικά «πίσω» όσον αφορά τις συναυλίες τους. Εγώ ας πούμε τους έχω δει σε όλες τους τις εμφανίσεις στην Ελλάδα από το 2003 μέχρι σήμερα, έχω κάνει άνω-κάτω το διαδίκτυο, σε live εκδοχή δεν το έχω ακούσει. Και ένα κριτήριο για αυτήν την στήλη, είναι και αυτό.

  1. Power Surge (“Mechanized warfare”, 2001)
    “Hearts racing, blood boils – fist raising overlords!”

Διαβάζοντας κατά καιρούς σχόλια στο διαδίκτυο, έπεσα μια φορά επάνω σε ένα σχετικό με το “Power Surge”. Ο σχολιαστής λοιπόν έγραφε πως το κομμάτι αυτό φέρνει κάπως στους ICED EARTH. Στους ICED EARTH, αν έπαιζαν επικά και είχαν έναν guitar hero στην κιθάρα, θα προσθέσω εγώ, δεχόμενος το σχόλιο ως εύστοχο, προς χάρη της συζήτησης. Γιατί εντάξει, μπορεί κάποιες φορές να έδωσαν επικό τόνο στη μουσική τους, αλλά κιθαρίστα που να μπορεί να «ζυγώσει» λίγο τον Chris Broderick είχαν μόνο τον Jacob Dreyer. Κι αυτόν δε μπορείς να πεις πως τον είχε και ιδιαίτερα «ελεύθερο» ο Jon Schaffer, ναι; Τον Dreyer, ο οποίος θα ήταν ο νέος κιθαρίστας των JAG PANZER μετά το “The scourge of light”, στη θέση του Christian Lasegue, αν η μπάντα δεν κήρυττε προσωρινή παύση εργασιών.

  1. Legion immortal (“Casting the stones”, 2004)
    “Turn your gaze to the West and never look away!”

Το “Legion immortal” μου άρεσε από την πρώτη στιγμή όχι μόνο επειδή είναι εξαιρετικό μουσικά, αλλά και λόγω των στίχων του. Κάποιοι, με το βλέμμα στην Δύση, στέκονται σταθεροί και άγρυπνοι φρουροί των πανανθρώπινων αξιών του παρελθόντος, ακόμη και όταν όλα δείχνουν να καταρρέουν. Και βλέποντας όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, 21 χρόνια μετά, καταλαβαίνω πόσο διαχρονικοί ήταν, είναι και θα είναι οι στίχοι αυτοί και πόση ανάγκη έχει ο κόσμος από αυτούς τους «φρουρούς».

  1. Starlight’s fury (“Casting the stones”, 2004)
    “That which is made in the heavens, comes from violent reaction!”

To “Casting the stones” είναι μάλλον το πιο υποτιμημένο άλμπουμ των JAG PANZER. Και τούτο διότι ενώ ο κόσμος περίμενε μια επιστροφή στις μέρες του “Ample destruction”, άκουσε τον πιο progressive δίσκο του συγκροτήματος. Να, άκου για παράδειγμα αυτό εδώ. Δεν έχει μια SYMPHONY X και μια NEVERMORE αισθητική; Όσο να πεις, έχει και ήταν κάτι το λογικό. Ο Chris Broderick ήταν ήδη live session μέλος των NEVERMORE και ο αρχηγός Mark Briody αρκετά έξυπνος, ώστε να τον αφήσει να επιφέρει έναν γερό «εκσυγχρονισμό» στο αγαπημένο μας τεθωρακισμένο.

  1. The setting of the sun (“The scourge of light”, 2011)
    “Teach to beg, teach to rule, the master is not you…”

Χμ… Κάποιος γυρίζει προς τα πίσω τις σελίδες και επιστρέφει στο “Mechanized warfare”! Σπουδαία στιγμή το “The setting of the sun”, αλλά έχει ένα μειονέκτημα: Τα σχεδόν τριάμισι λεπτά, αδυνατούν να χωρέσουν τον υπέρμετρο λυρισμό του! Ένα λεπτό να είχε ακόμη, τουλάχιστον, θα μπορούσε μέχρι και να κοντράρει στα ίσα το αριστούργημα που ακολουθεί… Είδες; Κάποια τραγούδια είναι μεγαλύτερα από όσο πρέπει και τα βαριέσαι, καθώς επαναλαμβάνονται δίχως νόημα και σε κουράζουν. Κάποια άλλα όμως, διαρκούν λιγότερο από όσο θες!

  1. The book of Kells (“The scourge of light”, 2011)
    “Lead me on; carry me into truth, carry me onward to glory!”

Άλλο περίεργο από δω… Μιλάμε ταυτόχρονα για ένα από τα πιο υποτιμημένα τραγούδια των JAG PANZER και ταυτόχρονα για ένα αριστούργημα που μπαίνει ακόμη και σε αυστηρό top – 20! Θέμα του, η ομώνυμη βίβλος του μοναστηριού Kells στην επαρχία Meath της Ιρλανδίας και πως ένας ανώνυμος πιστός ψάχνει την αλήθεια, μέσα από τα Τέσσερα Ευαγγέλια που περιέχονται σε αυτή. Εισαγωγή με απόκοσμες φωνές που μιλούν στα Γαέλικα, ακουστική κιθάρα, βιολί (Frank Lynn), cello (Richard Niezen), λατινόφωνες χορωδίες, βαριά riffs σε αργούς ρυθμούς, θεόρατη ερμηνεία από τον Τύραννο… να πως ταξιδεύεις στη μεσαιωνική Ιρλανδία του 9ου μ.Χ. αιώνα.

  1. Long awaited kiss (“The deviant chord”, 2017)
    “I welcome the cold winter’s chill, caressing me and stinging me…”

Νομίζω πως αν υπάρξει ποτέ βραβείο «καθυστέρησης» στην ολοκλήρωση μιας τριλογίας, άνετα το παίρνουν οι JAG PANZER. Και αυτό διότι το πρώτο μέρος της δικής τους τριλογίας ήταν το “The Crucifix” (1984), το δεύτερο το “All thing renewed” (2001) και τρίτο το “Long awaited kiss” (2017)! Ok, προφανώς και αστειεύομαι, άλλωστε ουδεμία σημασία έχει πότε ολοκληρώνεται κάτι, μπροστά στο αν βγει καλό ή όχι. Το “Long awaited kiss” είναι μια πανέμορφη folk μπαλάντα, στο στυλ του “Take this pain away”, κι ας μην έχει την εντονότατη συναισθηματική του φόρτιση. Συνεπώς, καταλαβαίνουμε και την αξία του.

  1. Last rites (“The hallowed”, 2023)
    “Rise in conversation take heed unto the wise…”

Ναι, ξέρω. «Πότε πρόλαβε να γίνει underrated ένα κομμάτι από δίσκο που κυκλοφόρησε πριν δύο χρόνια». Αυτό δε θες να ρωτήσεις; Εύκολη απάντηση: Υπάρχει μια άτυπη παράδοση, που θέλει το τελευταίο τραγούδι (σχεδόν) σε κάθε Panzer album, να είναι το “magnum” opus του. Λίγο πιο μεγάλο, λίγο πιο μικρό, το τελευταίο κομμάτι ήταν συνήθως ένα grand finale. Και αυτό το grand finale, είναι συνήθως τραγικά υποτιμημένο και τόσο σε επίπεδο powerplay όσο και σε επίπεδο live εκτελέσεων, στέκει παραγκωνισμένο. Ό,τι συμβαίνει δηλαδή και με το επικότατο, σκοτεινό και ολίγον τι folk, “Last rites”, που παίρνει άμεσα τη δική του θέση δίπλα στα υπόλοιπα highlights (και δεν είναι και λίγα) της JAG PANZER εποποιΐας.

BONUS

Children of the sea (“Holy Dio – A tribute to the voice of Metal: Ronnie James Dio”, 1999)

Εκεί κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’90, μέχρι τις αρχές αυτής του ’00, τα tribute albums ήταν κάτι σαν συνήθεια. Βασικά, μην κρυβόμαστε, ήταν μόδα. Πάμπολλοι «μεγάλοι» του hard rock και του heavy metal τιμήθηκαν από τους συνεχιστές τους και μέσα στα τόσα tributes που κυκλοφόρησαν, ακούσαμε από αριστουργηματικές διασκευές, μέχρι απαράδεκτες επανεκτελέσεις που στο άκουσμά τους, σου ερχόταν να ψάξεις να βρεις τον υπεύθυνο και να τον αρχίσεις στα κλωτσίδια. Το “Holy Dio…” ήταν σε γενικές γραμμές μια πολύ αξιόλογη προσπάθεια, με σοβαρά ονόματα και με τις όποιες αστοχίες του να μην είναι τόσο τραγικές. Οι JAG PANZER πάντως, ήταν καταπληκτικοί. Το “Children of the sea” τους ταίριαξε απόλυτα, μουσικά είχαν όλα τα εφόδια να το παρουσιάσουν άρτιο, ο Conklin είναι έτσι κι αλλιώς μεγάλη φωνή, οπότε… 10/10!

Δημήτρης Τσέλλος

A day to remember… [18/09] ANNIHILATOR

0
Annihilator

Annihilator

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ“Suicide society” – ANNIHILATOR
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ2015
ΕΤΑΙΡΙΑUDR Music
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣJeff Waters
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Jeff Waters – Φωνητικά, κιθάρες, μπάσο
Mike Harshaw – Τύμπανα

Δέκα χρόνια πριν, ακριβώς αυτή τη μέρα, κυκλοφόρησε το δέκατο πέμπτο άλμπουμ των αγαπημένων μας ANNIHILATOR, το “Suicide society”. Ένα περίεργο, όσο και μεταβατικό άλμπουμ για τον Jeff Waters, καθώς ήταν το πρώτο μετά την αποχώρηση του τραγουδιστή και ρυθμικού κιθαρίστα Dave Padden που είχε θητεύσει στη μπάντα από το 2003 έως το 2014. Η αποχώρηση του Padden υποχρέωσε τον Waters να αναλάβει εκ νέου τα φωνητικά, για πρώτη φορά μετά το “Remains” του 1997.

Συνθετικά, το “Suicide society” είναι κατά τη γνώμη μου, όπως προανέφερα, ένα μεταβατικό άλμπουμ. Από τη μία υπάρχουν τα μελωδικά στοιχεία που εισήγαγε ο Padden κατά τη διάρκεια της παραμονής του στους ANNIHILATOR, από την άλλη, υπάρχουν πολύ ακραίες στιγμές που μπορούν να εκληφθούν σαν ψήγματα της πιο επιθετικής προσέγγισης που θα ακολουθούσε ο Waters στο μέλλον. Από τη μία λοιπόν, έχουμε κομμάτια όπως το εναρκτήριο ομώνυμο που μου βγάζει μια μελωδική MEGADETH αίσθηση, το “Snap” , ή το μελαγχολικό “Every minute”. Από την άλλη, το thrash μακελειό των “My revenge” (που θυμίζει πολύ έντονα το “Damage inc.” των METALLICA) , “Creepin’ again”, “Break, enter” και “Narcotic avenue”, σίγουρα δεν μπορούν να περάσουν επ’ ουδενί απαρατήρητα, κυρίως από τους old school thrashers σαν την αφεντιά μου. Κάπου στο ενδιάμεσο, βρίσκονται τα “The one you serve” και “Death scent”.

Για την απόδοση του Waters στην κιθάρα, ούτε λόγος, ο άνθρωπος όπως πάντα ξεσαλώνει! Όσο για τα φωνητικά, ο Waters ακολουθεί την προσέγγιση του “King of the kill”, προσπαθώντας ενδεχομένως να πιάσει την ατμόσφαιρα του συγκεκριμένου δίσκου.

Εν κατακλείδι, χωρίς να είναι από τις καλύτερες δουλειές τους, το “Suicide society” είναι ένα κομβικό άλμπουμ για τους ANNIHILATOR, καθώς ομαλοποίησε τη μετάβαση από την εποχή Padden σε πιο βίαια μονοπάτια. Προσωπικά είναι ένας δίσκος που ακούω πολύ ευχάριστα, κυρίως λόγω των υπέροχων thrash κομματιών που διαθέτει, αλλά και για την κιθαριστική παράνοια του Waters, που πάντα καθηλώνει!

Did you know that:

  • Ο Padden ανακοίνωσε τηλεφωνικά στον Waters την αποχώρηση του κάποια στιγμή τον Δεκέμβριο του 2014, λέγοντας του ότι θέλει να αφοσιωθεί στην οικογένεια του. Ο Waters σοκαρίστηκε τόσο, που, ύστερα και από την αποτυχημένη του προσπάθεια να τον μεταπείσει φτάνοντας σε σημείο να του προσφέρει αύξηση μισθού, έκανε καιρό να το ξεπεράσει. Ύστερα από μερικές αποτυχημένες προσπάθειες εύρεσης νέου τραγουδιστή, αποφάσισε να αναλάβει εκ νέου τα φωνητικά.
  • Η deluxe έκδοση του δίσκου περιέχει ένα δεύτερο CD που ονομάζεται “The Ravenstreet sessions” και είναι μια live εμφάνιση των ANNIHILATOR με τον Padden από το 2013. Στο ίδιο CD υπάρχουν και σχόλια του Waters για το κάθε κομμάτι του άλμπουμ ξεχωριστά.
  • Τέσσερα singles κυκλοφόρησαν για την προώθηση του δίσκου, τα “Suicide society”, “Snap”, “My revenge” και “Creepin’ again” ενώ για τα δύο πρώτα γυρίστηκαν και video clips.
  • Τελευταίο άλμπουμ για τον Mike Harshaw στα τύμπανα. Ο Harshaw ήταν στους ANNIHILATOR από το 2013 ηχογραφώντας μαζί τους εκτός από το “Suicide society” , το “Feast” και το “Re-kill” με τις επανηχογραφήσεις παλιών κομματιών των ANNIHLATOR .
  • Πολύ ενδιαφέρον παρουσιάζει το “Break, enter” που διηγείται την προσωπική εμπειρία του Waters, όταν τρείς διαρρήκτες είχαν την ατυχή έμπνευση να μπουν στο σπίτι του. Την κατάληξη μπορείτε να την διαβάσετε στους στίχους. Με άλλα λόγια… δεν μπλέκεις με τον τρελο-Καναδό!

Θοδωρής Κλώνης

Οι IRON MAIDEN στο OAKA τον Μάιο του 2026!!!

0
Maiden

Maiden

IRON MAIDEN

RUN FOR YOUR LIVES WORLD TOUR

ΣΑΒΒΑΤΟ 23 ΜΑΪΟΥ 2026

ΟΑΚΑ

ΟΙ IRON MAIDEN ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΤΟ 2026 

ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΟΥΝ ΤΗΝ 50Η ΕΠΕΤΕΙΑΚΗ, ‘RUN FOR YOUR LIVES’ 

WORLD TOUR.

ΜΕ ΕΝΑ SET LIST ΑΠΟ ΟΛΑ ΤΑ ICONIC ALBUMS ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΔΕΚΑΕΤΙΩΝ ΤΗΣ ΚΑΡΙΕΡΑΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΙΟ ΘΕΑΜΑΤΙΚΟ ΤΟΥΣ SHOW ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ, ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΝΕΕΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΕΣ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΚΑΙ ΜΙΑ SPECIAL ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΣΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ.

Οι IRON MAIDEN ανακοίνωσαν τις πρώτες ημερομηνίες ενός πολύ φορτωμένου προγράμματος για το 2026, ξεκινώντας με μια καλοκαιρινή επιστροφή στην Ευρώπη για να παίξουν κυρίως σε φεστιβάλ αλλά και σε στάδια σε χώρες και περιοχές που δεν επισκέφτηκαν το 2025. Ο επόμενος μήνας θα σηματοδοτήσει την έναρξη επισκέψεων σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου, τα οποία θα ανακοινωθούν αργότερα.

Οι αρχικές ευρωπαϊκές ημερομηνίες είναι οι παρακάτω και επιπλεον headline φεστιβάλ θα ανακοινωθούν από τα ίδια τα φεστιβάλ παράλληλα με το ironmaiden.com. Είναι μια γεμάτη χρονιά, οπότε μετά από αυτό δεν θα υπάρξουν συναυλίες των Maiden το 2027.

Ο Steve Harris λέει:
«Όλοι μας αγαπάμε πολύ την περιοδεία RUN FOR YOUR LIVES. Οι οπαδοί ήταν καταπληκτικοί, το set list είναι τέλειο για την 50ή επέτειο, το show είναι πιθανότατα το καλύτερό μας μέχρι σήμερα και η ζήτηση για εισιτήρια ήταν απίστευτη, με σχεδόν παντού sold out και συνολικά πάνω από ένα εκατομμύριο θεατές. Έτσι, όλοι σκεφτήκαμε ότι θα έπρεπε να παίξουμε μερικές ακόμα συναυλίες στην Ευρώπη πριν κατευθυνθούμε σε άλλα μέρη του κόσμου αργότερα μέσα στη χρονιά.

Φυσικά ο Simon Dawson θα είναι ξανά μαζί μας στη θέση του ντράμερ, και τόσο εκείνος όσο και όλη η μπάντα θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τους οπαδούς μας για την υπέροχη υποδοχή που του δώσατε στο πρώτο σκέλος.

Πάντα απολαμβάναμε να παίζουμε σε φεστιβάλ, ειδικά καθώς έχουμε την ευκαιρία να παίξουμε σε κοινό που δεν είναι αποκλειστικά για εμάς, και αγαπάμε αυτή την πρόκληση! Έτσι αποφασίσαμε να επισκεφθούμε όσα περισσότερα σπουδαία Metal φεστιβάλ μπορούσαμε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Επιπλέον, θα παίξουμε και σε στάδια σε Ελλάδα, Ρουμανία, Σλοβακία και Βουλγαρία, όπου δεν παίξαμε φέτος και όπου πάντα αγαπάμε να παίζουμε μπροστά στους παθιασμένους μας φανς.»

Ο μάνατζερ Rod Smallwood σχολιάζει:
«Μείναμε πραγματικά έκπληκτοι από την εξαιρετικά θερμή υποδοχή των οπαδών μας και των media στο πρώτο σκέλος του Run For Your Lives Tour. Ξέραμε ότι είχαμε δημιουργήσει ένα ξεχωριστό show, αλλά η ενέργεια όλων των οπαδών μας σε κάθε συναυλία έγινε αντιληπτή από τη μπάντα και πιστεύω ότι όλοι ζήσαμε κάτι πραγματικά αξέχαστο, και ίσως την καλύτερη περιοδεία μας ποτέ.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της καριέρας μας τα φεστιβάλ έπαιξαν τεράστιο ρόλο, ξεκινώντας με το Rock in Rio το 1985 φυσικά, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να παίξουμε μπροστά σε νέο κοινό και ελπίζοντας να το μετατρέψουμε σε οπαδούς των Maiden, κάτι που, ελλείψει ραδιοφώνου ή mainstream media, βοήθησε πάρα πολύ να αυξήσουμε το κοινό μας. Έτσι, αυτή η περιοδεία, που περνά από στα πιο σημαντικά Metal φεστιβάλ της Ευρώπης, είναι επίσης ένα τεράστιο ευχαριστώ σε αυτά τα φεστιβάλ για τον τόσο σημαντικό ρόλο που έπαιξαν στα πενήντα χρόνια… και παραπάνω πλέον… της ιστορίας των Iron Maiden.

Εκτός από την Ανατολική Ευρώπη θα παίξουμε επίσης σε μερικά στάδια σε περιοχές που «χάσαμε» στη Γερμανία (Hannover), στη Γαλλία (Lyon-Décines) και στην Ιταλία, η τελευταία στο θρυλικό San Siro του Μιλάνου, έδρα της AC και της Inter Milan, και όπως μου είπαν, θα είμαστε η πρώτη Metal μπάντα που θα παίξει ποτέ εκεί. Είναι πάντα υπέροχο να κατακτούμε νέα εδάφη – ακόμα και μετά από τόσα χρόνια!!

Θα δείτε ότι το πρόγραμμα παρακάτω αναφέρει απλώς UK SHOW για τις 11 Ιουλίου και υπάρχει καλός λόγος για αυτό! Εργαζόμαστε πάνω σε κάτι πολύ ξεχωριστό για τους πιστούς Βρετανούς fans μας, με τα Eddie’s Dive Bar που λανσάραμε πέρσι… να παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο οπότε μείνετε συντονισμένοι!

Οι fans θα παρατηρήσουν επίσης ότι θα παίξουμε ξανά στο Paris La Défense Arena τη Δευτέρα 22 Ιουνίου, αφού ήδη παίξαμε δύο sold out βραδιές εκεί φέτος μπροστά σε 75.000 θεατές… αλλά υπάρχει καλός λόγος γι’ αυτό!

Ναι, ξέρουμε ότι το ζητούσατε, οπότε θα κινηματογραφήσουμε αυτό το ξεχωριστό show για εσάς και για την αιωνιότητα! Επιλέξαμε κλειστό στάδιο για να δείξουμε την παραγωγή με τον καλύτερο τρόπο και επίσης ένα σπουδαίο κοινό, κάτι που ξέρουμε ότι το Παρίσι ήταν και πάντα είναι για εμάς. Έτσι αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στο Παρίσι και ελπίζουμε οι fans εκεί να θέλουν ακόμα να μας δουν! Αυτή θα είναι η 31η μας συναυλία στο Παρίσι, καθώς πάντα υπήρχε κάτι ξεχωριστό από τότε που παίξαμε εκεί για πρώτη φορά με τους KISS το 1980!

Τέλος, ήταν πραγματικά ξεχωριστό να δούμε ότι η μεγάλη πλειονότητα των fans μας εκτίμησε και σεβάστηκε το αίτημά μας να περιορίσει δραστικά τη χρήση των κινητών τηλεφώνων τους στις συναυλίες μας, ιδανικά κρατώντας τα στις τσέπες τους όλη την ώρα και ειδικά στις ζώνες ορθίων μπροστά από τη σκηνή. Υπήρξαν εξαιρέσεις σε μερικά μέρη δυστυχώς, αλλά συνολικά η κατανόηση και η συνεργασία των οπαδών μας έκαναν τεράστια διαφορά στην ατμόσφαιρα κάθε show και αύξησαν απίστευτα το level της απόλαυσης τόσο για τη μπάντα όσο και για το κοινό.

Πλέον ενθαρρύνουμε τους fans μας να το τηρήσουν ξανά σε όλες τις συναυλίες μας το 2026 και στο Παρίσι συγκεκριμένα θα συνεργαστούμε με την Yondr, την εταιρεία που δημιουργεί χώρους χωρίς τηλέφωνα όπου οι fans λαμβάνουν μια ασφαλή κλειδωμένη θήκη η οποία τους επιτρέπει να κρατούν το τηλέφωνό τους πάνω τους όλη την ώρα. Η εταιρεία θα διευκολύνει αυτή τη διαδικασία τελικά προς όφελος σας, των υπέροχων fans μας δηλαδή, μιας και έτσι κι εσείς είμαι βέβαιος ότι, όπως όλοι μας, δεν θέλετε να δείτε μια σειρά από οθόνες κινητών τηλεφώνων στο πλάνο. Επομένως, για να βοηθήσουμε το κινηματογραφικό μας συνεργείο, θα κάνουμε αυτόν τον τεράστιο χώρο στο La Défense εντελώς phone free με Yondr, ώστε να διασφαλίσουμε ότι το show – και φυσικά όλοι εσείς στο κοινό – θα φαίνεστε όσο το δυνατόν πιο φανταστικοί στην κάμερα!

Στα υπόλοιπα venues ζητάμε από τους fans να κρατήσουν ξανά τα τηλέφωνά τους στις τσέπες και να απολαύσουν κάθε στιγμή της συναυλίας, αντί να σηκώνουν το τηλέφωνό τους στον αέρα προσπαθώντας ώστε να κινηματογραφήσουν ένα μέρος του με αποτέλεσμα να ενοχλούν όσους βρίσκονται γύρω τους. Έτσι, αν ένας λεγόμενος fan κοντά σας νομίζει ότι είναι ιδιαίτερος και κινηματογραφεί αυτό που εγωιστικά θέλει, παρακαλώ απλώς να του ζητήσετε πολύ ευγενικά φυσικά, να βάλει το τηλέφωνό του «εκεί που δεν λάμπει ο ήλιος! »

Και, όπως ανέφερα προηγουμένως, για όλους τους fans μας εκτός Ευρώπης, σε καμία περίπτωση δεν σας έχουμε ξεχάσει για αυτό έχουμε στα σκαριά μεγάλες ανακοινώσεις που έρχονται αργότερα για το 2026. Να είστε βέβαιοι ότι θα επισκεφθούμε όσο το δυνατόν περισσότερους από εσάς το επόμενο έτος, πριν η μπάντα κάνει ένα καλά κερδισμένο διάλειμμα από τον δρόμο το 2027.»

RUN FOR YOUR LIVES EUROPEAN TOUR DATES 2026

ΜΑΪΟΣ 2026
23 Αθήνα, ΕΛΛΑΔΑ – ΟΑΚΑ
26 Σόφια, ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ – Vasil Levski Stadium
28 Βουκουρέστι, ΡΟΥΜΑΝΙΑ – Arena Națională
30 Μπρατισλάβα, ΣΛΟΒΑΚΙΑ – Národný Futbalový Štadión

ΙΟΥΝΙΟΣ 2026
02 Αννόβερο, ΓΕΡΜΑΝΙΑ – Heinz von Heiden Arena
10 Άμστερνταμ, ΟΛΛΑΝΔΙΑ – Ziggo Dome
17 Μιλάνο, ΙΤΑΛΙΑ – San Siro Stadium
22 Παρίσι, ΓΑΛΛΙΑ – Paris La Défense Arena
28 Λυών – Décines, ΓΑΛΛΙΑ – Groupama Stadium

ΙΟΥΛΙΟΣ 2026
07 Λισαβόνα, ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ – Estádio da Luz
11 Ηνωμένο Βασίλειο Headline Show – Λεπτομέρειες θα ανακοινωθούν

Τέλος, λόγω της δημοτικότητας των Eddie’s Official Pop-Up Dive Bars με ελεύθερη πρόσβαση, θα επεκτείνουμε περαιτέρω αυτό το concept σε όσες περισσότερες πόλεις-συναυλιών μπορούμε, δημιουργώντας έναν μοναδικό χώρο για τους fans να συγκεντρωθούν πριν και μετά το show. Θα σερβίρονται Trooper Beer και Darkest Red wine, με φαγητό, αποκλειστικό merch και επιπλέον ψυχαγωγία. Οι λεπτομέρειες θα είναι διαθέσιμες στο ironmaiden.com σε μεταγενέστερη ημερομηνία.

Τα εισιτήρια θα βγουν προς πώληση την εβδομάδα που ξεκινά στις 22 Σεπτεμβρίου, δείτε το ironmaiden.com

FOR YOUR LIVES EUROPEAN TOUR DATES 2026

A day to remember… 16/9 [KISS]

0
Kiss

Kiss

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Asylum” – KISS
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1985
ΕΤΑΙΡΙΑ: Mercury Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Paul Stanley και Gene Simmons
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Κιθάρες/Φωνητικά – Paul Stanley
Mπάσο/Φωνητικά – Gene Simmons
Κιθάρες – Bruce Kulick
Τύμπανα – Eric Carr

Την 29η Μαρτίου 1985, η περιοδεία του “Animalize”, του 12ου άλμπουμ των KISS, έφτανε στο τέλος της, κάπου στο New Jersey, με support τους σοκαριστικούς και φερέλπιδες (τότε) W.A.S.P. Χάρη στην επιτυχία του single “Heaven’s on Fire”, το “Animalize” είχε γίνει πλατινένιο, το πρώτο άλμπουμ των KISS από την εποχή του αμφιλεγόμενου “Dynasty” (1979) που πετύχαινε κάτι τέτοιο. Πλέον, η μπάντα έκλεινε πανηγυρικά το κεφάλαιο της επιστροφής της στην ελίτ του αμερικανικού hard rock, έχοντας αφήσει το make-up εκτός εικόνας, ήδη από το “Lick it up” (1983), χωρίς, ωστόσο, να αποφύγει τις απώλειες.

Μέσα σε 3 χρόνια, οι KISS είχαν ήδη κάψει δύο κιθαρίστες, τον ταλαντούχο Vinnie Vincent και τον άτυχο Mark St. John. O νέος κιθαρίστας, πάντως, είχε έρθει για να μείνει. Όταν προσλήφθηκε για να παίξει στην θέση του St. John μετά τον Νοέμβρη του 1984 στην περιοδεία του “Animalize”, o φοβερός Bruce Kulick (αδελφός του παλιού συνεργάτη των KISS, Bob Kulick), κάπου φάνηκε να ομαλοποιείται η κατάσταση με το line-up του συγκροτήματος. Έπειτα από την σιωπηλή παρουσία του στο “Animalize” και την εξίσου διακριτική παρουσία του στην ακόλουθη περιοδεία, o Bruce Kulick ένιωθε ολοκληρωτικά έτοιμος να αναλάβει τον ρόλο για τον οποίο προοριζόταν. Ο ίδιος ο Paul Stanley του ανακοίνωσε άμεσα και λιτά την πρόσληψη του. «Στέλνουμε τον Mark σπίτι του. Τώρα εσύ θα είσαι ο κιθαρίστας των KISS και θέλουμε να είσαι ανταγωνιστικός με αυτά που ακούγονται στο ραδιόφωνο», εννοώντας όλους τους πρωτοκλασάτους κιθαρίστες της εποχής.

O Kulick, που διέθετε τεχνική δεξιοτεχνία και είχε μία ξεχωριστή αίσθηση μελωδίας, ανταποκρίθηκε επάξια στην πρόκληση, ενσωματώνοντας, από την μια, στοιχεία των θεαματικών συναδέλφων του, διατηρώντας, ωστόσο, το προσωπικό του στυλ, αντί να μιμείται απλά το παίξιμο τους. Η αξιοπιστία του και η ικανότητα του εντυπωσίασαν τους υπόλοιπους KISS και για πρώτη φορά μετά την αποχώρηση του Ace Frehley, η κατάσταση τους έμοιαζε αισιόδοξη. Και μάλιστα αυτή η σύνθεση θα παρέμενε σταθερή, μέχρι τον πρόωρο θάνατο του ντράμερ Eric Carr το 1991, προσφέροντας τους την ικανότητα να μείνουν επίκαιροι, μουσικά και εμπορικά, μέσα σε μία πολύ ανταγωνιστική δεκαετία.

Λίγες εβδομάδες, λοιπόν, μετά το τέλος της περιοδείας του “Animalize”, οι KISS μπήκαν στο στούντιο με τον νέο τους κιθαρίστα για να ηχογραφήσουν το επόμενο τους άλμπουμ. Για τον Kulick, ήταν μία ευκαιρία που περίμενε σε όλη του την ζωή. «Πέρασε καιρός μέχρι να μαθευτεί ποιος είναι ο lead κιθαρίστας των KISS. Θα αποτελούσα κι επίσημα μέλος του συγκροτήματος, ηχογραφώντας στον δίσκο, γράφοντας τραγούδια, βγαίνοντας φωτογραφίες με τους υπόλοιπους στο εξώφυλλο», δήλωσε σε συνέντευξη του ο Kulick πολλά χρόνια αργότερα. Σε αυτό το χρονικό σημείο, μπήκαν τα θεμέλια για το “Asylum”, το άλμπουμ νο. 13 και ένα σημείο καμπής για την εξέλιξη του συγκροτήματος στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Αν και δεν υπάρχει κάποια επίσημη δήλωση από το συγκρότημα για τον τίτλο που επιλέχθηκε, φαίνεται πως η ιδέα προήλθε από ένα demo του Paul Stanley που είχε ηχογραφηθεί το 1981 και τελικά κυκλοφόρησε επίσημα στην επετειακή έκδοση για τα 40 χρόνια του “Creatures of the night” (1982).

Οι ηχογραφήσεις ξεκίνησαν στα διάσημα Electric Lady Studios, κάτι πολύ σημαντικό για τον Kulick, μιας και σχετιζόντουσαν άμεσα με τον θρυλικό Jimi Hendrix. Σε παραγωγή Paul Stanley και Gene Simmons, η νέα δουλειά τους φιλοδοξούσε να εκμεταλλευτεί την ώθηση που είχαν πάρει από το “Animalize” και να τους προωθήσει ακόμα περισσότερο στο glam metal κοινό του 1985, υποβοηθούμενοι και από βίντεο κλιπ που θα έπαιζαν στο MTV. Βέβαια, όπως και σε κάθε δουλειά των KISS μέχρι τότε, τίποτε δεν προμηνυόταν εύκολο. Ήδη από την περίοδο του Animalize, ο Gene Simmons είχε αναπτύξει μία παράλληλη καριέρα στο πλάι, κυνηγώντας ρόλους στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο. Είχε ήδη εμφανιστεί στην ταινία «Runaway: Ομάδα ειδικής καταδίωξης» (1984) ενώ το 1985 θα εμφανιζόταν στο πρώτο επεισόδιο της δεύτερης σεζόν των «Σκληρών του Μαϊάμι». Εκτός αυτού, επένδυε τον χρόνο του υπογράφοντας,  μανατζάροντας και κάνοντας παραγωγές σε καλλιτέχνες όπως οι Keel, η Wendy O. Williams και οι Black’N Blue.

Αυτή η στάση έφερε τον Paul Stanley πιο μπροστά σαν αρχηγό της μπάντας, ο οποίος κατηύθυνε όλο το project με πυγμή, ενώ ο Kulick συνεισέφερε αρκετά και αυτός, βοηθώντας στο γράψιμο των κομματιών. Εκτός, όμως, από το ίδιο το συγκρότημα, ήρθε και εξωτερική βοήθεια με δύο ανερχόμενους (τότε) και πολύ καταξιωμένους (πλέον) συνθέτες. O πρώτος ήταν ο τεράστιος Desmond Child –ένας από τους πιο εμπορικά επιτυχημένους συνθέτες ever – που θα γνώριζε τρομακτική επιτυχία ένα χρόνο αργότερα με την δουλειά του για τους BON JOVI. Ο άλλος, που έγραψε την δική του ιστορία στον χώρο του AOR και του μελωδικού hard rock ήταν ο εξωτικός Αϊτινός μπασίστας, Jean Beauvoir, μέλος των PLASMATICS, ενός punk/metal σχήματος που δημιουργήθηκε από την τραγουδίστρια Wendy O’ Williams και τον παραγωγό Rod Swenson. Ο Swenson θα έπαιρνε κι αυτός έμμεσα μέρος στα credits του άλμπουμ με τον κιθαρίστα των PLASMATICS, Wes Beech.

Αρχικά, ο Carr έπαιζε τα drum tracks, ο Stanley έβαζε την βάση με ρυθμική κιθάρα, ο Simmons συμπλήρωνε το rhythm section (όπου συμμετείχε) και στο τέλος, πριν τα φωνητικά, ο Kulick έπαιζε τις lead κιθάρες. Το αποτέλεσμα ήταν ένα καλογυαλισμένο, ραδιοφωνικό άλμπουμ, που ταίριαζε απόλυτα με τον glam metal ήχο που κυριαρχούσε στο MTV το 1985. Το “Asylum” ξεκινάει δυναμικά με το “King of the mountain” και την βροντερή εισαγωγή του Eric Carr, κάπως σαν αυτή του παλαιότερου “Creatures of the night”. Το τραγούδι που γράφτηκε από τους Stanley, Kulick και Desmond Child ξεκίνησε από μία ιδέα του κιθαρίστα, με τους άλλους δύο να την μετουσιώνουν σε ολοκληρωμένο κομμάτι και με τα εισαγωγικά μέρη να γράφονται τελευταία. Αυτή είναι και μία εξαιρετική προσπάθεια για την ανάδειξη των δύο νεότερων μελών της μπάντας, του Kulick και του Carr.

Ακολουθεί το “Any way you slice it”, μία σύνθεση και ερμηνεία του Simmons – η πρώτη του στο άλμπουμ – και του Howard Rice, συνθέτη και μηχανικό ήχου, που ήταν γείτονας του τότε, όταν ο μπασίστας έμενε με την Diana Ross. Τρίτο στην σειρά έρχεται το εκπληκτικό “Who wants to be lonely”, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια των 80s KISS. Φυσικό να ξεχωρίζει από μελωδία και πιασάρικο feeling, αφού εκτός του Stanley, συμμετείχαν στην σύνθεση τόσο ο Child όσο και ο Beauvoir, ο οποίος παίζει και το μπάσο εδώ, καθώς ο Simmons απουσίαζε κατά την ηχογράφηση. Αυτό που ξεχωρίζει είναι τα βρεγμένα μοντέλα και το πολύχρωμο ντύσιμο του Stanley στο βίντεο κλιπ, που ανταποκρίνεται πλήρως στο κλίμα (και την μόδα) της εποχής.

Λίγο πριν το τέλος της πρώτης πλευράς, βρίσκεται το διασκεδαστικό “Trial by fire”, με μία από τις καλύτερες φωνητικά ερμηνείες του Gene σε όλη την δισκογραφία των KISS. Στιχουργικά εδράζεται σε ένα δόγμα που είχε υιοθετήσει η μπάντα από την αρχή, να ζεις με τους δικούς σου κανόνες και να ξεπερνάς την αμφισβήτηση, η οποία ερχόταν μαζικά στο διάβα τους από κριτικούς και ακόμα και από fans τους. Ο Simmons είχε την βοήθεια του Kulick εδώ, ο οποίος έγραψε το “Trial by fire” κομμένο και ραμμένο για τον μπασίστα του. Τελευταίο έρχεται το γρήγορο “I’m alive”, από τους Stanley, Kulick και Child, το οποίο τρέχει με τον ρυθμό του Eric Carr στα ντραμς, φέρνοντας λίγο στο μυαλό MOTLEY CRUE ή ακόμα και VAN HALEN.

Πιστοί στο δυναμικό ξεκίνημα, οι KISS ανοίγουν την δεύτερη πλευρά με το “Love’s a deadly weapon”. Εδώ παίρνουν τα credit οι Swenson και Beech των PLASMATICS, μιας και το τραγούδι δανείζεται μουσικά από το δικό τους “Party”, ενώ ο τίτλος έρχεται από ένα άλλο παλιότερο demo του Stanley. Τα καλύτερα, πάντως έρχονται μετά, με ένα από τα μεγαλύτερα hits των KISS, το γλυκόπικρα εθιστικό (και ίσως εμπνευσμένο από τον χωρισμό του από την ηθοποιό Lisa Hartman) “Tears are falling” του Paul Stanley, που αποτέλεσε και το μοναδικό single του άλμπουμ, φτάνοντας στο νο. 20 του Billboard Mainstream Rock chart. Με την εξαιρετική ενορχήστρωση του και ένα δυνατό ρεφραίν, κέρδισε τις προτιμήσεις των θεατών στο “Dial MTV”, καθιστώντας το ένα από τα πιο περιζήτητα τραγούδια εκείνη την χρονιά. Το βίντεο έχει, επίσης, αφήσει εποχή, με τον Stanley – ο οποίος παίζει και το μπάσο εδώ – να αιωρείται πάνω από την σκηνή σαν άλλος Ταρζάν. Λογικό είναι να θεωρείται το καλύτερο τραγούδι του άλμπουμ και ένα από τα αγαπημένα των fans.

Μετά το εμπνευσμένο από μία αληθινή ιστορία, σύμφωνα με τον συνθέτη του Gene Simmons, “Secretly cruel”, που διαθέτει αρμονικά δεύτερα φωνητικά και ρέει ωραία μέσα στο track list, έρχεται το έντονα επηρεασμένο από LED ZEPPELIN (των οποίων τόσο ο Stanley όσο και ο Carr ήταν μεγάλοι οπαδοί), “Radar for love”, που συνέγραψε ο τραγουδιστής με τον Child και αναδεικνύεται ακόμη περισσότερο από άλλο ένα δυνατό σόλο του Kulick. Το “Asylum” τελειώνει με το γλαφυρό ρεφραίν του “Uh! All night” που κλείνει τον δίσκο σε μία διασκεδαστικά ποζεράδικη νότα, πάλι με τον Beauvoir στο μπάσο. Αυτό είναι και το τρίτο βιντεοκλίπ του άλμπουμ, εμπνευσμένο από τα παλιά μιούζικαλ του σκηνοθέτη Busby Berkeley.

Το εξώφυλλο του δίσκου είναι μία ευθεία παραπομπή στην τετράδα του “Dynasty”, με μία πιο pop art αισθητική. Ακόμα και τα χρώματα στα χείλη των μελών του συγκροτήματος σχετίζονται με τα σόλο άλμπουμ που είχαν κυκλοφορήσει τα μέλη των KISS το 1978, με την διαφορά ότι το μπλε του Ace Frehley αντιστοιχεί στον Bruce Kulick και το πράσινο του Peter Criss, στον Eric Carr. Σύμφωνα με τον Kulick, η έμπνευση ήρθε από τον δίσκο “Shock” των MOTELS, τόσο με τα ρούχα όσο και με το γενικότερο look και όλο αυτό το glam στοιχείο δεν έκατσε πολύ καλά με αρκετούς fans τους.

Αυτό δεν εμπόδισε το “Asylum” από το να γίνει χρυσό, όταν κυκλοφόρησε 40 χρόνια πριν, τον Σεπτέμβρη του 1985, με πωλήσεις άνω των 500 χιλιάδων δίσκων στις ΗΠΑ, όπου έφτασε στο νο. 20 των charts, ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο πήγε ακόμα καλύτερα, φτάνοντας μέχρι το νο. 12. Την μεγαλύτερη επιτυχία την έκανε στην Φινλανδία, φτάνοντας στην κορυφή των charts, ενώ στην γειτονική Σουηδία ανέβηκε μέχρι το νο. 3. Οι KISS ήταν μέσα στα πράγματα, έχοντας οριστικά επανεφεύρει τον εαυτό τους και όντας ξανά αναγνωρίσιμοι και εμπορικά επιτυχημένοι, βγήκαν σε περιοδεία τον Νοέμβρη του 1985, ξεκινώντας από το Little Rock του Arkansas, με τους BLACK ‘N BLUE, τους W.A.S.P. και τους KING KOBRA να ανοίγουν τις εμφανίσεις τους. Σε αντίθεση, όμως, με τις δύο προηγούμενες περιοδείες, τούτη εδώ έμεινε στα όρια της Βόρειας Αμερικής, βγάζοντας 91 συναυλίες. Οι οπαδοί τους, παλιοί και νέοι, απόλαυσαν μία τεράστια σκηνική παραγωγή με εκατομμύρια κομφετί κι ένα εκτυφλωτικό logo των KISS που έπιανε περίπου 70 τετραγωνικά μέτρα, το μεγαλύτερο που είχαν χρησιμοποιήσει μέχρι τότε. Για λόγους ασφαλείας, πάντως, έβγαλαν το ειδικό πάτωμα που είχαν για την σκηνή, καθώς και τα κλιμακοστάσια σε σχήμα κεραυνού. O Kulick, που ζούσε το όνειρο κυριολεκτικά, έμαθε από τον Simmons πως να κινείται πάνω στην σκηνή και πως να εμφανίζεται κατά την διάρκεια των σόλο του, μία παράσταση που είχε ο καθένας ξεχωριστά. Highlight της περιοδείας ήταν η εμφάνιση τους στο διάσημο Madison Square Garden τον Δεκέμβριο του ’85.

Κοιτώντας τέσσερις δεκαετίες πίσω στον χρόνο, το “Asylum” ξεχωρίζει ως μία από τις πιο ξεχωριστές δουλειές τους. Εξίσου αγαπημένο και παρεξηγημένο από πολλούς οπαδούς των KISS, αποτελεί τόσο μουσικά όσο και οπτικά ένα δυνατό στιγμιότυπο της προσαρμογής του συγκροτήματος στα νέα δεδομένα των αγαπημένων 80s. Όπως πολύ εύστοχα το συνοψίζει ένας από τους βασικούς συντελεστές του, ο κιθαρίστας Bob Kulick, «το άλμπουμ πετυχαίνει μία καλή ισορροπία ανάμεσα στις προσδοκίες από μία hair metal μπάντα των 80s, με εκθαμβωτικές κιθάρες και υπερβολή και αυτά που περίμενε ο κόσμος από τους KISS στα 70s…κοιτώντας το τώρα, έχει κρατηθεί πολύ καλά και αξίζει ακόμη την αναγνώριση».

Κώστας Τσιρανίδης

Rock Hard Festival Greece – Day 2 (CANDLEMASS – GUS G & FRIENDS – HEAVENS GATE/MASTERS OF CEREMONY – THE CRYPT – BATTLEROAR, Τεχνόπολη, 13/9/2025)

0
Candlemass

Candlemass

Μισή ώρα μετά τη λήξη του V.I.P show, η Τεχνόπολη άνοιξε ξανά τις πύλες της για το «κυρίως πιάτο» της δεύτερης ημέρας του ελληνικού Rock Hard Festival. Ο ενθουσιασμός, έκδηλος. Ο κόσμος πύκνωνε με γοργούς ρυθμούς και η ψυχολογία ήταν στα ύψη. Για κάποιους όμως, εκτός από τη ψυχολογία, ήταν στα ύψη και η ανυπομονησία! Οι “Swordbrothers”, το fan club των σπουδαίων BATTLEROAR, καθόταν σε «αναμμένα κάρβουνα». Βλέπεις, το ιστορικό αυτό συγκρότημα θα έληγε με την εμφάνισή του στο Rock Hard Festival έξι χρόνια απραξίας. Δεν τα λες και λίγα! Και μάλιστα η επαναδραστηριοποίηση αυτή, τους θέλει με καινούργια σύνθεση, νέο δισκογραφικό συμβόλαιο με τη No Remorse και δίσκο «στα σκαριά»!

Κάτι από εκεί δεν ακούσαμε, αλλά να σου πω την αλήθεια; Καλύτερα. Όταν με το καλό κυκλοφορήσει το νέο υλικό, θα έχουμε όλη μας την άνεση να το απολαύσουμε σε ένα δικό τους live. Τώρα, οι BATTLEROAR όφειλαν να παίξουν αγαπημένα μας κομμάτια, αυτά που ξέρουμε, λατρεύουμε και θέλαμε να τραγουδήσουμε μαζί τους. Και αυτό έκαναν. “Finis Mundi”, “Dyvim Tvar”, “Valkyries above us”, τρία ΕΠΗ στην σειρά, παιγμένα ε-ξαι-ρε-τι-κά, με το βιολί του Παπαδιαμάντη, στην επιστροφή του στη φυσική του θέση, να δίνει επί σκηνής τη μαγεία των στουντιακών εκτελέσεων και τον νέο τραγουδιστή, Μιχάλη Καρασούλη, να τα «καρφώνει» με χαρακτηριστική άνεση!

Χωρίς να θέλω να μειώσω τα υπόλοιπα παιδιά που έκαναν το ντεμπούτο τους σε αυτό το live (Ζακ Κοτσίκης στην κιθάρα, Λουκάς Λιμπερτός στο μπάσο – ελπίζω να έγραψα σωστά τα επίθετα), ο Μιχάλης ήταν το μεγάλο στοίχημα, ο μοναδικός γρίφος. Κι αυτό διότι όσοι παρακολουθούμε την ελληνική σκηνή τον γνωρίζουμε από τους SUNLIGHT, τους DEMORALIZE, τους SL THEORY, τη χορωδία των VOICE BOX, το project IT’S ALL ABOUT THE MUSIC και γενικά μας είναι οικείος σε πιο μελωδικά πράγματα. Οπότε, θέλαμε να διαπιστώσουμε αν και κατά πόσο θα ταίριαζε με το επικό metal των BATTLEROAR. Ναι, χρησιμοποιώ πληθυντικό πρόσωπο, γιατί δεν ήταν μόνο δικός μου αυτός ο προβληματισμός (ok, για να μη χτυπάει άσχημα η λέξη, βάλε «περιέργεια»), ήταν και αρκετών φίλων του γκρουπ με τους οποίους και συνομίλησα. Τελικά, όπως προείπα, έλαβα τις απαντήσεις μου «συστημένες» διότι άμα είσαι πραγματικά καλός τραγουδιστής, ό,τι και να σου δώσουν, θα το πεις καλά!

Σε όσους φάνηκε μικρό το set, να επισημάνω πως μόνο τα τρία προαναφερθέντα κομμάτια ξεπερνούν τα 26 λεπτά, οπότε, έμενε χρόνος για ένα ακόμη, το οποίο δε θα μπορούσε να είναι άλλο από το ομότιτλο της μπάντας, το “Battleroar”. Θέλαμε περισσότερο; Θέλαμε. Γινόταν; Όχι. Μας πείραξε; Όχι. Ευχαριστηθήκαμε μισή ώρα επικού heavy metal από έναν κολοσσό του είδους, τι να κάνουμε, να ψειρίσουμε τη μαϊμού; Θα κάνουμε υπομονή μέχρι την επόμενη φορά, για να ακούσουμε το “Siegecraft” (λέω εγώ τώρα), το “The wrathforge” (μια ιδέα ρίχνω), το “Chronicles of might” (τυχαία αναφορά) και γενικά, να απολαύσουμε ένα ολοκληρωμένο BATTLEROAR set.

Το λέω σε κάθε ευκαιρία. Κάθε τι που βγαίνει και προέρχεται από τη λαϊκή σοφία, είναι αλάνθαστο. Όπως ας πούμε είναι αλάνθαστο το ρητό «η καλή μέρα, από το πρωί φαίνεται». Και το «πρωινό» της δεύτερης μέρας του ελληνικού Rock Hard Festival, προμήνυε μια συναρπαστική συνέχεια!

Δημήτρης Τσέλλος

Oι Σουηδοί ΤΗΕ CRYPT, το δεύτερο συγκρότημα της ημέρας πήραν την σκυτάλη από τους BATTLEROAR και στην προκαθορισμένη ώρα ανέβηκαν στην σκηνή. Η μπάντα ήταν σχετικά άγνωστη στο πλατύ κοινό παρόλο που τα τραγούδια του πολύ αξιόλογου ντεμπούτου τους που βγήκε πέρσι τα έχει γράψει εξ ολοκλήρου ο μέγιστος Leif Edling.

Η μπάντα στάθηκε πολύ καλά πάνω στην σκηνή στα σαράντα λεπτά που είχαν διαθέσιμο χρόνο και ο κόσμος τους δέχθηκε πολύ καλά θα έλεγα. Η χαρακτηριστική αμφίεση της τραγουδίστριας Pepper ήταν αυτό που έκανε σχετικό γκελ στον κόσμο, αλλά η κοπέλα τα πήγε εξαιρετικά και στο θέμα απόδοσης και τραγουδιστικής ικανότητας. Το heavy rock των ΤΗΕ CRYPT είναι πολύ αξιόλογο και πως να μην είναι αφού όλες τις συνθέσεις τις έχει γράψει ο μέγιστος Leif όπως είπαμε παραπάνω.

Η μπάντα απέδωσε μια χαρά και κομμάτια όπως τα “Into the crypt”, “Open the gate”, “Rock Commander”, “I love the darkness”, “Cemetery children”, “Metal priestess” και νομίζω ότι με αυτή την εμφάνισή τους κέρδισαν και αρκετούς οπαδούς. Μένει πλέον να δούμε ποιο θα είναι το επόμενο δισκογραφικό βήμα τους και προσωπικά είμαι περίεργος να δω αν θα πορευθούν συνθετικά με τις δικές τους ιδέες η θα συνεχίσουν να έχουν σαν «σπόνσορα» για άλλη μια φορά τον Edling. Θα τους παραδεχθώ περισσότερο αν βγάλουν έναν δίσκο στο επίπεδο του ντεμπούτου τους αλλά με δικές τους συνθετικές ιδέες. Η πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα ήταν πολύ ικανοποιητική, σε μια μέρα που ο κόσμος είχε έρθει από νωρίς για να παρακολουθήσει όλα τα συγκροτήματα του billing.

Γιάννης Παπαευθυμίου

Μετά από την πολύ δυναμική παρουσία των BATTLEROAR και THE CRYPT, είχε έρθει η στιγμή για το μεγάλο απωθημένο πολλών! Η ανυπομονησία τεράστια, ενώ γιγαντώθηκε όταν στην σκηνή ανέβηκε για soundcheck ο τεράστιος Sascha Paeth με την παρέα του, για ένα σετ μοιρασμένο μεταξύ των MASTERS OF CEREMONY και HEAVENS GATE. Σκεφτόμουν από πριν πόσα τραγούδια θα χωρέσουν στο setlist δεδομένου των 50 λεπτών που είχαν στη διάθεσή τους, αλλά η μπάντα δεν έχασε καθόλου χρόνο! Με το πέρας των απαραίτητων ελέγχων, χωρίς intros και ομιλίες, έγινε μπάσιμο των MASTERS… με το “Sick”.

Δυστυχώς τα φωνητικά της εκτελεστικά εκπληκτικής Adrienne Cowan (SEVEN SPIRES, AVANTASIA) ήταν πολύ χαμηλά στην αρχή, με τον Sascha να κάνει νοήματα να την ανεβάσουν, κάτι που έγινε στο “My anarchy” και έτσι μπορέσαμε να τους απολαύσουμε όπως πρέπει. Μου ήρθε λίγο σαν κεραυνός εν αιθρία η μη συμπερίληψη του “Signs of wings”, αλλά αντί αυτού μας έκαναν την έκπληξη με μία καινούργια σύνθεση η οποία τα σπάει, κάνοντάς με να περιμένω τον επόμενο δίσκο με τεράστια προσμονή, οπότε χαλάλι!

Μετά από πέντε τραγούδια, γίνεται αλλαγή βάρδιας για να ανέβουν στην σκηνή τα μέλη των HEAVENS GATE με τον Herbie Langhans (FIREWIND, AVANTASIA) στο μικρόφωνο, και ξαφνικά ήταν σαν να πατήθηκε ένας διακόπτης και το κοινό τρελάθηκε! Έναρξη με “In Control”, σε μία στιγμή που ήταν πολύ δύσκολο να αναγνωρίσω ως αληθινή! Αλλά ήταν πέρα ως πέρα πραγματικότητα, όπως επίσης τα “We Got the Time”, “Path of Glory”, “Gate of Heaven”, “Livin’ in Hysteria”, “Can’t Stop Rockin’” που ακολούθησαν! Ο Herbie έκανε εξαιρετική δουλειά πιάνοντας παράλληλα τις απαραίτητες ψηλές νότες, βάζοντας τα γυαλιά σε όποιον τον αμφισβητούσε από τα αποδυτήρια και παρέα με την Adrienne η οποία επέστρεψε στην σκηνή στα δύο τελευταία τραγούδια, πιστεύω καλύφθηκε επάξια το κομμάτι των φωνητικών. Συνολικά, η εμφάνιση των HEAVENS GATE με έκανε να αναφωνήσω πολλές φορές τη φράση “Τι στιγμές ζούμε” που νομίζω τα λέει όλα!

Να πω ένα τεράστιο μπράβο στον Sascha, ο οποίος αποφεύγοντας τις χρονοτριβές, μπόρεσε να χωρέσει στο σύνολο έντεκα τραγούδια (5 MASTERS…, 6 HEAVENS…), προσφέροντας ένα αρκετά χορταστικό setlist. Είμαι σίγουρος πως η πλειοψηφία θα ήθελε ένα γεμάτο show των HEAVENS GATE, κάτι που φάνηκε και από την τεράστια διαφορά στις αντιδράσεις του κόσμου μεταξύ των δύο συγκροτημάτων (λογικό αν αναλογιστούμε την ιστορική σημασία τους και τα χρόνια απουσία τους). Προφανώς και δεν θα έλεγα όχι σε περισσότερα δικά τους κομμάτια, αλλά όταν σου χαρίζουν γάιδαρο δεν τον κοιτάς στα δόντια (βέβαια εδώ μιλάμε για μονόκερω, αλλά δεν έχω αντίστοιχη παροιμία), οπότε και μόνο που συνέβη αυτό το reunion είμαι υπερβολικά χαρούμενος.

Οι MASTERS OF CEREMONY από την άλλη ανήκουν στο παρόν του Sascha, οπότε μαζί με το γεγονός ότι είναι και αυτοί εξαιρετικοί το λιγότερο, προσωπικά ευχαριστήθηκα κάθε δευτερόλεπτο της συνολικής αυτής παρουσίας. Το ιστορικό παρελθόν ενώθηκε με το δυνατό και ελπιδοφόρο παρόν, χαρίζοντάς μας μία εμφάνιση που θα συζητιέται για πολύ καιρό, ενώ δύσκολα θα ξεθωριάσει από τη μνήμη μου!

Παύλος Παυλάκης

Θεέ μου, τι διήμερο ήταν αυτό! Ένα διήμερο γεμάτο μουσική, φίλους, απίστευτες στιγμές, κουραστικό σωματικά, αλλά γεμάτο ψυχικά, με συναισθήματα ανεκτίμητης αξίας που εξαφάνισαν κάθε υπόνοια κόπωσης. Και αυτό ακριβώς πέτυχε ο Gus G. με τους φίλους του το βράδυ της δεύτερης ημέρας του Rock Hard Festival.

Είχα την τύχη να βρεθώ από πολύ νωρίς στην Τεχνόπολη. Εκτός από το soundcheck των CANDLEMASS, που με άφησε άφωνο και με έκανε να καταλάβω ότι το βράδυ θα γραφόταν ιστορία, άκουσα και το soundcheck του Gus G, παίρνοντας λίγα… spoiler για τις εκπλήξεις που μας περίμεναν. Όταν έφτασε λοιπόν η ώρα της εμφάνισής του, με τον κόσμο να έχει κατακλύσει κάθε γωνιά της Τεχνόπολης, ο Gus G ανέβηκε στη σκηνή και ξεκίνησε απευθείας με δύο instrumental κομμάτια: το “Force majeure” από το προσωπικό του άλμπουμ “Quantum leap” και τοFearless” από το ομώνυμο άλμπουμ. (Για την ιστορία, στη studio εκδοχή του “Quantum leap συμμετείχε ο Vinnie Moore).

Επειδή έχουμε μία συνήθεια να σχολιάζουμε πάντα τον ήχο, ας πω λίγα λόγια και γι’ αυτόν. Πολλές φορές η ακουστική εμπειρία εξαρτάται από το σημείο όπου βρίσκεται κανείς στον χώρο. Στην περίπτωση όμως του Gus G μιλάμε για ένα αψεγάδιαστο αποτέλεσμα. Προσωπικά δεν μπόρεσα να βρω το παραμικρό ψεγάδι, και αυτό ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τη συνολική εμπειρία.

Και απογειώθηκε πραγματικά όταν, στο τρίτο τραγούδι, ο Gus G παρουσίασε τους πρώτους του καλεσμένους: τον Tore Østby και τον Roy Khan, για να παίξουν μαζί το “Roll the fire”. Αφού μας είχε μαγέψει στην ακουστική εκδοχή του στο VIP show, ήρθε τώρα να μας συνεπάρει και στην κανονική version. Επική στιγμή, αλλά όχι η μόνη. Μόλις αποχώρησαν οι Østby και Khan, ο Gus G καλωσόρισε τον Ronnie Romero για το “Kill the king” των RAINBOW. Ακολούθησαν το “My premonition” από την κοινή τους συνεργασία και το “I am the fire” από το ομώνυμο προσωπικό άλμπουμ του Gus.

Ήρθε κατόπιν η σειρά του τελευταίου καλεσμένου και ο David Ellefson ανέβηκε στη σκηνή για να παίξουν μαζί το instrumental “Vengeance”. Από εκεί και έπειτα οι καλεσμένοι παρέμειναν σταθεροί, με τον Ronnie Romero στο μικρόφωνο μέχρι το τέλος. Ο Gus G ρώτησε το κοινό αν θέλει κάποιο κομμάτι από τους BLACK SABBATH, και το “Mob rules” που ακολούθησε ξεσήκωσε τον κόσμο. Ακολούθησε ένας συγκινητικός λόγος του Gus για το σπουδαίο έργο και την κληρονομιά του Ozzy, ο οποίος υπήρξε καθοριστικός και για τον ίδιο, καθώς είχε την τύχη να παίξει στο πλευρό του για αρκετά χρόνια. Το κοινό άρχισε να φωνάζει το όνομα του Ozzy, και το “Bark at the moon” — εκτός από τα ουρλιαχτά λύκων — μας έκανε να τραγουδήσουμε με όση δύναμη είχαμε. Η βραδιά για την παρέα του Gus G έκλεισε με τον πιο επικό τρόπο, αφού άφησαν το “War pigs” για το τέλος, δοκιμάζοντας τα όρια των φωνητικών μας χορδών.

Αξίζει να αναφερθεί για όσους δεν ήταν εκεί ότι, μετά το τέλος της εμφάνισης, ακολούθησε η κλήρωση για την κιθάρα του Gus G, από τον Σάκη Φράγκο και τον ίδιο τον Gus. Στη συνέχεια, όλος ο κόσμος τραγούδησε το “Happy birthday” για τον Gus G, αφού μία μέρα πριν είχε τα γενέθλιά του. Όμορφες στιγμές, που χαρήκαμε απίστευτα και το σημαντικότερο, φάνηκε πως το χάρηκε και ο κόσμος, αγκαλιάζοντας και στηρίζοντας αυτό το δύσκολο εγχείρημα.

Ένα εγχείρημα που θα μείνει στην ιστορία, καθώς αυτό που ακολούθησε, σε παγκόσμια αποκλειστικότητα, ήταν βγαλμένο από τα όνειρά μας. Και θα μιλάμε γι’ αυτό για πολλά χρόνια ακόμα.

Δημήτρης Μπούκης

H ώρα είχε πάει δέκα και τέταρτο και ήταν η ώρα των CANDLEMASS με των Μessiah Marcolin, την παγκόσμια αποκλειστικότητα του ελληνικού Rock Hard. Ο κόσμος είχε γεμίσει από νωρίς τον χώρο και πριν την έναρξη του σχήματος δεν έπεφτε καρφίτσα και φυσικά η αγωνία είχε φθάσει στο Θεό. Από τα ηχεία ακούγεται το March Funebre και η μπάντα θα εμφανιστεί με το “The well of souls” στην σκηνή. Ο Μessiah τρομερά ευδιάθετος και η φωνή του παρότι απουσιάζει τα τελευταία 20 (!!!) χρόνια από το προσκήνιο βρίσκεται σε απίστευτη φόρμα. Τρομερά επικοινωνιακός επίσης, ήταν λες και δεν είχε φύγει ποτέ από το σχήμα.

Η συνέχεια με το “Dark are the veils of death”, η μπάντα σπέρνει ο ήχος είναι παραπάνω από τέλειος και εμείς έχουμε ξελαρυγγιαστεί και βρισκόμαστε στον έβδομο ουρανό. Ο Μessiah το ζει πραγματικά και αποδεικνύει ότι είναι εξαιρετικός frontman και ο σωστός τραγουδιστής για την μπάντα. Έχω ξαναδεί CANDLEMASS στην χώρα μας με τον Μessiah αρκετές φορές όλα αυτά τα χρόνια, πρώτη φορά τον βλέπω να έχει τέτοια απόδοση και τόσο κέφι. Δυο κομμάτια στα καπάκια από το “Ancient dreams”, τα “Mirror mirror” και “Darkness in paradise”θα ακολουθήσουν. Το πρώτο το περίμενα αλλά το δεύτερο έσκασε σε βόμβα. Εξαιρετική απόδοση και εδώ από όλους και όλοι μας συνεχίζουμε να βρισκόμαστε σε έκσταση. “Πριν από χρόνια κάναμε ένα σοβαρό video για το παρακάτω κομμάτι” προλογίζει ο Messiah και φυσικά δεν αναφέρεται πουθενά αλλού παρά στο θρυλικό clip του κομματιού “Bewitched” και όλη η Τεχνόπολη τραγουδάει χωρίς άλλο.

Παραμένουμε στο “Nightfall” για μια εξαιρετική απόδοση του doom ύμνου “Samarithan”,  τι άσματα έχει γράψει ο ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ Leif Elding ρε πού**η μου …. «The first one she said to me, don’t be afraid I will give you immortality, and grace for your soul. The second had eyes of gold, she gave me my wings. The third gave all wisdom, an angel could give…to me» και πλέον έχω χάσει την φωνή μου! Θα επανέρθουμε στην “κανονικότητα” για λίγο με το “Black dwarf” και ο Messiah θα μας συστήσει την μπάντα σε αυτό το σημείο.

Βουτιά στο θρυλικό ντεμπούτο της μπάντας και στο πρώτο κομμάτι που έπαιξαν μαζί σε συναυλία το 1987 ήταν το παρακάτω όπως μας ανακοινώνει ο Messiah και πρόκειται για το “Crystal ball”, άλλη μια ονείρωξη για τους παρευρισκόμενους της βραδιάς. Θα ακολουθήσει άλλο ένα άσμα από το ντεμπούτο, το “A Sorcerer’s pledge” και όλος ο κόσμος τραγουδά φυσικά ΚΑΙ ΕΔΩ. Σε αυτό το σημείο θα κλείσει το πρώτο μέρος της συναυλίας για να πάμε στο encore με το φανταστικό  “At the gallows end”. “Νομίζω ότι ξεχάσαμε ένα κομμάτι” αναφέρει ο Messiah και φυσικά η αυλαία θα πέσει πανηγυρικά με το “Solitude”. Τα λόγια έχουν στερέψει, οι φωνές μας επίσης, γίναμε μάρτυρες μιας ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ εμφάνισης που θα μνημονεύεται  τα επόμενα χρόνια, για πάντα!

Προσωπικά παρακολουθώ συναυλίες από το 1987 και έχω δει άπειρα μικρά και μεγάλα σχήματα του χώρου μας. Η εμφάνιση των CANDLEMASS το βράδυ της 13ης Σεπτεμβρίου ήταν μια βραδιά που συγκαταλέγεται όχι μόνο στις 2-3 κορυφαίες συναυλίες της χρονιάς αλλά επίσης και στις κορυφαίες που έχουν γίνει στην χώρα μας ever. Δεν θέλω να ευλογήσω τα γένια μας, ρωτήστε οποιονδήποτε ήταν παρών στην συναυλία και θα σας πει τα ίδια. Όλος ο κόσμος παραμίλαγε μετά το τέλος της συναυλίας για την εμφάνιση αυτή των CANDLEMASS. Όλες οι αντιδράσεις στα social media αυτό το διάστημα αναφέρουν το ίδιο πράγμα, πόσο μεγαλειώδη εμφάνιση έκαναν οι Σουηδοί στο πρώτο festival του Rock Hard.

Συνοψίζοντας, είχα την φοβία πριν το live μήπως ο Messiah κάνει διεκπεραιωτική δουλειά, αλλά αποδείχθηκε ότι ο τύπος ζούσε το κάθε λεπτό της συναυλίας και ήταν εξαιρετικός και σωστός (παρά τα 57 του χρόνια) όσο αφορά τα φωνητικά αλλά και σαν frontman, λες και δεν είχε περάσει ούτε λεπτό από τότε που έφυγε από την μπάντα και ήταν άριστος σε όλα του. Άσε δε, που στο τέλος της συναυλίας τον συνάντησα στα παρασκήνια και ήταν ευδιάθετος και μίλησε με όλον τον κόσμο που ήταν εκεί και έβγαλε φωτογραφίες με όλους. Γενικά η παρουσία του Messiah ήταν εξαιρετική σε όλους τους τομείς και μπράβο του που δεν άφησε καμία πρότερη διαμάχη να τον επηρεάσει στην παρουσία του στην σκηνή. Ανάφερε πολλές φορές κατά την διάρκεια της συναυλίας το πόσο αγαπάει το Ελληνικό κοινό και πραγματικά πιστεύω ότι το έλεγε με κάθε ειλικρίνεια. Φαινόταν στα μάτια του και το ίδιο ειλικρινής μου φάνηκε και backstage. “Να προσέχετε τους εαυτούς σας” ήταν η πρώτη κουβέντα που μας είπε, χαρούμενος και με χαμόγελο να μιλήσει με όσους τον περίμεναν.

Όσοι έχουν δει τους υπόλοιπους CANDLEMASS σε οποιαδήποτε φάση της καριέρας τους live, ξέρουν ότι αυτή η μπάντα δεν παίζεται με τίποτα. Πάντα δίνει τον καλύτερο εαυτό της και το βράδυ του Σάββατου έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα από όλους, να μοιράζει αριστοκρατικό doom και να εστιάζει στην ουσία της μουσικής αυτής. Ούτε κόλπα, ούτε πυροτεχνήματα, ούτε θεατρικά, η μουσική των CANDLEMASS μιλά από μόνη της και δεν χρειάζεται δεκανίκια για να λάμψει (στο σκοτάδι)! Τόσο τεράστια είναι η δύναμη των συνθέσεών της.

Ο κόσμος που είχε έρθει από το εξωτερικό ήταν πολύς, σε κάποια φάση ο Messiah ανέφερε 500 άτομα (σ.σ. ήταν πάνω από 650) και πραγματικά όπως το περιμέναμε αρκετοί ταξίδεψαν για να απολαύσουν αυτή την αποκλειστικότητα του περιοδικού. Όλο το κοινό, πάνω από τέσσερις χιλιάδες, απόλαυσαν και συμμετείχαν στην γιορτή αυτή που έστησε το rock hard με επικεφαλής τους CANDLEMASS και τα video που κυκλοφορούν το YouTube αποδίδουν και μεταφέρουν το ανάλογο κλίμα της εμφάνισης αυτής.

Τέλος, αξίζουν συγχαρητήρια στους διοργανωτές για όλο αυτό που έστησαν, γιατί αν έκαναν τέτοια δουλειά στο πρώτο festival, είμαι σίγουρος ότι τις όποιές ατέλειες θα τις εξαλείψουν την επόμενη φορά. Εγώ 24 ώρες μετά από το τέλος της συναυλίας που γράφονται αυτές οι γραμμές, είμαι ακόμα under the influence (που λένε και οι ΟVERKILL- οι άλλοι γίγαντες της πρώτης ημέρας του festival). Πήγαμε, είδαμε, ακούσαμε, μιλήσαμε με παλιούς αλλά και νέους φίλους, τραγουδήσαμε, χτυπηθήκαμε, αγοράσαμε δίσκους, CD, t-shirts, πήραμε αυτόγραφα, βγάλαμε φωτογραφίες, σουλατσάραμε, αναπολήσαμε, ξεφύγαμε, διασκεδάσαμε, κοινώς ΠΕΡΑΣΑΜΕ ΤΕΛΕΙΑ!

Χρόνια πολλά Rock Hard, άντε και στα επόμενα 20. Πάντα τέτοια.

Thanks for the memories….. Ευχαριστούμε.

Γιάννης Παπαευθυμίου
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

A day to remember… 17/9 [SCORPIONS]

0
Scorpions

Scorpions

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “In Trance” – SCORPIONS
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1975
ΕΤΑΙΡΙΑ: RCA
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Dieter Dierks
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Klaus Meine
Κιθάρες – Rudolf Schenker
Κιθάρες – Uli Jon Roth
Mπάσο – Francis Buchholz
Τύμπανα – Rudy Lenners

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, ο Γερμανός κιθαρίστας Rudolf Schenker, με το συγκρότημα του, τους SCORPIONS, ξεκίνησε την αφανή πορεία του σαν μία μπάντα που έπαιζε pop και rock διασκευές, μία ταπεινή αφετηρία για ένα συγκρότημα που έμελλε να γίνει ένα από τα σπουδαιότερα hard rock/heavy metal σχήματα όλων των εποχών.

Μετά από κάμποσα χρόνια διασκευών και σε αναζήτηση της ταυτότητας τους, οι SCORPIONS κατάφεραν να κυκλοφορήσουν το πρώτο τους άλμπουμ, με τίτλο “Lonesome crow”, το 1972. Το ντεμπούτο τους ήταν σαφώς κάτι διαφορετικό από οτιδήποτε θα κυκλοφορούσαν μετά από χρόνια, ριζωμένο, περισσότερο, στην πειραματική, ψυχεδελική rock σκηνή της Γερμανίας, γνωστή και ως “krautrock”, λόγω και της εμπλοκής του τότε παραγωγού τους Conny Plank, που είχε δουλέψει πολύ με αντίστοιχα συγκροτήματα.

Μετά την ηχογράφηση του άλμπουμ, επήλθε η πρώτη σημαντική αλλαγή στην σύνθεση τους, που θα επηρέαζε πολλούς στα επόμενα χρόνια, πέρα από τους ίδιους τους SCORPIONS. Ο lead κιθαρίστας τους και νεότερος αδελφός του Rudolf, Michael Schenker, έφυγε για να προσχωρήσει στους ανερχόμενους Άγγλους hard rockers UFO. Η αποχώρηση του Michael όχι μόνο άνοιξε την πόρτα για την δική του αναγνώριση, ως ένας από τους μεγαλύτερους κιθαρίστες όλων των εποχών, αλλά σήμανε και την εμφάνιση ενός άλλου τεράστιου βιρτουόζου της εξάχορδης θεάς, του Uli Jon Roth. Ο Roth, του οποίου του στυλ ακροβατούσε ανάμεσα στην τεχνοτροπία του Jimi Hendrix και την κλασσική μουσική, έφερε μία προοδευτική και μυστικιστική αύρα στους SCORPIONS. Μαζί με τον Rudolf και τον αγγελικό τραγουδιστή Klaus Meine, έγιναν η δημιουργική τριπλέτα πίσω από τον ήχο του συγκροτήματος.

Το πρώτο άλμπουμ αυτής της σύνθεσης, μαζί με τον μπασίστα Francis Buchholz και τον ντράμερ Jurgen Rosenthal (μετέπειτα ELOY), με τίτλο “Fly to the rainbow”, ανέδειξε ξανά ένα συγκρότημα σε αναζήτηση κατεύθυνσης. Αν και σαφώς μία πιο βελτιωμένη πρόταση σε σχέση με το προηγούμενο τους, το άλμπουμ είχε ακόμα κάποια χίπικα κατάλοιπα με μία αναδυόμενη hard rock αισθητική. Γενικά, τα δύο πρώτα άλμπουμ των SCORPIONS αποτέλεσαν γέφυρα μεταξύ ενός ψυχεδελικού παρελθόντος και του γνωστού γερμανικού hard rock οδοστρωτήρα στον οποίο θα εξελισσόντουσαν τα επόμενα χρόνια, κυκλοφορία με κυκλοφορία. Οι μεγάλες, ατμοσφαιρικές συνθέσεις θα υποχωρούσαν βαθμιαία για χάρη του ατόφιου heavy rock, προπομπός του οποίου, στο “Fly to the rainbow”, ήταν το εκπληκτικό “Speedy’s coming”.

Μέχρι το τέλος του 1975, οι SCORPIONS ήταν έτοιμοι να ξεφύγουν από τα στενά όρια της χώρας τους και να ακουστούν διεθνώς. Σημαντικό βήμα για αυτό και την μετάβαση τους σε έναν πιο σκληρό ήχο, θα ήταν η τρίτη κυκλοφορία τους, με τίτλο “In trance”. Αρχικά, μία ακόμη αλλαγή στο line-up τους ήταν η έλευση του Βέλγου ντράμερ Rudy Lenners, ο οποίος έφερε δυναμισμό και εφευρετικότητα στο rhythm section. Στην συνέχεια – και ακόμη σημαντικότερο – άλλαξαν παραγωγό. Ενώ στο “Fly to the rainbow” είχαν χρησιμοποιήσει τον Frank Bornemann – ιδρυτή των ονειρικών ELOY – αποφάσισαν, για το “In trance”, να συνεχίσουν με τον γίγαντα Dieter Dierks. Ο Dierks, στον οποίο οι SCORPIONS (και όχι μόνο) οφείλουν τον τιτάνιο, γρανιτένιο ήχο τους, είχε δουλέψει στο παρελθόν με πιο πειραματικά σχήματα, όπως τους Άγγλους progressive rockers NEKTAR και τους Γερμανούς θρύλους της ηλεκτρονικής μουσικής, TANGERINE DREAM.

Ο παραγωγός έδωσε αυτό το συνεκτικό στοιχείο στην μπάντα, φέρνοντας μαζί όλες τις διαφορετικές μουσικές προσωπικότητες τους να δουλέψουν για ένα κοινό στόχο. Όπως είχε πει και ο Rudolf, «από την μια ήταν ο Uli, περισσότερο επηρεασμένος από τον Hendrix, ενώ από την άλλη ήμασταν εγώ και ο Klaus με τα τραγούδια μας … ο Dieter είχε φοβερό αυτί και μπορούσε να συνδυάσει αυτά τα δύο στυλ για να φτιάξει έναν ιδιαίτερο ήχο». Με αυτό το δυναμικό line-up και τον Dierks να καθαρίζει τον ήχο τους από φλυαρίες και αδιέξοδους πειραματισμούς, η μπάντα ήταν ξεκάθαρα πιο άνετη να δημιουργήσει ένα άλμπουμ, που αποδείχτηκε διαχρονικό, γεμάτο ταλέντο και αυτοπεποίθηση. Και παράλληλα, ήταν η αρχή μιας απόλυτα επιτυχημένης πορείας με τον εξαιρετικό αυτό παραγωγό, που τους οδήγησε στις μεγαλύτερες επιτυχίες τους και έμεινε μαζί τους μέχρι και το “Savage amusement” (1988). Στα πλήκτρα συμμετείχε, όπως και στο “Fly to the rainbow”, o Achim Kirschning, ο οποίος παλιότερα έπαιζε στους RED DAWN, μαζί με τους Jürgen Rosenthal , Uli Jon Roth και Francis Buchholz.

Το “In trance” ξεκινάει με ένα από τα πιο ιδιαίτερα τους τραγούδια, το ηλεκτρισμένο “Dark lady”. Με το αδιάκοπο σφυροκόπημα στα ντραμς και τα πολυεπίπεδα riffs του, είναι ενδεικτικό των δυνατών σημείων του “In trance”. Για πρώτη φορά, οι Uli και Klaus Μοιράζονται τα φωνητικά, ενώ οι κιθάρες ακούγονται επιθετικές, ξεκινώντας εκρηκτικά το άλμπουμ. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Roth, «το τραγούδι δεν έχει απολύτως κανένα μήνυμα, αλλά προέκυψε πάνω στην απόλαυση να παίζουν αυτόν τον boogie σκοπό με τα διπλά arpeggio».

Το ομώνυμο τραγούδι είναι αναμφίβολα η πρώτη μεγάλη στιγμή των SCORPIONS. Μία σκοτεινή, ψυχεδελική μπαλάντα που δεν είχε καμία σχέση με ό,τι είχαν κυκλοφορήσει μέχρι τότε. Διαποτισμένο με έναν ρομαντισμό δίχως αναστολές (άλλοι υποστηρίζουν ότι μιλάει για τον εθισμό και τις καταχρήσεις), το τραγούδι φτάνει σε ένα ρεφραίν όπου ο Klaus αγγίζει και τα άψυχα με την ερμηνεία του. Από την άλλη, τα κιθαριστικά σόλο του Roth είναι πεντακάθαρα και τέλεια παιγμένα, φέρνοντας την δική τους μαγεία στην σύνθεση. Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι είναι η απάντηση των άγνωστων τότε SCORPIONS στους AEROSMITH, ενώ διαθέτει ένα μελωδικό ρεφραίν που θα ακούγαμε σε πολλές power ballads την δεκαετία που θα ακολουθούσε. Τέτοιες μπαλάντες θα αποτελούσαν το σήμα-κατατεθέν των SCORPIONS, καθώς με τα χρόνια θα πετούσαν λίγο-λίγο τα ψυχεδελικά στοιχεία και θα γινόντουσαν αυτό που ο κόσμος όλος γνώρισε στα 80s.

Πέρα από το πολύ ανθρώπινο και γλυκόπικρο μήνυμα του επόμενου “Life’s like a river”, το τραγούδι έχει και μία από τις καλύτερες ενορχηστρώσεις στην δισκογραφία τους. Οι δισολίες αντί εναρκτήριου riff των Roth και Schenker είναι τόσο περίτεχνες και αραχνοΰφαντες, που ξεχωρίζουν πριν και μετά το μελαγχολικό κουπλέ που τραγουδάει ο Klaus. Ένα τραγούδι για τα χρόνια που περνούν πάνω από τους ανθρώπους και τους αλλάζουν καθώς αυτοί γερνούν. Μεγάλο συναισθηματικό βάθος σε αυτό το «ποτάμι της ζωής», που εμφατικά ξεχύνεται μέσα από την βαθιά αισθαντική φωνή του Meine και τις κιθάρες των Roth και Schenker, με την ενεργή υποστήριξη των Lenners και Buchholz που οδηγούν τον ρυθμό.

Η ένταση ανεβαίνει κατακόρυφα με το “Top of the bill”, καθώς τα ουρλιαχτά του Klaus σχίζουν τον αέρα, με την υστερική, παραμορφωμένη κιθάρα του Roth βάζει φωτιά στα ηχεία. Το τραγούδι μιλάει για την ζωή στον δρόμο και τις φαινομενικά ατελείωτες περιοδείες, τρανταχτό παράδειγμα της ενέργειας της μπάντας και της «εργασιακής» τους προσέγγισης, στον δύσκολο δρόμο προς την φήμη και την καταξίωση. Στο τέλος της πρώτης πλευράς, οι SCORPIONS κλείνουν με το σκοτεινό “Living and Dying”. Ένα απαισιόδοξο – αλλά ενδιαφέρον- τύπου BLACK SABBATH τραγούδι που σιγοκαίει μέσα στο σκοτάδι του. Η θρηνητική κιθάρα του Uli πνίγει το τραγούδι στην λύπη, αλλά αξίζει να αναφερθεί και η εξαιρετική δουλειά του Buchholz στο μπάσο.

Γερμανοί και τεχνολογία πάνε μαζί και το “Robot man” είναι η απόδειξη αυτού. Εδώ αρχίζει να ξεχειλίζει η ενέργεια του συγκροτήματος, με γρηγορότερο ρυθμό και περισσότερα χωσίματα από τους Roth και Schenker. Με ένα μπαράζ από τον Lenners στα ντραμς, ωθούμενο από το μηχανικό riff και τα μανιασμένα φωνητικά του, ξεχωρίζει μέσα στο “In trance”, και σε αφήνει να περιμένεις και για συνέχεια.

Το “Evening wind” είναι μια ατμοσφαιρική μπαλάντα με έντονη παρουσία στο μπάσο. Τα φωνητικά του Klaus διαδέχονται τους στίχους με φόντο την blues κιθάρα του Uli. Το σόλο είναι συγκρατημένο, όχι αχαλίνωτο, προσθέτοντας στο συναίσθημα του τραγουδιού καθώς φτάνει σε ένα fade out στο τέλος.

Στη συνέχεια ακολουθεί το “Sun in my hand”, όπου τραγουδάει ο Uli Jon Roth. Ένας φόρος τιμής του κιθαρίστα στο ίνδαλμα του, Jimi Hendrix και ίσως το πιο «φευγάτο» και ψυχεδελικό τραγούδι του άλμπουμ. Ενώ ξεκινά με μερικά εκπληκτικά riff και ακούγεται σαν τους CREAM, τα φωνητικά του Roth δεν είναι τόσο δυνατά όσο το παίξιμό του. Καθώς αυτό προσθέτει ποικιλία, είναι αναμφισβήτητα το λιγότερο Scorpion-ικό κομμάτι στο άλμπουμ, καθώς η αλληλεπίδραση μεταξύ των φωνητικών και της κιθάρας θάβει τις δυνατότητες του.

Το τελευταίο εξαιρετικό κομμάτι του άλμπουμ είναι το “Longing for fire”. Ξεκινά με ένα riff που ακούγεται για λίγο σαν KISS πριν στραφεί σε μια περιοχή που θυμίζει STYX της δεκαετίας του ’70, ενώ στο πνεύμα του θα μπορούσε κάποιος να το χαρακτηρίσει το “Boys are back in town” των SCORPIONS. Ο Rudolf προσφέρει μερικά εξαιρετικά riff, αλλά το χαρακτηριστικό που ξεχωρίζει είναι η φανταστική κιθάρα του Uli και η μπασογραμμή του Buchholz. Το άλμπουμ κλείνει με το ορχηστρικό κομμάτι “Night lights”, το οποίο είναι ένα πολύ ήρεμο αν και πειραματικό κομμάτι. Είναι ένα ιδιόμορφο κλείσιμο – σαν ένα γλυκό νανούρισμα, αφού διαθέτει μία εξαιρετική μελωδία έμπνευσης Roth.

Γενικά, το “In trance” δύναται, δικαιωματικά, να θεωρηθεί ως το πρώτο «γνήσιο» SCORIPONS άλμπουμ, καθώς εδώ είναι το σημείο που η μπάντα αρχίζει να αναπτύσσει το χαρακτηριστικό μεταλλικό της ήχο. Τόσο οι καταιγιστικές κιθάρες του δίδυμου Schenker-Roth, όσο και η δυναμικές ερμηνείες του Meine, μας προσφέρουν ένα δίσκο που αριστοτεχνικά μας μεταφέρει μία γλυκόπικρη, μελαγχολική διάθεση. Και μάλιστα, ίσως να είναι και το πιο «μελαγχολικό» άλμπουμ των SCORPIONS, εξαιτίας του χαρακτηριστικού παιξίματος του Roth, μία αίσθηση που εντείνεται από την πιο «σοβαρή» στιχουργική προσέγγιση.

Ωστόσο, το “In trance” έχει και άλλες δύο πρωτιές για τους SCORPIONS, που αφορούν το εξώφυλλο του. Πρώτον, εδώ βλέπουμε για πρώτη φορά το γνωστό τους logo, με την χαρακτηριστική γραμματοσειρά. Επιπλέον, ξεκίνησε μία εποχή προκλητικών εξώφυλλων για το συγκρότημα, που θα κρατούσε μέχρι και το “Love at first sting” του 1984. Η πρώτη εκδοχή του εξώφυλλου, από μία φωτογραφία του Michael von Gimbut, αναπαριστά μία ξανθιά Γερμανίδα μισό-ανασηκωμένη πάνω από μία λευκή Fender Stratocaster, με το ένα της στήθος να ξεπροβάλλει μέσα από την ελαφριά ένδυση της. Αν και στην πρώτη ελληνική έκδοση του άλμπουμ, το στήθος φαινόταν – αν και θολά – οι μετέπειτα εκδόσεις φρόντισαν να το καλύψουν. Όσον αφορά την κιθάρα, αυτή ήταν του ίδιου του Uli και μάλιστα μία από τις αγαπημένες του, αφού την χρησιμοποίησε σε όλα τα άλμπουμ μέχρι το “Tokyo tapes”, ενώ φαίνεται και στο εξώφυλλο του δεύτερου προσωπικού του άλμπουμ, “Fire wind” (1981).

To “In trance” κυκλοφόρησε την 17η Σεπτεμβρίου 1975 και παρά τις προσδοκίες δεν μπήκε σε κάποιο chart. Παρόλα αυτά, έδωσε στο συγκρότημα να βγει σε περιοδεία έξω από την Γερμανία, παίζοντας την πρώτη τους βρετανική περιοδεία, περνώντας από ιστορικά venues του Λονδίνου, όπως το Marquee και το Roundhouse. Μάλιστα, στο Birmingham είχαν προγραμματιστεί να ανοίξουν για ένα ανερχόμενο punk συγκρότημα – μετέπειτα φίλους των MOTORHEAD και επιτυχημένου post punk σχήματος των 80s – τους DAMNED. Σύμφωνα, με τον Schenker, «δεν είχαμε ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο…δεν μπορέσαμε να ανεβούμε στην σκηνή μέχρι τις 01:00 τη νύχτα…και κάποιοι από το ακροατήριο έπιναν όλο το βράδυ, κατουρούσαν στις γωνίες του χώρου, παντού!». Η μπάντα έριξε μία ματιά, βγήκαν έξω, μπήκαν στα αυτοκίνητα τους και έφυγαν χωρίς να παίξουν ούτε μία νότα. Πίσω στην Γερμανία, άλλαξαν ταυτότητα για λίγο, και με το όνομα THE HUNTERS ηχογράφησαν δύο διασκευές σε τραγούδια των Άγγλων glam rockers SWEET στα γερμανικά, τα “Action” και “Fox on the run”.

Τελικά, το “In trance” ήταν ένα καθοριστικό βήμα για τους SCORPIONS. Το άλμπουμ τους μετέφερε από το ψυχεδελικό rock σε έναν πιο δυνατό hard rock ήχο, που έθεσε τις βάσεις για τη μελλοντική τους επιτυχία. Ενώ οφείλει κάποια από την συνθετική και μελωδική του έμπνευση σε διάφορα μεγάλα συγκροτήματα της εποχής, το αποτέλεσμα είναι αναμφισβήτητα οι SCORPIONS που όλοι ξέρουμε και αγαπάμε. Ο συνδυασμός των γρανιτένιων riffs του Rudolf Schenker και των καυτών leads του Uli Jon Roth δημιούργησε ένα μοναδικό δίπολο δυνατών rock κομματιών και μελαγχολικών μπαλαντών. Αυτό το δυνατό αλλά μελωδικό στυλ αποδείχθηκε το πρότυπο για τους μελλοντικούς τους θριάμβους. Και σε αυτό το άλμπουμ, η φωνή του Klaus Meine αναδείχθηκε για πρώτη φορά με τη γνωστή της δύναμη, δίνοντας στους SCORPIONS τον γνώριμο «γερμανικό» τους χαρακτήρα, που θα βελτιωνόταν στις επόμενες δεκαετίες. Ενώ η επιτυχία στα charts ήρθε πολύ αργότερα, με το “Lovedrive” (1979), το “In trance” αποτέλεσε την ιδανική αφετηρία για το ταξίδι τους προς την επιτυχία και την δόξα.

Κώστας Τσιρανίδης

Rock Hard Festival Greece – Khan/Ostby & Gildenlow/Hallgren VIP shows, (Τεχνόπολη, 13/09/2025)

0
Gildenlow

Gildenlow

Μετά από μια έντονη πρώτη ημέρα στο Rock Hard Festival, η δεύτερη έπρεπε να ξεκινήσει με κάτι χαλαρό και premium. Έτσι λοιπόν, λίγο μετά τις 2 το μεσημέρι έβαλα τα πόδια στην πλάτη και ξεκίνησα για την Τεχνόπολη και συγκεκριμένα για το μικρό, κλειστό αμφιθέατρο που υπάρχει πίσω από την κεντρική σκηνή, όπου θα λάμβαναν χώρα τα VIP shows. Ο χώρος ήταν εντελώς κυριλέ, φουλ κλιματιζόμενος και με πολυτελείς καρέκλες θεάτρου. Τι άλλο να ζητήσει κανείς;

Πρώτοι σε σειρά εμφάνισης ήταν η φωνή (Khan) και το μυαλό (Ostby) των θρυλικών Νορβηγών CONCEPTION. Παρέα τους ήταν και ο τσελίστας Kjel Magne Robak, ο οποίος έδινε ένα extra boost στον ήχο με τον όγκο που δίνουν οι μπάσες νότες του. Με μια ολιγόλεπτη καθυστέρηση, τα πράγματα ξεκίνησαν ωραία με το “Roll the fire” (το οποίο ξανακούσαμε λίγο αργότερα σε ηλεκτρική μορφή από το δίδυμο και τον Gus G), τη φωνή του Roy Khan σε άψογη κατάσταση και το κοινό να βυθίζεται στις μελωδίες.

Για εμένα το αναμφισβήτητο highlight ήταν το all-time favorite “Gethsemane” από το καλύτερο CONCEPTION άλμπουμ, αλλά δεν γίνεται να μην αναφέρω και την επίδειξη καλού γούστου στη διασκευή του “Hunting high and low” των Νορβηγών θρύλων Α-HA. Τα σαράντα πέντε λεπτά που κράτησε το ακουστικό σετ των Khan/Ostby φάνηκαν πάρα πολύ λίγα…

Αφού βγήκαμε για λίγα λεπτά εκτός του χώρου, για να γίνουν οι κατάλληλες προετοιμασίες, επανήλθαμε πάλι για να πάρει σειρά η συνθετική δύναμη των PAIN OF SALVATION. O Daniel ήταν οριακά αναγνωρίσιμος, μετά και το πρόσφατο, σοβαρό πρόβλημα της υγείας του και τα γυαλιά ηλίου είναι πλέον αναπόσπαστο κομμάτι του. Παρ’ όλα αυτά δεν έχασε το (διαχρονικό) χιούμορ του, όπως και ο μικροσκοπικός Johan που σατίριζε σε κάθε ευκαιρία το ύψος του.

Τα ακουστικά shows είναι κάτι που έχουν κάνει αρκετές φορές στην καριέρα τους οι PAIN OF SALVATION, τόσο στο “12:5” live άλμπουμ, όσο και στα δικά μας τα μέρη. Πολύ ενδιαφέρουσα η ιστορία με την κηδεία που κρύβεται πίσω από τη διασκευή του “A whiter shade of pale” των PROCOL HARUM, αλλά το ζουμί ήταν στις POS εκτελέσεις. Από το κλασικό “Ashes” στα εντελώς λατρεμένα “Second love” και ακόμη πιο ειδικά στο “Oblivion ocean”. Στο οποίο, μέσα στην κατάνυξη της ατμόσφαιρας, είχε και δύο χιουμοριστικά ευτράπελα που συνέβαιναν ανάμεσα στο κοινό και, όσοι τα αντιλήφθηκαν, καταπιέστηκαν πολύ για να μη κυλιστούν στις μοκέτες του θεάτρου.

Τα δύο ακουστικά shows ήταν άκρως απολαυστικά, άκρως χαλαρωτικά και η καλύτερη πρόγευση για μια βραδιά που θα αποδεικνύονταν ιστορική. Η έκθεση στον καυτό αθηναϊκό ήλιο ήταν ότι έπρεπε για να μας προσγειώσει στην πραγματικότητα, να πιούμε λίγο ακόμη καφέ και να μπούμε φορτσάτοι στο κυρίως πιάτο της δεύτερης και τελευταίας ημέρας.

Γιώργος Κόης
Φωτογραφίες: Πέτρος Καραλής

 

SOEN: Ανακοίνωσαν νέο δίσκο και ακούμε το πρώτο single, με τίτλο “Primal”

0
Soen
Photo by Linda Florin
Soen
Photo by Linda Florin

Οι SOEN ανακοινώνουν το επερχόμενο νέο τους στούντιο άλμπουμ με τίτλο Reliance, το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 16 Ιανουαρίου μέσω της Silver Lining Music.

Με το Reliance, το έβδομο στούντιο άλμπουμ τους, οι Σουηδοί progressive metallers, με ηγέτες τον Joel Ekelöf (φωνητικά) και τον Martin Lopez (ντραμς), συνεχίζουν να ανακαλύπτουν εντυπωσιακά νέα μονοπάτια στα χωρικά όρια ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, το δυνατό και το ήρεμο, το βαρύ και το γαλήνιο. Με την αδιάκοπη πορεία του πάνω στο βαθιά ανθρώπινο συναισθηματικό τοπίο, η μουσική των SOEN συνεχίζει να εξερευνά το ανθρώπινο μυαλό, την καρδιά και την ψυχή με μια οραματική φροντίδα, αλλά και με μια επιπλέον «βαριά» αιχμή.

Με τους Lars Enok Åhlund (πλήκτρα & κιθάρα), Cody Lee Ford (κιθάρα) και Stefan Stenberg (μπάσο) να στέκονται πλάι στον Ekelöf και τον Lopez, η πλούσια και συνεχής εξέλιξη του ήχου των SOEN απογειώνεται.

Το πρώτο single, Primal, που κυκλοφόρησε σήμερα, είναι ένα προκλητικό, στιβαρό ξέσπασμα, το οποίο πραγματεύεται την υπαρξιακή μάχη ανάμεσα στο ανθρώπινο πνεύμα και τον σύγχρονο κόσμο, με τα εντυπωσιακά φωνητικά του Ekelöf να οδηγούν την επίθεση.

Ο ιδρυτής και ντράμερ Martin Lopez σχολιάζει:
«Το Primal είναι ένα τραγούδι που γεννήθηκε από την απογοήτευση για τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Τη διαφθορά, τη διχόνοια και τη συνθλιπτική λαβή που έχει η τεχνολογία πάνω σε όλους μας. Είναι βαρύ και κατευθείαν στο σημείο, χτισμένο πάνω σε riffs και ακατέργαστη ενέργεια, αλλά ανοίγει σε ένα ρεφρέν που αποπνέει ελπίδα, σαν μια υπενθύμιση ότι το φως μπορεί ακόμη να διαπεράσει το σκοτάδι».

Ο Ekelöf συνεχίζει:
«Για εμάς δεν έχει να κάνει μόνο με την επιθετικότητα. Πρόκειται για το να ενθαρρύνουμε τον κόσμο να ξαναβρεί αυτή τη φλόγα, να επανασυνδεθεί με το πάθος και να κάνει βήματα έξω από το σκοτάδι – όλοι μαζί».

Δείτε/Ακούστε το Primal εδώ – βίντεο από τη Freakshot Film.

Με το Reliance, οι SOEN συνεχίζουν την απίστευτα ακατέργαστη και ειλικρινή εξερεύνηση μιας ζωής, πάνω στα νοητικά και σωματικά όρια που προκαλούν την ανθρωπότητα, καθώς παλεύει με τον εαυτό της σε αυτές τις δύσκολες εποχές. Στοχαστικό, προκλητικό, όμορφο και σκληρό, το Reliance είναι ένα ταξίδι που πρέπει να κάνετε.

Οι SOEN δεν δείχνουν σημάδια επιβράδυνσης και σύντομα θα ξεκινήσουν 19 ευρωπαϊκές εμφανίσεις στο Ultima Ratio Fest 2025 μαζί με τους Dark Tranquillity, Equilibrium και Iotunn. Η περιοδεία ξεκινά στις 24 Σεπτεμβρίου στην Κολωνία της Γερμανίας. Για περισσότερες πληροφορίες και εισιτήρια: https://soenmusic.com/tourdates/

Το Reliance θα κυκλοφορήσει στις 16 Ιανουαρίου 2025, μέσω της Silver Lining Music. Θα είναι διαθέσιμο σε CD, 12” βινύλιο (μαύρο και σε έγχρωμες εκδόσεις), ψηφιακές μορφές καθώς και σε ειδικά D2C προϊόντα και πακέτα. Για προπαραγγελίες επισκεφθείτε το παρακάτω link.

 

Tracklist του Reliance:

  1. Primal
  2. Mercenary
  3. Discordia
  4. Axis
  5. Huntress
  6. Unbound
  7. Indifferent
  8. Drifter
  9. Draconian
  10. Vellichor

Παραγωγή, ηχογράφηση και μίξη: Alexander Backlund στα Fascination Street Studios
Mastering: Tony Lindgren

SOEN:
Joel Ekelöfφωνητικά
Martin Lopezντραμς
Lars Enok Åhlundπλήκτρα και κιθάρα
Cody FordLead κιθάρα
Stefan Stenberg
μπάσο

FOLLOW SOEN:

www.facebook.com/SOENMusic
www.twitter.com/SOENmusic
www.instagram.com/SOENmusic
www.tiktok.com/@soenofficial
www.SOENmusic.com

ROCK HARD FESTIVAL GREECE – Day 1 (HAMMERFALL – OVERKILL – INNERWISH – COBRA SPELL – GANZI GUN, 12/9, Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων)

0
Hammerfall

Hammerfall

Έφτασε η μέρα το λοιπόν, που ξεκινάει το πρώτο festival του ROCK HARD. Έχουμε μιλήσει ήδη πολύ για το ποιοι θα είναι, πότε θα παίξουν και τα τοιαύτα, οπότε περνάμε κατευθείαν στο ζουμί για να μην σας κουράζουμε.

12 Σεπτεμβρίου 2025, η ώρα 17:30. Το μοντέρνο hard’n’heavy σχήμα των GANZI GUN, βρίσκεται στο σανίδι για να αναλάβει να ζεστάνει τον αρχικό κόσμο που έδωσε το παρόν εκείνη την ώρα μέσα στο λιοπύρι. Ενεργητικοί, αγαπημένοι από μεριάς γράφοντος, με την απαραίτητη μοντέρνα groove πινελιά προκειμένου να ξεχωρίζουν, σε ένα είδος που εδώ δεν έχουμε πολλές τέτοιες μπάντες η αλήθεια είναι.

Με υλικό από το τελευταίο τους άλμπουμ “Time is now”, ένα ολοκαίνουργιο κομμάτι, συν το hit-άκι “Fading lights” από το “Welcome to the show” ντεμπούτο, οι GANZI GUN έδωσαν τα διαπιστευτήρια τους, δικαιώνοντας όσους πίστεψαν σε αυτούς.

Στη συνέχεια, η all-female εκπροσώπηση (έστω πλην κιθαρίστα Adri Funérailles) του festival, με τις Ολλανδέζες COBRA SPELL, ανέβηκε στο σανίδι. Είχα ακούσει για τις κυρίες (κυρίως λόγω της ταλαντούχας lead παίκτριας Sonia Anubis), αλλά ουδέποτε είχα ακούσει το υλικό της, οπότε δεν ήξερα ακριβώς τι να περιμένω. Πήρα ένα διασκεδαστικό hard’n’heavy αμάλγαμα (πιο κοντά στο κλασσικό heavy φυσικά), που λειτουργούσε φουλ σε συναυλιακές συνθήκες.

Η κυρία Kris Vega είναι μια πολύ ωραία φωνή και frontwoman, ενώ οι συμπαίκτες/συμπαίκτριες της την συμπληρώνουν όμορφα στη επί σκηνής παρουσία της. Με υλικό από το “666” full-length καθώς και τα δύο EP που έχουν ήδη στα 6 χρόνια ύπαρξής τους, μου άφησαν μια θετική γεύση μια και έχουν σωστό attitude και καλές ιδέες, αλλά θα ήθελα να με εντυπωσιάσουν και περισσότερο στο μέλλον.

Και τώρα ο Θοδωρής ο Μηνιάτης θα σας μιλήσει για τους θεούς INNERWISH.

Γιάννης Σαββίδης

Υπάρχουν κάποια συγκροτήματα τα οποία πια αποτελούν μια σταθερή αξία σε κάθε συναυλιακό δρώμενο που επιχειρούν. Ένα από αυτά είναι σίγουρα και οι INNERWISH, ένα γκρουπ που είναι λίρα εκατό κάθε φορά που το βλέπεις ζωντανά, αν βεβαίως σου αρέσει, το Ευρωπαϊκό heavy/power metal, αφού με αυτό αρέσκονται να εκφράζονται μουσικά. Έτσι από την στιγμή που ανέβηκαν στην σκηνή του Rock Hard Festival, απλά απέδειξαν όλα τα παραπάνω, για μια ακόμα βραδιά. Τα πολλά χρόνια σύμπραξης των μουσικών μαζί, τους έχουν κάνει να παίζουν αβίαστα, αποδίδοντας τα τραγούδια τους σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή, σε κάθε συνθήκη που έχουν να αντιμετωπίσουν. Στα πρώτα λεπτά του set τους, που «άνοιξε» με το τελευταίο stand-alone single που έχουν κυκλοφορήσει και παρουσιάσει “The enemy inside”, ο ήχος δεν ήταν σύμμαχός τους, στην συνέχεια όμως ευτυχώς, τουλάχιστον εκεί που ήμουν, έφτιαξε και έτσι όλη η εμφάνισή τους ήταν όπως έπρεπε, και όπως περίμεναν όσοι τους έχουν ξαναδεί ζωντανά.

Οι INNERWISH, για όσους έχουν, έστω και λίγο, ασχοληθεί μαζί τους, ξέρουν ότι είναι άκρως επαγγελματίες, κάτι που φαίνεται σε ότι κάνουν. Έτσι, σκεπτόμενοι ορθώς τον χρόνο που είχαν, και δεν ξεπερνούσε τα 50 λεπτά, επέλεξαν στο set list τους, να τιμήσουν όλα τους τα άλμπουμ μ’ ένα τραγούδι από το καθένα εκτός του “Innerwish” του 2016 από το οποίο ακούσαμε δυο. Όσοι δεν τους ήξεραν, σίγουρα απέκτησαν μια πρώτη σφαιρική άποψη για το που κυμαίνονται μουσικά και ηχητικά, βάση ιδιώματος. Από την άλλη, όσοι τους ξέρουν και αρέσκονται σε αυτούς, ίσως «δυσαρεστήθηκαν», περιμένοντας κάποια έκπληξη στο set list, που φυσικά δεν ήρθε ποτέ, αφού ό,τι άκουσαν ήταν κυρίως πιο γνωστά τραγούδια.

Βεβαίως σε ένα festival, και όχι σε μια «δικιά σου» εμφάνιση, επιλέγεις τραγούδια πιο ευρέως γνωστά, κάτι αρκετά λογικό. Οι πιο φανατικοί τους οπαδοί ας περιμένουν περίπου δυο μήνες, αφού λόγω των 30 ετών που το συγκρότημα είναι στο δισκογραφικό προσκήνιο, ετοιμάζει μια πολύ ειδική και special βραδιά στις 29 Νοέμβριου για να το γιορτάσει. Εκεί σίγουρα θα ευχαριστηθούν με αυτό που θα δουν και θα εισπράξουν ζωντανά.

Το πλήρες set list ήταν:
The enemy inside/Burning desires/Inner strength/Silent faces/Rain of a thousand years/Higher/Needles in my mind/Ready for attack

Θοδωρής Μηνιάτης

Ήγγικεν η ώρα της κρίσεως για τον γράφοντα. Το να μην έχω δει, όντας thrasher, τους OVERKILL, συνιστούσε σοβαρότατο παράπτωμα, άλλωστε. Μπάσιμο με το ομώνυμο του τελευταίου, 20ου studio δίσκου “Scorched” για να ζεστάνει το κοινό με τα γκάζια του, προτού ξεκινήσει η πρώτη βουτιά στο παρελθόν. “Rotten to the core” από το μνημειώδες “Feel the fire” και η Τεχνόπολη γίνεται ένα μεγάλο circle pit. Το σωστό. Το ορθόδοξο. Η ευγενής τέχνη της πριονοκορδέλας, ενώ επί σκηνής σαρώνουν οι εκ των πρώτων διδαξάντων αυτής. 45 χρόνια στο κουρμπέτι και παίζανε με ενέργεια και “ορέξεις” (να το θέσω κομψά) 20άρηδων. Πίσω στο πρόσφατο παρελθόν με το “Bring me the night” από το “Ironbound”, το μοντέρνο κλασσικό μιας ολόκληρης φουρνιάς οπαδών.

Και πάρε την έκπληξη, “Deny the cross” από το “Taking over” και ο γράφων να γκαρίζει από τη πώρωση σαν γορίλλας σε περίοδο αναπαραγωγής! Οι θρύλοι του New Jersey, δεν άφησαν ΔΕΥΤΕΡΟΛΕΠΤΟ από τη μια ώρα που είχαν στην διάθεση τους ανεκμετάλλευτο, πετώντας μας τη μια θρυλική κομματάρα μετά την άλλη, τιμώντας το παρόν, αλλά και το ένδοξο παρελθόν. Τι “Hello from the gutter”, τι “Electric rattlesnake”, τι “The surgeon” και το ομώνυμο μακελειό του “Ironbound”, οι τύποι ήξεραν το ευαίσθητο σημείο μας και μας βαρέσανε στο ψαχνό! Το δε φινάλε με την τριπλέτα “Elimination”/”In union we stand” και την θρυλική διασκευάρα στο “Fuck you” των SUBHUMANS, ανακαίνισε για τα καλά τη Τεχνόπολη!

Οι OVERKILL τίμησαν επάξια τον τίτλο του “Wrecking crew” που φέρουν από το φερώνυμο κομμάτι του 1987, μια και μας διαλύσανε μετά συνοπτικότατων διαδικασιών. Για εμένα και τα γούστα μου, ήταν οι πραγματικοί headliners της βραδιάς, δίχως ίχνος μνείας προς τους επαγγελματικότατους, πολύ καλούς και καθ’ όλα αγαπημένους HAMMERFALL που ακολούθησαν. Και κάπου εδώ, σταματάει το “μερίδιο” της ανταπόκρισης από τα μούτρα μου, αφήνοντας στον Θανάση τον Μπόγρη να σας μιλήσει εκτενέστερα για αυτό!

Γιάννης Σαββίδης

Αφού είχε προηγηθεί το μακελειό που ακούει στο όνομα OVERKILL, όλοι όσοι είχαν καταφέρει να μείνουν ακόμα όρθιοι στο χώρο της Τεχνόπολης, προσπαθούσαν να μαζέψουν τα κομμάτια τους και να ετοιμαστούν για να υποδεχτούν τους headliners της 1ης μέρας του Rock Hard Festival Greece 2025. Οι HAMMERFALL, 7 χρόνια μετά από την τελευταία τους συναυλία επί ελληνικού εδάφους, θα έκλειναν με την εμφάνισή τους τη πρώτη βραδιά της διοργάνωσης. Κατά τη διάρκεια των επί σκηνής προετοιμασιών για την εμφάνιση των Σουηδών, αν γύριζε κανείς τριγύρω, θα άκουγε παντού στα πηγαδάκια την ίδια απορία. Θα κατάφερνε η πεντάδα Gothenburg να συνεπάρει το κοινό μετά από την όλεθρο που είχαν σπείρει οι Αμερικάνοι thrashers; Έμελλε να το δούμε…

Χωρίς χρονοτριβές και ακολουθώντας ευλαβικά το πρόγραμμα του φεστιβάλ, οι Σουηδοί ανέβηκαν στη σκηνή με το “Avenge the Fallen” από το τελευταίο τους πόνημα και καπάκι το up-tempo “Heeding the Call” από τον 2ο δίσκο τους. Ορεξάτοι και με κρυστάλλινο, υποδειγματικό ήχο, από τις πρώτες κιόλας νότες, οι HAMMERFALL έδειξαν διάθεση για μια όμορφη εμφάνιση. Μεγάλη μερίδα του κοινού, ειδικά στο κέντρο και μπροστά, τραγουδούσε τους στίχους και ανταποκρινόταν στις παραινέσεις του frontman της μπάντας, Joacim Cans, ακόμα και στο όχι και τόσο ενδιαφέρον “Any Means Necessary”. “Hammer of Dawn” για τη συνέχεια και κατόπιν η μπάντα παίζει το πιασάρικο “Blood Bound”, το οποίο είναι πλέον ένα εκ των hits της, κάτι που φάνηκε και από το τραγούδι του κόσμου. Χωρίς πολλά πολλά, οι Σουηδοί κάνουν ξανά βουτιά στο παρελθόν τους και μας φιλοδωρούν με το “Renegade” από τον ομώνυμο δίσκο τους.

Η απόδοση της μπάντας κινείται σε απόλυτα επαγγελματικό επίπεδο. Εκτελεστικά όλοι αποδίδουν τα μέρη τους με απέριττο τρόπο και ειδικά ο Cans δε χάνει ούτε μισή νότα στα φωνητικά. Ο David Wallin είναι στιβαρός πίσω από τα drums του, που είναι τοποθετημένα στο υψηλότερο σημείο της σκηνής, ενώ οι Fredrik Larsson στο μπάσο και οι Oscar Dronjak και Pontus Norgren στις κιθάρες, αλωνίζουν τη σκηνή και ανεβοκατεβαίνουν στα υπερυψωμένα σημεία της, με έναν σχεδόν απόλυτα καλοπροβαρισμένο και προμελετημένο τρόπο.

Τα “Hammer High”, “Last Man Standing” και ειδικά το Priest-ικό “Fury of the Wild” έτυχαν θερμής υποδοχής από τον κόσμο, ενώ το κλασικό “Let the Hammer Fall” το τραγούδησαν όλοι. Τo πιο γρήγορο “The End Justifies” και το ρυθμικό “(We Make) Sweden Rock” έρχονταν να κλείσουν την κανονική ροή της εμφάνισης των Σουηδών στο φεστιβάλ, με τη μπάντα να φεύγει από τη σκηνή και να επιστρέφει άμεσα για το encore της. Ο Cans μας είπε πως η μπάντα θα παίξει ένα ακόμα τραγούδι το οποίο θα ήταν το “Hearts on Fire”, με το οποίο οι HAMMERFALL ολοκλήρωσαν την εμφάνισή τους, αλλά και την 1η μέρα του ROCK HARD FESTIVAL GREECE.

Με την μπάντα να έχει αποχωρήσει από τη σκηνή, όλοι έχουν μείνει με ένα παράπονο. Το ότι δεν ακούσαμε ούτε μια νότα από το μυθικό ντεμπούτο της μπάντας. Και μάλιστα σε επανάληψη του ίδιου σκηνικού με την τελευταία εμφάνιση της μπάντα στην Αθήνα το 2018, όπως μου υπενθύμισε ο αγαπητός Μπούκης, μιας και ούτε τότε είχε παιχτεί κάτι από το “Glory to the Brave”. Εάν εξαιρέσεις αυτό το «μελανό» σημείο, οι HAMMERFALL έκαναν μια άκρως επαγγελματική εμφάνιση μπροστά στο αθηναϊκό (και όχι μόνο) κοινό. Προσωπικά μου έλειψε ο αυθορμητισμός και η ενέργεια που είχαν οι OVERKILL λίγο πιο πριν, μιας και όλες οι κινήσεις των Σουηδών επί σκηνής, ακόμα και οι ατάκες που έλεγαν, φαίνονταν να είναι μελετημένες και εκτελεσμένες με σχεδόν σκηνογραφημένο τρόπο. Αυτό βέβαια είναι και ένα δείγμα του πως προσεγγίζει η κάθε μπάντα τον τρόπο με το οποίο εμφανίζεται live. Όπως και να έχει η μέρα ήταν χορταστικότατη και τα καλύτερα ακολουθούσαν την επ’ αύριο…

Θανάσης Μπόγρης
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

Πέθανε ο τραγουδιστής των AT THE GATES, Tomas Lindberg, σε ηλικία 53 ετών…

0
Lindberg
Lindberg
Photo by Ester Segarra

Όπως φαίνεται, ύστερα από διάφορα ποσταρίσματα στα social media από κοντινούς του ανθρώπους, ο Tomas Lindberg, τραγουδιστής των AT THE GATES, έχασε την άνιση μάχη με τον καρκίνο και πέθανε σε ηλικία 53 ετών…

Όπως είχαμε γράψει πριν ένα μήνα περίπου, ο Lindberg είχε διαγνωστεί με αδενοειδές κυστικό καρκίνωμα (ACC), έναν σπάνιο, αργά αναπτυσσόμενο αλλά επιθετικό καρκίνο που συνήθως αναπτύσσεται στους σιελογόνους αδένες, ιδιαίτερα στους μικρούς σιελογόνους αδένες της κεφαλής και του λαιμού και του είχε αφαιρεθεί ένα μεγάλο κομμάτι από το πάνω μέρος του στόματός του…

Ο “Tompa”, όπως έμεινε γνωστός, υπήρξε από τους σημαντικότερους frontmen/μουσικούς στο ακραίο metal, περισσότερο γνωστός μέσα από τους θρυλικούς AT THE GATES, αλλά έχει τραγουδήσει και με τους NIGHTRAGE, THE CROWN, DISFEAR, LOCK UP, THE GREAT DECEIVER και πολλούς άλλους.

Η αγάπη του για τη μουσική, ήταν τόσο μεγάλη, που μία μέρα πριν υποβληθεί σε εγχείριση, μπήκε στο στούντιο και ηχογράφησε one take όλα τα φωνητικά για τον επερχόμενο δίσκο των AT THE GATES…

Τεράστια η απώλεια… R.I.P. Tomas Lindberg…

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece