Monday, January 19, 2026




Home Blog Page 30

Το Rock Hard και ο Σάκης Φράγκος στις “Δυο Λέρες Μόνο” στον Bwin Sport FM 94,6

0
Bwin

Bwin

Ο Σάκης Φράγκος, βρέθηκε καλεσμένος στην αποψινή εκπομπή του Bwin Sport Fm 94,6, “Δυο Λέρες Μόνο”, με τον Νικόλα Ακτύπη και τον Γιώργο Μαραθιανό, όπου μίλησαν για το Rock Hard Festival Greece και πολλά άλλα, σχετικά και άσχετα!

Απολαύστε υπεύθυνα, τη guest συμμετοχή του Rock Hard στην καλύτερη εκπομπή του ελληνικού ραδιοφώνου!!!

 

HEAVENS GATE underrated gems

0
Heavens Gate

Heavens Gate

Οι HEAVENS GATE, παρόλο που ήταν μαζί με τους HELLOWEEN, GAMMA RAY, GRAVE DIGGER, RUNNING WILD και RAGE, οι πρωτοπόροι του Γερμανικού heavy/power metal, δεν πήραν πραγματικά ποτέ το κόμματι της πίτας που τους αναλογούσε, βάση ποιότητας των studio δουλειών τους. Σαφώς και είναι πλήρως αναγνωρίσιμοι, ειδικά στους μεγαλύτερους ηλικιακά οπαδούς, δεν κατάφεραν όμως, ίσως και εξαιτίας της μόνο δεκαετούς παρουσίας τους στην δισκογραφία, να γίνουν και να καταφέρουν ότι και οι προαναφερόμενοι συμπατριώτες τους.

Τα πρώτα δυο άλμπουμ τους “In control” του 1989 και “Livin’ in hysteria” του 1991, τα θεωρώ από τα ωραιότερα μουσικά πονήματα σε όλα τα metal ιδιώματα όλων των εποχών, και δεν θα πρέπει να λείπουν από μια ενημερωμένη δισκοθήκη, σε όποιο format επιλέξει να τα έχει ο οπαδός. Δεν σας κρύβω ότι μου είναι κάπως δύσκολο, ειδικά από αυτά τα άλμπουμs να ξεχωρίσω τραγούδια. Οπότε παρακάτω θα παραθέσω κάποια, που θεωρώ πως χρίζουν περισσότερες ακροάσεις από όλους.

“Surrender” (In control, 1989)
“Tyrants” (In control, 1989)

Βάζω αυτά τα δυο τραγούδια μαζί γιατί θεωρώ πως έχουν πολλές ομοιότητες. Καταρχάς και οι δυο συνθέσεις «κινούνται» στο ίδιο μουσικό ανεβαστικό tempo, αφού μαζί με το ομώνυμο της πρώτης δουλειάς είναι τα 3 πιο γρήγορα στο άλμπουμ. Το σημαντικό όμως στοιχείο και των δυο, είναι ότι αποτελούν ακριβώς ότι πρέσβευε ηχητικά το Γερμανικό power metal εκείνα τα χρόνια, έχοντας όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία του ιδιώματος, με τις εξαιρετικές κιθαριστικές μελωδίας, τα «διπλά» refrain, και την γενικότερη ξεσηκωτική διάθεση.

 

“Touch the light” (Open the gate and watch, 1990)

Ένα μόλις χρόνο μετά την πρώτη ολοκληρωμένη τους δουλειά οι HEAVENS GATE, αποφασίζουν αντί να κυκλοφορήσουν την δεύτερη full length προσπάθειά τους, να «βγάλουν» στην αγορά ένα EP, με 4 καινούργια τραγούδια, το bonus στο CD της πρώτης τους δουλειάς σε νέα μίξη, και το ομώνυμο intro του EP. Το “Touch the light”, που «έρχεται» μετά την εισαγωγή, ουσιαστικά παίρνει την σκυτάλη από τα προαναφερθέντα δυο τραγούδια, της προηγούμενης δουλειάς. Έχοντας τα ίδια «υλικά» κατασκευής, βάση τελικού αποτελέσματος, αποτελεί ένα από τα ωραιότερα κομμάτια της καριέρας τους και σίγουρα θα μπορούσε να ήταν σε κάποιο full length δίσκο τους.

 

“We got the time” (Livin’ in hysteria, 1991)

Οι HEAVENS GATE είχαν βρει ήδη τα πατήματά τους και έτσι το 1991, η δεύτερη ολοκληρωμένη δουλειά τους “Livin’ in hysteria” ήταν στα δισκοπωλεία. Πατώντας το play στο CD, ή ακουμπώντας τη βελόνα στο βινύλιο, το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου σίγουρα καθηλώνει από τότε αφού αποτελεί ένα από τα 5-6 πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια τους. Τελειώνοντας, ίσως κάποιοι θα περίμεναν κάτι πιο «μέτριο» και χαλαρό για να καταλαγιάσει κάπως το ξεσηκωτικό συναίσθημα που είχε δημιουργηθεί. Το γκρουπ όμως είχε άλλη άποψη, αφού το “We got the time”, «σε πιάνει άμεσα από τα μαλλιά» και σε τραβάει πολλά μέτρα μακριά. Με λίγες ηχητικές εναλλαγές μέσα στο τραγούδι και έναν Rettke να ερμηνεύει εκπληκτικά, ήταν ό,τι καλύτερο για ενδιάμεσο τραγούδι σε δυο από τις κορυφαίες τους συνθέσεις αφού το “The never ending fire” που ακολουθεί στη σειρά, είναι ένα από τα τραγούδια που έχει μεγαλώσει πολλές γενιές μεταλλάδων.

Heavens 

“Under fire” (Hell for sale, 1992)
“Rising sun” (Hell for sale, 1992)

Οι HEAVENS GATE το 1992, κυκλοφορούν την τρίτη δισκογραφική τους προσπάθεια, με το θέλω των οπαδών να ήταν σίγουρα μια ανάλογη συνέχεια των δυο πρώτων, κάτι που δυστυχώς δεν έγινε στην ολότητα του αφού ό,τι κυκλοφόρησε μετά, δεν είχε την ίδια ηχητική αίγλη, σε σύνολο. Το γκρουπ όμως ήξερε να γράφει ωραία τραγούδια, κάτι που φάνηκε και από τις δυο αναφερόμενες συνθέσεις. Προσωπικά τις θεωρώ «αδερφάκια» στο στυλ προσέγγισης τους, για αυτό και μνημονεύονται μαζί. Το γκρουπ, είχε βρει μια συγκεκριμένη φόρμουλα, όταν ήθελε να έχει τραγούδια σε/με πιο υψηλό tempo, η οποία ακολουθήθηκε στο έπακρο και σε αυτές τις συνθέσεις, διατηρώντας τα στοιχεία που θα έκαναν τον ακροατή να είναι σε μια συνεχή εγρήγορση στην ακρόαση τους. Από την πρώτη στιγμή ξεχώρισαν, μια και ηχητικά πήραν την σκυτάλη από τις συνθέσεις μια χρονιά πριν, αποτελώντας εύκολα, δυο πάρα πολύ αξιόλογα και αξιοπρόσεκτα τραγούδια που χαρακτηρίζουν το στυλ του συγκροτήματος.

 

“Terminated world” (Planet E., 1996)

Δεν ξέρω αν ισχύει, μάλλον όχι βεβαίως, αλλά οι HEAVENS GATE, είχαν βάλει στόχο μεταξύ τους, όταν διάλεγαν την σειρά των συνθέσεων ενός άλμπουμ, κάθε εναρκτήριο τραγούδι του, να είναι άμεσα αρεστό στο κοινό. Έτσι το “Terminated world”, δεν ξέφυγε από αυτήν την, ίσως, άτυπη παράδοση. Από το πρώτο δευτερόλεπτο που το ακούς, η όλη αισθητική του σε μαγνητίζει. Παρόλο που δεν έχει την ριφάρα που θα σε «στείλει» ή το tempo που θα σε ξεσηκώσει άμεσα, ο τρόπος που έχει «στηθεί», δεν γίνεται να σε κάνει να το προσπεράσεις. Για ακόμα μια σύνθεση, το ταλέντο των μουσικών είναι τέτοιο, που χαρίζει ένα από τα ωραιότερα τραγούδια της καριέρας τους.

 

“On the edge” (Planet E., 1996)

Αν και το δεύτερο, ομώνυμο τραγούδι στο δίσκο, είναι αρκετά αξιοπρόσεκτο, το “On the edge”, σε κερδίζει εύκολα, όταν το ακούσεις. Το γκρουπ για ακόμα μια φορά, όταν «ανεβάζει» τις ταχύτητες σε μια σύνθεση, δημιουργεί τραγούδια που χαρακτηρίζουν την ηχητική του ταυτότητα, έχοντας όλα εκείνα τα στοιχεία που το έχουν κάνει τόσο αγαπητό. Το ξεσηκωτικό tempo, ο ωραίες κιθαριστικές εναλλαγές και φυσικά το μελωδικό ρεφραίν, είναι και πάλι παρόντα, προς τέρψη του ακροατή, που απολαμβάνει ότι ακούει, βάζοντας το εν λόγω τραγούδι εύκολα και αβίαστα στα καλύτερα τους.

 

Menergy” (Menergy, 1999)

Το 1999, οι HEAVENS GATE ήταν σε μια κάπως συνθετική πτώση, αφού το “Menergy”, δεν είχε, σε σύνολο, να «δώσει» κάτι πολύ ιδιαίτερο στον ακροατή. Παρόλο που διατήρησαν τον ήχο που είχαν συνηθίσει οι οπαδοί, οι “glory days”, είχαν περάσει ανεπιστρεπτί, δείχνοντας ίσως σιγά σιγά το τέλος της δισκογραφικής πορείας τους. Το ομώνυμο τραγούδι, είναι ένα από αυτά που αποτελούν ηχητική όαση στην κάπως γενική μετριότητα του άλμπουμ. Με την πρώτη ακρόαση, ίσως το ανατολίτικο ριφ και το στυλ δόμησής της σύνθεσης, να δημιουργεί ενδόμυχες αρνητικές εντυπώσεις, όταν όμως δώσεις την σημασία που αρμόζει στο τραγούδι, κυρίως λόγω της ερμηνείας του Rettke, θα έχεις ένα αποτέλεσμα που χρίζει πολλών ακροάσεων.

 

Breakinloose” (Menergy, 1999)

Οι HEAVENS GATE θα μείνουν στην ιστορία της heavy metal μουσικής σαν ένα από τα συγκροτήματα που είχε ένα αστείρευτο ταλέντο να γράφει τραγούδια που ηχούν άμεσα και εύκολα/γρήγορα γίνονται στον ακροατή. Το “Breakin’ loose”, για τον γράφοντα, θα είναι για πάντα ένα από αυτά. Έχοντας ήδη μια άκρως αναγνωρίσιμη ηχητική ταυτότητα, τολμούν να γράψουν ένα τραγούδι που βασίζεται σε latin αισθητική. Φυσικά πρόσθεσαν και τα δικά τους metal στοιχεία και έτσι η αρμονική σύζευξη των δυο ιδιωμάτων, δίνει στον ακροατή μια σύνθεση, που τουλάχιστον προσωπικά, χαίρομαι να ακούω μέχρι και σήμερα.

Οι HEAVENS GATE λείπουν από την heavy metal δισκογραφία, αφού όλα τους τα άλμπουμ, ειδικά όπως προανέφερα, τα δυο πρώτα, είναι πολύ καλά δείγματα ενός ιδιώματος που θα χρειάζεται πάντα τέτοιες δουλειές από συγκροτήματα. Είναι πολύ σημαντικό που τον Σεπτέμβριο θα ακούσουμε ζωντανά μερικά από τα τραγούδια που έχουν γράψει την δική τους ιστορία στο χωρόχρονο, έστω και χωρίς την φωνή που τα ανέδειξε. Προσωπικός πόθος, αφενός να ξαναμπούν στο studio και αφετέρου να κυκλοφορήσουν τα “Hell for sale”, “Planet E.”και “Menergy” επιτέλους σε βινύλιο. Δεν νομίζω να γίνει κάτι από αυτά τα δυο, αλλά όπως λέει και ο λαός μας: «Η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία»

Θοδωρής Μηνιάτης

Οι ώρες εμφάνισης των συγκροτημάτων στο Rock Hard Festival Greece

0
Festival

Festival

Η μεγάλη στιγμή για το Rock Hard Festival Greece, φτάνει. Στις 12 και 13 Σεπτεμβρίου, στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, θα γίνει το πρώτο μας φεστιβάλ και στην εικόνα, μπορείτε να δείτε τις ώρες εμφάνισης των συγκροτημάτων, που -ούτως ή άλλως- είχαν ανακοινωθεί στο www.rockhardfestival.gr εδώ και μερικούς μήνες!

Σας περιμένουμε όλους. Εισιτήρια αγοράζετε από τη more.com αλλά και μέσα από το site μας, στο www.rockhardfestival.gr/tickets

Όλες οι πληροφορίες για το Rock Hard Festival Greece από τον Σάκη Φράγκο

0
Festival

Festival

Ο Σάκης Φράγκος, έκανε ένα δωδεκάλεπτο βίντεο, όπου αναλύει όλα όσα θέλετε να μάθετε για το Rock Hard Festival Greece, λίγο πριν ανοίξει τις πύλες του!

Δείτε το βίντεο ακριβώς από κάτω:

CANDLEMASS feat. Messiah Marcolin – Underrated gems

0
Candlemass

Candlemass

Πλέον είναι πολύ κοντά η στιγμή που θα έχουμε την τιμή να δούμε τους CANDLEMASS επί σκηνής με τον Messiah Marcolin, οι οποίοι θα κλείσουν ως headliners τη δεύτερη μέρα του Rock Hard Greece festival. Αξίζει άλλη μία, πολλοστή, αναφορά σε αυτό το γεγονός; Θα απαντήσω εκ του προσωπικού με μία σύντομη αναδρομή.

Τους CANDLEMASS τους έμαθα το 2006 και τους αγάπησα μέσω του compilation “Essential Doom”, όπου εκτός από πολύ γνωστά και κλασικά τους κομμάτια, είχε και ένα DVD με τον καλόγερο στα φωνητικά να τα σαρώνει όλα πάνω στο σανίδι. Αυτό ήταν, από εκείνη τη στιγμή ο Messiah έμελλε να μείνει ως μία από τις αγαπημένες μου φωνές. Δυστυχώς έμαθα λίγο πριν την κυκλοφορία του “King of the grey islands”, ότι αυτός αποτελούσε παρελθόν από το συγκρότημα, πριν προλάβω να τον δω σε συναυλία. Έκτοτε έχω δει τους γίγαντες του Doom live, αλλά κάτι έλειπε. Φανταζόμουν πόσο διαφορετική θα ήταν η συναυλία αν ήταν ο Messiah μπροστά μου να οργώνει τη σκηνή. 

Οπότε ναι, δεν θα είναι ποτέ αρκετές οι αναφορές για το συγκεκριμένο μουσικό γεγονός. Εκτός από μία συνεργασία που δεν θα επαναληφθεί ξανά, πρόκειται και για την εκπλήρωση ενός τεράστιου συναυλιακού μου απωθημένου που δεν πίστευα ότι θα ζήσω ποτέ. Και ως οπαδός, αυτό είναι μόλις ένα από τα πολλά μοναδικά, ξεχωριστά και αποκλειστικά πράγματα θα μας κάνει να ζήσουμε το Rock Hard Greece Festival. 

CANDLEMASS με Messiah δεν σημαίνει μόνο “Well of souls”, “Samarithan”, “Black Dwarf” μεταξύ άλλων, αν και αυτά είναι συνήθως από τα πρώτα τραγούδια που μου (μας;) έρχονται στο μυαλό όταν πάει εκεί η συζήτηση. Η συνεργασία αυτή έχει δώσει πολλές ανεπανάληπτες συνθέσεις που μέχρι σήμερα παραμένουν τόσο βαριές κι ασήκωτες, όσο και μεγαλεπήβολες. Τι ορίζουμε λοιπόν ως underrated στην συγκεκριμένη περίπτωση; Δεν υπάρχει κάποια μαγική εξίσωση που θα μας δώσει την απάντηση, απλά θα αναφέρουμε μερικά τραγούδια πέρα από τους κράχτες που ανέφερα πάνω, ώστε να θυμηθούμε τι διαμάντια περιέχει αυτή η κληρονομιά. Κάποια ίσως να μην τα θεωρείτε underrated, κάποια που θα περιμένατε να δείτε ίσως δεν τα θεωρώ εγώ underrated, ας συμφωνήσουμε ότι μιλάμε για μουσικάρες και ας ακούσουμε τα τραγούδια άλλη μία φορά. Θα με συγχωρέσετε αν στις περιγραφές εστιάζω πιο πολύ στον Messiah από ότι στα υπόλοιπα μέλη, αλλά νομίζω δικαιολογείται από τις συνθήκες. 

“Battlecry (Demo)” (“Demo with Marcolin”, 1987)

Εκτός αν κάνω κάποιο τραγικό λάθος, πρόκειται για το πιο γρήγορο τραγούδι με τον Messiah, το οποίο δυστυχώς το έχουμε μόνο σε demo εκδοχή. Έχει και τα αργόσυρτα doom περάσματά του στη μέση, αλλά κατά κύριο λόγο η ταχύτητα κυριαρχεί. Όχι μόνο αυτό, αλλά στο ρεφραίν ο Messiah γίνεται και Halford για μια στιγμή πετώντας πολύ ψηλή νότα για τα δεδομένα που τον έχουμε συνηθίσει. 

 

“Mourner’s Lament” (“Nightfall”, 1987)

Κανονικά κανένα τραγούδι μέσα από το “Nightfall” δεν θα έπρεπε να θεωρείται underrated, μιλάμε για δεκάρι, αλλά δεν ήθελα να το αφήσω χωρίς εκπροσώπηση, οπότε διάλεξα την λιγότερο αγαπημένη μου πλήρη σύνθεση από τις έξι του δίσκου. Ο Messiah πενθεί, και μαζί με αυτόν όλη η πλάση! Οι δυσβάσταχτες κιθάρες, οι καμπάνες, η ερμηνεία αυτή, συνδυάζονται με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργήσουν το απόλυτο μοιρολόι. 

 

“The bells of Acheron” (“Ancient dreams”, 1988) 

Υπάρχει περίπτωση να έχουν οι CANDLEMASS τραγούδι με τέτοιο τίτλο και να μην τα σπάει; Άλλη μία ξεσηκωτική σύνθεση μέσα από το “Ancient dreams”, που βρίσκει το ανεβαστικό groove να εναλλάσσεται με το αργόσυρτο αιώνιο σκότος του κάτω κόσμου. Είναι φοβερό το πόσο πολύ ταιριάζουν τέτοιες θεματολογίες στη φωνή του Messiah. 

Photo by Ulf Magnusson

“Darkness in paradise” (“Ancient dreams”, 1988) 

Έχουμε Messiah να τραγουδάει σχεδόν acapella τα κουπλέ και πραγματικά δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι πιο ανατριχιαστικό. Και μόνος του να ανέβει στη σκηνή και να τραγουδήσει χωρίς την υπόλοιπη μπάντα, είναι ικανός να προκαλέσει ρίγη συγκίνησης. Οι στίχοι κάνουν εύκολα συσχέτιση με το προπατορικό αμάρτημα και για άλλη μια φορά, το συγκρότημα καταφέρνει να αναπαράξει με εξαιρετικό τρόπο την ανάλογη ατμόσφαιρα. Δέος! 

 

“Bearer of pain” (“Ancient dreams”, 1988) 

Δεν ξέρω κατά πόσο είναι underrated αυτός ο υπερύμνος. Πολύ ξεσηκωτικές οι κιθάρες από το πρώτο δευτερόλεπτο, ενώ κάθε φωνητική γραμμή περιέχει κιλά έμπνευσης και είναι καλύτερη από την προηγούμενη. Έξτρα βαθμοί για το τσιριδάκι στο κλείσιμο του ρεφρέν, ενώ το μπάσιμο του Messiah στη γέφυρα μπορεί να σε στοιχειώσει για πάντα. Θυμάστε κοντά στο 6ο λεπτό το σημείο που ηρεμεί το τραγούδι λίγο πριν μπει το κυρίως riff; Αν παιχτεί αυτό live θα φύγουν πολλά κεφάλια. 

 

“A tale of creation” (“Tales of creation”, 1989)

Μου αρέσουν πολύ τα τραγούδια των CANDLEMASS που οι στίχοι τους μπορούν να συσχετιστούν με μια ιστορία. Όπως στο “Samarithan”, έτσι και εδώ, κάθε κουπλέ προχωράει την πλοκή που δεν είναι άλλη από την δημιουργία του κόσμου, η οποία περιγράφεται με άκρως ποιητικό τρόπο. Η ατμόσφαιρα στο ρεφραίν γίνεται τελείως απόκοσμη και ανατριχιαστική, κάτι που είναι απολύτως ταιριαστό με την μεγαλοπρέπεια που αποπνέει η θεματολογία του κομματιού. Ο δε Messiah, είναι από τους λίγους που θα μπορούσαν να πιάσουν το feeling του τραγουδιού και να το ερμηνεύσουν με τέτοιο τρόπο.  

Candlemass

“Tears” (“Tales of creation”, 1989)  

Μου αρέσει πάρα πολύ το χτίσιμο του τραγουδιού αυτού. Από την αργή και αβάσταχτη εισαγωγή, έρχεται ένα ξεσηκωτικό ρεφρέν γεμάτο ένταση, από τα αγαπημένα μου της μπάντας. Το μήνυμα των στίχων είναι η μετάβαση από την στεναχώρια στο φως και για την δύναμη που χρειάζεται να αφήσουμε πίσω μας το παρελθόν. Το μόνο σίγουρο είναι πως μουσική σαν αυτή σου δίνει δύναμη να ξεπεράσεις τα πάντα, ειδικά όταν αυτό που μας παρακινεί είναι στίχοι τραγουδισμένοι από μία τέτοια φωνή! 

 

“Assassin of the light” (“Candlemass”, 2005)  

Το ομότιτλο άλμπουμ έχει ένα καλό και ένα κακό. Το καλό ότι ξεκινάει με το “Black dwarf”. Το κακό ότι ξεκινάει με το “Black dwarf”. Το θεωρώ τόσο καλό που άργησα να εκτιμήσω τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου, όπως το “Assassin of the light”. Τραγούδι με πολλές εναλλαγές στο groove, riffs που μπορείς να σιγοτραγουδάς για ώρες, παιξίματα με νεύρο, ενώ το ίδιο τσαγανό συναντάται και στην ερμηνεία του Messiah.   

 

“Witches” (“Candlemass”, 2005)  

Σαν μία σκοτεινή ιστορία των αδελφών Grimm που ζωντανεύει μέσα από τα ηχεία! Ο Messiah απαγγέλει τους στίχους με πολύ θεατρικό τρόπο λες και διαβάζει παραμύθι βγαλμένο από εφιάλτη. Η γέφυρα που έρχεται μετά το ρεφραίν είναι για σπάσιμο σβέρκου, ενώ στη συνέχεια οι μάγισσες με μπροστάρη τον επιβλητικό καλόγερο επαναφέρουν το κυρίως riff για άλλη μία επανάληψη του εκπληκτικού αυτού κουπλέ που μάλλον είναι από τα αγαπημένα μου των CANDLEMASS. Στο κλείσιμο, αδύναμος πλέον, υποκύπτεις στην μαγεία με άλλο ένα ασήκωτο riff που σε παρασύρει όλο και πιο βαθιά στο σκοτάδι. 

“The day and the night” (“Candlemass”, 2005) 

Η εισαγωγή μου θυμίζει SAVATAGE για κάποιο λόγο, αλλά μετά το πρώτο λεπτό οι κιθάρες ογκόλιθοι επιστρέφουν. Το τραγούδι αυτό έχει μία από τις πιο πορωτικές κορυφώσεις που μπορούμε να συναντήσουμε σε ρεφραίν, με αυτήν την παθιασμένη αυξομείωση της έντασης στη φωνή να είναι ένα απίστευτο χαρακτηριστικό του Messiah. Εδώ πέρα κρύβεται όμως και μία άλλη λεπτομέρεια. Πρόκειται για το κύκνειο άσμα του αγαπημένου αυτού τραγουδιστή στο στρατόπεδο των CANDLEMASS, καθώς κλείνει τον δίσκο που έμελλε να είναι και ο τελευταίος αυτής της συνεργασίας. Εννέα λεπτά που κυλάνε σαν νερό!  

Παύλος Παυλάκης

OVERKILL discography – Worst to best

0
Overkill
Photo by Frank White
Overkill
Photo by Frank White

Έτος ίδρυσης, 1980. 45 χρόνια ύπαρξης, 40 χρόνια δισκογραφίας, 20 studio δίσκοι. Ούτε ένας κακός εξ αυτών. Όχι μόνο λοιπόν δεν είναι τεμπέληδες από πλευράς κυκλοφορίας δίσκων, αλλά αποτελούν κόσμημα για το thrash metal με την συνέπεια και τη τσίπα τους. Ο λόγος για τους θρύλους του New Jersey, OVERKILL. Τους περιμένουμε στις 12 Σεπτεμβρίου στο Rock Hard Festival όπου θα εμφανιστούν πριν τους σπουδαίους Σουηδούς HAMMERFALL (ο Σάκης Νίκας σας έχει προετοιμάσει ήδη!), ο δε γράφων θα τους δει για πρώτη φορά και κάνει αναδρομή στη πλούσια δισκογραφία τους, παρουσιάζοντας την αξιολογικά κατά τα δικά του γούστα.

The OVERKILL countdown:

  1. “From the underground and below” (1998)

Είπαμε, οι OVERKILL δεν έχουν κακούς δίσκους. Όχι δεν έχουν μέτριους ή άνισους ή αδύναμους για τα δεδομένα του ονόματος. Το “From the underground and below” είναι τέτοιος δίσκος. Δυστυχώς, τα industrial πειράματα και η πιο MACHINE HEAD γκρούβα, δεν πετυχαίνουν εδώ, εν συγκρίσει με τα δύο τρία προηγούμενα άλμπουμ. Λίγες οι πραγματικά αξιόλογες στιγμές (όπως αυτές που επιλέγω παρακάτω), σε ένα άλμπουμ που ο Bobby θεωρεί από τα καλύτερά τους (άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου)

Highlight του δίσκου: “F.U.C.T.”
Προσωπική αδυναμία: “Promises”

  1. “The killing kind” (1997)

Σαφώς ανώτερο σύνολο από τον διάδοχό του, το “The killing kind” είναι πιο κοντά στον ογκώδη ήχο που θα κολάκευε στη δεκαετία του ‘90 τους OVERKILL. Κομμάτια όπως το στακάτο εναρκτήριο “Battle” και το “God-like”, το instrumental “Feeding frenzy” ή το υπέροχα μπαλαντοειδές “Burn you down / to ashes”, φανέρωναν μια μπάντα που ναι μεν δυσκολευόταν να βρει προσανατολισμό στη δεκαετία, αλλά δεν θα παρέδιδε έτσι απλά τα όπλα. Άλλωστε, πότε οι κύριοι πέταξαν λευκή πετσέτα;

Highlight του δίσκου: “Godlike
Προσωπική αδυναμία: “Burn you down / To ashes

  1. “The wings of war” (2019)

Καλός δίσκος. Μέχρι εκεί όμως. Ειδικά δε, άμα σκεφτούμε το σερί της λοιπής δεκαετίας στην οποία τοποθετείται, το “The wings of war” ηττάται κατά κράτος από τους προκατόχους του. Κάπου η έμπνευση πέφτει, νομοτελειακά, ειδικά μετά από πόσους δίσκους σε υψηλότατο επίπεδο. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν σπουδαίες στιγμές όπως το εναρκτήριο “Last man standing” ή το “Head of a pin”, ακόμα και το αυτοβιογραφικό “Welcome to the garden state”. Απλά ένα με δύο σκαλιά κάτω.

Highlight του δίσκου: “Last man standing
Προσωπική αδυναμία: “Head of a pin

  1. “I hear black” (1993)

Είχε το δύσκολο έργο να διαδεχθεί το απόλυτο δημιούργημα της αρμάδας του New Jersey. Ανέμελα γκρουβάτο, με μια λίγο πιο ωμή παραγωγή από ότι θα του ταίριαζε, αλλά με φοβερά κομμάτια. Το “Ignorance & innocence”, τα φανταστικά “World of hurt” και ομώνυμο κομμάτι, το λυρικό “Shades of grey” (μόνο εγώ σκέφτομαι τους NEVERMORE εδώ;!) όπως και το “Spiritual void” αποτελούν εξαίσια δείγματα του πως οι OVERKILL, μπόρεσαν και μπήκαν στη δεκαετία δυναμικά, έκλεισαν  κατά τι το μάτι στις επιρροές τους, βγάζοντας έναν πραγματικά καλό δίσκο.

Highlight του δίσκου: “Spiritual void”
Προσωπική αδυναμία: “World of hurt”

  1. “W.F.O.” (1994)

Από τις κορυφαίες 90s δουλειές του συγκροτήματος, άνευ περιθωρίου συζήτησης. Πιο ογκώδης παραγωγή, από τις πλέον κολακευτικές για την ηχητική κατεύθυνση των OVERKILL, ενώ η θεά της έμπνευσης τους χαμογελάει έτι μια φορά. Από τα γκάζια του “Fast junkie” ή του “Supersonic hate”, στο “Where it hurts” (που σε πονεί και που σε σφάζει) στο “R.I.P. (undone)” instrumental εις μνήμην Criss Oliva, στον ύμνο των Ευρωπαίων οπαδών “Bastard nation”, το “W.F.O” τα έχει όλα και συμφέρει!

Highlight του δίσκου: “Fast junkie”
Προσωπική αδυναμία: “Bastard nation”

  1. “Scorched” (2023)

Μετά το στραβοπάτημα του “The wings of war”, επιστροφή στην έμπνευση και την υψηλότερη ποιότητα για τους OVERKILL. Πολύ καλός δίσκος, με τα ετούτα του και με τα εκείνα του, που κυλάει σαν γάργαρο νερό! H λύσσα του “Harder they fall” και “Twist of the wick” (όπου σκάει μέχρι και blastbeat!), η mid-tempo δύναμη του “The surgeon” και του ομώνυμου κομματιού από εκεί, στο “Won’t be coming back” όπου κάνουμε βουτιά στις ρίζες,

Highlight του δίσκου: “Scorched”
Προσωπική αδυναμία: “Twist of the wick”

  1. “Necroshine” (1999)

Η καλύτερη 90s δουλειά των Αμερικανών μετά το “Horroscope”. Τρίτη και φαρμακερή δουλειά με Joe Comeau στις κιθάρες και τα φωνητικά, πριν τον τσιμπήσει ο Jeff Waters. Εδώ μου αρέσει καλύτερα από ΟΛΕΣ τις άλλες φορές, όπου ένιωθα ότι σαν να περιοριζόταν ή πιεζόταν να κάνει κάτι που δεν ήθελε. Δίσκος που χαίρεσαι τη γκρούβα και τις κομματάρες που αυτός έβγαλε, όπως για παράδειγμα το “I am fear” ή το “Forked tongue kiss”. Σημειώνεται πως στο “Let us prey” ακούμε την Mary Ellsworth, την αδερφή του Bobby.

Highlight του δίσκου: “Necroshine”
Προσωπική αδυναμία: “Forked tongue kiss”

  1. “Bloodletting” (2000)

Παραγνωρισμένη δουλειά στη δισκογραφία, που δεν συζητιέται τόσο, είναι το “Bloodletting”. Ε λοιπόν, παίρνει τα φώτα που της αξίζει, εδώ! Κρατώντας την γκρούβα του “Necroshine” γίνεται πιο επιθετικό, με τους OVERKILL να αφουγκράζονται όμορφα το τι συμβαίνει γύρω τους στο metal. Κομμάτια δε όπως το ΥΠΕΡΟΧΟ “Bleed me”, το “Thunderhead” που το ανοίγει ή το “My name is pain”, δείχνουν γιατί αυτή η μπάντα δεν θεωρείται μόνο ιστορικά μεγάλη, αλλά παράγει διαρκώς έργο. Ντεμπούτο του ως και σήμερα κιθαρίστα Dave Linsk επίσης.

Highlight του δίσκου: “Bleed me
Προσωπική αδυναμία: “My name is pain

  1. “Killbox 13” (2003)

Συνεχίζοντας στο δρόμο που ξεκίνησε το “Bloodletting”, οι OVERKILL μας φέρνουν 3 χρόνια μετά, το ντεμπούτο τους στην Spitfire, “Killbox 13”. Ποιοτικό, δυνατό, με κομμάτια που φέρνουν και κάτι από τη δεκαετία του ‘90, αλλά με ένα πιο μοντέρνο πρίσμα. Πάρτε για παράδειγμα το εναρκτήριο “Devil by the tail” ή το “Unholy” με το φοβερό ρεφρέν του. Υπό το πρίσμα της διαρκούς ανόδου των OVERKILL συνθετικά, το να κλείνει ένας δίσκος με κομμάτι που λέγεται “I rise”, ε το λες και προφητικό!

Highlight του δίσκου: “Devil by the tail”
Προσωπική αδυναμία: “Struck down”

  1. “RelixIV” (2005)

Δεύτερος δίσκος OVERKILL που φέρει κάποιο είδους νούμερο στο τίτλο του, αναφορικά με το ποιος δίσκος είναι. Δεύτερος δίσκος επίσης στη δεκαετία του 2000 που ο Chaly, η χαρακτηριστική mascot της μπάντας, βρίσκεται φαρδιά πλατιά στο εξώφυλλο. Σοβαρό και πραγματικά στιβαρό άλμπουμ, με το ΦΟΝΙΚΟ “A pound of flesh” να ξεχωρίζει, το εναρκτήριο “Within your eyes” και το “Keeper” μεταξύ άλλων. Εύφημος μνεία στο “Old school” που είναι καθαρά αυτοβιογραφικό και έχει και τον Eddie Trunk καλεσμένο!

Highlight του δίσκου: “Α pound of flesh”
Προσωπική αδυναμία: “Within your eyes”

  1. “Immortalis” (2007)

Το “Immortalis” αφήνει πίσω του τους προκατόχους του, αρχίζοντας να μας δείχνει πως εδώ, δεν συντηρείται απλά το όνομα. Εδώ κοιτάζουμε να συνεχίσουμε μια κληρονομιά ενός ιερού ονόματος με φρεσκάδα και πώρωση. Και επειδή πάντα υπήρχε η σύνδεση με το παρόν, πάρε “Skull and bones” με καλεσμένο Randy Blythe από LAMB OF GOD και πάρε και “Walk through fire” που επιλεγόταν συναυλιακά, αραιά και που. Και επειδή η σύνδεση με το παρελθόν είναι σημαντική, κλείσιμο με το “Overkill V…the brand”

Highlight του δίσκου: “Skull and bones”
Προσωπική αδυναμία: “Overkill V…the brand”

  1. “Ironbound” (2010)

Κεραυνός εν αιθρία! Μπάσιμο στη δεύτερη δεκαετία του 2000 με κλωτσιά στη μούρη! “The green and the black”….8 λεπτά άνοιγμα δίσκου που σε πετάει στο τοίχο, τι λέτε μωρέ;! Και άρπα και ομώνυμο (ΤΙ ΥΜΝΟΣ ΔΙΑΟΛΕ!) και ακολουθεί, το κομμάτι που σύστησε στον γράφοντα τους OVERKILL. “BRING ME THE NIGHT” ΠΟΥ ΝΑ ΠΑΡΕΙ! Ξέρετε πολλές μπάντες που ξεκινάνε ΤΕΤΟΙΟ σερί σε τόσο προκεχωρημένη ηλικία; Εγώ όχι πολλές, αλλά μια από αυτές, είναι οι OVERKILL. Σέβας και κοπάνημα. Μόνο.

Highlight του δίσκου: “Bring me the night”
Προσωπική αδυναμία: “Ironbound”

  1. “The electric age” (2012):

Στη βράση κολλάει το σίδερο σκέφτονται οι Αμερικάνοι φίλοι μας, οπότε άρπα και “The electric age” στα 2 χρόνια! Έτσι, χωρίς να έχεις συνέλθει από το σοκ του “Ironbound” ακόμα! “Come and get it” πρώτο κομμάτι….ΕΛΑΤΕ ΝΑ ΤΑ ΠΑΡΕΤΕΕΕΕΕ, ΕΛΑΤΕΕΕΕΕΕ! Και ο δίσκος έχει “Electric rattlesnake”, έχει “Wish you were dead”, έχει “Drop the hammer down” και κλείνει με “Good night”. “ΤΙΠΟΤΑ, ΤΕΛΕΙΩΣΑΤΕ” που έλεγε και ο συγχωρεμένος ο Αλέφαντος. Καληνύχτα και τα δέοντα στη κυρία μαμά σας!

Highlight του δίσκου: “Electric rattlesnake”
Προσωπική αδυναμία: “Good night”

  1. “White devil armory” (2014)

Ασταμάτητοι, ακάθεκτοι, μοιράζουν πόνο, λες και είναι η πιο εύκολη δουλειά στο κόσμο. 2 χρόνια πάλι μετά, οι OVERKILL, στη τρίτη δουλειά μέσω της Nuclear Blast. “Armorist” και σούζα όλοι λέμε! Και όχι ότι λείπουν οι κομματάρες, “Down to the bone”, “Where there’s smoke”, “Freedom rings” ή το προσωπικό μου βίτσιο “King of the rat bastards”! Μιλάμε για τη μόνη περίοδο της μπάντας που μπορεί να κοντράρει την ακλόνητη θρυλική πεντάδα και να δημιουργήσει νέους οπαδούς. Ξανά, λίγοι όσοι το έχουν πετύχει σε αυτή τη “σειρά” μπαντών!

Highlight του δίσκου: “Armorist”
Προσωπική αδυναμία: “King of the rat bastards”

  1. The grinding wheel” (2017)

Θυμάμαι ακόμα να βγαίνει το “Our finest hour” πρώτο single, εγώ να έχω ακούσει το προηγούμενο βράδυ για νιοστή φορά το “Taking over” και να μην το πιστεύω πόσο αβίαστα το κάνουν! Αδιανόητα συγκινητικός δίσκος, με την “Mean green killing machine” να μας ισοπεδώνει για τέταρτη συναπτή φορά. Είτε με το αργόσυρτο ομώνυμο, είτε με τον όλεθρο του “Red white and blue” είτε με το “The long road” και το “Goddamn trouble”…άσε όλο το δίσκο θα πω! OVERKILL ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΑΛΑ ΣΤΟ ΜΙΞΕΡ ΡΕ!

Highlight του δίσκου: “Our finest hour
Προσωπική αδυναμία: “Red white and blue

  1. “Feel the fire” (1985)

“Feel the power rushing forward, it gets into your veins, almighty power, building higher, you’ll never be the same”. Αυτοί οι στίχοι του “Raise the dead”, βρίσκουν τον ακροατή στην πρώτη ακρόαση, συνοψίζοντας μια σχέση έρωτα που ξεκινάει με τους OVERKILL. “Rotten to the core”, “Hammerhead”, ομώνυμο του δίσκου, ομώνυμο της μπάντας…τι να πιάσεις τι να αφήσεις σε ένα δίσκο που έγραψε ιστορία. Η δε live εκτέλεση, στο “Live in Oberhausen” DVD, δείχνει πως μέστωσαν οι συνθέσεις μέσα από το μοντέρνο τους πρίσμα

Highlight του δίσκου: “Rotten to the core”
Προσωπική αδυναμία: “Raise the dead”

  1. “Taking over” (1987)

Δύο χρόνια σχεδόν μετά, οι OVERKILL επιστρέφουν με τη δεύτερη δήλωση. “We’re gonna walk all over you, cause we are, the wrecking, wrecking crew!”. Οι τέσσερις τους στο εξώφυλλο να σε σημαδεύουν λες και σε έχουν στο απόσπασμα, οι ύμνοι να μη σταματούν! “Deny the cross”, “Electro violence”, το υμνικό “In union we stand”, το πικάντικο “Fatal if swallowed” (ναι, καλά καταλάβατε), το δεύτερο μέρος του “Overkill” (“Overkill II: the nightmare continues”)….πάλι έγραψα όλο το δίσκο έτσι; Έτσι πρέπει με τα μνημεία!

Highlight του δίσκου: “In union we stand”
Προσωπική αδυναμία: “Fatal if swallowed”

  1. “Under the influence” (1988)

Η δημοτικότητα ανεβαίνει, τα νεύρα επίσης. Τι έμπα κι αυτό το “Shred” που να με πάρει;! Και να ήταν το μόνο….αιχμή του δόρατος με το video clip του το “Hello from the gutter” (WE’VE BEEN EXPECTING YOU), με τα “Mad gone world”, το “Brainfade”, το “Never say never”, το τρίτο μέρος του “Overkill” (“Overkill III (under the influence)”) και φυσικά το προσωπικό μου γούστο, “End of the line”. Ο δε Chaly, πετάει laser από τα μάτια και ψάχνει τον επόμενο. Ουαι κι αλίμονο του θα πω εγώ.

Highlight του δίσκου: “Hello from the gutter”
Προσωπική αδυναμία: “End of the line”

  1. “The years of decay” (1989)

Τώρα, για δίσκο που ανοίγει με το “Time to kill”, εγώ τι να πω; Και όχι μόνο αυτό…από τα σαρωτικά ”Elimination”, “I hate” (ύμνος κακών συνθηκών) και “E.vil n.ever d.ies” (το τέταρτο “Overkill”), στα αργόσυρτα “Playing with spiders/Skullkrusher” και το ομώνυμο έπος, η πληρότητα του είναι άνευ προηγουμένου! Τρομακτική μεστότητα, ντυμένη με τη παραγωγή σεμινάριο του Terry Date, που εξαιτίας αυτού, θα έπιασε επ’ ώμου ΟΛΕΣ τις δουλειές των PANTERA, κατόπιν προσέγγισης από τον “Dimebag” Darrell Abbott, αυτοπροσώπως, καθώς και την επόμενη μνημειώδη δισκάρα των OVERKILL, μεταξύ άλλων. Είπατε κάτι;

Highlight του δίσκου: “Elimination”
Προσωπική αδυναμία: “I hate”

  1. “Horrorscope” (1991)

Ο μόνος δίσκος που μπορούσε να κοιτάξει στα μάτια κοτζάμ “The years of decay” και να το ξεπεράσει ως η ΑΠΟΛΥΤΗ στιγμή των OVERKILL. Oγκώδεις και γρήγοροι ταυτόχρονα (“Coma” και “Blood money” στον ίδιο δίσκο με “Horrorscope” και “Nice day…for a funeral” ή “New machine” – για παράδειγμα, εδώ κι αν θα γράψω όλο το δίσκο!), με εξτραδάκι μερακλίδικη διασκευή στο “Frankenstein” του Edgar Winter (έτσι τον έμαθα!), με την εμπειρία να γράψουν τα καλύτερα κομμάτια τους μαζεμένα σε ένα δίσκο, απλά εδώ οι εκ New Jersey θρύλοι έπιασαν κορυφή. Το δε “Soulitude”, ακόμα κάνει τον γράφοντα να λιώνει….δικό σας!

I REMEMBER HERE, THOUGHT IT WAS A DREAM
NEVER THOUGHT I’D COME TO THIS
LIVING WITH THE FEAR NOW I KNOW WHAT IT MEANS
NEVER THOUGHT IT’D END LIKE THIS

I REMEMBER HERE!

Highlight του δίσκου: “Thanx for nothing”
Προσωπική αδυναμία: “Soulitude”

Πωπω…τι ωραία δισκογραφία, τι όμορφα πράγματα. Τα ακόμα ομορφότερα έρχονται το βράδυ της 12ης Σεπτεμβρίου, που θα ανέβουν στο σανίδι να μας δείξουν τι εστί βερίκοκο! Οι συνάδελφοι που τους έχουν δει (και φίλοι μου εν γένει) με προετοιμάζουν για μακελειό. Όχι ότι είχα αμφιβολία να σας είμαι ειλικρινής, αλλά μπήκαν στο κόπο, όπως και να ‘χει. Ταύτα κυρίες δεσποινίδες και κύριοι. Τα λέμε στο pit!

OVERKILL WILL NEVER DIE!

Γιάννης “Rotten to the core” Σαββίδης

SODOM: Πέθανε ο πρώην ντράμερ τους, Atomic Steif

0
Atomic Steif

Atomic Steif

Όπως ανακοίνωσαν οι SODOM στην επίσημη σελίδα τους, στο τέλος της περασμένης εβδομάδας, πέθανε ο πρώην ντράμερ τους, Atomic Steif (κανονικό όνομα Guido Richter), από άγνωστα αίτια…

Ο Atomic Steif, έπαιξε στο “Get what you deserve” και στο “Masquerade in blood”, αλλά είχε υπάρξει ντράμερ και σε άλλα σχήματα, όπως οι LIVING DEATH, VIOLENT FORCE, SACRED CHAO, ASSASSIN, HOLY MOSES και STAHLTRAGER.

Για την ιστορία, είναι το πέμπτο πρώην μέλος των SODOM, που δεν βρίσκεται πλέον εν ζωή…

R.I.P.

CONCEPTION: An acoustic playlist …guess!!!

0
Conception

Conception

Η ιστορία των CONCEPTION ξεκινά το 1989 στη μικρή νορβηγική πόλη Raufoss, όταν ο κιθαρίστας Tore Østby αποφάσισε να δημιουργήσει μια μπάντα που θα ξεχώριζε από τα τυπικά power metal σχήματα της εποχής. Σύντομα βρέθηκε πλάι του ο χαρισματικός τραγουδιστής Roy Khan, ο οποίος έδωσε στην μπάντα τη φωνή που θα την καθιέρωνε στο παγκόσμιο metal στερέωμα. Το σχήμα συμπληρώθηκε με τους Ingar Amlien (μπάσο) και Arve Heimdal (τύμπανα), δημιουργώντας έναν πυρήνα που παραμένει έως σήμερα αναλλοίωτος. Από το πρώτο τους άλμπουμ “The last sunset” του 1991, έγινε σαφές ότι οι CONCEPTION δεν ήταν μια συνηθισμένη μπάντα. Ο ήχος τους συνδύαζε τη δύναμη του power metal με progressive δομές, αλλά και ατμοσφαιρικές επιρροές που τους έκαναν να ξεχωρίσουν.

Η δεκαετία του ’90 ήταν η χρυσή περίοδος για το συγκρότημα. Με άλμπουμ όπως το “Parallel minds” του 1993, το “In your multitude” του 1995 και το ιδιαίτερα φιλόδοξο “Flow” του 1997, οι CONCEPTION άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους στο progressive metal, ενσωματώνοντας μελωδίες, πολυρυθμίες και λυρικές θεματικές που μιλούσαν για την εσωτερική πάλη, την πνευματικότητα και τις κοινωνικές αντιφάσεις. Ωστόσο, το 1998, η πορεία τους διεκόπη απότομα, όταν ο Roy Khan προσχώρησε στους KAMELOT, αφήνοντας το συγκρότημα σε αδράνεια. Τα μέλη ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους.O Østby ίδρυσε τους ARK, ο Amlien συνέχισε με τους CREST OF DARKNESS, όμως η κληρονομιά των CONCEPTION συνέχισε να μεγαλώνει, αποκτώντας σχεδόν μυθικό χαρακτήρα μέσα στους οπαδούς του progressive metal.

Μετά από δύο δεκαετίες σιωπής, οι CONCEPTION αναγεννήθηκαν το 2018, επιστρέφοντας με το EP “My dark symphony” και το άλμπουμ “State of deception” του 2020. Η επανένωση δεν ήταν απλώς μια νοσταλγική κίνηση, αλλά μια νέα δημιουργική περίοδος, όπου το συγκρότημα αξιοποίησε τόσο την εμπειρία του όσο και τις σύγχρονες μουσικές τάσεις. Οι CONCEPTION πλέον δεν αποτελούν μόνο μια αναφορά στο παρελθόν, αλλά μια ζωντανή και ενεργή μπάντα που εξακολουθεί να εξερευνά νέους δρόμους στον ήχο της. Η πορεία τους αποδεικνύει ότι το πραγματικά πρωτοποριακό metal δεν υπόκειται σε χρονικά όρια, αλλά έχει τη δύναμη να αναγεννάται και να παραμένει φρέσκο, διαχρονικό και ουσιαστικό.

Το Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου, στο VIP event του Rock Hard Festival Greece, ο Roy Khan και ο Tore Ostby, θα έρθουν να δώσουν μία ακουστική συναυλία (όπως και οι Gildenlow/Hallgren των PAIN OF SALVATION) για τους κατόχους αυτών των εισιτηρίων κι εμείς επιχειρούμε να κάνουμε μία μαντεψιά για το ποια τραγούδια μπορεί να παίξουν (δίχως να έχουμε κανένα hint)!!!

Ιδού, λοιπόν, δέκα κομμάτια των CONCEPTION που, «γράφουν» υπέροχα σε ακουστική/“unplugged” μορφή, λόγω μελωδίας, αρμονικής ραχοκοκαλιάς και του τρόπου που μπορεί να λάμψει η φωνή του Roy Khan. Για το καθένα αναφέρουμε φυσικά και το «γιατί».

Roll the fire” (“Parallel minds”, 1993)

Μεγάλο, λυρικό ρεφρέν και ξεκάθαρη μελωδική γραμμή στην κιθάρα. Σε ακουστική εκδοχή θα αναδειχθεί ιδιαίτερα, με τη φωνή και τα ακόρντα, με ρυθμικό «σκάσιμο» από palm-mute.

Silent crying” (“Parallel minds”, 1993)

Κατά βάση mid-tempo με μελωδία που στέκεται και «γυμνή». Με κλασική κιθάρα, το τραγούδι γίνεται σχεδόν δραματικό, χωρίς όμως να χάνει τον παλμό του.

“Soliloquy” (“Parallel minds”, 1993)

Το πολυμερές, σχεδόν μπαλαντοπροοδευτικό έπος του δίσκου. Αν το «σπάσεις» σε ενότητες με κιθάρα-φωνή, κρατώντας τις δυναμικές, θα ακουστεί σαν μίνι θεατρική παράσταση.

“The last sunset” (“The last sunset”, 1991)

Μελαγχολικό θέμα και σε υποβλητική κλίμακα. Σε unplugged μορφή μπορεί να δώσει «χώρο» στη φωνή με αρπίσματα. Μιλάμε για κινηματογραφική αύρα.

“Bowed down with sorrow” (“The last sunset”, 1991)

Ήδη κουβαλά μπαλαντοειδές DNA. Μια ζεστή ακουστική κιθάρα, λίγη αρμονική δεύτερη φωνή και θα τονιστεί στο έπακρο το λυρικό/επικό στοιχείο.

“A virtual lovestory” (“Flow”, 1997)

Ίσως το πιο «ποπ-αισθητικής» κομμάτι της μπάντας. Σε ακουστική pop/rock διάταξη με μικρές μπασογραμμές από κοντραμπάσο γίνεται άμεσα φανταστικό, χωρίς να χάνει την prog φινέτσα.

“Angel (Come walk with me)” (“Flow”, 1997)

Μελωδικός κορμός σχεδόν έτοιμος για μπαλάντα. Σε χαμηλότερο τόνο με fingerpicking , το ρεφρέν θα «απογειωθεί».

“Cry” (“Flow”, 1997)

Τίτλος και περιεχόμενο «φωνάζουν» για ακουστική απόδοση. Μια κιθάρα αρκεί για να δώσει έμφαση στη δυναμική άνοδο του ρεφρέν που θα φέρουν δάκρυ… με την καλή έννοια.

“By the blues” (“State of deception”, 2020)

Έχει ήδη bluesy χαρακτήρα, οπότε σε ακουστικό ύφος, θα δείξει μια άλλη, πιο «γήινη» πλευρά των CONCEPTION.

“The mansion” (“State of deception”, 2020)

Ιδανικό για ένα ντουέτο ίσως φωνών πάνω σε ακουστική κιθάρα (καλά, αρκεί ο Khan). Η δραματική αφήγηση θα σταθεί ακόμη καλύτερα χωρίς ηλεκτρικά στοιχεία, με crescendos μόνο από τη φωνή και την κιθάρα.

Φανούρης Εξηνταβελόνης

A day to remember… 5/9 [STRATOVARIUS]

0
Stratovarius

Stratovarius

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Stratovarius” – STRATOVARIUS
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Sanctuary / Mayan
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Timo Tolkki
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Κιθάρες: Timo Tolkki
Φωνητικά: Timo Kotipelto
Μπάσο: Jari Kainulainen
Πλήκτρα: Jens Johansson
Τύμπανα: Jörg Michael

Πέρασαν 20 χρόνια από το μακρινό 2005 που κυκλοφόρησε το ομότιτλο άλμπουμ των Φινλανδών πρωτοπόρων του power metal, και η πρώτη μου σκέψη για τον εν λόγω δίσκο είναι η ανάμνηση της συνέντευξης που είχα πάρει ως συντάκτης γνωστού webzine της εποχής σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας από τους Timo Kotipelto (φωνή) και Jens Johansson (πλήκτρα), οι οποίοι είχαν επισκεφτεί την χώρα μας στο πλαίσιο μιας ακριβής καμπάνιας προώθησης του δίσκου από την τότε -υπογράφω οποία μπάντα θέλω- Sanctuary Records.

Για να καταλάβει κανείς τον συγκεκριμένο δίσκο -κατά κοινή ομολογία τον πιο αδύναμο της καριέρας τους- πρέπει να ανατρέξει στα γεγονότα της εποχής. Χωρίς να χρειαστεί αναλυτικό μάθημα ιστορίας, να αναφέρουμε μόνο μερικά κομβικά σημεία: οι STRATOVARIUS αμέσως μετά την κυκλοφορία των δύο “Elements” (2003) και τη λήξη της συνεργασίας τους με την Nuclear Blast Records, υπέγραψαν το πιο μεγάλο συμβόλαιο της καριέρας τους με την Sanctuary Records, η οποία παρεμπιπτόντως είχε απορροφήσει και τον κατάλογο της Noise Records, στην οποία είχαν δισκογραφήσει παλιότερα οι Strats, και βέβαια είχε κυκλοφορήσει τα 2 Keeper των HELLOWEEN και τέλος πάντων ξέρετε οι περισσότεροι ποια ήταν η Noise. Η Sanctuary λοιπόν, την ίδια περίοδο είχε στο roster της προσθέσει μεγάλα ονόματα της σκηνής (BRUCE DICKINSON, GAMMA RAY κ.α.)

Το συγκεκριμένο μεγάλο συμβόλαιο οδήγησε σε μια σειρά από ατυχή γεγονότα που ουδεμία σχέση είχαν με τη μουσική και δεν θα τα αναφέρω. Ο δίσκος κυκλοφόρησε μετά την αναταραχή που υπήρξε στις τάξεις των μελών της μπάντας «γιορτάζοντας» το πόσο ενωμένοι (not) υπήρξαν μετά από τα γεγονότα αυτά, υπάρχουν μάλιστα και σαφείς αναφορές σε αυτό στο τραγούδι που κλείνει τον δίσκο (“United”), ένα τραγούδι που ακούγεται σαν να έβαλε κάποιος μαζί τα “Wings of Tomorrow” των Strato και το “Warriors of the World” των MANOWAR.

Το αρνητικό κλίμα φάνηκε από την αρχή, καθώς αμέσως μετά την κυκλοφορία του δίσκου και πριν την παγκόσμια περιοδεία αποχώρησε το δεύτερο πιο παλιό -τότε- μέλος της μπάντας, ο θρυλικός Jari Kainulainen (μετέπειτα EVERGREY, MASTERPLAN) που βρισκόταν στους STRATOVARIUS από την εποχή του “Dreamspace”. Δεύτερο ανησυχητικό στοιχείο ότι ο ιθύνων νους μέχρι τότε του σχήματος, Timo Tolkki, σύμφωνα με τις δικές του δηλώσεις αποκόπηκε από τις περισσότερες συνεντεύξεις προώθησης του δίσκου (και στην χώρα μας) και φάνηκε ότι τα ηνία ανέλαβαν οι Kotipelto / Johansson, γεγονός που αποτέλεσε προοικονομία της διάσπασης του 2008 και τη φυγή του TT από το σχήμα.

Το μαύρο εξώφυλλο του δίσκου όπως και η απουσία τίτλου αλλά και η τεχνοτροπία της παραγωγής σύμφωνα με φήμες ήθελαν να δημιουργήσουν κάτι σαν το “Black Album” (!) των METALLICA. Το υλικό στο δίσκο έχει ελάχιστη σχέση με το γνωστό επικολυρικό power metal της κλασσικής περιόδου των Φινλανδών. Mid-tempo κομμάτια ως επι το πλείστον, με θετικό στοιχείο κάποιες αναφορές στην πρώτη περίοδο του σχήματος (βλέπε το κεντρικό riff και γενικότερα την κιθαριστική δουλειά του του Tolkki στο “Maniac Dance” με επιρροές “Break the Ice” εποχής “Twilight Time” (δηλαδή…METALLICA!) ή το “Just Carry on” που λειτουργεί κάπως σαν θλιμμένο sequel του “Hold on to your dream” από το “Dreamspace”), καθώς και ορισμένα σημεία όπως το γλυκόπικρο αργοσυρτο chorus στο “Leave the Tribe”, μια φιλότιμη προσπάθεια να ξαναγράψουν ένα “Forever” στο «The Land of Ice and Snow» και το progressive chorus στο “Back to Madness”. Κατά τα άλλα υπάρχουν μεν οι μελωδίες του Tolkki από εδώ και από εκεί που στολίζουν τα τραγούδια όπως πάντα, αλλά ο δίσκος ακούγεται κάπως προχειρογραμμενος και «άδειος». Τα drums είναι διεκπεραιωτικά, τα πλήκτρα σχεδόν ανύπαρκτα, σε αντιδιαστολή όμως με όλα αυτά η παραγωγή είναι κορυφαία, ογκώδης, δυνατή και ακούγεται σύγχρονη μέχρι και σήμερα.

20 χρόνια μετά σε πιάνει μια στεναχώρια ακούγοντας τον δίσκο καθώς αποτελεί το τέλος εποχής του Timo Tolkki, αλλά και του Jari Kainulainen, των μοναδικών δηλαδή μελών που υπήρχαν στο σχήμα από την εποχή του “Dreamspace”, ένας δίσκος που παρά τα όποια θετικά του παρουσιάζει χτυπητές αδυναμίες και με τον οποίο μπαίνει ουσιαστικά η ταφόπλακα στο τεράστιο εμπορικό status που είχε τότε αποκτήσει η μπάντα την προηγούμενη δεκαετία από την κυκλοφορία του. Το “Stratovarius” είναι για τους STRATOVARIUS το μουσικό αντίστοιχο της τελευταίας ημέρας μιας πολύχρονης σχέσης που δεν κατέληξε καλά, η διάψευση των προσδοκιών για ένα σχήμα που αν συνέχιζε αλλιώς σήμερα θα απολάμβανε επιτυχία αντίστοιχη με των HELLOWEEN. Όπως έχουμε ξαναπεί, μετά τις αλλαγές που ακολούθησαν, κράτησε μεν ένα μεγάλο μέρος του fanbase και της αξιοπρέπειας στο χώρο αλλά δεν έφτασε ποτέ ξανά την συνθετική ή εμπορική επιτυχία της περιόδου 1994-2004.

Did you know that:

  • Technically speaking to “Stratovarius” είναι ο τελευταίος επίσημος δίσκος του Timo Tolkki με το σχήμα, αλλά επί της ουσίας η πραγματικά τελευταία του σελίδα με τους Strats ήταν το demo του ακυκλοφόρητου full άλμπουμ “Revolution Renaissance” που παρότι ανακοινώθηκε, δεν κυκλοφόρησε ποτέ ως STRATOVARIUS αλλά ως το μετέπειτα προσωπικό σχήμα του Tolkki. Παρότι demo άλμπουμ, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον η ακρόαση όλων αυτών των κομματιών παιγμένα από τους STRATOVARIUS αντί για τους guest της επίσημης κυκλοφορίας (μεταξύ των οποίων και τον Kiske).

Δημήτρης Μελίδης

A day to remember… 5/9 [HYPOCRISY]

0
Hypocrisy

Hypocrisy

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Virus” – HYPOCRISY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2005
ΕΤΑΙΡΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Peter Tägtgren
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, κιθάρες, πλήκτρα – Peter Tägtgren
Μπάσο – Mikael Hedlund
Κιθάρες – Andreas Holma
Τύμπανα – Reidar “Horgh” Horghagen

Μετά την αμφιλεγόμενη απόπειρα να ακουστούν πιο mainstream με το “Catch 22” και το χλιαρό “The Arrival”, οι HYPOCRISY επέστρεψαν το 2005 με το “Virus”. Κι εκεί που φαινόταν πως οι Σουηδοί ότι είχαν χάσει τη δυναμική και την ορμή που είχαν στο τέλος των 90s/ αρχές των 00s, ήρθε το δέκατο άλμπουμ να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Το “Virus” είναι μια ολική επαναφορά. Το νέο line-up μάλιστα με τις προσθήκες του Andreas Holma και του Horgh (ex-IMMORTAL) φάνηκε να δίνει την απαιτούμενη νέα ενέργεια στη μπάντα.

Από την πρώτη στιγμή και μετά το σύντομο intro, η παρέα του Peter Tägtgren δείχνει ξεκάθαρα τις άγριες διαθέσεις της με το απίστευτο “Warpath”. Πραγματικά, καλύτερη έναρξη από αυτό, δεν θα μπορούσε να έχει το άλμπουμ. Οι πειραματισμοί έχουν πάει περίπατο και η μπάντα επικεντρώνεται στην ουσία του ήχου της. Επιθετικά riffs, γρήγοροι ρυθμοί και brutal καταστάσεις σε απόλυτη αρμονία με τη μελωδία και τις σκοτεινές ατμόσφαιρες. Υλικό που ντύνει ιδανικά τη θεματολογία του δίσκου στην οποία ο Peter Tägtgren παρομοιάζει την ανθρωπότητα ως έναν “ιό” που πρέπει να εξαλειφθεί.

Τα highlights του δίσκου είναι πολλά. Πέραν του εναρκτήριου, έχουμε το “Scrutinized”, με το καταιγιστικό thrash riffing και το guest solo του Gary Holt (EXODUS), το επικό και μελωδικό “Fearless”, τα κτηνώδη “Carving For Another Killing”, “Compulsive Psychosis” και “Blooddrenched”, αλλά και τα πιο mid-tempo και σκοτεινά “Let The Knife Do The Talking” και “A Thousand Lies”. Και φυσικά το μπαλαντοειδές και συναισθηματικό “Living To Die”, με το οποίο κλείνει το άλμπουμ με ξεχωριστό τρόπο, όπως το έχουν κάνει άλλωστε ξανά και στο παρελθόν.

Σχετικά με την απόδοση της μπάντας, καμία έκπληξη δεν προκαλεί ο Tägtgren, ο οποίος αποδεικνύεται για άλλη μια φορά ότι είναι χαμαιλέοντας πίσω από το μικρόφωνο, με τα φωνητικά του να κυμαίνονται από βαθιά growls, τσιρίγματα μέχρι και καθαρά. Ο Hedlund είναι ο συνήθης αφανής ήρωας με το μπάσο του, ενώ ο νεοεισελθών Andreas Holma συνεισφέρει και συνθετικά στο άλμπουμ. Τελευταίο και όχι τυχαία, αφήνω τον επίσης καινούργιο στη μπάντα Horgh, ο οποίος στα drums πραγματικά απογείωσε τη μπάντα. Η ταχύτητα και η επιθετικότητα που έδωσε στους HYPOCRISY έλειπαν εξόφθαλμα τα τελευταία χρόνια με την παρουσία του Lars Szöke, και πλέον επιστρέφουν δριμύτερες, απελευθερώνοντας συνθετικά τον Tägtgren και δίνοντας πίσω στη μπάντα στοιχεία τα οποία ήταν χαρακτηριστικά του ήχου της.

Είκοσι χρόνια μετά, το “Virus” στέκει ακόμα αγέρωχο και έχει αποκτήσει επάξια μια θέση ανάμεσα στα κορυφαία άλμπουμς της δισκογραφίας των Σουηδών. Ο Tägtgren ακολουθεί τη γνωστή συνταγή και χτίζει με μαεστρία ένα δίσκο που όχι μόνο περιέχει μερικά από τα καλύτερα τραγούδια της καριέρας τους, αλλά αποδεικνύει κιόλας πως οι HYPOCRISY μπορούν να “ξαναγεννηθούν”.

Θανάσης Μπόγρης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece