Ο Gus G, που θα εμφανιστεί στο Rock Hard Festival Greece με τους Gus G & Friends (δηλαδή τους Ronnie Romero, David Ellefson, Tore Ostby και Roy Khan), μίλησε στον Bwin Sport Fm 94,6 και στην εκπομπή “Πρεσάρισμα” με τον Βάιο Τσούτσικα και τον Μιχάλη Τσώχο.
Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025 – Θεσσαλονίκη – Principal Club Theater @ Mylos Area
Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025 – Αθήνα – Gagarin 205 Live Music Space
“Οι WEATHER SYSTEMS φέρνουν την κληρονομιά των ANATHEMA σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα”
Οι WEATHER SYSTEMS, το νέο συγκρότημα δύο πρώην μελών των ANATHEMA του Daniel Cavanagh και του Daniel Cardoso, έρχονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025 στην Θεσσαλονίκη στο Principal Club Theater @ Mylos Area και την Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2025 στην Αθήνα στο Gagarin 205 Live Music Space, για δύο συναυλίες που αναμένονται να είναι από τις πιο συγκινητικές της χρονιάς για το ελληνικό κοινό. Μετά την παύση των ANATHEMA, το όνομα των οποίων είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία του ατμοσφαιρικού death / doom metal αρχικά, αλλά και του progressive rock / metal στην μετέπειτα καριέρα τους, οι Daniel Cavanagh και Daniel Cardoso επέστρεψαν με νέο σχήμα και υπόσχονται δύο shows γεμάτα συναισθήματα, δυνατές στιγμές και πολλά από τα πιο αγαπημένα τραγούδια των ANATHEMA.
Η σχέση των ANATHEMA με την Ελλάδα είναι ξεχωριστή. Από τις πρώτες εμφανίσεις τους στη χώρα μέχρι τις sold-out συναυλίες τους σε αθηναϊκές και φεστιβαλικές σκηνές, το ελληνικό κοινό υπήρξε πάντα από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές τους, κάτι που αναγνωρίζει και ο ίδιος ο Daniel Cavanagh, έχοντας δηλώσει επανειλημμένως ότι η Ελλάδα αποτέλεσε δεύτερο σπίτι για τους ANATHEMA. Τώρα, οι WEATHER SYSTEMS έρχονται για να συνεχίσουν αυτή την ιδιαίτερη σχέση, φέρνοντας μαζί τους το πνεύμα και την κληρονομιά των ANATHEMA, αλλά και νέο υλικό από το ντεμπούτο άλμπουμ τους “Ocean Without A Shore”. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι το όνομα του νέου σχήματος του αγαπημένου του ελληνικού κοινού, Daniel Cavanagh προέρχεται από τίτλο άλμπουμ του προηγούμενου γκρουπ του καθώς και ότι υπάρχουν τραγούδια στο “Ocean Without A Shore” που είναι συνέχεια τραγουδιών των ANATHEMA.
Το συγκρότημα, στο οποίο συμμετέχει και ο Daniel Cardoso, ντράμερ και παραγωγός της τελευταίας περιόδου των ANATHEMA, δεν κρύβει ότι η μουσική του αποτελεί τη φυσική συνέχεια του συγκροτήματος που σημάδεψε μια ολόκληρη γενιά ακροατών. Ο ίδιος ο Daniel Cavanagh παρομοιάζει τους WEATHER SYSTEMS με το “House Of The Dragon” σε σχέση με το “Game Of Thrones”. “Μέρος του ίδιου κόσμου, αλλά μια νέα ιστορία”.
Οι συναυλίες της 29ης και 30ης Νοεμβρίου 2025 σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα, θα είναι μια σπάνια ευκαιρία για να ξαναζήσει το ελληνικό κοινό τις συγκινήσεις που του χάρισε η μουσική των ANATHEMA αλλά και να έρθει σε επαφή από κοντά με το νέο κεφάλαιο στη μουσική σταδιοδρομία του Daniel Cavanagh καθώς αυτό εξελίσσεται. Δυο ατμοσφαιρικές βραδιές γεμάτες συναισθηματική ένταση, μαγευτικές μελωδίες και τραγούδια που έχουν αγαπηθεί όσο λίγα από το ελληνικό κοινό, αλλά και νέο υλικό που ήδη θεωρείται αντάξιό τους.
Στις 29 και 30 Νοεμβρίου 2025, οι WEATHER SYSTEMS γράφουν την αρχή ενός νέου ταξιδιού σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα και προσκαλούν τους φίλους των ANATHEMA να γίνουν μέρος αυτών των ξεχωριστών βραδιών.
Το Rock Hard Festival έχει τη μεγάλη χαρά και την ακόμη μεγαλύτερη τιμή, να φιλοξενεί, ως headliners της δεύτερης μέρας του, τους τεράστιους CANDLEMASS. Τους δημιουργούς του επικού doom metal, μια από τις σπουδαιότερες, σε καλλιτεχνική αξία και συνεισφορά/σημασία, μπάντες που ανέδειξε η ευρωπαϊκή ήπειρος. Αυτό όμως που κάνει ξεχωριστή την εμφάνισή τους στο φεστιβάλ μας, δεν είναι άλλο από τη μοναδική, «μια κι έξω», παρουσία του θεόρατου Messiah Marcolin στο μικρόφωνο. Όπως ξεκαθάρισε και ο αρχηγός Leif Edling, δεν πρόκειται να υπάρξουν άλλα shows με αυτήν την σύνθεση, δεν πρόκειται να υπάρξει περιοδεία, ούτε δίσκος. Όποιος βρίσκεται στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων, στις 13 Σεπτεμβρίου, θα γίνει μάρτυρας και κοινωνός ενός ιστορικού συμβάντος.
Με την ευκαιρία αυτή, ξανακούσαμε την δισκογραφία των Σουηδών και συγκρίναμε, μεταξύ τους, τα εναρκτήρια τραγούδια κάθε δίσκου, φτιάχνοντας αυτό το ιδιαίτερο “worst to best” παιχνιδάκι, μιας και μας αρέσει ιδιαίτερα αυτή η διαδικασία. Πάμε λοιπόν να δούμε ποιο είναι το «χειρότερο», ποιο το «καλύτερο» CANDLEMASS opener και ποια θέση καταλαμβάνουν τα υπόλοιπα, ευθύς αμέσως. Όσο για τα περαιτέρω, ραντεβού από κοντά, στο Rock Hard Festival.
Doom… orbedoomed!
Droid (“From the 13th Sun”, 1999) “Who knows the troubled one that knows? Prophetscomeandprophetsgo…”
Το “From the 13th Sun” έμελλε να είναι ο δεύτερος και τελευταίος δίσκος, όπου ο Leif Edling απέβαλε κάθε τι το επικό από τη μουσική των CANDLEMASS, κρατώντας μοναχά τον αρχέτυπο BLACK SABBATH ήχο και ενσωματώνοντας στοιχεία που τα βρίσκουμε σε stoner συγκροτήματα. Άλλη συζήτηση αυτή, αλλά το αν μας αρέσει τόσο το άλμπουμ αυτό όσο και ο προκάτοχός του, το “Dactylis Glomerata”, δεν έχει να κάνει με την αξία των συνθέσεων, αλλά με το πόσο μας αρέσει γενικά το συγκεκριμένο στυλ και πόσο ανοικτοί είμαστε σε πειραματισμούς και αλλαγές. Ωραίο κομμάτι είναι το “Droid”, διόλου άσχημο θα το χαρακτήριζα, προσκυνά το “Vol.4”, αλλά δυστυχώς για αυτό, θα βρεθεί στην τελευταία θέση… καταϊδρωμένο.
Wizard of the Vortex (“Sweet evil sin”, 2022) “Like a sphinx in silver light you held the deep…”
Είναι το “Sweet evil sin” ο χειρότερος δίσκος της μπάντας, κατά τις περιόδους 1986 – 1992 και 2005 – σήμερα; Είναι. Κι αν δε θες να μεταχειριστείς τον χαρακτηρισμό «χειρότερος», χρησιμοποίησε το «πιο safe» ή το «πιο βαρετός», το ίδιο κάνει. Το βασικό riff του “Wizard of the Vortex” και η γρεζαριστή ερμηνεία του Johan Längquist θα με «ψάρωναν», ίσως, αν ήμουν 14 ετών, αλλά δε φταίω εγώ που ο χρόνος είναι πανδαμάτορας και μεγαλώνουμε. Πάντως, θα γλυτώσει τον «πάτο», γιατί είναι πιο… CANDLEMASS, από το “Droid”.
Splendor demon majesty (“The door to doom”, 2019) “Good morning, demon majesty, what a diamond you are…”
H επιστροφή της φωνής του “Epicus, doomicus, metallicus”, Johan Längquist, μάλλον συνοδεύτηκε από απαιτήσεις και επιθυμίες που δεν ξέρω κατά πόσο θα μπορούσαν να τις εκπληρώσουν οι Σουηδοί. Το “The door to doom” έλαβε λοιπόν από μερίδα οπαδών σχόλια που δεν του άξιζαν. «Μέτριο», «απογοητευτικό», «βαρετό» ήταν μερικά από τα επίθετα που το «στόλισαν», προφανέστατα μετά από σύγκριση… με τι; Με το “Epicus…”, λόγω φωνητικών; Με τα άλμπουμ του Lowe; Του Messiah; Τι να πω… Προσωπικά πάντως το βρήκα αξιοπρεπέστατο, αξιόλογο και το εναρκτήριό του κομμάτι, είναι από αυτά που ξεχωρίζουν.
Wiz (“Dactylis Glomerata”, 1998) “Abraxas, Abraxas, he’s building cathedrals of air…”
Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να μιλήσουμε για το shock που υπέστη ο μέσος CANDLEMASS οπαδός, όταν είδε το εξώφυλλο του “Dactylis Glomerata”, διάβασε τον τίτλο του και ύστερα πάτησε το “play”. Σε μια εποχή που δεν υπήρχε internet για να ακούμε ελεύθερα singles και λοιπά «πρώτα δείγματα», τα παραπάνω μας είχαν προετοιμάσει για κάτι το πολύ επικό και μαύρο. Τί ακούσαμε; Doom heavy rock a la BLACK SABBATH στα 70s, με γήινα φωνητικά και ψυχεδέλεια. Υπάρχουν ορισμένες στιγμές που με διαφορετική παραγωγή και άλλου τύπου φωνητικά από αυτά του Björn Flodkvist, θα «περνούσαν» στους «προ του 1998 CANDLEMASS», αλλά μην κρυβόμαστε, εδώ ακούμε κάτι ΑΛΛΟ. Μας αρέσει; Όλα είναι θέμα γούστου και οπτικής, όπως έγραψα στην αρχή για το “Droid”. Πάντως το υπερ-γκρουβάτο “Wiz”, θα μπορούσε άνετα να είναι κομματάρα σε έναν δίσκο των… ORANGE GOBLIN.
If I ever die (“Death magic doom”, 2009) “Rivers will dry, pillars will break, hell feels like ice, the mountains will shake…”
Δεν έχω μπει ποτέ στη διαδικασία να βάλω στη ζυγαριά και να συγκρίνω τα τρία άλμπουμ με τον Robert Lowe. Σε πρώτη ανάγνωση, μου ακούγονται ισάξια. Σίγουρα, κάποιο θα είναι καλύτερο από κάποιο άλλο στις λεπτομέρειες, αλλά σε γενικές γραμμές, είναι τρεις δουλειές εξαίσιες. Πολύ γρήγορο για CANDLEMASS το “If I ever die”, από τις πολύ δυνατές στιγμές του δίσκου και μάλιστα, αυτό είναι το πλέον αξιοσημείωτο, κρατά το ίδιο tempo σε ολόκληρη τη διάρκειά του. Να, τέτοια ακούν ορισμένοι και μιλάνε για power/doom και άντε μετά να τους εξηγείς πού και γιατί έχουν λάθος.
Prophet (“Psalms for the Dead”, 2012) “See, his eye is made of stone… always staring at the sun!”
Τρομερός ο Προφήτης. Στην αρχή και στο τέλος, περπατά πιο αργά και από πομπή Επιταφίου. Στο ενδιάμεσο, αυξάνει τις ταχύτητές του, φτάνει να μοιάζει στο “If I ever die” και κάπου εκεί λίγο μετά το μέσον του, σου πετάει και μια υπέροχη Maiden-ική δισολία, έτσι, γιατί μπορεί. Κλασσικό τραγούδι όχι της Lowe εποχής, αλλά ολόκληρης της καριέρας των Σουηδών.
Prologue/Emperor of the void (“King of the Grey Islands”, 2007) “I stand before destruction, touching the stone of my realm…”
Μέγα άσμα. Η ήρεμη αλλά ατμοσφαιρική εισαγωγή, θα ρισκάρω και θα πω από την κιθάρα του Mappe, όταν την ακούσαμε για πρώτη φορά, σίγουρα προμήνυε πως κάτι «τρανταχτό» θα ακολουθήσει. Είμαι όμως σίγουρος πως κανείς μας δε φανταζόταν πως ΑΥΤΟΣ, θα ήταν ο νέος ήχος των CANDLEMASS. Έντονη η Sabbath-ίλα μεν, αλλά σαν να την έχεις πάρει και να την έχεις τρίψει με γυαλόχαρτο, χωρίς να χάνει ίχνος από την «επικούρα» της. Ο Robert Lowe των SOLITUDE AETURNUS είναι θεωρητικά μεταγραφή αεροδρομίου, φαίνεται ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση, η συνέχεια όμως μας εκθέτει όλους, καθώς παίζει καταπληκτικά μόνο στα εντός έδρας ματς (δίσκοι) και συνήθως δε μπορεί να πάρει τα πόδια του στα εκτός έδρας (live).
The dying illusion (“Chapter VI”, 1992) “From the cradle of eternity, to the fears of modern man…”
Αν οι CANDLEMASS είχαν ξεκινήσει την πορεία τους το 2010 για παράδειγμα και το “Chapter VI” κυκλοφορούσε σήμερα, δε θα «άνοιγε ρουθούνι» και όλοι θα ήμασταν στους επτά ουρανούς από χαρά, αποθεώνοντας «άλλο ένα εξαιρετικό άλμπουμ, από αυτό το καταπληκτικό συγκρότημα». Τότε όμως είχαμε 1992 και παρόλη την ποιότητά του, που ξεχειλίζει, το “Chapter VI” έλαβε κάκιστη υποδοχή. “The dying illusion”, κυρίες και κύριοι, το ιδανικό “opener” μιας τέτοιας δισκάρας, που μας έμαθε και τον Thomas Vikström, ως έναν από τους καλύτερους τραγουδιστές της γενιάς του.
Black dwarf (“Candlemass”, 2005) “Forget ambition, fuck the vision, kill the lights and go to sleep…”
Οι μέρες των πειραματισμών και του αποπροσανατολισμού, έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί. Η επανασύνδεση – μεγάλος πόθος όλων των οπαδών ολοκληρώνεται, τ’αηδόνια του “Nightfall” ξανασμίγουν, ο Καλόγερος ξαναπιάνει το μικρόφωνο, το “Candlemass” κυκλοφορεί και τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Δυστυχώς, σύντομη, αλλά όπως βλέπεις, πάντα υπάρχει χώρος για μια ακόμη σελίδα (βλ. Rock Hard Festival). Όσο για το γρήγορο, βαρύτατο και τραχύ “Black dwarf” (ο τρόπος με τον οποίο τραγουδά ο Messiah τις δυο αυτές λέξεις στο refrain, σου δίνει την εντύπωση πως καταπίνει πλανήτες!) θα μπορούσα να το βάλω και αρκετά ψηλότερα, μιας και είναι ένα από τα δέκα πιο αγαπημένα μου τραγούδια των CANDLEMASS, αλλά θα πρυτανεύσει όπως πάντα η λογική και η αντικειμενικότητα, στέλνοντας τους συναισθηματισμούς για ύπνο, όπως λένε και οι στίχοι. Πάρα πολύ ωραία το λένε επίσης τόσο ο Mats Levén και ο Johan Längquist, τους οποίους κι ακούμε στην συλλογή “Doomology”.
Mirror mirror (“Ancient dreams”, 1988) “The battle of minds, the riddles, the rhymes, beware of the darkness behind…”
Ένας καθρέπτης «στοιχειωμένος» από το Απόλυτο Κακό, το οποίο ρουφά τη ψυχή και την υπόσταση όποιου κοιτάξει το είδωλό του σε αυτό. Δεν έχει σημασία αν η ψυχή είναι «καθαρή», το λένε και οι στίχοι: “Goodorevilitwon‘tmind, themirrorofdarknessisblind”. Αν είσαι πνευματικά δυνατός, θα αντέξεις, αν όχι, αποχαιρέτα τον μάταιο τούτο κόσμο αλλά και τον επόμενο, μιας και η ψυχή σου θα έχει χαθεί για πάντα. Σπουδαίο κομμάτι, στανταράκι στις συναυλίες του group, με τον Messiah και το vibrato του, σε μεγάλα κέφια. Λεπτομέρεια για όσους «ψειρίζουν τη μαϊμού»: Μιας και το “Ancient dreams” δεν έχει ξεχωριστό εισαγωγικό θέμα όπως ο προκάτοχος ή ο διάδοχός του, μια σύντομη εισαγωγή του “Mirror mirror”, που θυμίζει την αντίστοιχη του “Crystal ball” από το “Epicus, doomicus, metallicus”, αναλαμβάνει τον ρόλο αυτόν.
Solitude (“Epicus, doomicus, metallicus”, 1986) “Earth to earth, ashes to ashes, dust to dust…and please let me die in solitude…”
Το “Solitude” θα μπορούσε να φιγουράρει και πρώτο, διότι κάποιοι το έχουν χαρακτηρίσει ως το «απόλυτο doommetal τραγούδι». Δε θα του τη δώσω όμως την πρωτιά διότι αφενός υπάρχουν κομμάτια που μου αρέσουν περισσότερο (η μια λογική εξήγηση), αφετέρου είμαι από αυτούς (βασικά, μπορεί να είμαι και ο μόνος), που πιστεύει πως το κομμάτι αυτό θα έπρεπε να βρίσκεται στη μέση του “Epicus…” και ο δίσκος να ξεκινά με το oriental υπερ-έπος “Demon’s gate”. Αυτά ως προς τη θέση του εδώ, γιατί υπό μια διαφορετική ματιά, το αφιερωμένο από τον ίδιο τον Leif στον εαυτό του, “Solitude”, είναι όντως η πεμπτουσία του όρου “doom metal” και η αποτύπωση σε νότες της απόλυτης οδύνης και του απόλυτου, προσωπικού μαρτυρίου.
The Prophecy/Dark reflections (“Tales of Creation”, 1989) “Dark was my conscience, I was the last of my kind…”
Αρκετοί εξ ημών, μάθαμε τούτον εδώ τον καλπάζοντα ύμνο ΠΡΙΝ ακούσουμε το “Tales…”, όταν είδαμε το video clip από το “Candlemass live” (1990). Η αρχική του ιδέα «γεννήθηκε» το 1985 από τους NEMESIS, την πρώτη μπάντα του Leif, είναι διαφορετική από την τελική του μορφή και μόνο κάποιοι στίχοι θυμίζουν πως πρόκειται για το ίδιο κομμάτι… ή μήπως τελικά δεν πρόκειται…; Για επίσης αρκετούς της γενιάς μου, το εν λόγω clip, επομένως και το κομμάτι αυτό καθαυτό, ήταν το εισιτήριό μας για τον μαγικό κόσμο της παρέας του Leif Edling. Άλλο ένα τραγούδι που έχω στο προσωπικό μου, CANDLEMASS top-10 και σε μια δική μου, διπλή συλλογή με τα καλύτερα τραγούδια της μπάντας, πάντα «ανοίγει» το δεύτερο CD. Ποιο «ανοίγει» το πρώτο; Θα σου πω αμέσως!
Gothic stone/The Well of Souls (“Nightfall”, 1987) “Break the circle and all hell comes loose, the Well of Souls must stay sealed…”
Το απόλυτο εναρκτήριο κομμάτι στην ιστορία του group. Με την ΤΕΡΑΣΤΙΑ εισαγωγή “Gothic stone” να έχει κερδίσει τις εντυπώσεις από το πρώτο δευτερόλεπτο, το απίστευτα επικό συναίσθημα να πλημμυρίζει κάθε νότα και την oriental αισθητική του να σε ταξιδεύει είτε στο Πηγάδι των Ψυχών των Αράβων, στον Θόλο του Βράχου, εκεί όπου ο Αβραάμ ετοιμάστηκε να θυσιάσει τον γιο του Ισαάκ, είτε στο ιερότερο μέρος του Εβραϊσμού, στα αρχαία τούνελ κάτω από το Όρος Μοριά (Moriah), όπου βρίσκεται κρυμμένη η Κιβωτός της Διαθήκης (βλ. Ιντιάνα Τζόουνς: οι Κυνηγοί της χαμένης Κιβωτού). Όποια εκδοχή πάντως και να πάρεις, κάπου εκεί θα βρεις Σταυροφόρους, να τιμούν το σπήλαιο ως τα «Άγια των Αγίων» και ως τον τόπο της αναγγελίας της γέννησης του Ιωάννη του Βαπτιστή. Από το 01:52 μέχρι το 03:40, αυτά που γίνονται εκεί πέρα απλά ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ. Όσο για τον Messiah; Αυτός συναντάται στην καλύτερή του ερμηνεία (για μένα πάντα, εσύ μπορείς να θεωρείς κάποια άλλη ως την καλύτερη, εξάλλου, τόσες έχει). Ένα ΕΠΟΣ που κάνει χαρτοπόλεμο όλη σου την «επική» δισκοθήκη, χωρίς να είναι καν “epic metal”.
ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “The book of souls” – IRON MAIDEN ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2015 ΕΤΑΙΡΙΑ: Parlophone, Sanctuary Copyrights/BMG ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Kevin Shirley, Steve Harris ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Bruce Dickinson – Φωνητικά
Adrian Smith – Κιθάρες
Dave Murray – Κιθάρες
Janick Gers – Κιθάρες
Steve Harris – Μπάσο
Nicko McBrain – Τύμπανα
Το “The book of souls” αποτελεί το δέκατο έκτο στούντιο άλμπουμ των IRON MAIDEN και κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2015, έπειτα από μία σχετικά μεγάλη δισκογραφική παύση για το συγκρότημα. Επρόκειτο για την πρώτη φορά που η μπάντα παρουσίασε ένα διπλό άλμπουμ, κάτι που από μόνο του ήταν ένα σημάδι φιλοδοξίας και δημιουργικής διάθεσης. Το εξώφυλλο, με την κλασική φιγούρα του Eddie να παίρνει μια πιο “φυλετική” και μυστικιστική μορφή, υπαινίσσεται το θεματικό βάθος του δίσκου, ο οποίος κινείται μεταξύ της μελέτης της θνητότητας, της ψυχής, αλλά και της ανθρώπινης φιλοδοξίας. Η κυκλοφορία συνέπεσε με μια ιδιαίτερα σημαντική περίοδο για τον Bruce Dickinson, ο οποίος λίγο πριν τις ηχογραφήσεις είχε δώσει μάχη με τον καρκίνο και τελικά βγήκε νικητής – γεγονός που ενίσχυσε ακόμα περισσότερο τον θρύλο γύρω από το άλμπουμ.
Στο μουσικό επίπεδο, το “The book of souls” παραμένει αναμφισβήτητα ένα κλασικό MAIDEN άλμπουμ, αλλά ταυτόχρονα ξεχωρίζει για τον πειραματισμό και το εύρος του. Ο ήχος είναι πιο “γεμάτος”, με συνθέσεις που ξεπερνούν συχνά τα οκτώ και δέκα λεπτά. Ο Steve Harris, ως βασικός συνθέτης και κινητήριος δύναμη της μπάντας, επιμένει στη δραματική ανάπτυξη των θεμάτων, ενώ οι κιθάρες των Murray, Smith και Gers δημιουργούν πολυεπίπεδα ηχητικά τοπία. Ο Dickinson επιστρέφει δυναμικά στη σύνθεση, συνεισφέροντας κομμάτια που κουβαλούν τη δική του θεατρικότητα και λυρική δύναμη. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που συνδυάζει την παραδοσιακή “επική” heavy metal γραφή της μπάντας με πιο σύγχρονη αισθητική.
Οι θεματικές του δίσκου είναι ποικίλες, ωστόσο όλες συνδέονται με έναν υπόγειο στοχασμό γύρω από το νόημα της ύπαρξης και το πέρασμα του χρόνου. Το ομώνυμο κομμάτι, “The book of souls”, αντλεί έμπνευση από τον πολιτισμό των Μάγιας και το ζήτημα της αθανασίας, θέτοντας το ερώτημα για το τι μένει από τον άνθρωπο πέρα από την υλική του παρουσία. Το “If eternity should fail”, το εναρκτήριο κομμάτι, λειτουργεί ως εισαγωγή σε αυτό το σκοτεινό και φιλοσοφικό ταξίδι. Ακόμη και πιο “παραδοσιακά” κομμάτια, όπως το “Speed of light”, κρύβουν πίσω από την επιθετική τους δομή μια εσωτερική αγωνία για την πρόοδο και το χρόνο.
Η παραγωγή του Kevin Shirley, αν και έχει δεχθεί κατά καιρούς ανάμεικτες κριτικές, υπηρετεί το όραμα του συγκροτήματος. Ο ήχος είναι ζωντανός, σαν να έχεις μπροστά σου την μπάντα σε πραγματικό χρόνο, με ελάχιστες “γυαλισμένες” παρεμβάσεις. Αυτή η προσέγγιση ταιριάζει σε ένα άλμπουμ που στοχεύει να είναι μνημειώδες και ειλικρινές. Παράλληλα, η διάρκεια των 92 λεπτών δεν αποτελεί απλώς μια επίδειξη, αλλά μια πρόκληση για τον ακροατή. Η μουσική των MAIDEN δεν επιδιώκει να αρέσει εύκολα, αλλά να ταξιδέψει εκείνον που θα αφεθεί πλήρως στο σύμπαν της.
Η περιοδεία που ακολούθησε την κυκλοφορία, με το ανανεωμένο “Ed Force One” (το Boeing 747 που πιλοτάριζε ο ίδιος ο Dickinson), υπήρξε μια ακόμα απόδειξη του μεγαλείου των MAIDEN. Οι ζωντανές εμφανίσεις τόνισαν τη σημασία του άλμπουμ στο σύνολο της δισκογραφίας τους. Παρά το βάρος της ηλικίας, τα μέλη έδειξαν πως όχι μόνο παραμένουν ενεργά, αλλά εξακολουθούν να δημιουργούν μουσική που γράφει ιστορία. Αυτό το στοιχείο είναι που κάνει το “The book of souls” όχι απλώς ένα “καλό” άλμπουμ, αλλά ένα ορόσημο για μια μπάντα με ήδη μυθικό υπόβαθρο.
Ξεχωριστή μνεία αξίζει στο “Empire of the clouds”, το τελευταίο κομμάτι του άλμπουμ και το μεγαλύτερο σε διάρκεια που έχει γράψει ποτέ το συγκρότημα (περίπου 18 λεπτά). Το τραγούδι αποτελεί σύνθεση του Bruce Dickinson και αφηγείται την ιστορία του τραγικού αεροπορικού δυστυχήματος του βρετανικού αερόπλοιου R101 το 1930. Η δομή του κομματιού θυμίζει συμφωνικό έργο. Aρχίζει με ένα εκτενές πιάνο intro, κάτι σπάνιο για τους MAIDEN, και σταδιακά χτίζεται με ενορχηστρώσεις που θυμίζουν κλασική μουσική αλλά και κινηματογραφική αφήγηση. Ο Dickinson αφηγείται με φωνητική δραματικότητα την ιστορία, δίνοντας φωνή τόσο στους πρωταγωνιστές όσο και στη μοίρα του ίδιου του αερόπλοιου. Η κορύφωση του κομματιού, με τις κιθάρες και τα τύμπανα να μιμούνται τη συντριβή, αποτελεί ίσως μια από τις πιο θεατρικές στιγμές της καριέρας του συγκροτήματος.
Η σημασία του “Empire of the clouds” ξεπερνά το μουσικό του μέγεθος. Αντιπροσωπεύει τη φιλοσοφία των IRON MAIDEN για τη μουσική. Mια συνάντηση της ιστορίας, του δράματος και της καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Πρόκειται για μια πραγματική τοιχογραφία σε ήχο, που απαιτεί προσοχή και υπομονή, αλλά ανταμείβει τον ακροατή με μια εμπειρία σχεδόν κινηματογραφική. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί κριτικοί το θεωρούν ως μια κορυφαία στιγμή της μπάντας στον 21ο αιώνα, αποδεικνύοντας ότι οι MAIDEN παραμένουν δημιουργικά ανήσυχοι και τολμηροί.
Άξιο αναφοράς και το “Tears of a clown”, ένα κομμάτι αφιερωμένο στον μοναδικό Robin Williams.
Συνολικά, το “The book of souls” στέκεται ως ένα άλμπουμ-σταθμός. Είναι ταυτόχρονα επιστέγασμα δεκαετιών καλλιτεχνικής πορείας και μια τολμηρή δήλωση ότι η μπάντα δεν έχει πει ακόμη την τελευταία της λέξη. Η θεματολογία του, οι πολυσύνθετες συνθέσεις του και η κορύφωση με το “Empire of the clouds” δείχνουν μια δημιουργική ομάδα που αρνείται να εγκλωβιστεί στα κλισέ. Για τους φίλους του heavy metal, το άλμπουμ αυτό δεν είναι απλώς μια κυκλοφορία, αλλά μια εμπειρία που αξίζει να βιωθεί στο σύνολό της, με το τελευταίο κομμάτι να αποτελεί την απόλυτη σφραγίδα του μεγαλείου των IRON MAIDEN.
ΟΝΟΜΑΑΛΜΠΟΥΜ: “Love, fear and the time machine” – RIVERSIDE ΕΤΟΣΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2015 ΕΤΑΙΡΙΑ: Insideout Music ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: RIVERSIDE ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Mariusz Duda – μπάσο, φωνητικά
Piotr Grudzinski – κιθάρα
Michal Lapaj – πλήκτρα
Piotr Kozieradzki – τύμπανα
Πως περνάνε τα χρόνια και πόσα χάνουμε στη πορεία… αυτές είναι οι πρώτες λέξεις που έρχονται στο νου καθώς κάνω την έρευνα μου για τα δέκα χρόνια από την κυκλοφορία του “Love, fear and the time machine” των Πολωνών RIVERSIDE. Θυμάμαι πως ήταν Οκτώβριος του 2015 όταν είδα την μπάντα ζωντανά για πρώτη φορά, στο O2 ABC στην Γλασκόβη και, λιγότερο από τέσσερις μήνες μετά, στις 16 Φεβρουαρίου, η μπάντα θα θρηνούσε τον κιθαρίστα Piotr Grudzinski του οποίου ο ήχος και το παίξιμο ήταν άρρηκτα συνδεδεμένα με το γενετικό υλικό των RIVERSIDE.
Σαν άλλος Steve Rothery, ο Grudzinski δανείστηκε από τον David Gilmour και έχτισε εκεί το δικό του αυθεντικό σύμπαν. Ο Grudzinski ήταν, αν θέλετε, ο αντι-shredder και οι οπαδοί του γκρουπ σιχαινόντουσαν την ιδέα ενός τέτοιου κιθαρίστα (εξ ου που ο frontman του γκρουπ έχει κάνει μερικές όχι τόσο ευγενικές νύξεις προς τους DREAM THEATER). Ο θάνατος του ήταν πραγματικά ξαφνικός, εντελώς απροσδόκητος και έριξε τα εναπομείναντα μέλη σε πραγματικό θρήνο οι οποίοι ήταν έτοιμοι να θάψουν και το συγκρότημα ολάκερο μιας και μιλάμε για μια οικογένεια με δυνατούς δεσμούς και για ένα μέλος χωρίς το οποίο δεν ήξεραν πώς να συνεχίσουν. Το έκτο άλμπουμ των RIVERSIDE ήταν λοιπόν το τελευταίο με τον Grudzinski στη κιθάρα, και έτσι θα το θυμόμαστε παρόλο που σίγουρα κανείς δεν το υπολόγιζε στις 4 Σεπτεμβρίου 2015.
Το “Love, fear and the time machine” ήταν ένα ακόμη δυνατό άλμπουμ σε μια δισκογραφία που έδειχνε πως οι RIVERSIDE με τα χρόνια βελτιώνονται σαν συνθέτες και διυλίζουν τον ήχο τους προς έναν απόλυτα δικό τους που θα αποτελεί την βάση για όσους θέλουν να παίξουν λυρικό και απαλό prog rock/metal. Σε αντίθεση με τους δύο δίσκους που προηγήθηκαν, το “Love, fear and the time machine” είναι πολύ πιο απαλό, μελωδικό, λυρικό και επομένως πιο απαιτητικό αφού δεν έχει τις εντάσεις του “Anno domini high definition” ούτε τις ροκ και τεχνικές εξάρσεις του “Shrine of new generation slaves” που «ψαρώνουν» τον ακροατή.
Παρόλα αυτά, το άλμπουμ είναι όσο προοδευτικό όσο τα προηγούμενα, ίσως λιγότερο σκοτεινό και πράγματι φωτεινό, με πολλά σημεία που βγάζουν μια κρυφή αισιοδοξία όπως λέει και το τραγούδι “Found (the unexpected flaw of searching”) που κλείνει τον δίσκο. Εδώ επίσης συναντάμε μερικά από τα χιτάκια των RIVERSIDE όπως το ακουστικό “Time travellers” ή το γκρουβάτο “Discard your fear” του οποίου μόνο ο τίτλος φανερώνει τα αισιόδοξα μηνύματα στο θεματικό κομμάτι του δίσκου (άσε που το χαρούμενο ρεφραίν δεν ξεκολλάει από το μυαλό). Που να το περιμέναμε πως τούτο το άλμπουμ θα έμενε στην ιστορία ως το τελευταίο ενός κιθαρίστα που είχε συνέχεια ένα χαμόγελο και μια φωτεινότητα στο παίξιμο του. RIP Piotr Grudzinski.
Ο νέος δίσκος των Βρετανών PARADISE LOST, με τίτλο “Ascension”, βρίσκεται ante portas και η συντακτική ομάδα του Rock Hard, επιδόθηκε στο αγαπημένο της hobby, δηλαδή στην ομαδική ακρόαση του δίσκου και την παρουσίασή του! Διαβάστε την άποψή μας, λοιπόν:
Με τους PARADISE LOST έχω μία σχετικά ταραχώδη σχέση. Υπάρχουν στιγμές που τους λατρεύω και στιγμές που μου τη δίνουν στα νεύρα. Έχω περάσει τρομερές στιγμές με τις μουσικάρες τους, αλλά μου την έχουν δώσει στα νεύρα κάποιοι αρκετά επιτηδευμένοι δίσκοι τους που προσπαθούσαν να επιστρέψουν στον παλιό τους ήχο, όπως και κάποια εντελώς διεκπεραιωτικά live που έδειχναν να βαριούνται τη ζωή τους.
Το “Ascension”, έρχεται μετά από μακρά δισκογραφική απουσία και μου δείχνει μία μπάντα με όρεξη για μουσική, κάτι που είναι πάρα πολύ καλό. Παρότι ο ζόφος και η μιζέρια που έχει η μουσική τους, δύσκολα βγάζει θετικά συναισθήματα, εντούτοις, ακούγοντας το άλμπουμ, έσκαγα χαμόγελα. Βλέπετε, από τις πρώτες νότες του “Serpent on the cross”, καταλαβαίνεις ότι η επανηχογράφηση του “Icon”, έχει παίξει το ρόλο της και μεγάλο μέρος του δίσκου, φαίνεται να έχει τα vibe εκείνου του δίσκου.
Φυσικά υπάρχει και μπόλικο “Draconian times”, επιρροές από παλαιότερους δίσκους τους, αλλά και νεότερους. Θα έλεγα ότι οι PARADISE LOST, περισσότερο απ’ όλα, ακούγονται απελευθερωμένοι και αβίαστοι, βγάζοντας ένα feeling ότι γουστάρουν πολύ αυτό που παίζουν. «Περνάμε καλά κι αυτό βγαίνει προς τα έξω» ένα πράγμα, κάτι που σε κάποιους δίσκους της ύστερης καριέρας τους, δεν μου έβγαινε με τίποτα.
Υπάρχουν χιτάρες όπως το “Tyrants serenade”, γκρουβάτα τραγούδια σαν το “Silence like the grave”, “One second” θύμησες (“Lay a wreath upon the world”), doomίλες όπως το “Diluvium”.
Μοναδική μου ένσταση; Ότι προς το τέλος του δίσκου, υπάρχουν κάποια τραγούδια που ρίχνουν το μέσο όρο. Δεν μου χαλάει πολύ τη γενική εικόνα του “Ascension”, αλλά μετά από τόσα χρόνια απουσίας, περίμενα να είναι λίγο πιο εκλεκτικοί. Όπως και να έχει, η επιστροφή των LOST, είναι όπως ακριβώς τη θέλουμε όλοι όσοι αγαπάμε το συγκρότημα και με άφησε ιδιαίτερα ικανοποιημένο. Είναι μέσα στην πεντάδα των καλύτερων δίσκων τους; Σε καμία περίπτωση. Είναι παραπάνω από αξιοπρεπής; Σαφώς. Και μετά από 30+ χρόνια, είναι σημαντικό ένα σχήμα να διατηρεί την αξιοπρέπειά του και να βγάζει δίσκους που έχουν να προσφέρουν πράγματα και δεν κυκλοφορούν μόνο και μόνο για να υπάρχει μία αφορμή για περιοδεία.
8 / 10
Σάκης Φράγκος
Photo by Ville Jurrikkala
Aυτός είναι ο δεύτερος δίσκος για τους PARADISE LOST σε αυτή τη δεκαετία, την τέταρτη δισκογραφική δεκαετία για τους Βρετανούς. Mπορεί το “Obsidian” να βγήκε τo 2020 αλλά στο ενδιάμεσο η μπάντα κυκλοφόρησε και το “Ιcon 30”, την ηχογράφηση για τα 30 χρόνια του θρυλικού “Icon” που μάλιστα πέρασε και από τα μέρη μας, σε μια εξαιρετική ομολογώ βραδιά.
Με τις μνήμες νωπές ακόμα από την εμφάνιση των Βρετανών στο φετινό Rockwave Festival με τον King Diamond, μας έρχεται ο νέος τους δίσκος, ο δέκατος έβδομος κατά σειρά studio δίσκος της μπάντας σε μια πορεία που μετρά μέχρις στιγμής 35 έτη συνεχομένης και αδιάλειπτης πορείας, μιας πορείας που είχε ups & downs όπως κάθε μπάντας που δισκογραφεί συνεχόμενα αυτά τα χρόνια.
Φαίνεται ότι οι ηχογραφήσεις και η περιοδεία για τα 30 χρόνια του “Icon” τους έκανε καλό μιας και ξαναθυμήθηκαν και οι ίδιοι θα λέγαμε αστειευόμενοι (ή και όχι) το τι μεγαλειώδη άσματα έγραφαν το πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘90. Έτσι, αυτό το κλίμα μου έβγαλαν ακούγοντας τον νέο δίσκο και ειδικά τα πέντε πρώτα κομμάτια αυτού. Γιατί τα πέντε πρώτα θα πείτε, περισσότερα παρακάτω.
Ο δίσκος ξεκινά με ένα κομμάτι που είχε βγει και σε single, το “Serpent on the cross” ένα death /doom αριστούργημα με λυρισμό και prog διάθεση που σε γυρνά πίσω στις μεγαλειώδεις στιγμές του παρελθόντος. Το “Tyrants serenade” που ακολουθεί, κυκλοφόρησε και αυτό σαν single και είναι ένα εξαιρετικό μελαγχολικό αργόσυρτο doom κομμάτι που εναλλάσσονται τα καθαρά και τα death φωνητικά ενώ οι κιθάρες του Mackintosh κερνάνε πόνο. Ο πήχης ανεβαίνει πολύ πιο ψηλά με το “Salvation” που ακολουθεί, το πένθιμο death/doom εξυψώνεται στα έμπειρα χέρια της μπάντας. Αργό, λυρικό, με τρομερό refrain σε ταξιδεύει πίσω στον χωρόχρονο του doom/death και ας διαρκεί επτά ολόκληρα λεπτά, δεν θες να τελειώσει. Άσμα ασμάτων, το καλύτερο κομμάτι του δίσκου!
Το “Silence like a grave” ήταν το πρώτο κομμάτι που είχε δοθεί στην δημοσιότητα από τον δίσκο πριν 3 μήνες, και όσοι δεν το έχετε ακούσει μέχρι τώρα μιλάμε για ένα doom/death κομμάτι στα χνάρια του ύφους του “Icon”, ένα εξαιρετικό κομμάτι με ωραίες lead κιθάρες.
Άλλη μια κομματάρα ακολουθεί και δεν είναι άλλη από το “Lay a wreath upon the world”, ένα ατμοσφαιρικό doom κομμάτι με καθαρά φωνητικά και με άπλετο λυρισμό να ξεχύνεται από τα ηχεία καθ’ όλη την διάρκειά του.
Και από εδώ και κάτω ξεκινούν τα προβλήματα, όσο καλή ήταν η “πρώτη” πλευρά του δίσκου τόσο άνιση και υποδεέστερη ακούγεται η “δεύτερη” του πλευρά που ακολουθεί. To “Diluvium” είναι ένα κομμάτι που δεν θα το έλεγα κακό, αλλά δεν είναι στο ύψος των προηγηθέντων κομματιών. Το δε “Savage days” είναι ωραίο μελαγχολικό κομμάτι, πολύ καλό αλλά σε λάθος σειρά. Δυο πολύ μέτρια κομμάτια ακολουθούν σε ένα δίσκο που θα μπορούσε να απογειωθεί και χαλάνε το συνολικό αποτέλεσμα, τα “Sirens” και “Deceivers”. To πρώτο είναι λες και το έχεις ξανακούσει δεκάδες φορές, απλοϊκό τελείως και το δεύτερο δεν έχει να προφέρει κάτι αν εξαιρέσεις τα φωνητικά του Holmes. Αδιάφορο θα το χαρακτήριζα.
Η μέτρια παρένθεση αλλά και ο δίσκος κλείνει με ένα πραγματικά όμορφο κομμάτι όπως το “The precipice”, μια λυρική μπαλάντα στο αργόσυρτο doom /death ύφος της μπάντας με πιάνο, εξαιρετικά μελωδικά αλλά και death φωνητικά που ρίχνουν αυλαία με τον καλύτερο τρόπο μεταφέροντας μας νοερά πίσω στην δεκαετία του 90.
Όπως καταλάβατε από τα παραπάνω, και εγώ ο ίδιος δεν το πίστευα στην αρχή ότι υπήρχαν τέτοια κομμάτια αν αυτά που περιέγραψα που χαλούσαν το αποτέλεσμα του δίσκου που υπό διαφορετικές συνθήκες (λίγο ήθελε) θα πήγαινε για αποθέωση από την πλευρά μου, έδωσα ιδιαίτερη προσοχή στα παραπάνω κομμάτια μπας και είχα κάνει λάθος, αλλά μάταια.
Το κακό είναι ότι υπάρχουν και δύο bonus κομμάτια (ψάξτε τις εκδόσεις που θα βγουν) στον δίσκο που είναι πολύ καλά και φυσικά καλύτερα από αυτά που ανέφερα παραπάνω σαν μέτρια η αδύναμα. Το “This stark town” με τον doom /death χαρακτήρα του και το “A life unknown” με τον δυναμισμό του και τον up tempo χαρακτήρα του θα μπορούσαν κάλλιστα να πάρουν την θέση τους στο κύριο track listing του δίσκου και τα πράγματα θα ήταν καλύτερα για όλους μας.
Να προσθέσω σαν θετικά την κρυστάλλινη παραγωγή και το τρομερό εξώφυλλο που είναι ο πίνακας “The Court of Death” του Βρετανού ζωγράφου του 19ου αιώνα George Frederic Watts.
Το “Ascension” είναι ένας καλός δίσκος που αξίζει να ακούσετε, παρόλο τις όποιες αδυναμίες του στέκεται με θετικό πρόσημο στην δισκογραφία της μπάντας και φυσικά θα ικανοποιήσει όσους δεν περιμένουν άλλο ένα ακόμα “Icon” ή ένα ακόμα “Draconian times”.
7,5/10
Γιάννης Παπαευθυμίου
Ακούγοντας το “Ascension” σκεφτόμουν, πώς θα ήθελα τους PARADISE LOST να ηχούν. Αυτό, διότι οι Βρετανοί έχουν πατήσει σε πολλά διαφορετικά μονοπάτια και η δισκογραφία τους, αν μην τι άλλο, έχει τεράστιο εύρος. Εγώ τους PARADISE LOST τους έμαθα με το “Icon” και τους αγάπησα με τον ήχο αυτό, ενώ εξίσου λάτρεψα το “Draconian times”. Έτσι για μένα ο ήχος τους εκείνη την εποχή, παραμένει το σημείο αναφοράς και δύσκολα θα βάλω να ακούσω ολόκληρο κάποιο άλλο άλμπουμ τους. Παρακολουθώ την πορεία τους κι έχω επενδύσει αρκετά χρήματα στις κυκλοφορίες τους, οπότε έδωσα αρκετή προσοχή στην νέα τους δουλειά.
Το αρχικό ερώτημά μου λοιπόν απαντάται απλά. Τριάντα χρόνια μετά, οι PARADISE LOST ακούγονται έτσι όπως θα τους ήθελα εγώ. Λίγο πειραματικοί, αρκετά doom, σκληροί αλλά γεμάτοι μελαγχολικές μελωδίες και με έντονο gothic πέπλο. Τόσο στη φωνή του Nick Holmes, όσο και στις κιθάρες του Greg Mackintosh (o μόνος Mackintosh που γουστάρω), θα βρείτε μια σκοτεινή ζεστασιά, ένα γνώριμο συναίσθημα.
Μετά από σχεδόν 4 δεκαετίες μαζί, οι δυο συνοδοιπόροι είναι συνειδητοποιημένοι για την μουσική που γράφουν και το “Ascension” θα αφήσει τους πάντες ευχαριστημένους, αφού πατάει πάνω στις πιο πετυχημένες τους συνταγές. Επίσης μετά από 17 άλμπουμ, δεν ανησυχούν για το τι παίζουν και μάλλον αυτός είναι ένας σημαντικός λόγος που υπάρχει μια συνοχή και συνέχεια στα δέκα τραγούδια του. Πιστεύω τα “Diluvium”, “Serpent on the cross”, “Tyrants serenade” και το “Salvation” ακούγονται τόσο ευχάριστα, σαν ένα deja vu. Αργοί ρυθμοί, βαριές ρυθμικές κιθάρες, λίγο wah-wah, καθαρά φωνητικά αλλά και growls, το φέρνουν κοντά στο “Obsidian”, αλλά τολμώ να πω ότι μου ακούγεται πιο καλό και καθόλου κουραστικό. Είναι πολλά τα 5 χρόνια δίχως δίσκο για ένα συγκρότημα που μέχρι το 2020, είχε 16 σε σε 32 χρόνια ύπαρξης. Εγώ έτσι απολαμβάνω τους PARADISE LOST και δεν περιμένω κάτι δραματικά διαφορετικό.
8 / 10
Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης
Οδεύοντας ολοταχώς για τα σαράντα χρόνια ύπαρξης, η παρέα από το Halifax δεν έχει να αποδείξει απολύτως τίποτα. Οι PARADISE LOST στην δέκατη έβδομη δουλειά τους, έχοντας προηγουμένως πειραματιστεί με σχεδόν το σύνολο του ηχητικού φάσματος στη σκοτεινή μουσική, οφείλουν (ή και όχι) να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του ακροατή. Και εν μέρει, την υποχρέωση τη μετουσιώνουν σε πράξη.
Το “Ascension” είναι ένα πολυποίκιλο άλμπουμ, όπου οι PL βρίσκονται συνεχώς μέσα σε μια χρονομηχανή. Κατά τη περιήγησή τους σε αυτή τη χρονομηχανή, κάνουν στάσεις σε όλα τα κομβικά τους άλμπουμ, οπότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι εδώ έχουμε μια σύνοψη της δισκογραφίας τους. Κάθε σύνθεση τιμά λοιπόν ένα διαφορετικό άλμπουμ, με τη διαφορά όμως ότι πάντοτε υπάρχει ο ξεχωριστός PL ήχος.
Έχεις για παράδειγμα το “Lay a wreath upon the world” (το αγαπημένο μου) και δεν υπάρχει περίπτωση να μην αναφωνήσεις “One second”. Πιο πριν έχεις το “Tyrants serenade” και πιστεύεις ότι είναι μια σύνθεση που έφαγε σκόνη στα “Draconian times” sessions. Και βέβαια έχεις και Icon-ic στιγμές όπως το “Sirens” που σε κάνουν να ψάχνεσαι.
Εννοείται βέβαια ότι στο “Ascension” υπάρχουν φόροι τιμής και στο “Gothic” και στο “Shades of God”, όπως υπάρχουν και στον αντίποδα και οι “Believe in nothing” στιγμές και τα “In requiem” περάσματα. Και εδώ έρχεται το «ναι μεν αλλά», αυτό που σου αφήνει στο τέλος μια γλυκόπικρη επίγευση με τη δωδεκάδα των συνθέσεων. Όπως και οι δεκαέξι προκάτοχοι του “Ascension” δεν είναι ισάξιοι, το ίδιο συμβαίνει και με τα τραγούδια του επερχόμενου PL άλμπουμ.
Ζητήματα εκτελεστικής και ηχητικής αρτιότητας δεν τίθενται ούτε κατά διάνοια, όμως υπάρχουν εδώ και εκεί αστερίσκοι σε θέματα έμπνευσης. Ή αν θέλεις καλύτερα, αν ήταν όντως επιβεβλημένη η στάση σε κάποια albums που δεν βρίσκονται στη shortlist ενός μέσου PL οπαδού. Επειδή λοιπόν το “Ascension” μου ξύπνησε κάποιες όμορφες μουσικές αναμνήσεις της εφηβείας μου, θα προσπαθήσω να μη δώσω τόσο έμφαση στα fillers (αν και θα έπρεπε), δείχνοντας τη μέγιστη δυνατή επιείκεια.
7 / 10
Γιώργος Κόης
Κάμποσα πράγματα συνέβησαν από τότε που η μπάντα από το Halifax έβγαλε τον τελευταίο δίσκο της, “Obsidian” (2020): ένας ιός έφερε τον κόσμο άνω κάτω, έγινε η πρώτη επίθεση ενός ευρωπαϊκού κράτους σε άλλο μετά τον Β’ ΠΠ, o Greg Mackintosh και ο Nick Holmes έβγαλαν τον πρώτο ομώνυμο δίσκο του dark wave project τους, “Host”, ξαναηχογράφησαν τον δημοφιλή δίσκο τους “Icon” (1993), ένας ακόμα ντράμερ ήρθε κι έφυγε από την μπάντα (ο Guido Montanarini, που ηχογράφησε αυτόν τον δίσκο, έφυγε τον περασμένο Μάϊο και αντικαταστάθηκε από τον Jeff Singer που είχε παίξει στην μπάντα από το 2004 μέχρι το 2008)… αυτό όμως που δεν άλλαξε ούτε και τώρα είναι το υψηλό ποιοτικό επίπεδο των δίσκων της μπάντας. Δεν νομίζω να υπάρχει έστω κι ένας φαν που να έχει παράπονα από τον δίσκο “Paradise Lost” (2005) κι έπειτα. Εγώ ο ίδιος, ως φαν, διατρέχω τον κίνδυνο να χαρακτηριστώ ως μεροληπτικός στην κριτική μου εάν πω ότι η μπάντα είναι σαν το κρασί, που όσο μεγαλώνει (παλιώνει) τόσο γίνεται καλύτερη.
Μιλάμε για μια μπάντα που έχει βρει τον δικό της ήχο, την δικιά της ηχητική ταυτότητα εδώ και πολλά χρόνια, που ξέρει να κινείται με άνεση μεταξύ του death doom και gothic, της μελαγχολίας και της επιθετικότητας, του επικού και του προσιτού ήχου με άνεση και ευελιξία, κάτι που μόνο η κατασταλαγμένη εμπειρία τριών δεκαετιών και βάλε, μπορεί να δώσει.
Ο ίδιος o Holmes παραδέχθηκε ότι η βασικότερη έμπνευση για αυτόν τον δίσκο ήταν η επανηχογράφηση του “Icon” γιατί τους έκανε να θελήσουν να επανακτήσουν κάτι από το vibe εκείνου του δίσκου, αλλά η αλήθεια είναι ότι, εάν εξαιρέσουμε την ηλεκτρονική τους περίοδο (“One Second”, “Host”) και το ντεμπούτο τους, όλες οι άλλες πτυχές τους είναι παρούσες σε αυτόν τον δίσκο.
To “Serpent οn The Cross” μας θυμίζει “Embers Fire” or “Mortals Watch the Day”, “Tyrants Serenade” μας πηγαίνει στο 1995 (“Draconian Times”), ενώ το “Salvation” παίζει να είναι ότι πιο gothic/epic έχουν συνθέσει, με vibes α λα DEAD CAN DANCE. Η φωνή του Holmes δίνει ρέστα επίσης σε αυτό το κομμάτι. Tα ίδια vibes, με αυτά τα πνευστά της Αποκάλυψης στην intro του επόμενου κομματιού, “Silence Like a Grave” συνδυάζονται με μια αίσθηση που υπάρχει σε δίσκους όπως “Gothic” και “Medusa” ενώ το “Lay A Wreath Upon The World” μου θυμίζει κομμάτια όπως “Impending Hell” ή “Victim of the Past”. “Savage Days” θα μπορούσε να ήταν σε δίσκους όπως “Believe in Nothing” ή “Symbol of Life” ενώ το δεν θα φαίνονταν αταίριαστο σε δίσκους όπως το “Draconian Times” (πάλι) ή το *γκουχ γκουχ* “Black Album” των METALLICA. Νομίζω ότι έχετε πια μια ιδέα ως το που βρίσκονται αυτήν την στιγμή οι PL. Μιλάμε για ένα δίσκο εκλεκτικό, που μας προσφέρει ότι καλύτερο είχαν οι διάφορες φάσεις από όπου πέρασε η μπάντα, σαν ένα best of αλλά με καινούργια τραγούδια. Σίγουρα μέσα στους 5 καλύτερους δίσκους τους.
9/10
Γιώργος Γκούμας
Photo by Elena Vasilaki
Οι PARADISE LOST επιστρέφουν το 2025 με το 17ο στούντιο άλμπουμ τους “Ascension”, την πρώτη ολοκληρωμένη κυκλοφορία υλικού ύστερα από το “Obsidian” του 2020. Το άλμπουμ αυτό σηματοδοτεί όχι μόνο την επιστροφή μιας θρυλικής μπάντας, αλλά και μια δυναμική και σύγχρονη αναθεώρηση της σκοτεινής τους κληρονομιάς, σμιλεμένη από πέντε χρόνια αναμονής και μουσικής αναζήτησης. Η βασική θεματολογία αγγίζει την ανθρώπινη πάλη με την ύπαρξη, την πίστη και τον φόβο, αποτυπωμένη με μελαγχολική ευαισθησία, υπό τον τίτλο-συμβολισμό του “Ascension”, της ανόδου προς ένα «καλύτερο μέρος», παρά την τελική αναπόδραστη μοίρα του θανάτου.
Η παραγωγή του άλμπουμ ανέλαβε ο κιθαρίστας Gregor Mackintosh, ενώ η μίξη και το mastering έγιναν από τον Lawrence Mackrory. Αυτό αντικατοπτρίζεται στον ήχο καθώς ο δίσκος βασίζεται σε μια στιβαρή, πλούσια παραγωγή που συνδυάζει βαριά doom/metal riffing με αέρινα gothic περάσματα και μελωδικά κορυφώματα όλα μέσα σε μια μελαγχολία που φωτίζει αλλά και καταβυθίζει ταυτόχρονα τον ακροατή. Το αποτέλεσμα αναδεικνύει ότι οι PARADISE LOST όχι απλώς εξελίσσονται (όπως πάντα δηλαδή), αλλά πατούν γερά σε κάθε περίοδο της πορείας τους, χωρίς να θυσιάζουν την αυθεντική τους ταυτότητα.
Για το εξώφυλλο του άλμπουμ έχει επιλέγει ο πίνακας «The Court of Death» του George Frederic Watts (1870–1902), μια συμβολιστικής φόρμας ερμηνεία του θανάτου ως βασιλική μορφή, με τη σιωπή και το μυστήριο να τον περικλείουν, όπως και η ελπίδα με την μορφή ηλιαχτίδας. Το έργο αυτό προσδίδει μια προφητική, σχεδόν μυθική διάσταση στον ήχο του δίσκου. Σκοτεινή, υπαρξιακή και επιβλητική. Ο ίδιος ο Nick Holmes περιγράφει το “Ascension” ως «ένα καραβάνι καυτής θλίψης», μια βουτιά σε έναν «κακό κόσμο γεμάτο μεγαλείο και τραγωδία».
Όλες αυτές οι αφηγηματικές, αισθητικές και θεματικές συνιστώσες συνηγορούν στο ότι το “Ascension” δεν είναι απλώς ένα άλμπουμ, αλλά είναι μια φρέσκια, επίκαιρη «επίδειξη» της εξελικτικής δύναμης των PARADISE LOST. Ξεφεύγει από τη ρετρολαγνία που παγιδεύει ορισμένες μπάντες, και αναπνέει τη σοφία και την πειθαρχία μιας μπάντας με σχεδόν 35 χρόνια δημιουργίας. Μας δείχνει ότι και μπορούν και θέλουν να γράψουν νέα κεφάλαια, χωρίς να ξεπέσουν σε σκιαμαχίες του παρελθόντος.
Τίποτε δεν είναι τυχαίο εδώ. Από τη σύνθεση και τις ηχητικές επιλογές έως την αισθητική αφήγηση της μισανθρωπίας και του θανάτου με τη γλώσσα της τελετουργίας. Το “Ascension” δείχνει ότι οι Paradise Lost παραμένουν σπουδαίοι, όχι επειδή είναι παλιοί, αλλά επειδή είναι πλέον πιο συνειδητοί, πιο πλούσιοι σε εμπειρίες, πιο ζωντανοί, όσο και αν μιλάνε για θάνατο. Ένα άλμπουμ που αξίζει να σταθείς και να ακούσεις με την προσοχή που του πρέπει γιατί είναι φρέσκο, επίκαιρο, και γεμάτο σκοτεινή ομορφιά.
9 / 10
Φανούρης Εξηνταβελόνης
Photo by Elena Vasilaki
Οι PARADISE LOST είναι μεγάλη λατρεία για τον υποφαινόμενο, οπότε κάθε κείμενο που αφορά την αφεντιά τους, είναι τεράστια χαρά και τιμή. Τους παρακολουθώ από τον ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ ομώνυμο δίσκο του 2005 σε πραγματικό χρόνο, ήτοι 20 γεμάτα χρόνια, ενώ δεν θα ήταν υπερβολή να πω πως ό,τι ακούσματα έχω από αυτό το χώρο, τα οφείλω σε αυτούς που πρώτοι άναψαν τη σπίθα. Από το 2005 ως και σήμερα, όπου γίνονταν σταδιακά βαρύτεροι, δεν με απογοήτευσαν ΠΟΤΕ. Φυσικά διαφορές υπήρχαν σε ποιότητα, αλλά οι δουλειές τους πάντα με κέρδιζαν και χτυπούσαν ευαίσθητα σημεία από μόνες τους. Και αυτό μετράει πάνω από όλα. Ειδικά όταν στο μεσοδιάστημα έχουν διευρυνθεί κατά πολύ τα ακούσματα μου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Φτάνουμε λοιπόν στο 2025. Το 17ο άλμπουμ των Βρετανών “Ascension” κυκλοφορεί στις 19 Σεπτεμβρίου από την Nuclear Blast. Μοναδική studio ηχογράφηση νέου υλικού (γιατί ήταν και στην τιμιότατη επανηχογράφηση του “Icon”) για τον ήδη εκτός μπάντας drummer Guido Zima (παίζει στους φοβερούς STRIGOI του Mackintosh, κάντε τη χάρη στον εαυτό σας και ακούστε τους!) και διάολε, τι παράσημο να ηχογραφείς τέτοιο αποτέλεσμα! Γιατί ναι, το “Ascension” ΣΚΟΤΩΝΕΙ και εξηγούμαι ευθύς αμέσως. Δεν ακούμε απλά τους PARADISE LOST του “Paradise lost”/”In requiem” που γύριζαν στο “Draconian times”/”Icon” μοτίβο, ούτε εκείνους τους PARADISE LOST που από το “Faith divides us, death unites us” και πέρα λοξοκοιτούσαν προς το “Shades of God”, ακόμα και το “Gothic” μουσικά/φωνητικά.
Οι PARADISE LOST του “Ascension”, αγκαλιάζουν πλήρως και με αρτιότητα το γκάζι και την στρυφνότητα του “Shades of God”, τη μαγκιόρικη βαρύτητα του “Icon”, συνδυάζοντας τα με τη μοντέρνα βαρύτητα δίσκων όπως το “In requiem” και το “The plague within”, νιώθω με τον πιο πειστικό και πλήρη τρόπο που θα μπορούσαν να το κάνουν. Έχοντας τη πολυτέλεια να ακούσω προ της κυκλοφορίας του το άλμπουμ αρκετές φορές, θεωρώ πως έχουν μεστώσει πλήρως το μοτίβο τους, μετά από μια 20ετία όπου δοκιμάστηκαν διάφορα πράγματα. Το μεγαλοπρεπές “Salvation” (από τις αγαπημένες μου συνθέσεις του δίσκου) αποτελεί χαρακτηριστικότατο δείγμα του σε πόσο καλό φεγγάρι είναι συνθετικά. Φυσικά, δεν είναι μόνο του σε αυτό το ρόλο, αλίμονο!
Τόσο το “Silence like the grave”, το “Tyrant’s serenade” αλλά και το μαρσαριστό “Serpent on the cross” (μόνο εγώ όταν μπήκε το γκαζωμένο riff σκέφτηκα το “Mortals watch the day”;), δείχνουν ένα συγκρότημα που αποδίδει με φρεσκάδα το χαρακτηριστικό του doom/death ύφος, με έμπνευση και κυρίως με πάρα πολλή όρεξη. Το “Lay a wreath upon the world” σοφά τοποθετημένο στο κλείσιμο του πρώτου μισού του δίσκου, με τις ακουστικές κιθάρες στην εισαγωγή αλλά και καθ’ όλη τη διάρκεια του, ξεχωρίζει επίσης, για το ιδιαίτερο ύφος του. Είναι ατού να δοκιμάζεις πράγματα μετά από 35 χρόνια δισκογραφίας και αυτά να σου βγαίνουν έτσι. Και έρχεται καπάκια το “Dilivium” και στρώνεις χαρακτήρα με το γκαζωμένο μεσαίο μέρος!
Στο “Savage days” έχουμε τα πλήκτρα να ντύνουν υπέροχα ένα από τα πλέον μελαγχολικά κομμάτια του δίσκου. Και κάτι έλεγα πιο πάνω για μαγκιόρικη βαρύτητα ε; Ε αυτό ακριβώς είναι το “Sirens”. Κοιτάζει προς “Icon” ως προς αυτό, έχει και μια ωραία βρωμιά στο riffing του! Το φινάλε έρχεται με δύο “αντίθετα” κομμάτια: το γκαζωμένο “Deceivers” και το δραματικό, ασήκωτο “The precipice”, το οποίο οδηγούν πολύ όμορφα τα πλήκτρα ως μεγάλο επίλογο του δίσκου.
Ξεχωριστά θέλω να σταθώ στα bonus κομμάτια: “This stark town” και “A life unknown”. H μεν πρώτη πιο κοντά στο doom/death υλικό του “Ascension”, η δε δεύτερη με μια ελαφρά επίγευση THE SISTERS OF MERCY μια και κάνει χρήση των καθαρών φωνητικών του Holmes. Εξαίρετες συνθέσεις ποιότητας που θα μπορούσαν και να είναι και singles κάποιου άλλου δίσκου των PARADISE LOST. Σιγά το νέο θα μου πείτε, δεδομένου ότι υπάρχουν κομμάτια όπως το “Sweetness”, το “Master of misrule” από το παρελθόν της μπάντας που ουδέποτε κατέληξαν σε δίσκο της παρά μόνο στα σχετικά EP/singles. Ένας λόγος παραπάνω, προσωπικά να πάρω την έκδοση με τα έξτρα κομμάτια!
Εν κατακλείδι, ένας από τους κορυφαίους PARADISE LOST δίσκους των τελευταίων 20 ετών, δείχνοντας πως κάποιες μπάντες ωριμάζουν σαν το παλιό καλό κρασί. Και τώρα θέλω να τους ξαναδώ!
Ο Gus G δεν είναι απλά ένας ακόμα κιθαρίστας. Είναι ένας Έλληνας που κατάφερε να παίξει δίπλα στον Ozzy Osbourne, να δημιουργήσει τους FIREWIND, να περιοδεύσει με τους ARCH ENEMY, να συνεργαστεί με φωνές και προσωπικότητες όπως οι Bruce Dickinson, Roy Khan, Ronnie Romero, Jeff Scott Soto και Tom S. Englund και που έχει χαρίσει μελωδίες και leads στο κλασικό heavy metal μέχρι και το death metal μουσικό στερέωμα.
Αυτή είναι και μία πολύ μικρή σύνοψη ενός τεράστιου βιογραφικού, που για να δημιουργηθεί χρειάστηκαν προφανώς θυσίες, συνεχόμενη και αδιάκοπη δουλειά και το άπειρο ταλέντο του. Το φαινόμενο λοιπόν Gus G., θα έχουμε ακόμα μία φορά την ευκαιρία να το απολαύσουμε, αυτή τη φορά σε μία μοναδική εμφάνιση με συνοδοιπόρους τους David Ellefson, Ronnie Romero, Roy Khan και Tore Østby, στο πρώτο Rock Hard Festival Greece.
Η συμμετοχή αυτή, με ένα τέτοιο σχήμα πλαισίωσης, δεν είναι μόνο τιμή για το φεστιβάλ, αλλά και μια σπάνια ευκαιρία να τον δούμε σε κορυφαία φόρμα μαζί με καλλιτέχνες που έχουν γράψει ιστορία.
Ο Gus G είναι εδώ για να μας θυμίσει ότι τα όνειρα πραγματοποιούνται, όταν έχεις επιμονή, πάθος και ταλέντο και εμείς θυμόμαστε 10 + 2 από τις συνεργασίες που διαμόρφωσαν τη διαδρομή και την παγκόσμια αναγνώρισή του.
ElizeRyd: Κλασική μελωδία σε μοντέρνο ήχο
Στο κομμάτι “What lies beyond” από το προσωπικό του άλμπουμ “Brand new revolution” το 2015, συνεργάστηκε με την Elize Ryd (AMARANTHE) δημιουργώντας ένα εντυπωσιακό υβρίδιο ανάμεσα στο μοντέρνο metal και την κλασική μελωδία. Η επιλογή της Elize δεν είναι τυχαία: η ιδιαίτερη ικανότητά της να ισορροπεί ανάμεσα στο θεατρικό, μελωδικό ύφος και τις δυναμικές κορυφώσεις της σύγχρονης metal σκηνής, δένει άψογα με την κιθαριστική προσέγγιση του Gus.
Το “What lies beyond” ξεχωρίζει για τη στιβαρή παραγωγή, το μεστό groove και την αισθητική που θυμίζει περισσότερο σύγχρονα female-fronted metal acts, χωρίς να χάνει την ταυτότητα του δημιουργού του. Ο Gus επιλέγει να μη γεμίσει το κομμάτι με εντυπωσιασμούς, αλλά να εστιάσει στη μελωδία, αφήνοντας το solo του να αναπνεύσει, να αναδειχθεί και να λειτουργήσει ως συναισθηματικός καθρέφτης του κομματιού.
“Iamthefire”: Κάθε τραγούδι και μία σπουδαία συνεργασία
Το 2014, ο Gus G κυκλοφόρησε το προσωπικό του άλμπουμ “I am the fire”, ένα έργο που τον έφερε μακριά από το shred power metal περιβάλλον των FIREWIND, εστιάζοντας σε πιο λυρικές, hard rock και συναισθηματικές διαδρομές. Σε αυτό το άλμπουμ, ο Gus κατάφερε να συγκεντρώσει δίπλα του σημαντικούς καλλιτέχνες της διεθνούς σκηνής, αποδεικνύοντας πως το όραμά του έχει την αποδοχή και την εμπιστοσύνη μεγάλων ονομάτων.
Ο Tom S. Englund (EVERGREY) συμμετείχε στο “Dreamkeeper”, ένα κομμάτι που αναδεικνύει την πιο μελωδική πλευρά του Gus, μακριά από το shred, με έμφαση στο συναίσθημα και στην ατμόσφαιρα. Η χαρακτηριστική συναισθηματική φωνή του Englund ενώνεται ιδανικά με τις μελωδίες του Gus, δημιουργώντας μία πολύ όμορφη power ballad.
Παράλληλα, ο David Ellefson, ιστορικό μέλος των MEGADETH, συνεργάστηκε με τον Gus στο instrumental “Vengeance”, προσθέτοντας τη χαρακτηριστική του groove μπασογραμμή πάνω στα επιθετικά, αλλά μελωδικά riffs του Gus. Η συνεργασία αυτή ήταν μια ξεκάθαρη απόδειξη του σεβασμού που έχει κερδίσει ο Gus στη διεθνή σκηνή, με καλλιτέχνες του βεληνεκούς του Ellefson να στηρίζουν ενεργά το προσωπικό του όραμα και να δημιουργούν μαζί του κομμάτια με δυναμική και ένταση.
Στο ίδιο άλμπουμ, ο Mats Levén (CANDLEMASS, THERION) δανείζει τη χαρακτηριστική heavy rock φωνή του στα “My will be done”, “Blame it on me”, “Eyes wide open”, “End of the line” και “Redemption”. Η συμμετοχή του Mats Levén δεν είναι απλώς μια guest φωνή αλλά ένα σταθερό βάρος συναισθηματικής έντασης και στιβαρού soulful υλικού στο άλμπουμ. Αντιπροσωπεύει τον συνδετικό κρίκo μεταξύ παλαιότερου AOR/heavy rock ύφους και της πιο σύγχρονης, δυναμικής metal κουλτούρας που προσεγγίζει ο Gus G.
Τέλος, η συνεργασία με τον Jeff Scott Soto (Yngwie Malmsteen, TALISMAN, SONS OF APOLLO) στο “Summer Days” αποτελεί ακόμα μία μελωδική στιγμή του άλμπουμ. Η φωνή του Soto φέρνει το απαραίτητο hard rock feeling και τη μελωδικότητα που απαιτούσε το κομμάτι, ενώ ο Gus παραδίδει ένα από τα πιο λυρικά και συναισθηματικά solos του, αποδεικνύοντας την ικανότητά του να υπηρετεί το τραγούδι και όχι απλώς να το γεμίζει με φανταχτερά περάσματα.
NIGHTRAGE: Ελληνικό πάθος, Σουηδικό death
Η συνεργασία του με τον Μάριο Ηλιόπουλο στους NIGHTRAGE ήταν μία από τις πιο κομβικές για την είσοδο του Gus G στον χώρο του melodic death metal. Συμμετείχε στα άλμπουμ “Sweet vengeance” και “Descent into chaos”, αφήνοντας έντονο το κιθαριστικό αποτύπωμα του με νεοκλασικά solos που ξεχώριζαν για τη μελωδία και την τεχνική τους. Η συμμετοχή του στα άλμπουμ αυτά αλλά και η μεταγενέστερη παρουσία του στα “Wearing a martyr’s crown” και “Insidious”, αποδεικνύουν την ικανότητά του να ελίσσεται ανάμεσα στη μελωδία και στην επιθετικότητα με απόλυτη φυσικότητα, συμβάλλοντας καθοριστικά στην αναγνωρισιμότητα του σχήματος.
DREAMEVIL: Η σουηδική γέφυρα
Οι DREAM EVIL ήταν η πρώτη μου γνωριμία με την μουσική του και η συμμετοχή του στους Σουηδούς power metallers ήταν κομβική για την είσοδό του στη Σκανδιναβική σκηνή. Στα “Dragonslayer”, “Evilized” και “The book of heavy metal”, συνεργάστηκε με τον Fredrik Nordström, αφήνοντας το κιθαριστικό του στίγμα σε κομμάτια όπως το “Children of the night” και το “Chasing the Dragon”.
Photo by Tim Tronckoe
FIREWIND: Το προσωπικό όραμα
Το project που ξεκίνησε ως προσωπικό όχημα εξελίχθηκε σε ένα από τα σπουδαία εξαγώγιμα power metal σχήματα, χωρίς να είναι αμιγώς ελληνικό σχήμα. Οι FIREWIND έγιναν η μπάντα μέσω της οποίας ο Gus ανέπτυξε το συνθετικό του ταλέντο και ανέδειξε το νεοκλασικό, μελωδικό power metal παίξιμό του.
Με άλμπουμ όπως τα “Allegiance” και “The premonition”, ο Gus απέδειξε πως μπορεί να δημιουργεί κολλητικά riffs και solos, δίνοντας σταθερή ποιότητα στις κυκλοφορίες τους και δυναμικές εμφανίσεις στα ευρωπαϊκά φεστιβάλ, ενώ παράλληλα έφερε την Ελλάδα στο επίκεντρο της power metal σκηνής. Δεν γίνεται να μην αναφέρουμε το κλασικό πλέον instrumental “The fire and the fury”, όπου ξεδιπλώνει όλες τις πτυχές του ταλέντου του.
DORO: Συνεργασία με τη βασίλισσα του metal
Ο Gus G συνεργάστηκε με τη θρυλική DORO στο άλμπουμ της “Raise your fist”, συμμετέχοντας στο τραγούδι “Grab the bull (last man standing . Το κομμάτι, το οποίο κινείται σε mid-tempo ρυθμούς και φέρει επιρροές από το παραδοσιακό heavy metal ύφος σχολής ACCEPT, χαρακτηρίζεται από στιβαρές ρυθμικές κιθάρες και έναν ευθύ, κλασικό metal χαρακτήρα. Η συμβολή του Gus G επικεντρώνεται σε ένα καλοδουλεμένο solo, το οποίο δεν υπερισχύει του συνόλου, αλλά ενισχύει τη ροή του κομματιού και υπηρετεί την old-school αισθητική του.
ROTTINGCHRIST: Όταν το ελληνικό metal ενώνεται
Στο άλμπουμ “Sanctus diavolos” των ROTTING CHRIST, ο Gus G συμμετέχει στο κομμάτι “Visions of the blind order”, προσθέτοντας ένα ιδιαίτερο, σκοτεινό και τεχνικά εντυπωσιακό solo. Η συνεργασία αυτή ένωσε δύο από τις πιο σημαντικές φυσιογνωμίες της ελληνικής metal σκηνής και απέδειξε πως ο Gus μπορεί να υπηρετήσει με ατμοσφαιρική ευαισθησία ακόμα και τα πιο τελετουργικά, black, ηχοτοπία.
Photo by Petros Karalis
KAMELOT: Τολυρικό “Hunter’s season”
Στο “Poetry for the Poisoned”, οι KAMELOT κάλεσαν τον Gus για το solo στο “Hunter’s season”, ίσως και το highlight του άλμπουμ, όπου η τεχνική του Gus ήρθε και έδεσε άψογα με τη μελωδία, το συναίσθημα του και τη δραματικότητα της μπάντας, αναδεικνύοντας την ικανότητά του να υπηρετεί την ατμόσφαιρα ενός κομματιού χωρίς να την καταπιέζει με περιττή επίδειξη.
ARCH ENEMY: Μέσαστηφωτιάτου melodic death metal
Το 2005, ο Gus G αντικατέστησε προσωρινά τον Christopher Amott στους ARCH ENEMY για περιοδείες σε Ευρώπη και ΗΠΑ, συμμετέχοντας σε φεστιβάλ όπως το Ozzfest και το Bloodstock. Παρότι δεν ηχογράφησε μαζί τους στούντιο άλμπουμ, παρά μόνο στο άλμπουμ “Doomsday machine”, παίζοντας ένα solo στο τραγούδι “Taking back my soul”, οι εμφανίσεις αυτές τον έβαλαν στον σκληρό πυρήνα της extreme σκηνής δίπλα στον Michael Amott και την Angela Gossow, δείχνοντας την ικανότητά του να υπηρετεί το πιο brutal στυλ με ακρίβεια και επιθετικότητα.
JASONBECKER: Tιμή στον ήρωα
Η συμμετοχή του Gus στο τραγούδι “Valley of fire” από το “Triumphant hearts” του Jason Becker δεν είναι απλώς μία συνεργασία: είναι φόρος τιμής σε έναν από τους σημαντικότερους κιθαρίστες όλων των εποχών. Μαζί με κιθαρίστες όπως οι Marty Friedman και Steve Vai, ο Gus συνέβαλε σε ένα έργο που τιμά την κληρονομιά και τη δύναμη του Becker, δείχνοντας την αναγνώριση και την εκτίμησή του στον ήρωά του.
BRUCEDICKINSON: Στο πλευρό του θρυλικού frontman των IRON MAIDEN
Το 2024, ο Gus G συμμετείχε σε μία από τις πιο πολυαναμενόμενες κυκλοφορίες της χρονιάς, το “The Mandrake project” του Bruce Dickinson. Συγκεκριμένα, παίζει ένα solo στο κομμάτι “Eternity has failed”, τη νέα εκδοχή του τραγουδιού “If eternity should fail” από το άλμπουμ “The book of souls” των IRON MAIDEN.
Η συγκεκριμένη συνεργασία είναι μια ακόμα επιβεβαίωση του παγκόσμιου status του ως μουσικός με ποιότητα, φαντασία και κύρος, ικανός να σταθεί δίπλα σε έναν από τους πιο εμβληματικούς τραγουδιστές στην ιστορία του metal.
OZZYOSBOURNE: Το όνειρο έγινε πραγματικότητα
Δεν είναι πολλοί εκείνοι που έχουν επωμιστεί τον τίτλο «κιθαρίστας του Ozzy Osbourne». Ο Gus G κατάφερε να φορέσει τα παπούτσια που προηγουμένως είχαν φορέσει ο Randy Rhoads, ο Zakk Wylde και ο Jake E. Lee, παίζοντας δίπλα στον θρύλο του heavy metal σε παγκόσμιες περιοδείες και ηχογραφώντας το άλμπουμ “Scream”.
Η συμμετοχή του σε περιοδείες με τον Ozzy τον έβαλε σε χιλιάδες σκηνές παγκοσμίως, αποδεικνύοντας πως η τεχνική δεξιοτεχνία του και o σεβασμός του στο υλικό του Ozzy, συνδυάζονται με νεύρο και μοντέρνο ήχο.
Αυτό δεν είναι απλά το μεγαλύτερο επίτευγμα του Gus G μέχρι σήμερα, αλλά είναι και μία επιβεβαίωση και επιβράβευση της σκληρής δουλειάς αλλά και του ταλέντου που διαθέτει. Το να μοιραστεί κάποιος τη σκηνή με τον Ozzy δεν είναι κάτι που μπορούν να καταφέρουν ούτε ονόματα της ίδιας βαρύτητας με τον Ozzy και αυτό για τον Gus G λέει πάρα πολλά.
Τον Σεπτέμβριο έχουμε το πρώτο Rock Hard Festival στην Ελλάδα και σε αυτό θα συμμετάσχουν οι δύο πυλώνες των αγαπημένων στην Ελλάδα PAIN OF SALVATION, Daniel Gildenlöw και Johan Hallgren σε ένα ιδιαίτερο ακουστικό σετ. Όσοι είστε μυημένοι, θα ξέρετε τότε πως το συγκρότημα έχει κάνει αρκετές ακουστικές συναυλίες στο παρελθόν όπως και ακουστικές επανεκτελέσεις κομματιών με εξαιρετικά αποτελέσματα. Και μάλιστα, η επιλογή των κομματιών πάντοτε εκπλήσσει μιας και δεν είναι απλή υπόθεση η επανεκτέλεση μιας μουσικής τόσο ιδιαίτερης και πολύπλοκης όπως των PAIN OF SALVATION. Το ντουέτο των κολλητών αυτών φίλων, χωρίς τη συνοδεία του υπόλοιπου γκρουπ πάντοτε βγάζει εις πέρας αυτή την αποστολή δημιουργώντας παράλληλα μια όμορφη ατμόσφαιρα με το κοινό, ειδικά όταν το σκηνικό είναι απλό και μινιμαλιστικό βοηθώντας τους να έρθουν πιο κοντά στους παρευρισκόμενους. Όλη η δισκογραφία των PAIN OF SALVATION προσφέρεται για ένα ακουστικό show επομένως θα έχει περιέργεια να δούμε το σετ που θα επιλέξουν ο Daniel και ο Johan. Μέχρι τότε, πάμε να δούμε την αξιολογική σειρά στην οποία, εγώ τουλάχιστον, βάζω τη δισκογραφία των PAIN OF SALVATION. Ως είθισται, οι πρώτες και τελευταίες θέσεις είναι ευκολάκια. Το τι γίνεται στη μέση είναι ένα άλλο θέμα.
Να υπενθυμίσουμε, ότι οι Gildenlow και Hallgren, έρχονται για τα VIP ακουστικά show, που θα γίνουν στις 13 Σεπτεμβρίου, στον χώρο της Τεχνόπολης και πιο συγκεκριμένα στο Αμφιθέατρο Μιλτιάδης Έβερτ. Όσοι αγοράσουν VIP εισιτήριο, έχουν πρόσβαση στις δύο ακουστικές συναυλίες, φυσικά σε όλες τις συναυλίες του διημέρου, έχουν πρόσβαση στο VIP bar/VIP area, παίρνουν ένα VIP μπλουζάκι στο μέγεθός τους αλλά κι ένα goodie bag με πολλά και ωραία δώρα από τα συγκροτήματα που συμμετέχουν.
The PAIN OF SALVATION discography countdown:
“Roadsaltone” (2010)
Θα είμαι ξεκάθαρος από την αρχή: οι PAIN OF SALVATION δεν έχουν ούτε έναν κακό δίσκο. Ούτε μέτριο. Έχουν ωστόσο κάποιους πολύ πειραματικούς δίσκους που θέλουν το χρόνο τους ή που τέλος πάντων αποκλίνουν αρκετά από το prog στυλ με το οποίο βρήκαν μια θέση στη ψυχή μας στις μεγάλες τους στιγμές. Το “Road salt one”, όπως και το δεύτερο μέρος, είναι μια από κείνες τις στιγμές που λες ότι το γκρουπ βίωνε μια κρίση ταυτότητας ενώ στην πραγματικότητα έκανε ότι έκανε από την αρχή – να ψάχνεται, να πειραματίζεται και να μην παίζει συνέχεια με την ίδια συνταγή. Παράλληλα, το πρώτο μέρος των “Road salt” δίσκων είναι και το πρώτο άλμπουμ με τον ντράμερ Leo Margarit που ήρθε στη θέση του Johan Langell του οποίου η θέση δύσκολα καλύπτεται. Επιπλέον, το 2010 ήταν η χρονιά που ο Daniel Gildenlöw εκπροσώπησε τη Σουηδία με την μπαλάντα “Road salt”, κίνηση που φυσικά δεν έκατσε καλά με σχεδόν κανέναν. Ο δίσκος εν γένει δεν έκατσε καλά με τους περισσότερους μιας και εδώ ακούμε μια σαφώς πιο απλή και απογυμνωμένη εκδοχή του πολυποίκιλου και πλούσιου μουσικού κόσμου των PAIN OF SALVATION, με πολλά ρετρό στοιχεία, blues, μινιμαλισμό και πιο ξερές κιθάρες, χωρίς ιδιαίτερο όγκο. Το μόνο σοβαρό πρόβλημα που παρατηρώ είναι η ξερή και σχετικά επίπεδη παραγωγή που στερεί όγκο και ας προσδίδει μια πιο live αίσθηση στον ήχο. Ωστόσο, κομμάτια όπως το heavy αλλά όχι τραχύ “Linoleum” είναι κλασσικά και άλλα, όπως το πιο-progressive-απ ό,τι φαίνεται “No way”, ζωντανά είναι χείμαρροι και έχουν ξεσηκώσει πολύ κόσμο.
Highlight του δίσκου: “No way”
“Roadsalttwo” (2011)
Όσα είπα παραπάνω ισχύουν λίγο-πολύ και στο δεύτερο μέρος, αλλά εδώ βρίσκουμε και συνθέσεις που μας πάνω κάπως πίσω στο “Remedy lane” με εκείνον τον trademark λυρισμό, βλέπε “To the shoreline” και “1979”. Μου αρέσουν πάρα πολύ επίσης τα πιο βαριά κομμάτια με τα απρόσμενα breakdown, “Softly she cries” και “Mortar grind”. Κάπου εδώ ακούμε και τις πρώτες αναφορές στους MESHUGGAH προτού οι τελευταίοι κάνουν κατάληψη στη σχολή των PAIN OF SALVATION.
Highlight του δίσκου: “To the shoreline”
“Panther” (2020)
Ο μόνος λόγος που το τελευταίο στούντιο άλμπουμ του γκρουπ μπαίνει τόσο χαμηλά είναι γιατί υπάρχουν πολύ πιο σπουδαία άλμπουμ. Φανταστείτε δηλαδή πως ένα συγκρότημα μπορεί να γράψει τουλάχιστον εφτά δίσκους με καλύτερη μουσική από έναν ήδη τόσο δυνατό όπως το “Panther”. Και το τονίζω πως τα εννιά κομμάτια του δίσκου είναι εξαιρετικά διότι μετά από τόσες αλλαγές στο line-up δεν θα έπρεπε να ισχύει αυτό. Όντως, μετά τη κυκλοφορία του “In the passing light of day” το 2017 είδαμε την αποχώρηση του εξαιρετικού Ragnar Zolberg (κιθάρα, φωνητικά), την αποχώρηση του Daniel Karlsson (πλήκτρα), καθώς και την επιστροφή του Hallgren με το γκρουπ να συνεχίζει ως τρίο… Και πάλι να γράφει μουσική που αντιπροσωπεύει επάξια την ιστορία του γκρουπ, χωρίς να διστάζει να πειραματιστεί και να ξεφύγει από την πεπατημένη.
Highlight του δίσκου: “Wait”
“Scarsick” (2007)
Εδώ πάλι βρισκόμουν σε δίλημμα αφού δεν ήμουν σίγουρος αν έπρεπε να τοποθετήσω τον έκτο στούντιο δίσκο των PAIN OF SALVATION πιο χαμηλά ή όχι. Αυτός εδώ ήταν ο τελευταίος με τον Langell στα τύμπανα, ένας ντράμερ που ευθύνεται κατά πολύ για τον μοναδικό χαρακτήρα της μουσικής των Σουηδών. Το “Scarsick” είναι επίσης και από τους πρώτους δίσκους τους στον οποίο συναντάμε αρκετά τολμηρά πειράματα και συνθέσεις που σε κάνουν να ανασηκώνεις το φρύδι. Στο υπέροχο “Spitfall” ακούμε μπόλικη ραπ που αρχικά σε κάνει να ξινίζεις έως ότου καταλάβεις πως είναι ένα στυλ ερμηνείας που ταιριάζει γάντι στον θυμωμένο και σκεπτόμενο Gildenlöw. Το “Disco queen”, που με αυτό το τίτλο θα μπορούσε να είναι τραγούδι των συμπατριωτών του Gildenlöw, ABBA, είναι θεοσκότεινο, απλώς έχει και πολλά σημεία που είναι πράγματι… ντίσκο. Το “America” είναι ένα σκερτσόζικο σχεδόν χαρούμενο κομμάτι που μιλάει για τους αέναους πολέμους των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή αλλά, μιας και έχει πολλή χιούμορ και σαρκασμό, το λες και έξυπνο που είναι τόσο ματζόρε (εδώ φαίνονται οι διάσπαρτες επιρροές από τον FRANK ZAPPA). Κατά τα άλλα, ο δίσκος ισορροπεί όμορφα το σκοτάδι και την τραχύτητα με τον λυρισμό και την μελωδία όπως οι PAIN OF SALVATION πάντοτε έκαναν. Απλώς τούτος εδώ είναι σίγουρα ο πιο σκοτεινός και τραχύς, αλλά και παράξενος, μέχρι που βγήκε φυσικά το “In the passing light of day” που τα άλλαξε όλα άρδην με τους MESHUGGAH.
Highlight του δίσκου: “Flame to the moth”
“One hour by the concrete lake” (1998)
Μη με βλαστημάτε, αφού οι PAIN OF SALVATION είναι που με βάζουν σε δίλημμα με την τρομερή τους δισκογραφία. Αύριο ίσως να έχω διαφορετική άποψη. Το δεύτερο άλμπουμ των PAIN OF SALVATION γενικά δεν έχει λάβει τόση μνεία όσο τα υπόλοιπα, με μόνο το κομμάτι “New year’s eve” ναι βρίσκει μια θέση στα live setlist για ένα σύντομο διάστημα. Αν το “One hour by the concrete lake” δεν έχει ιδιαίτερη υστεροφημία ίσως να είναι επειδή ο ίδιος ο Gildenlöw έχει δηλώσει πως είναι το λιγότερο αγαπημένο του. Ίσως γιατί είναι θεοσκότεινο, με έναν τραχύ ήχο που ταιριάζει στο concept που μιλά για τη βιομηχανία όπλων και την πτώση του δυτικού πολιτισμού. Το μπάσο και οι χαμηλές συχνότητες είναι μπροστά και ο Gildenlöw πρωταγωνιστεί με την κυκλοθυμική του ερμηνεία στο μικρόφωνο. Ίσως ο δίσκος να μπέρδεψε μετά το “Entropia” που χαρακτηρίζεται από μια αχαλίνωτη μουσικότητα και ενέργεια σε αντίθεση με το “One hour” που είναι πιο βαρύ και ασήκωτο ειδικά στο κομμάτι της παραγωγής. Και πάλι όμως, τι να λέμε αφού εδώ έχουμε κομμάτια όπως “New year’s eve”, “Home”, “Inside”, “Handful of nothing”. Με άλλα λόγια, άλλος ένας σπουδαίος δίσκος υπό την επωνυμία των PAIN OF SALVATION.
Highlight του δίσκου: “Home”
“In the passing light of day” (2017)
Ο ένατος δίσκος των PAIN OF SALVATION αποτελεί τον απόλυτο ορισμό του comeback. Δίνει μορφή στην ιδέα πως ότι δεν σε σκοτώνει σε κάνει δυνατότερο. Όντως, ύστερα από την πολύμηνη περιπέτεια υγείας του Gildenlöw, που παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή του, και με αρωγό τον εξαιρετικά ταλαντούχο Ragnar Zolberg στις κιθάρες, τη φωνή και τη σύνθεση (έγραψε το έπος “Meaningless), οι PAIN OF SALVATION επέστρεψαν όχι απλά δριμύτεροι αλλά μ’ έναν οδοστρωτήρα. Και αφού ότι δε σε σκοτώνει σε κάνει δυνατότερο, ο Gildenlöw έκανε την περιπέτεια του στο νοσοκομείο concept, τόσο στους στίχους όσο και στην σκοτεινή, επώδυνα μελαγχολική αλλά και οργισμένη μουσική στην οποία οι επιρροές από τους MESHUGGAH έχουν αποκρυσταλλωθεί. Ο ίδιος έχει πει πως ο δίσκος είναι κάτι σαν η συνέχεια του “Remedy lane” μιας και γίνεται αναφορά σε πολλές προσωπικές περιπέτειες της συντρόφου του, Johanna, που έδωσαν πνοή στο concept του “Remedy lane”.
Highlight του δίσκου: “Full throttle tribe”
“Be” (2004)
Αυτή εδώ η επιλογή μου μπορεί να είναι και η πιο δύσκολη αφού το “Be” ήταν το πρώτο άλμπουμ που δίχασε αρκετά τους οπαδούς παρόλο που ο τύπος το ασπάστηκε. Για μεγάλη μερίδα οπαδών, το τέταρτο άλμπουμ των PAIN OF SALVATION, ύστερα από ένα ανεπανάληπτο σερί που τους έμπασε στα μεγάλα σαλόνια, ήταν περισσότερο σαν ένας σόλο δίσκος του Daniel Gildenlöw. Είναι όντως ένας πιο πειραματικός δίσκος με τη πλάστιγγα να γέρνει περισσότερο προς το concept παρά τη σύνθεση. Τα πολύπλοκα και φιλοσοφικά ωστόσο concept είναι εχέγγυα του prog rock/metal και κανονικά δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη ειδικά αφού ήταν ήδη ξεκάθαρο το 2004 πως ο Gildenlöw είναι ένας διανοούμενους της metal κοινότητας. Για πολλούς από μας πάντως, το “Be” είναι γεμάτο από μουσική και, για πρώτη φορά μέχρι τότε, από πολλά ετερόκλητα είδη τα οποία το γκρουπ ισορροπεί με μαεστρία – gospel, blues, baroque, και φυσικά το μοναδικό μουσικό κράμα των PAIN OF SALVATION που όμοιο του δεν είχε υπάρξει.
Highlight του δίσκου: “Nihil morari”
“Entropia” (1997)
Πείτε μου με το χέρι στη καρδιά πόσα prog metal συγκροτήματα γνωρίζετε που πήραν μπρος στα 90s και που να δημιούργησαν σχολή με το καλημέρα. Στο ερώτημα τούτο, η απάντηση μου θα ήταν αυτόματα PAIN OF SALVATION και “Entropia”. Μα αφού μιλάμε για ένα άλμπουμ που αρχίζει με τα “!(foreword)”, “Winning a war” και “People passing by”, κομμάτια που κάποιοι είχαμε τη τύχη να ακούσουμε και ζωντανά και που φανέρωναν μια μπάντα έτοιμη να κατακτήσει το σύμπαν. Παράλληλα, ακούγαμε ένα συγκρότημα που κουβαλούσε τον Frank Zappa, τους PINK FLOYD και ειδικά τον Roger Waters στις αποσκευές του αλλά που δεν ακολουθούσε τη μόδα στα 90s που ήταν φυσικά η μίμηση του “Images & words”. Με το “Entropia”, το συγκρότημα του Daniel Gildenlöw έκανε κάτι καινούργιο, ξένο και σχεδόν απόκοσμο. Οι ακουστικές επανεκτελέσεις στο live άλμπουμ “12:5” είναι ενδεικτικές του τι μπορεί να καταφέρει το συγκρότημα όταν του αφαιρέσεις το ηλεκτρικό ρεύμα. Εξαιτίας καθυστερήσεων όμως στην κυκλοφορία του, το ντεμπούτο των PAIN OF SALVATION βγήκε στην Ευρώπη μετά από το “One hour by the concrete lake”.
Highlight του δίσκου: “Winning a war”
“Remedylane” (2002)
Το τέταρτο άλμπουμ των PAIN OF SALVATION ήταν αναμφίβολα και το πιο λυρικό και συναισθηματικά φορτισμένο μέχρι τότε καθώς το concept του δίσκου βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αποβολή που βίωσε η σύντροφος του Daniel Gildenlöw, ιστορία την οποία έχει διηγηθεί εκτενώς ο ίδιος στο Rock hard. Κατά τα άλλα, το άλμπουμ συνεχίζει από εκεί που η μπάντα άφησε το νήμα της ιστορίας με το “The perfect element part 1” καθώς η γενικότερη θεματική της τραυματικής παιδικής ηλικίας και αθωότητας υπάρχουν και δω. Μουσικά το “Remedy lane” εξελίσσει το prog rock των PAIN OF SALVATION με την ανάμιξη λυρισμού, θυμού, μελωδίας, τραχύτητας με έναν frontman που ερμηνεύει με πάθος και γνησιότητα κάθε στίχο, κάθε μελωδία και κάνει το προσωπικό βίωμα ένα μοναδικό μουσικό συνονθύλευμα που μας έκανε τότε να μιλάμε για μια από τις πιο καινοτόμες και ενδιαφέρουσες μπάντες στον prog rock/metal χώρο.
Highlight του δίσκου: “Beyond the pale”
“TheperfectelementPt.1” (2000)
Τα ίδια λίγο-πολύ που ανέφερα παραπάνω ισχύουν και στο άλμπουμ με το οποίο οι PAIN OF SALVATION έγιναν πρωτοσέλιδο, το άλμπουμ που συνοψίζει όλα όσα έκαναν και κάνουν τους Σουηδούς ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία τους prog ιδιώματος στα τέλη των 90s και στα 00s. Ειλικρινά, κανένα άλλο γκρουπ δεν κατάφερε να αναμείξει το συναίσθημα και τον λυρισμό με θυμό διατηρώντας παράλληλα πολυπλοκότητα στο παίξιμο και περιπετειώδης συνθέσεις. Από το εναρκτήριο “Used”, τη ναυαρχίδα του γκρουπ στα 00s, ένα εντελώς κυκλοθυμικό κομμάτι, μέχρι το ομώνυμο έπος, το άλμπουμ αυτό βρίθει από πόνο, μελαγχολία, οργή και ένα συναίσθημα που εδώ βρήκε την απόλυτη μετουσίωση του. Να πω επίσης πως είναι και το πρώτο άλμπουμ του γκρουπ που έμαθα σε πραγματικό χρόνο, ένα γεγονός που πάντοτε παίζει ρόλο στις προτιμήσεις μας; Ήταν βλέπετε και η εποχή που ακόμα ανακαλύπταμε καινούργια μουσική χάρη σε παρουσιάσεις των κριτικών στα περιοδικά και, έχοντας διαβάσει διθυραμβικές κριτικές σε διάφορα έντυπα, το αγόρασα και εγώ και φυσικά δεν σταμάτησε να παίζει στο φορητό μου CD player και στο disc man. Βασικά, ακόμα παίζει και κάτι μου λέει θα μνημονεύεται κάποτε όπως το “Dark side of the moon”, γιατί όχι;
Φαντάζομαι πως όλοι μας γνωρίζουμε κι αναγνωρίζουμε τους AVANTASIA, που τα τελευταία χρόνια έχουν γιγαντωθεί τόσο για τις μουσικές τους παραγωγές, όσο και για τις φιλόδοξες περιοδείες τους με πολλούς μουσικούς και περισσότερους τραγουδιστές παίζοντας μεγάλο εύρος Heavy metal. Πιο λίγοι γνωρίζουν το παρελθόν του ιδρυτή τους, του Tobias Sammet με τους EDGUY, και ακόμα λιγότεροι την πορεία του συμπαραστάτη του Sascha Paeth τόσο για την τεράστια καριέρα του πίσω από την κονσόλα του παραγωγού, όσο και κρατώντας την κιθάρα στους HEAVENS GATE.
Το συγκρότημα από το Wolfsburg την Βόρειας Γερμανίας, μεγαλούργησε από το 1989 ως το 1999. Μπορεί σήμερα να μην έχουν την ίδια αναγνωρισιμότητα με άλλους καλλιτέχνες από εκείνη την περίοδο, όμως το όνομά τους ήταν πασίγνωστο σε όσους άκουγαν power metal σε μια περίοδο που η πρόσβαση σε νέα συγκροτήματα ήταν περιορισμένη. Στην Ελλάδα ιδιαίτερα, με ελάχιστη ενημέρωση από το ραδιόφωνο και τον σχετικό-άσχετο τύπο, το όνομά τους άρχισε να ψυθιρίζεται από στόμα σε στόμα, από τους ελάχιστους που τόλμησαν να αγοράσουν το “Livin’ in hysteria” και σύντομα όλοι μας ψάχναμε μάταια, μια κόπια του, είτε σε βινύλιο, είτε σε CD. Γιατί όμως, ένα συγκρότημα που ανέβηκε πολύ εμπορικά σε Ευρώπη και Ιαπωνία, την πενταετία 1991-1995, δεν έκανε την μεγάλη επιτυχία; Ορίστε μερικοί λόγοι, που οδήγησαν τους HEAVENS GATE στο να μην γίνουν περισσότερο γνωστοί και να μείνουν το μεγάλο απωθημένο σε όλους που τους αγαπήσαμε. Βέβαια, εμείς θα είμαστε οι τυχεροί που θα τους δούμε για μια μοναδική εμφάνιση στο Rock Hard Festival, στην Τεχνόπολη, σε λίγες μέρες, έστω και με 4 από τα 5 τους μέλη, σε μια ξεχωριστή συναυλιακή εμπειρία.
Η πρώτη εταιρία που ενδιαφέρθηκε πραγματικά με τους HEAVENS GATE πίσω στο 1988, ήταν η ανερχόμενη No Remorse. Μια δισκογραφική που επεδίωκε να γίνει η νέα Noise records, επενδύοντας σε νέα, εγχώρια συγκροτήματα. Έτσι κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο των GRINDER (πρώτη μπάντα του Stefan Arnold των GRAVE DIGGER), τα πρώτα άλμπουμ των BLIND GUARDIAN και το ντεμπούτο των αγαπητών HEAVENS GATE ήταν το τρίτο μόλις άλμπουμ της No Remorse. Για καθαρά μουσικούς λόγους, οι νεαροί από το Wolfsburg, κέρδισαν τον Frank Bornemann (ELOY), ο οποίος προσπάθησε να τους βοηθήσει τόσο στα συμβόλαια που έκαναν, όσο και στον ήχο τους. Τελικά, η τύχη δεν τους ευνοήσε, αφού η εταιρία από το Gelsenkirchen δεν ειχε την κατάλληλη υποδομή για να τους υποστηρίξει αρκετά. Σε μια εποχή (1988-89) που στην Ευρώπη υπήρχε αρκετή κινητικότητα, η καταξίωση εξαρτόταν σε μεγάλο βαθμό στο οικονομικό εύρος της δισκογραφικής και το ντεμπούτο των HEAVENS GATE ήταν δεν είχε την προώθηση που χρειαζόταν. Ακόμα και το βίντεο που έγινε για το ομότιτλο τραγούδι του “In control” δεν μεταδόθηκε πουθενά σχεδόν. Με την εταιρία να χρεωκοπεί λίγο αργότερα, το συγκρότημα απέμεινε στην τύχη του.
Η ποιότητα του τόσο σημαντικού τρίτου άλμπουμ ήταν σημαντική, αλλά κάποιες φορές έχει σημασία και το… timing. Βλέπετε, η μεγάλη τους στιγμή ήταν αδιαμφισβήτητα το “Livin’ in hysteria” και μια… υστερία είναι αλήθεια ότι ακολούθησε. Γρήγορα μεγάλωσε το όνομά τους και απέσπασαν την προσοχή τύπου και κοινού. Δυστυχώς όμως, η ποιότητα του “Hell for sale” που ακολούθησε σχετικά γρήγορα, δεν ήταν η αναμενόμενη. Οι HEAVENS GATE δεν κατάφεραν να εξελιχθούν αρκετά ώστε να εντυπωσιάσουν. Συνθετικά, ελάχιστες ήταν οι μεγάλες στιγμές ενός άλμπουμ που έπρεπε να τους απογειώσει. Η αλήθεια είναι ότι τα πήγαν καλά στην Ιαπωνία τότε, ενώ στην Ευρώπη περιόδευσαν με τους DREAM THEATER, όμως η πραγματική εξέλιξη, συνθετική βελτίωση και ανέλιξη, ήρθε καθυστερημένα στο “Planet E.” Μέχρι τότε όμως οι συνθήκες είχαν αλλάξει και ο πιο ώριμός τους δίσκος δεν τους δικαίωσε.
Μετά την εμπορική αποτυχία του “In control”, ενός δίσκου που απέσπασε καλές κριτικές αλλά δεν κατάφερε να τους κάνει γνωστούς λόγω τόσο της χρεωκοπίας της No Remorse, όσο και της έλλειψης προώθησης, οι HEAVENS GATE έδωσαν έμφαση στο να βρουν ένα σοβαρό manager. Το όνομα του Limb Schnoor, ιδιαίτερα στην πατρίδα τους, έχαιρε τεράστιας εκτίμησης αφού ο μικροκαμωμένος Γερμανός είχε συνδέσει το όνομά του με την επιτυχία των “Keeper of the seven keys” των HELLOWEEN. Δυστυχώς όμως, ο ίδιος αποδείχτηκε λίγος για τον σκοπό αυτό. Παράλληλα τους έδεσε με ένα συμβόλαιο που του επιτρέπει ακόμα και σήμερα να έχει τα δικαιώματα για τις δυο σημαντικότερες κυκλοφορίες τους, το “Hell for sale “ και το “Livin’ in hysteria “. Η έλλειψη ενός σωστού σχεδίου επανακυλοφορίας και επαναπροώθησης των δίσκων τους, τους έχει αδικήσει αρκετά. Ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία, είδαμε πολλές πετυχημένες κινήσεις, που με την άνοδο του βινυλίου και την υποστήριξη από μεγάλα φεστιβάλ, επανέφεραν στο προσκήνιο ακόμα και λιγότερο επιτυχημένες μπάντες από τους HEAVENS GATE.
Ο χώρος της μουσικής είναι δύσκολος. Μπορεί το ταλέντο να υπάρχει, όμως για να έρθει η επιτυχία και η φήμη, απαιτούνται κι άλλοι παράγοντες. Τόσο η επιχειρηματική οξειδερκεια όσο και η συνέπεια είναι απαραίτητα συστατικά για να υπάρξει διάρκεια. Οι Γερμανοί έκαναν λάθη σε όλα αυτά τα επίπεδα. Από τα στοιχεία που μας έδωσαν και δεν τους αναγνωρίστηκαν είναι οι κορυφαίες παραγωγές. Μπορεί το “Livin’ in hysteria” να ήταν εξαιρετικό για το 1991, όμως οι HEAVENS GATE έπιασαν κορυφή στο “Planet E.”. Ακούστε αυτό το άλμπουμ με ακουστικά και θα καταλάβετε το ηχητικό του μεγαλείο. Μέχρι τότε, ο Sascha Paeth είχε ήδη δουλέψει αρκετές παραγωγές στα Gate studios, ώστε να έχει ωριμάσει σε αυτόν τον τομέα. Έτσι, δίνοντας για πρώτη φορά τόση μεγάλη προσοχή σε αυτό τον τομέα, μας έδωσε μια ηχητική τελειότητα. Δυστυχώς όμως, δεν του αναγνωρίστηκε, μέχρι πολύ αργότερα.
Πέραν από τις ευθύνες τρίτων, πρέπει να αναλογιστούμε και το μερίδιο ευθύνης που αναλογεί στο ίδιο το συγκρότημα. Τόσο το “In control” του 1989, όσο και το EP “Open the gate and watch” του 1990, έδειχναν ένα συγκρότημα που είχε τεράστιες προοπτικές, αλλά πατούσε υπερβολικά ανάμεσα στους HELLOWEEN που είχαν μεγαλουργήσει και στους GAMMA RAY που είχαν ήδη ξεκινήσει. Με τις τρεις επόμενες κυκλοφορίες τους,το “Livin’ in hysteria” και το “Hell for sale” όπως και το ΕΡ “More hysteria” που βγήκε ενδιάμεσα, βγήκαν στο προσκήνιο και έδειχναν έτοιμοι να πρωταγωνιστήσουν όταν οι προαναφερθέντες κυκλοφορούσαν μετριότητες. Όμως για δυο σημαντικούς λόγους, οι ίδιοι απέτυχαν. Τόσο στο να ξεφύγουν από την σκιά των παραπάνω ονομάτων, όσο και στο να ακολουθήσουν με την κυκλοφορία του τέταρτου άλμπουμ τους σε σύντομο χρονικό διάστημα από το εμπορικά επιτυχημένο τρίτο τους. Τα τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν, ήταν η αρχή του εμπορικού τέλους τους και πραγματικά αδίκησαν τους εαυτούς τους.
Ο Thomas Rettke, ήταν σίγουρα ένας τραγουδιστής με ξεχωριστή χροιά και καταπληκτικό εύρος. Η φωνή του είναι εντονα αναγνωρίσιμη ακόμα και στους AINA αλλά ακόμα και όταν εκανε δεύτερα φωνητικά στους AVANTASIA. Το περίεργο είναι πως ήταν αυτοδίδακτος! Αδιανόητο να έχει κάποιος τέτοιο λαρύγγι, τέτοιο δυνατό ηχείο και να το έχει δουλέψει μόνος του. Άξιο θαυμασμού παραμένει το πώς χτυπούσε τόσο ψηλές νότες όπως στο “Under fire”. Ταυτόχρονα όμως, η έλλειψη εκπαίδευσης, τον εμπόδισε στο να διατηρήσει την ποιότητα στις περιοδείες των HEAVENS GATE. Αυτό είχε αντίκτυπο τόσο στο κοινό, όσο και στις τάξεις του συγκροτήματος. Δίχως να υποστηρίξω ότι αυτός ήταν ο σημαντικότερος λόγος, μπορώ να πω πως έπαιξε μεγάλο ρόλο. Μάλιστα η περιοδεία του “Planet E.” έληξε άδοξα όταν έκλεισε η φωνή του “Fredl” μετά την εμφάνιση στο Bochum. Μετέπειτα τα πράγμα έγιναν ακόμα χειρότερα όταν βρέθηκε ένοχος για φορολογική απάτη και αναγκάστηκε να εξαφανιστεί από το συγκρότημα.
Ο Thorsten, από δίσκο σε δίσκο, έκανε σημαντικά βήματα βελτίωσης και δυστυχώς ποτέ δεν αναγνωρίστηκε γι’ αυτό. Από το ευθύ παίξιμο στο “In control”, στα φοβερά γυρίσματα στο “… hysteria” και το πολύ τεχνικό παίξιμο (a la Scott Rockenfield) στο “Planet E.”. Ίσως η φωνή του Rettke, ίσως οι κιθάρες του Bilski και του Paeth, να μην τον έκαναν να ξεχωρίζει, αλλά όποιος δεν αναγνωρίζει την αξία του, σίγουρα τον αδικεί. Ο σγουρομάλλης – χημικός στο επάγγελμα – πειραματίστηκε αρκετά. Η αλήθεια είναι ότι πιέστηκε και από τους υπόλοιπους, αλλά η δουλειά του αξίζει μεγαλύτερης αναγνώρισης.
Το “Best days of my life” είναι από τα πιο αδικημένα τραγούδια τους και μια από τις αγαπημένες μου μπαλάντες. Κάθε φορά που το ακούω, ανατριχιάζω από την συναισθηματική ερμηνεία του Fredl, αλλά και τους στίχους που θα είναι πάντα επίκαιροι. Ένα τραγούδι, τόσο καλογραμμένο που έπρεπε να είχε γίνει διαγαλαξιακή επιτυχία, αλλά ποτέ δεν έφτασε ούτε κοντά στην αναγνώριση που είχαν μπαλάντες από άλλα συγκροτήματα. Σίγουρα συγκρίνεται με το επίπεδο του “A tale that wasn’t right” και δεν το ακουμπούν οι περισσότερες από τις υπόλοιπες μπαλάντες των Κολοκύθων.
Οι ίδιοι οι HEAVENS GATE αδίκησαν τους εαυτούς τους, θέλοντας να αποβάλλουν την ταμπέλα του power metal, και κάνοντας την μεγαλύτερη στροφή τους στο “Menergy”, που έμελλε να είναι και το τελευταίο τους δισκογραφικό πόνημα. Σίγουρα ο λιγότερο ποιοτικός τους δίσκος, με ασυνέπειες που δεν ωφέλησαν την υστεροφημία τους. Δυστυχώς, εκτός του “Mastermind” και ίσως του “Evolution” δεν μας άφησε πολλά για να θυμόμαστε από το κύκνειο άσμα τους.
Τέλος, πρέπει να αναφερθώ στο πόσο αδικημένο είναι το δίδυμο των Bonny Bilski και Sascha Paeth. Δυο κιθαρίστες τόσο διαφορετικοί σε ακούσματα και τεχνική, που όμως κατάφεραν να σηματοδοτήσουν τον ήχο των HEAVENS GATE, παρόλο που ήταν εξ αρχής το συγκρότημα του Rettke. Το παίξιμό τους και οι ερωταποκρίσεις τους, είναι συχνά παιχνιδιάρικες – με το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα στο ήρεμο μέρος του “Livin’ in hysteria”, εκεί κάπου στα δυόμισι λεπτά – ενώ όταν παίρνουν μπρος σκίζουν στα γρήγορα σόλο και τις δισολίες τους. Σε μια εποχή που οι HELLOWEEN έψαχναν να παραδώσουν τα σκήπτρα, με τον Kai Hansen να χαίρει αποδοχής, αλλά να έχει παραδρομίσει κιόλας (“Sigh no more”), οι HEAVENS GATE, με μπροστάρηδες τους δυο κιθαρίστες, ήταν έτοιμοι να αδράξουν την ευκαιρία. Ακόμα κι όταν οι προοδευτικές τους τάσεις αργότερα, ήταν εντονότερες, λίγοι τους εξήραν για τις ιδέες τους. Τόσο ο ξανθός Bilski – που συνήθως έπαιζε τα πιο γρήγορα μέρη – όσο και ο μαυρομάλλης Paeth – με τα πιο αρτιστικά σόλο – μπόλιασαν τις συνθέσεις τους με πολλά πειράματα. Ακούστε από το “Black religion”, το “Back from the dawn”, το έπος της ιστορίας του “Path of glory”/ “The neverending fire”, ή τις μπαλάντες τους και θα ανακαλύψετε διαμάντια.
Οι Γερμανοί για πρώτη φορά κάνουν εντατικές πρόβες μετά από 25αετία, προκειμένου να παίξουν ένα μικρό σετ στο ROCK HARD FESTIVAL GREECE. Υπάρχουν κι άλλοι σημαντικοί μουσικοί λόγοι για να δώσετε το παρόν, όμως για μένα το να δούμε τα 4/5 αυτής της τόσο αδικημένης μπάντας – μάλλον στην τελευταία φορά που θα παίξουν μαζί, θα είναι άκρως συγκινητικό και θα αδικήσετε τον εαυτό σας αν το χάσετε.
«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το άλμπουμ; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα bestseller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: BLACKBRAID ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “BLACKBRAID ΙΙΙ” ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Independent ΣΥΝΘΕΣΗ:
Sgah’gahsowáh – Τα πάντα LIVEBAND: Sgah’gahsowáh – Φωνητικά, κιθάρα
David Meredith – Μπάσο
Eduardo Mora – Κιθάρα
Johnny Valles – Τύμπανα ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Officialsite Bandcamp Instagram Spotify YouTube
Στο ολοένα και πιο πολυποίκιλο τοπίο του σύγχρονου black metal, το όνομα BLACKBRAID έχει ήδη χαράξει τη δική του, ξεχωριστή διαδρομή μέσα σε ελάχιστα χρόνια. Το one-man project του Sgah’gahsowáh, που αντλεί έμπνευση από την κουλτούρα και την πνευματικότητα των ιθαγενών της Βόρειας Αμερικής, επιστρέφει με το “Blackbraid III” για να επιβεβαιώσει ότι η δύναμή του δεν έγκειται απλώς στην ωμή επιθετικότητα, αλλά στην ικανότητα να υφαίνει αφηγήσεις βαθιάς παράδοσης και προσωπικής ταυτότητας μέσα από την ατμοσφαιρική σκοτεινότητα του black metal. Αν τα δύο πρώτα άλμπουμ σύστησαν έναν δημιουργό με ξεκάθαρο όραμα και πρωτότυπη θεματική, το τρίτο έργο του μοιάζει με έναν ώριμο και πυκνό καμβά, όπου η μουσική γίνεται φορέας μνήμης, πνευματικής αναζήτησης και φυσικής αγριότητας.
Από τις πρώτες νότες, ο δίσκος αποπνέει μια αίσθηση τελετουργίας. Δεν πρόκειται για την επιτηδευμένη θεατρικότητα που συναντάμε συχνά στο είδος, αλλά για μια ειλικρινή και βιωματική έκφραση, όπου κάθε riff, κάθε ρυθμική κορύφωση και κάθε ψίθυρος ατμόσφαιρας λειτουργεί σαν κομμάτι μιας αρχέγονης αφήγησης. Ο Sgah’gahsowáh παίζει με την ένταση, υφαίνοντας περάσματα αργά και σχεδόν υπνωτικά, που μετατρέπονται σε καταιγιστικές εκρήξεις, σαν να θέλει να μιμηθεί τον τρόπο που η φύση εναλλάσσεται από την ηρεμία στην καταιγίδα. Το “Blackbraid III” δεν είναι απλώς μια συλλογή τραγουδιών, αλλά ένα συνεχές μουσικό ταξίδι όπου η folk αίσθηση, οι παραδοσιακές μελωδίες και η αιχμηρή black metal ορμή στέκονται ισότιμα, χωρίς να επισκιάζει η μία την άλλη.
Η παραγωγή του άλμπουμ δείχνει την αυξανόμενη αυτοπεποίθηση του δημιουργού. Ενώ το ακατέργαστο στοιχείο παραμένει κάτι που είναι θεμελιώδες στην αισθητική των BLACKBRAID, η μίξη αφήνει τον απαραίτητο χώρο ώστε να αναπνέουν τα ατμοσφαιρικά στρώματα και να ξεχωρίζουν οι πολυεπίπεδες κιθάρες. Το αποτέλεσμα είναι ένας ήχος που ισορροπεί ανάμεσα στην τραχιά ένταση και στη διάφανη καθαρότητα, επιτρέποντας στον ακροατή να βυθιστεί πλήρως στο σύμπαν του δίσκου. Η folk υφή λειτουργεί όχι σαν στολίδι, αλλά σαν οργανικό μέρος της αφήγησης ενώ η μουσική φέρνει στο νου φωτιές σε δάση, παγωμένα ποτάμια και το άγγιγμα του ανέμου στα βουνά, εικόνες που ανήκουν όχι μόνο στη γεωγραφία της βόρειας Αμερικής, αλλά και στην ψυχή ενός λαού.
Το “Blackbraid III” είναι, τελικά, κάτι περισσότερο από ένα ακόμη κεφάλαιο στην πορεία ενός καλλιτέχνη που ανεβαίνει γοργά. Είναι η απόδειξη ότι η black metal σκηνή εξακολουθεί να έχει χώρο για ειλικρίνεια, για φωνές που αντλούν έμπνευση από την ταυτότητα και την παράδοση χωρίς να εγκλωβίζονται σε αναχρονισμούς. Ο Sgah’gahsowáh δείχνει ότι μπορεί να μιλήσει για τη φύση, την ιστορία και την πνευματικότητα των ιθαγενών όχι μέσα από διδακτισμό, αλλά μέσα από τη δύναμη της τέχνης του. Αυτός ο δίσκος δεν προσπαθεί να ευχαριστήσει όλες τις πλευρές, ούτε να προσαρμοστεί στις εμπορικές απαιτήσεις. Αντίθετα, καλεί τον ακροατή να αφήσει πίσω τον κόσμο που ξέρει και να βαδίσει σε μονοπάτια παλαιά όσο και η γη. Και σε αυτήν τη διαδρομή, το “Blackbraid III” στέκεται σαν ένας περήφανος, επιβλητικός λίθος μνήμης και αντίστασης, που αντηχεί στον χρόνο.
Κάποια στοιχεία της μουσικής στην τρίτη απόπειρα του αγαπημένου όσο και παράξενου σε περιπτώσεις Αμερικανού, ίσως φέρει στο νου σχήματα που καθόρισαν την σκηνή, φυσικό δεν είναι; Όλοι έχουν τις επιρροές τους, αλλά το θέμα είναι η συνεχής και ασταμάτητη εξέλιξη. Και εδώ φυσικά και υπάρχει.
(8,5 / 10)
Φανούρης Εξηνταβελόνης
Photo by Sara Siraj
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: SYRINX ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Time out of place” ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Ocula Records ΣΥΝΘΕΣΗ:
JP Abboud – Φωνητικά
Bobby Shock – Μπάσο, moog Taurus, minimoog, oberheim matrix
Graham McGee – Κιθάρες, moog Taurus, little phatty, minimoog, oberheim OB-X, β’ φωνητικά
Seth Lyon – Τύμπανα, κρουστά ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ: Lady Chanelle – Β’ φωνητικά ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Bandcamp Facebook Instagram YouTube
“We are the priests of the temples of Syrinx, all the gifts of life are held within our walls…”
Μα τώρα πες μου, γίνεται να σκεφτεί κανείς κάτι άλλο από τους Καναδούς RUSH και το “2112”, όταν βλέπει τη λέξη “Syrinx”; Προσωπικά, αδυνατώ! Αν λοιπόν αδυνατώ εγώ, πως γίνεται να μείνει ανεπηρέαστος ένας Καναδός, από τη Βρετανική Κολούμπια; Από εκεί λοιπόν μας έρχονται οι SYRINX, project του πολυπράγμονος Graham McGee, ενός μουσικού που πιθανόν να έχεις ακουστά κυρίως από τους FUNERAL CIRCLE, καθώς και από το πέρασμά του από τις τάξεις των SPELL, STRYKER και LUNG FLOWER.
Όχι πολλά χρόνια πριν, ο McGee ένιωσε την ανάγκη να εκφραστεί με έναν διαφορετικό, πιο προοδευτικό τρόπο. Άμεσο συνοδοιπόρο στο νέο του όραμα, βρήκε στο πρόσωπο του συνεργάτη του, στους FUNERAL CIRCLE, Jean-Pierre Abboud, τον οποίο γνωρίζουν ακόμη καλύτερα οι οπαδοί του παραδοσιακού heavy metal, λόγω TRAVELER και GATEKEEPER. Για τη θέση του μπασίστα επιστρατεύτηκε ο Evan Findlay και για την αντίστοιχη του drummer, ο Al Lester των SPELL και BLOOD STAR.
Με αυτήν την σύνθεση, κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο “EmbracetheDark – SeektheLight” (2019), το EP “Mermaids & Narwals” (2020) και έδειξαν πως ο ιδιαίτερος ήχος τους, μπορούσε να βρει ανταπόκριση στους «κόλπους» των απανταχού underground progsters. Δυστυχώς όμως, ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε ο McGee, που συνέπεσε με την περίοδο του Covid, έβαλε στον «πάγο» τους SYRINX για κάποια χρόνια, για να έρθει και η ταυτόχρονη σχεδόν αποχώρηση των Lester και Findlay να ολοκληρώσει την ατυχία και να θέσει την υπόστασή τους εν αμφιβόλω…
Να όμως που οι δυσκολίες είναι για να ξεπερνιούνται! Ο McGee πέρασε τον «σκόπελο», ανέκαμψε και οι SYRINX επανέρχονται ακόμη πιο δυνατοί, με νέο line up, τον Abboud σταθερό στο μικρόφωνο και ένα εξαίρετο δίδυμο στο rhythm section: Οι Seth Lyon και Bobby Shock ομολογώ πως μέχρι τώρα μου ήταν παντελώς άγνωστοι, αλλά εφεξής θα τους παρακολουθώ στενά, γιατί με την απόδοσή τους, ανεβάζουν τη μπάντα ακόμη ψηλότερα σε επίπεδο, από το έτσι κι αλλιώς υψηλό στο οποίο βρισκόταν!
Το “Timeoutofplace” είναι το αποτέλεσμα της καλλιτεχνικής «σύζευξης» των τεσσάρων αυτών ικανότατων μουσικών. Το περιεχόμενό του, παραπάνω από απλά «ενδιαφέρον». Οι SYRINX τιμούν την καταγωγή και το όνομά τους και με το παραπάνω, έχοντας σαν πρώτη και κύρια αναφορά τους RUSH της περιόδου μέχρι το “Exit… stage left”. Πραγματικά, οι ομοιότητες είναι πάμπολλες. Δε μένουν όμως σε αυτό, δε δίνουν το παραμικρό δικαίωμα να χαρακτηριστούν ως «αντιγραφείς», όπως συνέβη πρόσφατα με μπάντα που ακούγεται πιο RUSH και από τους ίδιους τους RUSH… Ονόματα δε λέω, υπολήψεις δε θίγω.
Σε αυτήν την rock opera, όπως θέλουν οι ίδιοι να την χαρακτηρίζουν, οι SYRINX ρίχνουν στο τραπέζι και άλλα, πολύ δυνατά χαρτιά: Τον occult ήχο των SPELL, την 70s περίοδο των JUDAS PRIEST, τους FATES WARNING με τον John Arch… και το κάνουν με έναν υπέροχο και συνάμα πολύ ιδιαίτερο, δικό τους τρόπο. Να πω ότι κάποιες φορές, η μουσική μου θυμίζει και μια προοδευτική, απείρως πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή των IRON GRIFFIN; Να το πω. Να πω επίσης πως μου ήρθε στο νου και το “Frost and Fire” των CIRITH UNGOL; Να το πω κι αυτό.
O Jean-Pierre Abboud έχει υιοθετήσει ένα διαφορετικό ερμηνευτικό στυλ σε σχέση με αυτό που τον είχαμε συνηθίσει. Αποκαλύπτει πτυχές της φωνής του που ίσως δεν περιμέναμε να έχει και «δένει» πολύ ωραία με την Lady Chanelle, σύζυγο του McGee, η οποία προσθέτει τις δικές της φωνητικές αρμονίες σε δεύτερο «πλάνο» σε αντίθεση ή σε σύμπλευση με τη φωνή του JP, ανάλογα τις επιταγές του κάθε κομματιού.
Τα παραπάνω συνεπικουρούνται από την μοναδική, “by all means”, παραγωγή, η οποία είναι τόσο “live” και επιτηδευμένα ακατέργαστη, που θαρρείς πως η μπάντα παίζει μπροστά σου, ενώ βρίσκεσαι σε κάποιο μπουντρούμι. Κάποιους ίσως τους «ξινίσει» αυτό, αλλά έτσι κι αλλιώς, η μουσική των SYRINX δεν είναι για όλους, εκ της φύσεως της. Προτείνω δε, κάποιες ακροάσεις να γίνουν με ακουστικά, ώστε να ακούγεται κάθε λεπτομέρεια και κυρίως αυτά που παίζει το rhythm section, ειδικότερα δε, ο μπασίστας Bobby Shock (όνομα και πράγμα!). Σε απλά Ελληνικά… «τις κάλτσες του»!
Συνολικά, με το “Time out of place”, οι SYRINX καταθέτουν μια πολύ βελτιωμένη εκδοχή του εαυτού τους. Σαφώς και υπάρχουν ακόμη περιθώρια βελτίωσης, αλλά όχι για άλλον λόγο, παρά για να κυκλοφορήσει η μπάντα ένα σύγχρονο μνημείο προοδευτικού, αστρικού και ταυτόχρονα «σπηλαιώδους» rock/metal. Απανταχού «περίεργοι» στα ακούσματα, προσέλθετε.
(8 / 10)
Δημήτρης Τσέλλος
EPs/LIVES/DEMOS & COMPILATIONS
Πέρυσι, το έξοχο “Thestygianrose” (για το οποίο διαβάζεις εδώ) είχε φέρει την καταξίωση των Αμερικανών θεών του επικού doom metal CRYPTSERMON, στην elite των συγκροτημάτων που πρωταγωνιστούν στην σύγχρονη μεταλλική σκηνή. Φέτος, έρχεται το EP “Saturnianappendices”, να καλύψει το κενό μεταξύ του άλμπουμ εκείνου και της επομένης κυκλοφορίας του group, όποτε αυτή έρθει. Τι περιέχει; Τρία κομμάτια τα οποία έμειναν εκτός του “The stygian rose”, συν μια διασκευή στο “De Mysteriis Dom Sathanas” των MAYHEM, στο οποίο έχουν προσθέσει έξυπνα ένα επιπλέον “o”, ξαναβαπτίζοντάς το “De Mysteriis Doom Sathanas”.
“Leftovers” λοιπόν, αλλά τί “leftovers”… Τα περισσευούμενα του “The stygian rose” είναι τόσο ΕΠΗ, που όταν τα ακούσεις, θα διαπιστώσεις αφενός πως σε άλλους δίσκους, άλλων σχημάτων, τέτοια κομμάτια θα είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο, αφετέρου θα συμπεράνεις ξανά πόσο σπουδαίο ήταν το ίδιο το “The stygian rose”, για να φτάσει η μπάντα να τα αφήσει εκτός! Το πρώτο κατά σειρά κομμάτι, “Only ash and dust”, είναι και το αγαπημένο μου. Συνδυάζει στο πρώτο μισό το μεγαλιθικό doom metal παίξιμο, με power metal και εξοντωτική δίκαση στο δεύτερο. Τιτάνιο άσμα! Τo “A fool to believe” είναι ακόμη πιο doomy, ενώ το “Lachrymose” πατά γερά μεν το επικό doom, αλλά έχει επιπροσθέτως και μια ιδιαίτερη γοτθική essence, που του «πάει» πάρα πολύ!
Εκεί βέβαια που ο ακροατής μένει με το στόμα ανοικτό, είναι στο “De Mysteriis Doom Sathanas”. Όσοι το άκουσαν για πρώτη φορά μέσω του περιοδικού Decibel, ή από το bandcamp της μπάντας, μπορούν να το επιβεβαιώσουν. Μιλάμε για μια ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΗ εκτέλεση, που δείχνει, συν τοις άλλοις, την επίδραση που έχει το black metal στη μουσική των CRYPT SERMON. Η φωνητική συμμετοχή του Thomas Tannenberger των ABIGOR το απογειώνει και για μένα πάντα, συγγνώμη blacksters και οπαδοί των MAYHEM, είναι καλύτερη της αυθεντικής!
Περιμένοντας το νέο full length πόνημα των CRYPT SERMON, το “Saturnian appendices” είναι ένα πρώτης τάξεως EP, που θα κρατήσει το ενδιαφέρον όλων ημών των φίλων της μπάντας, αμείωτο. Σε παραγωγή του group και του Arthur Rizk, κυκλοφορεί από την Dark Descent Records.
Πάμε τώρα στο Gronau, στη Βόρεια Ρηνανία – Βεστφαλία, για να βρούμε τους DISTANT THUNDER. Σε αντίθεση με τους συνειρμούς που δημιουργεί το όνομά τους (HELSTAR γαρ), οι Γερμανοί δεν παίζουν αμερικανικό power metal. Λίγο δύσκολο θα ήταν αυτό άλλωστε, μιας και είναι «πνευματικό τέκνο» του drummer Husky (ASPHYX, ROTTEN CASKET, πρώην SODOM και DESASTER, μεταξύ άλλων) και συμμετέχουν οι Benni Bronson (φωνητικά, KNIFE), Holg Ziegler (κιθάρα, ABANDONED) και Patrick Schmid (μπάσο, CREMATORY).
Thrash/speed metal λοιπόν, με πολλές επιρροές από Γερμανία αλλά και Καναδά μεριά, συγκεκριμένα τους λατρεμένους του Husky, αλλά και δικούς μας, RAZOR. Το “DemoI”, ηχογραφήθηκε στα Tom Meier Recordings, στην Ολλανδία, όπου έχουν ηχογραφήσει οι ASPHYX, SOULBURN, CRYPTOSIS και άλλοι πολλοί, κυκλοφορεί σε κασσέτα από το ίδιο το group, έχει καλό, για demo, ήχο, αποπνέει έναν retro «αέρα» και αποτέλεσε το «χαρτί» για να υπογράψει η μπάντα συμβόλαιο με την High Roller Records, για το επερχόμενο ντεμπούτο άλμπουμ της.
Εμείς θα ευχηθούμε καλή αρχή και μακάρι ο δίσκος να είναι «δυνατός», όσο προμηνύουν τα ονόματα των συντελεστών του.
Χρήσιμα links για να τσεκάρεις ακόμη περισσότερα: Bandcamp–Facebook
This mode enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode
Improves website's visuals
This mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode
Helps to focus on specific content
This mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode
Reduces distractions and improve focus
This mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode
Allows using the site with your screen-reader
This mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Online Dictionary
Readable Experience
Content Scaling
Default
Text Magnifier
Readable Font
Dyslexia Friendly
Highlight Titles
Highlight Links
Font Sizing
Default
Line Height
Default
Letter Spacing
Default
Left Aligned
Center Aligned
Right Aligned
Visually Pleasing Experience
Dark Contrast
Light Contrast
Monochrome
High Contrast
High Saturation
Low Saturation
Adjust Text Colors
Adjust Title Colors
Adjust Background Colors
Easy Orientation
Mute Sounds
Hide Images
Hide Emoji
Reading Guide
Stop Animations
Reading Mask
Highlight Hover
Highlight Focus
Big Dark Cursor
Big Light Cursor
Cognitive Reading
Virtual Keyboard
Navigation Keys
Voice Navigation
Accessibility Statement
rockhard.gr
January 19, 2026
Compliance status
We firmly believe that the internet should be available and accessible to anyone, and are committed to providing a website that is accessible to the widest possible audience,
regardless of circumstance and ability.
To fulfill this, we aim to adhere as strictly as possible to the World Wide Web Consortium’s (W3C) Web Content Accessibility Guidelines 2.1 (WCAG 2.1) at the AA level.
These guidelines explain how to make web content accessible to people with a wide array of disabilities. Complying with those guidelines helps us ensure that the website is accessible
to all people: blind people, people with motor impairments, visual impairment, cognitive disabilities, and more.
This website utilizes various technologies that are meant to make it as accessible as possible at all times. We utilize an accessibility interface that allows persons with specific
disabilities to adjust the website’s UI (user interface) and design it to their personal needs.
Additionally, the website utilizes an AI-based application that runs in the background and optimizes its accessibility level constantly. This application remediates the website’s HTML,
adapts Its functionality and behavior for screen-readers used by the blind users, and for keyboard functions used by individuals with motor impairments.
If you’ve found a malfunction or have ideas for improvement, we’ll be happy to hear from you. You can reach out to the website’s operators by using the following email
Screen-reader and keyboard navigation
Our website implements the ARIA attributes (Accessible Rich Internet Applications) technique, alongside various different behavioral changes, to ensure blind users visiting with
screen-readers are able to read, comprehend, and enjoy the website’s functions. As soon as a user with a screen-reader enters your site, they immediately receive
a prompt to enter the Screen-Reader Profile so they can browse and operate your site effectively. Here’s how our website covers some of the most important screen-reader requirements,
alongside console screenshots of code examples:
Screen-reader optimization: we run a background process that learns the website’s components from top to bottom, to ensure ongoing compliance even when updating the website.
In this process, we provide screen-readers with meaningful data using the ARIA set of attributes. For example, we provide accurate form labels;
descriptions for actionable icons (social media icons, search icons, cart icons, etc.); validation guidance for form inputs; element roles such as buttons, menus, modal dialogues (popups),
and others. Additionally, the background process scans all the website’s images and provides an accurate and meaningful image-object-recognition-based description as an ALT (alternate text) tag
for images that are not described. It will also extract texts that are embedded within the image, using an OCR (optical character recognition) technology.
To turn on screen-reader adjustments at any time, users need only to press the Alt+1 keyboard combination. Screen-reader users also get automatic announcements to turn the Screen-reader mode on
as soon as they enter the website.
These adjustments are compatible with all popular screen readers, including JAWS and NVDA.
Keyboard navigation optimization: The background process also adjusts the website’s HTML, and adds various behaviors using JavaScript code to make the website operable by the keyboard. This includes the ability to navigate the website using the Tab and Shift+Tab keys, operate dropdowns with the arrow keys, close them with Esc, trigger buttons and links using the Enter key, navigate between radio and checkbox elements using the arrow keys, and fill them in with the Spacebar or Enter key.Additionally, keyboard users will find quick-navigation and content-skip menus, available at any time by clicking Alt+1, or as the first elements of the site while navigating with the keyboard. The background process also handles triggered popups by moving the keyboard focus towards them as soon as they appear, and not allow the focus drift outside it.
Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Disability profiles supported in our website
Epilepsy Safe Mode: this profile enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode: this mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode: this mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode: this mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode: this mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Keyboard Navigation Profile (Motor-Impaired): this profile enables motor-impaired persons to operate the website using the keyboard Tab, Shift+Tab, and the Enter keys. Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Additional UI, design, and readability adjustments
Font adjustments – users, can increase and decrease its size, change its family (type), adjust the spacing, alignment, line height, and more.
Color adjustments – users can select various color contrast profiles such as light, dark, inverted, and monochrome. Additionally, users can swap color schemes of titles, texts, and backgrounds, with over seven different coloring options.
Animations – person with epilepsy can stop all running animations with the click of a button. Animations controlled by the interface include videos, GIFs, and CSS flashing transitions.
Content highlighting – users can choose to emphasize important elements such as links and titles. They can also choose to highlight focused or hovered elements only.
Audio muting – users with hearing devices may experience headaches or other issues due to automatic audio playing. This option lets users mute the entire website instantly.
Cognitive disorders – we utilize a search engine that is linked to Wikipedia and Wiktionary, allowing people with cognitive disorders to decipher meanings of phrases, initials, slang, and others.
Additional functions – we provide users the option to change cursor color and size, use a printing mode, enable a virtual keyboard, and many other functions.
Browser and assistive technology compatibility
We aim to support the widest array of browsers and assistive technologies as possible, so our users can choose the best fitting tools for them, with as few limitations as possible. Therefore, we have worked very hard to be able to support all major systems that comprise over 95% of the user market share including Google Chrome, Mozilla Firefox, Apple Safari, Opera and Microsoft Edge, JAWS and NVDA (screen readers).
Notes, comments, and feedback
Despite our very best efforts to allow anybody to adjust the website to their needs. There may still be pages or sections that are not fully accessible, are in the process of becoming accessible, or are lacking an adequate technological solution to make them accessible. Still, we are continually improving our accessibility, adding, updating and improving its options and features, and developing and adopting new technologies. All this is meant to reach the optimal level of accessibility, following technological advancements. For any assistance, please reach out to