Sunday, April 5, 2026




Home Blog Page 4

Release Athens Festival: Οι TRIVIUM μαζί με τους PANTERA στις 9 Ιουλίου

0
Trivium

Trivium

Το Release Athens 2026 υποδέχεται τους Trivium, την Πέμπτη 9 Ιουλίου, στην Πλατεία Νερού. Μία από τις σημαντικότερες μπάντες του σύγχρονου metal, με πορεία 25 ετών στην κορυφή της σκηνής, θα βρεθεί δίπλα στους θρυλικούς Pantera σε μια βραδιά με ξεχωριστή – και ιστορική – σημασία, καθώς και οι δύο μπάντες θα εμφανιστούν για πρώτη φορά στη χώρα μας.

Περισσότερα ονόματα θα ανακοινωθούν σύντομα!

Οι Trivium σχηματίστηκαν το 1999 στο Ορλάντο των ΗΠΑ και συγκαταλέγονται στις πιο επιδραστικές μπάντες του σύγχρονου heavy metal. Με έναν ήχο που ισορροπεί ανάμεσα στο μελωδικό metal, το metalcore και πιο ακραία παρακλάδια της σκηνής, όπως το thrash και το death metal, κατάφεραν από νωρίς να ξεχωρίσουν χάρη στις εκρηκτικές τους συνθέσεις και την έντονη σκηνική παρουσία τους.

Η μεγάλη αναγνώριση ήρθε με το άλμπουμ Ascendancy (2005), το οποίο θεωρείται πλέον κλασικό, σημειώνοντας σημαντικές πωλήσεις και αποσπώντας κορυφαίες διακρίσεις: δίσκος της χρονιάς για το Kerrang!, χρυσός στη Μεγάλη Βρετανία και, εκ των υστέρων, μια θέση στα 15 καλύτερα metal albums του αιώνα σύμφωνα με το Metal Hammer. Ακολούθησαν δίσκοι αντίστοιχης ποιότητας και εμπορικής επιτυχίας, όπως το The Sin and The Sentence (2017), που τους χάρισε υποψηφιότητα για Grammy στην κατηγορία Best Metal Performance, αλλά και το In The Court of the Dragon (2021), ίσως η πιο ολοκληρωμένη τους κυκλοφορία μέχρι σήμερα.

Οι Matt Heafy (φωνητικά, κιθάρα), Corey Beaulieu (κιθάρα), Paolo Gregoletto (μπάσο) και Alex Bent (drums) μετρούν πάνω από 1 εκατομμύριο πωλήσεις, εκατοντάδες sold-out συναυλίες και μισό δισεκατομμύριο streams – και δεν δείχνουν καμία διάθεση να σταματήσουν. Την Πέμπτη 9 Ιουλίου θα το διαπιστώσουμε και από κοντά, στην πολυαναμενόμενη πρώτη εμφάνισή τους στην Ελλάδα, δίπλα στους θρυλικούς Pantera.

Follow Trivium:

Official Website

Facebook

Instagram

Χ

YouΤube

Spotify

Η διάθεση των εισιτηρίων συνεχίζεται, προς 75€. Οι επόμενες φάσεις θα ανακοινωθούν στην πορεία.

Επίσης, διατίθεται περιορισμένος αριθμός VIP εισιτηρίων, προς 250€.

Στη συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνονται οι εξής προνομιακές παροχές:

  • Ξεχωριστή υπερυψωμένη περιοχή διαμορφωμένη με stands & stools για όλους
  • Open-bar
  • Ξεχωριστή πύλη εισόδου
  • Ιδιωτικό parking
  • Ξεχωριστές τουαλέτες
  • Αναμνηστικό δώρο

Παράλληλα, είναι διαθέσιμες δύο ειδικές προσφορές για όσες και όσους επιθυμούν να παρακολουθήσουν δύο ή τρεις ημέρες του φεστιβάλ, επωφελούμενοι από μία σημαντική έκπτωση:

Pantera, Trivium & more TBA (9/7, Πλατεία Νερού) + Limp Bizkit, Viagra Boys, Ecca Vandal (15/6, Πλατεία Νερού) προς 140€ (όφελος 15€)

Pantera, Trivium & more TBA (9/7, Πλατεία Νερού) + Limp Bizkit, Viagra Boys, Ecca Vandal (15/6, Πλατεία Νερού) + Three Days Grace, Black Veil Brides & more TBA (28/6, Πλατεία Νερού) προς 185€ (όφελος 30€)

Διάθεση εισιτηρίων:

Τηλεφωνικά στο 211770000

Online / releaseathens.gr + more.com

Φυσικά σημεία: https://www.more.com/el/physical-spots/

Όλες οι πληροφορίες (τιμές, πρόγραμμα, πρόσβαση) στο releaseathens.gr

Διάθεση εισιτηρίων ΑμεΑ:

Το Φεστιβάλ φροντίζει για την πρόσβαση Ατόμων με Αναπηρία, προσφέροντας ειδικό χώρο με ανεμπόδιστη θέα προς τη σκηνή. Ο ειδικός χώρος είναι προσβάσιμος με αμαξίδιο, διαθέτει καθίσματα, ξεχωριστές τουαλέτες & δωρεάν parking.

Για την αγορά εισιτηρίων ΑμεΑ, παρακαλούμε να προωθήσετε το αίτημά σας ηλεκτρονικά στο support@releaseathens.gr, επισυνάπτοντας την κάρτα αναπηρίας σας. Για την είσοδό σας στους χώρους ΑμεΑ, η κάρτα αυτή θα χρειαστεί να επιδειχθεί κατά την άφιξή σας στο Φεστιβάλ.

Follow Release Athens: 

Official Website

Facebook

Instagram 

TikTok 

YouTube 

Spotify 

AMONGRUINS interview (Σωτήρης Τσολάκογλου και Θάνος Κοτσοβός)

0
AmongRuins

AmongRuins

Order from chaos

Οι AMONGRUINS με το “Advent of chaos” εδραιώνουν εαυτούς ως υπολογίσιμη δύναμη του μελωδικού death metal εν Ελλάδι. Σας αναλύσαμε στο σχετικό κείμενο τα του δίσκου, ώρα να μιλήσουμε με τον μπασίστα/τραγουδιστή και εν γένει ιθύνοντα νου του σχήματος, Σωτήρη Τσολάκογλου και τον κιθαρίστα Θάνο Κοτσοβό, αναφορικά με το δίσκο, αλλά και πολλά ακόμα.

Σωτήρη και Θάνο, καλησπέρα, καλωσορίσατε εκ νέου στο ROCK HARD! Ούτε 3 χρόνια από την τελευταία φορά που τα είπαμε, όπως και ούτε 3 χρόνια δεν πέρασαν από την τελευταία σας δουλειά “Land of the Black Sun”. Πρώτα να δώσω τα θερμά μου συγχαρητήρια για την καινούργια σας δουλειά “Advent of chaos”, η καλύτερή σας μέχρι την επόμενη κατ’εμέ! Από ότι βλέπω και ο λοιπόν Τύπος, συμφωνεί μαζί μου!
Σωτήρης: Ευχαριστούμε πάρα πολύ για τα υπέροχα λόγια σου και χαιρόμαστε που το απόλαυσες! Είναι πραγματικά συγκινητικό να λαμβάνουμε καθημερινά εδώ και μήνες τόσο θετική ανταπόκριση από τον Τύπο και από το κοινό!

Πως κύλησε η συνθετική διαδικασία αυτή τη φορά; Είχατε υλικό ήδη διαθέσιμο από την κυκλοφορία του “Land of the black sun” θυμάμαι. Σας έλυσε τα χέρια αυτό και αν ναι, κατά πόσο;
Θάνος: Η αλήθεια είναι πως πάντα υπάρχει κάτι στο συρτάρι. Στο σπίτι της γιαγιάς δεν πεινάς ποτέ, αν με καταλαβαίνεις (γέλια)! Παρόλα αυτά όμως, το “Advent of chaos” μπορώ να πω ότι ήρθε απρόσμενα και φυσικά… Το υλικό στο συρτάρι λειτούργησε ως έναυσμα για σύνθεση και όχι ως σιγουριά ότι κάτι θα δώσουμε. Χρησιμοποιήθηκαν κυριολεκτικά 3 riffs από εκείνη την περίοδο. Είμαστε της άποψης ότι γενικά καλό είναι ό,τι θέλουμε να βγάλουμε, γράψουμε, είναι καλύτερο να είναι καινούργιο. Να συμβαδίζει με τα standards της κάθε εποχής που βρισκόμαστε έτσι ώστε να υπάρχει μια αλληλουχία στην σύνθεση τόσο για μας όσο και για τον ακροατή.

Ίδιος καλλιτέχνης στο εξώφυλλο (Νίκος Σταυριδάκης – Vision Black Art), ίδια εταιρεία (Theogonia), ίδια ομάδα στην παραγωγή. Πέραν του γνωμικού “ομάδα που κερδίζει, δεν αλλάζει”, θέλατε να δημιουργήσετε και μια αίσθηση συνέχειας;
Θάνος: Δεν θα το έλεγα έτσι,αν και πως όπως το έφερες, μπορώ να πω ότι το νιώθουμε έτσι. Σίγουρα δεν έγινε σκόπιμα με την έννοια ότι “ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει”, που αν και πάλι ναι ισχύει παρά πολύ. Ο Νίκος είναι χρόνια φίλος και συνεργάτης της μπάντας. Ένας άνθρωπος που είναι δίπλα μας απ’την αρχή σχεδόν μιας και είναι βασικός διοργανωτής συναυλιών στο Ρέθυμνο. Ταλαντούχος, συνεπής, άριστος καλλιτέχνης. Η επιλογή του γίνεται αυτόματα, ειδικά μετά το “Land of the black sun” για το artwork μιας και μείναμε παραπάνω από ικανοποιημένοι.  Η συνεργασία με την εταιρεία μέχρι στιγμής είναι άριστη, πραγματική στήριξη και όραμα για την μπάντα από ανθρώπους που ήρθανε πολύ αργότερα αλλά νιώθουμε σαν να τους είχαμε από την αρχή. Δεν λέμε ονόματα, ο νοών νοείτω. Και φυσικά η μίξη και το mastering στον Saku Moilanen (Deep Noise) ο οποίος για ακόμα μια φορά μας έβγαλε ασπροπρόσωπους. Είναι το τρίτο άλμπουμ που κάνουμε μαζί οπότε και αυτός πλέον γνωρίζει πως και τι θέλουμε.

Ο τίτλος “Advent of chaos” από που προέκυψε και που αναφέρεται; Θεωρείτε ότι συνοψίζει καλύτερα τα όσα λαμβάνουν χώρα στο άλμπουμ;
Σωτήρης: Ήταν ο τίτλος και το κομμάτι που τα ξεκίνησε όλα και θέλαμε να έχει αυτήν την τιμή. Σαν στίχοι και σαν μουσική ξεχωριστά είναι τα σημεία από τα οποία αρχίσαμε να δημιουργούμε για αυτόν τον δίσκο και πιστεύαμε ότι είναι κι ο πιο δυνατός από τους τίτλους για να εκφράσει το δυναμισμό και την μίξη συναισθημάτων που συμβαίνουν μέσα στο σύνολο των κομματιών. Αναφέρεται στην στιγμή που το βάρος όλων όσων νιώθεις γίνεται αβάσταχτο, εκείνο το δευτερόλεπτο που νιώθεις ότι θα ανοίξεις και θα ξεχυθούν όλα από μέσα σου γιατί είναι η στιγμή που έρχονται σαν χείμαρρος και με ασύλληπτο βάρος, Το κάθε κομμάτι είναι σαν μια ωδή σε ένα άλλο συναίσθημα, συμπληρώνοντας έτσι το παζλ του χάους.

AmongRuins

Πρώτος δίσκος για τον νέο drummer, Scott Naylor, ο οποίος έχει κάνει εξαιρετική δουλειά οφείλω να ομολογήσω! Πως έγινε η επαφή μαζί του; Δεδομένου ότι ήταν η πιο πρόσφατη προσθήκη στη μπάντα, πρόλαβε να συνεισφέρει στο “Advent of chaos”;
Σωτήρης: Το 2024 κάναμε headline το εξαιρετικό Horns Up Festival. Εκεί είχαν εμφανιστεί νωρίτερα οι IRON VOID στους οποίους ο Scott έπαιζε τύμπανα. Ξετρελάθηκε με τη μπάντα και το πόσο δυναμική είναι στη σκηνή αλλά και με την ποιότητα των ιδεών και των συνθέσεων στα κομμάτια μας. Έγινε αμέσως οπαδός της μπάντας κι από τότε είχαμε συνεχώς επαφή. Όταν ξέραμε ότι θα χρειαζόμασταν drummer ως μόνιμο μέλος για να πάμε στο επόμενο βήμα, ήταν από τους πρώτους που σκεφτήκαμε κι ο ίδιος χάρηκε πολύ κι από τότε ρίχνει πολύ σκληρή δουλειά με το νέο και το παλαιότερο υλικό. Στο ενδιάμεσο προχωρούσαμε με την προπαραγωγή οπότε συνθετικά δεν έχει φέρει κάτι, έχει δεσμευτεί όμως να το κάνει για το επόμενο άλμπουμ (γέλια)!

Οι καλεσμένοι είναι εξέχουσες φυσιογνωμίες της εγχώριας σκηνής που δώσανε το κάτι διαφορετικό στα κομμάτια που συμμετέχουν. Ο Γιώργος Προκοπίου (MOTHER OF MILLIONS) στο “Open wounds” και η Χριστιάννα Χατζημιχάλη (ELYSION) στο “Into the Flame”. Το μεν “Open wounds”, είναι η δεύτερη φορά που ο Γιώργος είναι καλεσμένος σε δίσκο σας, αλλά με διαφορετικό, πιο OPETH αέρα. Το δε “Into the flame”, έγινε και video clip που κυκλοφόρησε στις 6 Μαρτίου, δεύτερο μετά το ομώνυμο του δίσκου. Γράψατε τα κομμάτια με αυτές τις φωνές κατά νου, δεδομένου του πόσο διαφορετικά είναι ή ήταν κάτι που προέκυψε οργανικά κατά τη πορεία της σύνθεσης;
Σωτήρης: Να πω για αρχή ότι είναι και οι δύο πολύ αγαπημένοι μου φίλοι. Η Χριστιάννα, είναι η παλαιότερη και καλύτερη φίλη μου. Είχαμε μπάντα πριν 20 χρόνια αλλά δεν καταφέραμε να βγάλουμε ποτέ κάτι επίσημα μαζί και ήταν επιτέλους η ώρα. Το κομμάτι το έγραψα εξ αρχής με τη φωνή της στο μυαλό μου, αλλά δεν της είχα πει κάτι μέχρι να έχω όλη την μουσική έτοιμη. Χάρηκα όσο δε φαντάζεσαι όταν ενθουσιάστηκε τόσο με το κομμάτι και χάρηκε και το αγάπησε απευθείας! Δουλέψαμε μαζί στους στίχους και τις φωνητικές γραμμές, ενώ τα φωνητικά της τα γράψαμε στα Devasoundz Studios με τον Φώτη Benardo. Ο Γιώργος είναι επίσης πολύ κοντινός μου πια άνθρωπος. Έχουμε μια ιδιαίτερη φιλία κι αγάπη, κάνω παραγωγή μαζί του τα φωνητικά μου από το 2022 κι έπειτα και είμαι απόλυτα ικανοποιημένος και χαρούμενος από τη συνεργασία μας! Περνάμε φανταστικά στο στούντιο και ξέρει πια πολύ καλά πως να με καθοδηγήσει για να βγάλω το καλύτερο αποτέλεσμα που μπορώ. Στο “Land of the black sun” είχα σκεφτεί όλη αυτή την φωνητική γραμμή κι αφού έγραφα εκεί είπα “γιατί δεν το δοκιμάζεις;” και το αποτέλεσμα ήταν άκρως επιτυχημένο. Επομένως δουλεύοντας στους στίχους και την φωνητική γραμμή του “Open wounds” ήξερα οτι θα ήθελα πάλι το Γιώργο. Μας είχαν πει πολλοί πόσο ταιριάζουν οι χροιές μας, ο ίδιος συγκινούμαι πάρα πολύ κάθε φορά που τον ακούω και ήταν ο ιδανικός για να βγάλω αυτό το OPETH συναίσθημα όπως πολύ σωστά είπες.

Στο τέλος του μήνα Φεβρουαρίου, είχατε το release party του δίσκου στο Esqueleto Bar. Ποια ήταν η ανταπόκριση του κόσμου σε αυτό;
Σωτήρης: Αυτό που συνέβη ήταν απίστευτο. Ο κόσμος δε χωρούσε να μπει και ήταν έτσι για ώρες. Ήταν τεράστια η χαρά που πήραμε από όλη αυτή τη στήριξη και σας ευχαριστούμε όλους από τα βάθη της καρδιάς μας! Η ανταπόκριση στο νέο υλικό ήταν συγκλονιστική κι ο κόσμος έτρεξε να αποκτήσει το νέο μας υλικό στον υπέρτατο βαθμό! Τι λόγια να πούμε, πραγματικά.

15 χρόνια ύπαρξης συμπληρώνουν οι AMONGRUINS του χρόνου. 4 studio δίσκοι και πολλές συναυλίες τόσο εντός όσο κι εκτός των τειχών. Ποια είναι η σπουδαιότερη στιγμή σας και ποιο ήταν το μεγαλύτερο σας μάθημα;
Σωτήρης: Όσο περνάει ο καιρός τόσο όλοι συμφωνούμε ότι η σπουδαιότερη και σημαντικότερη στιγμή για εμάς είναι η δημιουργία του “Land of the black sun”. Ήταν η στιγμή της αφύπνισης, της επανέναρξης και με απίστευτα σοβαρή και δημιουργική διαδικασία για εμάς. Εξερευνήσαμε πολύ τους εαυτούς μας, τον ήχο μας, το πως θέλουμε να γράφουμε και να παίζουμε. Κι αυτός είναι ο δίσκος που καθόρισε όλη την πολύ πετυχημένη πορεία μας από εκεί και πέρα. Τον ξεκινήσαμε με απόλυτο σεβασμό σε εμάς και στον ακροατή και όλο αυτό μας έχει σεβαστεί αντίστοιχα κι ανταποδώσει τα πολλαπλάσια. Πήρε τεράστια αγάπη κι έφερε όλη την μεγάλη αλλαγή επιπέδου για το συγκρότημα. Μας οδήγησε και στην πρώτη μεγάλη headline Ευρωπαϊκή μας περιοδεία κι αυτήν θα αναφέρω ως μεγαλύτερο μάθημα. Εκεί πραγματικά αναμετριέσαι με δυσκολίες, ανθρώπους, καταστάσεις, προβλήματα και βλέπεις τι “ψάρια πιάνεις” σε τόσες πολλές χώρες εκτός της δικής σου. Μεγάλο ρίσκο και στοίχημα, μεγάλη όμως και η εμπειρία και τα εφόδια για να συνεχίσεις ακόμα πιο σωστά και δυναμικά. Πόσο μάλλον όταν είναι κι επιτυχημένη, όπως εμείς το βιώσαμε, όπου βλέπεις τόσο κόσμο σε κάθε πόλη να έχει αγαπήσει το υλικό, να έχει συνδεθεί με τους στίχους και να έρχεται να τιμήσει με την παρουσία του τη μπάντα μας. Μοιραστήκαμε απίστευτες στιγμές με απίστευτους οπαδούς που τα έδωσαν όλα!

Στις 14/03 οι AMONGRUINS μαζί με τους I SEE RED, πλαισίωσαν τους θρυλικούς NIGHTRAGE στη συναυλία τους στο Arch Live Stage. Ήταν τιμή για εσάς φαντάζομαι να βρίσκεστε εκεί!
Σωτήρης: Φυσικά και ήταν τιμή και μεγάλη χαρά γιατί πέρα από οπαδοί τους, είμαστε και πάρα πολύ καλοί φίλοι. Ειδικά με το Φώτη πάμε χρόνια πίσω, αλλά και με τον Κωνσταντίνο και το Μάριο είμαστε πολύ φίλοι και υπάρχει πολύς αλληλοσεβασμός! Ήταν ένα πάρα πολύ δυνατό live, με ενέργεια, πλούσιο σε νέο υλικό και καλεσμένους – έκπληξη! Η βραδιά είχε εξαιρετική ατμόσφαιρα μιας και το κοινό πήρε την ενέργεια μπαντών που είναι όλες πολύ δυναμικές στη σκηνή, δημιούργησαν ένα πολύ ισχυρό line up και είναι φίλοι. Αυτό πάντα το καταλαβαίνει ο κόσμος όταν μπαίνει σε ένα χώρο κι αισθάνεται το θετικό κλίμα στην ατμόσφαιρα.

Ως συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης, μπορούμε να το θεωρήσουμε release show για το “Advent of chaos” ή θα ακολουθήσει και headline εμφάνιση από μέρους σας με αυτόν τον χαρακτήρα;
Θάνος: Φυσικά, ακούστηκαν για πρώτη φορά πολλά νέα κομμάτια live, άλλα για τη συγκεκριμένη συναυλία δώσαμε και κάποια αγαπημένα του κόσμου. Θα ακολουθήσει όμως και headline συναυλία στο μέλλον όπου θα παρουσιάσουμε περισσότερο το νέο υλικό και θα τιμήσουμε και προηγούμενες κυκλοφορίες.

Ποια τα μελλοντικά σας σχέδια εν γένει τόσο στον συναυλιακό χάρτη, όσο και συνθετικά, δεδομένης της τωρινής δυναμικής της μπάντας;
Σωτήρης: Έχουμε μεγάλη όρεξη για δουλειά σε νέο υλικό και έχουμε ήδη βάλει μπροστά τις νέες συνθέσεις. Ο κόσμος μας έχει αγαπήσει πολύ και θέλουμε να του δώσουμε σύντομα νέες χαρές και συγκινήσεις. Συναυλιακά οργανώνουμε την επόμενη Ευρωπαϊκή μας περιοδεία για το 2026 και μιλάμε ταυτόχρονα για αρκετά μεμονωμένα shows.

Θέλω να σας ευχαριστήσω πολύ για τον χρόνο σας, ήταν χαρά μου! Ο επίλογος ανήκει σε εσάς!
Θάνος και Σωτήρης: Η χαρά όλη δική μας και όπως πάντα, τιμή μας να συνομιλούμε για το Rock Hard! Το metal μας ενώνει όλους και μόνο μαζί μπορούμε να πάμε μπροστά! Stay metal και θα σας δούμε όλες και όλους στο δρόμο!

Γιάννης Σαββίδης

A Day to Remember… 27/03 [VENOM]

0
Venom

Venom

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Metal black” – VENOM
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2006
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Sanctuary Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Conrad Lant
ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Conrad Lant (a.k.a. Cronos)
Κιθάρες – Mike Hickey (a.k.a. Mykus)
Μπάσο – Conrad Lant
Drums – Antony Lant (a.k.a. Antton)

Έχω φτιάξει ένα προσεκτικά επιλεγμένο ποτ πουρί από αγαπημένα κομμάτια των VENOM για να ακούω στο αυτοκίνητο. Εσκεμμένα ή όχι, οι επιλογές μου καλύπτουν όλη την περίοδο της αγαπημένης μου μπάντας μέχρι και το “Resurrection”, καθώς θεωρώ ότι το συγκεκριμένο άλμπουμ αποτελεί την τελευταία πραγματικά εξαιρετική τους δουλειά. Από εκεί και πέρα όμως τι γίνεται; Τα άλμπουμ των VENOM που ακολούθησαν χαρακτηρίζονται από εξάρσεις και υφέσεις, με κάποιες πολύ καλές στιγμές αλλά και απίστευτες μετριότητες, που σίγουρα δεν κολακεύουν το ιστορικό αυτό σχήμα. Για παράδειγμα τα “Fallen angels” και “ From the very depths” είναι άλμπουμ που ακούω με μεγάλη ευχαρίστηση, σε αντίθεση με τα “Hell” και “Storm the gates” που με απογοήτευσαν οικτρά. Σε μια ενδιάμεση κατάσταση βρίσκεται το ενδέκατο άλμπουμ των Βρετανών, το “Metal black” που κυκλοφόρησε σαν σήμερα πριν από 20 χρόνια.

Η αποχώρηση του Mantas το 2002 λόγω προσωπικών προβλημάτων, έβαλε φρένο στην ανοδική πορεία των VENOM, καθώς και το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε ο Cronos (περισσότερα γι’ αυτό παρακάτω) οδήγησαν τους VENOM σε λύσεις ανάγκης. Για το λόγο αυτό, επιστρατεύτηκε για να αναλάβει τις κιθάρες ο Mike Hickey, σίγουρη και δοκιμασμένη λύση, αφού ο Hickey ήταν μέλος των VENOM στο παρελθόν καθώς είχε παίξει στο “Calm before the storm” αλλά και στα δύο άλμπουμ των CRONOS, το solo project του Conrad.

Ο τίτλος του άλμπουμ είναι μια σαφής νύξη στο δεύτερο άλμπουμ τους, το μνημειώδες “Black metal”, φιλοδοξώντας να επαναφέρει την ατμόσφαιρα του παρελθόντος και, αντικειμενικά, ως ένα μεγάλο βαθμό, τα καταφέρνει. Ο ήχος ακούγεται επιτηδευμένα τραχύς και βρώμικος, θυμίζοντας όντως κάτι από τα παλιά. Το πρόβλημα όμως δεν είναι στην ατμόσφαιρα, αλλά στις συνθέσεις.

Το πολύ όμορφο και επιβλητικό εξώφυλλο είναι αλήθεια ότι δημιουργεί συνειρμούς και προκαλεί μια θετική διάθεση. Όμως στο περιεχόμενο, τα πράγματα είναι λίγο μυστήρια, ή, για να το διατυπώσω διαφορετικά, είναι αρκετά άνισα. Υπάρχουν κάποια κομμάτια που όντως αξίζουν να φέρουν το λογότυπο των VENOM και αυτά είναι σίγουρα τα τραχύτατα “Antechrist” και “Assassin”, το βαρύ σαν οδοστρωτήρας “Maleficarvm” και το σαρωτικό ομώνυμο, άνετα ένα από τα πιο γρήγορα τραγούδια που έχουν γράψει ποτέ οι VENOM. Πολύ καλό επίσης και το “Hours of darkness” που εντυπωσιάζει με το ανατολίτικο riff του. Αν τα υπόλοιπα κομμάτια βρίσκονταν στο ίδιο επίπεδο με τα προαναφερθέντα, πιθανόν να μιλάγαμε για έναν κλασικό VENOM δίσκο, δυστυχώς όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα. Κάποιες σκόρπιες καλές ιδέες εδώ και εκεί δεν σώζουν την κατάσταση καθώς τα τραγούδια είναι ξεκάθαρα fillers , παρά την φιλότιμη προσπάθεια του Cronos και των υπολοίπων. Το groovy στοιχείο που βγαίνει σε κάποια τραγούδια, πολύ απλά δεν ταιριάζει στους VENOM. Να μην αναφερθώ καν στο “House of pain” που το riff του είναι μια αντιγραφή – αναμάσημα αυτού του ομώνυμου κομματιού του “Resurrection”.

Η απόδοση της μπάντας είναι δυνατή, με τα αδέρφια Lant να αποδίδουν τα μέγιστα, ενώ τα φώτα πέφτουν δικαίως στον Mike Hickey που είχε το δύσκολο ρόλο να μπει στα παπούτσια του Mantas. Ενδεχομένως τα riffs των κομματιών να ταίριαζαν περισσότερο στον Mantas, και ίσως η εντύπωση μου αυτή να απορρέει από το γεγονός ότι ο δίσκος έχει αυτόν τον βρώμικο ήχο που είπαμε. Παρόλα αυτά, ο Hickey έχει κάνει πολύ φιλότιμη δουλειά, και αυτό φαίνεται κυρίως στα solos των κομματιών. Ακούστε για παράδειγμα το solo στο “Lucifer rising”, ένα, κατά την ταπεινή μου άποψη, παντελώς αδιάφορο κομμάτι που όμως έχει ένα φοβερό solo, ίσως το καλύτερο του Hickey σε όλο το άλμπουμ.

Το “Metal black” δίχασε και εν μέρει απογοήτευσε, καθώς φιλοδοξούσε, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Cronos να αποτελέσει τη συνέχεια του “Black metal”. Κάτι τέτοιο φυσικά και δεν μπορούσε να συμβεί, και υπό αυτό το πρίσμα απέτυχε τον σκοπό του. Και όμως, αν ξεπεράσουμε αυτόν τον σκόπελο, δεν είναι τόσο κακό άλμπουμ. Προσωπικά ανατρέχω σε αυτό αρκετά συχνά καθώς τα τραγούδια που γουστάρω πολύ από αυτόν τον δίσκο τα ακούω με σατανικό χαμόγελο. Μήπως ήρθε η ώρα να ανανεώσω το ποτ πουρί για το αυτοκίνητο;

Tiamat, Adramelch, Acheron, Baal
Burning up the city ‘neath unholy citadel
Summoning Leviathan, ready to attack
Evil one awakens all the gods of Metal Black

Did you know that:

  • Αναφερθήκαμε στην αρχή στο πρόβλημα υγείας που αντιμετώπισε ο Cronos. Συγκεκριμένα το 2002 τραυματίστηκε σοβαρά στη μέση και στον αυχένα ενώ έκανε ορειβασία και κινδύνεψε να μείνει παράλυτος. Για δύο χρόνια απαγορευόταν να τραγουδήσει και να παίξει μπάσο καθώς η αποθεραπεία του ήταν μακρά και επίπονη.

Θοδωρής Κλώνης

A day to remember… 26/3 [THIN LIZZY]

0
Lizzy

Lizzy

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Jailbreak” – THIN LIZZY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1976
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Vertigo Records/Mercury Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: John Alcock, Will Reid, Dick Neil Hornby
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Phil Lynott – Φωνητικά, μπάσο
Scott Gorham – Κιθάρες
Brian Robertson – Κιθάρες
Brian Downey – Τύμπανα
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Tim Hinckley – Πλήκτρα

“Tonight there’s gonna be a jailbreak, somewhere in this town!”

Το αριστουργηματικό “Jailbreak”, σήμερα συμπληρώνει μισόν αιώνα «ζωής». Με την ευκαιρία λοιπόν της επετείου αυτής, σκέφτομαι να ξεκινήσω το κείμενό μου για τούτον τον hard rock ογκόλιθο κάπως αλλιώς – από μια υπόθεση εργασίας, ένα συγκεκριμένο what if: Τι θα γινόταν, αν υπερίσχυε τελικά το «μεράκι» του Phil Lynott και το “Jailbreak” γραφόταν ως μια sci-fi opera;

Απάντηση: Οι THIN LIZZY θα έβαζαν το δικό τους «λιθάρι» στο «οικοδόμημα» με τα καλύτερα concepts στην ιστορία του «σκληρού ήχου». Τόσο απλά. Τι με κάνει να το πιστεύω; Πρώτον, το μαγικό ραβδάκι της Μούσας που είχε αιωνίως πάνω από το κεφάλι του ο Phil, όταν συνέθετε μουσική (μια ματιά στη δισκογραφία του θα σε πείσει) και δεύτερον, το άπλετο ταλέντο των Scott Gorham, Brian Robertson και Brian Downey. Συνεπώς, πιστεύω ακράδαντα ότι, το 1976, οι THIN LIZZY έχασαν μια σπουδαία ευκαιρία…

Ο Philo είχε οραματιστεί τους THIN LIZZY πρωταγωνιστές στην εξέγερση των φυλακών της φανταστικής πολιτείας “Dimension 5” και έπειτα, φυγάδες πια σε ένα σύμπλεγμα κτιρίων γνωστό ως “Rampic”, να οργανώνουν έναν πειρατικό ραδιοφωνικό σταθμό. Από κει, θα εξέπεμπαν κρυφά μηνύματα μέσω μουσικής (τα τραγούδια του “Jailbreak”) ώστε ο λαός να επαναστατήσει, με σκοπό να ρίξει από την εξουσία μια εξωγήινη οντότητα, τον Επικυρίαρχο (“the Overmaster”), που κυβερνούσε απολυταρχικά, ελέγχοντας τα πάντα.

Τούτα είχε φανταστεί, για να «ντύσει» στιχουργικά το έκτο κατά σειρά άλμπουμ των THIN LIZZY. Φυσικά, το σενάριο θα αναπτυσσόταν πολύ περισσότερο. Δυστυχώς όμως, οι υπόλοιποι δεν έδειξαν ιδιαίτερη ζέση στο να ακολουθήσουν το θέλημα του «Φίλιππα», η συνθετική τους συμβολή ήταν εντελώς «ξένη» ως προς αυτό κι έτσι, η ιδέα έμεινε σε αρχικό στάδιο. Μόνο κάποια κομμάτια «σώθηκαν», με την α’ ή τη β’ μορφή. Μας «χάλασε»; Με τίποτα, καθαρά εγκυκλοπαιδική κουβέντα γίνεται. Ούτως ή άλλως, το “Jailbreak” είναι ο ορισμός του all killers, no fillers!”.

Εννέα άσματα έχει μέσα, εννέα φορές πιάνει το 10/10. Και αυτό που κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση, είναι η ποικιλία του! Εκεί που ακούς ήχο – μπετό (“Jailbreak”), την αμέσως επόμενη στιγμή, οι THIN LIZZY γίνονται αιθέριοι (“Angel from the coast”). Εκεί που μπασαδούρα κι επιθετικές κιθάρες ενώνονται με proggy τύμπανα (“Warriors”) σχηματίζοντας γροθιά (στα μούτρα), νότες έρχονται να σε γεμίσουν άλλοτε με γλυκύτητα (“Cowboy song”), άλλοτε με χαρμολύπη (“Running back”) ή να σου «ζωγραφίσουν» στο πρόσωπο ένα μελαγχολικό χαμόγελο (“Romeo and the lonely girl”)! Άσε το υποβλητικό “Fight or fall”… Αυτό είναι μια κατηγορία μόνο του.

“That jukebox in the corner blasting out my favorite song
The nights are getting warmer, it won’t be long!”

Βέβαια, όλοι όσοι λατρεύουμε τούτο το άλμπουμ και γενικά τους THIN LIZZY, ξέρουμε ποια είναι τα δυο πιο εμβληματικά τραγούδια του… Ο λόγος για το “The boys are back in town” και το “Emerald”. Το πρώτο έγινε τεράστια επιτυχία, από το πουθενά! Ο Scott Gorham εξηγεί:

«Είχαμε ηχογραφήσει γύρω στα δεκαπέντε κομμάτια για το άλμπουμ και φωνάξαμε τον manager μας, τον Chris O’Donnell, για να τ’ ακούσει. Εμείς, είχαμε ήδη επιλέξει τα δέκα που θεωρούσαμε καλύτερα. Του τράβηξε λοιπόν την προσοχή ένα κομμάτι με τον τίτλο “G.I Joe”. Δεν ήταν στα δέκα που είχαμε ξεχωρίσει, γιατί οι στίχοι ήταν αντιπολεμικοί, κάτι που δεν μας πολυ-ταίριαζε και μουσικά πιστεύαμε ότι ήθελε ακόμη πολλή δουλειά. Ωστόσο, ο Chris επέμεινε να το συμπεριλάβουμε στον δίσκο…»

Το “The boys are back in town” πήρε την τελική του μορφή σε ελάχιστο χρόνο. Στην αρχή γράφτηκαν οι μπασογραμμές, μετά τα τύμπανα και τέλος οι κιθάρες. Ο τίτλος άλλαξε, οι αντιπολεμικοί στίχοι πήγαν περίπατο και τη θέση τους πήρε, μάλλον, η Quality Street Gang, μια συμμορία του Μάντσεστερ που ακροβατούσε και ακροβατεί κάπου μεταξύ πραγματικότητας και αστικού μύθου.

Ωστόσο, το συγκρότημα εξακολουθούσε να μην «το πιστεύει» ιδιαίτερα, θεωρώντας πως έχει γράψει ένα «απλά καλό τραγούδι». Τα πάντα άλλαξαν όταν δύο ραδιοφωνικοί παραγωγοί στο Louisville του Kentucky άκουσαν το άλμπουμ, λάτρεψαν το κομμάτι και του έδωσαν μπόλικο airplay. Ο κόσμος ξετρελάθηκε, το ζητούσε συνεχώς, η Mercury αποφάσισε να το κυκλοφορήσει ως single στις Η.Π.Α και τελικά, οι THIN LIZZY το ενέταξαν στην setlist, ΑΦΟΥ είδαν πως εμπορικά έσκιζε.

“From their graves I heard the fallen, above the battle cry
By that bridge near the border, there were many more to die
Then onward over the mountain and outward towards the sea
They had come to claim the Emerald, without it they could not leave!”

Οι THIN LIZZY δεν ήταν από αυτούς που ντρέπονταν για την καταγωγή τους. Το αντίθετο μάλιστα, κοίταζαν προς την κέλτικη μουσική παράδοση ουκ ολίγες φορές! Άλλωστε, οι τρεις από τους τέσσερεις δήλωναν υπερήφανοι Κέλτες – Ιρλανδοί ο Phil με τον «μεγάλο» Brian, Σκότος ο «μικρός» Brian – ενώ κι ο Αμερικανός Gorham «πολιτογραφήθηκε» Κέλτης πολύ γρήγορα, μπαίνοντας άμεσα στο «πνεύμα» του συγκροτήματος. Μεταξύ μας, με τέτοιο επίθετο, δε θα μου φαινόταν περίεργο αν η γενιά του κρατούσε από Καλυδωνία μεριά.

Το “Emerald” είναι ένας φόρος τιμής στον διαχρονικό ηρωισμό των Ιρλανδών. Η μόνη σύνθεση του δίσκου που έχει την υπογραφή σύσσωμης της μπάντας, θεωρείται πολλά περισσότερα από ένα «rock κομμάτι» – είναι ένας πατριωτικός ύμνος και συνάμα, δίχως να είναι καν metal αυτό καθαυτό, λογίζεται από τους προπομπούς, τις βασικότερες επιρροές του επικού heavy metal. Η επίδρασή του στο είδος, μουσικά και στιχουργικά, είναι τεράστια.

Στο άκουσμά του, είναι σαν να ταξιδεύεις πίσω στον χρόνο, δίνοντας το «παρών» στις πάμπολλες μάχες του Σμαραγδένιου Νησιού, στο πέρασμα των αιώνων. Συνθετικά, ο Lynott προσέφερε το κεντρικό riff, το «καλούπωμα» μπήκε απ’ τον αιώνια υποτιμημένο Brian Downey και τα υπόλοιπα τα «γέννησε» ένα αδιάκοπο jamming των Gorham-Robertson…

Πολλά έχουν γραφτεί για τις κιθάρες των THIN LIZZY, ανεξάρτητα του ποιοι τις κρατούσαν. Όλα τους δικαίως αποθεωτικά, αν αναλογιστούμε το επίπεδο παιξίματος, την συνεισφορά στη διαμόρφωση του ήχου του group και φυσικά, την τεράστια επιδραστικότητα στις μετέπειτα «γενιές» κιθαριστικών ντουέτων. Αλλά είναι κρίμα τούτο το καμάρι της Ιρλανδίας να λογίζεται ως μια αμιγώς κιθαριστική μπάντα, όταν της έδινε ρυθμό ένας ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ drummer, σαν τον Brian Downey!

«Μαγικά μολύβια, για μαγικά εξώφυλλα»

Πάλι θαύματα έκανε ο Jim Fitzpatrick, το άτυπο πέμπτο μέλος της μπάντας. Ο Phil, φανατικός αναγνώστης της Marvel, ήθελε για εξώφυλλο κάτι που να δείχνει σαν comic. Λάτρης της Marvel κι ο Fitzpatrick, ενθουσιασμένος, ζήτησε έναν «οδηγό». Ο Lynott του έδειξε το εξώφυλλο των Fantastic Four του τεύχους 77, από τον Jack Kirby, λέγοντάς του πως επιθυμούσε κάτι αντίστοιχο, επιμένοντας όμως σε μια λεπτομέρεια: Δε θα ήταν ο ίδιος ο πρωταγωνιστής, το κεντρικό σημείο αναφοράς, αλλά ο Overmaster! Διότι αυτός ήταν ο Phil Lynott… Ταπεινός, χαμηλών τόνων, καθόλου εγωιστής.

Έτσι, κατάπληκτος κι ο ίδιος από την στάση του αρχηγού, ο Jim «είδε» τους THIN LIZZY την ώρα της απόδρασης, σε απευθείας μετάδοση στην TV, με κακό χαμό να γίνεται ολούθε και τον Overmaster (φέρνει κάπως στον Galactus ή είναι ιδέα μου;) σε πρωταγωνιστικό ρόλο παντεπόπτη. Όσον αφορά τα Τρίποδα (“Martian Tripods”), όντως, παραπέμπουν επίτηδες στον «Πόλεμο των Κόσμων», λόγω της λατρείας των δυο καλλιτεχνών προς τον H. G. Wells.

Στην περιοδεία που ακολούθησε της κυκλοφορίας του άλμπουμ, τα πράγματα δεν πήγαν καλά, αφού ο Philo αρρώστησε με ηπατίτιδα και αναγκάστηκε να σταματήσει πρόωρα, για να ακολουθήσει θεραπεία. Ωστόσο, οι πραγματικά καλές μπάντες πάντα έβρισκαν και θα βρίσκουν τρόπο να καλύπτουν το χαμένο έδαφος και οι THIN LIZZY το κατάφεραν στην περιοδεία για το “Johnny the fox”, κάτι μήνες (!) μετά. Θα μιλήσουμε για αυτό, όταν έρθει η ώρα. Εμπορικά πάντως, το “Jailbreak” τα πήγε έξοχα.

Βέβαια, οι «άνιωθοι» είναι μια διαχρονική αξία. Πάντοτε υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Ο Robert Christgau του περιοδικού The Village Voice, για παράδειγμα, από τους έγκριτους και σοβαρούς κατά τ’ άλλα αρθρογράφους – μουσικοκριτικούς, είχε χαρακτηρίσει τα τραγούδια του “Jailbreak” ως υπολείμματα του Bruce Springsteen (!), τους στίχους του Lynott βαρετούς (!!) και τις ιδέες του Gorham, δεύτερης διαλογής (!!!). Από τον Martin Popoff περίμενα κάτι τέτοιο, από αλλού μου ήρθε. Παραδόξως, εκείνου του άρεσε! Δεν πειράζει, ας πάρει και κανένας άλλος το βραβείο της χρυσής πατάτας, το μονοπώλιο ποτέ δεν έκανε καλό!

Το “Jailbreak” είναι ένα από τα πολυαγαπημένα μου rock albums. Τύπου «μπαίνει δεκάδα από τα πρώτα». Αλλά ξέρεις κάτι; Σε εκείνες τις ατέρμονες, λατρεμένες συζητήσεις, αν ο συνομιλητής μου θεωρήσει κάποιο άλλο ως το καλύτερο των THIN LIZZY, δε θα φέρω αντίρρηση. Ο λόγος; Η δισκογραφία της Αδύνατης Σαυρούλας, μοιάζει με σωρό πολύτιμων πετραδιών. Ποια σημασία έχει το σχήμα ή το χρώμα, εφόσον όλα είναι εξίσου πολύτιμα και λαμπερά; Καμία.

Did you know that:

– Από την αρχική ιδέα της sci-fi rock όπερας, έμειναν τελικά το “Jailbreak”, το “Fight or fall” και το “Warriors”. Δηλαδή η στιγμή της εξέγερσης στις φυλακές, η διακήρυξη της επανάστασης και το «πορτραίτο» των τεσσάρων ηγετών του ξεσηκωμού, αντίστοιχα. Με την αλλαγή της στιχουργικής ρότας, τ’ομώνυμο έμεινε ως είχε, στο “Fight or fall” ο Phil «μίλησε» στους «μαύρους αδερφούς» του, ως μαύρος Ιρλανδός, ενώ το “Warriors” «αφιερώθηκε» στους rock stars που πάλευαν με τα ναρκωτικά.

– Το “Cowboy song”, στην αρχή, λεγόταν “Derby blues” και παιζόταν live, ελαφρώς παραλλαγμένο, από το 1975.

– Ο «Ρωμαίος» του “Romeo and the lonely girl” είναι ο παλιόφιλος Gary Moore. Το “Romeo” είναι αναγραμματισμός του Moore και ο στίχος “For all his good looks there were scars that he took” αφορά την περίφημη ουλή στο σαγόνι, «παράσημο» απ’το 1974, όταν σε ένα μπαρ, θέλησε να υπερασπιστεί την κοπέλα που συνόδευε, την Donna Holton, από έναν νταή που της «κόλλαγε».

– Το σκληρό, bluesy “Running back”, άλλαξε ύφος κατόπιν προτροπής του παραγωγού John Alcock, προς κάτι πολύ πιο ήρεμο και ραδιοφωνικά «φιλικό». Ο Brian Robertson διαφώνησε, «στράβωσε», «μουλάρωσε» και τελικά αρνήθηκε να παίξει κιθάρα στην ηχογράφησή του! Το κράτησε μάλιστα «Μανιάτικο», ηχογραφώντας το «σωστό» στον δίσκο “Diamonds and dirt”.

– Ο session πληκτράς Tim Hinckley δεν αναφέρεται στα credits!

– Ο Fitzpatrick σχεδίασε τους τέσσερεις Lizzies στο εξώφυλλο με έναν ραπιδογράφο Rotring και στην συνέχεια πήρε ένα ξυράφι και χάραξε απευθείας πάνω στο μελάνι για να αποτυπώσει τις σκιές και τις λεπτομέρειες. Τα νύχια, φαντάσου, χαράχτηκαν ένα προς ένα! Μιλάμε για ένα απίστευτο, χειροποίητο έργο, με μια λεπτομερή ακρίβεια την οποία δυστυχώς δεν την συναντάμε πια, στην εποχή των ΑΙ εκτρωμάτων (γίνε και συ ζωγράφος, μπορείς).

– Με αφορμή τη φετινή επέτειο των πενήντα ετών από τη δημιουργία του, ο αειθαλής ζωγράφος «ξαναδούλεψε» τον πίνακα, αναδεικνύοντας λεπτομέρειες που στο πρωτότυπο, δε φαίνονταν. Τέλος, για τους απανταχού «βαρεμένους» εκεί έξω, στην τότε gatefold έκδοση ο Gorham δεν υπάρχει, έχει φαγωθεί από τον «δαίμονα» της εκτύπωσης. Ένα λάθος που αυτόματα καθιστά συλλεκτικές τις αυθεντικές εκείνες κόπιες, κυρίως τις βρετανικές και ιρλανδικές.

Δημήτρης Τσέλλος

CRADLE OF FILTH – “Damnation and a day” – Worst to best

0
Cradle

Cradle

Το “Damnation and a day”, κυκλοφόρησε το 2003 και αποτελεί ξεκάθαρα το πιο φιλόδοξο έργο της μπάντας. Αποτελεί όμως και το magnum opus των αγαπημένων CRADLE OF FILTH; Σε αυτή του τη δουλειά το συγκρότημα προσπάθησε να ξεπεράσει τα όρια του συνηθισμένου black metal και να δημιουργήσει κάτι πιο μεγάλο σε κλίμακα και σε ιδέες. Ο δίσκος βασίζεται σε μια ενιαία θεματική που σχετίζεται με την πτώση του Εωσφόρου και την εξέγερση ενάντια στο Θείο, διασκευάζοντας το γνωστό “Paradise Lost” του John Milton.

Το πλέον ξεχωριστό στον δίσκο είναι η χρήση ορχήστρας και χορωδίας. Η μπάντα συνεργάστηκε με την Budapest Film Orchestra και αυτό έδωσε έναν διαφορετικό αέρα στον ήχο της. Τα συμφωνικά μέρη δεν λειτουργούν απλώς σαν υπόβαθρο αλλά έχουν ουσιαστικό ρόλο στη δομή των τραγουδιών. 101 άτομα ορχήστρα, 40 άτομα χορωδία και από πίσω η μεγαλύτερη δισκογραφική εταιρεία που συνεργάστηκαν ποτέ οι Βρετανοί, η μεγάλη Sony.

Όλα αυτά, αν μη τι άλλο, έδιναν στον Dani και την παρέα του την απαραίτητη υποστήριξη και δυναμική, για να μπορέσει να δημιουργήσει αυτό που αποτελούσε το όνειρό του. Πήγαν όμως όλα καλά;

Το “Damnation and a day” είναι ένας δίσκος που δείχνει μια μπάντα σε φάση εξέλιξης. Δεν είναι το πιο εύκολο άκουσμα και απαιτεί χρόνο για να εκτιμηθεί. Φεύγει ακόμα πιο μακριά από τις black metal ρίζες των FILTH και αυτό δημιούργησε αντιπάθειες στον πυρήνα των οπαδών τους. Είναι όμως κακό το άλμπουμ; Όχι βέβαια και για όσους δώσουν την απαραίτητη προσοχή προσφέρει πολλές λεπτομέρειες και δυνατές στιγμές. Είναι μια δουλειά που ξεχωρίζει μέσα στη δισκογραφία των CRADLE OF FILTH γιατί συνδυάζει την επιθετικότητα με μια πιο σύνθετη προσέγγιση στη σύνθεση.

Τέσσερα parts, κάθε ένα με μια συμφωνική εισαγωγή ως δύο λεπτά (οι εισαγωγές θα μείνουν εκτός συναγωνισμού για ευνόητους λόγους) καθώς και ένα outro στο τέλος (επίσης εκτός συναγωνισμού). Κάθε part, αποτελείται από τρία κύρια κομμάτια και αυτά θα προσπαθήσουμε να βάλουμε σε μια σειρά υποκειμενικής κατάταξης τους. Πάμε!

The “Damnation and a day” countdown:

  1. “Mannequin” – (04:26)
    Πιο άμεσο κομμάτι σε σχέση με τα περισσότερα του δίσκου. Έχει καλό ρυθμό αλλά δεν ξεχωρίζει ιδιαίτερα. Μένει κάπως στη μέση χωρίς κάτι που να το απογειώνει.
  1. “Carrion” – (04:42)
    Δυναμικό τραγούδι με έντονη ενέργεια. Έχει ωραία σημεία αλλά δεν κρατά σταθερά το ενδιαφέρον. Παρόλα αυτά ακούγεται ευχάριστα.
  1. “Serpent Tongue” – (05:10)
    Κομμάτι με την χαρακτηριστική ατμόσφαιρα της μπάντας. Συνδυάζει επιθετικότητα με μελωδία αλλά δεν ξεχωρίζει όσο άλλα. Παραμένει όμως αξιόλογο.
  1. “Hurt and Virtue” – (05:23)
    Έχει καλή ισορροπία ανάμεσα σε ένταση και πιο ήρεμα σημεία. Οι αλλαγές του κρατούν το ενδιαφέρον. Δεν είναι από τα πιο δυνατά αλλά στέκεται καλά.
  1. “The Smoke of Her Burning” – (05:00)
    Σκοτεινό και πιο βαρύ κομμάτι. Δημιουργεί έντονη ατμόσφαιρα και έχει καλή ροή. Ίσως να ήθελε κάτι παραπάνω για να ξεχωρίσει. Μήπως έπρεπε να μπει παραπάνω; Ίσως…
  1. “Thank God for the Suffering” – (06:13)
    Ένα από τα πιο επιθετικά τραγούδια του δίσκου. Έχει ένταση και δυναμική αλλά σε κάποια σημεία γίνεται λίγο επαναλαμβανόμενο. Παρόλα αυτά είναι δυνατό κομμάτι.
  1. “Babalon A.D. (So Glad for the Madness)” – (05:39)
    Ξεχωρίζει για τον ρυθμό και την ενέργειά του. Έχει πιο άμεσο χαρακτήρα και κολλάει εύκολα στο μυαλό. Είναι από τα πιο προσιτά τραγούδια του άλμπουμ.
  1. “Doberman Pharaoh, or Destiny Wore a Bondage Mask” – (06:02)
    Ιδιαίτερος τίτλος και εξίσου ιδιαίτερο κομμάτι. Έχει πολλές αλλαγές και κρατά το ενδιαφέρον. Δείχνει την πιο πειραματική πλευρά της μπάντας.
  1. “Presents from the Poison-Hearted” – (06:19)
    Πλούσιο σε ιδέες και ατμόσφαιρα. Συνδυάζει ένταση με πιο μελωδικά σημεία. Είναι από τα τραγούδια που δείχνουν τον χαρακτήρα του δίσκου.
  1. “Better to Reign in Hell” – (06:11)
    Ένα από τα πιο ολοκληρωμένα κομμάτια του άλμπουμ. Έχει έντονη ενέργεια αλλά και αρκετές εναλλαγές που κρατούν το ενδιαφέρον. Η χρήση της ορχήστρας δίνει βάθος και κάνει το τραγούδι να ακούγεται πιο μεγάλο σε κλίμακα. Είναι από τα σημεία που η μπάντα δείχνει πόσο έχει εξελιχθεί.
  1. “An Enemy Led the Tempest” – (06:12)
    Δυνατό και γεμάτο ένταση από την αρχή μέχρι το τέλος. Οι κιθάρες και τα συμφωνικά στοιχεία δένουν πολύ καλά μεταξύ τους. Το κομμάτι έχει ροή και δεν κουράζει παρά τη διάρκεια του. Αφήνει έντονη εντύπωση και ξεχωρίζει εύκολα.
  1. “The Promise of Fever” – (05:56)
    Η κορυφή ήταν μονόδρομος για τον γράφοντα. Ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια του δίσκου. Έχει πολύ καλή ισορροπία ανάμεσα στη μελωδία και την επιθετικότητα. Οι αλλαγές στο ρυθμό και η ατμόσφαιρα το κάνουν να ξεχωρίζει από το πρώτο άκουσμα. Είναι από τα κομμάτια που συνοψίζουν τον ήχο του άλμπουμ και μένουν περισσότερο στο μυαλό. Και αν αυτό το πρότυπο υπήρχε σε περισσότερα κομμάτια; Τι θα γινόταν άραγε;

Φανούρης Εξηνταβελόνης

A day to remember… 25/3 [RAGE]

0
Rage

Rage

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Speak of the Dead” – RAGE
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2006
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: RAGE, Charly Czajkowski
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Peter “Peavy” Wagner – φωνητικά, μπάσο
Victor Smolski – κιθάρες, πιάνο, πλήκτρα, τσέλο, ενορχηστρώσεις
Mike Terrana – τύμπανα, κρουστά

Είκοσι χρόνια μετά την κυκλοφορία του, το “Speak of the Dead” στέκει ως ένα από τα πιο ιδιόμορφα – και ταυτόχρονα πιο αδύναμα – άλμπουμ των RAGE. Η δισκογραφία του συγκροτήματος είχε πάντα σκαμπανεβάσματα, όμως εδώ το χάσμα ανάμεσα στον αρχηγό Peavy και τον Victor Smolski είχε αρχίσει να γίνεται εμφανές. Ο Πολωνός κιθαρίστας είχε ουσιαστικά «αναλάβει εργολαβικά» τις συνθέσεις, οδηγώντας τον ήχο σε μια κατεύθυνση περισσότερο δική του παρά των RAGE και ο Γερμανός – δυστυχώς – δεν έβαλε αρκετό φρένο σε αυτήν την απόκλιση.

Το άλμπουμ ανοίγει με την “Suite Lingua Mortis”, με 8 μέρη φορτωμένα με την συμφωνική ορχήστρα από το Μινσκ που σίγουρα δημιουργεί μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα. Η παραγωγή είναι πλούσια, οι ενορχηστρώσεις εντυπωσιακές, αλλά συχνά υπερβολικές. Ο Smolski, αν και εξαιρετικός εκτελεστής, όμως ποτέ δεν ήταν και ο καλύτερος συνθέτης, αν και συχνά είχε πολύ καλές ιδέες. Τα κοφτά, χαμηλοκουρδισμένα του ριφ, ξενίζουν, και δείχνει ότι λειτουργεί περισσότερο με βάση το προσωπικό του γούστο παρά ως μέλος μιας μπάντας με σαφή ταυτότητα. Το “No regrets” παραμένει αναμφίβολα η κορυφαία στιγμή της σουίτας, όμως συνολικά το έργο θυμίζει περισσότερο project κιθαρίστα με ορχήστρα παρά φυσική συνέχεια της ιστορίας των RAGE.

Το δεύτερο σκέλος του δίσκου επιστρέφει στο πιο χαρακτηριστικό metal ύφος του συγκροτήματος, με τραγούδια όπως τα “Be with me or be gone” (κυρίως λόγω του ρεφραίν βέβαια), “Soul survivor” και “Speak of the dead”. Ωστόσο, ακόμη και εδώ υπάρχει μια αίσθηση ασυνέχειας (ιδιαίτερα στο εκνευριστικό “No fear”): οι ιδέες μοιάζουν βιαστικές, λιγότερο εμπνευσμένες και συχνά εγκλωβισμένες στη σκιά της μεγαλοπρεπούς – Lingua Mortis σουίτας (αν το διαβάσατε «σούπας» δεν φταίω εγώ). Το αποτέλεσμα είναι ένα άλμπουμ με δύο κόσμους που δεν ενώνονται ποτέ πραγματικά. Βέβαια, αν έκοβαν 4-5 κομμάτια, ίσως να μιλούσα με καλύτερους χαρακτηρισμούς για το άλμπουμ.

Το “Speak of the dead” στάθηκε και ο τελευταίος δίσκος με τον αγαπητό Mike Terrana, ο οποίος για μένα είναι και η καλύτερη πλευρά του τρίπτυχου σε αυτόν τον δίσκο. Η αποχώρησή του ντράμερ λειτούργησε ως ακόμη ένα σημάδι ότι η χημεία των τριών, είχε φτάσει σε οριακό σημείο. Με τα χρόνια, αποδείχθηκε πως το ρήγμα μεταξύ Peavy και Smolski μεγάλωνε, οδηγώντας τελικά στο τέλος της συνεργασίας τους – και ίσως αυτό το άλμπουμ να ήταν η πιο έντονη προειδοποίηση.

Did you know that:

  • Η “Suite Lingua Mortis” ηχογραφήθηκε με συμφωνική ορχήστρα του Μινσκ, αποτελώντας μία από τις πιο εκτεταμένες ορχηστρικές συνεργασίες των RAGE μέχρι τότε.
  • Το “Full moon” κυκλοφόρησε σε πέντε διαφορετικές γλώσσες, ανάλογα με την έκδοση της χώρας: Ισπανικά, Γερμανικά, Ρωσικά, Ιαπωνικά και την κανονική Αγγλική εκδοχή.
  • Ο Charlie Bauerfeind, γνωστός για την καθοριστική του συμβολή σε δίσκους των HELLOWEEN και BLIND GUARDIAN, ανέλαβε μίξη, προσπαθώντας να δώσει ενιαίο χαρακτήρα σε ένα υλικό με έντονες εσωτερικές αντιθέσεις και είχε δύσκολη δουλειά. Ηχητικά το άλμπουμ ήταν καλοστημένο και εξακολουθεί να στέκεται καλά – αν και κάποια στοιχεία, παραείναι ψηφιακά.
  • Ο Jan Rubach, πρώην μπασίστας των GAMMA RAY, συμμετείχε στην ψηφιακή επεξεργασία, συμβάλλοντας στον τελικό ηχητικό καθαρισμό του δίσκου. Δεν είναι από τα ονόματα που συναντάμε συχνά σε τέτοιο ρόλο, όμως εκείνη την εποχή συνεργαζόταν με τον Bauerfeind.
  • Παρά το εύρος των συνθέσεων, ελάχιστα τραγούδια έχουν παραμείνει στο live ρεπερτόριο της μπάντας – με εξαίρεση το “No regrets”, που θεωρείται το μόνο πραγματικά διαχρονικό κομμάτι της περιόδου.

Γιώργος “Vollmond” Κουκουλάκης

A day to remember… 25/3 [AMON AMARTH]

0
Amarth

Amarth

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Jomsviking” – AMON AMARTH
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Metal Blade / Sony Music
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2016
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Andy Sneap
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Johan Hegg – Φωνητικά
Olavi Mikkonen – Κιθάρα
Johan Soderberg – Κιθάρα
Ted Lundstrom – Μπάσο
Session:
Tobias Gustaffson – drums

Υπάρχουν μπάντες που χτίζουν το οικοδόμημά τους τούβλο-τούβλο μέχρι να φτάσουν στην κορυφή και, στη συνέχεια, καλούνται να πάρουν μια κρίσιμη απόφαση. Θα παραμείνουν εκεί, αναπαράγοντας τον ίδιο ήχο για να διατηρήσουν τα σκήπτρα τους, ή θα ρισκάρουν, πειραματιζόμενες, ίσως ακόμη και στρεφόμενες σε πιο εμπορικά μονοπάτια, ώστε να διευρύνουν το κοινό τους; Οι AMON AMARTH επέλεξαν ξεκάθαρα το δεύτερο. Ήταν φανερό πως το συγκρότημα κατευθυνόταν προς μια διαφορετική ηχητική προσέγγιση και, στις 25 Μαρτίου 2016, κυκλοφόρησε το δέκατο άλμπουμ του, “Jomsviking”, επιβεβαιώνοντας αυτή την επιλογή.

Αρχικά, το “Jomsviking” αποτέλεσε το πρώτο concept άλμπουμ στην ιστορία των Σουηδών, βασισμένο σε μια τραγική ιστορία ανάμεσα σε έναν Viking και μια γυναίκα, μια ιστορία αγάπης που μετατρέπεται σε σχέδιο εκδίκησης στον κόσμο των Jomsvikings, της θρυλικής τάξης μισθοφόρων Viking. Παράλληλα, ήταν ο πρώτος δίσκος μετά από χρόνια χωρίς τον Fredrik Andersson στα τύμπανα, με τον Tobias Gustafsson (VOMITORY) να καλύπτει το κενό ως session μουσικός.

Μουσικά, για τους οπαδούς των AMON AMARTH που τους ακολουθούν από την εποχή του “Once sent from the golden hall”, το “Jomsviking” αφήνει μια γλυκόπικρη αίσθηση. Πρόκειται για ένα πολύ καλό άλμπουμ, γεμάτο κομμάτια-ύμνους όπως τα “First kill”, “Raise your horns” και “The way of the Vikings”, αλλά ταυτόχρονα είναι ο δίσκος στον οποίο παγιώθηκε αυτό που είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται στο “Surtur rising” και στο “Deceiver of the Gods”.

Λαμβάνοντας υπόψη την επιτυχία του “Twilight of the thunder God”, η στροφή προς riffs και μελωδίες που παραπέμπουν στο παραδοσιακό heavy metal έμοιαζε σχεδόν αναπόφευκτη. Στο “Jomsviking”, οι δομές γίνονται πιο απλές, τα riffs πιο πιασάρικα, σε ορισμένες περιπτώσεις και πιο «cheesy», ενώ η παραγωγή του Andy Sneap είναι υπερβολικά γυαλισμένη. Το μοναδικό στοιχείο που διατηρεί τον δεσμό με το death metal παρελθόν τους είναι τα χαρακτηριστικά growls του Johan Hegg.

Το συγκρότημα έδειξε να στοχεύει σε έναν πιο arena ήχο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το “Raise your horns”, ένα κομμάτι φτιαγμένο για να ξεσηκώνει μεγάλα πλήθη. Ωστόσο, η επιθετικότητα και το σφυροκόπημα των προηγούμενων ετών έχουν λειανθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να επιτραπεί η ενσωμάτωση μιας πιο εμπορικής, μελωδικής κατεύθυνσης.

Το “At dawn’s first light”, με τη σαφή επιρροή από IRON MAIDEN, αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της στροφής, ενώ το “A dream that cannot be”, με τη συμμετοχή της Doro Pesch, προσδίδει έναν διαφορετικό, σχεδόν θεατρικό τόνο. Παρόλα αυτά, οι AMON AMARTH διατηρούν ακέραιο τον πυρήνα της ταυτότητάς τους, ειδικά στον τρόπο που αποδίδουν τα γρήγορα, μελωδικά riffs που τους καθιέρωσαν.

Σε κάθε περίπτωση, το άλμπουμ υπήρξε εμπορικά εξαιρετικά επιτυχημένο, φτάνοντας σε υψηλές θέσεις των charts παγκοσμίως. Απέδειξε τόσο τη διαχρονική απήχηση της Viking θεματολογίας όσο και το γεγονός ότι η νέα μουσική κατεύθυνση έφερε στους AMON AMARTH ένα ευρύτερο κοινό. Το “Jomsviking” είναι ένας δίσκος που ακούγεται ευχάριστα, παρά τις όποιες αδύναμες στιγμές του. Ωστόσο, σε προσωπικό επίπεδο, από αυτό το σημείο και έπειτα αρχίζει να λείπει η ωμή δύναμη των Σουηδών, η οποία περνά πλέον σε δεύτερο πλάνο.

Did you know that?

  • Ο Johan Hegg έγραψε το σενάριο της ιστορίας σαν ταινία πριν καν ξεκινήσουν να γράφουν τη μουσική, κάτι που εξηγεί τη ροή και τη δομή των κομματιών.

Δημήτρης Μπούκης

MOTORHEAD – “Overkill” – Worst to best

0
Motorhead

Motorhead

Σωτήριο έτος 1975, Αγγλία. Ο Ian “Lemmy” Fraser Kilmister, μπασίστας των HAWKWIND, απολύεται από το συγκρότημα τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, αφού συνελήφθη στον Καναδά για κατοχή ναρκωτικών. Ο ίδιος θα δηλώσει ότι «το συγκρότημα με απέλυσε επειδή έκανα λάθος χρήση ναρκωτικών». Μόνος του πλέον, αποφάσισε να σχηματίσει ένα νέο συγκρότημα που θα το ονόμαζε MOTORHEAD, εμπνευσμένο από το τελευταίο τραγούδι που είχε γράψει για τους HAWKWIND. Ο Lemmy ήθελε η μουσική του γκρουπ να είναι «γρήγορη και άγρια, όπως οι MC5». Ο δηλωμένος στόχος του ήταν να «επικεντρωθεί σε πολύ βασική μουσική που να είναι δυνατή, γρήγορη, θορυβώδης, αλαζονική, παρανοϊκή, speedfreak rock’n’roll. Να είναι τόσο δυνατή που αν μετακομίσουμε δίπλα σας, το γκαζόν σας να πεθάνει». Δυο χρόνια μετά, το “Motorhead”, η παρθενική επίσημη τους κυκλοφορία, θα έβλεπε το φως της δημοσιότητας.

Το 1978 η Bronze Records υπέγραψε συμβόλαιο με το γκρουπ και τους κλείνει χώρο στα Wessex Studios του Λονδίνου για να ηχογραφήσουν ένα single που αποτελούνταν από το “Louie Louie” του Richard Berry και ένα νέο τραγούδι με τίτλο “Tear ya down”. Το συγκρότημα έκανε περιοδεία για να προωθήσει το single, το οποίο έγινε μια μέτρια επιτυχία, ενώ η δισκογραφική εταιρία Chiswick κυκλοφόρησε το ήδη υπάρχων ομώνυμο άλμπουμ σε λευκό βινύλιο, για να διατηρήσει «ζεστό» το όνομα του γκρουπ στο κοινό. Οι γενικότερες πωλήσεις του single έφεραν το συγκρότημα για πρώτη φορά στην εκπομπή “Top of the Pops” της τηλεόρασης του BBC, κάτι που ώθησε την Bronze να δώσει το οκ στο συγκρότημα έτσι ώστε να επιστρέψει στο studio για να ηχογραφήσει ένα δεύτερο άλμπουμ, όπως και έγινε με το “Overkill” να είναι αυτό.

Το συγκρότημα, αποτελούμενο πια από την «χρυσή» τριάδα που χαρακτήρισε την πρώτη περίοδο του, με τους Ian “Lemmy” Fraser Kilmister στο μπάσο, “Fast” Eddie Clarke στην κιθάρα και Phil “Philthy Animal” Taylor στη drums, δημιουργεί ένα άλμπουμ ορόσημο, το οποίο μαζί με το επόμενο “Bomber”, την ίδια χρονιά, έχει όλα τα ηχητικά χαρακτηριστικά που έδωσαν στο σχήμα την ταυτότητα που θα του χάριζε μια τόσο λαμπρή πορεία. Ένα άλμπουμ που μετά από τόσα χρόνια που έχει κυκλοφορήσει, ακούγεται το ίδιο «φρέσκο» και είναι πολύτιμη συντροφιά, άπειρων ωρών ακρόασης, πολλών οπαδών, «μεγαλώνοντας» ακόμα μαζί του. Παρακάτω θα βρείτε την υποκειμενική θέση κάθε τραγουδιού:

The “Overkill” countdown:

  1. “Limb from limb” (4:54)

Ο Lemmy, ένας από τους κύριους συνθέτες του συγκροτήματος, έχει δηλώσει το πόσο αγαπούσε τα blues. Έτσι το πρώτο μισό του τραγουδιού, θα έχει ένα αργόσυρτο boogie tempo το οποίο θα χαρακτήριζε τα επόμενα χρόνια τα αντίστοιχα μέρη των τραγουδιών του γκρουπ. Από την μέση και μετά το κομμάτι, κρατάει την βάση του, αλλάζει όμως tempo και μεταμορφώνεται σε μια μικρή ηχητική καταιγίδα. Στο εν λόγω τραγούδι ο Lemmy, στο δεύτερο μισό του, παίζει ένα από τα δυο solo κιθάρας, που ακούγονται προς το τέλος του κομματιού, κάνοντας το αξιοπρόσεκτο αφού το κύριο όργανο του, είναι το μπάσο. Η εν λόγω σύνθεση, μετά το ομώνυμο, θα ήταν η μεγαλύτερη σε διάρκεια στο άλμπουμ.

  1. “(I won’t) pay your price” (2:56)

Ο Lemmy, δεν έχει αρνηθεί επίσης την αγάπη που είχε στην punk μουσική. Έτσι μαζί με τους άλλους δυο μουσικούς συνοδοιπόρους του, δημιουργούν ένα τραγούδι που συνδυάζει αρμονικά την κάπως punk αισθητική με το rock’n’roll ύφος αποδομένα με το στυλ που άρεσε στα μέλη του γκρουπ να συνθέτουν. Το κοφτό ριφ και tempo που έχει στα σχεδόν 3 λεπτά που διαρκεί, θα ήταν αρκετά χαρακτηριστικό, παράλληλα με τους επιθετικού χαρακτήρα στίχους του τραγουδιού που αφορούν την απόρριψη της αλαζονείας και των απαιτήσεων κάποιου, που «απευθύνεται» το τραγούδι.

  1. “I’ll be your sister” (2:51)

 

Η αγάπη του Lemmy για τα «φρουτάκια» και τις γυναίκες έγινε πολύ γνωστή σύντομα. Όπως έχει δηλώσει και ο ίδιος «Μου αρέσει να γράφω τραγούδια για γυναίκες. Μάλιστα, έχω γράψει τραγούδια με γυναίκες. Με έχουν αποκαλέσει σεξιστή ορισμένες φατρίες ριζοσπαστικών, ψυχρών φεμινιστριών, αλλά δεν ξέρουν για τι πράγμα μιλάνε». Ήθελε να ηχογραφήσει το συγκεκριμένο τραγούδι η Tina Turner, κάτι που φυσικά δεν έγινε ποτέ. Το μπάσο του Lemmy θα «άνοιγε» την σύνθεση και η συγκεκριμένη δόμηση ριφ, solos και refrain που χαρακτήριζε τότε το στυλ γραφής των τραγουδιών, θα ήταν και πάλι εμφανής, κάνοντας την πολύ αγαπητή, κυρίως στους πιο φανατικούς οπαδούς, παρά στο ευρύ κοινό, παρόλο που είχε όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτήριζαν ό,τι πρέσβευε συνθετικά το γκρουπ.

  1. “Tear ya down” (2:39)

Άλλο ένα τραγούδι στο οποίο το μπάσο του Lemmy θα «άνοιγε» την σύνθεση και η συγκεκριμένη «βρώμικη» δόμηση του τραγουδιού με το βασικό ριφ, τα solos και το refrain, που χαρακτήριζαν το στυλ γραφής των τραγουδιών θα ήταν πάλι παρόντα. Σε συνδυασμό με ένα συχνά εμβόλιμο ριφ δευτερολέπτων που υπάρχει, και δίνει μια άλλη οπτική, δημιουργήθηκε ένα τραγούδι που σε περίπου δυόμιση λεπτά, περικλείε το πως ηχούσαν τα κομμάτια του συγκροτήματος τότε. Μια άκρως αναγνωρίσιμη σύνθεση, κυρίως στους πιο φανατικούς οπαδούς και αυτή, παρά στο ευρύ κοινό, παρόλο που και σε αυτή, εμπεριέχονταν όλα τα στοιχεία που χαρακτήριζαν τις συνθέσεις του γκρουπ.

  1. “Damage case” (2:59)

Το συγκεκριμένο τραγούδι, είναι το μόνο στο άλμπουμ, που εκτός των 3 μελών του γκρουπ, έχει βοηθήσει στην δημιουργία της σύνθεσης και ο Mick Farren, τραγουδιστής των THE DEVIANTS, ενός από τα πρώτο punk garage rock συγκροτήματα. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που το σκληρό rock’n’roll που αρέσκονται οι μουσικοί των MOTORHEAD να εκφράζονται μουσικά, έχει αναμιχθεί με ωραίο τρόπο με garage και punk στοιχεία, με το αποτέλεσμα να είναι ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια στο κοινό. Το τραγούδι θα έδινε το τίτλο στην συλλογή που κυκλοφόρησε ο Lemmy το 2006 με αντιπροσωπευτικά τραγούδια από όλη την πορεία της καριέρας του.

  1. “Capricorn” (4:06)

Ο Lemmy, γεννημένος την παραμονή των Χριστουγέννων του 1945, ανήκει ζωδιακά στον Αιγόκερο, οπότε, δεν γινόταν να μην υπάρχει ένα τραγούδι που να αναφέρεται σε αυτό το γεγονός, με την στιχουργική οπτική του ίδιου του μουσικού. Το τραγούδι έχει όλα τα συνθετικά στοιχεία και φόρμουλες που ακολουθεί το συγκρότημα στα τραγούδια του, έχοντας διάχυτο το mid-tempo boogie στοιχείο σε όλη την διάρκεια του κομματιού. Μια σύνθεση που είναι από τις πολύ ιδιαίτερες και αγαπημένες για πολλούς.

  1. “Metropolis” (3:34)

Το “Metropolis”, πέραν του γεγονότος ότι αποτελεί ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα τραγούδια των MOTORHEAD, είναι σίγουρα το πιο «Ελληνικό», αφού στην συναυλία τους στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου του 1988, ηχογραφείται αυτό και το “Orgasmatron” για λογαριασμό του ραδιοφωνικού σταθμού Antenna και της τότε εκπομπής “Antenna Metal Show”. Τα δυο τραγούδια, με τον Lemmy να μετονομάζει στο refrain το “Metropolis” σε “Acropolis”, για να ταιριάζει στην περίσταση, θα κυκλοφορούσαν σε ένα 7″, με τίτλο «Ζωντανά στην Αθήνα 7″», και θα δινόταν δωρεάν με τα πρώτα 1000 αντίτυπα του LP “”No sleep at all”, μόνο στην Ελλάδα. Τώρα πια, το εν λόγω 7″ είναι ένα από τα πιο ακριβά και συλλεκτικά μουσικά αντικείμενα για έναν οπαδό. To τραγούδι, που αναφέρεται στη ζοφερή ζωή στα κέντρα των πόλεων και τα παρακμάζοντα προάστια, σύμφωνα με λεγόμενα του Lemmy, έγραψε τους στίχους του σε 15 λεπτά αφότου είδε την ομώνυμη κλασσική ταινία.

  1. “Stay clean” (2:40)

Το “Stay clean” θα είναι για πάντα, και αυτό, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια του συγκροτήματος, έχοντας όλα τα trademarks που χαρακτήριζαν τις συνθέσεις, με το boogie ύφος και την μπασοκιθάρα του Lemmy να αποτελούν την ραχοκοκαλιά του κομματιού. Στιχουργικά πολλοί θεωρούσαν ή υπέθεταν ότι το τραγούδι αναφέρεται στο είσαι «καθαρός» από ουσίες όπως τα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Στην πραγματικότητα όμως, οι στίχοι του «μιλάνε» για το πως να αποφεύγεις τους ανθρώπους που προσπαθούν να σε μειώσουν. Σύμφωνα με τον Lemmy, το τραγούδι εμπνεύστηκε στην πραγματικότητα από τον τραγουδιστή της jazz, Mel Tormé.

  1. “No class” (2:39)

Το εν λόγω τραγούδι αποτελεί και αυτό, ένα από τα πιο διάσημα και αναγνωρίσιμα του συγκροτήματος, με τις ηχητικές ομοιότητες του riff της κιθάρας με το αντίστοιχο του “Tush” των ZZ TOP να είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς, σε σημείο μήνυσης. Παρόλα αυτά, η μουσική του αίγλη είναι αδιαπραγμάτευτη, με το τραγούδι να ακούγεται στις ζωντανές εμφανίσεις του γκρουπ, πριν την κυκλοφορία του άλμπουμ, αλλά και σαν 7’ single να έχει κυκλοφορήσει με τρία διαφορετικά εξώφυλλα, ένα με κάθε μέλος του συγκροτήματος. Στο live άλμπουμ των MOTORHEAD “Everything louder than everyone else”, πριν ξεκινήσει το τραγούδι, ο Lemmy αφιέρωσε το τραγούδι στην παλιά φίλη του (και όχι μόνο) Wendy O. Williams, από τους PLASMATICS, η οποία είχε αυτοκτονήσει τον προηγούμενο μήνα της χρονιάς που ηχογραφήθηκε η συναυλία. Οι PLASMATICS, KINGDOM OF SORROW, οι MEGADETH ζωντανά αλλά και οι Αργεντινοί HERMETICA, είναι μερικά σχήματα που έχουν διασκευάσει το τραγούδι. Για τους Αργεντινούς είναι το μόνο τραγούδι με Αγγλικούς στίχους που έχουν τραγουδήσει.

  1. “Overkill” (5:12)

Το συγκεκριμένο τραγούδι δεν γινόταν να είναι σε άλλη θέση στην κατάταξη, αφού αποτελεί ένα από τα ωραιότερα και του συγκροτήματος αλλά και όλων των (υπό)ιδιωμάτων της rock και metal μουσικής. Από το πρώτο δευτερόλεπτο, ο καταιγιστικός ρυθμός του σε παρασέρνει, θέλοντας και μη, ανεβάζοντας αυτόματα την αδρεναλίνη του ακροατή στα ύψη. Το περιοδικό Classic Rock  έγραψε χαρακτηριστικά για τραγούδι, το 2021: “Με δύο ψευδή τέλη (ένα κόλπο που πιθανώς προέρχεται από τους STATUS QUO), το “Overkill” ήταν μια αποκαλυπτική εισαγωγή σε μια συλλογή 10 τραγουδιών που προκάλεσε τρόμο στον κόσμο της hard rock. Ήταν οι MOTORHEAD μια hard rock  μπάντα ή ήταν punk; Θα μπορούσε ακόμη και να υποστηριχθεί ότι ήταν υπεύθυνοι για τη διάδοση της αμερικανικής thrash metal επίθεσης που έγινε δημοφιλής αρκετά χρόνια αργότερα”.

Ο αντίκτυπος του τραγουδιού θα ήταν τεράστιος με τους METALLICA, OVERKILL (οι οποίοι πήραν το όνομα τους από αυτό) και GRAVE DIGGER να είναι κάποια από τα συγκροτήματα που το διασκεύασαν. Το κομμάτι είναι αξιοσημείωτο για τη χρήση δύο bass drums από τον drummer Phil “Philthy Animal” Taylor. Το γκρουπ συνήθιζε να «κλείνει» με το “Overkill” τα set lists των συναυλιών του. Έτσι λοιπόν, όπως το εν λόγω τραγούδι «άνοιξε» την καριέρα του συγκροτήματος, στο πρώτο άλμπουμ που έγινε το ουσιαστικό ξεκίνημα τους, όντας το τελευταίο που παίχτηκε ποτέ ζωντανά από το συγκρότημα στην περιοδεία του 2015, ολοκλήρωσε μια λαμπρή πορεία ενός σχήματος, που όσα χρόνια και αν περάσουν, θα αποτελεί έναν από τους πυλώνες της σκληρής μουσικής.

Θοδωρής Μηνιάτης

A day to remember… 24/3 [VAN HALEN]

0
Van Halen

Van Halen

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “5150” – VAN HALEN
ΕΤΑΙΡΙΑ: Warner Bros
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1986
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Mick Jones
ΣΥΝΘΕΣΗ:
Sammy Hagar – Φωνητικά
Eddie Van Halen – Κιθάρα, πλήκτρα
Michael Anthony – Μπάσο
Alex Van Halen – drums

Από την κρίση στην κορυφή: Πώς το “5150” έσωσε τους VAN HALEN

Από την κυκλοφορία του ντεμπούτου τους το 1978, οι VAN HALEN είχαν γίνει σχεδόν αμέσως φαινόμενο. Το VAN HALEN δεν ήταν απλώς επιτυχημένο, ήταν σχεδόν επαναστατικό για τον χώρο της rock μουσικής και την ηλεκτρικής κιθάρας. Το άλμπουμ έφερε έναν νέο ήχο, γεμάτο ταχύτητα, ενέργεια και φυσικά το περίφημο tapping του Eddie Van Halen. Στα επόμενα χρόνια η μπάντα συνέχισε να ανεβαίνει. Δίσκοι όπως το “VAN HALEN II”, το “Women and children first”, το “Fair warning “ και το “Diver down” καθιέρωσαν το συγκρότημα ως μία από τις πιο μεγάλες δυνάμεις του αμερικανικού rock, και την απόλυτη συναυλιακή εμπειρία εκείνων των χρόνων. Η μεγάλη έκρηξη όμως ήρθε το 1984 με το άλμπουμ “1984”. Το “Jump” έγινε τεράστια επιτυχία, φτάνοντας στο Νο1 του Billboard, ενώ κομμάτια όπως το “Panama” και το “Hot for teacher” έγιναν και αυτά μεγάλες επιτυχίες. Οι VAN HALEN ήταν πλέον στο απόγειο της δημοτικότητάς τους. Και τότε, ξαφνικά, όλα άλλαξαν!

DLR has left the building!

Η αποχώρηση του David Lee Roth δεν έγινε από τη μία μέρα στην άλλη. Στην πραγματικότητα, οι εντάσεις μέσα στη μπάντα υπήρχαν εδώ και χρόνια και οι δημιουργικές του διαφωνίες με τον Eddie VAN HALEN γίνονταν όλο και πιο έντονες. Ο Eddie ήθελε να εξερευνήσει νέες μουσικές κατευθύνσεις, να χρησιμοποιήσει περισσότερα keyboards και να επεκτείνει τον ήχο της μπάντας. Ο Roth, αντίθετα, προτιμούσε να διατηρηθεί το πιο ακατέργαστο, party hard rock στυλ που είχε κάνει το συγκρότημα διάσημο. Μετά την αποχώρηση του David Lee Roth το 1985, πολλοί πίστεψαν ότι το συγκρότημα είχε τελειώσει. Ο Roth δεν ήταν απλώς ο τραγουδιστής, ήταν η περσόνα, ο απόλυτος showman, ένα μάλλον σαρωτικό και συνάμα εγωιστικά χαοτικό στοιχείο που καθόριζε την εικόνα των VAN HALEN στα late 70s και early 80s. Για μένα είχε μόνο ένα πρόβλημα η εικόνα του, εκτός τoυ άκρατου εγωισμού που χαρακτήριζε τον Roth, ήταν υπερβολική, και όχι rock με την έννοια που εννοούμε τον κλασσικό rock performer. Ήταν κάτι άλλο, όχι απαραίτητα κακό, αλλά σίγουρα πολύ διαφορετικό και εξαιρετικά φαντασμαγορικό. Μια κατηγορία μόνος του! Και άντε έναν τέτοιο τύπο να τον αντικαταστήσεις! Έτσι  η μπάντα βρέθηκε μπροστά σε μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις της ιστορίας της. Και το “5150” θα γινόταν η απάντηση, η θαυμαστή κίνηση μιας μπάντας που ήταν ήδη στην κορυφή και έπρεπε να μείνει. Και αυτό είναι πιο δύσκολο, απ’ ‘ότι λένε, από το να ανέβεις μέχρι εκεί.  Ήταν ένα crash test για την ίδια τους την ύπαρξη.

Red Rocker is coming!

Η επιλογή του Sammy Hagar (γνωστός και ως Red Rocker) άλλαξε τη χημεία της μπάντας. Εκεί που ο Roth έφερνε θεατρικότητα και χιούμορ, ο Hagar έφερε δύναμη, μελωδία και καθαρά arena rock φωνητικά.  Άλλωστε ήταν ήδη ένας πετυχημένος και διάσημος καλλιτέχνης στην Αμερική. Είχε γίνει γνωστός ως τραγουδιστής των MONTROSE τη δεκαετία του ’70 και είχε ήδη χτίσει μια επιτυχημένη σόλο καριέρα με τραγούδια όπως το “I can’t drive 55” που ήταν κάτι σαν ένας μικρός εθνικός ύμνος των Αμερικανών. Η φωνή του είχε τεράστια έκταση και δύναμη, ενώ μπορούσε να κινηθεί άνετα από το σκληρό rock μέχρι τις αγαπημένες μελωδικές γραμμές του Αμερικάνικου κοινού. Η πρόσληψη του ήταν ένα σοκ, μια έκπληξη!  Το αποτέλεσμα όμως ήταν μια διαφορετική εκδοχή των VAN HALEN, λιγότερο party rock, περισσότερο melodic hard rock των 80s, ενώ παράλληλα  η τρέλα που είχε ο Hagar στην σκηνή έφερε ισορροπία! Το ερώτημα όμως ήταν απλό και λογικό:  μπορούσαν οι VAN HALEN να παραμείνουν μεγάλοι χωρίς τον Roth; Το “5150” έδωσε την αρχική απάντηση, σε μια σειρά εξαιρετικών άλμπουμ που κυκλοφόρησε η μπάντα μαζί του. Όταν κυκλοφόρησε  το 1986, οι οπαδοί των VAN HALEN χωρίστηκαν σχεδόν αμέσως σε δύο στρατόπεδα. Για πολλούς, η αποχώρηση του David Lee Roth σήμαινε το τέλος της μπάντας που είχαν αγαπήσει, του party rock, της θεατρικότητας και της ανεξέλεγκτης ενέργειας των πρώτων χρόνων. Από την άλλη πλευρά, η άφιξη του Sammy Hagar έφερε τα πάνω – κάτω! Έναν τραγουδιστή με τεράστια φωνητική δύναμη, μεγαλύτερη μελωδική αντίληψη και την ικανότητα να ανεβάσει τα τραγούδια σε πιο “arena rock” επίπεδο. Το καλό είναι ότι “5150” δεν προσπάθησε να αντιγράψει το παρελθόν, αντίθετα, παρουσίασε μια μπάντα που εξελισσόταν, με περισσότερα keyboards από τον Eddie, μεγαλύτερα refrains και έναν πιο mainstream τόνο. Ήταν η αρχή μιας νέας, εξίσου συναρπαστικής εποχής.

Το “5150”

Το “5150” ήταν το πρώτο άλμπουμ της μπάντας με τον Hagar και από την αρχή ήταν σαφές ότι κάτι είχε αλλάξει. Οι VAN HALEN εξακολουθούσαν να είναι μια hard rock μπάντα, αλλά ο ήχος τους είχε γίνει πιο μελωδικός και πιο “ανοιχτός”. Τα keyboards του Eddie είχαν πλέον πιο σημαντικό ρόλο, ενώ τα τραγούδια είχαν πιο έντονα refrain και μεγαλύτερη FM αισθητική προσέγγιση. Η παραγωγή του άλμπουμ έγινε από τον Mick Jones, κιθαρίστα των FOREIGNER, κάτι που έδωσε στον δίσκο μια πιο γυαλισμένη αισθητική. Παράλληλα, το συγκρότημα ηχογράφησε το άλμπουμ στο προσωπικό στούντιο του Eddie, το 5150 Studios έναν χώρο που έδωσε στη μπάντα μεγαλύτερη ελευθερία δημιουργίας. Το αποτέλεσμα ήταν ένας δίσκος που διατηρούσε την ενέργεια των VAN HALEN, αλλά ταυτόχρονα άνοιγε τον ήχο τους προς πιο μεγάλα ακόμα ακροατήρια. Έγιναν ακόμα μεγαλύτερη arena monster band!

Όταν το άλμπουμ κυκλοφόρησε τον Μάρτιο του 1986, η αγωνία ήταν βέβαια μεγάλη. Θα αποδεχόταν το κοινό τον νέο τραγουδιστή; Η απάντηση ήρθε γρήγορα. Το “5150” έγινε το πρώτο άλμπουμ των VAN HALEN που έφτασε στο Νο1 του Billboard 200. Τα singles του δίσκου σημείωσαν επίσης μεγάλη επιτυχία. Το “Why can’t this be love” έγινε ραδιοφωνικό hit, ενώ τραγούδια όπως το “Dreams”, το “Love walks In” και το “Best of both worlds” μπήκαν γρήγορα στο ρεπερτόριο των συναυλιών της μπάντας. Οι VAN HALEN είχαν αποδείξει ότι μπορούσαν να συνεχίσουν και μάλιστα με επιτυχία.

Παρόλο που το άλμπουμ ήταν εμπορικά θριαμβευτικό, οι αντιδράσεις των οπαδών ήταν πιο σύνθετες. Για πολλούς παλιούς fans, οι VAN HALEN χωρίς τον Roth δεν ήταν το ίδιο συγκρότημα. Η θεατρικότητα, το χιούμορ και η party αισθητική της πρώτης περιόδου έμοιαζαν να έχουν δώσει τη θέση τους σε έναν πιο σοβαρό, πιο μελωδικό ήχο. Άλλοι όμως είδαν στο “5150” κάτι διαφορετικό, μια μπάντα που δεν φοβήθηκε να εξελιχθεί. Ο Hagar έφερε μεγαλύτερη φωνητική δύναμη, ενώ τα τραγούδια απέκτησαν μια νέα διάσταση. Το αποτέλεσμα ήταν ένα άλμπουμ που δίχασε τους οπαδούς, αλλά ταυτόχρονα κέρδισε μια νέα γενιά ακροατών. Με το “5150”, οι VAN HALEN απέδειξαν ότι μπορούσαν να επιβιώσουν μιας τεράστιας αλλαγής και να βγουν από αυτήν ακόμη πιο δυνατοί. Η συνεργασία με τον Sammy Hagar θα συνέχιζε για αρκετά ακόμη χρόνια, χαρίζοντας στη μπάντα μερικούς από τους πιο εμπορικούς δίσκους της καριέρας της. Και παρόλο που το debate για το ποια εποχή ήταν η καλύτερη του Roth ή του Hagar, συνεχίζεται μέχρι σήμερα, ένα πράγμα είναι βέβαιο, Το “5150” δεν ήταν απλώς ένας δίσκος. Ήταν η απόδειξη ότι οι VAN HALEN μπορούσαν να αλλάξουν χωρίς να χάσουν την ουσία τους και ότι υπάρχουν, όχι πολλές, φορές όπου μια μπάντα μπορεί να ξαναγεννηθεί τη στιγμή που όλοι πιστεύουν ότι έχει τελειώσει.

Η συζήτηση για το ποια περίοδος των VAN HALEN είναι η «πραγματική» δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ. Για πολλούς ο David Lee Roth ήταν η ψυχή της μπάντας, το χαμόγελο, η αλητεία, το party πνεύμα που τους έκανε το πιο διασκεδαστικό hard rock συγκρότημα της εποχής. Για άλλους όμως, η άφιξη του Sammy Hagar έφερε κάτι εξίσου σημαντικό, φωνητική δύναμη, μεγαλύτερη μελωδική φιλοδοξία και τραγούδια που μπορούσαν να γεμίσουν στάδια. Το “5150” ήταν η στιγμή που αυτή η νέα πραγματικότητα δοκιμάστηκε μπροστά σε ολόκληρο τον κόσμο και το αποτέλεσμα ήταν ένα άλμπουμ που όχι μόνο στάθηκε στο ύψος της ιστορίας της μπάντας, αλλά απέδειξε ότι οι VAN HALEN μπορούσαν να ξαναγεννηθούν χωρίς να χάσουν την ταυτότητά τους. Kάπου ανάμεσα σε αυτoύς τους δύο κόσμους, βρίσκεται το πραγματικό μεγαλείο της μπάντας.

5 Bασικά πράγματα που πρέπει να ξέρεις για το “5150”

  1. Είναι το πρώτο άλμπουμ με τον Sammy Hagar
    Το “5150” σηματοδότησε την αρχή της νέας εποχής των VAN HALEN μετά την αποχώρηση του David Lee Roth. Ο Sammy Hagar δεν αντικατέστησε απλώς τον Roth, έφερε μια διαφορετική φωνητική δυναμική και μια πιο μελωδική κατεύθυνση στον ήχο της μπάντας.
  2. Πήρε το όνομά του από το προσωπικό στούντιο του Eddie Van Halen
    Ο τίτλος του άλμπουμ προέρχεται από τα 5150 Studios, το στούντιο που είχε χτίσει στο σπίτι του ο Eddie Van Halen. Το “5150” είναι επίσης κωδικός της αστυνομίας στην Καλιφόρνια για άτομα που θεωρούνται επικίνδυνα λόγω ψυχικής κατάστασης, μια λεπτομέρεια που ταίριαζε απόλυτα με το χιούμορ της μπάντας.
  3. Ήταν το πρώτο Νο1 άλμπουμ των VAN HALEN
    Παρότι οι VAN HALEN είχαν ήδη τεράστιες επιτυχίες, το “5150” ήταν το πρώτο τους άλμπουμ που έφτασε στο Νο.1 του Billboard 200, αποδεικνύοντας ότι το συγκρότημα μπορούσε να παραμείνει στην κορυφή και μετά την αλλαγή τραγουδιστή.
  4. Σηματοδότησε μια πιο μελωδική εποχή για τη μπάντα
    Με τραγούδια όπως το “Why can’t this be love”, το “Love walks In” και το “Dreams”, το άλμπουμ έδειξε έναν πιο melodic hard rock προσανατολισμό, με μεγαλύτερη χρήση keyboards από τον Eddie VAN HALEN.
  5. Ξεκίνησε την περίφημη “Van Hagar” περίοδο
    Με το “5150” άρχισε η εποχή που οι οπαδοί ονόμασαν Van Hagar, δηλαδή η περίοδος συνεργασίας των VAN HALEN με τον Sammy Hagar. Τα επόμενα χρόνια η μπάντα θα κυκλοφορούσε μερικούς από τους πιο εμπορικούς δίσκους της καριέρας της και θα συνέχιζε να γεμίζει στάδια σε όλο τον κόσμο.

Τα 4 τραγούδια του “5150” που καθόρισαν τη νέα εποχή των VAN HALEN

  1. “Why can’t this be love”

Το τραγούδι που σύστησε τον Sammy Hagar στο κοινό των VAN HALEN. Με έντονη παρουσία keyboards από τον Eddie VAN HALEN και ένα τεράστιο refrain, το κομμάτι έγινε άμεσα ραδιοφωνικό hit και έδειξε ότι η μπάντα μπορούσε να γράψει μεγάλες επιτυχίες και στη νέα της εποχή.

  1. “Dreams”

Ένα από τα πιο επικά τραγούδια που ηχογράφησαν ποτέ οι VAN HALEN. Η φωνή του Hagar ανεβαίνει σε εντυπωσιακά ύψη, ενώ το τραγούδι χτίζει μια αίσθηση μεγαλείου που το έκανε αγαπημένο τόσο των οπαδών όσο και των συναυλιών της μπάντας.

  1. “Love walks in”

Το τραγούδι που ανέδειξε την πιο μελωδική πλευρά της νέας εποχής των VAN HALEN. Με ατμοσφαιρική εισαγωγή στα synths και μια ιδιαίτερα συναισθηματική ερμηνεία, το κομμάτι έδειξε ότι το συγκρότημα μπορούσε να κινηθεί και σε πιο συναισθηματικές μουσικές περιοχές χωρίς να χάσει τη δυναμική του.

  1. “Best of both worlds”

Ίσως το τραγούδι που συνοψίζει καλύτερα τη φιλοσοφία του άλμπουμ. Ο τίτλος μοιάζει σχεδόν συμβολικός αφού οι VAN HALEN προσπαθούν να κρατήσουν την ενέργεια του παρελθόντος και ταυτόχρονα να ανοίξουν τον ήχο τους σε μια πιο μελωδική κατεύθυνση. Το αποτέλεσμα είναι ένα από τα πιο δυναμικά κομμάτια του δίσκου.

Το εξώφυλλο:

Το εξώφυλλο του “5150” είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα της δεκαετίας του ’80 και δημιουργήθηκε από τον διάσημο καλλιτέχνη William Stout. Στην εικόνα βλέπουμε τον Άτλαντα, τον μυθολογικό Τιτάνα, ο οποίος αντί να κρατά τον κόσμο στους ώμους του, στηρίζει το λογότυπο των VAN HALEN.

Η εικόνα έχει έντονο συμβολισμό. Ο Άτλαντας είναι η μορφή που κουβαλά ένα τεράστιο βάρος και αντέχει και για πολλούς αυτό αντικατοπτρίζει τη στιγμή στην οποία βρισκόταν η μπάντα το 1986. Μετά την αποχώρηση του David Lee Roth, οι VAN HALEN είχαν να σηκώσουν το βάρος της ιστορίας και της φήμης τους, ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να αποδείξουν ότι μπορούσαν να συνεχίσουν χωρίς τον αρχικό frontman τους.

Το εξώφυλλο του “5150” τελικά αποδείχθηκε ιδανικό για τον δίσκο, μια εικόνα δύναμης, πίεσης και ισορροπίας, ακριβώς όπως και η μπάντα εκείνη τη στιγμή της καριέρας της.

Κοιτάζοντας πίσω σήμερα

Κοιτάζοντας πίσω σήμερα, το “5150 ήταν μία στιγμή καμπής στην ήδη εντυπωσιακή δισκογραφία των VAN HALEN. Ένα άλμπουμ που γεννήθηκε μέσα από αβεβαιότητα, ρίσκο και μεγάλες προσδοκίες και τελικά απέδειξε ότι μια μεγάλη μπάντα μπορεί να επιβιώσει ακόμη και από τις πιο δραματικές αλλαγές. Με τον Sammy Hagar στο μικρόφωνο και τον Eddie Van Halen να συνεχίζει να επεκτείνει τα όρια της κιθάρας και της σύνθεσης και να εμπλουτίζει με πλήκτρα τον ήχο τους, οι VAN HALEN βρήκαν έναν νέο δρόμο χωρίς να χάσουν την ενέργεια που τους έκανε θρύλους. Tο μεγαλύτερο επίτευγμα του “5150” είναι πως δεν προσπάθησε να αναπαράγει το παρελθόν, αλλά τόλμησε να δημιουργήσει μια νέα εποχή.

Δημήτρης Σειρηνάκης

MYRATH – “Wilderness of mirrors” (earMUSIC)

0
Myrath

Myrath

Το μαγικό χαλί των Τυνήσιων MYRATH είναι έτοιμο να απογειωθεί για το έβδομο ταξίδι του. Ένα συγκρότημα που καταφέρνει να ξεχωρίσει με ευκολία και αποστασιοποιείται από την ομοιομορφία που χαρακτηρίζει σε μεγάλο βαθμό τη σκηνή του σήμερα. Το δε “Legacy” του 2016 ανήκει στους αγαπημένους μου δίσκους. Έκτοτε νιώθω ότι με κάθε προσπάθεια χανόταν και ένα κομμάτι της μαγείας τους, με αποκορύφωμα το “Karma” που κέρδισε μία θέση στη λίστα με τις απογοητεύσεις μου για το 2024. Όχι πως δεν είχε καλά τραγούδια, αλλά ήταν στριμωγμένα ανάμεσα σε fillers. Ο λόγος ήταν η ηχητική κατεύθυνση που υιοθέτησε η μπάντα, αφήνοντας πίσω της τις έντονες αναφορές στους SYMPHONY X και τις Power Metal εξάρσεις, ενώ αγκάλιασε πλήρως τον Progressive χαρακτήρα της. Σε αυτήν τη νέα συνθήκη, κάπου χάθηκε και η σπιρτάδα στις συνθέσεις τους.

Το “Wilderness of mirrors” το περίμενα με ανυπομονησία, καθώς παρά το πρόσφατό τους στραβοπάτημα, δεν υπάρχουν εύκολα εναλλακτικές που να καταπιάνονται με το συγκεκριμένο μουσικό ύφος, πόσο μάλλον χωρίς τη χρήση brutal vocals. Το τελικό αποτέλεσμα δικαιώνει την εμπιστοσύνη και την υπομονή, αφού νιώθω πως μετά από δέκα χρόνια ακούω και πάλι έναν καθ’ όλα εξαιρετικό δίσκο από τους MYRATH. Η συνθετική προσέγγιση συνεχίζει ακριβώς εκεί που τους άφησε το “Karma”, μόνο που τώρα φαίνεται να βρήκαν τα πατήματά τους. Τα δέκα νέα τραγούδια είναι γεμάτα με ωραίες ιδέες και δημιουργούν έντονο προσωπικό χαρακτήρα, κάτι που κάνει κάθε σύνθεση ιδιαίτερη με τον δικό της τρόπο. Από το catchy ντουέτο του “Until the end” με συμμετοχή της Elize Ryd, στο “The clown” με τα έντονα AOR στοιχεία. Το “Les Enfants du Soleil” με την παιδική χορωδία και καλύτερο riff του άλμπουμ, το άκρως μελωδικό “Breathing near the roar”, αλλά και το αγαπημένο μου “Echoes of the fallen”, με τις ακραία ωραίες φωνητικές γραμμές που στηρίζονται από ένα heavy ρυθμικό υπόβαθρο. 

Το πιο δυνατό χαρτί του “Wilderness of mirrors” είναι η πληθώρα πρωταγωνιστικών στοιχείων και η έντονη παρουσία λεπτομερειών που αυτό δημιουργεί. Ας εξηγήσω. Πρόκειται για έναν μέταλ δίσκο με ανατολίτικη ενορχήστρωση και κάποιους μοντέρνους ήχους. Την ίδια στιγμή μπορεί να ακούγεται ένα βιολί, η φωνή του Zaher Zorgati, με την μπάντα να παίζει από πίσω. Και είναι όλοι εξίσου σημαντικοί. Ο Morgan Berthet στα τύμπανα έχει δημιουργήσει ένα τελείως δικό του παίξιμο με ρυθμούς και γυρίσματα που τραβάνε την προσοχή. Ο Malek Ben Arbia δεν το έχει δύσκολο να εντυπωσιάσει, σερβίροντας κάποια πραγματικά ευφάνταστα παιξίματα. Δεν υπάρχει κάτι που λειτουργεί ως συμπληρωματικό ή αχρείαστο, δημιουργώντας μια κατάσταση όπου πρέπει να επιλέξεις σε ποιο στοιχείο θα δώσεις την προσοχή σου με κάθε ακρόαση. Αυτό είναι αποτέλεσμα και της παραγωγής που είναι υποδειγματική, αφού εκτός από κρυστάλλινο ήχο, καταφέρνει να τονίσει ισόμορφα όλα τα όργανα.

Ο δίσκος αποπνέει μία αίσθηση ελευθερίας και απελευθέρωσης, παρόμοια με αυτή του “Here be dragons” των AVANTASIA. Όπως και εκεί, έτσι και εδώ, δίνεται η αίσθηση ενός καλλιτεχνικού συνόλου που είναι άρτια δεμένο και δομημένο, τη στιγμή που ξεχειλίζει από έμπνευση και θετική αύρα. Ακόμα και το “The funeral” μόνο στενάχωρο και σκοτεινό δεν ακούγεται, αντιθέτως έχει πολύ ανεβαστικό χαρακτήρα. Επειδή ποτέ όμως δεν μπορούν να μείνουν όλοι ικανοποιημένοι, ας πούμε και τι είναι αυτό που θα μπορούσε να αποστασιοποιήσει έναν οπαδό τους. Οι MYRATH του σήμερα είναι λιγότερο παραμυθένιοι και δυνατοί από τους παλαιότερους εαυτούς τους. Λείπει τόσο η κόψη των riffs του “Tales of the Sands” όσο και η θεατρική υπεροχή των “Legacy” και “Shehili”. Κάθε λίγα χρόνια επαναπροσδιορίζουν το ύφος τους, γκρεμίζοντας προσδοκίες που μπορεί να έχουν οι fans τους από αυτούς σε κάθε νέα προσπάθεια. Το κατά πόσο αυτό είναι αρνητικό, αφορά την προσωπική κρίση του καθενός. 

Το αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι πως με το νέο τους πόνημα, οι MYRATH στερεώνουν τη σημαία τους σε μία νέα κορυφή για την καριέρα τους. Άργησαν λίγο να βρουν τον εαυτό τους σε αυτή τη δεκαετία, αλλά πλέον φαίνεται πως τα έχουν καταφέρει. Με αυτοπεποίθηση και ξεκάθαρο καλλιτεχνικό όραμα, το “Wilderness of mirrors” αναδύεται ως μία όαση έτοιμη να υποδεχτεί οπαδούς που απολαμβάνουν και την όμορφη πλευρά του Metal.  

9 / 10

Παύλος Παυλάκης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece