Tuesday, April 7, 2026




Home Blog Page 7

A day to remember… 18/3 [SPIRITUAL BEGGARS]

0
Spiritual

Spiritual

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Sunrise to sundown” – SPIRITUAL BEGGARS
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2016
ΕΤΑΙΡΙΑ: Inside Out
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Staffan Karlsson
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Apollo Papathanasio
Kιθάρες – Michael Amott
Πλήκτρα – Per Wiberg
Mπάσο – Sharlee D’Angelo
Τύμπανα – Ludwig Witt

Το “Sunrise to sundown” είναι το ένατο συνολικά και επίσης πολύ καλό hard rock άλμπουμ στη δισκογραφία της πάντας. Στα φωνητικά βρίσκουμε τον “δικό μας” Apollo Papathanasio από τους FIREWIND, που ανέλαβε τα φωνητικά μετά την αποχώρηση του JB για να αφοσιωθεί στους δικούς του GRAND MAGUS. Ουσιαστικά ο Apollo συμμετείχε στην μπάντα από το “Return to zero” και ύστερα, δηλαδή στα τελευταία τρία -μέχρι στιγμής, άλμπουμ των SPIRITUAL BEGGARS.

Μια εξαιρετική φωνή που όπως και οι δύο προκάτοχοί του στην μπάντα (Spice και JB) έδωσε και αυτός το δικό του στίγμα και σφράγισε την πορεία τους με μερικούς εξαιρετικούς δίσκους μαζί τους. Η αλήθεια είναι ότι κοιτώντας την δισκογραφία των SPIRITUAL BEGGARS παρατηρούμε αρκετά μεγάλα δισκογραφικά διαστήματα, γεγονός που έχει να κάνει με την ενασχόληση του αρχηγού Mike Amott με τους ARCH ENEMY που είναι και η κύρια του μπάντα και η πιο επικερδής. Γιατί άλλο πράγμα η δουλειά και άλλο η διασκέδαση και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.

Για να πάμε και στα του δίσκου, ο τελευταίος μέχρι στιγμής δίσκος τους που κλείνει σήμερα 10 έτη κυκλοφορίας, δεν ξεφεύγει από τον χαρακτηριστικό ήχο της τελευταίας περιόδου της μπάντας. Ένας ήχος που φέρει επιρροές από τα μεγάλα σχήματα του hard rock της δεκαετίας του ’70 όπως οι DEEP PURPLE, RAINBOW, UFO και URIAH HEEP. Στα χέρια οποιονδήποτε άλλων αυτό το μείγμα επιρροών θα μπορούσε να αποτελέσει αν όχι τροχοπέδη τουλάχιστον τεράστιο βαθμό δυσκολίας γιατί οι περισσότεροι δεν έχουν εμβαθύνει σωστά και επιμελημένα σε αυτόν τον ήχο. Όχι όμως ο Μike Amott και η ομάδα που τον πλαισιώνει εδώ για άλλη μια φορά. Ο πληκτράς Per Wiberg αν έπαιζε στην δεκαετία του ’70 θα είχε κάνει τεράστιο όνομα με το παίξιμό του, αλλά πλέον τον γνωρίζουν μόνο οι οπαδοί των S. ΒΕGGARS και των ΟPETH. Ο drummer Ludwig Witt που παίζει και στους GRAND MAGUS είναι από τα αρχικά μέλη της μπάντας και ακολουθεί το όραμα του αρχηγού κατά γράμμα και είναι ο πλέον κατάλληλος για αυτή την θέση. Ο μπασίστας Sharlee D’Angelo μόνο άγνωστος δεν είναι, μιας και το όνομά του το συναντάμε στους Κing Diamond, MERCYFUL FATE, WITCHERY, ARCH ENEMY, THE NIGHT FLIGHT ORCHESTRA και δεκάδες άλλα σχήματα.

Το “Hard road”, το πρώτο single έχει μια εισαγωγή που παραπέμπει στις 70s ημέρες των UFO, ένα σφιχτοδεμένο κομμάτι με όλα τα χαρακτηριστικά και τις αρετές του σχήματος να ξεδιπλώνονται μέσα στα τέσσερα λεπτά διάρκεια του. Το “Dark light child” που ήταν το δεύτερο single είναι ένα driving hard rock κομμάτι που ξεχωρίζουν τα πλήκτρα και τα τύμπανα. Πολύ χαρακτηριστική επίσης η ερμηνεία του Apollo. To oμώνυμο κομμάτι που ανοίγει τον δίσκο σε ταξιδεύει ευχάριστα στο παρελθόν αυτής της μουσικής, όταν το refrain ερχόταν να απογειώσει την σύνθεση και να σου καρφωθεί στο μυαλό. Εξαιρετική σύνθεση από ικανούς συνθέτες/παίχτες. Το “Diamond under pressure” μας πάει στο “Woman from Tokyo” των PURPLE, το “What doesn’t kill you” μας ταξιδεύει στα έργα και τις ημέρες  των RAINBOW ενώ το “Still hunter” είναι ένα πιο στακάτο hard rock κομμάτι. Τα πολύ ωραία κομμάτια συνεχίζονται με το “No man’s land” που θυμίζει την εποχή των SABBATH με τον Dio, το Fuzz-αριστό/jamming “Lonely freedom”, το garage rock-άδικο “You’ve been fooled” και το ψυχεδελικό “Southern star” που κλείνει υπέροχα τον δίσκο.

Γενικότερα, είναι φανερό ότι και σε αυτό εδώ τον δίσκο οι μουσικοί που απαρτίζουν το σχήμα παίζουν αυτό που τους αρέσει περισσότερο, αδιαφορώντας για μουσικά trends και ρεύματα. Παίζουν την μουσική που απορρέει από την ψυχή τους μέσα από την καρδιά τους, γεγονός που αποτυπώνεται σε καθεμία ξεχωριστά σύνθεση που βρίσκεται στο “Sunrise to sundown”. Δεν είναι ο δίσκος που θα εξιτάρει τους πρώιμους οπαδούς τους ούτε αυτός που θα φέρει νέους ακροατές στην μπάντα. Αλλά είναι σαφώς ο δίσκος που ο οπαδός του hard rock της δεκαετίας του ‘70 θα τον ακούσει και θα ξαναθυμηθεί το ΜΕΓΑΛΕΙΟ αυτής της μουσικής όπως ακούστηκε πίσω στην θρυλική εκείνη δεκαετία. Και φυσικά πέρασαν δέκα ολόκληρα χρόνια χωρίς ΒEGGARS δίσκο, είναι πολλά και ελπίζω να επανέλθουν δισκογραφικά με κάποια καινούργια δουλειά σύντομα.

Γιάννης Παπαευθυμίου

ROCK HARD FESTIVAL 2026 με ANGRA, BLOOD FIRE DEATH, STRATOVARIUS, DIRKSCHNEIDER και πολλούς ακόμα!!!

0
festival

festival

Το Rock Hard Festival Greece 2025 ήταν ένα απίστευτο Σαββατοκύριακο στην Αθήνα! Η έκδοση του 2025 παρέδωσε ένα σεμινάριο Heavy Metal, αποδεικνύοντας ότι αυτό το νέο φεστιβάλ αποτελεί πλέον μία πάρα πολύ σοβαρή διοργάνωση που αξίζει να γίνεται κάθε χρόνο.

Από τη doom μεγαλοπρέπεια των θρύλων CANDLEMASS με τον Messiah Marcolin στα φωνητικά, μέχρι τη δύναμη των HAMMERFALL, κάθε στιγμή ήταν μαγεία. Οι OVERKILL έφεραν την ασταμάτητη thrash ενέργειά τους, γκρεμίζοντας τα πάντα στο πέρασμά τους, ενώ ο βιρτουόζος της κιθάρας GUS G. & Friends σάρωσε με εκθαμβωτική ακρίβεια. Ζήσαμε επικά singalongs, circle pits και ένα κοινό ενωμένο από τη δύναμη του metal.

Ένα τεράστιο ευχαριστώ σε όλα τα 12 συγκροτήματα, το crew και κάθε headbanger που έκανε το 2025 αξέχαστο. Αν ήσουν εκεί, ξέρεις πόσο ξεχωριστό ήταν. Αν το έχασες, τότε σίγουρα έχασες το πάρτι της χρονιάς!

Αλλά αν όντως το έχασες, μην ανησυχείς — με μεγάλη χαρά ανακοινώνουμε ότι η 2η έκδοση του Rock Hard Festival Greece θα πραγματοποιηθεί το 2026, ξανά στην Τεχνόπολη Δήμου Αθηναίων, στις 11 και 12 Σεπτεμβρίου.

Για τη 2η έκδοση του φεστιβάλ στην Ελλάδα, είμαστε ήδη έτοιμοι να ανακοινώσουμε τα εξής 6 ονόματα:

 

BLOOD FIRE DEATH – performing A Tribute to Quorthon and the Music of BATHORY

Γιορτάζοντας την οραματική κληρονομιά του Quorthon, του ανθρώπου που πρωτοστάτησε στο Black και Viking metal, αυτή η εμφάνιση φέρνει μαζί μια all-star σύνθεση της νορβηγικής Black Metal ελίτ. Αρχικά σχεδιασμένο ως φόρος τιμής στον εκλιπόντα δημιουργό, το project περιλαμβάνει βασικό line-up με τους Erik Danielsson (Watain), Ivar Bjørnson (Enslaved), Blasphemer (Vltimas, ex-Mayhem), Apollyon (Aura Noir) και Faust Djevel, ex-Emperor).

Η καθηλωτική αυτή σύνθεση αποτυπώνει το πνεύμα των ιστορικών ηχογραφήσεων των Bathory, που έχουν χαρακτηριστεί παγκοσμίως ως «καθαρή μαγεία». Για αυτή την ειδική εμφάνιση στην Αθήνα, το σχήμα θα πλαισιωθεί από εμβληματικούς καλεσμένους όπως οι Grutle Kjellson (Enslaved), Gaahl (ex-Gorgoroth), ο πρώην μπασίστας των Bathory, Frederick Melander και ο Attila Csihar των Mayhem. Πρόκειται για μια σπάνια ευκαιρία για το ελληνικό κοινό να παρακολουθήσει αυτόν τον ιστορικό φόρο τιμής, όπου οι πρωταγωνιστές του είδους τιμούν τη μουσική που καθόρισε την πορεία τους. ΚΑΙ ANAMENETAI ΝΑ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ!

 

ANGRAperformingHoly Land 30thFeat. Kiko Loureiro

Το Rock Hard Festival Greece 2026 θα φιλοξενήσει ένα πραγματικά ιστορικό γεγονός, καθώς οι θρύλοι του βραζιλιάνικου power metal ANGRA επιστρέφουν για τον εορτασμό των 30 χρόνων του αριστουργήματος ‘Holy Land’. Παρουσιάζοντας ολόκληρο το εμβληματικό άλμπουμ του 1996 μαζί με κλασικά τραγούδια της καριέρας τους, το show περιλαμβάνει μια σπάνια επανένωση με τον κιθαρίστα Kiko Loureiro.

Η εμφάνιση αυτή αποτελεί μία από τις μόλις δύο ευρωπαϊκές ημερομηνίες αφιερωμένες σε αυτόν τον δίσκο-ορόσημο, καθιστώντας την απολύτως απαραίτητη για fans από όλη την Ευρώπη και όχι μόνο.

Γνωστό για τον συνδυασμό τεχνικού metal με βραζιλιάνικους ρυθμούς και ορχηστρικά στοιχεία, το ‘Holy Land’ κατέχει ξεχωριστή θέση και στην ελληνική metal ιστορία. Το ισχυρό line-up περιλαμβάνει τους Rafael Bittencourt, Felipe Andreoli, Bruno Valverde, Marcelo Barbosa και τον τραγουδιστή Alirio Netto. Η συναυλία θα αποτίσει φυσικά φόρο τιμής και στον αείμνηστο Andre Matos, του οποίου η φωνή καθόρισε την πρώιμη εποχή του συγκροτήματος. Το κοινό μπορεί να περιμένει μια μοναδική, ανεπανάληπτη εμπειρία.

 

STRATOVARIUSA travel through time with a special 90s set!

Οι STRATOVARIUS, που σχηματίστηκαν στη Φινλανδία το 1984, αποτελούν ένα από τα κορυφαία σχήματα του ευρωπαϊκού melodic power metal. Υπό την καθοδήγηση του κιθαρίστα Timo Tolkki, η μπάντα έφτασε στο απόγειό της στα μέσα των 90s με το κλασικό line-up των Timo Kotipelto, Jens Johansson και Jörg Michael.

Αυτή η «χρυσή εποχή» γέννησε δίσκους-σταθμούς όπως τα ‘Visions’ και ‘Episode’, συνδυάζοντας νεοκλασική ταχύτητα με συμφωνικά στοιχεία και επιτυχίες όπως το “Black Diamond”.

Η σχέση του συγκροτήματος με την Ελλάδα είναι βαθιά, με τεράστια απήχηση στα τέλη των ‘90s, αποτυπωμένη και στο live άλμπουμ ‘Visions of Europe’, μέρος του οποίου ηχογραφήθηκε στην Αθήνα. Για αυτή την εμφάνιση, οι Stratovarius θα παρουσιάσουν ένα αποκλειστικό set αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στα 90s, σε ένα ταξίδι στη δεκαετία που τους καθόρισε.

 

DIRKSCHNEIDER – performing Special Best of Accept Set

Το Rock Hard Festival Greece υποδέχεται με υπερηφάνεια τον εμβληματικό Udo Dirkschneider και το συγκρότημά του DIRKSCHNEIDER για μια σπάνια εμφάνιση αφιερωμένη στα θρυλικά τραγούδια που ηχογράφησε με τους ACCEPT.

Με καριέρα σχεδόν πέντε δεκαετιών, η χαρακτηριστική, «τραχιά» φωνή του Udo καθόρισε τον ήχο του γερμανικού metal σε δίσκους όπως τα ‘Balls to the Wall’ και ‘Restless and Wild’. Μετά την αποχώρησή του από τους Accept το 1987, γνώρισε μεγάλη επιτυχία με τους U.D.O., όμως αυτή η εμφάνιση επικεντρώνεται στους διαχρονικούς ύμνους που τα ξεκίνησαν όλα.

Το show θα περιλαμβάνει ένα εξαιρετικό line-up με τον γιο του Sven στα τύμπανα και τον ιστορικό μπασίστα Peter Baltes, ενισχύοντας τη σύνδεση με τη χρυσή εποχή της μπάντας.

 

PRIMORDIAL

Οι PRIMORDIAL, που σχηματίστηκαν στην Ιρλανδία το 1993, έχουν δημιουργήσει μια μοναδική ταυτότητα στο χώρο του extreme metal. Συνδυάζοντας την ένταση του black metal με κελτική παράδοση και επικό storytelling, ξεπέρασαν νωρίς τα όρια των ειδών.

Με πυρήνα τους Pól MacAmhlaigh και Ciarán MacUiliam και τον χαρισματικό τραγουδιστή Alan “Nemtheanga” Averill, αποτέλεσαν έναν από τους πρώτους εκπροσώπους της Ιρλανδίας στη διεθνή black metal σκηνή.

Δίσκοι όπως τα ‘The Gathering Wilderness’ και ‘To the Nameless Dead’ εδραίωσαν τη φήμη τους ως ένα από τα πιο αυθεντικά και σεβαστά ονόματα στο χώρο. Η πρόσφατη κυκλοφορία τους, ‘How It Ends’ (2023), αποδεικνύει ότι το όραμά τους παραμένει αμείωτο.

 

TRIUMPHER

Οι TRIUMPHER από την Αθήνα έχουν αναδειχθεί γρήγορα σε μία από τις πιο δυναμικές δυνάμεις του σύγχρονου epic heavy metal. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2020, συνδυάζουν epic metal με black metal ένταση και θεατρική ατμόσφαιρα.

Το ντεμπούτο τους ‘Storming The Walls’ (2023) και το ‘Spirit Invictus’ (2024) καθιέρωσαν τον ήχο τους, ενώ το τρίτο τους άλμπουμ, ‘Piercing The Heart Of The World’ (2026), ανεβάζει ακόμη περισσότερο τον πήχη με κινηματογραφικές ενορχηστρώσεις και επιβλητικές ερμηνείες.

Έχοντας ήδη εμφανιστεί σε σημαντικά φεστιβάλ όπως τα Keep It True και Up The Hammers, αποδεικνύουν ότι η άνοδός τους δεν είναι τυχαία, χαράσσοντας τη δική τους πορεία στη διεθνή σκηνή.

 

Τα υπόλοιπα 4 συγκροτήματα που θα ολοκληρώσουν το line-up των 10 σχημάτων για το 2026 θα ανακοινωθούν μέσα στις επόμενες 2 εβδομάδες.

Η προπώληση εισιτηρίων για το φεστιβάλ θα ξεκινήσει την 1η Απριλίου 2026 στο:

https://www.rockhardfestival.gr/tickets

 

Περισσότερες πληροφορίες:

WEBSITE:
https://www.rockhardfestival.gr

SOCIAL MEDIA:
Facebook: https://www.facebook.com/RHfestivalGR/
Instagram: https://www.instagram.com/rhfestivalgr/
X: https://x.com/RHfestivalGR
TikTok: https://www.tiktok.com/@rock.hard.festival
YouTube: https://youtube.com/@rockhardfestivalgreece

 

Rock Hard:

Το Rock Hard είναι ένας από τους παλαιότερους και σημαντικότερους heavy metal οργανισκούς παγκοσμίως και ένα από τα κορυφαία περιοδικά στην Ευρώπη από την ίδρυσή του στη Γερμανία το 1983. Η ελληνική του έκδοση κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2005, ενώ από το 2011 συνεχίζει αποκλειστικά online στο www.rockhard.gr.

Εκτός από τη Γερμανία και την Ελλάδα, το Rock Hard εκδίδεται ως περιοδικό και σε Γαλλία και Ιταλία, συγκεντρώνοντας εκατοντάδες χιλιάδες αναγνώστες κάθε μήνα και ακόμη περισσότερους στα social media.

Με τα χρόνια, το Rock Hard έχει ταυτιστεί με την αμεροληψία, την αντικειμενικότητα και την ανεξαρτησία, τιμώντας το παρελθόν και δίνοντας έμφαση στο παρόν και το μέλλον του heavy metal.

 

Φέτος, για να σας προσφέρουμε το καλύτερο δυνατό show, το φεστιβάλ θα υποστηρίζεται από το mobile game ROCK KOMMANDER!

Το Rock Kommander είναι μια γιορτή της Rock και Metal κουλτούρας — διαχειριστείτε τις δικές σας μπάντες, συνδεθείτε με μια παθιασμένη κοινότητα και ζήστε αποκλειστικές συνεργασίες με πραγματικά συγκροτήματα!

SYLOSIS – “The new flesh” (Nuclear Blast)

0
Sylosis

Sylosis

Τους Βρετανούς Θεούς SYLOSIS άργησα να τους εκτιμήσω. Συγκεκριμένα, τους έπιασα στη περίοδο της πανδημίας, στο δεύτερο ξεκίνημα τους (μια και στο διάστημα ’16 – ’19 ήταν διαλυμένοι) με το εκπληκτικό “Cycle of suffering” (2020). Το υπέροχο μοντέρνο thrash τους που χρωστάει τόσο στη παράδοση του είδους όσο και στο metalcore ρεύμα, είναι πραγματικά εθιστική. Περιττό να τονιστεί ότι το επόμενο διάστημα άκουσα την ως τότε δισκογραφία και ανυπομονούσα για το επόμενο χτύπημα! Το “A sign of things to come” (2023) όχι μόνο συνέχισε από εκεί που σταμάτησε ο προκάτοχός του, αλλά όπως κι εκείνος, στρογγυλοκάθησε στην 20άδα μου με τα καλύτερα της χρονιάς.

Οι τύποι δεν σταμάτησαν εκεί! Το ’24 τσίμπα νέο EP “The path” για να μην ξεχνιόμαστε! Και φτάνουμε στις αρχές του ’26 όπου κυκλοφορεί το “The new flesh”. Τρία full-length (μαζί με το καινούργιο) και ένα EP σε διάστημα 6 ετών, ούτε μια από αυτές τις κυκλοφορίες δεν είναι μη υψηλού επιπέδου. Εργατικότητα και έμπνευση, φονικός συνδυασμός. Πάρε το καταστροφικό εναρκτήριο “Beneath the surface” που συνεχίζει από εκεί που σταμάτησαν οι προκάτοχοι του για να στρώσεις χαρακτήρα! Το δε “Erased” με το υπέροχο ρεφρέν του και τα γκρουβάτα riffs του είναι ιδανικό για διάλυση σβέρκου. Το “All glory, no valour” σαρώνει τα πάντα στο πέρασμα του και διαλύει συναυλιακούς χώρους για πλάκα (μέχρι και blastbeats ακούμε).

Το πιο πολυποίκιλο “Lacerations” μας χαρίζει άλλο ένα μελωδικό ρεφρέν ενώ το mid-tempo “Mirror mirror” μας δείχνει τις αρετές των SYLOSIS και σε αυτό τον τομέα. Το “Spared from the guillotine” διεκδικεί τον τίτλο του ολέθρου σε νότες, δείχνοντας ότι την συγκεκριμένη γκιλοτίνα ο σβέρκος μας…δεν τη γλυτώνει! Ειδικά η μικρή παύση πριν πάρει φόρα για το solo…ό,τι καλύτερο! Άλλο ένα κομμάτι που φαντάζομαι σε συναυλιακές συνθήκες ότι θα σκοτώσει κόσμο! Οι ατμοσφαιρικές “πλάτες” με πλήκτρα του “Αdorn my throne”, φροντίζουν να προσθέσουν το κατιτίς παραπάνω, μια βιομηχανική αίσθηση που γίνεται “ζευγαράκι” με ένα αλά FEAR FACTORY riffing. Φυσικά, υπάρχει και το ξέσπασμα σε όλα αυτά.

Είναι υπέροχο να τους βλέπεις να προσθέτουν διαφορετικά πράγματα όσο περνάει ο δίσκος αλλά και οι δίσκοι γενικά. Μιλώντας για τα διαφορετικά πράγματα, ξεχωριστά θέλω να σταθώ σε μια αμιγώς μπαλάντα, το “Everywhere at once”, που έχει μια όμορφη αύρα METALLICA, παραμένοντας παράλληλα στο δικό τους στυλ. Είναι πολύ ωραία η καθαρή φωνή του Josh Middleton (και τσαμπουκαλίδικη φωνή και παιχταράς – άσε κάτι και για μας ρε αγόρι μου!) και είναι μεγάλη στιγμή το να τον βλέπεις να την αξιοποιεί στο 100% σε ένα τέτοιου τύπου κομμάτι. Σε κάθε ακρόαση, σκάει ένα δάκρυ σε αυτό το σημείο του δίσκου. Μέχρι και solo με ακουστική έχουν ρίξει μέσα. Άμα έχεις μεράκι ρε παιδί μου, κάνεις πολύ ωραία πράγματα!

Το ομώνυμο που προηγήθηκε (σοφά κατ’ εμέ), κατέστρεψε ό,τι υπήρχε, το αυτό και με το “Circle of swords” (ώστε κουβαλάτε και σπαθιά κωλόπαιδα…), που τα τύμπανα του είναι πρωταγωνιστές με τον πλέον γουστόζικο τρόπο. Το δε μεσαίο μέρος πριν το solo, δείγμα κλάσης μεγάλου παίκτου που θα έλεγε και ο Αλέφαντος! Τέλος, το “Seeds in the river”, η μεγαλύτερη σύνθεση του δίσκου, ρίχνει τίτλους τέλους με τρόπο εμφατικό και πολυποίκιλο συνάμα (μια και εδώ έχουμε μπαλαντοειδή σημεία που συγκινούν και συγκλονίζουν). Ξανά ακούμε τα καθαρά του Middleton, να δίνουν το δικό τους χρώμα στο μεγάλο φινάλε ενός πραγματικά σπουδαίου και μεγάλου δίσκου. Και παραμένουμε κάτω από 50 λεπτά διάρκειας παρόλα τα πράγματα που συμβαίνουν εδώ μέσα!

3/3 από όταν ξεκίνησα να τους παρακολουθώ, ενώ μιλάμε για άλλη μια προσθήκη σε μια σπουδαία και άκρως ποιοτική δισκογραφία. Οι SYLOSIS, σε πλήρη συμφωνία με τον τίτλο τους που υποδηλώνει επαναπροσδιορισμό (“The new flesh”), δείχνουν νέες πτυχές του ήχου τους ενώ ήδη βρίσκονται στην ελιτ του είδους που υπηρετούν. Όπως μου αρέσει να λέω για τέτοια σχήματα, “το κάνουν να φαίνεται εύκολο”, ενώ μόνο εύκολο δεν είναι! Στρογγυλοκάθησε στη λίστα με τους κορυφαίους δίσκους της χρονιάς που διανύουμε, για τρίτη συναπτή φορά. Εύγε κύριοι!

9 / 10

Γιάννης Σαββίδης

WOLVERINE – “Anomalies” (Music Theories Recordings)

0
Wolverine

Wolverine

Και καλείται ο γράφων, δηλωμένο “αρρωστάκι” με τους WOLVERINE να βγάλει το φίδι από την τρύπα. Τουτέστιν, να βάλει στην άκρη τα συναισθήματα του και να παρουσιάσει μία όσο το δυνατόν αντικειμενικότερη άποψη για μία κυκλοφορία που ανέμενε με στωικότητα χρόνια . Πολλά χρόνια. Και αν στο μεταξύ δεν υπήρχε η “τζούρα” του “A darkened sun” EP το 2021 που λειτούργησε ως καταπραϋντικό και τίποτα παραπάνω, τα δέκα χρόνια που πέρασαν από εκείνο το εξαιρετικό “Machina viva” θα φάνταζαν ακόμα μεγαλύτερος Γολγοθάς. Ίσως πάλι να είχαν χαθεί οι ελπίδες συντροφιά με τα ίχνη τους που τα αναζητούσαμε επί ματαίω.

Μάλλον θα πρέπει να το πάρω απόφαση πως σχήματα όπως οι WOLVERINE διαθέτουν μία παντελώς αντισυμβατική προσέγγιση στα έργα τους. Αφήνουν τον χρόνο να λειτουργήσει υπέρ τους, δεν βιάζονται να μπουν στο studio προκειμένου να κυκλοφορήσουν ένα single, προκειμένου να κρατηθούν στην επικαιρότητα. Και σε ποια επικαιρότητα αναφερόμαστε τελικά; Σε εκείνη του progressive; Ή πιο σωστά -και για να μην αδικήσουμε καμία υπο-ομάδα του- εκείνου που προτάσσει την καρδιά και το συναίσθημα; Την ψυχική ανάταση που απορρέει από την εσωστρέφεια; Ή μήπως την αβάσταχτη μελαγχολία που οδηγείται με μαεστρία σε ανείπωτες δόσεις λυρισμού και αθεράπευτου ρομαντισμού; Σύντομο ανέκδοτο.

Το ”Anomalies” συνιστά ένα σύνολο ονειρώξεων που έχουν υφάνει ένα πέπλο που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην λύτρωση για το δίπολο καλλιτέχνη-οπαδού. Το απόλυτο μέσο για όσους αντιλαμβάνονται την μουσική ως θεραπεία. “Χαϊδεύει” τις αισθήσεις μας και διαπερνά με ρίγη όλο μας το είναι. Δεν αναζητά την πολυπόθητη γη της επαγγελίας. Βρίσκεται ήδη εκεί και αποζητά μανιωδώς να περιδιαβεί κάθε σπιθαμή της. Με τα μυαλά προσγειωμένα, με ταπεινότητα και εμπιστοσύνη στο όραμα. Με άφθαρτα υλικά και ιδανικά που εξυμνούν την ανθρώπινη φύση. Τα τρωτά της. Αλλά και τα προτερήματά της. Το πεπερασμένο της ίδιας της χρονικής της ύπαρξης αλλά και τον θρίαμβο της επί γης παρουσίας της.

Κινηματογραφικό και όχι φουτουριστικό, έτη φωτός αποστασιοποιημένο από το πολυδαίδαλο σύμπλεγμα  ήχων και εικόνων που πολλοί συνάδελφοι τους έχουν ως προτεραιότητα, στέκονται ως σύγχρονοι ρέκτες μιας απέθαντης λυρικότητας, μιας εσωτερικής ορμής που αδυνατεί να χαλιναγωγηθεί και να μπει σε πλαίσια και κελιά. Οι νόρμες αγνοούνται από επιλογή. Εκεί που η μεταλλική ευαισθησία περιπλέκεται με ηλεκτρονικής μορφής ανησυχίες, εκεί που ο ανθρώπινος πόνος λειτουργεί ως το απόλυτο εφαλτήριο για την αέναη έμπνευση, εκεί, λοιπόν, ο ταξιδιώτης θα συναντηθεί με την μούσα των WOLVERINE. Θα κοντοσταθεί, θα κυριευθεί από μυρωδιές που πλουσιοπάροχα έχουν κατακλύσει τον αέρα και θα αναζητήσει την απολυτότητα της ψυχικής ανάτασης. Το “Anomalies” θα του την προσφέρει πλουσιοπάροχα. Δίχως το παραμικρό αντάλλαγμα. Μόνο τις θύμησες του τότε, του τώρα, του πάντοτε.

Μην αναμένετε παράθεση των highlights της έκτης στουντιακής δουλειάς των Σουηδών progsters… Δεν βρίσκομαι καν σε διαδικασία αναζήτησης στο που θα καταταγεί στην μικρή αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δισκογραφία τους η κυκλοφορία με την οποία καταπιανόμαστε σε αυτό τον χώρο. Και επειδή ανεπιτυχώς προσπαθώ να κρατήσω τα προσχήματα, ας αφήσω τις τυπολατρίες και ας την χαρακτηρίσω με τις πρέπουσες εκφράσεις.

Απίστευτα ελκυστική και ειλικρινώς λατρεμένη. Ένα πόνημα βουτηγμένο στο σκοτάδι που δεν ξεχνά όμως να εφευρίσκει τρόπους να το διανθίσει με νότες αισιοδοξίας. Όπως το αντιλαμβάνεται ο Stefan Zell και οι συνοδοιπόροι του. Και αν το progressive με death metal εσάνς εισαγωγικό σημείωμα με τον οποίο μας είχαν συστηθεί εκεί στα τέλη των 90s έχει ήδη καταχωρηθεί στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, ένα είναι σίγουρο. Οι απάτητες κορυφές που έχουν εξερευνήσει όλα αυτά τα χρόνια οι δημιουργοί του, έστω και αν κινούνται με αργούς δημιουργικούς ρυθμούς, πάντοτε θα βρίσκονται εκεί, απευθύνοντας κάλεσμα προς όλους… Να μας ματώνουν την καρδιά και να τρυπούν τα σωθικά μας…

8,5 / 10

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

STARBENDERS – “The beast goes on” (Sumerian Records)

0

Starbenders

Μία από τις σημαντικότερες και πολύ ιδιαίτερες μπάντες, οι Αμερικανοί STARBENDERS κυκλοφορούν το νέο τους δίσκο “The beast goes on” ανεβάζοντας εκ νέου τον πήχη της ποιότητας για το πως θα πρέπει να παίζεται και να ακούγεται το σύγχρονο rock. Για μία ακόμη φορά, η τετράδα από την Atlanta όχι απλώς εντυπωσιάζει αλλά θα λέγαμε ότι ιντριγκάρει κιόλας με την ηχητική της κατεύθυνση αφού συναντάμε πολλά και διάφορα μουσικά είδη σε πλήρη αρμονία χωρίς να αποσυντονίζουν σε καμία περίπτωση τον ακροατή. Πάμε να τα πιάσουμε από την αρχή…

Όσοι είναι -έστω και λίγο- εξοικειωμένοι με το όνομα των STARBENDERS γνωρίζουν σίγουρα ότι τα δύο βασικά χαρακτηριστικά τους είναι: α) η εκρηκτική frontwoman Kimi Shelter και β) η ιδανική μίξη διαφόρων ήχων και μουσικών κινημάτων από το παρελθόν που «δένουν» υπέροχα μεταξύ τους. Φυσικά και το “The beast goes on” δεν αποτελεί εξαίρεση. Synth rock, alternative pop/rock, glam rock, modern rock αναμειγνύονται δημιουργώντας ένα αψεγάδιαστο ηχητικό κράμα όπου το παρελθόν συναντά το παρόν σε ένα σύνολο 13 συνθέσεων που σε «αναγκάζουν» να τις ακούς ξανά και ξανά. Μιλάμε για αυθυποβολή, όχι αστεία! Η παραγωγή κρυστάλλινη, η ερμηνεία της Kimi σεμιναριακή, η απόδοση της μπάντας στο studio αψεγάδιαστη και τα τραγούδια να έχουν το ειδικό βάρος που οφείλει να έχει ένας δίσκος από ένα συγκρότημα που σέβεται τον εαυτό του.

Οι STARBENDERS ετοιμάζουν βαλίτσες για τη νέα τους ευρωπαϊκή περιοδεία και η Αθήνα συμπεριλαμβάνεται στο πρόγραμμα των εμφανίσεων τους. Θα είμαστε εκεί για όλους τους παραπάνω (και όχι μόνο) λόγους.

8 / 10

Σάκης Νίκας

Weekly Metal Meltdown (7-13/3, CRIMSON GLORY, SABATON, DEVIN TOWNSEND and more)

0
Meltdown 7-13-3

Meltdown 7-13-3

Για άλλη μια εβδομάδα, η στήλη επιστρέφει με μερικά από τα πιο φρέσκα clips που κυκλοφορούν. Η επιστροφή των CRIMSON GLORY, BATTLEROAR, CORROSION OF CONFORMITY, Devin Townsend και PRETTY RECKLESS μας χαροποιεί ιδιαίτερα, επίσης ενδιαφέροντα κομμάτια αυτή την εβδομάδα έχουν οι SABATON, GREEN CARNATION, DRACONIAN, HELLRIPPER, LORD OF THE LOST, SPIRIT ADRIFT, MISTY ROUTE και ΜΥSTFALL. Όλα αυτά μαζεμένα και τακτοποιημένα παρακάτω. Εnjoy!

Οι CRIMSON GLORY ανακοίνωσαν πρόσφατα το ολοκαίνουργιο άλμπουμ τους “Chasing The Hydra”, το πρώτο νέο άλμπουμ μετά από 26 χρόνια και το πέμπτο συνολικά full length της μπάντας. Το άλμπουμ θα κυκλοφορήσει παγκοσμίως στις 17 Απριλίου. Οι πρώτες κριτικές είναι απίστευτες και σήμερα το συγκρότημα κυκλοφορεί ένα νέο κομμάτι μετά το ομότιτλο κομμάτι που είχε κυκλοφορήσει πριν από λίγες εβδομάδες, αυτή την φορά είναι διαθέσιμο το “Angel In My Nightmare”.
Μαζί με τα βασικά ιδρυτικά μέλη Ben Jackson, Jeff Lords και Dana Burnell, το συγκρότημα ανακοίνωσε το 2023 την προσθήκη του καταπληκτικού νέου τραγουδιστή Travis Wills και του κιθαρίστα Mark Borgmeyer. Το σχήμα έχει κάνει πολλές περιοδείες τον τελευταίο χρόνο, καθιστώντας αυτό το άλμπουμ μια από τις πιο αναμενόμενες κυκλοφορίες του 2026 στη Heavy Metal σκηνή!
Μιλώντας για το νέο άλμπουμ “Chasing The Hydra”, οι CRIMSON GLORY είπαν: “Είμαστε εξαιρετικά ενθουσιασμένοι και τιμημένοι για την κυκλοφορία ενός νέου άλμπουμ. Οι θαυμαστές περίμεναν πολύ καιρό και αξίζουν ένα υπέροχο άλμπουμ, και αυτό ακριβώς θα τους δώσουμε. Η φωνή του Travis ήταν το τελευταίο συστατικό που χρειαζόταν για να γίνει αυτό δυνατό. Ανυπομονούμε να το ακούσει ο κόσμος!”
Η έκδοση βινυλίου του “Chasing the Hydra” θα κυκλοφορήσει και θα διανεμηθεί από την No Remorse Records. Επιπλέον, η No Remorse Records θα πουλήσει επίσης αποκλειστικά στο ηλεκτρονικό της κατάστημα μια πολυτελή έκδοση box set, περιορισμένη και αριθμημένη χειρόγραφα σε μόνο 100 αντίτυπα(είναι ήδη sold out πλέον) συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης βινυλίου σε αποκλειστικό χρυσό χρώμα, μιας αποκλειστικής κασέτας, της έκδοσης σε CD και μιας πλήρως υπογεγραμμένης φωτογραφίας των CRIMSON GLORY.

Photo by Ben Alexis

Οι SABATON ξεπερνούν για άλλη μια φορά τα όρια του είδους. Σε συνεργασία με το δημοφιλές online βιντεοπαιχνίδι World of Warships, το Σουηδικό συγκρότημα κυκλοφορεί σήμερα ένα ολοκαίνουργιο single, το “Yamato”, μαζί με ένα μουσικό video που βλέπουμε φυσικά παρακάτω. Κυκλοφορώντας μέσω της Better Noise Music, είναι το πρώτο single του συγκροτήματος από το “Legends” του 2025 (το ντεμπούτο άλμπουμ των SABATON για την αμερικανική δισκογραφική εταιρεία). Το “Crossing The Rubicon” (feat NOTHING MORE) από αυτό το album ήταν το πρώτο single του συγκροτήματος που έφτασε στο Top 10 στα Billboard Mainstream Rock charts -και ανέβηκε επίσης στο Top 10 των γερμανικών Rock Radio charts.
Το “Yamato” σηματοδοτεί τη δεύτερη συνεργασία μεταξύ του συγκροτήματος και της Wargaming για το online παιχνίδι World of Warships μετά το εξαιρετικά δημοφιλές τραγούδι “Bismarck”. Για πρώτη φορά στο World of Warships, διατίθεται ένα πλοίο με το εμπορικό σήμα των SABATON, μαζί με διαλόγους από τον τραγουδιστή Joakim Brodén και τον μπασίστα Pär Sundström. Εκτός από διάφορα μεμονωμένα αντικείμενα στο παιχνίδι, ο Joakim Brodén μπορεί να αναλάβει το τιμόνι του πλοίου, ενώ το τυπικό soundtrack μάχης αντικαθίσταται από το “Yamato” ή το “Bismarck”, μετατρέποντας κάθε μάχη σε μια επική metal εμπειρία. Το “Yamato” ήταν το όνομα ενός από τα πιο σημαντικά θωρηκτά της Ιαπωνίας που αναπτύχθηκε στην Ιαπωνία υπό την αυστηρότερη μυστικότητα ειδικά για ναυτικό πόλεμο. Το “Yamato” τελικά βυθίστηκε στη Μάχη της Οκινάουα το 1945.
Στο πλαίσιο μιας συνεργασίας με το World of Warships και το Wargaming, το συγκρότημα γύρισε το συνοδευτικό μουσικό video τον περασμένο Οκτώβριο στο Βελιγράδι της Σερβίας. Κατάλληλα, απεικονίζει τους SABATON στο ομώνυμο πλοίο κατά τη διάρκεια της τελικής του μάχης καθώς βυθίζεται στον αδυσώπητο ωκεανό ενώ το συγκρότημα αγωνίζεται για τη ζωή του. Κύματα σκάνε πάνω από το κατάστρωμα, αλλά κάθε μέλος του συγκροτήματος συνεχίζει να παίζει το όργανό του, ακόμα και όταν το χάος κατακλύζει τους μουσικούς έναν προς έναν.

Μετά την κυκλοφορία των singles “Blind God” και “Hail”από το επερχόμενο άλμπουμ τους “Ethos” που θα κυκλοφορήσει στις 20 Μαρτίου μέσω του γαλλικού label, Bitume, οι Αθηναίοι Alternative metallers MISTY ROUTE προχώρησαν στα αποκαλυπτήρια και ενός τρίτου single από τον δίσκο.Ο λόγος για το “Freedom” που το παραθέτουμε παρακάτω για ακρόαση.
Η μπάντα αναφέρει: “Βασισμένο, όπως και τα προηγούμενα δύο singles, στην κοινωνική θεματολογία το τραγούδι μιλάει για την ελευθερία τόσο με την κυριολεκτική όσο και με τη μεταφορική της έννοια. Αναφέρεται σε όλα αυτά που φυλακίζουν το μυαλό μας, τους φόβους, τις αμφιβολίες, τα όρια και τα στερεότυπα που φυτρώνουν μέσα μας και μας παροτρύνει να αποδράσουμε από αυτά σπάζοντας τις “αλυσίδες” που μας κρατάνε πίσω και ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια προσφέροντας μια αγκαλιά σε όσους πολεμούν καθημερινά για την ελευθερία τους”.
Την κυκλοφορία του άλμπουμ θα ακολουθήσει η live παρουσίαση του στο Ίλιον plus το Σάββατο 25 Aπριλίου, παρέα με τους HΟΝΕΥΒΑDGER και BLACK STONE MACHINE.

Photo by Gunnar Liestøl

Τρεις δεκαετίες μετά την έναρξη μιας ιστορικής καριέρας, οι GREEN CARNATION συνεχίζουν να αντέχουν στη δοκιμασία του χρόνου. Μόλις πέρυσι, οι Νορβηγοί βάρδοι της προοδευτικής μουσικής έφτασαν σε συντριπτικά υψηλά επίπεδα κατά τη διάρκεια του μεγαλοπρεπούς και ζοφερού πρώτου κεφαλαίου της πολυαναμενόμενης τριλογίας άλμπουμ τους. Τώρα, καθώς το συγκρότημα βυθίζεται σε βαθύτερα, πιο σκοτεινά και πιο προσωπικά βάθη στο δεύτερο μέρος του “A Dark Poem” ξεπερνούν την επιφάνεια με την συναισθηματική κορύφωση του άλμπουμ.
Σήμερα, οι GREEN CARNATION κυκλοφορούν το δεύτερο προηγμένο single από το “A Dark Poem  Pt II: Sanguis”. Ενώ είναι πλημμυρισμένοι από μελαγχολία για το παρελθόν, το “I Am Time” αρπάζει τη στιγμή με τον ακλόνητο έλεγχο και τα ωμά συναισθήματα του συγκροτήματος.
“Το “I Am Time” είναι ένα από τα τραγούδια από την επερχόμενη τριλογία άλμπουμ “A Dark Poem” που συζητά την εύθραυστη φύση της ζωής μας”, λέει ο τραγουδιστής  Kjetil Nordhus. “Δεν έχουμε έλεγχο του χρόνου. Πρέπει να προσπαθήσουμε να ζήσουμε στο εδώ και τώρα, πριν ξαφνικά να είναι πολύ αργά”.
“Για να γίνει το τραγούδι λίγο πιο ενδιαφέρον, οι στίχοι προσωποποιούν τον χρόνο” λέει ο μπασίστας και στιχουργός Stein Roger Sordal. “Αφορούν το πώς πρέπει να σεβόμαστε και να αγαπάμε τον χρόνο που έχουμε”.

Photo by Elena Vasilaki

Η No Remorse Records ανακοινώνει το νέο ολοκληρωμένο άλμπουμ των BATTLEROAR με τίτλο “Petrichor” που πρόκειται να κυκλοφορήσει στις 24 Απριλίου. To lyric video για το πρώτο single “The Missing Note” παρατίθεται παρακάτω.
Σχηματισμένοι το 2000 στην Αθήνα, οι BATTLEROAR έχουν χαράξει την πορεία τους ως μία από τις κορυφαίες δυνάμεις του ευρωπαϊκού epic metal. Εμπνευσμένοι από θρυλικά συγκροτήματα όπως οι MΑΝΙLLA ROAD και οι OMEN (τόσο ο Mark Shelton όσο και ο Kenny Powell έχουν εμφανιστεί ως guests σε προηγούμενα άλμπουμ των BATTLEROAR) το ελληνικό συγκρότημα θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά epic metal συγκροτήματα της τρέχουσας χιλιετίας. Με το “Petrichor” οι BATTLEROAR παραμένουν πιστοί στον χαρακτηριστικό τους ήχο, προσφέροντας ατμοσφαιρικά περάσματα, δυνατές μελωδίες και έναν δυνατό, δραματικό χαρακτήρα που διαμορφώνεται από την εμπειρία και την πεποίθηση. H παραγωγή έγινε από τον Κώστα Τζώρτζη. Η ηχοληψία από τους Θύμιο Κρίκο, Στάμο Βασιλάκη και Στάθη Παυλάντη. Μίξη & mastering επιμελήθηκε ο Arthur Rizk και το εξώφυλλο o Mars Triumph.

Photo by Therés Stephansdotter Björk

Ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του δεύτερου κύματος του Gothic doom metal οι DRACONIAN, επέστρεψε επιτέλους και επιστρέφουν σε καλύτερη φόρμα από ποτέ! Το νέο τους άλμπουμ “In Somnolent Ruin” θα κυκλοφορήσει από το πνεύμα του καλλιτέχνη στο φως της ημέρας στις 8 Μαΐου μέσω της Napalm Records. Υπόσχεται να είναι ένας από τους πιο προσωπικούς δίσκους στη δισκογραφία του συγκροτήματος, που αποκαλύπτεται μέσα από ένα ονειρικό ταξίδι σε εννέα κομμάτια και τον ποιητικό στίχο του τραγουδιστή Anders Jacobsson. Το νέο άλμπουμ σηματοδοτεί επίσης την επιστροφή της επί χρόνια τραγουδίστριας Lisa Johansson, της τραγουδίστριας του συγκροτήματος για τους πρώτους πέντε δίσκους τους.
Το πρώτο single είναι το “Cold Heavens”, το οποίο αφορά την έλλειψη παρηγοριάς στον Παράδεισο καθώς δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ του να είσαι ζωντανός ή νεκρός.
Ο Johan Ericson για το νέο single: “Χρειαζόμενος ένα τραγούδι με πιο γρήγορο ρυθμό, το “Cold Heavens” ήταν το τελευταίο κομμάτι που γράφτηκε για το “In Somnolent Ruin”. Η πρόθεση ήταν να δημιουργηθεί ένα απλό, άμεσο κομμάτι για να εξισορροπήσει τις μεγαλύτερες συνθέσεις του άλμπουμ και να προσθέσει ευελιξία. Τα χαλαρά φωνητικά της Lisa βρίσκονται στο επίκεντρο, καθοδηγώντας μας μέσα από ένα ζοφερό, κρύο τοπίο πριν δώσουν τη θέση τους στην πιο μοχθηρή και απεγνωσμένη ερμηνεία του Anders. Το τραγούδι τελειώνει με μια αίσθηση παραίτησης, οδηγώντας στο επόμενο κομμάτι του άλμπουμ”.

Photo by MM Photography

Οι Σκωτσέζοι blackened thrash HELLRIPPER είναι στην ευχάριστη θέση να μοιραστούν ένα νέο τραγούδι από το επερχόμενο, τέταρτο στούντιο άλμπουμ τους, “Coronach”, που θα κυκλοφορήσει παγκοσμίως αργότερα αυτόν τον μήνα, στις 27 Μαρτίου μέσω της Century Media Records. To επιθετικό κομμάτι “Mortercheyn” σε ένα video που παρήγαγε, σκηνοθέτησε και μοντάρισε ο David Gregory το βλέπουμε παρακάτω.
Ο ιθύνων νους των HELLRIPPER, κιθαρίστας/τραγουδιστής και τραγουδοποιός James McBain σχολιάζει το “Mortercheyn” ως εξής: “Όπως και το προηγουμένως κυκλοφορημένο “Kinchyle (Goatkraft and Granite)” οι στίχοι σε αυτό το κομμάτι προέρχονται από μια πιο προσωπική οπτική γωνία. Ο ίδιος ο τίτλος είναι μια μικρή αναφορά σε ένα κομμάτι από το προηγούμενο album “The Nuckelavee” και το mortercheyn λέγεται ότι είναι η ασθένεια που μεταδίδεται από το πλάσμα στο πέρασμά του. Είναι μια μεταδοτική και θανατηφόρα ασθένεια που επηρεάζει κυρίως τα άλογα και χρησιμοποιείται στο τραγούδι για να αναπαραστήσει την παρακμή και την πτώση του κόσμου.
Μουσικά, το “Mortercheyn” είναι ένα κομμάτι που βασίζεται σε μια δυσοίωνη ατμόσφαιρα που βρίσκεται ανάμεσα στην black metal ατμόσφαιρα των WATAIN και την ωμή επιθετικότητα συγκροτημάτων όπως οι MARTYRDOD και οι SKITSYSDTEM. Νύξεις από WHIPLASH και AGENT STEEL είναι σαφώς εμφανή στο έργο της κιθάρας και συνδυάζονται με κάποια άβολη ατμόσφαιρα εμπνευσμένη από συγκροτήματα όπως οι APHEX TWIN και οι VENETIAN SNARES. Επιφανειακά, μπορεί να μοιάζει με ένα από τα λιγότερο «πολύπλοκα» τραγούδια του άλμπουμ, αλλά νομίζω ότι συμβαίνουν αρκετά πράγματα σε όλη τη διάρκεια.

Photo by Danin Drahos

Το “You Or Me” είναι το τελευταίο single από τους Αμερικανούς θρύλους CORROSION OF CONFORMITY. Το συναρπαστικό νέο κομμάτι προέρχεται από το γιγάντιο νέο διπλό άλμπουμ του συγκροτήματος “Good God/Baad Man” που πρόκειται να κυκλοφορήσει στις 3 Απριλίου μέσω της Nuclear Blast και συνοδεύεται από ένα video που δημιουργήθηκε από το αναγνωρισμένο είδωλο των εικαστικών τεχνών Costin Chioreanu με επιπλέον πλάνα που γυρίστηκαν από τον Mike Holderbeast.
“Με το “You Or Me” οι CORROSION OF CONFORMITY επιστρέφουν στην κορυφή του παιχνιδιού τους. Αυτό το φλογερό, Sabbed κομμάτι είναι ένα θυμωμένο acid ταξίδι στις ρίζες της ανθρώπινης ύπαρξης από την αυγή του ανθρώπου. Σε αυτές τις πρωτόγονες εποχές, είναι σαφές ότι δεν έχουν μάθει πολλά. So Black it’s Blue.”
Προσθέτει το συγκρότημα: “Βαθιά μέσα από τα δάση της Ρουμανίας και το διεστραμμένο μυαλό του αγαπητού μας φίλου Costin Chioreanu έρχονται τα διεστραμμένα οράματά του στη μουσική των CORROSION. Είναι ένα ταίριασμα φτιαγμένο στο καθαρτήριο. Υπάρχουν επίσης μερικές ειδικές προσθήκες από το συνεργείο του [σκηνοθέτη] Mike Holderbeast”.
Τον περασμένο μήνα, οι CORROSION OF CONFORMITY παρουσίασαν  το ντεμπούτο single τους, “Gimme Some Moore”. Το κομμάτι περιλαμβάνει φωνητικά από τον Al Jourgensen των MINISTRY καθώς και τον κιθαρίστα της Madonna, Monte Pittman. Σε παραγωγή του βραβευμένου με Grammy Warren Riker (FUGEES , DOWN, CATHEDRAL) και με εξώφυλλο από τον διάσημο καλλιτέχνη από τη Νέα Ορλεάνη, Scott Guion, το album ηχογραφήθηκε στα Blak Shak Studios στο Riffissippi των ΗΠΑ, στα Dockside Studios στο Maurice της Luisiana και στο home studio του Barry Gibb (BEE GEES) στο Μaimi της Florida.

Photo by VDPictures

Στις 10 Απριλίου θα κυκλοφορήσει το “Opvs noir Vol. 3” το τελευταίο μέρος της τριλογίας άλμπουμ “Opvs noir” των LORD OF THE LOST. Το συγκρότημα από το Αμβούργο παρουσιάζει μια ακόμη προεπισκόπηση με τη μορφή του νέου τους single “My Funeral”, το οποίο, όπως συνήθως, δεν μπορεί να περιοριστεί σε κανένα μουσικό είδος και ενσαρκώνει την αυθεντικότητα για την οποία οι LORD OF THE LOST εκτιμώνται από τους θαυμαστές και όχι μόνο. ​​Οι στίχοι δηλώνουν ότι το μαύρο είναι το “χρώμα της χαράς” με μια δόση ειρωνείας και ορίζουν το ροζ ως το νέο χρώμα του πένθους, κάτι που υπογραμμίζεται οπτικά από το συνοδευτικό μουσικό video. Το “My Funeral”, παρά το όνομα, μεταφέρει το θετικό μήνυμα, επεκτείνοντας τα σχεδόν γοτθικά ηχοτοπία, ενώ παράλληλα πασπαλίζει με χιουμοριστικούς στίχους, προωθώντας το μαύρο ως χαρούμενο χρώμα.
Άλλα 11 μαγευτικά τραγούδια επεκτείνουν το πολύχρωμο ρεπερτόριο του συγκροτήματος από το Αμβούργο. Μετά το σαγηνευτικό “Blood & glitter” το οποίο τους έφερε στον μεγάλο τελικό του Διαγωνισμού Τραγουδιού της Eurovision 2023 και μια συμμετοχή στο #1 των charts στην πατρίδα τους τη Γερμανία, οι LORD OF THE LOST επιδεικνύουν για άλλη μια φορά την απαράμιλλη ποικιλομορφία τους.
Το “Opvs Noir Vol. 3 συνεχίζει να περπατά στο απρόβλεπτο ταξίδι των LORD OF THE LOST χωρίς να αρκείται στο οικείο. Ολοκληρώνοντας μια εντυπωσιακή τριλογία, αυτός ο δίσκος σε παίρνει από το χέρι και σε καθοδηγεί στο πιο σκοτεινό σου μονοπάτι.

Photo by Tom Hawkins

Ο Devin Townsend ανακοινώνει το φιλόδοξο, ορχηστρικό metal έργο “The Moth” που θα κυκλοφορήσει στις 29 Μαΐου μέσω της Inside Out Music, ένα project που βρίσκεται σε εξέλιξη πάνω από μια δεκαετία. Το πρώτο single “Enter The City” μόλις δόθηκε στην δημοσιότητα.
Ο Καναδός έχει χτίσει μια καριέρα σε ξεχωριστούς δημιουργικούς κόσμους, βαριά άλμπουμ, ατμοσφαιρικές παρεκκλίσεις, κυκλοφορίες που βασίζονται σε χαρακτήρες, το καθένα με τη δική του λογική και σύστημα καιρού. Η τελευταία του κυκλοφορία “The Moth” είναι διαφορετική. Έρχεται χωρίς προϋπάρχον πρότυπο, όχι ως άξονας για χάρη της καινοτομίας, αλλά ως κορύφωση: ένα έργο που σχεδιάστηκε εξαρχής ως ορχηστρικό, χορωδιακό και θεατρικό σε εμβέλεια, με την κλίμακα που απαιτείται για να υπογραμμίσει τη συναισθηματική μεταμόρφωση στην καρδιά της ιδέας. Αυτό το άλμπουμ 24 κομματιών ξεκίνησε ως ένα ασαφές όραμα πριν από περισσότερο από μια δεκαετία. Υπήρχε στο πίσω μέρος του μυαλού του Devin ως το «έργο της ζωής» του. Στη συνέχεια, πριν από περίπου έξι χρόνια, μετά από μια ακουστική παράσταση στο Άμστερνταμ, ο Tοwnsend προσέγγισε τον επικεφαλής της Ορχήστρας και Χορωδίας της Βόρειας Ολλανδίας με μια προσφορά: να φέρει ορχηστρικό μεγαλείο στην εκτενή δισκογραφία του Devin.
Όπως εξηγεί ο Devin, το “The Moth” είναι «μια χαλαρή ιστορία που ακολουθεί κάποιον που συνειδητοποιεί ότι τα παλιά πρότυπα συμπεριφοράς δεν τον εξυπηρετούν πλέον. Σκάβοντας και καθισμένοι με τον εαυτό του, αποκαλύπτεται μια εσωτερική σύγκρουση, μια σύγκρουση στην οποία μπορεί να αντιστέκεται ή να δικαιολογεί ασυνείδητα για χρόνια», και το “Enter The City” έρχεται προς την αρχή αυτής της ιστορίας.

Photo by Peter Papapetros

Οι MYSTFALL κυκλοφόρησαν ένα βίντεο για το τραγούδι “Sleeper In The Abyss”, το τρίτο single από το νέο άλμπουμ “Embers Of A Dying World” που θα κυκλοφορήσει στις 20 Μαρτίου από την Scarlet Records. Eίναι ο δεύτερος δίσκος για την ελληνική συμφωνική metal μπάντα με επικεφαλής την soprano τραγουδίστρια Μαριαλένα Τρικόγλου.
H παραγωγή, μίξη και mastering έγινε από τον Διονύση Χριστοδουλάτο (SΟRROWFUL ANGELS) στα CFN Recordings Studios, ενώ το εξώφυλλο και το πλήρες artwork από τον Γιάννη Νάκο/Remedy Art Design (KΑΜΕLOT, AMARANTHE, EVERGREY).
Το “Embers Of A Dying World” απεικονίζει μια εναλλακτική διάσταση όπου τα όνειρα είναι ζωντανά και παλεύουν με τους εφιάλτες για να κρατήσουν άθικτο το ανθρώπινο πνεύμα. Η κύρια ιδέα του άλμπουμ αφορά τις συνέπειες των πράξεων κάθε ανθρώπου στη Γη και κάθε τραγούδι είναι μια ιστορία που δεν έχει ειπωθεί ακόμα. Τι θα απομείνει σε αυτόν τον πλανήτη αν συνεχίσουμε να καταστρέφουμε τα πάντα γύρω μας; Πώς θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε από τη δοκιμασία; Υπάρχει ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον; Βρείτε τις απαντήσεις και νιώστε τα συναισθήματα μέσα από τη λίστα κομματιών αυτής της μεγαλοπρεπούς συμφωνικής metal όπερας.

Το πολυπλατινένιο hard rock συγκρότημα THE PRETTY RECKLESS  που σπάει ρεκόρ, ξεκίνησε μια εκρηκτική νέα εποχή με την ανακοίνωση του επερχόμενου πέμπτου στούντιο άλμπουμ τους “Dear God” καθώς και μιας παγκόσμιας headlining περιοδείας το 2026. Μαζί με την ανακοίνωση έρχεται και το νέο τους single “When I Wake Up”, που κυκλοφορεί τώρα από την Fearless Records και ακούμε παρακάτω.
Σηματοδοτώντας την έναρξη ενός νέου δημιουργικού κεφαλαίου, το “Dear god” αγκαλιάζει την ευαλωτότητα, την ένταση και την καλλιτεχνική ελευθερία, προσκαλώντας τους ακροατές σε έναν από τους πιο ακατέργαστους και ασυμβίβαστους δίσκους του συγκροτήματος μέχρι σήμερα. Το συγκρότημα προσέγγισε το άλμπουμ με μια ανανεωμένη δέσμευση στην αυθεντικότητα, δημιουργώντας έναν δίσκο που ορίζεται από ειλικρινή ερμηνεία και ημερολογιακή σύνθεση τραγουδιών. Το δυναμικό νέο single “When I Wake Up” εξερευνά έναν νέο ήχο για το συγκρότημα, παραμένοντας παράλληλα πιστό σε αυτό που έχει γίνει το σήμα κατατεθέν τους: καυτή κιθάρα, βροντερά τύμπανα και την αδιαμφισβήτητη δυνατή φωνή της Taylor Momsen.
Μιλώντας για το τραγούδι και το νέο άλμπουμ, η frontwoman Taylor Momsen είπε: “Το “When I Wake Up” είναι η ιστορία ενός ονείρου που γίνεται εφιάλτης. Όταν μια ζωή γεμάτη υπερβολές σε οδηγεί σε ένα τρενάκι του λούνα παρκ που είναι καταδικασμένο να καταρρεύσει, αλλά εσύ απλά δεν μπορείς να το δεις. Είναι μια καλή στιγμή…”
Οι PRETTY RECKLESS θα φέρουν την ηλεκτρισμένη σκηνική τους εμφάνιση σε θαυμαστές σε όλο τον κόσμο με την ολοκαίνουργια περιοδεία τους Dear God. Η περιοδεία θα ξεκινήσει στη Βόρεια Αμερική, κάνοντας στάσεις στη Νέα Ορλεάνη, το Ντάλας, το Λος Άντζελες και τη Νέα Υόρκη πριν ολοκληρωθεί στην Ευρώπη. Αυτή η περιοδεία ακολουθεί την απίστευτη διετή περιοδεία τους σε όλο τον κόσμο μαζί με τους AC/DC στην περιοδεία PWR UP.

 

H Aμερικάνικη δισκογραφική 20 Buck Spin μόλις κυκλοφόρησε το νέο κομμάτι με τίτλο “Eternal Celestial Energy” από τους Aμερικάνους doom metallers από το Austin του Τexas SPIRIT ADRIFT που βλέπουμε παρακάτω.
Η μπάντα εξηγεί τα νέα από το στρατόπεδο της μπάντας που δυστυχώς δεν είναι ευχάριστα για τους οπαδούς τους : “Νέο ανεξάρτητο single από τους SPIRIT ADRIFT. Ωστόσο, το έκτο και τελευταίο άλμπουμ των SPIRIT ADRIFT πλησιάζει νωρίτερα από όσο νομίζετε. Θα παρουσιάσουμε δύο ολοκαίνουργια, ακυκλοφόρητα τραγούδια στην επερχόμενη συναυλία μας με τους CROWBAR, EYEHATEGOD και BLACK MAGNET στις 20 Μαρτίου. Σας ευχαριστούμε πολύ όλους εσάς που κάνατε την συναυλία sold out. Θα είναι η τελευταία εμφάνιση των SPIRIT ADRIFT Ανυπομονούμε για τον πιο cool αποχαιρετισμό που θα μπορούσαμε να φανταστούμε, σε μια από τις πιο metal πόλεις στον κόσμο! Με τα λόγια του αγαπημένου μας Ozzy Osbourne…«Σας αγαπάμε όλους!»”

Ραντεβού την επόμενη εβδομάδα.

EDGUY – “Hellfire club” – Worst to best

0
Edguy

Edguy

Το 2004 ήταν μια από τις πιο γεμάτες χρονιές, με απανωτές κυκλοφορίες που σήμερα θεωρούμε κλασικές. Οι EDGUY,  είχαν ένα μεγάλο σερί από άλμπουμ, το οποίο διακόπηκε μόνο από τα απανωτά “Metal Opera”, των AVANTASIA, το 2001-2002, που κατάφεραν στο ανεβάσουν τις μετοχές του συγκροτήματος που μέχρι τότε θεωρούταν το βασικό μουσικό όχημα του Tobias Sammet. Αυτό οδήγησε και στην μεγάλη τους μεταγραφή στην Nuclear Blast και το “Hellfire club” εκτός από το ντεμπούτο τους στην νέα αυτή δισκογραφική, θα ήταν μάλλον και ο τελευταίος άρτιος δίσκος τους, ολοκληρώνοντας ένα σερί με 3 στα 3 (“Theater of salvation”, “Mandrake”, “Hellfire club”).

The “Hellfire club” countdown:

  1. Under the moon” (05:05)

Με ένα πιο σκληρό και ευθύ ριφ (μήπως θυμίζει λίγο το αντίστοιχο του “Nailed to the wheel”;), αυτή η σύνθεση είναι πιο κοντά στο παραδοσιακό power metal με το οποίο μεγάλωσαν οι Γερμανοί στην Φούλντα, ενώ το groove στα μισά, με ένα σχεδόν ανύπαρκτο σόλο, γεμίζει για δυο λεπτά τα οποία λίγο προσφέρουν στο όλο αποτέλεσμα. Είναι μια χαρά τραγούδι, αλλά μπρος στα υπόλοιπα, ακούγεται πιο πεζό. Ακόμα και ο τρόπος που τραγουδάει ο Sammet, που τόσο αγαπάμε, εδώ δεν δείχνει τις πραγματικές του δυνατότητες.

  1. Forever” (05:41)

Μια όμορφη και απόλυτα αναγκαία μπαλάντα, σε ένα δίσκο με πολλά τραγούδια που μου θυμίζει πολύ ANGRA. Τουλάχιστον εδώ αναδεικνύεται και η συνεργασία τους με την συμφωνική ορχήστρα Babelsberg από το Πότσνταμ. Σίγουρα όμως υστερεί, από την στιγμή που συνυπάρχει με το υπέροχο “The spirit will remain” στον ίδιο δίσκο.

  1. Lavatory love machine” (04:24)

Ναι ο Sammet μεγάλωσε με τραγούδια από πολλά sleaze συγκροτήματα της δεκαετίας του ’80, το οποίο όμως για πρώτη φορά μεταφράζεται σε επιρροές σε τραγούδι των EDGUY, συνδυασμένο με Γερμανικό χιούμορ σε μια απόπειρα να βγάλουν προς τα έξω την ελαφριά διάθεση που επικρατούσε και μέσα στις τάξεις του σχήματος. Σαν σύνθεση δεν λέει πολλά, όμως αυτή η χιουμοριστική του πλευρά το έκανε χιτάκι. Μέχρι εκεί όμως, διότι δυστυχώς η «επιτυχία» του, οδήγησε το συγκρότημα σε περισσότερες τέτοιες απόπειρες. Δυστυχώς. Δεν ξέρω αν είναι το χειρότερο του δίσκου. Εγώ το τοποθέτησα εδώ, επειδή είναι λιγότερο πεζό κι αναμενόμενο από τα παραπάνω.

  1. Rise of the morning glory” (04:39)

Ο ορισμός του euro-power, με αλλαγές στο tempo, αλλά με θετική διάθεση και ερωτικά innuendos, το “Rise…” είναι για να το ακούς δίχως να σκέφτεσαι τους αστείους του στίχους. Με δισολία και τον Felix Bohnke να δίνει πόνο, είναι από την μια απόλυτα ευχάριστη σύνθεση, όσο και εύκολα προσπεράσιμη. Από νωρίς ο ήχος των EDGUY ήταν μια υπέροχη μίξη των HELLOWEEN, STRATOVARIUS, GAMMA RAY και ACCEPT. Αυτά τα στοιχεία ακριβώς μας παρουσιάζουν κι εδώ, αλλά δυστυχώς δεν είναι “Babylon”.

  1. Down to the Devil” (05:26)

Σήμα καταταθέν; Σίγουρα. Δεν υπάρχει περίπτωση να ακούσεις αυτό το τραγούδι και να μην το πιστώσεις στους EDGUY. Και πάλι οι αναφορές στους προπάτορες είναι έντονες, όμως ο Tobias στα 27 του χρόνια πλέον, είχε οριοθετήσει το συνθετικό του ύφος και το “Down to the Devil” είναι ακριβώς το αναμενόμενο metal με το πιασάρικο ρεφραίν στο οποίο τόσο αρέσκεται. Φοβερό δεν το λες, αλλά κολλητικό – παρά τους παιδικούς στίχους του – είναι σίγουρα.

  1. “We don’t need a hero” (05:29)

Αυτός κι αν είναι δυναμίτης! Προσκυνάμε το speed metal των HELLOWEEN και το “We don’t need a hero” μπορεί να είναι λιγότερο αυθεντικό, αλλά είναι καταπληκτικό δείγμα τους πώς πρέπει να αποδίδεται το Γερμανικό metal. Ο Tobi χτυπά εξαιρετικά ψηλές νότες και ο Felix κάνει τα τύμπανα να υποφέρουν. Θα έλεγα πως ακόμα και το κιθαριστικό σόλο του Jens Ludwig, είναι απόλυτα πετυχημένο. Το τραγούδι αυτό, ίσως λόγω των έντονων επιρροών του, δεν χαίρει της αναγνώρισης που του αξίζει, αλλά είναι, όπως προείπα…. δυναμίτης!

  1. King of fools” (04:17)

Single? Oh yeah! Δεν έχει σημασία αν πραγματικά κυκλοφόρησε σε αυτή τη μορφή (που όντως προηγήθηκε ως ΕΡ του άλμπουμ), αλλά το τραγούδι αυτό γράφτηκε για να παίζεται ζωντανά και να εκστασιάζει το κοινό των EDGUY. Νομίζω, πως ακουγόταν σε κάθε περιοδεία έκτοτε και αν τους έχετε δει σε συναυλία, καταλαβαίνετε την επίδραση του “King of fools”. Το άλμπουμ αυτό εισήγαγε περισσότερα hard rock στοιχεία σε σχέση με το παρελθόν τους και το συγκεκριμένο σίγουρα έδωσε το έναυσμα στον Tobi για να μπολιάσει την μουσική των EDGUY (και των AVANTASIA αργότερα) με περισσότερα τέτοια στοιχεία. Σε αντίθεση με το “Lavatory love machine”, αυτό είναι το hard n’ heavy που ταιριάζει στους Γερμανούς.

  1. Lucifer in love” (0:32) / “Navigator” (05:20)

Μετά τον πρόλογο “Lucifer in love” (τι θέλει να πει ο ποιητής;), έρχεται αυτό το 5άλεπτο mid-tempo με τα χορωδιακά φωνητικά στο ρεφραίν και ίσως το πιο πετυχημένο σόλο ολόκληρου του δίσκου. Ο Tobias ανεβοκατεβαίνει με την φωνή του στις στροφές, δίνοντας μια θεατρική αισθητική και σίγουρα τα στοιχεία αυτά, εύκολα παραπαίμπουν στους AVANTASIA και ένα στυλ που εμπεδώσαμε περισσότερο στις μελλοντικές τους κυκλοφορίες. Σίγουρα είναι από τα καλύτερα τραγούδια του “Hellfire club” και εν μέρη μια συνέχεια του “The headless game”. Στα δεύτερα φωνητικά, διακρίνονται τόσο η Amanda Sommerville όσο και ο Thomas Rettke (HEAVENS GATE).

  1. The spirit will remain” (04:12)

Αυτή η έμπνευση ακόμα δεν μπορώ από πού προήλθε. Είναι τόσο διαφορετική από οτιδήποτε είχαν κάνει οι EDGUY και είναι τόσο κινηματογραφική, που θα ταίριαζε εκτός από κάποιο soundtrack και στους AVANTASIA. Εκείνη την περίοδο ο Sascha Paeth, ο οποίος ηχογράφησε το “Hellfire club”, μαζί με την Amanda Sommerville, είχε κυκλοφορήσει το project AINA, λίγους μήνες νωρίτερα. Μουσικά, το “The spirit will remain” παραπέμπει απόλυτα σε αυτή την προσπάθεια, ενώ η έντονη χρήση της ορχήστρας σίγουρα εκτοξεύει την αξία του. Παράλληλα η φωνητική απόδοση του Tobias είναι εξαιρετική και το τραγούδι αυτό είναι μια ζωγραφιά. Λατρεμένο, όσο κι αν δεν έχει καμία σχέση με την ιστορία και τον χαρακτήρα των EDGUY,  εξ ού κι επιλέχθηκε να κλείσει τον δίσκο ως άλλο outro.

  1. The piper never dies” (10:07)

Το μακροσκελές έπος που δίχως αμφιβολία, οδηγεί σε έντονες συγκρίσεις με τους AVANTASIA, είναι από τα διαμάντια του “Hellfire club”. Ξέρω πως για πολλούς είναι η πραγματική κορύφωση του άλμπουμ. Συμφωνώ πως πρόκειται για μια από τις καλύτερες συνθετικές τους εμπνεύσεις και σίγουρα θυμίζει και το 14άλεπτο “Theater of salvation”,

  1. Mysteria” (05:45)

Λοιπόν, δεν υπάρχει φίλος της μουσικής του Sammet που να μην λατρεύει αυτό το τραγούδι. Τόσο στην αυθεντική του απόδοση, όσο και στο ντουέτο του Sammet με τον Mille Petrozza, είναι από τις πιο ψυχαγωγικές στιγμές της δισκογραφίας τους. Τώρα δεν θυμάμαι πώς ακριβώς έφεραν Mille, αλλά ο ηγέτης των KREATOR εμφανίστηκε τόσο απρόσμενα σε έναν δίσκο των EDGUY, όσο μια καταιγίδα σε ένα Αυγουστιάτικο μεσημέρι. Εκείνα τα χρόνια, όταν μιλούσα για τους EDGUY, συχνά αναφερόμουνα σε αυτό το τραγούδι, ως το πιο χαρακτηριστικό του ήχου τους. Καταπληκτικό! Βγαλμένο από τις πιο εμπνευσμένες στιγμές του συγκροτήματος και από τα πιο κλασικά τους.

Γιώργος “King of fools” Κουκουλάκης

A day to remember… 15/3 [KISS]

0
Kiss

Kiss

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Destroyer” – KISS
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1976
ΕΤΑΙΡΙΑ: Casablanca Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Bob Ezrin
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Κιθάρες/Φωνητικά – Paul Stanley
Mπάσο/Φωνητικά – Gene Simmons
Κιθάρες – Ace Frehley
Τύμπανα/Φωνητικά – Peter Criss

Την 15η Μαρτίου 1976, πριν ακριβώς 50 χρόνια, οι KISS κυκλοφόρησαν το “Destroyer”, τον δίσκο που τους έκανε από cult φιγούρες σε παγκόσμια φαινόμενα, με έναν ήχο που ακόμα και σήμερα ακούγεται σαν κινηματογραφικό blockbuster.

Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’70, οι φερέλπιδες και ανατρεπτικοί KISS, είχαν ήδη κυκλοφορήσει τρία αξιόλογα άλμπουμ (“Kiss”, “Hotter than Hell” και “Dressed to kill”), πετυχαίνοντας το εξής παράδοξο: ενώ είχαν καθιερωθεί με την εικόνα και την σκηνική τους παρουσία σε μία σεβαστή βάση οπαδών, οι δίσκοι τους πουλούσαν από μέτρια έως απογοητευτικά. Ωστόσο, αυτή η συνθήκη άλλαξε άρδην το 1975, με την κυκλοφορία του πρώτου ζωντανά ηχογραφημένου τους άλμπουμ, “Alive!”, του πρώτου χρυσού τους άλμπουμ, το οποίο κατάφερε να αιχμαλωτίσει όλη αυτή την ενέργεια των συναυλιών τους, η οποία τους διέφευγε στο στούντιο.

Αυτή η πρωτοφανής, για τα δεδομένα του συγκροτήματος, επιτυχία, ανέβασε το συγκρότημα σε άλλη πίστα, και ανακούφισε την δισκογραφική τους εταιρεία, Casablanca Records. Η ανέλιξη αυτή, ωστόσο, αποδείχτηκε δίκοπο μαχαίρι για το συγκρότημα. Η επόμενη τους δουλειά έπρεπε να είναι αντάξια της νεότευκτης επιτυχίας τους και, επιτέλους, να μπορεί να μεταφέρει όλον τον ενθουσιασμό και ατμόσφαιρα των συναυλιών τους στο στούντιο. Κάπως έτσι, τον Αύγουστο του 1975, οι KISS άρχισαν ήδη να ετοιμάζουν υλικό για το τέταρτο στούντιο άλμπουμ τους, περιοδεύοντας για την προώθηση του “Alive!”.

Προκειμένου να διασφαλίσουν ότι το νέο άλμπουμ θα πετύχαινε αυτούς τους στόχους και θα ξεπερνούσε ό,τι προηγούμενο είχαν κυκλοφορήσει, οι KISS προσέλαβαν τον παραγωγό Bob Ezrin, γνωστό από τις λεπτομερείς και πολύπλοκες παραγωγές του στα μνημειώδη άλμπουμ του Alice Cooper στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’70. Ο Ezrin έφερε μία «κινηματογραφική» προσέγγιση στην διαδικασία ηχογράφησης, ενώ επέμεινε σε εκτενείς πρόβες των τραγουδιών πριν την ηχογράφηση, κάτι που οι KISS δεν είχαν κάνει ποτέ στο παρελθόν.

Έτσι, λοιπόν, το συγκρότημα δούλευε καθισμένο σε κύκλο, με τον Ezrin να εξετάζει εξονυχιστικά κάθε πτυχή του κάθε τραγουδιού, από την δομή της σύνθεσης μέχρι τους στίχους. Έθεσε προκλήσεις στο συγκρότημα να ξεπεράσουν τα συνηθισμένα όρια τους, τόσο συνθετικά όσο και θεματικά, παίζοντας ολόκληρες ιστορίες και πλουσιότερες ενορχηστρώσεις και πιέζοντας τους να τελειοποιήσουν κάθε μικρή λεπτομέρεια στην απόδοση τους. Και ο ρόλος του δεν σταματούσε εδώ: ο Ezrin αναδιάτασσε κομμάτια στα τραγούδια, πρότεινε νέες τοποθετήσεις στα φωνητικά, έφερε μουσικά όργανα ορχήστρας και χορωδία και κυρίως, ενθάρρυνε τους KISS να σκέφτονται την μουσική τους με κινηματογραφικούς όρους, δηλαδή σαν το soundtrack μιας ταινίας. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, το νέο τους εγχείρημα εξελίχθηκε σε ό,τι πιο φιλόδοξο είχαν δοκιμάσει να κάνουν από την αρχή της καριέρας τους.

Όπως είχε αποκαλύψει ο Stanley, οι ηχογραφήσεις με τον Ezrin ήταν σαν ένα «μουσικό στρατόπεδο εκπαίδευσης», όπου ο παραγωγός τους ωθούσε, με τον τρόπο του, να τελειοποιήσουν κάθε κομμάτι που τους αφορούσε εντός της παραγωγικής διαδικασίας. Ξεκίνησαν τις πρώτες ηχογραφήσεις αρχές Σεπτέμβρη του 1975, στα Electric Lady Studios της Νέας Υόρκης, όντας ακόμα μέσα σε περιοδεία και αφού κατάφεραν να κλέψουν λίγο χρόνο ανάμεσα στις live εμφανίσεις τους. Εκεί κατάφεραν να βάλουν κάτω κάποια από τα βασικά κομμάτια του επερχόμενου άλμπουμ τους. Η κύρια δουλειά έγινε λίγους μήνες αργότερα, τον Ιανουάριο του 1976 στο Record Plant. Ο Ezrin επιστράτευσε μερικά ακόμα αντισυμβατικά μέσα για την παραγωγή του. Έφερε το πιάνο δίπλα στις ηλεκτρικές κιθάρες  πρόσθεσε ορχηστρικά και χορωδιακά μέρη, καθώς και ειδικά εφέ, με στόχο να δημιουργήσει ένα πιο «κινηματογραφικό» άλμπουμ, παρά να κάνει μία απλή και άμεση rock ηχογράφηση.

Τα μέλη των KISS δεν είχαν ακαδημαϊκή μουσική εκπαίδευση. Για αυτό, σε τακτά χρονικά διαστήματα, ο Ezrin σταματούσε τα sessions των ηχογραφήσεων για να τους διδάξει τα βασικά της μουσικής θεωρίας. Μάλιστα, σε μία περίπτωση που ο Peter Criss αδυνατούσε να κρατήσει σωστά τον ρυθμό με ακρίβεια, ο παραγωγός τον βοήθησε δίνοντας του ο ίδιος το tempo χτυπώντας ένα κουτί!

Όπως και με πολλά άλλα στοιχεία, εδώ έχουμε και την πρώτη φορά που οι KISS έφεραν μουσικούς εκτός μπάντας για να συνεισφέρουν στον δίσκο. Μέλη της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης παρείχαν συμφωνικά μέρη σε μία μπαλάντα που θα εξελισσόταν στο τεράστιο hit, ενώ ο κιθαρίστας του Alice Cooper, Dick Wagner, χάρισε στο άλμπουμ διάφορα κιθαριστικά μέρη.

Μία από τις πιο «κινηματογραφικές» στιγμές που προέκυψαν κατά τις ηχογραφήσεις ήταν η δραματική εισαγωγή σε ένα τραγούδι, η οποία περιλάμβανε ηχητικά εφέ, όπως το άναμμα της μηχανής ενός αυτοκινήτου και ένα σύντομο δελτίο ειδήσεων στο ραδιόφωνο. Για την ιστορία, ο Ezrin (που κάνει και τον ραδιοφωνικό ρεπόρτερ στο «δελτίο»), βγήκε από το στούντιο, πήρε μαζί του μικρόφωνα και ηχογράφησε πραγματικούς ήχους από ένα αυτοκίνητο ενός υπαλλήλου του στούντιο που ήταν παρκαρισμένο στο δρόμο. Έτσι κατόρθωσε να δημιουργήσει την «κινηματογραφική» ατμόσφαιρα στο τραγούδι, μαζί με το ραδιόφωνο που παίζει το “Rock and roll all nite” και την σφοδρή σύγκρουση στο τέλος του. Τώρα, για το αυτοκίνητο υπάρχουν απλά φήμες. Κάποιοι λένε πως πρόκειται για ένα Pontiac Firebird Trans Am, ενώ άλλοι μιλούν για supercar τύπου Ferrari ή κάποιο ευρωπαϊκό με κινητήρα V8/V12, λόγω του «μουγκρητού» που ακούγεται βαθύ και υψηλών στροφών. Προσωπικά, στοιχηματίζω πως είναι ξεκάθαρα “made in USA” και γιατί όχι και από το Detroit – την τότε Μέκκα της αμερικάνικης αυτοκινητοβιομηχανίας – αφού άλλωστε και οι KISS μας άφησαν ένα hint στον τίτλο του συγκεκριμένου τραγουδιού: “Detroit Rock City”.

Αυτό το τραγούδι, ένα από τα πιο γνωστό ‘70s hits των KISS κατέληξε να είναι το εναρκτήριο του νέου δίσκου, ο οποίος επρόκειτο, μεταξύ άλλων ευφάνταστων ιδεών, να ονομαστεί “Dynasty”! Παρόλα αυτά, πάνω στην βασανιστική προσπάθεια του συγκροτήματος να βρουν τίτλο για το άλμπουμ, ήρθε σαν από μηχανής θεός ο μικρός γιος ενός manager τους, που είπε ότι θα του άρεσε πολύ το “Destroyer”. Η έμπνευση του πιτσιρικά εντυπωσίασε το συγκρότημα που το αποδέχτηκε ομόφωνα και τους έδωσε την βάση και για το οπτικό κομμάτι της νέας κυκλοφορίας.

Γραμμένο από τους Paul Stanley και Bob Ezrin, το “Detroit Rock City”, που ανοίγει το “Destroyer”, αφηγείται την ιστορία ενός fan των KISS που σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα πηγαίνοντας σε συναυλία τους. Σύμφωνα με τον Stanley «κάποιος που ερχόταν στο γήπεδο σκοτώθηκε σε τροχαίο… πόσο παράξενο κάποιος να χάνει τη ζωή του, πηγαίνοντας σε κάτι τόσο διασκεδαστικό». Η εισαγωγή – μία ασυνήθιστη αφηγηματική προσθήκη, καθώς ελάχιστα hard rock τραγούδια ξεκινούσαν έτσι – περιλαμβάνει ένα ραδιοφωνικό δελτίο ειδήσεων με τη φωνή του Ezrin. Η μπασογραμμή, σύμφωνα με τον Gene Simmons, ήταν εμπνευσμένη από το “Freddie’s dead” του Curtis Mayfield. Παρόλο που αρχικά δεν τα πήγε καλά ως single, το “Detroit Rock City” έγινε ένα από τα πιο εμβληματικά κομμάτια των KISS και σταθερό μέρος των ζωντανών τους εμφανίσεων.

To “King of the night time world” που ακολουθεί, προήλθε από τους Hollywood Stars και γράφτηκε από τους Mark Anthony και Kim Fowley. Ο Paul Stanley ξαναέγραψε τους στίχους και προσάρμοσε την ενορχήστρωση για τους KISS. Είναι ένα από τα πιο βαριά και επιβλητικά κομμάτια του άλμπουμ. Ο Ezrin, ακούγοντας το demo, πρότεινε στους KISS να το ηχογραφήσουν. Τα power chords ενισχύθηκαν με πιάνο, δημιουργώντας αυτό που ονομάζεται στην στουντιακή ορολογία “wall of sound”. Ο Stanley περιγράφοντας τη φιλοσοφία του Ezrin, είπε πως «νομίζαμε ότι χρώμα στον ήχο σήμαινε να ρυθμίζουμε τα πρίμα στον ενισχυτή, αλλά με τον Bob καταλάβαμε ότι χρώμα σήμαινε ενορχήστρωση και πολλαπλά επίπεδα ήχου».

Ένα από τα πιο θεαματικά τραγούδια των KISS, το “God of thunder” γράφτηκε αρχικά από τον Paul Stanley για να το τραγουδήσει ο ίδιος, όμως το τραγούδι έγινε το σήμα κατατεθέν του Gene Simmons, που τελικά πήρε τα κύρια φωνητικά, αφού ο Ezrin επιβράδυνε τον ρυθμό. Σύμφωνα με τον Stanley «ο Bob είπε ότι θα το τραγουδήσει ο Gene, κι εγώ καταρρακώθηκα!». Το κομμάτι περιλαμβάνει ασυνήθιστα εφέ, όπως εκρήξεις, κραυγές παιδιών (που ήταν οι γιοι του Ezrin) και ανάποδα ηχογραφημένα τύμπανα. Η απειλητική ερμηνεία του Simmons ταίριαξε απόλυτα με τη σκοτεινή ατμόσφαιρα, μετατρέποντας το τραγούδι σε κεντρικό σημείο της θεατρικής του περσόνας ως “The Demon”.

Το “Great expectations” που κλείνει την πρώτη πλευρά του “Destroyer” είναι ένα από τα πιο ασυνήθιστα τραγούδια στην ιστορία των KISS. Γραμμένο από τους Simmons και Ezrin, διαθέτει ενορχήστρωση με χορωδία και μια μελωδία βασισμένη στη σονάτα “Pathétique” του Μπετόβεν! Η φιλοδοξία του Ezrin ήταν να δώσει στο άλμπουμ κινηματογραφική εμβέλεια, όπως προαναφέρθηκε και για αυτό τον σκοπό περιλαμβάνει τη χορωδία αγοριών του Χάρλεμ μαζί με διαφορετικές «στρώσεις» κιθάρας. Οι στίχοι αντανακλούν τον εγωισμό και τη ρομαντική έπαρση του Gene “Demon” Simmons, που τον ξανακούμε στα φωνητικά, αλλά η μουσική προσέγγιση είναι σαφώς πολύ θεατρική.

Η δεύτερη πλευρά ξεκινάει με το “Flaming youth”, ένα τραγούδι-Φρανκενσταϊν που κατασκευάστηκε από αποσπάσματα πολλών ημιτελών τραγουδιών και δεύτερο single από το άλμπουμ. Ο Ezrin οργάνωσε τα κομμάτια σε μια συνεκτική σύνθεση και πρόσθεσε ένα calliope (εκκλησιαστικό όργανο που λειτουργεί με ατμό!) για να ενισχύσει τον «καρναβαλικό» ήχο. Οι στίχοι μιλούν για τη νεανική επανάσταση και την ελευθερία. Το επόμενο “Sweet pain” είναι, το δίχως άλλο, ένα από τα πιο σκοτεινά και μυστηριώδη τραγούδια του “Destroyer”. Όταν ήρθε η ώρα της ηχογράφησης, ο Ace Frehley ήταν απών, οπότε ο Ezrin κάλεσε τον Dick Wagner (κιθαρίστας του Alice Cooper) για το κιθαριστικό σόλο, παρόλο που, για λόγους marketing, το σόλο πιστώθηκε αρχικά στον Frehley. Οι στίχοι κινούνται στα συνηθισμένα για τον Simmons θέματα περί αποπλάνησης και κινδύνου.

Μέχρι εδώ δεν ακούμε κάτι που να ξεχωρίζει ιδιαίτερα στην δεύτερη πλευρά του δίσκου. Όμως, με το πρώτο single του άλμπουμ τον Μάρτιο του 1976, το “Shout it out loud”, οι ισορροπίες αλλάζουν. Το περίεργο είναι ότι πρόκειται για ένα τραγούδι που –σε αντίθεση με τις προσφιλείς τακτικές του Ezrin – γράφτηκε στο πόδι, στο σπίτι του παραγωγού πριν από μία ηχογράφηση. Κατά τον Paul Stanley «προσπαθούσαμε να αντιγράψουμε κάτι στο ύφος της Motown… φωνητικά τύπου Four Tops με ερωταποκρίσεις». Το τραγούδι έγινε ένας από τους καθοριστικούς ύμνους του συγκροτήματος και γράφτηκε για να γίνει ο απόλυτος συναυλιακός ύμνος. Ήταν το πρώτο νο. 1 hit single των KISS στον Καναδά και μπήκε στο Top 40 των ΗΠΑ.

Παραδόξως, όμως, η μεγαλύτερη επιτυχία του άλμπουμ ξεκίνησε ως ένα demo με τίτλο “Beck”, γραμμένο από τον Peter Criss και τον συνθέτη και παραγωγό Stan Penridge. Και ευτυχώς, κανείς δεν ακολούθησε την συμβουλή του Neil Bogart, αφεντικού της Casablanca Records, που είχε δηλώσει ανοιχτά ενώπιον όλων, ότι το τραγούδι δεν του άρεσε καθόλου. Ο Ezrin το μετέτρεψε σε ορχηστρική μπαλάντα, φέρνοντας τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης για την ενορχήστρωση. Το τελικό κομμάτι, που βαπτίστηκε “Beth”, περιλαμβάνει μόνο τον Criss να τραγουδά, χωρίς τα υπόλοιπα μέλη. Αρχικά, ελέω Bogart, κυκλοφόρησε ως B-side του “Detroit Rock City”, αλλά έγινε η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία των KISS στις ΗΠΑ, καθώς οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί άλλαζαν κατευθείαν την πλευρά του single, επιλέγοντας το “Beth”! Τελικά, αφού κυκλοφόρησε ως αυτόνομο single τον Αύγουστο του 1976 , έφτασε μέχρι το νο. 7 του US Billboard Hot 100 και έγινε χρυσό, ενώ το 1977 κέρδισε και το People’s Choice Award, αυξάνοντας δραματικά την βάση των ακροατών του συγκροτήματος και βάζοντας τους μέσα σε πολλά αμερικάνικα νοικοκυριά, ερχόμενοι σε μία άτυπη συμφιλίωση με την πουριτανική αμερικανική κοινωνία. Χώρια το ότι αποτέλεσε με κάποιο τρόπο έναν πρόδρομου του πολύ εμπορικού είδους τραγουδιού που στα ‘80s θα ονομαζόταν “power ballad” και θα κατακτούσε τα αμερικάνικα (και όχι μόνο) ραδιόφωνα και τηλεοράσεις.

Το “Destroyer” κλείνει με μία ερώτηση. Το “Do you love me?” εξερευνά το θέμα της φήμης και της αβεβαιότητας στις σχέσεις στον κόσμο των rock stars. Κατά τον Paul Stanley «ασχολείται με το αιώνιο ερώτημα: με αγαπάς για αυτό που είμαι ή για αυτά που έχω;». Μουσικά συνδυάζει το glam rock ύφος με την εκλεπτυσμένη και πολύ ταιριαστή παραγωγή του Ezrin, αντανακλώντας την απότομη άνοδο των KISS στην κορυφή.

Το “Destroyer” σηματοδότησε και μια καθοριστική αλλαγή στην εικόνα του συγκροτήματος, ενισχύοντας την ιδέα ότι οι KISS ήταν ημίθεοι και όχι μια οποιαδήποτε rock μπάντα. Αρχικά, για το εξώφυλλο είχε προσεγγιστεί ο κορυφαίος Frank Frazetta, αλλά τελικά το ανέλαβε ο fantasy καλλιτέχνης Ken Kelly, ο οποίος δήλωσε συγκλονισμένος μετά από μια συναυλία τους. Ο Kelly χρειάστηκε να ζωγραφίσει το εξώφυλλο δύο φορές. Η πρώτη εκδοχή έδειχνε το συγκρότημα με τα παλαιότερα κοστούμια του “Alive!” και περιλάμβανε πολύ περισσότερες φλόγες και ερείπια. Η Casablanca Records την απέρριψε ως υπερβολικά βίαιη, ενώ ο μάνατζερ Bill Aucoin θεώρησε πως δεν ήταν αρκετά δυναμική! Η αναθεωρημένη έκδοση απεικονίζει τους KISS ως φιγούρες που μοιάζουν με υπερήρωες, ξεπηδώντας θριαμβευτικά πάνω από ένα μετα-αποκαλυπτικό, ερειπωμένο τοπίο. Το τελικό αποτέλεσμα έγινε μια από τις πιο εμβληματικές εικόνες στην ιστορία του rock, ταιριάζοντας απόλυτα με τον δραματικό και «μεγαλειώδη» ήχο του άλμπουμ. Αυτή η συγχώνευση μουσικής και θεατρικής ταυτότητας έγινε ο πυρήνας του brand των KISS. Και δύο μήνες αργότερα, ο καλλιτέχνης έμελλε να μας χαρίσει ένα ακόμη μυθικό εξώφυλλο, μέσω μίας άλλης κυκλοφορίας, ενός δίσκου-σταθμού στην ιστορία του hard rock και του heavy metal, που δεν είναι άλλος από το “Rising” των RAINBOW.

Όταν το κυκλοφόρησε το “Destroyer”, οι αντιδράσεις ήταν αρχικά ανάμικτες. Ορισμένοι κριτικοί το θεώρησαν υπερβολικά θεατρικό, με το περιοδικό Rolling Stone να ασκεί κριτική περί «φουσκωμένων μπαλαντών» και «στόμφου», αντανακλώντας τον αρνητισμό των δημοσιογράφων της εποχής απέναντι στους KISS. Ωστόσο, με την πάροδο του χρόνου, το άλμπουμ αναγνωρίστηκε ως ένας από τους ακρογωνιαίους λίθους του hard rock των ’70s και ο δίσκος που τους μεταμόρφωσε από ένα δημοφιλές περιοδεύον συγκρότημα σε παγκόσμιο πολιτιστικό φαινόμενο. Έφτασε μέχρι το νο. 11 του Billboard 200 τον Μάϊο του 1976 και παρά τις αργές, αρχικές πωλήσεις, έγινε χρυσό τον Απρίλιο του 1976 και πλατινένιο τον Νοέμβριο του 1976. Μέχρι σήμερα έχει πουλήσει πάνω από δύο εκατομμύρια αντίτυπα μόνο στις ΗΠΑ.

Στην συγκλονιστική περιοδεία που ακολούθησε για την προώθηση του άλμπουμ, το ολοένα αυξανόμενο κοινό των KISS βίωσε το απόλυτο σημείο καμπής, μετατρέποντας τις συναυλίες από μία απλή rock συναυλία σε ολοκληρωμένο «rock θέατρο» επιπέδου Broadway. Το σκηνικό ήταν μια πιστή, τρισδιάστατη αναπαράσταση της μετα-αποκαλυπτικής πόλης από το εξώφυλλο του Ken Kelly, με έναν πύργο πέντε μέτρων και πλατφόρμες που επέτρεπαν στο συγκρότημα να κινείται κατακόρυφα, ενισχύοντας την εικόνα τους με στολές-πανοπλίες υπερηρώων και μαζικότερα πυροτεχνήματα. Υπό την καθοδήγηση του Bob Ezrin, ο οποίος είχε θητεύσει δίπλα στον Alice Cooper, οι KISS άρχισαν να δομούν τη συναυλία τους με θεατρικές «σκηνές» για κάθε μέλος. Για παράδειγμα, ο Gene Simmons στο “God of thunder” έπαιζε την κεντρική στιγμή του “Demon”, φτύνοντας αίμα και φωτιά και πετώντας πάνω από τη σκηνή με υδραυλικό γερανό. O Peter Criss ερμήνευε ζωντανά το “Beth”, τραγουδώντας καθισμένος σε μια θήκη τυμπάνων, ενώ οι Ace Frehley και Paul Stanley είχαν τις δικές τους στιγμές με κιθάρες που πετούσαν καπνούς και τη μοναδική αλληλεπίδραση τους με το πλήθος. Παρά τις τεχνικές και οικονομικές προκλήσεις —καθώς το τεράστιο σκηνικό ήταν δύσκολο στη μεταφορά και συχνά έπρεπε να απλοποιείται για μικρότερους χώρους— η περιοδεία σημείωσε τεράστια επιτυχία. Ήταν η πρώτη φορά που οι KISS ταξίδεψαν διεθνώς (συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης), καθιερώνοντας το μοντέλο του “arena-rock spectacle”, που θα επηρέαζε αργότερα πολλά και διαφορετικά συγκροτήματα όπως οι Iron Maiden και οι Mötley Crüe.

Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του “Destroyer” ήταν η διεύρυνση των ηχητικών δυνατοτήτων του είδους, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται αυτό για ένα συγκρότημα σαν τους KISS. Ο Bob Ezrin προσέδωσε μια κινηματογραφική αισθητική, εισάγοντας ενορχηστρώσεις, χορωδίες και ηχητικά εφέ—μια προσέγγιση σπάνια για το hard rock των μέσων της δεκαετίας του ’70. Ο Paul Stanley, αντανακλώντας αυτή την αλλαγή, δήλωσε ότι «πριν από τον Bob, νομίζαμε ότι η ηχογράφηση δίσκου σήμαινε απλώς να συνδέουμε τα όργανα και να παίζουμε, όμως εκείνος μας έδειξε πώς να χτίζουμε κάτι πολύ μεγαλύτερο». Η αφηγηματική φιλοδοξία του δίσκου, με κομμάτια όπως το “Detroit Rock City”, λειτούργησε ως μια μίνι ροκ όπερα για τη νεολαία και τη μυθολογία των συναυλιών. Εμπορικά, το “Beth”, που καθιέρωσε για πολλούς την φόρμουλα της “power ballad” των ‘80s, ώθησε το “Destroyer” να γίνει ο πρώτος πλατινένιος δίσκος των KISS, εδραιώνοντας την άνοδό τους σε επίπεδο σούπερ σταρ που πλέον έπαιζαν σε αρένες. Και κοιτώντας πίσω, ίσως το “Destroyer” να αντιπροσωπεύει τη στιγμή που οι πλανήτες ευθυγραμμίστηκαν για τους KISS και το αμερικάνικο hard rock παντρεύοντας μουσική, εικόνα και φιλοδοξία.

Κώστας Τσιρανίδης

ΠΡΟΑΚΡΟΑΣΗ: BATTLEROAR – “Petrichor” (No Remorse Records)

0
Battleroar

Battleroar

Εικοσιέξι χρόνια πορείας στον κόσμο του επικού heavy metal. Έξι δίσκοι που υπηρετούν και προτάσσουν το όραμα του δημιουργού, μακριά από επιτηδευμένες νότες και «δήθεν», καλλιτεχνικές και κοινωνικές, «στάσεις ζωής». Αυθεντικότητα και ευθύτητα, ατόφιος και καθαρός χαρακτήρας. Αυτοί είναι οι BATTLEROAR, για αυτό τους ακούω και τους εκτιμώ, εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες…

Μετά από οκτώ ολόκληρα χρόνια, αυτό το σημαντικό μέρος της ζώσας ιστορίας του ελληνικού επικού ήχου, επανέρχεται στη δισκογραφία με το “Petrichor” και το κάλεσμα για την επίσημη προακρόασή του, μας έφερε στα Manos Backline Studios. Έναν εξαιρετικά οργανωμένο χώρο, το «αρχηγείο» της Manos Backline Services, όπου μια μπάντα μπορεί να βρει πραγματικά τα πάντα όσον αφορά τον εξοπλισμό της, για οποιαδήποτε περίσταση.

Βέβαια, «επίσημη προακρόαση» είχαμε μόνον «στα χαρτιά». Καθώς όλοι οι παρόντες, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα, ήταν άνθρωποι πολύ κοντινοί του γκρουπ, η πρόσκληση είχε επί της ουσίας άλλον σκοπό: Να βρεθούμε αυτοί οι φίλοι και γνωστοί και να τα πούμε, όπως θα βρισκόμασταν για έναν μεσημεριανό καφέ. Κάτι που εκτιμήθηκε από όλους και έδειξε τους δεσμούς που μπορούν να υπάρξουν, όταν εκλείπει κάθε κακόβουλο συναίσθημα.

Τι σημαίνει “Petrichor” («Πετριχώρ») αλήθεια; Πρόκειται για μια σύνθετη ονομασία, που προκύπτει από τον συνδυασμό των λέξεων «πέτρα» και «ιχώρ», δηλαδή της πέτρας με το χρυσό υγρό που έρεε στις φλέβες των θεών αντί αίματος, για να περιγράψει την οσμή που αναδύεται από το έδαφος, όταν πέφτουν πάνω του οι σταγόνες της βροχής. Αυτήν την υπέροχη μυρωδιά του νωπού χώματος…

Πάμε όμως στο διά ταύτα, που είναι κι αυτό που αφορά τον αναγνώστη. Όπως είδαμε στο Rock Hard Festival τον περασμένο Σεπτέμβριο, οι BATTLEROAR του 2026, έχουν μια ριζικά ανανεωμένη σύνθεση και τον αρχηγό Κώστα Τζώρτζη (κιθάρα), πλαισιώνουν οι Μιχάλης Καρασούλης (φωνητικά), Ζακ Κοτσίκης (κιθάρα), Λουκάς Λιμπερτός (μπάσο), Γιώργος Τσινάνης (τύμπανα), ενώ επέστρεψε και τυπικά πια, δηλαδή και στο studio, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (βιολί). Ένα line-up το οποίο θεωρώ πως είναι από τα καλύτερα που είχαν ποτέ.

Στο “Petrichor” λοιπόν, ακούμε τα παρακάτω κομμάτια…

1.“The Last Mythkeeper” (Intro)
2. “The missing note”
3. “Atē, Hybris, Nemesis”
4. “Legacy of suffering (Flagellants)”
5. “The Earth remembers, the rain forgives”
6. “What is best in life?”
7. “Chaosbane”
8. “Wiled the Myth”
9. “Storm inside” (CD bonus track)

… την εξαίσια, «ζεστή» παραγωγή έχουν επιμεληθεί οι Κώστας Τζώρτζης, Θύμιος Κρίκος (INNERWISH), Στάθης Παυλάντης (REFLECTION) και Στάμος Βασιλάκης, στη μίξη είναι ο Arthur Rizk (ETERNAL CHAMPION, SUMERLANDS), ενώ το artwork έχει φιλοτεχνηθεί από τον Mars Triumph (TRIUMPHER).

Η διάρκειά του, κατιτίς παραπάνω από 53 λεπτά. Συνεπώς, γίνεται λόγος για μεγάλα σε διάρκεια τραγούδια, στην συντριπτική τους πλειοψηφία. Στοιχείο που εγκυμονεί κινδύνους, αλλά όχι για όσους είναι ικανοί. Αυτοί, μπορούν να το λάβουν σαν χρυσή ευκαιρία ώστε να μεγαλουργήσουν και οι BATTLEROAR, δίχως την παραμικρή αμφιβολία, είναι παραπάνω από ικανοί.

Όλα τα κομμάτια, είναι «ένα κι ένα». Ο χαρακτήρας της μπάντας είναι «παρών», με πολύ έντονο «αποτύπωμα». Οι εξωγενείς επιρροές, έχουν περιοριστεί στο ελάχιστο. Θα πιάσεις μεν ένα επιμεταλλωμένο THIN LIZZY riff εδώ, ένα αντίστοιχο BOLT THROWER εκεί, αλλά η γενική εικόνα που έχει ο δίσκος, είναι πεντακάθαρη: Επικό heavy metal, λιτό, δωρικό, χωρίς φκιασίδια, φρου-φρου, αρώματα και κορδελάκια, με αφηγηματική δομή, έντονη μελαγχολία, που δεν «γονατίζει» μπροστά στα «κλισέ» του είδους.

Οι BATTLEROAR είναι σε top κατάσταση, το βιολί του Παπαδιαμάντη έχει ηγετικό ρόλο και ο νεοφερμένος όχι στη μπάντα, αλλά στο ιδίωμα το ίδιο (!), Μιχάλης Καρασούλης, χαρίζει εκπληκτικές ερμηνείες. Η φωνή του έχει έντονο μεσογειακό ταπεραμέντο και μου θυμίζει έναν πιο «μπρούσκο» Gabriele “Nightcomer” Grilli, τον πρώτο δηλαδή τραγουδιστή των σπουδαίων DOOMSWORD, με τους οποίους οι BATTLEROAR είναι θαρρώ πιο κοντά από κάθε άλλη μπάντα, όσον αφορά τις κοινές αναφορές.

Από τραγούδια, ενώ είναι όλα σε top επίπεδο, ξεχώρισα λίγο παραπάνω, για την ώρα, το τεράστιο (υπό όλες τις έννοιες) “Atē, Hybris, Nemesis”, με την υπέροχη εισαγωγή που θυμίζει ελληνική, έντεχνη μουσική (ναι, ναι και μπράβο!), το “Chaosbane” που είναι κάτι σαν συνέχεια, λογικά, του έπους “Dyvim Tvar” (έχει και παρμένα μέρη από το εκείνο το κομμάτι, ως φόρο τιμής, οπότε καταλαβαίνεις τι γίνεται) και το λυρικότατο “The Earth remembers, the rain forgives”.

Είμαι από αυτούς που λένε πως απολύτως ασφαλή συμπεράσματα δεν μπορούν να βγουν σε μια προακρόαση. Ωστόσο, αυτή η πρώτη «επαφή» είναι ιδιαιτέρως σημαίνουσα, αφού είναι αυτή που δημιουργεί το αρχικό θετικό ή αρνητικό συναίσθημα στον ακροατή και του «ρυθμίζει» τον τρόπο με τον οποίο θα περάσει, ΑΝ περάσει, στις επόμενες ακροάσεις.

Με αυτές λοιπόν τις πρώτες, δικές μου εντυπώσεις, αλλά και μετά από όσα συζητήσαμε μεταξύ μας όσοι θα καλούμασταν να καταθέσουμε τη γνώμη μας επίσημα και δημόσια, μπορώ να διακινδυνεύσω μια πρόωρη τοποθέτηση και να πω ότι το “Petrichor” είναι το πληρέστερο, αρτιότερο, πιο «καλλιτεχνικό» αν θες, άλμπουμ των BATTLEROAR, το οποίο μόνο θα μεγαλώνει, όσο περνά ο καιρός.

Ένα πραγματικό μανιφέστο επικής μουσικής, μια θριαμβευτική επιστροφή.

Καλώς ορίσατε και πάλι, Swordbrothers!

Δημήτρης Τσέλλος
Φωτογραφίες: Έλενα Βασιλάκη

A day to remember… 14/3 [JOE SATRIANI]

0
Satriani

Satriani

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ“Super collosal” – JOE SATRIANI
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ2006
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣJoe Satriani, Mike Fraser
ΕΤΑΙΡΙΑ Epic
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Κιθάρες, μπάσο, πλήκτρα – JOE SATRIANI
Τύμπανα – Jeff Campitelli, Simon Phillips

Αν ο Joe Satriani έχει έναν δίσκο που θα τοποθετούσα στην κατηγορία «κάτω του μετρίου», αυτός θα ήταν το “Super colossal” που κλείνει σήμερα τα είκοσι χρόνια. Έχοντας ξεκινήσει τη δισκογραφική του παρουσία το 1986 και με δέκα δίσκους στη πορεία που έγραψαν ιστορία και διατήρησαν το όνομα του Satriani στο πάνθεο των πιο σημαντικών και καινοτόμων βιρτουόζων, λογικό ήταν κάποια στιγμή να στερεύσει και αυτός από έμπνευση.

Το line-up εδώ είναι ουσιαστικά ο Satriani με τον Jeff Campitelli με μια μικρότερη συμμετοχή από τον σπουδαίο session ντράμερ Simon Phillips. Σε τι λοιπόν έπασχε και συνεχίζει να πάσχει το άλμπουμ αυτό; Ακούστε το πρώτο ομώνυμο κομμάτι που με το καλημέρα μας λέει πως ο Satch είχε υπόψη του μια κιθαριστική μουσική για γήπεδα και αρένες με ογκώδη μεν ήχο στη κιθάρα αλλά απλοϊκά bluesy riff και αντίστοιχες μελωδίες που μνημονεύονται εύκολα και δεν απαιτούν ούτε ιδιαίτερη δεξιοτεχνία ούτε ιδιαίτερες γνώσεις. Ακούστε δηλαδή το εναρκτήριο “Super colossal” και πείτε μου, δεν είναι σαν να ακούτε την πιο ποπ εκδοχή του “I love rock n’ roll”;

Το άλμπουμ ανοίγει τοιουτοτρόπως και κλείνει με το ειλικρινά κακό “Crowd chant”, το ένα από τα τρία κομμάτια με παλαμάκια και ιαχές γηπέδου, εξ ου και ο τίτλος. Οι μελωδίες που το κοινό τραγουδάει σαν απάντηση στη κιθάρα είναι εντελώς απλοϊκές. Ο Satriani πάντοτε έγραφε μουσική που σε γραπώνει και καρφώνεται στο μυαλό, κάτι δύσκολο και σπάνιο στην guitar hero κοινότητα αλλά εδώ πραγματικά απλοποίησε τη συνταγή της επιτυχίας. Ειλικρινά τώρα, είμαι ο μόνος που ξινίζει όταν ακούει παλαμάκια; Είμαι και ο μόνος που ήθελε ίσως εννιά με δέκα κομμάτια αντί για δεκατρία;

Τα προβλήματα, που με ενόχλησαν και πριν είκοσι χρόνια, συνεχίζονται με τις αργές μπαλάντες όπου η απουσία ουσιαστικής μελωδίας και εναλλαγών, καθιστούν τα κομμάτια απλώς βαρετά. Δείτε δηλαδή τους τίτλους: “The meaning of Love” και “A love eternal”. Είναι ειλικρινά σύμπτωση που ο Satch δεν έχει παίξει ζωντανά ούτε ένα κομμάτι από το άλμπουμ εδώ και είκοσι χρόνια;

Το καλοκαίρι του 2006, ο Satriani, με support από τους FIREWIND και έναν νέο και μαινόμενο Gus G, μας επισκέφτηκε στις ολυμπιακές εγκαταστάσεις του beach volley και έπαιξε μόνο τα “Super collosal” και “Crowd chant” ενώ προωθούσε αυτό το άλμπουμ. Αυτό λέει πολλά πιστεύω. Η κατιούσα συνεχίστηκε με μια σειρά απογοητευτικών δίσκων αν και όχι εξίσου όσο το ενδέκατο του σπουδαίου τούτου μουσικού και κιθαρίστα.

Did you know that:

  • Το “Crowd chant” προοριζόταν αρχικά να λέγεται “Party on the Enterprise”, το διαστημόπλοιο στη σειρά επιστημονικής φαντασίας Star Trek, κάτι που άλλαξε όταν ο Satriani δεν κατάφερε να αποκτήσει τα δικαιώματα για να βάλει δείγματα διαλόγου στο κομμάτι. Το κομμάτι, όπως είναι λογικό, ακούγεται σε γήπεδα χόκεϊ και αμερικάνικου ποδοσφαίρου.

Φίλιππος Φίλης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece