Wednesday, March 11, 2026




Home Blog Page 8

LEATHERHEAD – “Violent horror stories” (No Remorse Records)

0
Leatherhead

Leatherhead

Αν είσαι από τους παρατηρητικούς αναγνώστες, καθώς κι από αυτούς που κρατούν σημειώσεις (ναι, υπάρχουν τέτοιοι, είναι αρκετοί, μας «ενοχλούν» συχνά και τους ευχαριστούμε γι’ αυτό), θα έχεις παρατηρήσει πως κάποιες φορές, γίνεται λόγος για μπάντες που αξίζει να τις αναφέρουμε για πράγματα που ΔΕΝ έχουν να κάνουν με την σύνθεση μουσικής. Για το πόσο σωστά και μεθοδικά δουλεύουν, τον βαθμό επαγγελματισμού τους, την πειθαρχία και την υπευθυνότητα που επιδεικνύουν… για όλο αυτό τέλος πάντων που στο εξωτερικό λέγεται “work ethic”. Και οι Λαρισαίοι LEATHERHEAD, είναι μια τέτοια μπάντα.

Παρένθεση εγκυκλοπαιδικής φύσεως: Ωραίο όνομα έχουν, έτσι; Εύηχο και χαρακτηριστικό. Θα έλεγε κανείς πως ίσως να είναι εμπνευσμένο από κάποιον χαρακτήρα τρόμου. Κι όμως, δεν είναι. Κανείς «Δερματοκέφαλος» δεν υπάρχει. Αντίθετα, υπάρχει όντως η ομώνυμη αγγλική πόλη, που βρίσκεται 27 χλμ νοτιοδυτικά του Λονδίνου και που έδωσε την έμπνευση στο γκρουπ να δημιουργήσει την ιστορία μιας άλλης, φανταστικής, κάπου στις Η.Π.Α…

Στα θεμέλια που λες της αμερικανικής Leatherhead, βρίσκεται ένας μαζικός τάφος χιλιάδων αυτοχθόνων Αμερικανών (Ινδιάνων δηλαδή), φονευμένων βάναυσα 200 χρόνια πριν. Ο αρχηγός λοιπόν της εξοντωμένης φυλής, ο οποίος πρωταγωνιστεί στα εξώφυλλα ως άλλη μασκότ και «φορά» στον frontman του γκρουπ φτερά στην κεφαλή σε κάθε συναυλία, εγείρεται από τον τάφο, με υπόσταση κάπου μεταξύ Jason Voorhees και Freddy Krueger και εκδικείται τον χαμό του λαού του. Κοινώς, γίνεται χαμός. Κλείνει η παρένθεση, περισσότερα στους «στίχοι», επιστροφή στο “work ethic”.

Οι LEATHERHEAD δοκιμάσαν τις δυνάμεις τους σε αρκετές σκηνές, εντός και εκτός συνόρων, λαμβάνοντας πολύ καλό βαθμό. Για ενάμιση χρόνο, διάστημα το οποίο λογικά κύλησε «νεράκι» για τη μπάντα, οι Λαρισινοί (για αλλαγή) έδωσαν πολλά live και όλοι όσοι τους είδαν και μου μετέφεραν τις εντυπώσεις τους, μόνο καλά λόγια είχαν να πουν, ταυτιζόμενοι με την εικόνα που κι εγώ ο ίδιος είχα σχηματίσει για τις αρετές τους στο σανίδι. Όταν κάποιος παίζει καλά, παίζει καλά, τέλος. Δεν έχει καμία μα καμία σημασία τι παίζει και αν είναι της αρεσκείας σου. Η καλή απόδοση κερδίζει όλα τα ματς. Και για να παίζει καλά, πάει να πει ότι ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ. Να τα ακούν αυτά ορισμένοι που νομίζουν ότι είναι διασταύρωση METALLICA με JUDAS PRIEST και αν δεν το δουν γραμμένο, κάνουν «μουτράκια».

Στο ομώνυμο ντεμπούτο τους, οι Θεσσαλοί είχαν κάνει ιδιαίτερη αίσθηση. Ο δίσκος χαιρετίστηκε ως μια από τις «χτυπητές» κυκλοφορίες του 2024, ένα πρώτης τάξεως εναρκτήριο λάκτισμα στην, εύχομαι μακρά, δισκογραφική τους πορεία. Ο γράφων ήταν αυτός που για λογαριασμό του Rock Hard ανέλαβε την παρουσίασή του και για να μη μακρηγορούμε και επαναλαμβανόμαστε, μπορείς να ανατρέξεις εδώ, για να διαβάσεις όσα είχα γράψει τότε. Εγώ είμαι εδώ για να σου περιγράψω το «σήμερα». Άλλωστε, πάντοτε θα έχει μεγαλύτερη σημασία από το «χθες».

“Violent horror stories” λοιπόν… Δεύτερο άλμπουμ από τη No Remorse. Νέα σύνθεση, αναλλοίωτη η ταυτότητα. Προσανατολισμός σταθερά προς δυσμάς, δίχως παρεκκλίσεις στην πορεία. “Playing time – 37:37 min”. Δεν έτυχε, πέτυχε. Πραγματεύεται horror καταστάσεις, κυκλοφορεί Παρασκευή και 13. Ξαναπέτυχε. Το “Violent horror stories” ανήκει στο πεδίο του speed metal και μπαλανσάρει τέλεια μεταξύ των FLOTSAM AND JETSAM και των AGENT STEEL, με ενέσεις πρώιμων OVERKILL, NASTY SAVAGE και πιο thrashy και σκοτεινών METAL CHURCH (aka «τα δύο πρώτα»), να το ενισχύουν. ΟΙ επιρροές. Τα όποια USPM στοιχεία (λέγε με αρχαίοι QUEENSRYCHE) υπήρχαν στο “Leatherhead”, μας άφησαν χρόνους.

Σύγκριση.

Το ντεμπούτο δεν υπερτερεί κάπου, έναντι του διαδόχου του. Και έτσι πρέπει! Ομοιότητες πάλι, έχουν. Μια εντοπίζεται στο παρόμοιου concept εξώφυλλο, με το έντονο MELIAH RAGE (“Kill to survive”) vibe και τα πολλά hints – όρεξη να έχεις να τα παρατηρείς. Χεχε, ο Ινδιάνος βγαίνει τώρα μέσα από μια τηλεόραση, αρπάζοντας τον πιτσιρικά που είναι έτοιμος να δει βιντεοκασσέτα από live του γκρουπ. 80s USA, οι MELIAH RAGE είναι cult μπαντάρα, συνεπώς, + ένας πόντος φίλε.

Άλλη στο ότι το speed metal που έχουν διαλέξει ως μουσική κατεύθυνση οι LEATHERHEAD, εξακολουθεί να απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί μονότονο και στο ότι η παραγωγή, καίτοι πέρασε σε άλλα χέρια (Γιώργος Κουγιουμτζόγλου / Αχιλλέας Καλαντζής στο πρώτο, LEATHERHEAD / Κουγιουμτζόγλου / Arthur Rizk στο δεύτερο) είναι και πάλι πολύ καλή.

Αυτά. Τέρμα οι ισοπαλίες. Ώρα να δούμε που υπερτερεί ο διάδοχος.

Πρώτον, δεν κάνει πουθενά κοιλιά και δεν χαμηλώνει πουθενά ο συνθετικός πήχης, εν αντιθέσει με το “Leatherhead” όπου το πρώτο του μισό, ήταν οπωσδήποτε καλύτερο του δευτέρου. Δεύτερον, στα ίδια τα τραγούδια. Σαφώς ανώτερα τα καινούργια, σε σύνθεση, εκτέλεση. Τρίτον, στην απόδοση του τραγουδιστή. Καταρχήν εκτιμώ ιδιαίτερα το ότι ο Μέκρας επιδιώκει να μοιάσει όλο και λιγότερο στον John Cyriis, χαίρομαι να ακούω ότι έχει δουλέψει κι άλλο τη φωνή του, ειδικά στις χαμηλές, εκπλήσσομαι ευχάριστα όταν διαπιστώνω πως σε κάποιες φάσεις, φέρνει λίγο στον έφηβο Eric Knutson.

Όπως προείπα, όλα τα κομμάτια του “Violent horror stories” κυμαίνονται σε πολύ καλά επίπεδα. Ωστόσο, ξεχώρισα λίγο παραπάνω μια συγκεκριμένη τριάδα, την οποία οφείλω να ομολογήσω πως ήδη, ακούω περισσότερο: Το “The visitors” που καλπάζει σαν το “Rager” των AGENT STEEL, το “Something evil (this way comes)” με την κολλητική κιθαριστική μελωδία και το υπέροχο refrain και πάνω απ’όλα το “Children of the Beast”, όπου οι ταχύτητες πέφτουν, το μπαλαντοειδές πρόσωπο του αμερικανικού speed/thrash metal βγαίνει μπροστά κι εγώ θυμάμαι κάτι “Fade to black”, “Doomsday for the deceiver”, “Escape from within” και λοιπά θεουργήματα.

Συμπέρασμα:

Όταν κυκλοφόρησε το “Leatherhead”, ήλπιζα σε μια πολύ καλή συνέχεια, αφού οι δυνατότητες υπήρχαν. Το μόνο που χρειαζόταν, ήταν σωστός προγραμματισμός και σωστή δουλειά. Οι Λαρισινοί δε με διέψευσαν. Δουλεύουν όπως πρέπει και όσο πρέπει, μην τα ξαναλέμε. Εμπειρότεροι, σοφότεροι και ικανότεροι πια, αποκτούν απόλυτη αναγνωρισιμότητα και αν στο μέλλον δε φτάσουμε να μιλάμε για αυτούς με τα καλύτερα λόγια σε παγκόσμια underground βάση, τότε απλά θα έχουν οι ίδιοι χύσει την καρδάρα με το γάλα.

8,5 / 10

Δημήτρης Τσέλλος

A day to remember… 13/2 [HYPOCRISY]

0
Hypocrisy

Hypocrisy

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Abducted” – HYPOCRISY
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΙΑ: Nuclear Blast
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Peter Tägtgren
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, κιθάρες, πλήκτρα – Peter Tägtgren
Τύμπανα – Lars Szöke
Μπάσο – Mikael Hedlund

Δεν πιστεύω πως υπάρχει άνθρωπος που να ασχολείται σοβαρά με τον ευρωπαϊκό ακραίο ήχο και να μην έχει συναντήσει – έστω και έμμεσα – το όνομα Peter Tägtgren. Παραγωγός, μηχανικός ήχου, mastermind, control freak, whatever. Άλλωστα από τα μέσα των 90s και μετά, το Abyss Studio έγινε κάτι σαν “ιερό προσκύνημα” για κάθε ακραία metal μπάντα. Νωρίτερα ο Tägtgren είχε ζήσει στην Αμερική και, επιστρέφοντας στη Σουηδία, σχημάτισε τους HYPOCRISY.

Το ξεκίνημα ήταν ωμό, βλάσφημο, με εκείνη τη χαρακτηριστική αμερικανική death metal οσμή να ξεχωρίζει από το πιο thrash-αριστό «τούπα-τούπα» της σουηδικής σκηνής των ENTOMBED, DISMEMBER και UNLEASHED. Με τα πρώτα άλμπουμ οι HYPOCRISY μπήκαν γερά στο χάρτη. Όμως το πραγματικό άλμα έγινε τον Φεβρουάριο του 1996 με το “Abducted”.

Αν και ήδη από το “The Fourth Dimension” είχαν δείξει πως έχουν αλλεργία με τη στασιμότητα, εδώ έδειξαν εμφατικά πως μπορούν να κάνουν πραγματικά ξεχωριστά πράγματα. Το “Abducted” είναι πιο συνεκτικό, πιο συνειδητοποιημένο και – το κυριότερο – πιο τολμηρό από τον προκάτοχό του. Η μπάντα αλλάζει θεματολογία και βουτάει στη sci-fi παράνοια, στις εξωγήινες θεωρίες συνωμοσίας και στα κυβερνητικά μυστικά που τις καλύπτουν, με το εξώφυλλο να αποτελεί τεράστιο spoiler για το τι παίζει μέσα στο δίσκο.

Το “Roswell 47” που ανοίγει το δίσκο δεν είναι απλά κομμάτι. Ούτε καν απλά ένα hit. Είναι statement. Είναι από αυτά τα τραγούδια που ορίζουν την καριέρα μιας μπάντας. Και σαν να μην έφτανε αυτό, έρχεται το “Killing Art”, ένα από τα πιο ακραία κομμάτια που έχουν γράψει ποτέ, να σου θυμίσει ότι κάτω από τις μελωδίες μπορεί άνετα να υπάρχει σφυροκόπημα και λύσσα. Instant classic τότε, αδιαπραγμάτευτο highlight ακόμα και σήμερα.

Το μεγαλείο όμως του “Abducted” δεν είναι μόνο στα hits. Είναι στο εύρος. Από τα ωμά “Abducted” και “Point Of No Return”, μέχρι τα πιο mid-tempo, σχεδόν υπνωτικά “Paradox” και “Buried”. Και ναι, θα το πω: death metal μπαλάντες. Τα δύο τελευταία κομμάτια είναι μελαγχολικά, ψυχεδελικά, σχεδόν αιθέρια. Αν κάποιος βρει πιο δόκιμο όρο, πραγματικά θα ήθελα να το συζητήσουμε!

Τα πλήκτρα εμφανίζονται πιο έντονα από ποτέ, όχι για να «γλυκάνουν» τον ήχο, αλλά για να του δώσουν νέα διάσταση. Δεν πετάγονται μπροστά για να κλέψουν την παράσταση. Απλά απλώνουν ένα χαλί που κάνει τα ρεφρέν να μοιάζουν μεγαλύτερα απ’ όσο είναι.

Και μετά έχουμε την παραγωγή. Εδώ μιλάμε για masterclass εν έτει 1996. Καθαρή, δυνατή, με κάθε όργανο να ακούγεται ξεχωριστά και να αναπνέει. Ο τόνος της κιθάρας είναι σκέτη ονείρωξη, το μπάσο του Hedlund είναι μπετόν αρμέ φάση και τα drums του Szöke ηδονίζουν με το σφυροκόπημά τους. Και πάνω απ’ όλα, ο Tägtgren,  παραδίδει ίσως την πιο πολυδιάστατη φωνητική του ερμηνεία: βαθιά death growls, black-ίζουσες τσιρίδες, καθαρά περάσματα, παραμορφωμένα ψιθυρίσματα. Ο άνθρωπος με τις… χίλιες φωνές…

Τριάντα χρόνια μετά, το “Abducted” ακούγεται ακόμα φρέσκο, διαχρονικό και απολύτως απειλητικό. Δεν προσπάθησε να χωρέσει σε ταμπέλες. Έδωσε άλλη διάσταση στον όρο Melodic Death Metal: μελωδία χωρίς γλυκανάλατο περίβλημα, ωμότητα, ατμόσφαιρα και πάνω απ’ όλα μακριά από οποιαδήποτε αμετροέπεια.

Θανάσης Μπόγρης

A day to remember… 12/2 [ROTTING CHRIST]

0
Rotting

Rotting

ONOMA ΑΛΜΠΟΥΜ: “Rituals” – ROTTING CHRIST
ETOΣ KYKΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2016
ΕΤΑΙΡΙΑ: Season Of Mist
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Σάκης Τόλης
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ
Σάκης Τόλης – φωνητικά, μπάσο, κιθάρες, πλήκτρα
Θέμης Τόλης – τύμπανα

Το τέταρτο άλμπουμ της ύστερης εποχής των ROTTING CHRIST, η οποία ξεκίνησε με το “Theogonia” το 2007, σηματοδότησε το τέλος της συνθετικής εξελικτικής πορείας τους. Κάθε δίσκος αυτής της εποχής έχει ξεχωριστή ταυτότητα και ιδιότυπη προσέγγιση τόσο στον ήχο, όσο και στην ενορχήστρωση και την επιλογή των φωνητικών. Μάλιστα το “Rituals” είναι ο πιο πολυεπίπεδος δίσκος τους σε επίπεδο φωνητικών, γεγονός που πέτυχε με την συμμετοχή 19 (!) καλεσμένων και φίλων της μπάντας.

Ο ηγέτης τους, Σάκης Τόλης, αυτή τη φορά εμπνεύστηκε την θεματολογία από κάθε πολιτισμό ξεχωριστά με τον οποίο έχει έρθει σε επαφή μετά από τις πάρα πολλές συναυλίες τους σε κάθε σημείο του πλανήτη. Η έμπνευση για κάθε τραγούδι σε επίπεδο σύλληψης είναι σε τόσο υψηλό επίπεδο, που οι guests είναι πλήρως εναρμονισμένοι με το όραμα του συνθέτη. Κάπως έτσι το “Rituals” είναι ένα κολλάζ αυτόνομων προσεγγίσεων στην έννοια της τελετής, όπως καθορίζεται στους πολιτισμούς που τον ενέπνευσαν να εντάξει στο δίσκο. Αφήνοντας τον εαυτό του να εμπνευστεί τη θεματολογία των στίχων κάθε κομματιού, κατάφερε να δώσει έναν ηχητικό μανδύα, ο οποίος έχει κύριο σκοπό να υπηρετήσει τα πολύπλευρα φωνητικά μέρη του. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος που χαρακτηρίζεται από το επαναλαμβανόμενο κοφτό ρυθμικό παίξιμο στην κιθάρα, δίνοντας δικαίωμα να γκρινιάξουν οι επικριτές του για ανεπάρκεια riffs και ουσιαστικής έμπνευσης. Θαρρώ πως συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: Ο Σάκης Τόλης υπέβαλλε τον εαυτό του στην δύσκολη – και ακατόρθωτη για άλλους συνθέτες του ακραίου ήχου – διαδικασία να υπηρετήσει τις φωνητικές γραμμές των πολύγλωσσων στίχων.

Για το καθαρά μουσικό μέρος του “Rituals” μπορείτε να διαβάσετε το ανάλογο worst to best που είχαμε ετοιμάσει πέρσι. Ας ξεκινήσουμε σε αυτό το κείμενο την αναφορά στη θεματολογία κάθε ritual ξεχωριστά.

  1. In Nomine Dei Nostri

Είναι επικλήσεις αρχαίων θεών και δαιμόνων που καταλήγουν σε επίκληση στο Σατανά. Η λατινική φράση «In Nomine Dei Nostri Satanas Luciferi Excelsi» σημαίνει «Στο όνομα του θεού μας, του Σατανά, του εξαίσιου Εωσφόρου». Είναι μια τελετουργική επίκληση που χρησιμοποιείται στο σατανικό εσωτερισμό και τη λατρεία, αναφερόμενη στον σατανά και τον εωσφόρο ως θεϊκές οντότητες. Εμφανίζεται συχνά σε φυλαχτά, σφραγίδες του Εωσφόρου (Sigil of Lucifer).

  1. Ze Nigmar

Οι στίχοι απαγγέλονται σε μια διάλεκτο των αραμαϊκών στη Γαλιλαία και σημαίνει «Είναι τελειωμένο, ολοκληρωμένο». Ο αρχικός στίχος «Abba slach lachel eli eli lama Sabachthani-Pesach» είναι μέρος του ψαλμού 22:1, που είναι μεσσιανικός και προβλέπει τα βασανιστήρια του Μεσσία. Το Pesach είναι το Πάσχα και μιλάει για τα τελευταία λόγια του γιου της Μαριάμ.

  1. λθ κύριε

Αναφέρεται στον Βάκχο-Διόνυσο και τη λατρεία του. Η επαναλαμβανόμενη φράση «Δία έλα» υπάρχει και στη “Μυθωδία” του Παπαθανασίου.

  1. Les litanies de Satan

Είναι το ποίημα στα γαλλικά του Charles Baudelaire, γραμμένο το 1857. Τους γαλλικούς στίχους ερμηνεύει ιδανικά ο Vorph, frontman των SAMAEL.

  1. παγε Σατανά

Eίναι ένας εξορκισμός από το κακό πνεύμα χρησιμοποιώντας την προσευχή του “Πάτερ ημών”. Στους πραγματικούς εξορκισμούς δεν το χρησιμοποιούν.

  1. Του θάνατου

Διασκευή από τον δίσκο του Χριστόδουλου Χάλαρη, “Ακολουθία” , ο οποίος κυκλοφόρησε το 1974. Αποτελεί τη μοναδική συνύπαρξη δύο μεγάλων τραγουδιστών που προέρχονται από την παραδοσιακή μουσική: του Νίκου Ξυλούρη και του Χρύσανθου (Θεοδωρίδη).

Ο Χρύσανθος έτυχε να παρίσταται σε μια από τις πρόβες που έκανε ο Χάλαρης με τον Ξυλούρη για την “Ακολουθία”. Οι πρόβες γίνονταν στο σπίτι του Χριστόδουλου στην οδό Σερίφου, στην πλατεία Αμερικής, όπου εκεί μαζεύονταν όλοι. Κάποια στιγμή που ο Ξυλούρης προβάριζε το “Του θάνατου παράγγειλα”, άρχισε από μόνος του ο Χρύσανθος να ψελλίζει την αρχική μελωδία. Μόλις το πήρε χαμπάρι ο Χάλαρης, άρχισε να ανταλλάζει ματιές με τον Ξυλούρη. Και εκεί ήταν που είπε ο Ξυλούρης: «Αυτό πρέπει μάλλον να το τραγουδήσω μαζί με τον Χρύσανθο». Έτσι, δόθηκε στον Χρύσανθο το ρεφρέν «Ρούχο έχω πράσινο / κι είναι αφόρετο», το οποίο παρέλειψε ο Σάκης Τόλης στην δική του μεταγραφή.

  1. For a Voice like Thunder

Είναι ποίημα από τη συλλογή “Poetical Sketches” του William Blake, το οποίο κυκλοφόρησε το 1783. Αν και ο τίτλος αναφέρεται στον Εδουάρδο Δ’, ο οποίος βασίλευε τον 15ο αιώνα την εποχή του “Wars of the roses”, το ποίημα είναι ένας δραματικός και συνάμα χαοτικός πρόλογος επικεντρωμένος στο πόσο μακάβριος είναι ο πόλεμος.

  1. Konx om Pax

Yποτίθεται αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του ιεροφάντη της Ελευσίνας, μετά την “Εποπτεία” – το 2ο στάδιο της μύησης στα Ελευσίνια Μυστήρια. Ο Φειδίας Μπουρλάς ισχυρίζεται ότι η φράση αυτή είναι παράφραση του «κογξ ομοίως παξ», που υπάρχει στο λεξικό του Ησύχιος από την Αλεξάνδρεια. Το «ομ» είναι συντομογραφία του «ομοίως».

  1. Devadevam

Στα σανσκριτικά σημαίνει «Ο ανώτατος θεός όλων των θεών» ή «Κύριος όλων των θεών». Σημαίνει μια ανώτατη θεότητα, όπως η Shiva, Vishnu και Krishna, η οποία λατρεύεται από άλλες θεϊκές οντότητες. Αντιπροσωπεύει την υπέρτατη, αναλλοίωτη και ανώτατη προσωπικότητα του Θεού. Η λέξη παράγεται από το deva, η οποία σημαίνει θεός και το devam, η οποία σημαίνει θεός. Δηλώνει την ανώτατη θεϊκή υπόσταση.

  1. The Four Horsemen

Τελετουργική μεταγραφή του κομματιού των APHRODITE’S CHILD από τον κολοσσιαίο δίσκο “666”, ο οποίος κυκλοφόρησε το 1972 και θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα concept άλμπουμ όλων των εποχών. Αναφέρεται στους 4 καβαλάρηδες της “Αποκάλυψης” του Ιωάννη και οι στίχοι φέρουν την υπογραφή του Κώστα Φέρρη.

Λευτέρης Τσουρέας

BLACK OAK COUNTY: Πρεμιέρα για το video του “Kill the pain”

0
County
Photo by Julia Nikiforova, JN Lightning
County
Photo by Julia Nikiforova, JN Lightning

Οι BLACK OAK COUNTY ανακοίνωσαν πρόσφατα το νέο, επερχόμενο άλμπουμ τους “Misprint”. Τώρα είναι η ώρα να γνωρίσουμε το “Kill The Pain”, το πρώτο single και επίσημο video του δίσκου, που ανοίγει το “Misprint” με πλήρη δύναμη. Ένα από τα πιο βαριά κομμάτια που έχει γράψει μέχρι σήμερα το συγκρότημα, συνδυάζει συντριπτικά riffs, groove-heavy παραγωγή και ένα εκρηκτικό ρεφρέν με έναν συγκρουσιακό στιχουργικό πυρήνα. Γραμμένο ως κάλεσμα αφύπνισης, το τραγούδι πραγματεύεται την αυξανόμενη διχόνοια, τη βία και την αποανθρωποποίηση — και τη ζημιά που προκαλείται όταν αυτές οι πραγματικότητες αγνοούνται.

Με το “Misprint”, οι Δανοί hard rockers Black Oak County παρουσιάζουν τον πιο εστιασμένο, επιθετικό και συναισθηματικά φορτισμένο δίσκο τους μέχρι σήμερα. Κυκλοφορεί στις 10 Απριλίου 2026 μέσω της Mighty Music και αποτελεί το τέταρτο full-length άλμπουμ τους — ένα σκληροπυρηνικό hard rock έργο με έντονα hooks, διαμορφωμένο από χρόνια προσωπικής πίεσης, αναταραχής και δύσκολα κερδισμένης διαύγειας, ενώ παράλληλα γιορτάζει μερικές από τις μεγαλύτερες επαγγελματικές και προσωπικές νίκες του συγκροτήματος.

Μετά το βραβευμένο “III” (2024), το “Misprint” βρίσκει τους Black Oak County να επεκτείνουν τα όρια του ήχου τους — πιο βαρύς, πιο μελωδικός και πιο άμεσος από ποτέ — χωρίς να χάνεται ο απλός, αυθεντικός hard rock πυρήνας που τους χάρισε ισχυρή live φήμη σε όλη τη Δανία και πέρα από αυτήν.

Ο τίτλος του άλμπουμ αντικατοπτρίζει ένα κεντρικό συναίσθημα που διατρέχει τον δίσκο: την αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι είσαι λάθος ή εκτός τόπου — και τη ζημιά που προκαλείται όταν αυτά τα συναισθήματα μένουν ανείπωτα. Παρότι μεγάλο μέρος του “Misprint” φέρει σκοτεινό συναισθηματικό βάρος, ισορροπεί με στιγμές αποφασιστικότητας, αγάπης, αντίστασης και λύτρωσης. Δεν πρόκειται για έναν δίσκο μιζέριας αλλά για έναν δίσκο αντιπαράθεσης.

Το πρώτο single/video, “Kill The Pain”, ανοίγει το άλμπουμ με την πιο βαριά του δήλωση. Με οδηγό συντριπτικά riffs, groove-heavy παραγωγή και εκρηκτικό ρεφρέν, λειτουργεί ταυτόχρονα ως κάλεσμα αφύπνισης και ως βαλβίδα εκτόνωσης. Στιχουργικά, αντιμετωπίζει τη διαρκώς αυξανόμενη διχόνοια, τη βία και την αποανθρωποποίηση που κυριαρχούν στη σύγχρονη κοινωνία. Στον πυρήνα του, το τραγούδι αφορά την αντιμετώπιση όσων έχουν χαλάσει αντί της αγνόησής τους, επιλέγοντας δράση αντί αδιαφορίας.

Γραμμένο σε μια περίοδο παγκόσμιας αναταραχής και προσωπικής κρίσης, καταλήγει τελικά ως κάλεσμα για ενότητα και αντίσταση απέναντι στην απόγνωση — σε όποια μορφή κι αν εμφανίζεται.

Το “Misprint” συνυπογράφεται, παράγεται, ηχογραφείται, γίνεται μίξη και mastering ξανά από τον Nicklas Sonne (Defecto, Danish Eurovision Preliminaries). Το αποτέλεσμα είναι ένας τολμηρός, σύγχρονος hard rock δίσκος που συνδυάζει επιθετικότητα, μελωδία και πολυεπίπεδη ενορχήστρωση — με διακριτικά synth στοιχεία — κρατώντας όμως τα τραγούδια άμεσα, σωματικά και φτιαγμένα για τη σκηνή.

Οι Black Oak County έχουν χτίσει σταθερά δυναμική μέσα από αδιάκοπες περιοδείες και κυκλοφορίες, κερδίζοντας το Årets Single (Single of the Year) για το “Save Your Breath” στα Den Hårde Tone 2024 και το Årets Rock Single (Rock Single of the Year) για το “Boom Boom Baby” στα Danish Alternative Music Awards 2025. Γνωστοί για τις υψηλής ενέργειας ζωντανές εμφανίσεις τους, θα υποστηρίξουν το Misprint με τον πιο φιλόδοξο κύκλο περιοδειών τους μέχρι σήμερα, συμπεριλαμβανομένης της πρώτης πλήρους headline περιοδείας τους στη Γερμανία.

Το “Misprint” θα κυκλοφορήσει σε LP (gatefold, splatter πορτοκαλί βινύλιο, περιορισμένο σε 500 αντίτυπα), digipack CD και ψηφιακές μορφές στις 10.04.2026 μέσω της Mighty Music.

Lineup:
Niels Beier – κιθάρα, φωνητικά
René Kristensen – μπάσο, φωνητικά
Jack Svendsen – κιθάρα
Mike Svendsen – ντραμς

Digital single:
https://bfan.link/boc-ktp

Webshop:
https://bit.ly/boc-tgt

Web:

Welcome


https://www.facebook.com/BlackOakCounty
https://www.instagram.com/blackoakcounty/
https://blackoakcounty.bandcamp.com/

https://music.youtube.com/channel/UCwjpd2j693uhzMjoNhpqM1Q
https://music.apple.com/us/artist/black-oak-county/1137940619
https://tidal.com/browse/artist/8020239?u
https://www.deezer.com/us/artist/10761396

Δείτε από κάτω το video clip για το “Kill the pain”, σε πρεμιέρα μέσα από το Rock Hard.

NEVERMORE: Ανακοίνωσαν τα νέα μέλη και τα σχέδιά τους για το μέλλον

0
Nevermore
Photo by Ola Englund
Nevermore
Photo by Ola Englund

Οι θρυλικοί εκπρόσωποι του heavy metal NEVERMORE υπέγραψαν με τη Reigning Phoenix Music. Το συγκρότημα καλωσορίζει επίσης στο line-up τον Jack Cattoi στην κιθάρα, τον Semir Özerkan στο μπάσο και τον νέο τραγουδιστή Berzan Önen. Για να παρουσιάσουν το νέο σχήμα, η πρώτη ζωντανή εμφάνιση των NEVERMORE θα πραγματοποιηθεί την 1η Απριλίου 2026 στην Κωνσταντινούπολη, Τουρκία.

Για αυτό το νέο κεφάλαιο, ο κιθαρίστας Jeff Loomis και ο ντράμερ Van Williams μοιράζονται: «Είμαστε ενθουσιασμένοι που ανακοινώνουμε ότι οι Nevermore υπέγραψαν επίσημα με τη Reigning Phoenix Music! Ήταν προφανές από την αρχή ότι ήταν ο ιδανικός συνεργάτης για τη νέα εποχή των Nevermore. Το πάθος τους για τη metal μουσική σε συνδυασμό με το εκτεταμένο επαγγελματικό υπόβαθρο της ομάδας τους έκανε την επιλογή εύκολη. Ανυπομονούμε να επιστρέψουμε στη σκηνή μπροστά στους οπαδούς μας στην Κωνσταντινούπολη την 1η Απριλίου και είμαστε εξίσου ενθουσιασμένοι να ολοκληρώσουμε τη συγγραφή και τη δημιουργία του νέου άλμπουμ των Nevermore!»

Ο συνιδρυτής της Reigning Phoenix Music, Gerado Martinez, σχολιάζει την ένταξη των NEVERMORE στο roster της RPM: «Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουν πόσο περήφανη και ενθουσιασμένη είναι η RPM με την προοπτική να αποτελεί μέρος του επόμενου κεφαλαίου των Nevermore. Ως οπαδός τους από το 1995 όταν τους είδα σε περιοδεία με τους Death, παρακολούθησα ολόκληρη τη μουσική τους πορεία και ανυπομονώ για όσα έρχονται.»

Σε σκηνοθεσία και παραγωγή του Ola Englund, οι NEVERMORE κυκλοφόρησαν ένα ντοκιμαντέρ που παρουσιάζει τις πρόβες τους τον Ιανουάριο της φετινής χρονιάς στο Swans Neck Soundworks στο Väderstad της Σουηδίας. Περιλαμβάνοντας δυναμικές, ωμές εκτελέσεις κομματιών τους όπως τα «The River Dragon Has Come», «Engines of Hate» και «The Heart Collector», προσφέρει μια συναρπαστική ματιά στη νέα εποχή του συγκροτήματος.

Η ταινία δείχνει επίσης τον κιθαρίστα Jeff Loomis και τον ντράμερ Van Williams να συζητούν την απόφασή τους να επαναφέρουν τους NEVERMORE, να παρουσιάζουν τα νέα μέλη και να αποκαλύπτουν τις σκέψεις τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ακροάσεων. Επιπλέον, οι Loomis και Williams μοιράζονται νέα για επερχόμενες εμφανίσεις σε φεστιβάλ μέσα στο 2026 και τα μελλοντικά σχέδια των NEVERMORE.

Εισιτήρια και πληροφορίες για τη συναυλία στην Κωνσταντινούπολη, μπορείτε να βρείτε στον ακόλουθο σύνδεσμο:
https://www.bubilet.com.tr/istanbul/etkinlik/nevermore

Max Cavalera: Έφυγε από τη ζωή η κόρη του, Christina…

0
Cavalera

Cavalera

Νέα μεγάλη απώλεια για την οικογένεια του Max και της Gloria Cavalera, αφού ανακοίνωσαν τον θάνατο της κόρης τους, Christina, που -εκτός των άλλων- ήταν και tour manager των SOULFLY. Να θυμίσουμε ότι η Christina, είχε χάσει τον γιο της (και εγγονό του Max), Moses, λίγους μήνες μετά τη γέννησή του, το 2004…

Τα θερμά μας συλλυπητήρια στην οικογένεια του αγαπημένου μας καλλιτέχνη…

Ιδού και η ανακοίνωση:

“Με μεγάλη θλίψη και βαριά καρδιά ο Max και η Gloria και ολόκληρη η οικογένεια Cavalera ανακοινώνουν την απώλεια της αγαπημένης τους κόρης, αδελφής και μητέρας Christina. Μετά από μια παρατεταμένη μάχη με ασθένεια, βρήκε γαλήνη μαζί με τους δύο γιους της, Adam και Moses, και τον αδελφό της Dana. Άφησε πίσω της τις δύο κόρες της, έξι αδελφούς (Nick, Jonathan, Richie, Jason, Zyon και Igor) και την αδελφή της Roxanne. Η Christina θα μνημονεύεται για πάντα ως πρωτοπόρος στον χώρο της metal, punk και rock μουσικής, καθώς εργάστηκε από το underground μέχρι στάδια και αρένες σε όλο τον κόσμο, αλλά και ως διαχρονική έμπνευση και πρωτοπόρος για τις γυναίκες στη μουσική βιομηχανία. Είχε ένα χαμόγελο που μπορούσε να φωτίσει κάθε χώρο, ένα πάθος για τη ζωή ασύγκριτο και μια δύναμη ψυχής που την έκανε ξεχωριστή και αξέχαστη. Όσοι τη γνώρισαν το γνωρίζουν καλά. Θα μας λείπεις μέχρι το τέλος του κόσμου, Christina. Παρακαλούμε σεβαστείτε την ηρεμία και την ιδιωτικότητά μας σε αυτή τη δύσκολη περίοδο και στην πορεία μας χωρίς εκείνη.”

A day to remember…12/02 [IMMOLATION]

0
Immolation

Immolation

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Here in after” – IMMOLATION
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Metal Blade
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Wayne Dorell/IMMOLATION
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά, μπάσο – Ross Dolan
Κιθάρες – Robert Vigna
Κιθάρες – Tom Wilkinson
Drums – Craig Smilowski

Μετά τον πάταγο του “Dawn of possession” (1991) και τις καταστροφικές περιοδείες για τη προώθηση, οι death metal τιτάνες της Νέας Υόρκης IMMOLATION, βρέθηκαν σε αναζήτηση εταιρείας. Στα πλαίσια αυτού, ετοίμασαν και ένα ωραιότατο promo το οποίο κυκλοφόρησε το ’94, με 3 κομμάτια – “Away from God”, “Towards earth” και “Christ’s cage”.  Κατέληξαν να βρίσκουν εν τέλει το σπίτι τους στην Metal Blade. Είχε περάσει μπόλικος χρόνος ως τότε (δεδομένου ότι πολλές μπάντες τότε έβγαζαν και σε συναπτά έτη δουλειές). Όχι πως αυτό πτόησε το συγκρότημα, που έβγαλε μέσω της Repulse μια συλλογή με όλα τα demos μαζεμένα επ’ ονόματι “Stepping on angels….before dawn” (1995), κερδίζοντας επιπλέον χρόνο.

Με τον Wayne Dorell στο τιμόνι της παραγωγής, αλλά και με το εκπληκτικό για ακόμα μια φορά εξώφυλλο του Andreas Marschall, να σε τραβάει να το ακούσεις. Να πω κάτι μια και το ανέφερα. Τα δύο εξώφυλλα στο μυαλό μου (“Dawn of possession” και “Here in after”), μου μοιάζουν σαν να λένε μια ιστορία. Οι δαίμονες που σφάζουν αγγέλους στο πρώτο και έπειτα, όταν στο δεύτερο, προσγειώνονται στη Γη και από εκεί συνεχίζεται η ιστορία τους. Η δε χρωματική αντίθεση, όλα τα λεφτά! Δεν θα είχα, προσωπικά, καμία αντίρρηση να γίνει ταινία αυτό! Τέλος πάντων, στο θέμα μας, στις 12 Φεβρουαρίου 1996, μια μέρα σαν τη σημερινή, το δεύτερο άλμπουμ των IMMOLATION, “Here in after” κυκλοφορεί και οπλοφορεί!

Το υπέρτατο “Nailed to gold” που ανοίγει το δίσκο, ανεβάζει το επίπεδο τεχνικά, εισάγοντας μας έτι περαιτέρω στον χαρακτήρα της μπάντας. Το δε riff του ρεφρέν είναι από τα αγαπημένα μου riffs της μπάντας γενικά με τη στιχάρα “HOW FOOLISH CAN THEY BE, TO WORSHIP SUCH A KING, WHO WAS CROWNED AND HUNG BETWEEN TWO THIEVES?”. Οι υπέροχες δυναμικές του Craig Smilowski στο “Burn with Jesus” όσο και στο καταστροφικό ομώνυμο (ALL OF US IN PAIN, TOGETHER!). Από την άλλη, το υπέροχα βαρύ “I feel nothing” με το θεόρατο κύριο riff του, δείχνει μια έτερη δύναμη των IMMOLATION, οι οποίοι μπορούν να γίνουν ισοπεδωτικοί, χωρίς να γκαζώσουν, αλλά και ενίοτε, “μελαγχολικοί” για τα δεδομένα τους. Ναι, το είδαμε και στο “Dawn of possession” αυτό, βεβαίως-βεβαίως, αλλά εδώ είναι σαφώς πιο εξελιγμένα τα πράγματα.

Μιλώντας για εξέλιξη, ας σταθούμε στο “Away from God” που προέρχεται από το προ διετίας demo, που τα έχει όλα: γκάζια, γκρούβα, μελαγχολία και ασήκωτη βαρύτητα. Tα πιο καθαρόαιμα γκαζωμένο “Towards earth”/”Under the supreme” διαλύουν τα άλατα του σβέρκου με χαρακτηριστική ευκολία, ειδικά το πρώτο με το καθαρά συναυλιακό φινάλε του που το κλείνει κυκλικά, αλλά και το δεύτερο με τα υπέροχα ασήκωτα riffs του. Το κλείσιμο με το “Christ’s cage” στα σχεδόν 6 λεπτά, το λες και ακόμα πιο τολμηρό για τον ήχο τους, παρότι ακούς 100% IMMOLATION εκεί μέσα, άλλο που είναι κατά βάση το πιο αργό κομμάτι του δίσκου. Κι όμως είναι τίγκα στις δυναμικές και τις ωραίες αλλαγές! Κάπως έτσι, ολοκληρώνονται τα ούτε 38 λεπτά του δίσκου.

Οι περιοδείες ξεκίνησαν αμέσως για τη προώθηση του “Here in after” με την πρώτη Αμερικάνικη να είναι με SIX FEET UNDER και INTERNAL BLEEDING, την Ευρωπαική με CANNIBAL CORPSE και GRAVE, ενώ σε διάφορες περιπτώσεις ήταν στο πλευρό τους οι VADER, BRUTAL TRUTH, ROTTING CHRIST, SINISTER, KRABATHOR και ASPHYX. Η συνέχεια θα επεφύλασσε περισσότερη συνέπεια χρονικά, αλλά και μεγάλη ποιότητα μουσικά, η οποία δεν θα έφευγε ποτέ ως και τις ημέρες μας που περιμένουμε με ανυπομονησία κάθε καινούργια τους δουλειά (οι γραμμές γράφονται εν αναμονή του “Descent” τον Απρίλιο).

Και όμως, το “Here in after” στέκει ακόμα εκεί, αγέρωχο, 30 χρόνια μετά, ως άλλο ένα σπουδαίο σκαλοπάτι σε μια από τις πλέον σπουδαίες και συμπαγείς δισκογραφίες στο death metal.

Did you know that?

– Σε μια από τις σπουδαιότερες στιγμές, τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, μια εμφάνιση τους στη Κρακοβία, βιντεοσκοπήθηκε για την Πολωνική τηλεόραση! Μπορείτε να το βρείτε στο YouTube και να το απολαύσετε!

– Τελευταίος δίσκος των IMMOLATION με Craig Smilowski στα τύμπανα, αλλά και τελευταίος με το παλιό λογότυπο, μέχρι που το “Atonement” (2017) που το επανέφερε θριαμβευτικά!

– Πολλές οι επανεκδόσεις του, ωστόσο αυτή που ξεχωρίζει είναι της Church Of Vinyl το 2023, σε βινύλιο και εναλλακτικό εξώφυλλο (δηλαδή εστιασμένο στην μια πλευρά του κανονικού εξωφύλλου), η οποία έχει τη μαγκιά όπως ανοίγεις το jacket του, να εμφανίζει όλο το εξώφυλλο αλλά και να κάνει pop-up μια ακόμα λεπτομέρεια. Για τους λάτρεις του συγκεκριμένου format, αξίζει!

Γιάννης Σαββίδης

A day to remember… 12/2 [SKYCLAD]

0
Skyclad

Skyclad

ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Irrational anthems” – SKYCLAD
ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 1996
ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Massacre Records
ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: Kevin Ridley, Doug Cook, Gordon Vicary
ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΠΑΝΤΑΣ:
Martin Walkyier – Φωνητικά
Steve Ramsey – Κιθάρες
Graeme English – Μπάσο, κλασσική κιθάρα
Georgina Biddle – Βιολί, fiddle, πλήκτρα
ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Paul Smith – Τύμπανα

“D.J.s, V.J.s, pimps and trollops, never mind music – this is bollocks!”

Όποτε αναλαμβάνω να γράψω παρελθοντικά κείμενα που αφορούν δίσκους της δεκαετίας του ’90, αυτούς που με «βρήκαν» να πηγαίνω σχολείο και να τους ζω όσο το δυνατόν πιο έντονα, αυτούς που «έπιασαν» τόσον εμένα όσο και τους συνομηλίκους μου “in real time”, που λένε, νιώθω… κάπως. Είναι λες και μπαίνω σε ένα πολύ έντονο χωροχρονικό ταξίδι, ενώ παράλληλα σκέφτομαι όλα τα «ήμουνα νιος και γέρασα» και «τα καημένα τα νιάτα, τι γρήγορα που περνούν» του κόσμου! Ό,τι δηλαδή συμβαίνει και τώρα με το “Irrational anthems” των αγαπημένων μου SKYCLAD, που κλείνει τριάντα χρόνια από όταν κυκλοφόρησε κι εγώ νομίζω ότι κυκλοφόρησε προχθές…

Πολύ σημαντικός δίσκος. Κι αυτό γιατί, πέραν της αλλαγής στην σύνθεση της μπάντας με τις αποχωρήσεις του drummer και ιδρυτικού μέλους Keith Baxter, καθώς και του επί χρόνια κιθαρίστα Dave Pugh και της αλλαγής εταιρικής στέγης (Massacre αντί της Noise), ήταν ο πρώτος όπου οι SKYCLAD επαναπροσδιόρισαν το στυλ τους. Και αν η ιδέα του «κουαρτέτου» τελικά περιορίστηκε μόνον στα «χαρτιά», καθώς πολύ γρήγορα στην σκηνή οι Βρετανοί έγιναν, όπως απαιτούσε η λογική, έξι, η ηχητική αλλαγή κράτησε μέχρι σήμερα.

Οι SKYCLAD από τούτο δω το αριστούργημα παύουν να παίζουν το τέλειο μείγμα φολκλορικού heavy/thrash που ακούγαμε μέχρι το “The silent whales of lunar sea” (όχι τόσο σε αυτό, η αλήθεια είναι) και ρίχνουν όλο τους το βάρος στο folk, κάνοντας τον ήχο τους πιο ήπιο και καθαρό. Μόνον η διασκευή στο “Sabre Dance” του Aram Khachaturian, στέκει να υπενθυμίζει τι έπαιζαν κάποτε οι αγαπημένοι μας χωριάτες, με τον έντονο speed/thrash χαρακτήρα της.

Μια απόφαση την οποία αλλιώς την εισπράξαμε τότε, αλλιώς τώρα. Τότε, η κίνηση αυτή ενθουσίασε τους οπαδούς και τόνωσε τις τάξεις του γκρουπ με καινούργιους. Καλά, μη φανταστείς ορδές νέων ακροατών, ωστόσο αν οι SKYCLAD έπιασαν κάποια στιγμή το peak της εμπορικότητάς τους και ακούστηκαν περισσότερο, με το “Irrational anthems” το έκαναν. Τώρα, αν διαβάσεις στο internet τις γνώμες του κόσμου, υπάρχει μια σεβαστή μερίδα ακροατών/οπαδών, που δεν την επικροτεί. Γκρίνια για τη χαμένη αγριότητα, γκρίνια για τα πιο μελωδικά φωνητικά, γκρίνια για το βιολί που έχει χάσει τον ρόλο του…. Είναι το παράδοξο, ή μάλλον, ένα από τα πολλά παράδοξα του διαδικτύου αυτό.

Προσωπικά δεν ξέρω αν χάθηκε η αγριάδα ή αν το βιολί έχασε τον ρόλο του (καταλαβαίνεις το νόημα της φράσης), ξέρω όμως πως με το άλμπουμ αυτό λάβαμε μια χούφτα ακόμη ύμνους, έτσι, να έχουμε να ακούμε στο διηνεκές και να τους ζητάμε στις συναυλίες: “Inequality street” (all time classic με ακόμη πιο all time classic video clip), “The wrong song”, “Penny dreadful” (η ψυχή του party), “No deposit, no return” (λυρισμός διαστρικού επιπέδου), “History lessens” (αιώνιο)… Όχι πως ο υπόλοιπος δίσκος πήγαινε πίσω, αλλά ειδικά σε τούτα δω τα άσματα οι Βρετανοί πιάνουν κορυφή και κοιτάζοντας τους από κάτω που προσπαθούν να τους φτάσουν, σκάνε από τα γέλια.

Μουσικά ο Steve Ramsey έχει πάρει επ’ ώμου όλες τις κιθάρες με θαυμαστά αποτελέσματα, η νεοφερμένη Georgina Biddle πατά πια καλά στα πόδια της και δε θα άφηνε τη θέση της μέχρι σήμερα, όσο για τον στιχουργό και ποιητή της καρδιάς μας, ο Martin όσο γλυκός γίνεται, σε σχέση με το παρελθόν, στην ερμηνεία του, άλλο τόσο καυστικός παραμένει στους στίχους του. Η κριτική του στρέφεται επί παντός υπευθύνου για κάθε είδους κοινωνική ανισότητα, εξαπάτηση και χειραγώγηση και προς όλους όσους εμπλέκονται στην εμπορευματοποίηση της Τέχνης, που πλήττει την καλλιτεχνική ακεραιότητα και το όραμα του δημιουργού.

Και στις συναυλίες; Χα! Extra, extra, read all about it!” φώναζαν στους άλλους, όλοι όσοι τους έβλεπαν. «Τρεχάτε να δείτε το συγκρότημα live, άλλο να σας το λέω, άλλο να το βλέπετε!». Όντως, οι SKYCLAD των 90s, ειδικά της περιόδου 1992-1999, ήταν ένας πραγματικός ανεμοστρόβιλος επί σκηνής. Στην πατρίδα μας δε, λατρεύτηκαν στην κυριολεξία, σε βαθμό που θα μπορούσαν να γεμίζουν δέκα μέρες σερί το Ρόδον και την Υδρόγειο, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, δίχως να μένει απούλητο ούτε μισό εισιτήριο!

Αυτά τα ολίγα για το “Irrational anthems”. Τριάντα χρόνια μετά την κυκλοφορία του, είναι πια ένα από τα διαχρονικά και κλασσικά άλμπουμ που έδωσε η απίστευτη δεκαετία του ’90, συγκαταλέγεται στους πέντε καλύτερους δίσκους των SKYCLAD και θα παραμείνει ένα σημείο αναφοράς για το folk metal… που στην τελική, οι ίδιοι το δημιούργησαν. Οι SKYCLAD, που μπορεί να μην έγιναν το εμπορικό όνομα που θα έπρεπε να είναι βάσει ποιότητας, τουλάχιστον όμως έβαλαν την τυπική υπογραφή στη φήμη τους ως μια από τις ποιοτικότερες μπάντες όλων των εποχών στον ευρύτερο σκληρό ήχο. Δεν τα λες και λίγα όλα αυτά…

Δημήτρης Τσέλλος

MAYHEM interview (Attila Csihar)

0
Mayhem
Photo by Agnes Köhler, Nima Taheri, Joyce Van Doorn. Editing by Daniele Valeriani
Mayhem
Photo by Agnes Köhler, Nima Taheri, Joyce Van Doorn. Editing by Daniele Valeriani

“The mysteries of death”

Οι βετεράνοι blacksters, MAYHEM, μόλις κυκλοφόρησαν το “Liturgy of death”, εφτά χρόνια μετά το “Daemon”. Επειδή οι Νορβηγοί (με τον Ούγγρο τραγουδιστή), δεν κυκλοφορούν δίσκους αρκετά συχνά, ο Σάκης Φράγκος δεν έχασε την ευκαιρία, με τη βοήθεια του Λευτέρη Τσουρέα, να πετύχει τον frontman του σχήματος, Attila Csihar (προφέρεται Αττίλα Τσιχάρ, όπως μας είπε ο ίδιος) και να μιλήσουν για τα νέα του συγκροτήματος, αλλά και τις συγκρίσεις με το παρελθόν. Πάρτε ανάσα, γιατί ακολουθεί μεγάλη σε μέγεθος συνέντευξη!

 

Γεια σας, έχουμε τον Attila από τους MAYHEM. Μπορείς να προφέρεις το επίθετό σου; Είναι Csihar ή πώς προφέρεται;
Ναι, γεια σας φοβεροί φίλοι από την Ελλάδα, γεια σας. Ναι, το όνομά μου είναι Csihar. Έτσι προφέρεται. Το “CS” στα ουγγρικά προφέρεται σαν «τσ» (che), οπότε Attila Csihar — αυτή είναι η σωστή προφορά.

Οι MAYHEM θα κυκλοφορήσουν (σ.σ. μόλις κυκλοφόρησε για την ακρίβεια, πλέον) ένα νέο άλμπουμ με τίτλο «Liturgy of Death». Ας ξεκινήσουμε με αυτό. Τι παρακίνησε δημιουργικά το συγκρότημα αυτή τη φορά και τι θέλατε να ενσαρκώνει αυτός ο δίσκος που δεν ενσάρκωναν οι προηγούμενοι;
Αυτό είναι το έβδομο άλμπουμ μας και μόλις ολοκληρώσαμε την περιοδεία για τα 40 χρόνια. Είναι απίστευτο, είναι καταπληκτικό ότι καταφέραμε να φτάσουμε τόσο μακριά στη μουσική. Ήταν περίπου πριν από τρία χρόνια όταν αρχίσαμε πραγματικά να μιλάμε για το επόμενο άλμπουμ και τότε μου ήρθε ένα θέμα: ο θάνατος. Μου ήρθε απλώς, κάπως εκδηλώθηκε μέσα μου. Σκεφτόμουν τι να κάνουμε, ποιο θα έπρεπε να είναι το επόμενο βήμα των MAYHEM — αν όχι το τελευταίο. Και συνειδητοποίησα ότι είναι κάπως το θεμέλιο των πάντων, όλων των σκοτεινών τεχνών, όχι μόνο του black metal. Αν κοιτάξεις τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική, την αρχιτεκτονική — ακόμη και τις φιλοσοφίες, τις θρησκείες — είναι ένα τόσο βαθύ θέμα. Και τώρα είμαι 55 ετών. Σκέφτηκα ότι ίσως έχω ωριμάσει αρκετά για κάτι τέτοιο. Έτσι ξεκίνησε.
Τότε αρχίσαμε να δουλεύουμε και έστειλα τα πρώτα μου σκίτσα στους κιθαρίστες, τον Morten και τον Charles, δηλαδή τον Teloch και τον Ghul, αν προτιμάτε. Αρχίσαμε να ανταλλάσσουμε demo και προσχέδια μπρος-πίσω. Εκεί ξεκίνησαν όλα. Και βρέθηκα μπροστά σε μια πολύ μεγάλη πρόκληση: να γράψω στίχους πάνω σε αυτό το θέμα.
Επίσης, κάποια μέλη μας έχουν φύγει από τη ζωή — ίσως αυτό να συνδέεται και με την περιοδεία των 40 χρόνων και να μας επηρέασε. Γιατί κάθε άλμπουμ που κάνω είναι αφιερωμένο σε εκείνα τα παιδιά, ειδικά αυτό. Τόσο στον Euronymous όσο και στον Dead, που έχουν πεθάνει. Έχουμε, ας πούμε, τον θάνατο μέσα στην οικογένεια.
Και επιπλέον, αυτό το θέμα είναι απολύτως οικουμενικό, αφού τα πάντα πεθαίνουν, όλοι πεθαίνουν κάποια στιγμή, όλα αλλάζουν συνεχώς. Είναι ένα πολύ βαθύ φιλοσοφικό θέμα. Και — δεν μου αρέσει αυτή η λέξη — αλλά μάλλον είναι το πιο «εμπορικό» θέμα που θα μπορούσα να σκεφτώ, γιατί δεν νομίζω ότι υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει σκεφτεί ποτέ τον θάνατο. Όλα αυτά, κάπως, κορυφώθηκαν σε αυτόν τον δίσκο.
Ο τίτλος «Liturgy of Death» προέκυψε αργότερα. Είχαμε ήδη κάποια τραγούδια και σκεφτόμασταν πώς να ονομάσουμε «αυτό το μωρό». Δεν ήθελα να ονομάσω το άλμπουμ απλώς «Death». Έτσι καταλήξαμε στο «Liturgy of Death», που είναι λίγο σαν άσματα για τους νεκρούς ή έχει μια τελετουργική σημασία. Είναι σαν μια τελετή. Έτσι προέκυψε.

Mayhem

Υπήρξε ένα σημαντικό κενό ανάμεσα στις στούντιο κυκλοφορίες σας τα τελευταία 15 χρόνια, όχι μόνο με αυτό το άλμπουμ, αλλά και μετά το «Daemon». Πώς εξηγείτε αυτό το διάστημα ανάμεσα στους δίσκους; Είναι ζήτημα σύνθεσης; Είναι στρατηγική απόφαση; Ή απλώς ο φυσικός ρυθμός των MAYHEM;
Νομίζω είναι λίγο απ’ όλα. Δεν κάνουμε ποτέ άλμπουμ απλώς για να κάνουμε έναν δίσκο, για να έχουμε μια δικαιολογία. Αν σκεφτείς ότι έχουμε επτά άλμπουμ σε 40 χρόνια, αυτό είναι περίπου έξι χρόνια κατά μέσο όρο, αν το διαιρέσεις.
Επίσης αυτή τη φορά υπήρξε και ο COVID. Όταν ολοκληρώθηκε το “Daemon” και αρχίσαμε την περιοδεία, τότε μας χτύπησε η πανδημία και επηρέασε το συγκρότημα πολύ άσχημα, γιατί μόλις ξεκινούσαμε την περιοδεία. Αυτό καθυστέρησε τα πάντα τουλάχιστον για δύο χρόνια. Οπότε κι αυτό πρέπει να υπολογιστεί.
Κανονικά μάς παίρνει τουλάχιστον δύο με τρία χρόνια για να γράψουμε ένα τέτοιο άλμπουμ. Και δεν είναι συνεχής δουλειά φυσικά. Eίναι σαν να «αιωρείται» και να δουλεύουμε πάνω του περιοδικά, επιστρέφοντας σε αυτό, στέλνοντας νέες ιδέες, συναρμολογώντας τα κομμάτια.
Οπότε νομίζω ότι όλα αυτά συνέβαλαν και έτσι πέρασαν επτά χρόνια. Είναι τρελό. Αλλά ναι, πιστεύω ότι και o COVID το καθυστέρησε λίγο αυτή τη φορά.

Ηχητικά, πολλοί υποστηρίζουν ότι το συγκρότημα πλέον κινείται πιο κοντά στον χώρο του “De Mysteriis Dom. Sathanas». Είναι συνειδητή επιλογή ή απλώς οργανικό αποτέλεσμα της χημείας του συγκροτήματος;
Νομίζω ότι είναι οργανικό. Αν κοιτάξεις την ιστορία, κάπως πάντα υπήρχε μια περίοδος δύο άλμπουμ. Αν το δεις, το «De Mysteriis Dom. Sathanas» ήταν κάπως μετά το «Wolf’s Lair Abyss», τουλάχιστον είχε μια σχέση με αυτό. Βέβαια ήταν διαφορετική σύνθεση και όλα αυτά, αλλά κάπως το πήραν από εκεί. Είχε την ίδια ατμόσφαιρα. Μετά, το «Grand Declaration of War» και το «Chimera» ήταν σαν μία εποχή, η εποχή του Maniac, του Blasphemer και του Rune, και κάπως συνδέονταν. Έπειτα, το «Ordo Ad Chao», όταν επέστρεψα, και το «Esoteric Warfare» — αυτά σίγουρα συνδέονται μεταξύ τους. Και τώρα το «Daemon» και το «Liturgy of Death» επίσης συνδέονται κάπως, νομίζω.
Απλώς συμβαίνει, δεν είναι προσχεδιασμένο. Δεν το σχεδιάζουμε έτσι. Όμως νομίζω ότι το «Daemon» προέκυψε αφού κάναμε ολόκληρη την περιοδεία του «De Mysteriis Dom. Sathanas». Πιστεύω ότι αυτό μας επηρέασε κάπως να δημιουργήσουμε το «Daemon». Ήταν σαν μια τομή από την προηγούμενη εποχή. Και τώρα, με τα 40 χρόνια, νομίζω ότι αυτό το άλμπουμ κάπως συνοψίζει ολόκληρη την ιστορία των MAYHEM. Είναι πολύ καθολικό. Αγκαλιάζει όλη την ιστορία της μπάντας. Έχει πολλά στοιχεία από το παρελθόν, αλλά νομίζω ότι είναι και φρέσκο και έχει ακόμα και πειραματικά στοιχεία. Είναι λίγο απ’ όλα ίσως. Αλλά δεν ξέρω — ο χρόνος θα δείξει. Είναι ενδιαφέρον. Δεν είναι προσχεδιασμένο. Τίποτα δεν είναι προσχεδιασμένο. Δεν λέμε ότι πρέπει να ακούγεται έτσι ή αλλιώς. Απλώς προκύπτει.

Πώς απαντάς σε όσους υποστηρίζουν ότι οι Mayhem απλώς προσπαθούν να αναπαραγάγουν την ατμόσφαιρα του «De Mysteriis…» αντί να προχωρήσουν μπροστά;
Δεν ξέρω. Ο καθένας είναι ελεύθερος να σκέφτεται ό,τι θέλει. Εμείς απλώς κάνουμε αυτό που κάνουμε. Ο καθένας είναι ελεύθερος να πει ή να κρίνει ό,τι θέλει. Δεν είναι αυτή η πρόθεση. Θα ήταν χαζό. Το «De Mysteriis Dom. Sathanas» είναι αυτόνομο έργο, είναι μια ενότητα. Δεν νομίζω ότι θα είχε νόημα να το αναπαράγουμε. Αλλά είναι μέρος μας. Το παίζουμε. Και μας επηρεάζει, ειδικά οι ζωντανές εμφανίσεις, γιατί αυτό κάνουμε πολύ πλέον.
Σήμερα όλοι μας είμαστε επαγγελματίες με την έννοια ότι ζούμε από τη μουσική. Με αυτή την έντονη περιοδεία δεν θα είχαμε καν χρόνο για κανονική δουλειά, ακόμα κι αν θέλαμε. Αυτό μας επηρεάζει. Προσωπικά, μου αρέσει πολύ και η εποχή του «Ordo…» και του «Esoteric Warfare». Αυτοί οι δίσκοι είναι πολύ σημαντικοί για την καρδιά μου. Νομίζω ότι ίσως χρειάζονται ακόμα χρόνο για να τους «πιάσει» ο κόσμος, ειδικά το «Esoteric Warfare». Ήταν τρομακτικό άλμπουμ, μιλούσε για τον έλεγχο του νου, πιο γήινα πράγματα. Μετά από αυτά τα γήινα θέματα, μου αρέσει να επιστρέφω σε πιο εσωτερικά, πιο αποκρυφιστικά μονοπάτια.
Αν κάποιος δεν του αρέσει ο δίσκος, είναι απολύτως εντάξει. Θυμάμαι όταν κυκλοφορήσαμε το «Ordo…», η πρώτη κριτική που διάβασα ήταν ουγγρική και έλεγε ότι αυτός ο δίσκος είναι τόσο απίστευτα λάθος και κακός που συνιστούσε να αγοράσετε μπύρες αντί για το CD. Και σκέφτηκα «γαμώτο, τέλειο». Μετά από λίγο καιρό πήραμε το Νορβηγικό Grammy για τον δίσκο. Οπότε, ό,τι να ’ναι.
Και με τους TORMENTOR στα ‘80s, όταν ξεκινήσαμε, δεχόμασταν κακές κριτικές. «Το metal πρέπει να ενώνει», «τι είναι αυτό με τον Σατανά», «είστε πολύ τρελοί». Αυτή η αρνητική προπαγάνδα τελικά μας βοήθησε, γιατί γίναμε πολύ δημοφιλείς στην Ουγγαρία. Είχαμε ήδη κοινό χιλίων ατόμων λίγα χρόνια μετά την αρχή.
Έμαθα στη ζωή μου να μην δίνω μεγάλη σημασία σε ό,τι λένε οι άλλοι. Αν κάποιος πιστεύει ότι προσπαθούμε να ξανακάνουμε το «De Mysteriis…», είναι εντάξει. Δεν είναι ο στόχος. Προκύπτει φυσικά. Σε αυτόν τον δίσκο ίσως έχεις δίκιο σε κάποια σημεία, αλλά ήταν περισσότερο σαν σκοτεινό χιούμορ. Για παράδειγμα, «Funeral of Existence» σχεδόν σαν «Funeral Fog», ή στίχοι όπως «Deathlike Silence». Αλλά αυτό είναι και οι MAYHEM. Αν κάναμε άλλο ένα «Mysteriis…», γιατί όχι; Είναι ελευθερία τέχνης. Στεκόμαστε στην καλλιτεχνική ελευθερία. Είναι βασική φιλοσοφία των MAYHEM. Οπότε ναι, όταν το σκέφτομαι, έχει λογική αυτό που λες. Αλλά υπήρχε και λίγο σκοτεινό χιούμορ εκεί.

Η μπάντα φαίνεται εξαιρετικά δεμένη και πειθαρχημένη ζωντανά. Θα έλεγες ότι η τωρινή σύνθεση είναι η πιο «δεμένη» από τότε που επέστρεψες;
Νομίζω πως ναι. Και έχουμε μεγάλη εμπειρία. Είναι η πιο σταθερή σύνθεση για το μεγαλύτερο διάστημα, περίπου δέκα χρόνια τώρα. Αυτό βοηθά. Ο Morten και ο Charles είναι εκπληκτικοί κιθαρίστες. Ο Hellhammer είναι τρελός ντράμερ. Ο Necrobutcher είναι σταθερό θεμέλιο. Χαίρομαι πολύ όταν ακούω μετά τις συναυλίες ότι ακουστήκαμε δεμένοι και δυνατοί.
Προσωπικά, εξασκούμαι σχεδόν κάθε μέρα. Η μουσική και τα φωνητικά είναι η ζωή μου. Όλα περιστρέφονται γύρω από αυτό. Στη γιόγκα κάνω chanting, δουλεύω την αναπνοή μου. Παλιά έκανα cardio, τώρα κάνω πολύ plank, γιατί δυναμώνει τον κορμό και τους μυς που χρησιμοποιώ για τα φωνητικά, το διάφραγμα. Όλα συνδέονται με τη μουσική.
Το χόμπι μου είναι το hi-fi. Λατρεύω να ακούω μουσική. Έχω οικογένεια φυσικά, αλλά πέρα από αυτό, όλα είναι μουσική. Καμιά φορά οδηγώ τη Harley μου, αλλά κι αυτό μουσική είναι — ο ήχος της μηχανής. Δεν κάνω μεγάλες διαδρομές, μόνο μέσα στη Βουδαπέστη.
Δεν γινόμαστε νεότεροι. Είναι εντυπωσιακό που ίσως ακουγόμαστε καλύτερα μετά από 40 χρόνια. Δεν ξέρω πώς. Προπονούμαι πολύ. Στην τελευταία περιοδεία παίζαμε δίωρο σετ. Είναι σαν μαραθώνιος. Τα πιο απαιτητικά σωματικά είναι τα ντραμς και τα φωνητικά. Νιώθω τιμή που παίζω κάθε βράδυ με τον Jan Axel (Hellhammer). Είναι σπουδαίος καλλιτέχνης και μας εμπνέει.
Δεν κρατάμε τίποτα πίσω. Δεν υπάρχει πιο σημαντική και λιγότερο σημαντική συναυλία. Κάθε βράδυ δίνουμε το μέγιστο. Μερικές φορές μικρές σκηνές καταλήγουν να είναι οι πιο έντονες συναυλίες, με πλήρη επαφή με το κοινό.
Για μένα, ο σκοπός της μουσικής είναι το live. Λατρεύω το στούντιο, αλλά η ουσία είναι η σκηνή. Να αντιμετωπίζεις το κοινό, να διοχετεύεις την ενέργεια, να μπαίνεις σε μία φάση να νιώθεις την αντανάκλαση από τον κόσμο. Αυτό είναι εκπληκτικό. Και όλα αυτά κορυφώνονται εκεί, νομίζω.

Η ταινία “Lords of Chaos συνέβαλε στο να ανακαλύψει μια νέα γενιά τη μυθολογία γύρω από τους MAYHEM, παρόλο που το συγκρότημα δεν ενέκρινε αυτού του είδους την απεικόνιση. Εσύ και ο Necrobutcher έχετε μιλήσει ανοιχτά εναντίον της. Κέρδισαν οι MAYHEM μια νέα γενιά θαυμαστών; Νεότερους οπαδούς;
Νομίζω πως ναι. Και αυτό είναι εκπληκτικό. Δεν το είχαμε σκεφτεί έτσι. Να τι έγινε: όταν εμφανίστηκε αυτή η ταινία, είχε ήδη προηγηθεί συζήτηση με έναν Ιάπωνα σκηνοθέτη που ήθελε να κάνει ταινία για τους MAYHEM, με αμερικανική παραγωγή. Δεν έγινε ποτέ. Πάντα υπήρχαν τέτοια πράγματα γύρω μας — ντοκιμαντέρ, DVD. Εμείς ποτέ δεν τα κάναμε αυτά. Απλώς δίναμε μια συνέντευξη και κάποιος το κυκλοφορούσε. Αυτό ήταν κάπως αγενές, αλλά έτσι έγινε.
Όταν ακούσαμε για το “Lords of Chaos” και είδαμε το σενάριο, είπαμε «με τίποτα». Ή θα γίνει ακριβώς όπως θέλουμε ή σηκώνουμε το μεσαίο δάχτυλο. Δεν μπορούσαμε να το δεχτούμε. Αργότερα γνώρισα τον σκηνοθέτη, τον Jonas Åkerlund, που είναι πολύ καλός και έπαιζε ντραμς στους BATHORY — ένα από τα αγαπημένα μου συγκροτήματα. Θα μπορούσε να είναι πολύ χειρότερα.
Του είπα όμως: «Πρέπει να καταλάβεις ότι δεν είμαστε οι SEX PISTOLS. Όταν έγινε το “Sid and Nancy”, το συγκρότημα είχε ήδη διαλυθεί. Εμείς λειτουργούμε ακόμη. Αν κάποιος κάνει μια χαζή ταινία για εμάς, τι θα σκεφτούν οι οπαδοί; Ότι πουλήσαμε την ψυχή μας στο Hollywood; Πού είναι η κληρονομιά; Πού είναι η ακεραιότητα;». Έπρεπε να πούμε όχι.
Παράξενο όμως: η ταινία γυρίστηκε στην Ουγγαρία. Η οικογένειά μου είναι στον κινηματογράφο — η πρώην σύντροφός μου, ο γιος μου, η κόρη μου. Ο γιος μου έχει σπουδάσει σκηνοθεσία. Και όταν γύρισα από μια περιοδεία στη Νότια Αμερική, μου είπαν: «Μάντεψε — ο γιος σου θα σε υποδυθεί στην ταινία». Τον βρήκαν μέσω πρακτορείου, είδαν ότι μοιάζει ακριβώς όπως ήμουν τότε και του πρότειναν τον ρόλο.
Στην αρχή δεν ήξερα τι να κάνω, αλλά ήταν ήδη αργά. Τελικά νομίζω ότι βγήκε εντάξει. Το πρόβλημά μου είναι ότι η ταινία εστιάζει στη «σαβούρα» και όχι στη μουσική. Ήμασταν μπάντα. Παίζαμε μουσική. Μην το ξεχνάτε. Κατά τ’ άλλα, η ταινία είναι καλοφτιαγμένη, οι ηθοποιοί καλοί. Ήμουν παρών στη σκηνή που καίνε την εκκλησία — ήταν πραγματική εκκλησία. Βλέπω νέους ανθρώπους στις συναυλίες μας. Είναι ενδιαφέρον. Σκέφτομαι τον εαυτό μου στα 15, όταν έπαιζα στους TORMENTOR το 1985. Τότε οι BLACK SABBATH μού φαίνονταν «γέροι», ενώ ήταν μόλις 15 χρόνια μπάντα. Τώρα οι MAYHEM είναι 40 χρόνια στη σκηνή. Δεν μπορώ να φανταστώ πώς μας βλέπουν αυτά τα παιδιά.
Βλέπουμε μέχρι και τρεις γενιές στις συναυλίες μας — παιδί με ωτοασπίδες, πατέρας και παππούς. Είναι τρελό. Όλοι είναι ευπρόσδεκτοι. Κι εγώ στα 15 ήμουν ήδη τρελός. Τους χαιρετώ.

Ανέφερες δύο φορές τους TORMENTOR. Παραμένουν σημαντικό καλλιτεχνικό όχημα για σένα;
Ναι. Παίζουμε ακόμη. Ερχόμαστε και στην Ελλάδα. Παίζουμε με την ίδια σύνθεση από το 1987 — είναι απίστευτο. Οι TORMENTOR επηρέασαν τους MAYHEM. Δεν γνώριζα τους MAYHEM πριν με προσεγγίσουν. Το παράξενο είναι ότι στους TORMENTOR το καλλιτεχνικό μου όνομα ήταν Mayhem. Φαντάσου. Μετά με προσέγγισε συγκρότημα που λεγόταν MAYHEM.
Ήμουν αγαπημένος τραγουδιστής του Dead. Έχω δει γράμματά του όπου έλεγε ότι οι TORMENTOR ήταν η μόνη μπάντα που του άρεσε τότε. Δεν τον γνώρισα ποτέ. Οι TORMENTOR ήταν το «λύκειό» μου. Παίξαμε 50–100 συναυλίες στα ‘80s όταν ήμουν 15–19 ετών. Οι MAYHEM δεν έπαιζαν καν ζωντανά τότε. Οι MAYHEM είναι στην κορυφή της πυραμίδας για μένα, αλλά οι TORMENTOR είναι πάντα εκεί. Ίσως πρέπει να κάνουμε και νέο άλμπουμ.

Πιστεύεις ότι η μυθολογία και η δημοσιότητα επισκίασαν τα καλλιτεχνικά επιτεύγματα των πρώτων χρόνων;
Νομίζω πως ναι. Αλλά ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει. Ήμουν εκεί. Ήμουν 22 όταν τραγούδησα στο «De Mysteriis…». Ο Varg ήταν νεότερος. Όταν άκουσα το «Deathcrush», μου άρεσε, αλλά ήταν πιο punk. Αγαπώ το punk. Όταν όμως άκουσα τα demo του «De Mysteriis…», έπαθα σοκ. Δεν είχα ξανακούσει κάτι τέτοιο. Ήταν εντελώς νέα προσέγγιση. Άκουγα SLAYER, BATHORY, αλλά αυτό ήταν διαφορετικό. Η δομή, οι συνθέσεις, τα τύμπανα, τα riffs — όλα. Ήταν φουτουριστικό, φρέσκο, σκοτεινό, με συναίσθημα και ταχύτητα. Δεν θα ξεχάσω πώς ένιωσα.
Πάντα πίστευα ότι η μουσική ήταν το σημαντικό. Τώρα ο κόσμος μιλά για τα υπόλοιπα. Ο Varg υπήρξε φίλος μου. Ο Euronymous ήταν πολύ κοντινός μου φίλος. Έχω μείνει στα σπίτια τους. Δεν έχω μιλήσει με τον Varg από τότε. Νομίζω του αρέσει η προσοχή των media. Εμένα μου αρέσει να επηρεάζω μέσω της μουσικής, όχι μέσω δηλώσεων.

Έχοντας δουλέψει με Euronymous, Blasphemer και Teloch, ποιες είναι οι διαφορές τους;
Όλοι είναι εξαιρετικοί και διαφορετικοί. Ιδιοφυΐες. Θα έβαζα και τον Charles (Ghul), που έχει γράψει σημαντικό μέρος των δύο τελευταίων άλμπουμ. Ο Euronymous είχε τεράστιο όραμα. Μιλούσε για περιοδείες σε ιστορικούς χώρους όπως το Hammersmith. Ο Blasphemer ήταν απίστευτα δημιουργικός, με αδιανόητο riffing. Στεναχωρήθηκα πολύ όταν έφυγε. Ο Morten (Teloch) είναι φανταστικός συνθέτης, αυτοδίδακτος, έμαθε κιθάρα σε γκαράζ, πήγε στους GORGOROTH και μετά στους MAYHEM. Το έχει μέσα του.

Ζητώ συγγνώμη, αλλά το link της συνέντευξης θα λήξει και δεν έχουμε άλλο χρόνο… Σε ευχαριστώ πολύ.
Γαμώτο, ελπίζω να τα πούμε σύντομα.

Σάκης Φράγκος (με την πολύτιμη βοήθεια του Λευτέρη Τσουρέα)

SACRIFICIAL DEATH – “Absolute katharsis” (Soman)

0
Sacrificial

Sacrificial

Το death/thrash σχήμα των SACRIFICIAL DEATH από την Αθήνα, έχει βρεθεί πολλές φορές μπροστά μου τα τελευταία δύο χρόνια, σε διάφορες περιστάσεις. Είτε σε σχετικά festival, είτε support σε σχετικά και μη σχήματα, ένα όμως είναι το μόνο σίγουρο. Τα παλικάρια αυτά, δεν αστειεύονται, φτύνουν φωτιές και κατεβάζουν γουστόζικα riffs ενώ το κάνουν! Πραγματικά, τρομερά υψηλό παικτικό επίπεδο από το “Glory of the dead” EP. Πλέον ήρθε η ώρα να μιλήσουν και με full-length δίσκο. O τίτλος αυτού; “Absolute katharsis” και κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες από την Soman records.

Εδώ έχουμε μια περίπτωση που το υλικό δοκιμάστηκε και “ψήθηκε” συναυλιακά, προτού κυκλοφορήσει σε studio εκδοχή. Το αποτέλεσμα; Η συναυλιακή φόρα της μπάντας, μεταφέρθηκε στα 32 και κάτι λεπτά του “Absolute catharsis” στο στούντιο. Υλικό κομμένο και ραμμένο για κύκλους και βρωμόξυλο, βαπτισμένο στους SLAYER, SODOM, KREATOR και DEATH ενώ από μεταγενέστερες μπάντες οι δικοί μας SUICIDAL ANGELS και LEGION OF THE DAMNED έρχονται κατά νου. Τα δε διπλά φωνητικά, φέρνουν και λίγο από DEICIDE στο μυαλό. Όλα τα καλά του κόσμου δηλαδής! Τα παιδιά είναι οπαδοί και φαίνεται στο πως γράφουν αλλά και στο πως παίζουν.

Το εναρκτήριο “Flesh of deceit (death to humanity)” σου εξηγεί το όνειρο από την αρχή! Στον αντίποδα το ποικιλόμορφο ομώνυμο (μέχρι και blastbeats ακούμε), το “Glory of the dead” και το “Fetch us their souls” δείχνουν τη πιο περιπετειώδη φύση της μπάντας που παίζει με τις δυναμικές μέσα στο ευθύ και αιματοβαμμένο της μοτίβο (το παικτικό επίπεδο που λέγαμε παραπάνω). Φυσικά, οι καθαρόαιμοι οδοστρωτήρες “Eternal damnation”, “Baptized in blood and fear” (με την εφιαλτική του εισαγωγή) και το φινάλε “Abysmal wrath”/“Demise of the ritual”, αναλαμβάνουν να διαλύσουν το σβέρκο σου με γούστο και στυλ!

Όλα αυτά, ντυμένα με τη παραγωγή του Βαγγέλη Γιαλαμά (FRAGILE VASTNESS) που αναδεικνύει τα πάντα με όγκο, καθαρότητα και επιθετικότητα. Σοφή η επιλογή της επανηχογράφησης και του “Fetch us their souls” και του “Glory of the dead”, δείχνοντας πως εξελίχθηκαν αυτά τα κομμάτια σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα (υπενθυμίζω η μπάντα υπάρχει βαριά 5 χρόνια!). Εν κατακλείδι, οι SACRIFICIAL DEATH με το “Absolute katharsis” λένε “καλησπέρα σας, ήρθαμε!” στον μουσικό κόσμο, με μια γερή κλωτσιά στα μούτρα. Προσωπικά, νιώθω μεγάλη χαρά όταν το αγαπημένο μου ιδιώμα βγάζει νέο αίμα, το οποίο να διεκδικεί με αξιώσεις από την αρχή τη θέση του!

Αν είσαι thrasher και δη στην ακραία πλευρά του είδους, το “Absolute katharsis” θα σου ανοίξει τη καρδιά. Νιώθω επίσης πως ακόμα δεν έχουμε δει όλα όσα μπορούν να κάνουν. Παρόλα αυτά, ήδη μας δείχνουν ότι πρέπει να τους παρακολουθούμε στενά και αυτό είναι το σημαντικότερο!  Εύγε λεβέντες μου!

8 / 10

Γιάννης Σαββίδης

  • https://noc.ezhellas.com:44450/live
  • Rock Hard Radio
  • rock hard greece