ΟΝΟΜΑ ΑΛΜΠΟΥΜ: “Dante XXI” – SEPULTURA ΕΤΟΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ: 2006 ΕΤΑΙΡΙΑ: Steamhammer ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ: André Moraes, Stanley Soares ΣΥΝΘΕΣΗΜΠΑΝΤΑΣ:
Φωνητικά – Derrick Green
Κιθάρα – Andreas Kisser
Τύμπανα – Igor Cavalera
Μπάσο – Paulo Xisto
Το “Dante XXI”, το δέκατο στούντιο άλμπουμ των SEPULTURA, συμπληρώνει φέτος είκοσι χρόνια ζωής. Πριν πάμε στα της μουσικής, έχει ενδιαφέρον ότι με αυτόν τον δίσκο ο Derrick Green πλησιάζει πλέον τη δεκαετία στη θέση πίσω από το μικρόφωνο των Βραζιλιάνων, ενώ την ίδια στιγμή το “Dante XXI” αποτελεί την τελευταία ηχογράφηση του Igor Cavalera με τη μπάντα.
Μετά από μια σειρά μέτριων δίσκων, όπου το συγκρότημα προσπαθούσε να βρει τα πατήματά του στη μετά-Max Cavalera εποχή, οι SEPULTURA παρουσιάζουν εδώ ένα διαφορετικό πρόσωπο, επιχειρώντας να επιστρέψουν στην επιθετικότητα του παλαιότερου ήχου τους, χωρίς όμως να απεμπολούν τα groove και τα πιο «nu» στοιχεία του άμεσου παρελθόντος τους. Τα έντονα riffs, τα όποια thrash ξεσπάσματα, οι συνεχείς γκρούβες και οι δυναμικοί (ανά στιγμές και γρήγοροι) ρυθμοί συνθέτουν μια δουλειά που αναμφίβολα ήταν η πιο ολοκληρωμένη και ποιοτική από την είσοδο του Green στη μπάντα. Οι πιο πειραματικές στιγμές έχουν περιοριστεί, όπως και τα έντονα world music στοιχεία, οδηγώντας σε μια πιο καθαρόαιμη metal προσέγγιση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το thrashy “Convicted in Life”, το tribal “City of Dis”, αλλά και το πιο ατμοσφαιρικό και doom “Fighting On”, κομμάτια που παραπέμπουν στην παλαιότερη περίοδο της μπάντας.
Σημαντική συνιστώσα του δίσκου είναι και το εννοιολογικό του σκέλος, καθώς πρόκειται για ένα concept άλμπουμ εμπνευσμένο από τη Θεία Κωμωδία του Dante Alighieri. Η θεματική του άλμπουμ βασίζεται στη δομή του έργου, το οποίο χωρίζεται σε τρία μέρη: Κόλαση (Inferno), Καθαρτήριο (Purgatorio) και Παράδεισο (Paradiso). Αυτή η δομή αποτυπώνεται και στο πως σπονδυλώνεται το υλικό, καθώς το άλμπουμ ακολουθεί μια αντίστοιχη πορεία, με τα τραγούδια να αναφέρονται σε διαφορετικά στάδια της ανθρώπινης ηθικής και πνευματικής διαδρομής. Οι εικόνες της Κολάσεως και της τιμωρίας μετατρέπονται έτσι σε σχόλιο πάνω στην κοινωνική αδικία, την πολιτική καταπίεση και την ανθρώπινη βία.
Με το “Dante XXI” οι SEPULTURA δημιούργησαν μια σκοτεινή μουσική διαδρομή που αντλεί έμπνευση από την κλασική λογοτεχνία, σε μια από τις πιο φιλόδοξες στιγμές της πορείας τους. Το αποτέλεσμα δικαίωσε σε μεγάλο βαθμό την τετράδα από το São Paulo, αποτελώντας ένα σημαντικό κεφάλαιο τόσο στην εξέλιξη του ήχου τους όσο και στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας τους στη δεύτερη φάση της καριέρας τους.
Ο πρώην κιθαρίστας των Motörhead, Phil Campbell, πέθανε σε ηλικία 64 ετών. Ο θάνατός του ανακοινώθηκε νωρίτερα σήμερα (Σάββατο 14 Μαρτίου) με ανάρτηση στα social media του συγκροτήματός του, Phil Campbell and the Bastard Sons, στο οποίο συμμετείχε μαζί με τους γιους του Todd, Dane και Tyla.
Το μήνυμα αναφέρει:
«Με μεγάλη θλίψη ανακοινώνουμε τον θάνατο του αγαπημένου μας πατέρα, Philip Anthony Campbell, ο οποίος έφυγε ειρηνικά χθες το βράδυ, ύστερα από μια μακρά και γενναία μάχη στην εντατική, μετά από μια σύνθετη μεγάλη επέμβαση.
Ο Phil ήταν αφοσιωμένος σύζυγος, υπέροχος πατέρας και περήφανος και στοργικός παππούς, γνωστός με αγάπη ως “Bampi”. Τον αγαπούσαν βαθιά όλοι όσοι τον γνώρισαν και θα μας λείψει απεριόριστα. Η κληρονομιά του, η μουσική του και οι αναμνήσεις που δημιούργησε με τόσους πολλούς ανθρώπους θα ζουν για πάντα.
Ζητάμε με σεβασμό να γίνει σεβαστή η ιδιωτικότητα της οικογένειάς μας σε αυτή την εξαιρετικά δύσκολη περίοδο.»
Λίγο μετά τη δημοσιοποίηση της είδησης, ο επί χρόνια ντράμερ των Motörhead, Mikkey Dee, έγραψε στα social media:
«Μάθαμε τα νέα σήμερα το πρωί και είναι απίστευτα λυπηρό, για τον ξαφνικό χαμό του αδελφού μου και αγαπημένου φίλου μου, Phil Campbell.
Ήταν ο πιο αστείος άνθρωπος που έχω γνωρίσει ποτέ και ο καλύτερος rock κιθαρίστας με τον οποίο έχω παίξει. Η ενέργεια και το συναίσθημά του για τη rock μουσική ήταν μοναδικά. Γράψαμε μαζί 12 στούντιο άλμπουμ και δεν σταμάτησε ποτέ να με εκπλήσσει με το τεράστιο ταλέντο του. Πάνω απ’ όλα όμως θα μου λείψει το να κάνουμε παρέα με τον πιο καλόκαρδο άνθρωπο που θα μπορούσες να γνωρίσεις.
Η οικογένειά μου κι εγώ στέλνουμε τις σκέψεις μας στην οικογένεια του Phil. Τους εύχομαι πραγματικά ό,τι καλύτερο για το μέλλον και θα είμαι εδώ αν χρειαστούν οτιδήποτε.
Κοιμήσου καλά, φίλε μου και στρατιώτη του rock. Πες ένα γεια στον Lemmy, τον Würzel, τον Phil Taylor και τον Eddie Clarke. Είμαι σίγουρος ότι θα είστε πάλι όλοι μαζί μια τρελή παρέα!»
Τα επίσημα social media των Motörhead δημοσίευσαν επίσης το εξής μήνυμα:
«Δεν μπορούμε να πιστέψουμε ότι το λέμε αυτό… με βαθιά θλίψη πρέπει να ανακοινώσουμε ότι ο Philip Anthony Campbell έφυγε από τη ζωή.
Ήταν ο κιθαρίστας των Motörhead για 31 χρόνια (το μακροβιότερο μέλος μετά τον Lemmy), έχοντας ενταχθεί στο συγκρότημα το 1984. Μετά τον θάνατο του Lemmy, είχε την ευλογία να δημιουργήσει τους Phil Campbell and the Bastard Sons μαζί με τους γιους του Todd, Dane και Tyla, με τους οποίους ηχογράφησε και περιόδευσε για πολλά χρόνια.
Ο Phil ήταν ένας υπέροχος κιθαρίστας, συνθέτης, performer και μουσικός που είχε τους Motörhead στο αίμα του. Πάντα καθοδηγούνταν από το χάρισμά του στην κιθάρα και είχε εξαιρετικό χιούμορ, αλλά πάνω απ’ όλα οδηγούσε με την καρδιά του. Δεν μπορούσες να βρεθείς κοντά του χωρίς να γελάσεις πολλές φορές, γιατί απλά ο Phil αγαπούσε τη ζωή και τη ζούσε με μεγάλη χαρά.
Θα υπάρξει άφθονος χρόνος για να μοιραστούμε ιστορίες — ιστορίες δόξας του Campbell — και μερικά πολύ καλά αστεία. Προς το παρόν, στείλτε αγάπη και θετική ενέργεια στη Gaynor και τα παιδιά, δίνοντάς τους τον χρόνο, τον χώρο και την ιδιωτικότητα που χρειάζονται.
Με πολλή αγάπη, αναπαύσου εν ειρήνη Phil. Ο κόσμος μόλις έχασε μια τεράστια ακτίνα φωτός και είμαστε συντετριμμένοι.»
Τον Φεβρουάριο, οι Phil Campbell and the Bastard Sons είχαν ακυρώσει τις προγραμματισμένες συναυλίες τους σε Αυστραλία και Ευρώπη από τον Μάρτιο έως τον Μάιο «λόγω ιατρικών συστάσεων που μόλις έλαβε ο Phil», χωρίς τότε να δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες.
Ο Campbell ήταν μέλος των Motörhead από το 1984 έως το 2015 και για τα τελευταία 20 χρόνια ύπαρξης του συγκροτήματος ήταν ο μοναδικός κιθαρίστας τους, συμμετέχοντας σε κλασικές κυκλοφορίες όπως τα “Orgasmatron”, “1916” και “Bastards”, μεταξύ άλλων.
Άλλη μία συνέντευξη από το αρχείο του έντυπου RockHard, μιας και ο JoeSatriani δύσκολα πλέον δίνει συνεντεύξεις και με αφορμή το “Supercolossal” που κυκλοφόρησε ακριβώς πριν από 20 χρόνια, ας θυμηθούμε τη συνέντευξη που είχε δώσει ο GuitarHero στον Σάκη Φράγκος.
Κάθε φορά που κυκλοφορεί δίσκο ο Joe Satriani, αυτόματα είναι ένα πολύ σημαντικό γεγονός για την κιθαριστική –κι όχι μόνο- κοινότητα. Βλέπετε ο άνθρωπος μας έχει χαρίσει τόσα κλασικά αριστουργήματα που θεωρείται –και είναι- ο σημαντικότερος σόλο κιθαρίστας στο χώρο του hard rock/ heavy metal μαζί με τον μαθητή του Steve Vai. Όπως και στο παίξιμό του, το ίδιο απολαυστικός είναι και στις κουβέντες του. Για μία ακόμα φορά, μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω μαζί του και δεν την άφησα να πάει χαμένη…
Έχω χάσει το μέτρημα με τις συνεντεύξεις που έχουμε κάνει, αλλά είναι πάντα ευχαρίστηση να συζητάω μαζί σου… Ευχαριστώ πολύ!
Φαίνεται ότι είσαι ανεξάντλητος… Δεν παραδίνομαι ποτέ!!! (γέλια)
Έχεις συνειδητοποιήσει ότι έχουν περάσει 20 χρόνια από τότε που κυκλοφόρησες το “Notofthisearth”; Ήταν πολύ δύσκολο να συνειδητοποιήσω ότι έχουν περάσει τόσα χρόνια. Κάθομαι και το σκέφτομαι και νιώθω ότι πέρασαν τα χρόνια στο άψε-σβήσε.
Μπορεί να πέρασαν γρήγορα αυτά τα χρόνια, όπως λες, αλλά εξακολουθούν να είναι πολλά! Τι σε κράτησε δυνατό όλο αυτόν τον καιρό κι έκανες πολλούς δίσκους κι είχες μεγάλη επιτυχία; Είμαι πολύ τυχερός που έχω βρει το κοινό μου! Μου πήρε πολύ καιρό αλλά τα κατάφερα. Ξέρεις, παρά το γεγονός ότι γράφω αποκλειστικά εγώ τη μουσική για τα κομμάτια μου, το μεγαλύτερο μέρος της εμπειρίας μου προέρχεται από τις περιοδείες που κάνω σε όλο τον κόσμο. Εκεί μοιράζομαι τις εμπειρίες μου με τον κόσμο κάθε βράδυ. Θα έλεγα ότι κάθε συναυλία για μένα είναι μια γιορτή παρά μία μοναχική προσπάθεια.
Ποια είναι η κινητήρια δύναμη που σε ωθεί να συνεχίζεις με αμείωτο ρυθμό τις ηχογραφήσεις και τις περιοδείες; Νομίζω ότι είναι η ίδια η ζωή. Είναι τόσο περίπλοκη κι ενδιαφέρουσα. Ατελείωτη, με καλές και κακές στιγμές και τόσα πολλά πράγματα να ασχοληθεί κανένας και να γράψει φυσικά μουσική.
Γιατί ονόμασες το δίσκο “Supercolossal”; Βλέπω στα σχόλια που έχεις στο booklet ότι όταν έγραφες αυτό το κομμάτι, φανταζόσουν τον κιθαρίστα σαν τον Κολοσσό της Ρόδου! Όταν ηχογραφούσα το δίσκο, έβλεπα ότι ο ήχος ήταν πολύ «μεγάλος» κι υπήρχαν πολλές διαφορετικές επιρροές κι είδη παιξίματος. Το έβλεπα σαν ένα soundtrack για έναν γιγαντιαίο κιθαρίστα. Αυτές οι ιδέες έμειναν κολλημένες στο μυαλό μου για πολύ καιρό αφού φανταζόμουν όταν έπαιζα αυτό το κομμάτι έναν γιγαντιαίο κιθαρίστα. Αυτό έγινε το βασικό θέμα του δίσκου, αφού το κομμάτι “Super colossal” έγινε κάτι σαν εισαγωγή για να περιγράψει τις διαφορετικές συναισθηματικές καταστάσεις αυτού του γίγαντα, οι οποίες περιγράφονται σε κάθε τραγούδι στη συνέχεια.
Και για ποιον λόγο βλέπουμε το JoeSatriani σαν καρικατούρα μέσα στο δίσκο; (γέλια) Ο γίγαντας που σου περιγράφω, μπορεί να έχει τεράστιο μέγεθος, αλλά έχει ευγενική καρδιά, σαν μικρού παιδιού. Αυτός είναι κι ο λόγος που κάναμε αυτά τα σχέδια.
Σ’ αυτό το δίσκο, έχει παίξει και το μπάσο και τα πλήκτρα εκτός από την κιθάρα.. Μου αρέσει πάρα πολύ να παίζω μπάσο. Στους τρεις πρώτους δίσκους μου αλλά και σ’ ένα μέρος του “The extremist” έπαιζα μπάσο. Είναι λοιπόν κάτι που έκανα εδώ και πολλά χρόνια και μου έρχεται φυσιολογικά. Πάντα έχω ένα μπάσο δίπλα μου και γράφω πολλά πράγματα μ’ αυτό.
Είναι αλήθεια ότι ο DaveLaRue θα περιοδεύσει μαζί σου; Ναι! Έχεις δίκιο κι είμαι χαρούμενος γι’ αυτό! Ξεκινάμε την περιοδεία την 1η Απριλίου και θα περάσουμε το καλοκαίρι από την Ευρώπη…
Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι έχει δύο ντράμερ στο δίσκο. Με ποιο κριτήριο διάλεξες τα κομμάτια στα οποία έπαιξε ο SimonPhilips για παράδειγμα; Όταν γράφω ένα δίσκο, ποτέ δεν είμαι σίγουρος για την συνολική κατεύθυνση που θα έχει. Ξεκινάω λοιπόν και δουλεύω με καμία εικοσαριά μέρη, τα οποία όμως δεν ξέρω αν θα καταλήξουν να είναι και καλά κομμάτια. Είχα λοιπόν κάποια κομμάτια, τα οποία με είχαν προβληματίσει και δεν ήξερα αν θα εξελιχθούν σε τόσο αξιόλογα ώστε να μπουν τελικά στο δίσκο. Ενώ είχα κλείσει λοιπόν να δουλέψω με τον Jeff Campitelli και τον παραγωγό μου Mike Fraser στο Vancouver το Νοέμβριο, χρειάστηκα τη βοήθεια κάποιου άλλου ντράμερ το Σεπτέμβριο, για να δω εκείνη τη στιγμή αν μπορούσαν κάποια κομμάτια να εξελιχθούν σε καλά. Επικοινώνησα με τον Simon Philips, ο οποίος ευτυχώς βρήκε δύο μέρες κενές στο πρόγραμμά του, είχε επαγγελματικό στούντιο και ηχογράφησε. Μου άρεσε πολύ το παίξιμό του και μου έδωσε ώθηση να βάλω κάποια πλήκτρα και να τα ολοκληρώσω.
Επέλεξες να δουλέψεις για μία ακόμη φορά με τον MikeFraser, έναν παραγωγό που είναι φημισμένος για τη δουλειά του με τους AC/DC και τους METALLICA. Ήθελες έναν κάπως πιο εμπορικό ήχο; Δουλεύω με τον Mike από το 1996 αλλά και τον Eric Caudieux που κάνει το editing. Κάναμε το “Crystal planet” μαζί, ξαναδούλεψα με τον Eric αλλά και τον Mike σαν σύμβουλο, ξανασυνεργάστηκα με τον Mike και στο “Strange beautiful music” και στο “Is there love in space?” αλλά και σε κάποιους δίσκους των G3. Πολύς κόσμος τον γνωρίζει βέβαια από τη δουλειά του με τους AC/DC και τόσους άλλους θαυμάσιους καλλιτέχνες με τους οποίους έχει συνεργαστεί. Είμαι λάτρης της δουλειάς του, του πώς κάνει τόσο «μεγάλο» τον ήχο της κιθάρας κι όλων των τεχνικών λεπτομερειών, τις οποίες γνωρίζει άψογα. Έχει ένα μοναδικό τρόπο να δουλεύει…
Μοναδική ήταν κι η ιδέα του “Crowdchant” κατά τη γνώμη μου. Είναι κάτι το οποίο κάνουν σχεδόν όλα τα σχήματα που παίζουν live, αλλά κανένας δεν έχει σκεφτεί να το βάλει σε στούντιο δίσκο! Εννοείται ότι κάνω αυτό το «κόλπο» με το κοινό πάρα πολλά χρόνια και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ακροατήρια που αντιδρούν καλά σ’ αυτό το «παιχνίδι» όπου τραγουδούν τη μελωδία που παίζω κι άλλα χειρότερα. Αν δεις στο DVD “Live in San Fransisco” κάνω κάτι τέτοιο. Σκέφτηκα λοιπόν να κάνω κάτι σαν το “Crowd chant” όπου ακούγονται πάρα πολλές διαφορετικές επιρροές, ακόμα και μία «παράφραση» ενός κλασικού κομματιού κάποιου Γάλλου συνθέτη. Μία νύχτα στο Vancouver, μαζέψαμε 35 ανθρώπους στο στούντιο –ανάμεσά τους και παιδιά! Τους είπαμε ότι δε θέλαμε να ακούγονται σαν χορωδία ή κάτι τέτοιο, απλά να φωνάζουν! Είχε πολύ πλάκα. Ηχογραφήσαμε 10 φορές τις φωνές τους και συνολικά ακούγονται 350 φωνές.
Σε κάθε δίσκο σου ασχολείσαι με το διάστημα, τους εξωγήινους, τη σύγχρονη τεχνολογία. Στο“Super colossal”έχειςτακομμάτια“Redshift riders” και“One robot’s dream”. Υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος που γράφεις τέτοιου είδους κομμάτια; Φυσικά κι από τη στιγμή που ζούμε στον πλανήτη Γη, ο οποίος κινείται στο διάστημα, πρέπει να μας ενδιαφέρει τι γίνεται στο γαλαξία. Είναι το μέρος που ζούμε. Άλλωστε ξοδεύουμε εκατομμύρια δολάρια για να μάθουμε που βρισκόμαστε και τελικά ακόμα δεν ξέρουμε που είναι. Κοιτάζοντας τον ουρανό το βράδυ είναι ουσιαστικά μια αντίληψη της πραγματικότητας με όλα τα αστέρια που βλέπεις στον ουρανό. Αν το ψάξεις, θα δεις ότι κατασκευάζουμε μηχανές για να αντιληφθούμε την πραγματικότητα καλύτερα. Έχουμε δημιουργήσει ασύλληπτες μηχανές αλλά τελικά δεν έχουμε μπορέσει να μάθουμε ποιοι είμαστε και τι κάνουμε! Όλα αυτά είναι ζητήματα που πάντα με ενδιέφεραν.
Είναι αρκετά της μόδας, να ηχογραφούνται δίσκοι με διασκευές. Εσύ έχεις κάνει κάποιες διασκευές, κυρίως στα άλμπουμ των G3. Σκέφτεσαι μήπως να κάνεις ένα δίσκο μόνο με διασκευές; Άλλωστε έχεις δοκιμάσει τόσα πολλά και διαφορετικά πράγματα… Μου αρέσει να παίζω διασκευές που και που. Δεν ξέρω. Για μένα είναι πολύ πιο συναρπαστικό να δημιουργώ δική μου μουσική και δεν είναι προτεραιότητά μου να διασκευάζω κομμάτια άλλων.
Υπάρχει κάποιο συγκρότημα στον κόσμο το οποίο αν σου ζητούσε να παίξεις μαζί του και να σταματούσες την προσωπική σου καριέρα θα το έκανες χωρίς δεύτερη κουβέντα; (γέλια) Είναι πολύ δύσκολο να σταματήσω να κάνω σόλο άλμπουμ. Έχω ήδη παίξει με τόσα πολλά σχήματα, από τους ROLLING STONES και τους DEEP PURPLE μέχρι τους NINE INCH NAILS κι έχω βρεθεί στη σκηνή μαζί με τόσο σημαντικούς μουσικούς. Δεν το έκανα λοιπόν μέχρι τώρα, οπότε δεν βρίσκω το λόγο να το κάνω τώρα!!! Νιώθω πολύ τυχερός πάντως που έχω παίξει με τόσο σημαντικά σχήματα μέχρι τώρα στη ζωή μου.
Για το τέλος θα ήθελα να κάνουμε κάποια σχόλια για κάθε σύνθεση του G3 όλα αυτά τα χρόνια. Νομίζω ότι το G3 είναι από τα σπουδαιότερα γεγονότα στο χώρο της μουσικής κυρίως όσον αφορά τους κιθαρίστες… Κάθε σύνθεση του G3 ξεκινούσε από την επιθυμία μου να παίζω δίπλα σε αυτούς τους κιθαρίστες. Η πρώτη περιοδεία με τον Steve Vai και τον Eric Johnson είχε τόσο μεγάλη επιτυχία ώστε δεν υπήρχε περίπτωση να μην τη συνεχίσουμε. Ο Steve Vai πάντα υπήρξε φανταστικός τύπος και περνάμε υπέροχα μαζί. Αλλά και ο Eric Johnson, o John Petrucci, o Kenny Wayne Shepherd, o Yngwie Malmsteen, o Uli Jon Roth είναι εξαιρετικοί κιθαρίστες και περάσαμε πολύ ωραίες στιγμές στις περιοδείες μας. Αξέχαστες θα έλεγα. Ο μόνος που χάλασε τις όμορφες στιγμές, ήταν ο Michael Schenker δυστυχώς, παρόλο που τον εκτιμώ σαν κιθαρίστα και δυστυχώς οι λόγοι ήταν εντελώς εκτός μουσικής…
Ευχαριστώ πάρα πολύ για την κουβέντα. Ήταν τιμή μου… Εγώ ευχαριστώ κι ελπίζω να τα πούμε από κοντά στην Ελλάδα πάλι.
Μπορεί οι SEPULTURA εκείνης της περιόδου να μην είναι οι καλύτεροι/πιο δημοφιλείς, το “Dante XXI” όμως, ήταν μία πολύ αξιόλογη προσπάθεια και ψάχνοντας στο αρχείο μας, βρήκαμε τη συνέντευξη που τους είχε κάνει ο Κώστας Αλατάς για θέμα εξωφύλλου (είχαμε και αυτοκόλλητο SEPULTURA τότε, ως δώρο), πάντα μαζί με φωτογραφίες εποχής. Ας θυμηθούμε τι μας είπε τότε ο Derrick Green, για την κυκλοφορία τους εκείνη…
Αφού έκλεισαν είκοσι χρόνια στη δισκογραφία και το γιόρτασαν με την κυκλοφορία του επετειακού DVD, “Live in Sao Paulo”, οι SEPULTURA μας επιφύλαξαν μία ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη. Η ακρόαση του “Dante XXI”, του δέκατου κατά σειρά άλμπουμ τους, αποτελεί μία από τις καλύτερες κυκλοφορίες των SEPULTURA τα τελευταία χρόνια, με τους ίδιους αρκετά καινοτόμους και επηρεασμένους από ένα από τα σημαντικότερα έργα στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο frontman των SEPS, Derrick Green, μας εξηγεί λεπτομερώς τις δραστηριότητες της μπάντας και πιστεύω ότι με αυτή τη συνέντευξη μας δίνεται η ευκαιρία να τον γνωρίσουμε λίγο παραπάνω μιας και αποδεικνύεται άξιο παλικάρι στο οποίο ίσως δεν έχουμε δώσει την απαραίτητη προσοχή μέχρι στιγμής
Πως αποφασίσατε να γράψετε ένα άλμπουμ το οποίο θα βασίζεται στιχουργικά στο “The divine comedy” του Dante Alighieri; Βασικά η ιδέα μας ήρθε επειδή θέλαμε να γράψουμε ένα soundtrack για ένα βιβλίο ή ταινία κι έτσι αρχίσαμε να συζητάμε πάνω σε ιδέες που είχε ο καθένας μας και για θέματα που φαινόντουσαν ενδιαφέροντα. Έτσι πρότεινα το “The divine comedy” γιατί είναι ένα βιβλίο που είχα διαβάσει μεγαλώνοντας και πίστευα ότι υπάρχει τέτοιο υλικό σε αυτό όπου θα μπορούσαμε να συσχετίσουμε με σημερινά γεγονότα που λαμβάνουν μέρος στον 21ο αιώνα. Ο Δάντης σχετιζόταν αρκετά με πολιτικά θέματα, τη διαστροφή, την αγάπη και το μίσος και γενικότερα καθημερινές καταστάσεις που βιώνει ο καθένας μας. Εξελίξαμε αυτή την ιδέα έχοντας υπόψη και το artwork, γι’ αυτό και καλέσαμε έναν καλλιτέχνη που γνωρίζουμε εδώ στην Βραζιλία και του ζητήσαμε να φτιάξει μοντέρνα σχέδια με βάση τις ιδέες που είχαμε για το άλμπουμ. Έτσι σχεδίασε τρεις ζωγραφιές που απεικονίζουν τη Κόλαση, τρεις το Καθαρτήριο και τρεις τον Παράδεισο. Δουλέψαμε πάνω σε αυτό το concept παίρνοντας μέρη από το βιβλίο και από τα κεφάλαια που το απαρτίζουν, γράφοντας τα πέντε πρώτα τραγούδια με βάση τη Κόλαση, τα επόμενα τέσσερα το Καθαρτήριο και τα υπόλοιπα τον Παράδεισο.
Το άλμπουμ ακούγεται αρκετά σκοτεινό. Αυτό οφείλεται στην εύστοχη απεικόνιση των σκοτεινών τόπων που αναφέρει ο Δάντης ή είχε προηγηθεί η σύνθεση της μουσικής; Θεωρήσαμε πολύ cool ότι το βιβλίο είναι πολύ σκοτεινό από την αρχή και υπάρχουν διαφορετικά συναισθήματα και ατμόσφαιρα σε όλη τη ροή του και αυτό θέλαμε να το μεταφέρουμε και στη μουσική μας. Μας φάνηκε αρκετά προκλητικό το να εκφράσουμε αυτά τα vibes και τα διαφορετικά συναισθήματα. Φυσικά το βιβλίο είναι πολύ σκοτεινό αλλά έτσι ζούμε όλοι μας και στην καθημερινή μας ζωή. Ζούμε την σκοτεινή εποχή κατά κάποιο τρόπο, την εποχή της διαμάχης και της διχόνοιας (σ.σ. “Age of quarrel”) όπως το λένε σε κάποιες θρησκείες. Κάποια πράγματα είναι σαν να βιώνουμε τη κόλαση (σ.σ. hell on earth) και ο κόσμος λειτουργεί εντελώς ρομποτικά και κάνει πράγματα που δεν του αρέσουν αλλά όμως τα κάνει. Όπως καταλαβαίνεις ήταν αρκετά εύκολο να γράψουμε γι’ αυτά επειδή βιώνουμε καθημερινά τέτοιες καταστάσεις και χρησιμοποιώντας κλασικά όργανα μας βοήθησε να δημιουργήσουμε την κατάλληλη ατμόσφαιρα.
Photo by Joerg Kyas
Μου είπες ότι αλληγορικά περιγράφεται μέσα από το “Dante XXI” η σημερινή κοινωνία. Με ποιον τρόπο πιστεύεις ότι γίνεται αυτή η παρομοίωση; Σε μία συνέντευξη που είχα παλαιότερα με τον Andreas είχε παρομοιάσει την κόλαση με την πολιτική του George W. Bush. O Bush θα μπορούσε άνετα να είναι ένα από τα τέρατα που περιγράφει στο βιβλίο του ο Δάντης. Πολιτικοί πεινασμένοι για εξουσία οι οποίοι παραπλανούν μία μεγάλη μερίδα του κόσμου. Μεταφορικά ο Δάντης αναφέρεται σε όλους αυτούς. Υπάρχει ένα τραγούδι, το “Nuclear seven”, όπου το αριθμός επτά έχει να κάνει με τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα και κατά της ανθρωπότητας σχετικά με τη κατοχή πυρηνικών όπλων από τις επτά ισχυρές χώρες, οι οποίες τα χρησιμοποιούν για να κρατάνε ομήρους τις υπόλοιπες αναπτυσσόμενες. Αυτή είναι άλλη μία μεταφορά από αυτά που διαδραματίζονται στο βιβλίο στο παρόν.
Πειραματίζεστε στο άλμπουμ με όργανα όπως κόρνο και τσέλο τα οποία δημιουργούν μία μοναδική ατμόσφαιρα. Πόσο δύσκολο θα είναι για σας να την αναπαράγετε στις συναυλίες σας; Αυτό είναι κάτι που πρέπει να πειραματιστούμε όταν γυρίσω πίσω στη Βραζιλία μετά από αυτό το promo tour και ξεκινήσουμε τις πρόβες. Μάλλον θα χρησιμοποιήσουμε samples για να διατηρήσουμε το vibe του άλμπουμ.
Πως πιστεύεις ότι θα περάσει όλο αυτό στο κοινό; Ελπίζω με αρκετή ενέργεια γιατί το άλμπουμ είναι αρκετά έντονο και επιθετικό. Υπάρχουν αρκετοί τρελοί φανατικοί οπαδοί των SEPULTURA που συμμετέχουν ενεργά και αισθάνονται τη μουσική μας. Πιστεύω ότι αυτός ο δίσκος θα μας φέρει ακόμα πιο κοντά με αυτούς σε πολλούς τομείς.
Φαντάζομαι η όλη ιδέα να συνεργαστείτε με τον Andre Moraes ήταν μία προμελετημένη κίνηση μιας και η δημιουργία soundtrack είναι η ειδικότητά του, έτσι δεν είναι; Αυτή ήταν η όλη ιδέα από την αρχή που αποφασίσαμε να έχουμε μια soundtrack ατμόσφαιρα. Δουλέψαμε μαζί του σε soundtrack για κάποιες ταινίες στο παρελθόν και ήταν μία πλευρά του εαυτού μας που θέλαμε να δείξουμε, σχετικά με τα κλασικά όργανα και την συγχώνευση του ήχου μας με την κλασική μουσική. Ήταν πολύ καλό που δουλέψαμε με τον Andre γιατί δεν έχει metal background αλλά μπορούσε να καταλάβει τι θέλαμε να επιτύχουμε.
Ομολογώ ότι όλα τα τραγούδια είναι απίστευτα. Πόσο δύσκολο ήταν να διατηρήσετε όλα τα τραγούδια σε αυτό το αρκετά υψηλό επίπεδο; Βασικά το να κάνουμε το άλμπουμ ενιαίο και να μην υπάρχουν διαχωρισμοί στα τραγούδια, όπως στο κεφάλαιο της Κόλασης πχ, βοηθάει πολύ στο να μην σταματήσεις τη μουσική ή να «πηδήξεις» κάποιο τραγούδι, γιατί όλα είναι συνδεδεμένα, όπως και στο βιβλίο.
Έχετε ηχογραφήσει και δύο διασκευές στα “Screaming for vengeance” των JUDAS PRIEST και “Scratch the surface” των SICK OF IT ALL. Υπάρχει περίπτωση να συμπεριληφθούν σε κάποια ειδική έκδοση ή ως b-side σε κάποιο single; Θα είναι κάτι ξεχωριστό από το “Dante XXI”. Θα πρέπει πρώτα κυκλοφορήσουν στα σχετικά tribute μέχρι να μπορέσουμε να τα κυκλοφορήσουμε από μόνοι μας, αλλά δεν θα έλεγα ότι έχουν καμία σχέση με την όλη αισθητική του άλμπουμ.
Το γεγονός ότι οι γυναίκες των Igor Cavalera και Andreas Kisser γέννησαν κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων, διευκόλυναν την όλη διαδικασία ή αντιθέτως τη δυσκόλεψαν; Δεν είναι κάτι που μπορώ να απαντήσω με σιγουριά. Δεν είναι εύκολο να κάνεις πολλά πράγματα όσο ξοδεύεις αρκετό χρόνο με τη μπάντα σου ενώ έχει μόλις γεννηθεί ένα μωρό. Η μπάντα καταναλώνει πολύ χρόνο και μπορεί να σου προκαλέσει πίεση όταν έχει έρθει στο κόσμο το νεογέννητο παιδί σου και θέλεις περάσεις όσο πιο πολύ χρόνο μπορείς μαζί του. Είμαι σίγουρος ότι τα έχουν σκεφτεί όλα αυτά, έχουν τις δικές τους απόψεις και το καθετί παίζει το ρόλο του.
Εσύ είσαι παντρεμένος; Έχεις οικογένεια; Όχι, δεν είμαι παντρεμένος.
Photo by Joerg Kyas
Οι SEPULTURA πρόκειται να περιοδεύσουν στην Ευρώπη μαζί με τους IN FLAMES αλλά χωρίς τον Igor Cavalera, o οποίος θέλει να περάσει περισσότερο χρόνο με την οικογένειά του και το νεογέννητο παιδί του. Περίμενες αυτή του τη κίνηση; Το περίμενα, γιατί όταν δουλεύαμε μαζί πέρυσι πάνω στο άλμπουμ έβλεπα βασικά πράγματα στην προσωπική του ζωή να αλλάζουν πολύ γρήγορα. Απ’ ότι μπορούσα και απ’ όσο μου είχε πει και ο ίδιος δεν αισθανόταν ότι βρισκόταν 100% πάνω στη σκηνή κάτι που δεν ταιριάζει στον χαρακτήρα των SEPULTURA και γι’ αυτό αποφάσισε να κάτσει λίγο στο σπίτι του, να ανανεωθεί και να νιώσει ξανά την ενέργεια που χρειάζεται για να βρεθεί ξανά πίσω στους SEPULTURA μετά από 22 χρόνια ασταμάτητα. Αισθανόταν σαν μηχανή ενώ είναι απλά ένας ευέλικτος άνθρωπος που θέλει τον χώρο του ώστε να έρθει στη συνέχεια και να παίξουμε ξανά μαζί. Δουλεύουμε όμως μαζί σε ότι αφορά πράγματα όπως το video clip και οτιδήποτε κάνουμε κοντά στο σπίτι του.
Πως διαλέξατε τον Roy Mayorga (ex-SOULFLY) για προσωρινό αντικαταστάτη του; Ο Roy ήταν μία επιλογή γιατί πρώτα απ’ όλα είναι πολύ καλός ντράμερ και επειδή γνωρίζει ήδη τα περισσότερα τραγούδια μας και είμαστε φίλοι αρκετά χρόνια. Ήταν λογική επιλογή για μας και πιστεύω ότι μπορούμε να παίξουμε πολύ καλή μουσική μαζί μιας και είναι συνηθισμένος στο επιθετικό ύφος που παίζουν οι SEPULTURA.
Πες μας λίγα λόγια για το πρόσφατο DVD που κυκλοφορήσατε. Πως σου φαίνεται το “Live in Sao Paulo” τώρα που το βλέπεις; Είναι ένα πανέμορφο DVD γιατί πολλοί άνθρωποι που ποτέ δεν παράτησαν τους SEPULTURA και μας υποστηρίζουν όλα αυτά τα χρόνια, αποτελούν μέρος του και δείχνουμε στον κόσμο πως είναι μία συναυλία στην Βραζιλία, στον τόπο που ζούμε. Επίσης περιέχει και ένα documentary που επιμελήθηκα ο ίδιος και εξηγεί τι συνέβη στη μπάντα από τότε που έγινα μέλος της, μέσα από τη δική μου οπτική γωνία. Τα έχω βιντεοσκοπήσει όλα με τη δική μου κάμερα και δείχνει την προσωπικότητα του καθενός μας, πως ωριμάσαμε και προοδεύσαμε και αποτελεί μία ωραία ιστορία για όσους δεν γνωρίζουν τί σημαίνει SEPULTURA. Ήταν πολύ σημαντικό για μας να έχουμε αυτό το DVD και να έχουμε μία εταιρία που μας υποστηρίζει. Είναι πολύ αληθινό.
Πως αισθάνεσαι που αποτελείς μέρος της 20-χρονης ιστορίας των SEPULTURA; Τέλεια! Αισθάνομαι ότι γινόμαστε καλύτεροι με κάθε μας άλμπουμ, έμαθα πολλά και πιστεύω ότι κινούμαστε προς τη σωστή κατεύθυνση.
Ζεις μόνιμα στη Βραζιλία. Έχεις μάθει καθόλου πορτογαλικά; Ζω στη Βραζιλία εδώ και έξι χρόνια. Μιλάω μια χαρά τα πορτογαλικά και δεν γινόταν αλλιώς γιατί μένω μόνος και μου αρέσει πολύ η γλώσσα αν και συνεχώς μαθαίνω καινούρια πράγματα. Αλλά μέχρι στιγμής μπορώ και καταλαβαίνω τα πάντα.
Σου λείπει καθόλου το σπίτι σου; Μου λείπει η οικογένειά μου και οι φίλοι μου περισσότερο αλλά είναι δύσκολοι καιροί για να ζεις στη Νέα Υόρκη και στις Η.Π.Α. γενικότερα. Είναι περίοδος αλλαγών και η ποιότητα της ζωής αλλάζει όταν μένεις στη Βραζιλία. Νιώθω πιο άνετος μιας εδώ βρίσκεται πλέον το σπίτι μου.
Photo by Joerg Kyas
Αποτελείς μέλος των SEPULTURA εδώ και οκτώ χρόνια. Μετά από τόσο καιρό υπάρχουν στιγμές που αισθάνεσαι ως ο «νέος» στη μπάντα; Αυτή είναι μάλλον η εντύπωση που έχουν μερικοί αλλά δεν την έχω δώσει εγώ ο ίδιος. Ξέρω την ιστορία μου σε ότι αφορά το πόσο συσχετίζομαι με τη μουσική, τις συναυλίες και τις συναναστροφές μου με άλλες μπάντες, τα μέρη που έχω δει και είναι φανερό όταν μου μιλήσεις ότι γνωρίζω περισσότερα από τον μέσο άνθρωπο που ισχυρίζεται ότι βρίσκεται καιρό στη πιάτσα. Έχω ιστορία και γενικότερα ψάχνομαι συνεχώς, απλά θα πρέπει να μου μιλήσει κάποιος για να το καταλάβει.
Έχουν υπάρξει στιγμές που ήθελες να υποστηρίξεις έντονα τη γνώμη σου για κάποιο ζήτημα που αφορούσε τους SEPULTURA αλλά ηθελημένα υποχώρησες επειδή ήσουν ο νεότερος στη μπάντα; Δεν νομίζω ότι έχει υπάρξει καν τέτοια στιγμή γιατί αυτό ήταν το πρώτο πράγμα που περίμεναν από μένα. Να εκφράζω τις δικές μου ιδέες και να βοηθάω στην όλη διαδικασία του να είμαι στη μπάντα, αλλιώς δεν υπήρχε λόγος να είμαι μέλος αυτής. Από την αρχή ήξερα ότι o Max αποτελούσε ένα τεράστιο κεφάλαιο στην μπάντα και ήθελαν κάποιον για να διατηρήσει όλη αυτή την προσφορά για να συνεχίσει να υπάρχει το συγκρότημα.
Το γεγονός ότι δεν μένετε ποτέ στάσιμοι έχει μερικές φορές γυρίσει μπούμερανγκ εναντίον σας; Ναι, γιατί οι δημοφιλείς μπάντες αυτή τη στιγμή είναι σκατά. (γέλια) Ειλικρινά τώρα νομίζω ότι αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχει αρκετή μουσική εκεί έξω οπότε υπάρχει και αρκετή κακή. Αυτή είναι η πραγματικότητα κι έτσι το βλέπω. Η βιομηχανία αλλάζει συνεχώς και θέλει να ξανακάνει την heavy μουσική δημοφιλή με το αποτέλεσμα να μην είναι τόσο ελκυστικό για μένα και έτσι ως καλλιτέχνες προσπαθούμε να δημιουργήσουμε αυτό που αρέσει σε μας. Αυτό είναι κάτι που πολλοί δεν το κάνουν γιατί έτσι δεν θα είναι αρεστοί στις δισκογραφικές εταιρίες οι οποίες επιζητούν όσο γίνεται περισσότερο κέρδος. Όσον αφορά εμάς, αν δεν κερδίσουμε την δημοτικότητα που είχαμε στο παρελθόν ίσως φανούμε θύματα αδικίας, κάτι σαν τον αντιήρωα, τον πραγματικό ήρωα της εργατικής τάξης, το αληθινό «πράμα» και όχι μπάντες του τύπου «είμαστε εδώ σήμερα και θα έχουμε εξαφανιστεί αύριο». Το σημαντικότερο πράγμα για μας είναι ο σεβασμός που δεχόμαστε για την μουσική μας ικανότητα και αυτό είναι σημαντικότερο από το να πουλάς πολλούς δίσκους.
Είσαι ικανοποιημένος από την SPV; Φυσικά. Είναι η μέρα με τη νύχτα σε σύγκριση με την Roadrunner. Έχουμε την δυνατότητα να γυρίζουμε video, να κυκλοφορούμε DVD, πιστεύουν σε μας, δεν προσπαθούν να μας αναγκάζουν να κοιτάζουμε πίσω ώστε να βγάλουν λεφτά με πράγματα που κάναμε στο παρελθόν ή να έχουμε τετριμμένες ιδέες. Η SPV μεγαλώνει μαζί με μας και την διαφορά μπορείς να την ακούσεις ακούγοντας τα άλμπουμ. Αισθανόμαστε πιο ασφαλείς όταν γράφουμε τραγούδια, αφού γνωρίζουμε ότι η εταιρία θα μας υποστηρίξει και δεν ζει στο παρελθόν.
Θυμάσαι τις εμφανίσεις σας στην Ελλάδα; Oh man… Ήταν τόσο τρελός ο κόσμος την πρώτη φορά που είχαμε παίξει, όπου συνειδητοποιήσαμε ότι έπρεπε να παίξουμε περισσότερο την επόμενη. Παίξαμε τραγούδια που δεν είχαν παιχτεί την προηγούμενη φορά γιατί ο κόσμος ήταν θυμωμένος. Για μένα αποτελεί ένα από τα μέρη που πρέπει να επισκεπτόμαστε σε κάθε μας περιοδεία γιατί είναι ένα πανέμορφο μέρος κι έχει γερή σκηνή και ανυπομονώ να ξανάρθω.
Τι ακούς αυτό το καιρό; Όταν βρίσκομαι στη Βραζιλία και ετοιμαζόμαστε για περιοδεία μου αρέσει να ακούω συγκροτήματα που με επηρέασαν μεγαλώνοντας και με έμπασαν στον heavy ήχο. Μπάντες σαν τους CRO-MAGS, BAD BRAINS, ORANGE 9MM, YOUTH OF TODAY, UNIFORM CHOICE, SLAYER, RINGWORM, INTEGRITY KEELHAUL…
Το ξέρεις ότι οι KEELHAUL έχουν παίξει στην Ελλάδα; No way!!! Έχουν παίξει οι KEELHAUL στην Ελλάδα; Είναι από τις αγαπημένες μου μπάντες. Κατάγονται από το Cleveland και τους ξέρω από 14 χρονών.
Τα παιδιά από τους MASTODON μου είπαν ότι πρέπει να έχουν διαλυθεί. Σοβαρά; Ξέρω ότι έβγαλαν έναν τρίτο δίσκο… Πιστεύω να μην ισχύει αυτό. Γουστάρω και τους MASTODON εντωμεταξύ…
Τον Φεβρουάριο του 1998 ο Derrick Green συνάντησε για πρώτη φορά τα υπόλοιπα τρία μέλη των SEPULTURA έχοντας στις πλάτες του το βάρος της αντικατάστασης του Max Cavalera . Μαζί από τότε κυκλοφόρησαν τέσσερα άλμπουμ. Ας δούμε τι λέει ο ίδιος γι’ αυτά τα άλμπουμ και για την εξέλιξή του μέσα στη μπάντα αυτά τα οκτώ χρόνια
“Against”: Το “Against” ήταν μία εμπειρία από την οποία έμαθα πάρα πολλά. Ήταν μία συνεχόμενη μάχη από την αρχή μέχρι το τέλος. Μία μάχη με πολλά μέτωπα. Με την εταιρία μας, με όλη την πίεση που υπήρχε εναντίον μας ακόμα και με μία μερίδα οπαδών που δεν πίστευαν ότι μπορούσαμε να τα καταφέρουμε αν και συνεχίζουν και μετά από αυτό. To “Against” ήταν εναντίον όλων των αρνητικών στοιχείων που ερχόντουσαν προς το μέρος μας και εμείς παλεύαμε κατά των εαυτών μας και των αμφισβητήσεων που είχαμε. Αυτό μας έκανε να πιστέψουμε ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε και συνεχίσουμε στο μέλλον. Αυτό το άλμπουμ μας κράτησε ζωντανούς, μας διατήρησε στη σκηνή και ήταν εμπειρία για όλους μας. Μάθαμε ο ένας τον άλλον και η περιοδεία ήταν μία πολύ καλή και σε εμφανίσεις μαζί με τους SLAYER και METALLICA μας έκαναν να δίνουμε συνεχώς τον καλύτερό μας εαυτό.
“Nation”: Αυτό το άλμπουμ το θεωρώ σημαντικό για μένα γιατί ήμουν παρών στην διαδικασία σύνθεσης. Είχα την ευκαιρία να βάλω το προσωπικό μου στοιχείο στη μουσική και είχαμε από την αρχή την ιδέα να γράψουμε θετικά τραγούδια μιας και τα περισσότερα άλμπουμ συσχετίζονταν με αρνητικά θέματα και τα άσχημα αυτού του κόσμου και εμείς θέλαμε να μιλήσουμε για ένα δικό μας έθνος, αυτό των SEPULTURA (σ.σ. sepulnation) με θετική συμπεριφορά, παραμερίζοντας κάθε είδους θρησκεία ή εθνικότητα κάτι που είναι ουτοπικό ως ιδέα. Πειραματιστήκαμε αρκετά και ανοιχτήκαμε μεταξύ μας και δείξαμε ότι δεν φοβόμαστε να πάρουμε ρίσκα με τη μουσική μας.
“Roorback”: Με το “Roorback” είχαμε ήδη απομακρυνθεί από την Roadrunner η οποία έτσι κι αλλιώς δεν μας υποστήριζε. Εν πάσει περιπτώσει έχοντας κάνει μία αρχή με το artwork στο “Nation”, στο “Roorback” μπλέχτηκα πιο πολύ μιας και επικοινώνησα με τον σχεδιαστή που κατάγεται από το Cleveland, τον Derek Hess (σ.σ. Θεός!!!), ο οποίος έκανε και το εξώφυλλο του τελευταίου άλμπουμ των IN FLAMES. Μπορείς να δεις την ομοιότητα. Αυτό το άλμπουμ έδειξε στον κόσμο ότι ήμουν μέρος αυτής της μπάντας και δείχναμε ένα πιο ώριμο πρόσωπο, λίγο πιο επιθετικό και με τις hardcore στιγμές να γίνονται πιο φανερές, ειδικά στον στιχουργικό τομέα. Το θεωρώ πολύ καλό άλμπουμ, καταφέραμε να γυρίσουμε video-clip για πρώτη φορά και να κάνουμε την πιο εκτεταμένη περιοδεία μας μέχρι στιγμής, σχεδόν δύο χρόνια. Παίξαμε σε νέα μέρη όπως στη κεντρική και νότια Αμερική, στη Ν. Αφρική και Μ. Ανατολή. Ήταν ένα άλμπουμ που μας έδωσε την ευκαιρία να γυρίσουμε τον κόσμο, κάτι που το χρειαζόμασταν ώστε να μπούμε στην διαδικασία να γράψουμε το…
“Dante XXI”: …“Dante XXI”. Ήμασταν τόσο «πεινασμένοι» να μπούμε στο studio και να γράψουμε κάτι διαφορετικό που θα έδειχνε στο κόσμο την ωριμότητα που μας διακατέχει και ότι στην ηλικία των 35 που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή δεν είμαστε ηλίθιοι κι έχουμε καλή αντίληψη της μουσικής. Αυτό έπρεπε να το δείξουμε μέσω της μουσικής και γιατί όχι όλη αυτή η δημιουργικότητα να επηρεάσει νεότερες μπάντες που φοβούνται μήπως δεν ακούγονται trendy με αποτέλεσμα να μην ρισκάρουν. Είχαμε φοβερή αυτοπεποίθηση για αυτό το άλμπουμ, κάτι που χρειάζεσαι για να κάνεις ανάλογες κινήσεις.
Περί επιστροφής του Max Cavalera ο λόγος:
O Andreas Kisser δήλωσε ότι θέλει οι SEPULTURA να παίξουν στο φετινό Ozzfest. Δεν σε φοβίζει το γεγονός ότι η Sharon Osbourne μπορεί να ζητήσει ως αντάλλαγμα να εμφανιστείτε με την αυθεντική σύνθεση, όπως φημολογείται ότι ζήτησε και από τους ANTHRAX; Προσωπικά θα ήθελα να συμμετάσχουμε σε άλλα festival.Το Ozzfest υπάρχει εδώ και πάρα πολλά χρόνια και οι SEPULTURA έχουν ήδη παίξει εκεί στο παρελθόν. Θα ήθελα να μας δω σε άλλες περιοδείες, όχι τόσο εμπορικές. Αν κάποιος μπορούσε να δημιουργήσει ένα διαφορετικό festival με πιο heavy μπάντες θα ήταν κάτι που θα μας ταίριαζε πιο πολύ και θα ήταν πιο απολαυστικό. Θέλω πολύ να παίξω στις Η.Π.Α. μιας και έχει περάσει πολύς καιρός από την τελευταία φορά και είναι μία καλή ευκαιρία αλλά από την άλλη θέλω να μας συμπεριφέρονται όπως μας αξίζει και αυτό είναι πιο σημαντικό από τα λεφτά. Προτιμώ festival τύπου “Blackest of the black” που διοργανώνει ο Glenn Danzig με μπάντες που προέρχονται αποκλειστικά από τον ακραίο και σκοτεινό χώρο. Θα ήθελα να δω περισσότερα τέτοια festival ή του τύπου “Tattoo the earth” με tattoo artists να συνοδεύουν συγκροτήματα όπως οι SLAYER, SLIPKNOT και γενικά διαφορετικές μπάντες. Πιστεύω ότι είναι πιο ενδιαφέρον γιατί είναι κάτι νέο και δίνει στον κόσμο διαφορετικές επιλογές.
Δεν είναι άδικο να υπάρχουν όλες αυτές οι φήμες επιστροφής του Max Cavalera, ειδικά τώρα που μόλις έχετε κυκλοφορήσει ένα από τα καλύτερά σας άλμπουμ; Πάντα υπάρχει αυτή η φήμη από τότε που έφυγε ο Max ενώ στην πραγματικότητα κανείς δεν έχει μιλήσει μαζί του από το 1996 όταν η μπάντα διαλύθηκε. Είναι γελοίο από τη στιγμή που εμείς δουλεύουμε τόσο σκληρά, αποδεικνύουμε ότι είμαστε ζωντανοί και εξελισσόμαστε σε κάτι νέο και ανοίγουμε ένα κεφάλαιο, μία νέα εποχή για τους SEPULTURA. Πιστεύουμε πολύ σε αυτό που κάνουμε και αν γινόταν μία τέτοια επανασύνδεση απλά για την αίγλη του παρελθόντος αυτό θα σήμαινε ότι μαλ*****μασταν τόσα χρόνια. Θα ήταν δυσάρεστο για αρκετούς οπαδούς και δυσάρεστο για την όλη ιδέα που εκφράζουν οι SEPULTURA. Άσε που έχει γίνει μόδα και το κάνουν οι πάντες, με τον κόσμο το πρώτο πράγμα που σκέφτεται να είναι ότι η επανασύνδεση έγινε για τα λεφτά, κάτι που είναι βασικός παράγοντας γιατί υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι που θέλουν να βγάλουν πολλά λεφτά προσφέροντας κάτι που είχε γίνει πριν αρκετά χρόνια. Αυτό το πράγμα πιστεύω ότι στερείται δημιουργικότητας και απλά κάποιοι άνθρωποι προσπαθούν να βγάλουν λεφτά από τις μπάντες ενώ αυτές καταλήγουν τελειωμένες μιας και δεν μπορούν να βγάλουν άλμπουμ άξιο του παρελθόντος.
Ένας από τους λόγους που λατρεύω τους SEPULTURA είναι επειδή δεν μένετε στάσιμοι και πάντα εξερευνάτε νέα μουσικά μονοπάτια, κάτι που δεν κάνουν άλλες μπάντες το ίδιο παλιές με σας. Ακριβώς και εγώ αυτό πιστεύω. Είναι λυπηρό να γυρνάς πίσω και να επαναλαμβάνεις κάτι που είχε γίνει στο παρελθόν. Είναι πολύ όμορφα και σεβαστά όλα αυτά αλλά θα πρέπει να μείνουν στο παρελθόν. Γουστάρω που μπορούμε να γράφουμε νέα τραγούδια και να κυκλοφορούμε νέο άλμπουμ κάτι το οποίο για μένα ως καλλιτέχνης είναι το σημαντικότερο. Θα ήθελα να δω και άλλες μπάντες να κάνουν το ίδιο και να κοιτάνε μπροστά.
Πως θα αντιδρούσες αν ο Max ζητούσε να γυρίσει πίσω στη μπάντα; Αυτό είναι απόφαση της μπάντας. Σαν τραγουδιστής των SEPULTURA θα ήταν πολύ δυσάρεστο αν συνέβαινε. Έχω αφιερώσει οχτώ χρόνια της ζωής μου σε κάτι που πιστεύω πραγματικά και είμαι ο τραγουδιστής που επέλεξαν οι υπόλοιποι. Θα ήταν λυπηρό σίγουρα.
Είπαμε να επισκεφθούμε για μία ακόμη φορά τα αρχεία του έντυπου Rock Hard και με αφορμή τα 20 χρόνια από την κυκλοφορία του “The great cold distance” των KATATONIA, ενός εξαιρετικού δίσκου που κοσμούσε το οπισθόφυλλο του περιοδικού μας εκείνα τα χρόνια. Η Κατερίνα Φαλέκα, είχε συνομιλήσει με τον Jonas Renkse, ηγέτη του σχήματος και η κουβέντα τους ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρουσα…
Προσωπικά το βρίσκω πραγματικά πολύ ευχάριστο να καταρρίπτονται κάθε είδους στερεότυπα! Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι απόψεις του στιλ «οι Σκανδιναβοί είναι ψυχρός λαός» και «οι μουσικοί που παίζουν μελαγχολικά τραγούδια είναι λιγομίλητοι και κατηφείς» αποδείχτηκαν πέρα για πέρα λανθασμένες εφόσον ο τραγουδιστής των KATATONIA Jonas Renkse, που τηλεφώνησε από την παγωμένη (σ.σ. -5°C) Σουηδία, ήταν ένας από τους πιο ευγενικούς και ευχάριστους μουσικούς που έχω συνομιλήσει. Διαβάστε λοιπόν τα νέα για τους KATATONIA αλλά και τις τελευταίες εξελίξεις (σ.σ. δυστυχώς λιγοστές) από το στρατόπεδο των BLOODBATH!
Όπως καταλαβαίνεις έχω στα χέρια μου το promo, που δεν έχει καμία πληροφορία για το άλμπουμ επομένως θα αναγκαστείς να μας τις δώσεις εσύ! Το “The great cold distance”, ηχογραφήθηκε σε μία περίοδο τριών μηνών, από τον Ιούνιο ως τον Σεπτέμβριο, απίστευτα μεγάλο χρονικό διάστημα για KATATONIA άλμπουμ! Πιστεύαμε ότι θα τελειώναμε σε ένα περίπου μήνα αλλά στην πορεία βγήκαν στην επιφάνεια νέες ιδέες και νιώσαμε πολύ έντονη την ανάγκη να κάνουμε το άλμπουμ όσο το δυνατόν καλύτερο μπορούσε να γίνει. Εξάλλου πάντα συνθέτουμε τα κομμάτια μας κατά τέτοιο τρόπο ώστε να υπάρχει η δυνατότητα για εισαγωγή νέων ιδεών, πριν αυτά ολοκληρωθούν στο studio. Έτσι επικεντρωθήκαμε πάρα πολύ στην απόδοση του καθενός μας καθώς και στην παραγωγή. Ηχογραφήσαμε στα “Fascination street” και την παραγωγή την κάναμε οι συνήθεις ύποπτοι, δηλαδή εγώ και ο Anders (σ.σ. Νyrstrom-κιθαρίστας) ενώ μας βοήθησε ως μηχανικός ήχου, καθώς και στην μίξη, ο ιδιοκτήτης των studio. Είμαι υπερβολικά ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα!
Το “Viva emptiness” ήταν ένας εξαιρετικά επιτυχημένος δίσκος. Νιώσατε καθόλου την πίεση από τις υψηλές προσδοκίες που είχαν όλοι από την μπάντα; (σ.σ. σκέφτεται λίγο). Ναι, υπήρχε κάποια μικρή πίεση, αλλά θα την χαρακτήριζα θετική – αυτή που χρειάζεται για να σε σπρώξει να ξεπεράσεις έναν πολύ καλό δίσκο! Πάντα είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τέτοιου είδους προκλήσεις – είναι αυτό που μας κρατά σε εγρήγορση!
…και η αλήθεια είναι ότι και πάλι τα καταφέρατε εφόσον το άλμπουμ είναι πραγματικά πολύ καλό – άποψη που συμμερίζεται πολύ κόσμος που το έχει ακούσει παρόλο που θα κυκλοφορήσει τον Μάρτιο…(σ.σ. ας είναι καλά το downloading). Κοίτα, η αλήθεια είναι ότι δεν μου αρέσει που η δουλειά μου είναι στο Internet ενώ δεν έχει καν κυκλοφορήσει επίσημα! Αυτά όμως είναι σημεία των καιρών μας, όποιος θέλει να το κατεβάσει θα το κάνει, και αν του αρέσει και το αγοράσει, αυτό είναι δικό του θέμα. Εγώ δε μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό!
Έχω την εντύπωση ότι χωρίς να χάνει την επιθετικότητα του, το “The great cold distance” είναι πιο σκοτεινό από τον προκάτοχό του… Συμφωνώ απολύτως κι αυτό ήταν ένα από τα θέματα πάνω στο οποίο θέλαμε να επικεντρωθούμε αυτή την φορά. Δεν σκεφτήκαμε με εμπορικό γνώμονα – αυτή είναι η μουσική που θα θέλαμε να ακούμε οι ίδιοι σαν ακροατές! Απλά προσπαθήσαμε να «φέρουμε στα μέτρα» των KATATONIA αυτή την σκοτεινή αίσθηση.
Μου αρέσει να μαντεύω στα νέα άλμπουμ πιο κομμάτι θα είναι το hit – για παράδειγμα το “Deliberation” είναι ένα από τα κομμάτια που ξεχωρίζει! Έχεις ποτέ παρόμοια αίσθηση για κάποιο κομμάτι; Φυσικά.! Τόσο κατά την διάρκεια της σύνθεσης, όσο και κατά τη διάρκεια ηχογραφήσεων είχαμε συγκεκριμένα συναισθήματα για κάποια κομμάτια. Για παράδειγμα νιώθαμε π.χ. ότι το τάδε κομμάτι θα είναι πολύ ωραίο να το παίξουμε live ή το δείνα κομμάτι δε θα το παίξουμε ποτέ live (σ.σ. γέλια). Κάναμε διάφορες σκέψεις αλλά τελικά το “My twin” (σ.σ. άλλη κομματάρα!) φάνηκε ότι ήταν προορισμένο να γίνει το πρώτο single, γιατί ήδη από τα demo φαινόταν ότι είναι ένα πολύ κλασικό KATATONIA κομμάτι. Πρέπει όμως να παραδεχτώ ότι συζητούσαμε το ενδεχόμενο αυτό και για το “Deliberation”, οπότε δεν είσαι λάθος!
Τι θα περιέχει το single για το “My twin”; Εκτός φυσικά από την album version, θα περιέχει και ένα remix στο συγκεκριμένο κομμάτι, κάτι που δεν έχουμε επιχειρήσει ποτέ ως τώρα! Είναι κάπως πιο αργό από την κανονική έκδοση και πιο ηλεκτρονικό – αρκετά διαφορετικό! Επίσης θα περιέχονται και δύο ακυκλοφόρητα κομμάτια από τα sessions για το “The great cold distance”, έτσι ώστε να αξίζει κάποιος να δώσει τα λεφτά του για να το αποκτήσει!
Οι στίχοι σου, που είμαι σίγουρη ότι δε θα θέλεις να μας τους εξηγήσεις (σ.σ. γελάει) φαίνονται αρκετά συμβολικοί. Ποια είναι η ιστορία πίσω από το “In the white”; Το “In the white” μιλάει για την περίπτωση του να συναντήσεις κάποιον για τον οποίο έχεις το προαίσθημα ότι θα προκύψει κάτι μεταξύ σας στο μέλλον. Είναι σαν ερωτικό τραγούδι αλλά περιλαμβάνει και αμφισβήτηση και διστακτικότητα. Δεν ήθελα να γράψω ένα τραγούδι το οποίο είναι πολύ εμφανές ότι είναι ερωτικό. Μερικές φορές όμως έχω την εντύπωση ότι σκέφτομαι και αναλύω περισσότερο από ότι χρειάζεται κάποια πράγματα…
Παρομοίως, και δυστυχώς αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι, γιατί πολλές φορές αλλοιώνεται η πραγματική εικόνα και οδηγείσαι σε εντελώς λανθασμένες αποφάσεις! Συμφωνώ απόλυτα, αν και τείνω πλέον να πιστέψω ότι είναι κακό να κάνεις κάτι τέτοιο. Είναι πάντως ένα από τα προσωπικά θέματα που προσπαθώ να δουλέψω.
Και το “We must bury you”(σ.σ. από το “Last fair deal gone down”); Είναι κάπως κωμικοτραγικός ο τρόπος που περιγράφεις την ιστορία σου. Καταλαβαίνω τι εννοείς. Είναι βασισμένο σε ένα άρθρο που διάβασα για μια παρέα νεαρών ατόμων που βγήκαν εκτός ελέγχου στη συμπεριφορά τους απέναντι σε ένα φίλο τους (σ.σ. φυσικά αφού τον σκότωσαν και τον έθαψαν!).
Επομένως βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Ναι, αλλά όπως καταλαβαίνεις άλλαξα λίγο τα γεγονότα. Προσπάθησα να βάλω τον εαυτό μου στην ίδια κατάσταση και προσπάθησα να εστιάσω στο αίσθημα μετάνοιας και τις τύψεις που θα ένιωθαν αυτά τα άτομα μετά το συμβάν. Πιστεύω ότι είναι κάτι που γίνεται συχνά, επειδή όταν είσαι νέος πολλές φορές δεν συνειδητοποιείς τις επιπτώσεις των πράξεών σου και όταν τα πράγματα βγαίνουν εκτός ελέγχου το αποτέλεσμα είναι άσχημο. Κινητοποιήθηκα πολύ λοιπόν στο να γράψω κάτι για αυτό.
Στο εξώφυλλο έχετε χρησιμοποιήσει ένα χρώμα – το κόκκινο – που αφενός ξεφεύγει από τους σκοτεινούς τόνους στους οποίους μας έχετε συνηθίσει, και αφετέρου είναι «ζεστό» και συνήθως σχετίζεται με τη φωτιά. Ο τίτλος “The great cold distance” παραπέμπει σε πιο «ψυχρές» αποχρώσεις, και φαίνεται να υπάρχει μια αντίθεση εδώ. Συζητούσαμε για το χρώμα που θα χρησιμοποιήσουμε και θέλαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό από το μπλε-γκρι που έχουμε συνήθως. Το κόκκινο ήταν ένα χρώμα που δεν είχαμε αγγίξει και σκεφτήκαμε να το δοκιμάσουμε, και για την ακρίβεια όλα αυτά έγιναν πριν αποφασίσουμε τον τίτλο του άλμπουμ, οπότε πιστεύω ότι αν και δεν έγινε σκόπιμα αποτελεί ωραία αντίθεση.
Θα σε πάω πίσω στο χρόνο στο “For funerals to come”EP (σ.σ. την τελευταία δουλειά στην οποία η KATATONIA έπαιξαν black). Υπήρχε λοιπόν εκεί η δήλωση ότι η μουσική και οι στίχοι είναι το soundtrack από μια επικείμενη καταστροφή, και για να είμαι ειλικρινείς περίμενα μια πολύ ακραία συνέχεια αλλά εσείς βγάλατε το ενδιάμεσο “Brave murder day” και στη συνέχεια το “Discouraged ones”, όπου αλλάξατε τον ήχο σας σε ένα πιο μελωδικό στιλ. Τι ακριβώς έφερε αυτή την δραστική αλλαγή; Πρώτα από όλα έχασα την ικανότητα να τραγουδώ με αυτό το death-black style γιατί το λαρύγγι μου δεν άντεχε πλέον τέτοια μεταχείριση και πολλές φορές ακουγόμουν σαν junkie! Εκτός αυτού νιώσαμε ότι η μπάντα έμενε στάσιμη – δεν ξέραμε τί να κάνουμε στη συνέχεια. Έτσι αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε δραστική αλλαγή και να χρησιμοποιήσουμε αποκλειστικά καθαρά φωνητικά. Σαν συνέπεια όμως έπρεπε να αλλάξουμε και την δομή των τραγουδιών για να μπορούμε να τα ταιριάξουμε με τα φωνητικά. Αν συνεχίζαμε να γράφουμε συνθέσεις μεγάλης διάρκειας και είχαμε την progressive δομή των κομματιών – ξέρεις πως το εννοώ, progressive με ένα παράξενο τρόπο κα όχι με την απόλυτη έννοια του όρου – δε θα ταίριαζε με τα φωνητικά. Έπρεπε να βρούμε την κατάλληλη φόρμουλα και καταλήξαμε σε αυτή την κάπως pop δομή με την εναλλαγή versus-chorus και το “Discouraged ones” ήταν η πρώτη μας προσπάθεια. Πιστεύω ότι το αποτέλεσμα ήταν καλό, αλλά αυτό που κάνουμε τώρα είναι αυτό που εξαρχής θέλαμε να επιτύχουμε, να φτάσουμε δηλαδή στα όρια μας κρατώντας ταυτόχρονα τον ήχο μας αληθινό.
Πάντως είναι αλήθεια ότι πολλοί οπαδοί του ακραίου χώρου που θεωρούν μπάντες όπως τους ANATHEMA και τους PARADISE LOST «φλώρους», παραμένουν ακόμη οπαδοί σας! Το έχω προσέξει και εγώ αυτό και πιστεύω ότι είναι φανταστικό γιατί δεν είχαμε ποτέ την πρόθεση να αλλάξουμε εντελώς ή να αδιαφορήσουμε πλήρως για τους παλιούς οπαδούς μας. Κάποιες από αυτές τις μπάντες που απομακρύνθηκαν εντελώς από τον ήχο τους πήγαν προφανώς σε πιο εμπορικά μονοπάτια για να γίνουν οικονομικά επιτυχημένοι. Εμείς ποτέ δε νιώσαμε αυτή την απελπιστική ανάγκη να γίνουμε πλούσιοι και διάσημοι, και πιστεύω ότι αυτό φαίνεται στις δουλειές μας! Αυτός ίσως είναι και ο λόγος που πιθανότατα οι άνθρωποι μας σέβονται κατά κάποιο τρόπο.
Πάμε πάλι πίσω στο νέο άλμπουμ – έχετε κάποια σχέδια για περιοδεία και είναι πολύ νωρίς να ρωτήσω για την Ελλάδα; Προς το παρόν δεν ξέρουμε σίγουρα πότε θα ξεκινήσει η περιοδεία, πιθανότατα όμως να γίνει το Μάιο όπου και θα βγούμε στην Ευρώπη με σκοπό να παίξουμε σε όσο το δυνατόν περισσότερα καλοκαιρινά festivals. Όσο για την Ελλάδα, όπως σίγουρα ξέρεις οι περισσότερες ευρωπαϊκές περιοδείες δεν περνούν από την Ελλάδα, υποθέτω λόγω απόστασης, αλλά είναι εύκολο για εμάς να πάρουμε ένα αεροπλάνο και να κατεβούμε για 2-3 show, οπότε περιμένω πραγματικά με ανυπομονησία να κατέβουμε στην Ελλάδα!
Είσαι σίγουρος; Ένα πουλάκι που ήταν στο party μετά το Rockwave λέει ότι δεν νιώθατε και τόσο καλά στην Ελλάδα! (Τρελά γέλια) Εμ…η αλήθεια είναι ότι είχαμε τρελαθεί με όλη αυτή τη ζέστη, και όπως καταλαβαίνεις ως Σουηδοί δεν είμαστε συνηθισμένοι σε τέτοιες θερμοκρασίες! Είχαν λοιπόν στο backstage ένα μεγάλο βαρέλι γεμάτο με νερό και πάγο όπου κρατούσαν δροσερά τα αναψυκτικά και τις μπύρες. Κάποια στιγμή, και αφού είχαμε πιει και λίγο παραπάνω, δεν αντέξαμε άλλο και…βουτήξαμε όλοι μέσα τα κεφάλια μας – δεν πήγαινε άλλο, είχαμε υπερθερμαθεί (σ.σ. πάντως κάποιοι μετά από αυτό δεν τόλμησαν να πιούν ξανά μπύρα)! Τέλος πάντων, η ζέστη ήταν πρόβλημα, αλλά το φαγητό ήταν το καλύτερο που έχω φάει ως τώρα! Εξάλλου το ελληνικό φαγητό είναι από τα αγαπημένα μου, και να το έχω μπροστά μου σε ποσότητες ΚΑΙ δωρεάν ήταν τέλειο!
ΟΚ! Να ρωτήσω τώρα, εφόσον και η κουτσή Μαρία έχει βγάλει DVD, σκέφτεστε να κάνετε και εσείς κάτι αντίστοιχο; Η αλήθεια είναι ότι συζητούμε να κάνουμε κάποια γυρίσματα στην επικείμενη περιοδεία μας και να κυκλοφορήσουμε ένα «κανονικό», ξεχωριστό DVD. Έχουμε βέβαια το show που ηχογραφήσαμε στην Πολωνία για το “Viva emptiness” αλλά ήταν η τρίτη μας εμφάνιση και δεν είχαμε προθερμαθεί αρκετά. Έτσι θεωρήσαμε ότι θα ήταν άδικο να το κυκλοφορήσουμε σαν ξεχωριστό DVD, και το περιλάβαμε στο “The black sessions” box set. Αυτή τη φορά θέλουμε να κάνουμε κάτι πολύ καλό και ολοκληρωμένο, με πολύ bonus υλικό ώστε να αξίζει τα χρήματά του.
Αναρωτιόμουν αν ακόμη νιώθεις νευρικότητα όταν ανεβαίνεις στη σκηνή; Ναι, βέβαια (γελάει). Υπάρχει πάντα μια μικρή νευρικότητα, αλλά την αντιμετωπίζω ως κάτι θετικό, ως κάτι που με κάνει να συγκεντρώνομαι, γιατί αν δεν είσαι λίγο νευρικός, πιθανότατα να αντιμετωπίσεις την εμφάνιση με αδιαφορία. Αυτή δεν είναι και η καλύτερη διάθεση που μπορείς να έχεις όταν παίζεις μπροστά σε κόσμο.
Πια είναι η αντίδραση του κοινού όταν παίζετε στη Σουηδία; Έχοντας μιλήσει με σουηδικές μπάντες, πολλές (σ.σ. αν όχι όλες!) μου είπαν ότι συνήθως οι οπαδοί είναι αδιάφοροι και σχολιάζουν συνεχώς, γιατί αν δεν είναι οι ίδιοι σε μπάντα, τουλάχιστον ξέρουν να παίζουν κάποιο όργανο… Δυστυχώς αυτό είναι απολύτως σωστό, και για αυτό μας αρέσει τόσο πολύ περισσότερο να παίζουμε στο εξωτερικό. Στη Σουηδία, δεν είμαι απόλυτα σίγουρος, αλλά υποθέτω ότι λόγω ζήλιας, οι περισσότεροι δείχνουν κάτι περισσότερο από ενδιαφέρον για το πότε θα κάνεις ένα λάθος ώστε να κριτικάρουν και να χλευάσουν (σ.σ. ο κακομοίρης δεν έχει έρθει σε συναυλία ελληνικού γκρουπ για να δει τι εστί κράξιμο!). Είναι κάτι που με ενοχλεί πάρα πολύ και τουλάχιστον όταν παίζουμε στο εξωτερικό, νιώθουμε ότι αυτό που κάνουμε είναι πολύ περισσότερο επιβραβευτικό για εμάς.
Βαριέσαι να τραγουδάς τα παλιά κομμάτια για τη νιοστή φορά (και τι να πουν οι BLACK SABBATH για το “Paranoid”!;!); Μπορώ να νιώσω βαρετά μέχρι ενός σημείου, αλλά παράλληλα το βλέπω και σαν ευκαιρία για να βελτιώσω τον τρόπο που ερμηνεύω το κάθε κομμάτι. Εξάλλου πιστεύω ότι έτσι πρέπει να το αντιμετωπίζουμε, γιατί αλλιώς θα γινόταν εμφανές στο κοινό ότι σκυλοβαριόμαστε (γελάει)! Συν τοις άλλοις κάθε κοινό είναι διαφορετικό και αντιδρά διαφορετικά! Συμβαίνει δηλαδή σε μια χώρα οι οπαδοί να τρελαθούν με ένα κομμάτι στο οποίο συνήθως έχουμε χλιαρή αντιμετώπιση και αυτό κάνει ακόμη περισσότερο ενδιαφέρουσα την κάθε εμφάνιση, ακόμα και αν τραγουδώ κάθε βράδυ τις ίδιες γραμμές. Τουλάχιστον έτσι δε ξεχνώ τους στίχους (γελάει)!
Αναπολείς καθόλου τις εποχές που ήσουν εκτός μουσικής σκηνής, ένας απλός νεαρός οπαδός; Ναι, φυσικά! Εκείνες τις εποχές εξάλλου διαμόρφωνα τις αξίες μου και σχεδόν κάθε μέρα είχα καινούρια ερεθίσματα. Είναι αστείο πάντως που μου κάνεις τώρα αυτή την ερώτηση γιατί πρόσφατα σκεφτόμουν ότι όταν ήμουν μικρότερος και οι μεγαλύτεροί μου, μου έλεγαν ότι η μουσική που άκουγα εγώ δεν είναι τόσο καλή όσο αυτή της δικής τους εποχής, γελούσα, και τώρα πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο! Υποθέτω ότι έχει να κάνει με το ότι μεγαλώνω (γελάει).
Και η φιλία σου με τον Anders ξεκινά από παλιά; Αν και δεν πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο, γνωριστήκαμε όταν ήμασταν στο γυμνάσιο και ανακαλύψαμε ότι έχουμε κοινά μουσικά ενδιαφέροντα. Αποφασίσαμε λοιπόν το 1991 να φτιάξουμε μια μπάντα, και το επόμενο βήμα ήταν φυσικά να μάθουμε κάποιο όργανο (γέλια). Ο Anders είχε μια κιθάρα άλλα δεν είχε πολυασχοληθεί και δεν είχαμε και κάποιο χώρο για πρόβες. Εγώ για να φανταστείς χρησιμοποιούσα κάποια άδεια κουτιά για drums, και κοίτα μας τώρα με επτά άλμπουμ στην πλάτη μας! Φοβερό συναίσθημα!
Και για το τέλος θα μας πεις και τα νέα από τους BLOODBATH; Βασικά θα κυκλοφορήσουμε κάποιο καινούριο άλμπουμ μάλλον μέσα στο 2006, αλλά δεν έχουμε ακόμη αποφασίσει για το ποιος θα τραγουδήσει. Σε μερικούς μήνες από τώρα θα πρέπει να καταλήξουμε όμως κάπου γιατί ήδη έχουμε κάποιες βασικές ιδέες για τραγούδια έτοιμες. Πάντως είναι πολύ αναζωογονητική η φάση με τους BLOODBATH γιατί είναι τόσο διαφορετικοί από τους KATATONIA, και σε αυτούς δε θέτουμε κανένα όριο. Στους BLOODBATH η μουσική δεν προοδεύει, μάλλον το αντίθετο (γέλια)! Πραγματικά το απολαμβάνω!
Και το φοβερό είναι ότι ενώ εσείς θέλατε να κάνετε φόρο τιμής στις παλιές μπάντες, καταλήξατε να δημιουργήσετε, σε ένα βαθμό, νέο trend με μπάντες όπως οι RIBSPREADER! Ναι είναι αστείο, γιατί αντί να αναφέρουν μπάντες όπως οι ENTOMBED και οι DISMEMBER, από τις οποίες είναι ξεκάθαρο ότι επηρεαστήκαμε εμείς, αναφέρουν τους BLOODBATH!
«Πόσα αντίτυπα έχει πουλήσει το συγκρότημα; Από ποια εταιρεία κυκλοφορεί το άλμπουμ; Παίζει μέσα κανένας γνωστός;». Ερωτήματα που τουλάχιστον εδώ, δεν υφίστανται. Και δεν υφίστανται, διότι πολύ απλά, δε μας ενδιαφέρουν οι απαντήσεις τους. Η ποιότητα στη μουσική είναι αυτό που μας ενδιαφέρει. Το να ανακαλύπτει κανείς νέες αγαπημένες μπάντες εκεί που δεν το περιμένει, θα αποτελεί πάντα, εκτός από μεγάλη ικανοποίηση, την πλέον ευχάριστη πρόκληση, καθώς κι εμείς είμαστε πρωτίστως οπαδοί. Σε μια στήλη λοιπόν όπου τα «αδηφάγα» αυτιά των ολοένα και αυξανόμενων φίλων της δεν έχουν σύνορα, έτσι κι εμείς θα προσπαθούμε κάθε φορά να παρουσιάζουμε τη μεγαλύτερη δυνατή γκάμα ήχων και συγκροτημάτων. Άλλωστε, κανένα best seller δε θα υπήρχε, αν δεν υπήρχε η σκηνή του UNDERGROUND.
Περίπου δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του ομότιτλου ντεμπούτου τους (κλικ εδώ για αναδρομή στο παρελθόν), οι Σουηδοί GJENFERD επανέρχονται με τη δεύτερη studio δουλειά τους, το “Blacksmokerising”. Μου άρεσε ιδιαίτερα εκείνος ο δίσκος, έβαζε «τικ» σε αρκετά από τα «κουτάκια» που έχω στο μυαλό μου, όσον αφορά το vintage heavy rock που παίζουν, ομολογουμένως πολύ καλά, τα παιδιά από το Bergen.
Οι GJENFERD είναι βαθιά «χωμένοι» στον ήχο των 70s. Φαίνεται, ακόμη και με μια «επιδερμική» ακρόαση, πως δεν πρόκειται για μια μπάντα που ανέβηκε στο βαγόνι κάποιου trend, με σκοπό να καρπωθεί πράγματα. Βέβαια, ως προς αυτό, παίζει ρόλο το ίδιο το – ας το πούμε έτσι – trend. Γιατί, σε αντίθεση με άλλες «μόδες» και «αναβιώσεις» που έχουμε δει να συμβαίνουν στον χώρο του rock και του metal, η συντριπτική πλειοψηφία των συγκροτημάτων που αποφάσισαν να παίξουν όπως έπαιζαν οι μουσικοί τους προπάτορες πενήντα και παραπάνω χρόνια πριν, το κάνουν επειδή όντως έχουν λατρέψει αυτήν τη μουσική. Και όταν αυτό συνυπάρχει με την τεχνική ικανότητα και το συνθετικό ταλέντο, μια αξιόλογη κυκλοφορία είναι δεδομένη.
Το “Black smoke rising” έχει όλα όσα θέλει να ακούσει ένας λάτρης του heavy rock, σαν και του λόγου μου. Οι τρεις πρώτες up-tempo, «ανεβαστικές» του συνθέσεις (“Crimson rain”, “Bound to fall”, “Black smoke”), αν είχαν εξαρχής σκοπό να πιάσουν τον ακροατή από τον γιακά (μην πω από τον λαιμό) και να τον καθηλώσουν, το πετυχαίνουν άκοπα και αβίαστα. Πολύ σοφά, σε εκείνο ακριβώς το σημείο, η μπάντα ρίχνει τους τόνους, δίχως να χάνει σε βαρύτητα και αναδεικνύει την doom πλευρά των 70s, μέσω των “Calling your name” και “The thrill” (κομματάρα!). Το “Ride on” ανεβάζει ξανά ένταση και παλμούς και μάλιστα όχι με την πρώτη αλλά κλιμακωτά, μέσα στο ίδιο το κομμάτι, για να έρθει ο επίλογος με ένα ακόμη μικρό heavy blues έπος, το έντονα ψυχεδελικό “Spread like wildfire”.
Οι GJENFERD είναι μεγάλοι μάγκες. Σου λένε, αν πάρουμε τα καλύτερα υλικά από τους BLACK SABBATH, LED ZEPPELIN, URIAH HEEP και DEEP PURPLE, το αποτέλεσμα είναι σίγουρο. Αλλά πώς θα κάνουμε το «παλιακό» μας υλικό να ακούγεται ταυτόχρονα και κάπως πιο μοντέρνο; Ας βάλουμε μέσα και τους SPIRITUAL BEGGARS με τους HÄLLAS, ταιριάζουν εξαιρετικά με τους «δεινόσαυρους». Ε, το έκαναν και το τελικό αποτέλεσμα είναι παραπάνω από απλά αξιόλογο ή ικανοποιητικό!
Σε γενικές λοιπόν γραμμές, αν είσαι και συ οπαδός των 70s, αν θες old school γκρούβα (σαν του Bonham ρε παιδί μου) μα και ψυχεδέλεια στο rock σου, αν έλκεσαι από τεράστιες, αναλογικές παραγωγές και μουσική που ηχογραφείται μέσω vintage εξοπλισμού και ο ήχος του Hammond ισοδυναμεί στα αυτάκια σου με χάπι Viagra, τότε πρέπει να ακούσεις το “Black smoke rising” οπωσδήποτε. Αν σε όλα τα παραπάνω λες «όχι», σίγουρα κάτι άλλο θα βρεις να ακούσεις από τις χιλιάδες κυκλοφορίες που μας κατακλύζουν κάθε χρόνο.
Από το Αμβούργο της Γερμανίας μας έρχονται ετούτοι εδώ οι λεβέντες που με έχουν κάνει να παραμιλάω τελευταία. Οι MESSTICATOR, έχουν ήδη στο ενεργητικό τους ένα άλμπουμ, το “Forthcomingrevelation” του 2022 και ένα E.P. με διασκευές στους SLAYER, το 2023. Από αυτό το τελευταίο και μόνο καταλαβαίνετε ότι τα καμάρια μας κινούνται σε ακραία μονοπάτια.
Το δεύτερο άλμπουμ τους με τίτλο “Totalmastery” που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες φιλοδοξεί να ματώσει τα τρυφερά αυτάκια σας μέχρι τελικής πτώσεως. Τι θα ακούσετε εδώ; Ωμό, τραχύ ασυμβίβαστο και ποιοτικό death metal με thrash πινελιές και απίστευτα τεχνικά, ογκώδη riffs. Μεγάλη αγάπη των MESSTICATOR είναι ξεκάθαρα οι τεράστιοι BOLT THROWER και αυτό φαίνεται κατευθείαν στο, ουσιαστικά εναρκτήριο κομμάτι “One-shot- kill” με την εισαγωγή του μπάσου οδοστρωτήρα και του τεράστιου riff που ακολουθεί.
Τα παιδιά δεν αστειεύονται καθόλου και το επιβεβαιώνουν και στη συνέχεια. Πολύ δουλεμένες συνθέσεις, απίστευτα ογκώδης παραγωγή και solos που καρφώνονται στο μυαλό από το πρώτο άκουσμα. Όλα τα κομμάτια στέκονται σε υψηλό επίπεδο και φανερώνουν τις επιρροές τους από BOLT THROWER μέχρι το παλιό, ορθόδοξο, Φλοριδιανό death metal που όλοι ξέρουμε και αγαπάμε.
Ετοιμαστείτε να μαζέψετε τα μυαλά σας από τον τοίχο με κομμάτια όπως τα “Bloodsport” (τιμή και δόξα στην ομώνυμη ταινία με τον Βαν Νταμ – θα έσκαγα αν δεν το έγραφα!), “The tyrant’s scepter” και “Death touch”, σε μια ενδεικτική αναφορά, καθώς όλα τα τραγούδια στέκονται αγέρωχα στο ίδιο υψηλό επίπεδο.
Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στο τελευταίο κομμάτι του δίσκου το “Cougar claws (Return of the leather milf)” το οποίο, πέραν του… χμμμ… kinky στιχουργικού περιεχομένου του, είναι μια απίστευτη heavy metal (ναι, heavy metal!) σύνθεση με κάποιες thrash εξάρσεις, που θα μπορούσε να είναι άνετα κομμάτι των JUDAS PRIEST και αν αμφιβάλλετε, ακούστε το αρχικό riff του και πείτε μου τι σας θυμίζει. Ξεφεύγει από το υπόλοιπο κλίμα του δίσκου; Ναι. Είναι κομματάρα όπως και τα υπόλοιπα; Σαφώς και ναι!
Για μένα το “Total mastery” διεκδικεί ήδη θέση στη λίστα μου για τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς. Χωρίς φιοριτούρες και φανφάρες μιλάμε για ένα εξαιρετικό δείγμα στιβαρού και συνάμα σοβαρού death metal που αν υποπέσει στην αντίληψη σας μην κάνετε το λάθος και το προσπεράσετε. Για να το διατυπώσω διαφορετικά, αναζητήστε το πάση θυσία! Thank me later.
(8,5/10)
Θοδωρής Κλώνης
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: PHENDRANA ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Cathexis” ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Ανεξάρτητη κυκλοφορία STUDIO ΣΥΝΘΕΣΗ:
Anuar Salum – Πλήκτρα, φωνητικά, κιθάρες, μπάσο, πιάνο LIVE ΣΥΝΘΕΣΗ:
Ricardo Sitten – Τύμπανα
Emilio Villeda – Μπάσο
Anuar Salum – Πλήκτρα, φωνητικά, κιθάρες ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ:
Richard Schill (DEAD BY APRIL, THE UNGUIDED, ex-SHINING) – Τύμπανα
Adrián Terrazas-González (T.R.A.M., THE MARS VOLTA, ex-Omar Lopez Rodriguez Group) – Woodwinds
Daniel Droste (AHAB) – Φωνητικά στο κομμάτι “The Effigy & the Titan”
Ana Bitrán – Αφήγηση, φωνητικά
Mafoo – Lead κιθάρα στα κομμάτια “Sentience” και “The Effigy & the Titan”
Gabriel Bitrán – Πιάνο solo στο κομμάτι “The Effigy & the Titan”
Ulises Juárez Mendoza – Τσέλο ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Bandcamp Facebook Instagram YouTube Spotify
Το “Cathexis” είναι το δεύτερο ολοκληρωμένο άλμπουμ των PHENDRANA και συνεχίζει την πορεία που είχε ξεκινήσει το συγκρότημα οκτώ χρόνια πριν με το ντεμπούτο του. Το project από το Μεξικό κινείται στον χώρο του προοδευτικού και ατμοσφαιρικού extreme metal, ο δε τίτλος παραπέμπει στη θεματική του δίσκου, που στρέφεται γύρω από την ένταση των εσωτερικών συναισθημάτων, τη μνήμη και την προσωπική αναζήτηση. Το άλμπουμ, κατορθώνει να χτίσει μια ατμόσφαιρα που σε κρατά συγκεντρωμένο. Η παραγωγή είναι καθαρή και προσεγμένη, ενώ τα όργανα ακούγονται με ευκρίνεια και υπάρχει χώρος ώστε κάθε ιδέα να αναπτυχθεί με τον χρόνο της.
Συνθετικά, ο δίσκος βασίζεται σε μεγάλης διάρκειας συνθέσεις και σε εναλλαγές ρυθμού που δεν ακολουθούν πάντα την αναμενόμενη πορεία. Τέσσερα μόλις μακροσκελή τραγούδια συνθέτουν ένα σύνολο που «τρέχει» περίπου στα σαράντα λεπτά διάρκειας. Τα φωνητικά εναλλάσσονται ανάμεσα σε καθαρά και πιο σκληρά περάσματα, με τρόπο που υπηρετεί το κλίμα κάθε τραγουδιού ενώ οι αλλαγές έρχονται βελούδινα, βοηθώντας στην εξέλιξη της αφήγησης, έχοντας ως αποτέλεσμα έναν έξυπνο δίσκο που απαιτεί προσοχή.
Στο επίπεδο των στίχων, το “Cathexis” δείχνει μια εσωτερική διάθεση με θέματα που αφορούν την απώλεια, την αναζήτηση ταυτότητας και την προσπάθεια συμφιλίωσης με πλευρές του εαυτού μας που συχνά μένουν στο περιθώριο. Η μουσική ακολουθεί το ίδιο μοτίβο, δημιουργώντας μια ροή που κρατά ζωντανό το ενδιαφέρον του ακροατή. Παρότι ο δίσκος βρίσκεται κάτω από την ευρύτερη ομπρέλα του extreme metal, δεν στηρίζεται σε ένα μόνο ύφος. Αντίθετα, δοκιμάζει διαφορετικές αποχρώσεις του προοδευτικού ήχου, χωρίς να χάνει τη συνοχή του, κινούμενο από τη μουσική δωματίου μέχρι το 70’s prog rock των CAMEL και από την folk ως το σύγχρονο, ατμοσφαιρικό progressive των OPETH.
Το “Cathexis” είναι μια δουλειά που αποτυπώνει την ωρίμανση των PHENDRANA και δεν πρόκειται για έναν εύκολο δίσκο που αποκαλύπτεται από την πρώτη ακρόαση. Χρειάζεται χρόνο και διάθεση για να φανερωθούν οι λεπτομέρειές του. Παρ’ όλα αυτά, δεν απομακρύνει τον ακροατή με δυσνόητες επιλογές ή υπερβολές. Κρατά μια ισορροπία ανάμεσα στην τεχνική και στο συναίσθημα. Για όσους έρχονται τώρα σε επαφή με το συγκρότημα, αποτελεί μια καλή αφορμή για να γνωρίσουν τον κόσμο που έχουν χτίσει με τα δύο άλμπουμ τους.
(8 / 10)
Φανούρης Εξηνταβελόνης
ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ/ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ: ZERRE ΤΙΤΛΟΣ ΔΙΣΚΟΥ: “Rotting on a golden throne” ΕΤΑΙΡΕΙΑ: Dying Victims Productions ΣΥΝΘΕΣΗ:
Vegard Bachmann Strand – Φωνητικά, κιθάρα
Jakob Særvoll – Φωνητικά, πλήκτρα
Samuel Robson Gardner – Μπάσο
Sivert Kleiven Larsen – Τύμπανα ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ: Bandcamp 1 Bandcamp 2 Facebook Spotify Instagram
Είμαι σίγουρος ότι ετούτοι εδώ οι λεβέντες θα προτιμούσαν να ζουν στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού παρά στη Γερμανία από όπου κατάγονται. Για τους Βαυαρούς ZERRE ο λόγος που, αν δεν ήξερε κανείς την καταγωγή τους, θα τους περνούσε για βέρους Αμερικανούς.
Κάτι απόλυτα φυσιολογικό, αν θέλετε την γνώμη μου καθώς η μουσική που παίζουν είναι Αμερικανικό old school thrash metal με αρκετά στοιχεία crossover, που όμως δεν επικαλύπτουν την όλη μαγιά. Το “Rottingonagoldenthrone” είναι το τέταρτο άλμπουμ τους και εδώ θα ακούσετε καλοπαιγμένο, ζόρικο thrash metal, με ευθείες νύξεις στους D.R.I., NUCLEAR ASSAULT και EXODUS, χωρίς όμως ξεδιάντροπες κόπιες. Πρακτικά τι σημαίνει αυτό; Riffs – ξυράφια, gang vocals, γκαζωμένες συνθέσεις και γενικά όλα αυτά τα στοιχεία που αγαπάμε όλοι εμείς οι φίλοι της Bay Area σχολής.
Πολύ ενδιαφέρον και αξιοσημείωτο το γεγονός ότι, για μένα τουλάχιστον, ο δίσκος εξελίσσεται κλιμακωτά. Με αυτό εννοώ ότι ο δίσκος ανεβαίνει επίπεδο τραγούδι με τραγούδι. Πραγματικά, μετά από ένα δυσοίωνο intro, μπαίνει το “Pigs will be pigs” που, εντάξει, είναι ένα ωραίο, δυνατό κομμάτι αλλά δεν το λες και κάτι το “wow!”. Τα πράγματα αρχίζουν να αλλάζουν από το “Deception of the weak” και έπειτα, με φοβερές, πανέξυπνες συνθέσεις, που δεν θα αφήσουν κανέναν thrasher απαθή!
Ειδικά από το ομώνυμο κομμάτι του άλμπουμ και έπειτα, ο δίσκος απογειώνεται, με τα “Tin God”, “Killing taste” και “No alibi” που κλείνουν το “Rotting on a golden throne” να αφήνουν ένα αίσθημα απίστευτης πώρωσης, τόσο έντονης, που η κίνηση για το κουμπί του repeat θεωρείται επιβεβλημένη. Ναι, το “Rotting on a golden throne” δεν θα προσφέρει καινοτομίες. Είναι όμως ένα εξαιρετικό δείγμα καλοπαιγμένου thrash metal, που αξίζει να ακουστεί από τους φίλους της σκηνής. Εγώ πάντως το απόλαυσα!
Ναι, εδώ ΟΝΤΩΣ αξίζει να μιλήσουμε για ατυχία, αξίζει να δώσουμε ένα μεγάλο ελαφρυντικό. Οι αγαπημένοι μας FM ξεκίνησαν αργά την πορεία τους. Δεν πρόλαβαν τον πρώτο (και τελευταίο) χαμό που έκανε το A.O.R, από το δεύτερο μισό των 70s μέχρι τα early 80s, κυρίως στην αγορά των Η.Π.Α. Αν το είχαν κάνει και αν, ακόμη καλύτερα, ήταν Αμερικανοί, τώρα θα μιλούσαμε επί άλλης βάσεως και η πορεία τους θα ήταν εντελώς διαφορετική!
Το ντεμπούτο τους όμως, είναι überclassic! Το “Indiscreet” είναι, για πολλούς, το καλύτερο A.O.R άλμπουμ που βγήκε από το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο ορισμός του προσεγμένου στην εντέλεια δίσκου, που κοιτάζει στα ίσα πολλά από τα μεγαθήρια της σκηνής και ξεπερνά άλλα τόσα. Είχε, για την εποχή και το κοινό στο οποίο στόχευε, την παραγωγή που έπρεπε, τα τραγούδια που έπρεπε – όλα προορισμένα ώστε να μπορούν να ακουστούν ως εν δυνάμει singles – το παίξιμο που έπρεπε.
Όποτε το ακούω, μου δημιουργείται η εντύπωση πως μοιάζει με κάτι σαν βρετανική απάντηση στους FOREIGNER, μόνο που, ακριβώς επειδή ήταν βρετανική, δεν έκρυβε τα (κιθαριστικά) χαρακτηριστικά της πατρίδας του. Και γιατί να τα κρύψει, άλλωστε; Από πότε θα έπρεπε να κρύβονται όσοι λατρεύουν τους THIN LIZZY, για παράδειγμα;
Το “Indiscreet” είναι αψεγάδιαστο, χωρίς την παραμικρή κηλίδα επάνω του. Πρόκειται για το απόλυτο αποτύπωμα μιας μπάντας που ήξερε και ξέρει πώς να γράφει καλά τραγούδια. Τελεία και παύλα. Και μπορεί η συνέχεια να μην ήταν αυτή που οι ίδιοι οι FM περίμεναν, οδηγούμενοι έτσι ούτε μια δεκαετία μετά στη διάλυση, ωστόσο, οι δεύτερες ευκαιρίες, που για κάτι τέτοιους άξιους τύπους υπάρχουν σε τούτη τη ζωή, έκαναν αυτό που έπρεπε. Παρουσιάστηκαν την κατάλληλη στιγμή.
Το 2007, με το Internet να έχει μπει για τα καλά στη ζωή μας, κάνοντας στην άκρη τον κάθε γραφιά με την εσφαλμένη αποψάρα του και δίνοντας τη δυνατότητα στις νεότερες γενιές να εκτιμήσουν σύμφωνα με τα δικά τους κριτήρια καλλιτέχνες και δίσκους του παρελθόντος, οι FM βρέθηκαν μπροστά σε ένα ευχάριστο shock: Όχι μόνο δεν είχαν ξεχαστεί, αλλά ο χρόνος είχε δουλέψει υπέρ τους και επιτέλους, η αξία τους είχε τύχει ευρείας αναγνώρισης και αποδοχής, η μέχρι τότε δισκογραφία τους είχε αξιολογηθεί και αγαπηθεί και το “Indiscreet” είχε αποκτήσει status κλασσικού δίσκου!
Αλλά δεν έμειναν να κοιτούν αποσβολωμένοι, μην έχοντας τι να κάνουν. Κατάλαβαν πως η αναγνώριση αυτή θα μπορούσε να τους δώσει φτερά για μια νέα αρχή, προστατεύοντάς τους από το να γίνουν «μουσειακό είδος», ανανέωσαν τον ήχο τους, τον προσάρμοσαν στο «σήμερα» και ξεκίνησαν λες και βρίσκονταν στο μηδέν. Με το ίδιο πάθος! Οι δίσκοι που ακολούθησαν έσφυζαν από ποιότητα, παράλληλα δε, το “Indiscreet” επανακυκλοφόρησε σε διάφορες versions, με πολλά bonus καλούδια, γεγονός που κινητοποίησε, εκτός της νέας φουρνιάς, και τους παλαιούς οπαδούς.
Φτάνοντας στο 2016, η μπάντα κάνει μια κίνηση – ματ: Δεν επανακυκλοφορεί, για πολλοστή φορά, το “Indiscreet”, αλλά το επανηχογραφεί. Το “Indiscreet 30” φέρνει τα αυθεντικά τραγούδια στον 21ο αιώνα, χωρίς να καταστρέφει τον χαρακτήρα και το πνεύμα του «προγόνου» του και δίχως να θέλει να αντικαταστήσει το “Indiscreet” στη δισκογραφία του γκρουπ και στην συνείδηση των οπαδών του. Αντιθέτως, είναι ΤΟΣΟ καλό, που κάποιος θα μπορούσε να προτιμήσει αυτό, δίχως να φανεί… βλάσφημος.
Τα σύγχρονα μέσα στην παραγωγή, χρησιμοποιούνται προς όφελος και όχι ως τροχοπέδη. Το γκρουπ παρουσιάζεται σε απίστευτη κατάσταση, με τη δυναμική και ταυτόχρονα άκρως συναισθηματική φωνή του Steve Overland να μένει ανέπαφη από τον χρόνο και τον Jim Kirkpatrick να βάζει φαρδιά – πλατιά την «εξάχορδη» υπογραφή του σεβόμενος το όραμα της αρχικής ηχογράφησης. και πληθώρα ακυκλοφόρητου υλικού, το “Indiscreet 30” πέρασε τον κάβο της σύγκρισης και μπορεί ανετότατα να σταθεί και μόνο του.
Πάμε τώρα να ασχοληθούμε με ένα τρανταχτό παράδοξο. Την σχέση του “Indiscreet” με το heavymetal, ως ένα από τα ελάχιστα άλμπουμ από την σφαίρα του A.O.R, που κάνουν τέτοιο γκελ στους οπαδούς του βαρέως μετάλλου. Ένα παράδοξο βέβαια το οποίο αν το εξετάσουμε από μια εντελώς ψυχρή ματιά, παύει να είναι παράδοξο. Ας δούμε γιατί.
Καταρχάς, οι δημιουργοί του δεν έπεσαν από τον Άρη. Ο Steve Overland μεγάλωσε και ανδρώθηκε, μουσικά, παρέα με το NWOBHM, καθότι Βρετανός. Το ξέρει. Τα τελευταία χρόνια, τον ακούμε σε αρκετές διασκευές σε τραγούδια των IRON MAIDEN, έχει συνεργαστεί και με τον Jim Matheos των FATES WARNING στους KINGS OF MERCIA, έχει γράψει ένα “Shot in the dark”, διάολε! Ο metalhead γνωρίζει τον Steve ακόμη και σαν φάτσα, κάτι που ΔΕΝ συμβαίνει αρκετά συχνά με… αλλοφύλους μουσικούς!
Έπειτα, ο μπασίστας Merv Goldsworthy είχε περάσει για ένα φεγγάρι από τους DIAMOND HEAD, OXYM, STREETFIGHTER και μαζί με τον drummer Pete Jupp, βρέθηκαν στους SAMSON, στην μετά τον Dickinson εποχή τους. Άσε που γενικά, οι FM ποτέ δεν ήταν «νερόβραστοι», ακόμη και στις πιο μελωδικές και «χνουδωτές» στιγμές τους. Ήρθε και το “Indiscreet 30” και έβαλε και το κερασάκι στην τούρτα… Πάνω απ’όλα όμως, οι FM έχουν «ρεύμα» στο metal κοινό, διότι… “Thatgirl”.
Ο μεγαλύτερος ύμνος των FM και από τους μεγαλύτερους ύμνους γενικά στο hard rock, δεν είχε αρχικά τη μορφή που έχει στο “Indiscreet”, αλλά ήταν καθαρό, μελωδικό heavy metal. Riffs, drumming, solo, φωνητική ερμηνεία σε κουπλέ και ρεφραίν, τα πάντα όλα που έλεγε και ο συγχωρεμένος ο Νικόλας ο Αλέφαντος, heavy metal ήταν. Και υπάρχει μια ωραία ιστορία, για το πώς άλλαξε.
Στο τέλος της θεόρατης και εξαντλητικής για τους IRON MAIDEN World Slavery Tour, τον Ιούλιο του 1985 (ναι, το burn out ήταν τέτοιο που ο Adrian Smith έφτασε να μπερδέψει το πατρικό του σπίτι με το σπίτι ενός γείτονα, όταν επέστρεψε), η ανάγκη για ξεκούραση ήταν τεράστια. Κάποιοι όμως, ξεκουράστηκαν πολύ γρηγορότερα από κάποιους άλλους. Έτσι, ο Nicko McBrain, για να σπάσει την πλήξη του και να γεμίσει κάπως το εξάμηνο διάλλειμα, νοίκιασε ένα στούντιο και προσκάλεσε τον Adrian Smith, ο οποίος στο μεταξύ είχε πια ξεθολώσει και μπορούσε να βρει το κουδούνι του πατρικού του και δε χτυπούσε το κουδούνι του γείτονα, για να παίξουν μαζί.
Οι δύο τους μάζεψαν και άλλους φίλους τους, τον Dave Colwell, τον Andy Barnett και τον Martin Connoly. Ο Colwell και ο Barnett ήταν και οι δύο μέλη της πρώτης σύνθεσης των FM, με τον δεύτερο να είναι ο συνθέτης του “That girl”, μαζί με τον Merv Goldsworthy και τον Pete Jupp. Το show που δόθηκε στο Marquee Club του Λονδίνου, στις 19 Δεκεμβρίου 1985 από τους THE ENTIRE POPULATION OF HACKNEY, όπως ονομάστηκε η μπάντα, κυκλοφόρησε ως live bootleg. Εκεί, μαζί με άλλα δικά της κομμάτια, διασκευές, καθώς και την συνδρομή των Dickinson/Murray/Harris, η παρέα παίζει και την πρώιμη εκδοχή του “That girl”.
Γάτος ο Steve Harris, σου λέει εδώ υπάρχει ψωμί για να γεμίσω τα singles του επόμενου δίσκου. Έτσι, πήρε τo “That girl”, όπως παίχτηκε στο Marquee, μαζί με το “Juanita” για το “Stranger in a strange land” και το “Reach out” για το single “Wasted years”. Όσο για τους FM, αυτοί κράτησαν μόνο το “That girl” και το άλλαξαν σχετικά, για να το συμπεριλάβουν στο “Indiscreet”. Οπότε, καταλαβαίνεις… Ασχολούνται μαζί σου οι IRON MAIDEN; Πρώτον αξίζεις, δεύτερον ετοιμάσου να δρέψεις καρπούς!
Πάμε και προς το κλείσιμο σιγά-σιγά…
Η θέση και η κληρονομιά των FM στην ιστορία του rock, είναι δεδομένη. Τώρα να το έκλειναν το μαγαζί, θα τους βγάζαμε όλοι το καπέλο. Φαίνεται όμως ότι έχουν ακόμη πολύ καύσιμο στο ρεζερβουάρ τους, αρνούμενοι (ή μήπως θα ήταν καλύτερα να πω, «αδυνατώντας»;) να ρίξουν το επίπεδο της μουσικής τους. Χαιρόμαστε λοιπόν που είναι ακόμη εδώ, μαζί μας, χαιρόμαστε που τους βλέπουμε «ζωντανά» επί σκηνής. Όσο για το “Indiscreet” και το μικρό του «αδελφάκι», ποτέ δεν είναι αργά για οποιονδήποτε θέλει να ακούει μόνο ΩΡΑΙΑ τραγούδια, να τα ανακαλύψει, έστω και τώρα.
INDISCREET line up:
Steve Overland – Φωνητικά, κιθάρα
Chris Overland – Κιθάρα
Merv Goldsworthy – Μπάσο, β’ φωνητικά
Pete Jupp – Τύμπανα, β’ φωνητικά
Didge Digital – Πλήκτρα
INDISCREET 30 line up:
Steve Overland – Φωνητικά, κιθάρα
Jim Kirkpatrick – Κιθάρα, β’ φωνητικά
Merv Goldsworthy – Μπάσο, β’ φωνητικά
Pete Jupp – Τύμπανα, β’ φωνητικά
Jem Davis – Πλήκτρα, β’ φωνητικά
Οι DEVISER γιορτάζουν 35 χρόνια πορείας στη μαυρομεταλλική σκηνή και οργάνωσαν μια βραδιά-ορόσημο για την ιστορία των εγχώριων συγκροτημάτων σε τέτοιο βαθμό που ήρθαν οπαδοί τους και από το εξωτερικό για να τους τιμήσουν! Καλεσμένοι τους ήταν μια μπάντα από την τωρινή σκηνή και μια μπάντα που είναι συνοδοιπόροι τους από τα mid 90s, που ήταν επιλογές φόρος τιμής στην, ηχητικά, πολυδιάστατη ελληνική σκηνή του black metal.
Οι IGNOMINOUS ανέβηκαν πρώτοι στη σκηνή, με τον κόσμο ήδη να έχει αρχίσει να γεμίζει το club, αποδεχόμενο την πρόσκληση να είναι από νωρίς για να τιμήσει και τα support σχήματα όπως πρέπει. Με έντονα «νορβηγοθρεμμένο» ήχο και έχοντας φρενήρεις ρυθμούς, οι Θεσσαλονικείς απέδωσαν πειστικά τα κομμάτια από το, προ διετίας, ντεμπούτο τους, “Dawn with no light”. Δεν αρκέστηκαν μόνο σε αυτό, επιλέγοντας να παρουσιάσουν και νέα κομμάτια, τα οποία μου φάνηκαν ως ένα βαθμό διαφοροποιημένα, κυρίως σε επίπεδο ταχυτήτων. Πίσω από το θηριώδες drum kit, με το οποίο έπαιξαν όλες οι μπάντες, δέσποζε η μορφή του Βασίλη, ο οποίος συγκαταλέγεται επάξια ως ένας από τους πληρέστερους drummers της παγκόσμιας black metal σκηνής. Η απόδοση του εκείνη τη βραδιά το επιβεβαιώνει, όπως και η παρουσία του σε τόσες μπάντες και ειδικά στους YOTH IRIA, όπου πραγματικά ξεχωρίζει.
Οι LLOTH που ακολούθησαν, κυκλοφόρησαν πέρσι το “Αρχαίες λεγαιώνες”, του οποίου τα κομμάτια αποδόθηκαν και live με έναν αρκετά πειστικό τρόπο. Ο ηγέτης τους, Νικόλας, απέδωσε με μαεστρία και τα καθαρά φωνητικά με τους ελληνικούς στίχους. Η μπάντα απέδωσε άψογα κάθε κομμάτι που επέλεξαν από την πορεία τους που ξεκίνησε το 1995, όταν είχαν στις τάξεις τους την αδικοχαμένη Tristessa. Πριν αποδώσουν στο τέλος φόρο τιμής στη μνήμη της με το τραγούδι “Αθάνατη”, ανέβηκε στη σκηνή μαζί τους και η Hel Pyre. Μαζί της απέδωσαν φόρο τιμής και στις ASTARTE με το “Doomed dark years”, να αποκτά μια μυσταγωγική μορφή εφάμιλλη αυτής της πρώτης all female black metal μπάντας.
Το συνεχές χειροκρότημα και στις δύο μπάντες έδειξε ότι ο κόσμος δεν είχε έρθει μόνο για τους DEVISER. Έτσι αφού είχαμε ζεσταθεί για τα καλά, ήταν πλέον η ώρα των headliners. Το intro από την ταινία “Children of the corn” μας ταξίδεψε στις εμφανίσεις τους στα 90s, όπου με αυτό ξεκινούσαν τις εμφανίσεις τους. Η παρουσία τους στη σκηνή επιβλητική με την αύρα και τον αέρα των βετεράνων, οι DEVISER για 75 λεπτά δεν έπαιξαν απλώς, αλλά έδειξαν με τον πιο πειστικό τρόπο γιατί θεωρούνται ανάμεσα στις σπουδαίες black metal μπάντες από τα 90s.
Όπως μας είχαν πει στη συζήτηση που κάναμε μαζί τους, το setlist βασίστηκε στο φοβερό ντεμπούτο τους, “Unspeakable cults”, και στο άλμπουμ-ολική επαναφορά, “Evil summons evil”. Επέλεξαν πέντε κομμάτια από το πρώτο και έξι από το δεύτερο σε σύνολο 13 δικών τους συνθέσεων. Από τα υπόλοιπα άλμπουμ της δισκογραφίας τους επέλεξαν το “Daemonolatreia (Forbidden knowledge)” και το “The Dark Mood Gathered” από το “Transmission to chaos”. Αμφότερα απέκτησαν μια σύγχρονη μορφή, πέρα από την ηχητική που είχαν όταν πρωτοκυκλοφόρησαν το 1998.
Η συναυλιακή τους επαναδραστηριοποίηση τα τελευταία δύο χρόνια έχει επιδράσει καταλυτικά στο να είναι πλέον καταιγιστικοί επί σκηνής. Η μεγάλη αλλαγή που έχει συντελεστεί στις τάξεις τους είναι το γεγονός ότι ο Μάνθος πλέον παίζει μπάσο και όχι κιθάρα, επιλογή που του δίνει τη δυνατότητα να επικεντρωθεί στα φωνητικά. Οι προσεκτικοί θα αντιλήφθηκαν ότι ο τρόπος που παίζει, αλλά και ο ήχος που βγαίνει από το μπάσο του παραπέμπει στο λεγόμενο μπασοκίθαρο. Ετσι ο ήχος τους είναι ογκώδης σε τέτοιο βαθμό που ακούγονται heavy ακόμα και στα lead κιθαριστικά μέρη από τον Νίκο και τον Βαγγέλη. Τολμώ να πω πως πραγματικά οι DEVISER είναι πλέον μια συναυλιακή μηχανή, έχοντας πίσω από το επιβλητικό drumkit τον Άγη, ο οποίος είναι ένας από τους πολλά υποσχόμενους drummer της ελληνικής σκηνής.
Το κοινό παραληρούσε είτε έπαιζαν τα «παλιά» “Rape of holiness”, “The fire burning bright” και “When nightmares begin”, είτε τα νεότερα “Absence of heaven”, “Cold comes the night”, “Death is life Eternal”, “Evoking the moon Goddess” και “Tenebrae”. Αρκετές φορές φώναξαν ρυθμικά το όνομα τους με ένταση, γεγονός που είναι η πιο τρανή απόδειξη για την επιβλητική τους εμφάνιση.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να αποδοθεί στο ότι δεν έπαιξαν προηχογραφημένα την αρχή του “Stand and deliver”, αφήνοντας εκτός τα γυναικεία φωνητικά, δίνοντας μια άλλη μορφή στο εναρκτήριο τραγούδι του “Unspeakable cults”. Ακόμα μεγαλύτερη στην χορογραφία του “Of magick” από την Ελένη Ιωσήφ, η οποία μαγνήτισε τα βλέμματα όλων με την κινησιολογία της, χρησιμοποιώντας περίτεχνα τα κεριά στα χέρια της. Πλάι της στεκόταν επιβλητικό ένα γλυπτό, που προσέδιδε ακόμα πιο απόκοσμη εικόνα στα δεξιά της σκηνής, ειδικά όταν χρησιμοποιούνταν οι καπνοί.
Γιορτή χωρίς καλεσμένο δεν είναι γιορτή! Αποδίδοντας τη δική τους σκυτάλη στη νέα black metal γενιά, ανέβηκε o Μάριος των LUCIFER’S CHILD στη σκηνή στο τέλος του main set για να ξαναθυμηθούμε τη διασκευή που έπαιζαν στα 90s. Η διαπλοκή των φωνητικών ανάμεσα στο Μάνθο και στον Μάριο προσέδωσε μια παραπάνω ακρότητα στην φρενήρη απόδοση του “In league with Satan” των πρωτεργατών του ακραίου ήχου, VENOM.
Όπως πάντα έκλεισαν με το “Threnody” μέσα σε θύελλα ενθουσιασμού από τον κόσμο, λαμβάνοντας μια βαθιά υπόκλιση από όλους μας για την συναυλία-εμπειρία ζωής που ζήσαμε. Η ανυπομονησία για το επόμενο δίσκο γιγαντώνεται με τέτοιες πειστικές εμφανίσεις και σίγουρα οι DEVISER διανύουν την πιο δημιουργική και ταυτόχρονα ολοκληρωμένη συναυλιακή παρουσία της πολύχρονης καριέρας τους. Αφού κατάφεραν να υπερκεράσουν τις όποιες αναποδιές είχαν να αντιμετωπίσουν κατά την προετοιμασία αυτής εμφάνισης, πραγματικά τίποτα και κανένας δεν μπορεί να τους σταματήσει. Όσοι είμασταν εκεί θεωρούμε μεγάλη τύχη που επαναδραστηριοποιήθηκαν, μιας και η λήθη έχει αμβλύνει τη σπουδαιότητα που είχαν στα 90s.
Στις 26 Οκτωβρίου του 2024, η Πορτογαλική μπάντα του dark/gothic metal, ένωσε δυνάμεις με την Lisbon Sinfonietta Orchestra στη MEO Arena της Λισσαβόνας για να δώσει την πρώτη συμφωνική της συναυλία. Ένα χρόνο μετά, εκείνη η βραδιά κυκλοφορεί σε διπλό CD/βινύλιο και DVD/Blu Ray, με τον τίτλο “Opus Diabolicum”. Ο Γιώργος Γκούμας ξαναβρίσκεται διαδικτυακά με τον frontman Fernando Ribeiro για να του δώσει όλες τις λεπτομέρειες σχετικά με αυτό το magnum opus.
Λογικά, η πρώτη ερώτηση που μου έρχεται στο μυαλό είναι ποιανού ήταν η ιδέα για αυτό το εγχείρημα; Η ιδέα προϋπήρχε σε κάποιους από τους δίσκους μας όπως οι “Extinct” (2015) ή “1755’” (2017), για παράδειγμα όπου οι ενορχηστρώσεις ζητούσαν από μόνες τους να επενδυθούν με μια συμφωνική ορχήστρα. Η αλήθεια είναι ότι είχαμε κάποιες προτάσεις στο παρελθόν για κάτι τέτοιο αλλά είμασταν ήδη πολύ απασχολημένοι με το να κάνουμε δίσκους και μετά να περιοδεύουμε οπότε ποτέ αυτή η ιδέα δεν ωρίμασε. Μετά την πανδημία όμως, εμείς όπως και τόσες άλλες οι μπάντες βρεθήκαμε μπροστά σε μια κατάσταση που δεν μπορούσαμε να βγούμε σε περιοδεία αν και μόλις είχαμε βγάλει δίσκο (‘Hermitage’, 2021) και έπρεπε να βρούμε κάποιες εναλλακτικές λύσεις για να παραμείνουμε στο προσκήνιο. Έτσι βρεθήκαμε να κάνουμε ακουστικές περιοδείες σε θέατρα ή να ηχογραφήσουμε μια εμφάνιση στην σπηλιά Grutas de Mira D’Aire (ΣτΣ εμφάνιση που ηχογραφήθηκε για τον δίσκο ‘From Down Below – Live 80 Meters Deep’ το 2022). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναζήτησης εναλλακτικών λύσεων, ήταν και το τηλεφώνημα του διευθυντή της ορχήστρας Orquestra Sinfonietta de Lisboa, Vasco Pearce de Azevedo ο οποίος, όντας οπαδός της μπάντας μου έκανε την πρόταση να παίξουμε με την ορχήστρα στο MEO Arena της Λισσαβόνας όπου έχουν παίξει εκεί από τους METALLICA μέχρι τη Lady Gaga. Ήταν μια ευκαιρία να κάνουμε κάτι σημαντικό για την μπάντα, αν και η αλήθεια είναι ότι τα υπόλοιπα μέλη στην αρχή ήταν λίγο διστακτικοί λόγω του μεγέθους και της πολυπλοκότητας του όλου project. Το πρώτο πράγμα που συμφωνήσαμε ήταν ότι θα μειώναμε την χωρητικότητα από τα 18 χιλιάδες άτομα στα οχτώ χιλιάδες κι ότι καθισμένοι θα υπήρχαν μόνο στις κερκίδες, γιατί θέλαμε να διατηρήσουμε την ατμόσφαιρα μιας μεταλλικής συναυλίας.
Photo by Joana Marcal Carrico
Υποθέτω ότι ο PedroPaixão (πλήκτρα) έχει την περισσότερη εμπειρία στην μπάντα όσον αφορά τις κλασσικές ενορχηστρώσεις. Συνεργάστηκε με την ορχήστρα όταν έπρεπε να γραφτούν τα τραγούδια σε παρτιτούρες; Οι παρτιτούρες ήταν δουλειά του Filipe Melo, επαγγελματία ενορχηστρωτή, μουσικό της τζαζ, συνθέτη μουσικής για θέατρο και σινεμά, σκηνοθέτη βίντεο κλιπ (έχει κάνει δύο για εμάς: “I’ll See You in My Dreams” και “Lickanthrope”) και καλού φίλου. Όποτε έπρεπε να μεταφράσει την μουσική μάς σε μουσική που θα την καταλάβαιναν οι κλασσικά εκπαιδευμένοι μουσικοί της ορχήστρας. Είναι σαν να διαβάζω εγώ ένα βιβλίο του Καζαντζάκη στα Πορτογαλικά (ΣτΣ ως γνωστόν, ο Fernando είναι λάτρης της λογοτεχνίας και στην συνέντευξη φορούσε ένα μπλουζάκι που έλεγε “Les Fleurs du mal”, τίτλος της διάσημης συλλογής του Γάλλου ποιητή Charles Baudelaire). Κατέληξε να έχει γράψει 250 σελίδες με παρτιτούρες! Ο Pedro αλλά και ο Ricardo (Amorim, κιθάρα), όντας οι συνθέτες των κομματιών ήταν σε στενή συνεργασία τόσο με τον Filipe όσο και με τον Vasco για να δώσουν την τελική συγκατάθεσή τους στις ενορχηστρώσεις. Πρέπει να πω ότι η συνεργασία ήταν πολύ ομαλή, κάτι που ομολογώ δεν το περίμενα γιατί ήταν σαν δύο διαφορετικοί κόσμοι να συναντώνται, ειδικά ο Filipe που είναι ο πιο διάσημος Πορτογάλος πιανίστας της τζαζ, και φυσικά δεν ξέραμε πως θα ήταν η αντίδραση των μουσικών της ορχήστρας. Στο μυαλό μου είχα φτιάξει κάθε είδους σενάρια γεμάτα κρίσιμες καταστάσεις, αιτήματα που δεν θα μπορούσαν να καλυφθούν, ακόμα και περιφρόνηση εκ μέρους των μουσικών, αλλά τίποτα από όλα αυτά δεν έγινε, ευτυχώς.
Photo by Joana Marcal Carrico
Το πιο πρόσφατο παράδειγμα μιας metalμπάντας που έχει παίξει με μια συμφωνική ορχήστρα, είναι οι SEPTICFLESH. ‘Ήταν κάποιοείδος έμπνευσης για εσάς; Η αλήθεια είναι ότι άκουσα πολλούς δίσκους τέτοιου είδους κατά την διάρκεια της δημιουργίας αυτού του project από THERION μέχρι METALLICA, και πρέπει να πω ότι κάποιοι δίσκοι όπως εκείνοι των DIMMU BORGIR (‘Northern Forces Over Wacken’, 2022) ή SATYRICON (‘Live at the Opera’, 2015) μου άρεσαν, αλλά οι περισσότεροι όχι και τόσο γιατί οι ενορχηστρώσεις μου φάνηκαν δίχως δυναμισμό και τόλμη, και δεν έδιναν κάτι το διαφορετικό στα ορίτζιναλ κομμάτια. Εκείνος ο δίσκος όμως που μου άρεσε πολύ ήταν ακριβώς αυτός των SEPTICFLESH (‘Infernus Sinfonica MMXIX’, 2020). Αυτό που κάνει την διαφορά από τους άλλους είναι ότι οι αρχικές συνθέσεις ήδη περιλαμβάνουν τα ορχηστρικά μέρη, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συνθέσεων και δεν είναι κάτι που έχει προστεθεί a posteriori, κι αυτό βέβαια έχει να κάνει και με το γεγονός ότι ο Χρήστος (Αντωνίου) έχει επίσημο πτυχίο ως ενορχηστρωτής και συνθέτης. Μου αρέσει γιατί είναι οι ενορχηστρώσεις ακούγονται ως οργανικά δεμένες με τα κομμάτια ενώ τα ίδια τα κομμάτια διατηρούν τόσο την αυθεντικότητα όσο και την ωμότητά τους. Η πλάκα είναι ότι όταν ο Pedro μίλησε με τον Χρήστο, γιατί υπάρχει και μια φιλία που ενώνει τις δύο μπάντες, ο Χρήστος του είπε ότι για την επόμενη φορά θα πρέπει να βρούμε μια πιο μεγάλη ορχήστρα γιατί ενώ εμείς είχαμε 45 μουσικούς, για τις συναυλίες στο Ηρώδειο, η ορχήστρα ήταν πάνω από 90, εάν δεν κάνω λάθος.
Με ποια κριτήρια έγινε η επιλογή του ρεπερτορίου; Εκείνο που είχαμε ξεκάθαρο στο μυαλό μας ευθύς εξαρχής, ήταν ότι θα έπρεπε να συμπεριλάβουμε κομμάτια από τον δίσκο ‘1755’. Όχι μόνο γιατί όλοι οι στίχοι είναι στα Πορτογαλικά και επειδή οι ορχηστρικές ενορχηστρώσεις ήταν ήδη παρούσες, αλλά και γιατί ολόκληρος ο δίσκος περιστρέφεται γύρω από ένα ιστορικό συμβάν (ΣτΣ: ο καταστροφικός σεισμός της Λισσαβόνας το 1755) που επηρέασε ολόκληρη την Ευρώπη. Θυμάμαι όταν ηχογραφούσαμε τον δίσκο, έλεγα στον εαυτό μου ότι κάποια μέρα θα κάναμε μια παρουσίαση του δίσκου, έτσι όπως του αξίζει: με μια συμφωνική ορχήστρα. Από την άλλη είχαμε ένα μικρό θέμα με την διάρκεια της συναυλίας, γιατί οι κλασσικοί μουσικοί δεν είναι και συνηθισμένοι να παίζουν για πολύ χρόνο, οπότε ο Vasco πρότεινε αρχικά να παίξουμε μαζί τα κομμάτια του ‘1755’ και τα υπόλοιπα μόνο με την μπάντα. Φυσικά αυτό θα έκανε το δεύτερο μέρος να είναι απλά άλλη μια συνήθης συναυλία των MOONSPELL, αλλά εμείς θέλαμε να προσφέρουμε μια πλήρη ορχηστρική εμπειρία στο κοινό μας. Τελικά, καταφέραμε να συμπεριλάβουμε κάποια από τα κλασσικά κομμάτια μας όπως “Alma Mater”, “Full Moon Madness” ή “Vampiria”. Ειδικά αυτό το τελευταίο, θέλαμε εδώ και καιρό να του δώσουμε μια καινούργια ηχητική επένδυσή, γιατί κατά την γνώμη μας, το πέρασμα του χρόνου δεν ήταν ευγενικό μαζί του. Επίσης θέλαμε να συμπεριλάβουμε κάποια κομμάτια τα οποία στην αρχική τους μορφή δεν έχουν κανένα ορχηστρικό στοιχείο, όπως είναι τα “Everything Invaded” και “Finisterra”. Αναφορικά για αυτό το τελευταίο, στον ίδιο δίσκο, ‘Memorial’ (2006), υπάρχει και το ορχηστρικό “Proliferation”, το οποίο βασίζεται στην έργο του Igor Stravinsky, “Ιεροτελεστία της Άνοιξης” (1913)
Ξέρεις, άφησες απ’ έξω τα δύο κομμάτια που εμένα προσωπικά μου άρεσαν πιο πολύ στην ορχηστρική τους μορφή: “Breath (UntilWeAreNoMore)” και “Extinct”, τα οποία μαζί με την καινούργια διασκευή του “Vampiria”, είναι οι πιο επικές στιγμές εκείνης της βραδιάς. Ξέρεις, πότε δεν ήμουν fan του symphonic metal αλλά μετά την συνεργασία μου με μια Πορτογαλική μπάντα που λέγεται GLASYA (ΣτΣ το βίντεο κλιπ του τραγουδιού “Fear” μπορείτε να το δείτε στο YouTube), άρχισα να το ανακαλύπτω ξανά γιατί ο δίσκος τους είναι από τα καλύτερα του είδους για αυτήν την χρονιά· είναι ωμός και σκοτεινός, έτσι όπως μου αρέσει έμενα το metal. Χαίρομαι που αναφέρεις αυτά τα δύο κομμάτια, γιατί ο δίσκος στον οποίο βρίσκονται, ‘Extinct’ (2015), είναι ο μόνος άλλος δίσκος μας, μαζί με τον ‘1755’ που θα μπορούσε να παιχτεί ολόκληρος από μια συμφωνική ορχήστρα. Για το κομμάτι “Breath”, στην αρχική του μορφή, είχαμε χρησιμοποιήσει μια μπάντα εγχόρδων από την Τουρκία, το οποίο ήταν μια πρόκληση για εμάς επειδή η μουσική νοοτροπία και ο τρόπος παιξίματος είναι διαφορετικός από εκείνο μιας δυτικής μπάντας. Για τον live δίσκο, κρατήσαμε το πνεύμα της αρχικής ενορχήστρωσης αλλά την ίδια στιγμή επειδή τώρα το κομμάτι είναι παιγμένο από μια δυτική ορχήστρα, έχει έναν άλλο αέρα. Όσο αφορά το ‘Extinct’, νομίζω ότι πρόκειται για ένα από τα καλύτερα κομμάτια μας, αλλά δυστυχώς μου φαίνεται παραγνωρισμένο, ειδικά από εκείνους που έχουν κολλήσει στα δύο πρώτα άλμπουμ μας, χα χα!
Photo by Ivan Santos
Αν και δεν είμαι ειδικός στην κλασσική μουσική, όταν πριν ανάφερες τον Ρώσο συνθέτη Stravinsky, σκέφτηκα ότι όντως η ορχήστρα έχει κάτι στο παίξιμό της από συνθέτες όπως Tchaikovsky ή Rachmaninoff… Ναι, όντως είχαμε δώσει την οδηγία ότι θέλαμε οι ενορχηστρώσεις να έχουν αυτόν τον ρομαντικό, επικό αέρα των κλασσικών Ρώσων συνθετών. Ούτε εγώ είμαι ειδικός στην κλασσική μουσική αλλά εάν έβλεπες την μουσική συλλογή μου όταν ήμουν έφηβος, θα έβλεπες από την μία μεριά δίσκους των BATHORY, CELTIC FROST, VENOM, όλης της τότε Ελληνικής black metal σκηνής, κτλ., κι από την άλλη θα έβλεπες το “Pictures at an exhibition” του Mussorgsky, το “Danse macabre” του Camille Saint-Saëns, το “Requiem” του Verdi, δίσκους με συνθέσεις των Tartini και Paganini (διάσημων βιολιστών που υποτίθεται ότι είχαν συνάψει συμφωνία με τον Διάβολο), και δίσκους του Wagner (κατόπιν προσωπικής σύστασης του Quorthon όταν τον συναντήσαμε προσωπικά το 1989, σε ένα ταξίδι που έκανε στην Πορτογαλία), μεταξύ άλλων. Όσο μεγάλωνα άκουγα και καλλιτέχνες όπως DEAD CAN DANCE, Arvo Pärt ή Jocelyn Pook (που συνέθεσε την μουσική για την ταινία “Μάτια Ερμητικά Κλειστά” του Στάνλεϊ Κούμπρικ, μουσικές αναζητήσεις που φυσικά με βοήθησαν να κατανοήσω καλύτερα και να φέρω εις πέρας αυτό το project.
Photo by Joana Marcal Carrico
Τι είδους visuals χρησιμοποιήσατε επί σκηνής; Καταρχήν να πω ότι η συναυλία θα είναι διαθέσιμη προς θέαση σε πλατφόρμες όπως YouTube, Apple, Thunderflix, κτλ. σε πολύ προσιτή τιμή, για όσους δεν επιθυμούν να αγοράσουν το DVD/Blue-ray. Όσον αφορά την σκηνική παρουσίαση, θέλαμε κάτι λιτό και απέριττο, κάτι που να μην θυμίζει μια heavy metal υπερπαραγωγή. ‘Έτσι θέλαμε να τονίσουμε και την διαφορά μεταξύ της επίσημης εμφάνισης των μουσικών της ορχήστρας και της δικιάς μας, πιο ροκάδικης ας πούμε. Φυσικά δεν θα μπορούσαν να λείψουν και οι φλόγες από μια metal συναυλία αλλά αυτά ήταν τα μόνα εφέ που χρησιμοποιήσαμε. ‘Όταν αναθέσαμε την δουλειά του γυρίσματος της συναυλίας σε μια μικρή εταιρία παραγωγής που λέγεται Of Dream and Drama, όλοι νομίζανε ότι είχαμε τρελαθεί αναθέτοντας μια τόσο σοβαρή δουλειά σε μια τόσο μικρή εταιρεία. ‘Όμως, όπως θα έχεις καταλάβει από το όνομα, που προέρχεται από το ομώνυμο τραγούδι μας, μιλάμε για δύο νεαρά παιδιά που ξέρουν τα τραγούδια μας απ’ έξω κι ανακατωτά, οπότε μπορούσαν να πιάσουν με τις κάμερες όλες τις στιγμές έντασης, τα σόλο, ήξεραν πότε να κεντράρουν στο κοινό και πότε σε εμάς και πότε στην ορχήστρα. Αν και μικροί σε ηλικία έδειξαν μεγάλη επαγγελματικότητα και μεγάλο θάρρος δράττοντας την ευκαιρία. Τους έδωσα ένα budget, το ίδιο που θα έδινα και σε μια μεγάλη εταιρεία, κι εκείνοι, με την εμπειρία και τα κονέ τους, πήγαν και νοίκιασαν δωρεάν μέχρι και 20 κάμερες υψηλής ποιότητας. Θα μπορούσαν να μου είχαν επιστρέψει το budget αλλά επειδή όλοι οι άνθρωποι πρέπει να αμείβονται για την δουλειά τους, τους είπα να κρατήσουν τα λεφτά ως κέρδος τους. Για μένα είναι σημαντικό να βοηθιούνται και να υποστηρίζονται τα νέα ταλέντα, γιατί κι εμείς ήμασταν κάποτε νέα ταλέντα και κάποιοι άλλοι μας υποστήριξαν.
Φαντάζομαι ότι η νευρικότητα θα ήταν διάχυτη στα παρασκήνια προτού βγείτε στην σκηνή… Μην νομίζεις… Βέβαια, φυσικά υπήρχε μια αίσθηση υπευθυνότητας, μια αίσθηση καθήκοντος ως προς τους άλλους μουσικούς και το κοινό αλλά κάθε φορά που σκέφτομαι ότι έχω το προνόμιο να παίζω μπροστά σε κόσμο, ένα κόσμο που τραγουδάει μαζί μου, χτυπιέται μαζί μου, κουνάει τα χέρια μαζί μου, ζει την μουσική μαζί μου, αυτό κάνει οποιαδήποτε αίσθηση νευρικότητας να εξαφανίζεται ή τουλάχιστον να μην με επηρεάζει. Οκ, ίσως να ήμασταν λίγο νευρικοί γιατί μέχρι τότε το μεγαλύτερο κοινό σε δική μας συναυλία ήταν 5 χιλιάδες, και τώρα ήταν 8 χιλιάδες, και μάλιστα με αρκετούς να έρχονται από το εξωτερικό. Ευτυχώς είμαστε όλοι μας πρακτικοί τύποι: είτε αγχωμένοι είτε όχι, the show must go on· τώρα είναι πολύ αργά για οπισθοχωρήσεις χα, χα! Φυσικά αυτό φαίνεται και ακούγεται και στο τελικό αποτέλεσμα εκείνης της βραδιάς, με την μπάντα και την ορχήστρα, όχι μόνο να είναι απόλυτα συγκεντρωμένοι αλλά και να περνάνε καλά επί σκηνής, κάτι που για μας τους Πορτογάλους είναι παράξενο χα χα (ΣτΣ οι Πορτογάλοι είναι διάσημοι για το μελαγχολικό τους ταμπεράμεντο και την μελαγχολική λαϊκή τους μουσική, το fado, το ακριβώς αντίθετο από τους γείτονές τους, τους Ισπανούς).
Πόσος καιρός χρειάστηκε συνολικά για να έχουμε στα χέρια μας αυτόν τον δίσκο; Από την στιγμή που ο Vasco μας έριξε την ιδέα για πρώτη φορά μέχρι να ολοκληρωθεί το στάδιο της post-production και να έχουμε έτοιμο το τελικό προϊόν, κάπου στα δύο χρόνια. Ως εκτελεστικός παραγωγός και διευθυντής του όλου project, πρέπει να πω ότι από την πρώτη στιγμή που γνώρισα όλους όσους με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο ενεπλάκησαν στο εγχείρημα, ήμουν σίγουρος ότι θα γίνονταν μια σπουδαία δουλειά, οπότε όλη η διαδικασία δεν ήταν καθόλου αγχωτική.
Photo by Joana Marcal Carrico
Από όσα λες, καταλαβαίνω ότι δεν έχετε μάνατζερ, σωστά; Παλιά είχαμε έναν από την Γερμανία, ο οποίος ήταν επίσης μάνατζερ των LACUNA COIL, SAMAEL, TIAMAT, ICED EARTH, IN FLAMES… Μου δίδαξε πάρα πολλά σχετικά με την επιχειρηματική πλευρά της μουσικής, και ίσως το πιο σημαντικό δίδαγμά του ήταν να αποφεύγω το άγχος, το οποίο τελικά τον σκότωσε. Το άλλο μεγάλο δίδαγμα ήταν να μην είμαι άπληστος, να μην κάνω τα πάντα για το χρήμα. Οπότε ναι, εδώ και 15 χρόνια είμαστε εμείς που μανατζάρουμε τους εαυτούς μας. Δεν ξέρεις πόση ανακούφιση νιώθει κάποιος όταν ξέρει ότι εάν τα πράγματα πάνε στραβά καμιά φορά, ο μόνος υπαίτιος είναι ο ίδιος και δεν χρειάζεται να ψάχνει εξωτερικούς παράγοντες για να τους κάνει υπαίτιους. Επίσης είναι πολύ ικανοποιητικό συναίσθημα όταν καμιά φορά λες όχι σε κάποιες προτάσεις που ξέρεις ότι πάνε κόντρα στις αρχές σου.
Photo by Ivan Santos
Εκτός από την μουσική σου πλευρά έχεις και την λογοτεχνική σου πλευρά με την έκδοση ποιητικών συλλογών και μυθιστορημάτων, έχεις και μια οικογένεια. Που βρίσκεις τον χρόνο για όλα αυτά; Είναι αλήθεια ότι ο χρόνος περνά γρήγορα, tempus fugit, αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι λέμε ψέματα σχετικά με τον χρόνο. Πόσες φορές δεν μας έχει πει κάποιος ότι δεν έχουν χρόνο για εμάς γιατί είναι πολύ απασχολημένοι, ενώ στην πραγματικότητα απλά δεν θέλουν να είναι μαζί μας και η έλλειψη χρόνου είναι απλά μια δικαιολογία; Πόσες φορές δεν χάνουμε τον χρόνο μας με δραστηριότητες που δεν θα έπρεπε να είναι ψηλά στην λίστα των προτεραιοτήτων μας. Όλα είναι θέμα οργάνωσης και προτεραιοτήτων. Work smarter, not harder! Αυτή είναι η λογική μου. Επειδή είμαστε οι μάνατζέρ μας, έχουμε τον έλεγχο του χρόνου, ξέρουμε πότε πρέπει να τρέξουμε και πότε να σταματήσουμε να πάρουμε μια ανάσα. Πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία μεταξύ των επαγγελματικών υποχρεώσεων και των προσωπικών αναγκών. Για παράδειγμα, ο επόμενος δίσκος μας θα βγει πέντε χρόνια μετά από τον τελευταίο. Εάν είχαμε έναν εξωτερικό μάνατζερ, σίγουρα θα ήμασταν υπό πίεση να τον βγάλουμε νωρίτερα και να είμαστε συνεχώς σε περιοδεία, κάτι που σίγουρα σε κάποια στιγμή θα μας εξουθένωνε, θα μας έκανε μέχρι και να μισήσουμε την μπάντα και ίσως και να κατέληγε και στην διάλυσή της. Αλλά εμείς ξέρουμε ότι εάν δεν χτυπήσει η Μούσα την πόρτα σου, όσο και να πιέσεις τα πράγματα, ο δίσκος τελικά δεν θα βγει καλός. Τώρα, που έχουμε εμείς τον έλεγχο ξέρουμε πότε είναι η καλύτερη στιγμή για να κάνουμε την επόμενη κίνηση για την μπάντα, όποια και να είναι αυτή.
Photo by Ivan Santos
Και για να κλείσουμε: κατά σύμπτωση είδα στο YouTubeένα βίντεο όπου είσαι καλεσμένος μαζί με την γυναίκα σου SóniaTavares (τραγουδίστρια της pop μπάντας THEGIFT) σε ένα τηλεοπτικό talkshow, όπου μεταξύ άλλων μιλάγατε και για την σχέση σας, πως γνωριστήκατε, πως τις έκανες πρόταση γάμου, κτλ. Είσαι μια διασημότητα στην Πορτογαλία; Βασικά, εγώ είμαι ο σύζυγος μιας διασημότητας χα, χα! Βγαίνει συχνά στην τηλεόραση και για παράδειγμα, είναι κριτής στο πρόγραμμα The Voice. Αυτό που είδες δεν είχε να κάνει με τους MOONSPELL αλλά με την γυναίκα μου· εγώ απλά την συνόδευα γιατί εκείνη μου το ζήτησε, και γενικά προσπαθώ να αποφεύγω την συμμετοχή μου σε τέτοιου είδους πάνελ. Όπως βλέπεις, επειδή δεν έχουμε μάνατζερ μπορούμε να λέμε όχι σε τέτοιες προτάσεις. Πάντως, συμμετέχω σε προγράμματα ως εκπρόσωπος της μεταλλικής κοινότητας όταν έχει να κάνει με πιο σοβαρά θέματα, αλλά ακόμα και αν το πρόγραμμα είναι χιουμοριστικό, αρκεί να καλύπτει κάποια στάνταρ ποιότητας για μας. Είναι κι αυτό μέρος της δουλειάς, δεν το αρνιέμαι, αλλά τουλάχιστον έχω το προνόμιο να μπορώ να διαλέγω που θα εμφανίζομαι.
Από τα συγκροτήματα που επιβίωσαν και γιγαντώθηκαν μετά την πρώτη έκρηξη του New Wave Of American Heavy Metal, οι LAMB OF GOD επιστρέφουν με τη δέκατη δισκογραφική τους δουλειά “Into oblivion”, δείχνοντας ότι όχι μόνο δεν έχουν τίποτα να αποδείξουν, αλλά μπορούν να ξαναβρούν τον πυρήνα της ταυτότητάς τους χωρίς συμβιβασμούς.
Όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία των LAMB OF GOD παραμένουν ακέραια. Οι στακάτες κιθάρες, το περίπλοκο drumming που παλινδρομεί ανάμεσα σε groove και τεχνική δεξιοτεχνία, η στιβαρή παρουσία του μπάσου και η call-to-arms ερμηνεία του Randy Blythe δεν αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας.
Στο “Into oblivion” εμφανίζεται και μια πιο ώριμη πλευρά, όχι απλώς για να δώσει ανάσες ανάμεσα στις πιο επιθετικές στιγμές, αλλά ως ουσιαστική καλλιτεχνική επιλογή. Στις τελευταίες τους δουλειές, καθώς και σε αυτό το άλμπουμ, διακρίνονται προσπάθειες να ξεφύγουν από τη μανιέρα του πώς ακούγεται ένα LAMB OF GOD άλμπουμ, και εδώ επιχειρούνται αντίστοιχες κινήσεις. Η αίσθηση της ωριμότητας και της μεστότητας κυριαρχεί, σαν να έχουν αφαιρέσει το περιττό λίπος, αφήνοντας τον ήχο καθαρό και δυναμικό.
Σε τραγούδια όπως το “El Vacío” οι στίχοι μεταφέρουν ένα κάλεσμα ενάντια στη διαφθορά, την υποκρισία και τον φόβο που κυριαρχούν στη σύγχρονη κοινωνία και ζητούν ουσιαστικά μια επανάσταση αξιών χωρίς τυμπανοκρουσίες. Η ήρεμη και βαθιά επαναστατική ματιά στον τρόπο έκφρασης του Randy Blythe ισορροπεί μεταξύ μελωδικότητας και συσσωρευμένης έντασης, αποφεύγοντας την προσέγγιση που θα χρησιμοποιούσε παλιότερα και προσδίδοντας στο κομμάτι έναν χαρακτήρα τόσο συναισθηματικό όσο και προκλητικό. Στο ίδιο πνεύμα, τραγούδια όπως τα “Parasocial Christ”, “The killing floor” και “Devise/Destroy” στρέφουν το βλέμμα της μπάντας στη χειραγώγηση της κοινής γνώμης, στον πολιτικό κυνισμό και στην ψευδαίσθηση επιρροής της σύγχρονης ψηφιακής κουλτούρας.
Η ηχογράφηση των φωνητικών στο Total Access Studio στο Redondo Beach δεν είναι απλώς τεχνική επιλογή, αλλά συμβολίζει για τον ίδιο τον Blythe μια στροφή προς την ωμή, ανεπιτήδευτη έκφραση. Το ίδιο στούντιο γέννησε κλασικούς punk δίσκους από τους BLACK FLAG, HÜSKER DÜ και DESCENDENTS και αυτή η ενέργεια αντηχεί στην προσέγγιση του “Into oblivion”, όπου η μπάντα μιλά ανοιχτά για την εποχή και τα αδιέξοδά της χωρίς φίλτρα.
Η μουσική ακολουθεί τις ρίζες της μπάντας, αλλά με μια ελευθερία που επιτρέπει πειραματισμούς. Το αποτέλεσμα είναι ένας heavy, επιθετικός ήχος που συναντά πιο ανοιχτές μελωδικές επιλογές, δημιουργώντας την αίσθηση ότι η μπάντα δεν ακολουθεί τάσεις ούτε προσπαθεί να ικανοποιήσει προσδοκίες τρίτων.
Με το “Into oblivion” οι LAMB OF GOD ακούγονται να επαναπροσδιορίζουν τον εαυτό τους και τον κόσμο γύρω τους. Μετατρέπουν την παραδοσιακή τους επιθετικότητα σε κάτι που προκαλεί και προβληματίζει, χωρίς να χάνεται η ουσία του δυναμισμού και της αυθεντικότητας που τους καθιστά ένα από τα σημαντικότερα metal συγκροτήματα της γενιάς τους.
This mode enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode
Improves website's visuals
This mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode
Helps to focus on specific content
This mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode
Reduces distractions and improve focus
This mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode
Allows using the site with your screen-reader
This mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Online Dictionary
Readable Experience
Content Scaling
Default
Text Magnifier
Readable Font
Dyslexia Friendly
Highlight Titles
Highlight Links
Font Sizing
Default
Line Height
Default
Letter Spacing
Default
Left Aligned
Center Aligned
Right Aligned
Visually Pleasing Experience
Dark Contrast
Light Contrast
Monochrome
High Contrast
High Saturation
Low Saturation
Adjust Text Colors
Adjust Title Colors
Adjust Background Colors
Easy Orientation
Mute Sounds
Hide Images
Hide Emoji
Reading Guide
Stop Animations
Reading Mask
Highlight Hover
Highlight Focus
Big Dark Cursor
Big Light Cursor
Cognitive Reading
Virtual Keyboard
Navigation Keys
Voice Navigation
Accessibility Statement
rockhard.gr
April 8, 2026
Compliance status
We firmly believe that the internet should be available and accessible to anyone, and are committed to providing a website that is accessible to the widest possible audience,
regardless of circumstance and ability.
To fulfill this, we aim to adhere as strictly as possible to the World Wide Web Consortium’s (W3C) Web Content Accessibility Guidelines 2.1 (WCAG 2.1) at the AA level.
These guidelines explain how to make web content accessible to people with a wide array of disabilities. Complying with those guidelines helps us ensure that the website is accessible
to all people: blind people, people with motor impairments, visual impairment, cognitive disabilities, and more.
This website utilizes various technologies that are meant to make it as accessible as possible at all times. We utilize an accessibility interface that allows persons with specific
disabilities to adjust the website’s UI (user interface) and design it to their personal needs.
Additionally, the website utilizes an AI-based application that runs in the background and optimizes its accessibility level constantly. This application remediates the website’s HTML,
adapts Its functionality and behavior for screen-readers used by the blind users, and for keyboard functions used by individuals with motor impairments.
If you’ve found a malfunction or have ideas for improvement, we’ll be happy to hear from you. You can reach out to the website’s operators by using the following email
Screen-reader and keyboard navigation
Our website implements the ARIA attributes (Accessible Rich Internet Applications) technique, alongside various different behavioral changes, to ensure blind users visiting with
screen-readers are able to read, comprehend, and enjoy the website’s functions. As soon as a user with a screen-reader enters your site, they immediately receive
a prompt to enter the Screen-Reader Profile so they can browse and operate your site effectively. Here’s how our website covers some of the most important screen-reader requirements,
alongside console screenshots of code examples:
Screen-reader optimization: we run a background process that learns the website’s components from top to bottom, to ensure ongoing compliance even when updating the website.
In this process, we provide screen-readers with meaningful data using the ARIA set of attributes. For example, we provide accurate form labels;
descriptions for actionable icons (social media icons, search icons, cart icons, etc.); validation guidance for form inputs; element roles such as buttons, menus, modal dialogues (popups),
and others. Additionally, the background process scans all the website’s images and provides an accurate and meaningful image-object-recognition-based description as an ALT (alternate text) tag
for images that are not described. It will also extract texts that are embedded within the image, using an OCR (optical character recognition) technology.
To turn on screen-reader adjustments at any time, users need only to press the Alt+1 keyboard combination. Screen-reader users also get automatic announcements to turn the Screen-reader mode on
as soon as they enter the website.
These adjustments are compatible with all popular screen readers, including JAWS and NVDA.
Keyboard navigation optimization: The background process also adjusts the website’s HTML, and adds various behaviors using JavaScript code to make the website operable by the keyboard. This includes the ability to navigate the website using the Tab and Shift+Tab keys, operate dropdowns with the arrow keys, close them with Esc, trigger buttons and links using the Enter key, navigate between radio and checkbox elements using the arrow keys, and fill them in with the Spacebar or Enter key.Additionally, keyboard users will find quick-navigation and content-skip menus, available at any time by clicking Alt+1, or as the first elements of the site while navigating with the keyboard. The background process also handles triggered popups by moving the keyboard focus towards them as soon as they appear, and not allow the focus drift outside it.
Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Disability profiles supported in our website
Epilepsy Safe Mode: this profile enables people with epilepsy to use the website safely by eliminating the risk of seizures that result from flashing or blinking animations and risky color combinations.
Visually Impaired Mode: this mode adjusts the website for the convenience of users with visual impairments such as Degrading Eyesight, Tunnel Vision, Cataract, Glaucoma, and others.
Cognitive Disability Mode: this mode provides different assistive options to help users with cognitive impairments such as Dyslexia, Autism, CVA, and others, to focus on the essential elements of the website more easily.
ADHD Friendly Mode: this mode helps users with ADHD and Neurodevelopmental disorders to read, browse, and focus on the main website elements more easily while significantly reducing distractions.
Blindness Mode: this mode configures the website to be compatible with screen-readers such as JAWS, NVDA, VoiceOver, and TalkBack. A screen-reader is software for blind users that is installed on a computer and smartphone, and websites must be compatible with it.
Keyboard Navigation Profile (Motor-Impaired): this profile enables motor-impaired persons to operate the website using the keyboard Tab, Shift+Tab, and the Enter keys. Users can also use shortcuts such as “M” (menus), “H” (headings), “F” (forms), “B” (buttons), and “G” (graphics) to jump to specific elements.
Additional UI, design, and readability adjustments
Font adjustments – users, can increase and decrease its size, change its family (type), adjust the spacing, alignment, line height, and more.
Color adjustments – users can select various color contrast profiles such as light, dark, inverted, and monochrome. Additionally, users can swap color schemes of titles, texts, and backgrounds, with over seven different coloring options.
Animations – person with epilepsy can stop all running animations with the click of a button. Animations controlled by the interface include videos, GIFs, and CSS flashing transitions.
Content highlighting – users can choose to emphasize important elements such as links and titles. They can also choose to highlight focused or hovered elements only.
Audio muting – users with hearing devices may experience headaches or other issues due to automatic audio playing. This option lets users mute the entire website instantly.
Cognitive disorders – we utilize a search engine that is linked to Wikipedia and Wiktionary, allowing people with cognitive disorders to decipher meanings of phrases, initials, slang, and others.
Additional functions – we provide users the option to change cursor color and size, use a printing mode, enable a virtual keyboard, and many other functions.
Browser and assistive technology compatibility
We aim to support the widest array of browsers and assistive technologies as possible, so our users can choose the best fitting tools for them, with as few limitations as possible. Therefore, we have worked very hard to be able to support all major systems that comprise over 95% of the user market share including Google Chrome, Mozilla Firefox, Apple Safari, Opera and Microsoft Edge, JAWS and NVDA (screen readers).
Notes, comments, and feedback
Despite our very best efforts to allow anybody to adjust the website to their needs. There may still be pages or sections that are not fully accessible, are in the process of becoming accessible, or are lacking an adequate technological solution to make them accessible. Still, we are continually improving our accessibility, adding, updating and improving its options and features, and developing and adopting new technologies. All this is meant to reach the optimal level of accessibility, following technological advancements. For any assistance, please reach out to