CRIMSON GLORY – “Chasing the hydra” (Bravewords Records) (ομαδική κριτική)

0
77








>








Crimson

Η δισκογραφική επιστροφή των Αμερικάνων CRIMSON GLORY, 27 (!!!) χρόνια μετά το “Astronomica”, δεν θα μπορούσε παρά να σημάνει συναγερμό στη συντακτική μας ομάδα, που συγκεντρώθηκε κι έκανε μία ομαδική παρουσίαση στο “Chasing the hydra”, το οποίο κυκλοφορεί από τη Bravewords Records και σε βινύλιο από τη No Remorse, στις 17 Απριλίου.

 

Δεν έχει κανένα απολύτως νόημα, να μνημονεύσουμε τη σημασία και -πάνω απ’ όλα- την αξία δίσκων όπως το “Crimson glory” και το “Transcendence” για ολόκληρο το heavy metal. Έκτοτε, βέβαια, οι CRIMSON GLORY, πέρασαν από χίλια κύματα. Αλλαγή δισκογραφικής και πλήρης αλλαγή μουσικού ύφους, συνεχόμενες περίοδοι απραξίας, νέος τραγουδιστής (Wade Black), επιστροφή Midnight, αποτυχημένη υπογραφή συμβολαίου με την Ελληνική Black Lotus, θάνατος Midnight, Todd LaTorre στα φωνητικά, διάλυση, επιστροφή με τον Travis Wills στα φωνητικά αλλά δίχως τον Jon Drenning. Δεν τις λες κι εύκολα διαχειρίσιμες αυτές τις καταστάσεις…
Το θέμα μας όμως, είναι το παρόν και το “Chasing the hydra”. Πέρυσι είχαμε την ευκαιρία να δούμε το συγκρότημα, το οποίο άφησε πολύ καλές εντυπώσεις επί σκηνής. Μάλιστα, βλέποντάς τους και μερικούς μήνες αργότερα, στη Γερμανία, έδιναν την εντύπωση ενός γκρουπ πολύ δεμένου, λες κι έπαιζαν χρόνια μαζί. Καλό όμως να μαζεύονται να παίζουν τα τραγούδια που αγαπήσαμε, αλλά από τη στιγμή που θέλουν να λέγονται ενεργή μπάντα κι όχι «περιοδεύων θίασος», θα έπρεπε να βγάλουν επιτέλους και καινούργιο δίσκο, αλλιώς θα μιλούσαμε μόνο για nostalgia band.
Το “Chasing the hydra” είναι ένας καλός δίσκος. Αυτό. Καλός. Δίχως υπερβολές, δίχως ανέφικτες προσδοκίες. Έχει πολλά από τα χαρακτηριστικά των CRIMSON GLORY που αγαπούσαμε. Αυτές τις διπλές κιθάρες, τα ψηλά φωνητικά, αναφορές σε παλαιότερα τραγούδια. Βέβαια, υπάρχουν μερικά σημεία στην παραγωγή, όπως ο ήχος στα τύμπανα, με τα οποία δεν είμαι, προσωπικά, ικανοποιημένος, αλλά οι CG ποτέ δεν υπήρξαν ένα σχήμα με υποδειγματικές παραγωγές, να λέμε την αλήθεια.
Έχω πιάσει τον εαυτό μου να ακούει τον δίσκο επαναλαμβανόμενα και να μην κουράζεται, ίσα ίσα, θα έλεγα ότι μετά τις πρώτες ακροάσεις, μου άρεσε περισσότερο. Δεν νομίζω ότι περιέχει κάποιο τραγούδι που να μείνει κλασικό, διαχρονικό, αλλά το συνολικό επίπεδο είναι υψηλό. Δεν νομίζω ότι χαλάνε κανέναν τραγούδια όπως το “Redden the sun”, το “Broken together” ή το “Indelible ashes”. Μπορεί να μην είναι “In dark places”, “Lonely” ή “Valhalla”, αλλά θα ήταν ουτοπία να ζητήσουμε κάτι τέτοιο. Προσωπικά δηλώνω απόλυτα ευχαριστημένος, αλλά έχω την εντύπωση ότι αν παραμείνει το συγκεκριμένο line-up μαζί για καιρό, θα μπορούμε να ακούσουμε και ακόμα καλύτερα τραγούδια, εξ ου και ο συγκρατημένος βαθμός.

7 / 10

Σάκης Φράγκος

Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου στα βάθη των 80s, εκεί όπου όποια πέτρα κι αν σήκωνες στις Ηνωμένες Πολιτείες, θα ανακάλυπτες καλλιτέχνες και σχήματα που τιμούσαν το heavy metal στην ολότητα του. Νεαροί μουσικοί ξεπηδούσαν από κάθε πιθανή και απίθανη πολιτεία, με ένα μάτσο όνειρα και φιλοδοξίες. Πάμπολλα τα παραδείγματα. Μέσα σε όλα αυτά και οι CRIMSON GLORY. Με δύο δίσκους ανυπέρβλητης αξίας και με συνθέσεις που έχουν καταγραφεί στο πάνθεον της μουσικής μας. Η συνέχεια δεν ήταν αυτή που άπαντες επιθυμούσαν και το συγκρότημα ποτέ δεν κατόρθωσε να πλησιάσει το status του ομώνυμου δίσκου και του “Transcendence”…
Την στιγμή της νέας επανεκκίνησης με το “Chasing the hydra”, οι εναπομείναντες μουσικοί από την αρχική σύνθεση, αποφάσισαν να προσλάβουν στην θέση του τραγουδιστή, τον Travis Wills, ο οποίος και παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με τον Midnight που είχε βάλει φαρδιά πλατιά την υπογραφή του στα δύο πρώτα άλμπουμ των Φλοριδιανών metallers. Αντικειμενικά μιλώντας, δεν θεωρώ ότι σε καμία περίπτωση μπορεί να προσεγγίσει το εύρος, την τεχνική και την ποιότητα του αποδημήσαντα. Γι’ αυτό που έχει κληθεί να πράξει, όμως, είναι αξιόπιστος. Το ζητούμενο είναι πάνω σε ποιο επίπεδο κομματιών κλήθηκε να ξεδιπλώσει τις αρετές του. Κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα. Ή για να ακριβολογούμε, οι μοιραίες συγκρίσεις. Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά από την στιγμή που το ίδιο λογότυπο κοσμεί το εξώφυλλο. Το υλικό του “Chasing the hydra” στα δικά μου αυτιά ηχεί ως μια άκαρπη απόπειρα των συμμετεχόντων μουσικών να αναβιώσουν με κάθε τρόπο το ένδοξο παρελθόν. Πρακτικά είναι αδύνατο. Δεν μπορώ να θυμηθώ κάποια χτυπητή περίπτωση μουσικών που στην επάνοδό τους μετά από χρόνια στην δισκογραφία (με ή χωρίς αλλαγές στο line up τους) να ξεπέρασαν τα δημιουργήματα της νιότης τους. Δεν μπορεί να ξαναγραφούν στην εποχή μας έπη επών όπως τα “Dragon lady”, “Heart of steel”, “Azrael”, “Queen of the masquerade”, “Lost reflection”, “Dream dancer”, “Lady of winter”, “Painted skies”, “In dark places”, “Lonely”.
Ως εκ τούτου -και αντιλαμβανόμενος απόλυτα την ανάγκη/επιθυμία/δίψα (βαφτίστε το όπως εσείς επιθυμείτε) των περισσοτέρων εξ ημών να βρεθούμε ξανά στα ίδια λημέρια με τους παιδικούς μας ήρωες- θα συμπυκνώσω τις σκέψεις μου στις παρακάτω γραμμές. Κατανοώ την ανάγκη του εκάστοτε καλλιτέχνη να διεκδικήσει για όσες φορές εκείνος επιλέξει το δικαίωμα της δεύτερης ευκαιρίας. Αντιλαμβάνομαι, επίσης, ότι αρκετοί καλλιτέχνες έχουν επιλέξει να είναι το συγκεκριμένο λειτούργημα ο βιοπορισμός τους. Από την σκοπιά του οπαδού αποκλειστικά, είναι αναφαίρετο δικαίωμα μας να επιλέξουμε τι μας ικανοποιεί και τι όχι. Το “Chasing the hydra” δεν ξεφεύγει από την μετριότητα, παρ’ ότι διαθέτει ορισμένες χτυπητές -αλλά διάσπαρτες- εξαιρέσεις, γεγονός που λειτουργεί αποτρεπτικά από το να χαρακτηριστεί ως διάδοχος των ένδοξων 80s. Και δεν έχει να κάνει με μία ακόμα έκφανση παρελθοντολαγνείας αλλά με κανόνες στοιχειώδους λογικής. Αν το σήμερα βασίζεται αποκλειστικά στο χθες, δυσκολεύει αφάνταστα το όραμα του αύριο…

5,5 / 10

Γρηγόρης Μπαξεβανίδης

Photo by Lisa Larkin

Επειδή η παρουσίαση είναι ομαδική, θα είμαι σύντομος. Ας ξεκινήσουμε όμως με μια συμβουλή. Πιστεύω πως καλό είναι να μην ακούσετε τον δίσκο, προσπαθώντας να τον συγκρίνεται με το παρελθόν, γιατί συνήθως αυτό, θα τον φέρει αντιμέτωπο με τις εμμονές που κουβαλάτε, είτε αυτές είναι θετικές, είτε είναι αρνητικές. Με την συμβουλή αντί εισαγωγής λοιπόν, πάμε στο «ψητό»!
Οι CRIMSON GLORY κυκλοφορούν μια δουλειά που όχι μόνο δεν ακούγεται αδιάφορη, αλλά σίγουρα στέκεται αντάξια, στην σύντομη, αλλά ενδιαφέρουσα δισκογραφία τους. Πάμε και στο καίριο ερώτημα, δηλαδή την φωνή του Travis Wills, που αν και σχετικά άγνωστος, έχει ψηθεί στο χώρο με τα χρόνια του στους INFIDEL RISING. Στις μέρες μας, όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί εύκολα να ψάξει διαδικτυακά και να διαμορφώσει εύκολα άποψη. Θα έλεγα πως είναι αρκετά κοντά στον Midnight, ώστε να μπορεί να αποδώσει τους κλασικούς ύμνους (ίσως καλύτερα κι από τον Wade Black 25 χρόνια ή τον Todd La Torre 15 χρόνια πριν), πράγμα που σίγουρα έπαιξε ρόλο στην επιλογή του. Θα ήθελα πολύ να τον ακούσω σε μια από τις συναυλίες τους.
Μουσικά, το “Chasing the Hydra” είναι πολύπλευρο, σκληρό, γεμάτο καλές κιθαριστικές ιδέες και ο πυρήνας των Jackson, Lords, Burnell, φροντίζει για τα χαρακτηριστικά που περιμένουν οι οπαδοί τους να ακούσουν. Δηλαδή, υπάρχουν αρκετά τεχνικά σημεία, κάποια πιο αργά, mid-tempo τραγούδια, καυτά κιθαριστικά σόλο, χώρος για κάποιες γραμμές του μπάσου να ξεχωρίσουν, πολλά υψίφωνα μέρη και πολυ-επίπεδα φωνητικά, όπως και φοβερά ρυθμικά μέρη.
Το ύφος των CRIMSON GLORY σηκώνει ριφ και το “Chasing the Hydra” έχει αρκετά. Σίγουρα όλοι πιάσατε τις ομοιότητες του ριφ του ομώνυμου τραγουδιού με το “Red sharks”, αλλά ας μην μείνουμε σε αυτό. Τραγούδια όπως το “Redden the sun”, “Angel in my nightmare”, “Beyond the unknown” είναι γεμάτα από καλές ιδέες. Το πρώτο, που ανοίγει το άλμπουμ είναι επιθετικό, είναι πιο μέσης ταχύτητας, με όμορφες αλλαγές που επίσης νεύουν στο παρελθόν τους και το τρίτο είναι πιο σκοτεινό. Η μόνη μου ένσταση είναι μόνο για το πόσο ψηφιακός ακούγεται ο ήχος του, ίσως όμως αυτό να ήθελε ο Ben Jackson. Ναι, θα το προτιμούσα λίγο πιο αναλογικό.
Δεν αμφισβητώ, πως το όνομα και η μουσική των CRIMSON GLORY συγκινούν πολλούς από εμάς, μαζί με άλλα μεγαθήρια της Αμερικάνικης σκηνής και ο χώρος τους έχει ανάγκη για να διατηρηθεί. Με μια αίσθηση της μελωδίας που είναι μοναδική, με ένα όνομα που κουβαλάει τεράστια ιστορία και με οπαδούς σε όλο τον κόσμο που μπορούν να τους υποστηρίξουν, ελπίζω πως οι CRIMSON GLORY θα έχουν και δισκογραφική συνέχεια. Η ιστορία δύσκολα θα αναφέρει το “Chasing the Hydra” δίπλα στα πρώτα τους δύο άλμπουμ, όμως μαζί με το “Astronomica”, θα φιγουράρουν ως άξιοι συμπαραστάτες.

7,5 / 10

Γιώργος “Kay” Κουκουλάκης

Photo by Lisa Larkin

Eίναι ωραίο οι αγαπημένες σου μπάντες να επιστρέφουν μετά από χρόνια απραξίας και να σου παραδίδουν δίσκους που να μπορούν να σταθούν ισάξια σε σχέση με το τώρα αλλά και με την ένδοξη πορεία τους. Μια τέτοια περίπτωση είναι και οι CRIMSON GLORY που με τα δύο πρώτα άλμπουμ τους της δεκαετίας του ‘80, έθεσαν τον πήχη σε δυσθεώρητα ύψη ακόμα και για τους ίδιους. Είναι αναρίθμητες οι ώρες που έχω περάσει με τα δύο πρώτα άλμπουμ τους πάνω στο πικάπ. Ιδιαίτερα θυμάμαι την εποχή που κυκλοφόρησε το υπερθεϊκό και για μένα το κορυφαίο τους δημιούργημα, “Transcendence”, να φοβάμαι πως θα χαλάει ο δίσκος από τα αλλεπάλληλα παιξίματα. Σε μια εποχή που τα σπουδαία άλμπουμ κυκλοφορούσαν το ένα μετά το άλλο, ο δίσκος αυτός αγαπήθηκε παράφορα από όσους το άκουσαν στην εποχή του αλλά και όσους ήρθαν σε επαφή μαζί του τα επόμενα χρόνια. Οι δύο πρώτοι δίσκοι των CRIMSON GLORY έχουν ένα ειδικό βάρος λόγω της απαράμιλλης ποιότητάς τους και σαφώς αποτελούν δύο από τις σημαντικότερες κυκλοφορίες που βγήκαν στην δεκαετία του 80, και βγήκαν πάρα πολλές είναι η αλήθεια.
Η εγκληματική σχεδόν πράξη της μπάντας να αλλάξει τον ήχο της στο τρίτο και κομβικό της άλμπουμ, “Strange and beautiful”, προς ένα hard rock ήχο, ήταν μια ριζική αλλαγή που μας βρήκε εντελώς απροετοίμαστους και ήταν και η θανατική καταδίκη τους εν τέλει. Προσωπικά σαν οπαδός του hard rock μου άρεσε και μου αρέσει ακόμα αρκετά αυτός ο δίσκος, ήταν όμως κάτι έξω από τον ήχο που αγαπήσαμε και σοφά οι οπαδοί τους, τους γύρισαν την πλάτη εκείνη την εποχή.
H επιστροφή τους με το “Astronomica” και τον Wade Black πίσω από το μικρόφωνο ήταν μια επιστροφή στον αγαπημένο ήχο του σχήματος αλλά τα πράγματα είχαν αλλάξει πλέον στο heavy metal και αυτή η σύντομη πορεία δεν έμελλε να διαρκέσει πολύ. Η επανασύνδεση με τον Midnight και η τραγική συναυλία μαζί του στο Rockwave του 2005, είναι μια στιγμή που θέλουμε να ξεχάσουμε όλοι όσοι ήμασταν παρόντες στο κοινό εκείνο το απόγευμα.
Από το “Αstronomica” όμως και έκτοτε, έχουν περάσει 26 χρόνια χωρίς η μπάντα να έχει καταθέσει κάτι δισκογραφικά και να που επιστρέφουν με τον πέμπτο τους ολοκληρωμένο δίσκο “Chasing the hydra” εν έτη 2026. Με τα τρία πέμπτα της αρχικής (Jeff Lords, Dana Burnell, Ben Jackson) και την προσθήκη του κιθαρίστα Mark Borgmeyer και του τραγουδιστή Τravis Wills, η δισκογραφική επιστροφή του σχήματος κρίνεται επιτυχής. Ο ήχος είναι αυτός που περίμεναν όλοι οι οπαδοί τους με prog power συνθέσεις που μας θυμίζουν τα πρώτα χρόνια του σχήματος. Εξαιρετική η φωνή του Travis Wills καθ’ όλη την διάρκεια του δίσκου να θυμίζει σε πολλά σημεία την ερμηνεία του μακαρίτη Midnight. Aυτό δεν είναι φυσικά και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο αλλά ο τραγουδιστής αυτός διαθέτει μια εξαίσια φωνή που υποστηρίζει απόλυτα το ύφος και τις συνθέσεις του νέου δίσκου.
Το ομότιτλο κομμάτι θυμίζει στην εισαγωγή του το “Red Sharks”, παραμένει όμως ένα στακάτο power metal κομμάτι, το “Broken together” θυμίζει ερμηνευτικά τον Μidnight όμως είναι ένα πολύ ωραίο prog power κομμάτι. Οι ανατολίτικες κλίμακες του “Indelible ashes” σε μαγνητίζουν, τα πιο straight μελωδικά power metal κομμάτια με τον trademark ήχο του σχήματος όπως το “Redden the sun” και “Beyond the unknown” έχουν πολύ ενδιαφέρον και ακούγονται πολύ ευχάριστα. Εξαιρετικό κομμάτι είναι το “Angel in my nightmare” που μας θυμίζει όλους τους λόγους για τους οποίους αγαπήθηκε αυτό το σχήμα. Prog power λυρισμός που φθάνει μέχρι τα ουράνια. Μας είχε λείψει αυτός ο ήχος είναι αλήθεια και είναι ευτύχημα που μετά από τόσα χρόνια ακούμε ξανά τέτοιου επιπέδου συνθέσεις από το Αμερικάνικο αυτό σχήμα.
Στο “Chasing the hydra” ο οπαδός της μπάντας θα συναντήσει τον ήχο που αγάπησε από αυτό το σχήμα, συνθέσεις πολύ προσεγμένες σε όλα τα επίπεδα και έναν εξαιρετικό ερμηνευτή που παραδίδει τρομερές ερμηνείες σε όλο τον δίσκο. Τόσο καλός είναι πραγματικά. Τo άλμπουμ συνεχίζει επάξια την σπουδαία κληρονομιά του σχήματος και αν αποφύγει κάποιος τις ανώφελες συγκρίσεις με το παρελθόν, θα απολαύσει έναν πολύ ωραίο prog power δίσκο που θα του προσφέρει όλα όσο έχει στερηθεί όλα αυτά τα χρόνια από τους CRIMSON GLORY.
Γιατί ναι, επιτέλους είναι μαζί μας και μας προσφέρουν ένα δίσκο που όσο τον ακούς τόσο πιο πολύ τον αγαπάς και τον εκτιμάς. Γιατί όπως είπα και λίγο παραπάνω, μας έλειψαν. Πραγματικά, είναι κρίμα να μην χαιρόμαστε πιο συχνά την μαγεία αυτού του σχήματος αλλά μιας και το πράττουν τώρα ας τους δώσουμε την προσοχή και την στήριξή μας. Από εμένα είναι ναι!

8/10

Γιάννης Παπαευθυμίου

CRIMSON GLORY… Θυμάσαι την επιστροφή τους, το 1999; Έμοιαζε κάτι μεταξύ πραγματικότητας και φαντασιακής σφαίρας. Σαν να ξυπνά μια υπερφυσική οντότητα, από λήθαργο αιώνων! Έστω και χωρίς μάσκες, χωρίς τον κλασσικό τους τραγουδιστή Midnight, οι Αμερικανοί φάνταζαν τιτάνιοι, εξωγήινοι! Όσον αφορά δε τον αντίκτυπο του γεγονότος αυτού στους Έλληνες οπαδούς, εμείς… αιθεροβατούσαμε!
Δεν είχαμε την παραμικρή ιδέα του πως θα ηχούν, μόνο ρουφούσαμε κάθε πληροφορία και πιστεύαμε «τυφλά» τις πρώτες γραπτές εντυπώσεις από το demo της καινούργιας σύνθεσης. Δίχως υπερβολή, «ακούγαμε» τη μουσική και πλάθαμε τον νέο δίσκο στο κεφάλι μας! Τις μελωδίες, τα υψίσυχνα φωνητικά, τη λυρική μυσταγωγία, τα πάντα! Τον είχαμε λατρέψει, πριν καν να έρθει!
Κι όντως, το “Astronomica” απεδείχθη ένα ιδιόρρυθμο όσο και κλασσικό έπος, μπροστά από την εποχή του, με τις ακόλουθες συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη να συζητούνται ως σήμερα, για όλους τους ΣΩΣΤΟΥΣ λόγους. Γιατί αναφέρω τα τότε «σκηνικά»; Διότι λόγω της φετινής, δεύτερης δισκογραφικής επανόδου του γκρουπ, την σύγκριση δεν τη γλυτώνουμε.
Εντάξει, το ξέρω. Όλα έχουν αλλάξει. Τώρα, καμία πληροφορία δε μένει κρυφή, κανένας μύθος δεν καλλιεργείται, καμία περσόνα δε λαμβάνει τιτάνιες διαστάσεις και οι ήρωες του παρελθόντος αποκαθηλώνονται με συνοπτικές διαδικασίες. Οπότε, πού μένει να ρίξει όλο της το βάρος μια μπάντα σαν τους CRIMSON GLORY, ώστε να μείνει στον «αφρό»; Μα στη μουσική αυτή καθ’ αυτή, πού αλλού;
Άκουσα και ξανάκουσα το “Chasing the hydra”, για πάρα πολλές μέρες και υπό διαφορετικές συνθήκες, προσπαθώντας να το δεχτώ όσο γίνεται περισσότερο. Όπως τον καιρό που αγοράζαμε έναν (1) δίσκο και επειδή είχαμε δώσει, για την αγορά του, χρήματα που μαζεύαμε κέρμα-κέρμα, καταβάλλαμε φιλότιμες προσπάθειες να μας αρέσει. Έτσι, από πείσμα! Αποτέλεσμα; Μάταιος κόπος. Τα άλμπουμ της Πορφυρής Δόξης, στο ράφι, θα παραμείνουν τέσσερα.
Στο πρώτο του μισό, το καινούργιο πόνημα των Φλοριδιανών μήτε ενθουσιάζει, μήτε άσχημα τα πάει. Το εναρκτήριο κομμάτι “Redden the Sun” είναι σίγουρα αξιόλογο, περνούν τη βάση το “Angel in my nightmare” και το “Chasing the hydra”, ενώ το “Broken together”, που λοξοκοιτά το “In dark places” και το oriental “Indelible ashes”, που θα ταίριαζε στην εποχή του “Astronomica”, είναι μακράν οι καλύτερες στιγμές και δυστυχώς, οι μοναδικές ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ξεχωριστές.
Από κει και κάτω, στο δεύτερο μισό, υπάρχει πρόβλημα. Τα κομμάτια που ακολουθούν (“Beyond the unknown”, “Armor against fate”, “Pearls of dust” και “Triskaideka” – μόνο “03:10 to Yuma”, φίλε, ταινιάρα) κακά δεν τα λες, τα λες όμως αδιάφορα, βαρετά. Χαρακτηρισμούς τους οποίους ποτέ δεν πίστευα πως θα έγραφα, σε ένα κείμενο που αφορά τους CRIMSON GLORY. Πρόσθεσε τώρα μια μουντή, αδύναμη παραγωγή και ένα απαράδεκτο εξώφυλλο και θα δεις πόσο χάνει στο «ζύγι» το “Chasing the hydra”…
Επίσης, το νέο υλικό πάσχει από τρανταχτή υφολογική ανομοιογένεια. Η μπάντα άλλοτε προσπαθεί να αναπαράξει το κλίμα κυρίως του “Transcendence” (όπου τα «δάνεια» από το παρελθόν πάνε κι έρχονται, λογικό κι αναμενόμενο) κι άλλοτε θέλει να ενσωματώσει νεωτεριστικά στοιχεία, στις κλασσικές US power/prog νόρμες της, απεμπολώντας, μοιραία, τη μοναδικότητά της. Κίνηση η οποία στερείται κάθε λογικής!
Ας μην κρυβόμαστε. Η χρυσή εποχή 1986-1989, είχε την υπογραφή της τριάδας Drenning/Lords/Midnight. Η απουσία του Midnight το 1999 καλύφθηκε, με τον α’ ή β’ τρόπο. Αυτή όμως του Jon Drenning, του πάλαι ποτέ βασικού κινητηρίου μοχλού του γκρουπ, είναι τεράστια. Θα περίμενε κανείς να καλυφθεί το κενό από τους Ben Jackson και Dana Burnell, οι οποίοι είναι από την αρχή στο συγκρότημα και (θεωρητικά) γνωρίζουν ΠΩΣ να συνθέσουν με τον CRIMSON GLORY τρόπο, ωστόσο αυτό δεν επιτυγχάνεται. Όσο για τον κιθαρίστα Mark Borgmeyer… περνά απαρατήρητος.
Τελευταίο άφησα τον Travis Wills. Άποψή μου, στη θέση του τραγουδιστή στους CRIMSON GLORY, ταιριάζουν μόνο δύο ειδών ερμηνευτές: Ή κάποιος κλώνος του Midnight που «καρφώνει» τις νότες μία προς μία, στο πρωτότυπο ερμηνευτικό στυλ ή κάποιος που να μη θυμίζει Midnight και να λέει τα κομμάτια με το δικό του ύφος. Εκεί λοιπόν είναι που το «χάνει» ο «προσπαθών» να κοπιάρει τον Midnight, Travis Wills, ένας κατά τα λοιπά σωστός τραγουδιστής. Στα χαμηλά και πολύ μελωδικά μέρη τα πηγαίνει μια χαρά, ωστόσο στις φωνητικές «ακροβασίες» και «ακρότητες», στοιχείο χαρακτηριστικό των CRIMSON GLORY, δεν αντέχει.
Δεν είχα παράλογες απαιτήσεις από το “Chasing the hydra”. Αν πίστευα πως οι CRIMSON GLORY μπορούν ή πρέπει να κυκλοφορήσουν έναν δίσκο εφάμιλλο του θεϊκού “Crimson Glory” ή του “Transcendence” (το πιο εκτυφλωτικό «δεκάρι» στην ιστορία της μουσικής αυτής), θα πήγαινα από μόνος μου στο νούμερο 374 της Λεωφόρου Αθηνών, θα χτυπούσα το κουδούνι και θα έλεγα «γεια σας, ήρθα, φέρτε να βάλω τ’ άσπρα!».
Θα ήθελα όμως ένα άλμπουμ το οποίο να αξίζει να φέρει το λογότυπό τους και να με κάνει να το επισκέπτομαι ξανά και ξανά. Και το “Chasing the hydra” αδυνατεί να το καταφέρει. Μάλιστα λυπούμαι, γιατί σε συνδυασμό με τις πρόσφατες, μετριότατες «ζωντανές» της εμφανίσεις στη χώρα μας, διαπιστώνω πως η μπάντα που κάποτε δε χωρούσε ούτε στα όνειρά μου/μας, έχει μικρύνει πολύ, με δική της ευθύνη. Συνεπώς όχι, ο βαθμός δε δύναται να πάρει παραπάνω την ανιούσα. Κρίμα…

6 / 10

Δημήτρης Τσέλλος

Photo by Lisa Larkin

Εφόσον πρόκειται για ομαδική κριτική θα αφήσω τις εισαγωγές περί του πόσο σημαντικός είναι ένας νέος CRIMSON GLORY δίσκος μετά από 27 χρόνια και μπαίνω αμέσως στην ουσία.
Έναρξη ακρόασης και έχουμε δύο τραγούδια τυπικού καλοπαιγμένου US power metal, Redden the Sun” και “Chasing the Hydra” που περιλαμβάνουν τα στοιχεία που περιμένει να ακούσει κάποιος από την μπάντα και ίσως πρόκειται για τις δυο πιο “τυπικές” συνθέσεις του δίσκου. Πρώτη παρατήρηση ότι η παραγωγή είναι ογκώδης και με αρκετή δόση “μπασαριστού” ήχου που το θεωρώ πλεονέκτημα καθώς οι πολύ πριμαριστές παραγωγές αποτέλεσαν στο παρελθόν μάστιγα για το εν λόγω είδος. Ο δίσκος όμως πραγματικά ξεκινά στο τρίτο κομμάτι “Broken Together”, ένα πραγματικό CRIMSON GLORY άσμα από τις χρυσές τους εποχές, μυστηριακό, μελωδικό, ποικιλότροπο, που αμέσως ξεχωρίζει.
Από αυτό το τραγούδι και μετά σημειώνω ότι έχουμε πληθώρα prog στοιχείων που αναμεμειγμένα με το παραδοσιακό USPM αναδεικνύουν τις συνθέσεις. Συνέχεια με “Angel in my Nightmare” με πολύ ψηλά φωνητικά, ωραίες μελωδίες, ποικιλία ρυθμών και κεντρική βασική ιδέα που σου μένει. Ξεχωρίζει και το instrumental σημείο λίγο πριν το τέλος. Μέχρι τώρα τι έχουμε ακούσει από τους CRIMSON GLORY; Τεχνική, μελωδία, «μεγάλες» κιθάρες, συναίσθημα, δύναμη, ακριβώς δηλαδή όσα θα ζητούσαμε. Το “Indelible Ashes” ξεκινά ατμοσφαιρικά, με ήχους ανέμου, κρατώντας σε αγωνία για το τι έπεται. Ακούμε κρουστά και αμέσως μετά το κεντρικό ακουστικό riff που μετατρέπεται σε πρωταγωνιστική μελωδία του τραγουδιού. Διπλές κιθάρες, ανατολίτικες μελωδίες, κοφτοί ρυθμοί, ένα ακόμα CRIMSON GLORY έπος με ωραιότατα leads, μεγάλες μελωδίες, όπως πρέπει.
Οφείλω να αναφέρω ότι σε ορισμένες στιγμές στη μέση του δίσκου ξεχνιέσαι και νομίζεις CRIMSON GLORY να πλησιάζουν σε παλιούς καλούς QUEENSRYCHE. Επίσης, ο νέος τραγουδιστής Travis Wills ακούγεται σαν κάτι ανάμεσα σε La Torre και Midnight αποδεικνύοντας ότι η μπάντα σωστά τον επέλεξε για τη θέση πίσω από το μικρόφωνο. Pearls of Dust” και η ποιότητα παραμένει ψηλά, κάποιος θα πει ότι οι CRIMSON GLORY κινούνται εδώ μέχρι και τα μονοπάτια των DREAM THEATER.
Κλείσιμο με το μυστηριακό “Triskaideka”, που με πιο μοντέρνες νόρμες αλλά εξίσου υψηλή ποιότητα σου κρατάει το ενδιαφέρον. Συνολικά πρόκειται για δίσκο – επιστροφή, ένα αξιόλογο, αξιοπρεπές, πολυδιάστατο άλμπουμ που αφενός κρατάει το πνεύμα των κλασικών CRIMSON GLORY, αφετέρου πατάει γερά στο 2026 παρουσιάζοντας μας ένα σύγχρονο υπόδειγμα καλοπαιγμένου Αμερικάνικου prog/power metal.

8 / 10

Δημήτρης Μελίδης

Photo by Lisa Larkin

Νομίζω δεν χρειάζεται να τονίσουμε με τον κάθε δυνατό τρόπο ότι η κυκλοφορία ενός νέου δίσκου από τους CRIMSON GLORY αποτελεί ένα άκρως σημαντικό σημείο αναφορά για τα τεκταινόμενα στον ευρύτερο χώρου του power/prog metal. Βλέπετε, η κληρονομιά των Αμερικανών είναι και πλούσια αλλά συνάμα και δύσκολα διαχειρίσιμη καθώς όπως έχει αποδειχθεί και στο παρελθόν, οι δύο πρώτοι δίσκοι τους ρίχνουν βαριά τη σκιά τους πάνω από κάθε προσπάθεια των CRIMSON GLORY να παρουσιάσουν κάτι νέο στους οπαδούς τους. Μην ξεχνάμε τι έγινε με το “Strange and beautiful” αλλά και το σπουδαίο “Astronomica”. Αυτονόητα, λοιπόν, το “Chasing the hydra” δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση καθώς οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες και ας έχουν περάσει 25 και πλέον χρόνια από την κυκλοφορία του τελευταίου τους πονήματος.
Με τα 3/5 της κλασικής τους σύνθεσης παρόντα αλλά χωρίς τον Jon Drenning, οι CRIMSON GLORY επιχειρούν με το νέο τους δίσκο να τιμήσουν το ένδοξο παρελθόν προσαρμόζοντας το σε ένα πιο μοντέρνο ηχητικά περιβάλλον. Σίγουρα το “Chasing the hydra” έχει σημεία που θυμίζουν πότε “Transcendence” (π.χ. στο “Angel in my nightmare”) και πότε “Astronomica” (π.χ. στο “Indelible ashes”) αλλά από την άλλη οι συνθέσεις θα έλεγα ότι υπολείπονται συνολικά σε σχέση με τα δύο προαναφερθέντα τραγούδια. Δεν είναι τόσο ότι είναι κακές ή έστω μέτριες συνθέσεις. Όχι, δεν είναι αυτό. Θα έλεγα ότι είναι περισσότερο τετριμμένες και generic που θα αρέσουν μεν στους οπαδούς αλλά θεωρώ ότι δεν θα ασχοληθούν και πολύ με το δίσκο όσο περνάει ο χρόνος. Αυτό, βέβαια, συμβαίνει συχνά και με κάθε νέα κυκλοφορία ενός παλιού συγκροτήματος και δεν αποτελεί απαραίτητα μομφή. Πάντως, αξίζει να πούμε ότι η απόδοση του τραγουδιστή Travis Wills είναι ΟΚ αλλά υπολείπεται όλων των προκατόχων του ενώ και η παραγωγή θα μπορούσε σίγουρα να ήταν πιο «γεμάτη» και «καθαρή» για να αναδείξει έστω τη γνώριμη ατμόσφαιρα των CRIMSON GLORY.
Στο διά ταύτα, το “Chasing the hydra” είναι μεν καλό αλλά με αρκετές συνθετικές αδυναμίες που θυμίζουν σε όλους ότι λείπει το μαγικό άγγιγμα του Drenning. Οι φανατικοί οπαδοί, ούτως ή άλλως, θα το αγοράσουν. Οι υπόλοιποι ας το ακούσουν πρώτα και να πράξουν αναλόγως.

6 / 10

Σάκης Νίκας

Photo by Lisa Larkin

Θα τα πάρω με τη σειρά. “Crimson glory” και “Transcendence” θα έπρεπε να μπουν σε μουσείο ως εκθέματα και να μνημονεύονται αιωνίως. Συγκριτικά, το “Strange and beautiful” μοιάζει ως μια απρεπής χειρονομία, αλλά αν το δούμε ψύχραιμα και χωρίς συγκρίσεις, είναι ένας παράξενος και όμορφος δίσκος που τελικά αγκαλιάζει περισσότερο το Hard Rock από το Progressive Metal. Το “Astronomica” μπορεί να μένει εκτός μουσείου, αλλά είναι δισκάρα και αυτό. Μιλάμε για πολύ σπουδαία κληρονομιά λοιπόν. Μετά από μία προσπάθεια επανασύνδεσης πριν από περίπου 15 χρόνια, με τον Todd La Torre στα φωνητικά, η οποία δεν ευδοκίμησε δισκογραφικά, έχουμε επιτέλους νέο άλμπουμ CRIMSON GLORY! Από την κλασική σύνθεση λείπει ο Jon Drenning, ενώ τη δύσκολη θέση του frontman την έχει αναλάβει ο Travis Wills.
Χωρίς πολλές σάλτσες, το “Chasing the Hydra” είναι αναμφίβολα η πιο heavy στιγμή της μπάντας, πιάνοντας το νήμα εκεί που το άφησε το “Astronomica”. Το ενορχηστρωτικό κομμάτι σηκώνει στις πλάτες του το τελικό αποτέλεσμα, παίρνοντας άριστα σε όγκο, groove, εναλλαγές και leads. Το χρυσό μετάλλιο το κερδίζει επάξια ο Jeff Lords, όντας μία από τις λίγες φορές που ευχαριστήθηκα μπάσο σε τέτοιο βαθμό. Πολύ δυνατή παρουσία στη μίξη που όχι μόνο δεν καθιστά το όργανο θαμμένο στην παραγωγή, αλλά το προάγει σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Στα θετικά κρατάω πως δεν γίνεται προσπάθεια αναμασήματος του παρελθόντος. Μπορεί η εισαγωγή του ομότιτλου κομματιού να είναι απευθείας αναφορά στο “Red sharks”, αλλά τέτοια περιστατικά είναι η εξαίρεση και τα βλέπω πιο πολύ ως έναν φόρο τιμής.
Σε αντίθετη κατεύθυνση κινείται ο Travis. Η χροιά του θυμίζει έντονα τον Midnight, πράγμα κατανοητό από τη μία αφού στις συναυλίες πρέπει να τραγουδήσει και τα κλασικά τραγούδια. Από την άλλη, δεν καταφέρνει να με πείσει. Δεν τον πλησιάζει ούτε σε συναίσθημα ούτε σε καθηλωτικές ερμηνείες, τα ψηλά του δεν έχουν τη δύναμη που έφερνε ο Wade, ενώ στα χαμηλά ο Todd είχε καλύτερο έλεγχο όπως μας έδειξε στο “Garden of shadows”. Μου μένει η αίσθηση πως οι συνθέσεις έχουν ανεκπλήρωτη δυναμική και δεν απογειώνονται γι’ αυτόν το λόγο. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων, αν ο δίσκος έφερε το λογότυπο διαφορετικού συγκροτήματος η γνώμη μου θα ήταν τελείως διαφορετική. Δεν με χαλάνε οι ερμηνείες του, αλλά επειδή κάνουμε κριτική σε δουλειά των CRIMSON GLORY, θα πρέπει να υπάρχει η αντίστοιχη αυστηρότητα.
Η ερώτηση που πρέπει να απαντηθεί είναι η εξής: Αν με πειράζει που στις συναυλίες τους (έχουν ανακοινωθεί σε Βόλο και Χανιά για το καλοκαίρι) τα νέα τραγούδια θα αφήσουν εκτός setlist άλλα από την παλαιότερη δισκογραφία. Η απάντηση είναι πολύ λίγο, πόσο μάλλον αν πρόκειται για στιγμές όπως τα “Pearls of dust”, “Beyond the unknown” και “Angel in my nightmare”. Όσο μου αρέσουν τα επετειακά live, άλλο τόσο δεν μου αρέσει η παρελθοντολαγνεία στη μουσική. Το “Chasing the Hydra” στέκεται ως ένα αξιοπρεπέστατο άλμπουμ για τους CRIMSON GLORY του 2026, αρκεί να μην δώσουμε σημασία στο κάπως άκομψο artwork. Σαν δίσκος του σήμερα είναι από τους καλούς. Ως δημιουργία της μπάντας αυτής, ικανοποιεί αλλά αφήνει περιθώρια για βελτιώσεις. Σε κατάταξη της δισκογραφίας τους, η μόνη περίπτωση να απέφευγε την τελευταία θέση, είναι αν δεν έκανα τα στραβά μάτια στις ιδιαιτερότητες του “Strange and beautiful”.

7 / 10

Παύλος Παυλάκης

Υπάρχουν κάποια συγκροτήματα, τα οποία έχοντας αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι τους στην heavy metal δισκογραφία, όταν αποφασίζουν να κυκλοφορήσουν μια νέα studio δουλειά, σίγουρα χρίζει ιδιαίτερης προσοχής μεν, αλλά κάποιες φορές ίσως εγείρει σκέψεις και αμφιβολίες δε, αφού έχουμε ακούσει ανά περιόδους πολλά μέτρια άλμπουμ από αγαπημένα γκρουπ. Στην κατηγορία όλων των παραπάνω, είναι και οι CRIMSON GLORY, αφού μετά τα δυο μουσικά έργα τέχνης και καλλιτεχνικά μνημεία, “Crimson glory” το 1986 και “Transcendence” το 1988, με τους επόμενους δίσκους τους δεν κατάφεραν να διατηρήσουν την ίδια αίγλη που είχαν οι πρώτες δυο δουλειές. Λίγα χαμόγελα «ήρθαν» πριν από 27 χρόνια, αλλά και δεν κράτησαν πολύ, αφού το συγκρότημα «μπήκε και πάλι στον πάγο». Τα τελευταία 3 περίπου χρόνια, το όλο project έχει επαναδραστηριοποιηθεί, κάνοντας μια προσπάθεια για ένα δυναμικό comeback, δείγμα του οποίου έχουν πάρει όσοι τους έχουν παρακολουθήσει ζωντανά.
Φυσικά η ποιότητα των εκάστοτε νέων τραγουδιών είναι το μόνο κριτήριο που «μετράει» για να κρίνεις μουσικούς και άλμπουμ. Έτσι το πρώτο τραγούδι της νέας προσπάθειας, “Triskaideka”, που είδε το φως της δημοσιότητας το 2023, δημιούργησε ποικίλα σχόλια. Από τότε και μέχρι και σχετικά πρόσφατα, δεν είχαν διέρρευσαν κάτι άλλο, εκτός της αναγγελία του νέου άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει στα μέσα Απριλίου. Δεν σας κρύβω ότι όταν έλαβα το αρχείο για την ομαδική κριτική που διαβάζετε, ήμουν αρκετά διστακτικός και επιφυλακτικός ως προς το τελικό αποτέλεσμα, όντας προετοιμασμένος για όλα, θέλοντας βεβαίως ενδόμυχα το όσο το δυνατόν καλύτερο, από ένα αγαπημένο σχήμα. Ακούγοντας τα νέα τραγούδια δεν απογοητεύτηκα.
Τα τονιστεί καταρχάς ότι όσοι θελήσουν να ακούσουν τα καινούργια τραγούδια των CRIMSON GLORY, θα πρέπει να «σβήσουν» το παρελθόν. Όσοι περιμένουν τα “Crimson glory ΙΙ” ή “Transcendence ΙΙ”, καλύτερα να σταματήσουν να ασχολούνται με το συγκρότημα. Αν λοιπόν αντιμετωπίσεις την καινούργια δισκογραφική προσπάθεια όπως ορίζει η λέξη, και αποβάλλεις τα όποια στερεότυπα ίσως έχεις, τότε το μόνο που σου μένει για να αγαπήσεις τις καινούργιες συνθέσεις είναι οι πολλές ακροάσεις. Προς τιμήν των δημιουργών, καμία δεν είναι απλοϊκή, για αυτό και θέλει να τις ακούσεις αρκετά.
Το γκρουπ έχει προσπαθήσει, και καταφέρει βάση τελικού αποτελέσματος, να «φέρει» στα τραγούδια του το στυλ δόμησης και την ατμόσφαιρα που είχαν τα πρώτα δυο αριστουργήματα. Με περίσσια χαρά, σημειώστε ότι σε σύνολο συνθέσεων, το “Chasing the hydra” είναι η φυσική ηχητική συνέχεια που θα άξιζε στο σχήμα μετά το 1988. Όσο «βαρύ» και αν διαβάζεται, είναι πολύ αντικειμενικό. Το γκρουπ είναι σε «καλό δρόμο» και έχει κάνει όλες τις σωστές κινήσεις. Δεν είναι τυχαίο, μάλλον, ότι και marketingίστικα, ό,τι τραγούδι έχει διαρρεύσει το τελευταίο διάστημα, είναι εφάμιλλο των trademarks που έχει καθιερώσει και προσφέρει στο κοινό. Το ομώνυμο, όπως ξεκινάει θα σου φέρει, για δευτερόλεπτα, στο μυαλό το “Red sharks”, ενώ το “Angel in my nightmare”, όλο το θεατρικό και λυρικό ύφος που έχουμε γνωρίσει και αγαπήσει στο συγκρότημα.
Το τωρινό line up CRIMSON GLORY, όντας κατά τα 3/5 αυτό που έχει συμμετάσχει στα χρυσά χρόνια, όταν αποφάσισε ότι θα «γράψει» νέα τραγούδια, μάλλον θέλησε να επαναφέρει, με πιο ωραίο τρόπο από ότι έκανε το 1999 στο “Astronomica”, όλη την μαγεία που περιέβαλε την πρώτη περίοδο τους. Έτσι δημιούργησε κομμάτια που «πατάνε» σε όλα τα στοιχεία του ήχου του, σχεδόν 40 χρόνια πριν. Άλλωστε η τωρινή σύνθεση, είναι περίπου 3 χρόνια μαζί, οπότε λογικά με πολλές πρόβες, έχει σίγουρα καταφέρει να «δέσει» αρκετά, αποδίδοντας τις συνθέσεις πιο αβίαστα.
Ό,τι τραγούδι εμπεριέχεται στο δίσκο είναι κυρίως σε πιο mid-tempo ρυθμούς, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στην μελωδία, τον ηχητικό τσαμπουκά και δυναμισμό στη σύνθεση πάρα στην δημιουργία τραγουδιών σε πιο γρήγορες ταχύτητες. Ο ακροατής θα βρει σε όλη την διάρκεια του δίσκου πληθώρα πορωτικών κιθαριστικών ριφ και solos, refrain που εναρμονίζονται πλήρως με την όλη δόμηση της σύνθεσης και τραγούδια που έχουν ωραία τοποθετημένες μελωδίες, σε πολλά μέρη, οι οποίες δημιουργούν μια ατμόσφαιρα καλαίσθητης ροής του δίσκου. Όλη η φιλοσοφία και δομή των συνθέσεων, ακολουθεί πιστά τις φόρμουλες που έχουμε ήδη γνωρίσει από το συγκρότημα, έχοντας και διάχυτη την συνεχή άκρως ξεσηκωτική διάθεση σε κάθε στιγμή της ακρόασης. Κάθε μια ουσιαστική, γέρνει λογικά εύκολα την ζυγαριά προς τον άκρατο ενθουσιασμό και τα συναισθήματα χαράς, για το ποιοτικό ηχητικό τελικό αποτέλεσμα.
Το “Chasing the hydra”, παίρνει επάξια την σκυτάλη από τα δυο πρώτα άλμπουμ, με τραγούδια, που δεν είναι (ούτε θα είναι) στο ίδιο συνθετικό επίπεδο, αλλά σε σύνολο, είναι πολύ ανταγωνιστικά το ένα με το άλλο, φέρνοντας άμεσα στο μυαλό την πρώτη περίοδο. Είναι μια δουλειά που ακούγεται μονομιάς πολύ ευχάριστα, με κομμάτια που ο καθένας από εμάς σίγουρα θα βρει αυτά που θα του «κρατήσουν» συντροφιά, και θα αγαπήσει. Μακάρι το σχήμα να συνεχίσει έτσι και να δημιουργεί συνθέσεις και άλμπουμ που χαίρεσαι να ακούς. Η νέα δουλειά θα μας απασχολήσει για πάρα πολύ μεγάλο διάστημα, αφού το προϊόν που λαμβάνει ο ακροατής είναι αρκετά καλό. Όταν κυκλοφορήσει ακούστε την όσες πιο πολλές φορές μπορείτε, δυνατά!

8 / 10

Θοδωρής Μηνιάτης

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here