
DAY 1, 19/06/2025
Πέρασαν 16 (ολογράφως δεκαέξι) χρόνια από τότε που πάτησα στα ιερά χώματα του Stenehei στην περιοχή του Dessel. Από τότε, δεν πέρασε χρονιά να μην έψαχνα την επιστροφή μου στο Graspop Metal Meeting, το φετινό line up όμως δε μου άφησε πολλά περιθώρια. Μετά από τρεξίματα της τελευταίας στιγμής, ατυχήματα κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και ευτράπελα τόσο σε εμένα, όσο και στα άλλα μέλη της παρέας, εν τέλει τα καταφέραμε και πατήσαμε Βέλγιο.
Οι διαπιστεύσεις πήγαν μια χαρά, η κίνηση της πρώτης ημέρας ήταν κάτι που είχα διαγράψει από τη μνήμη μου και επιτέλους, βρεθήκαμε στον χώρο. Μετά λοιπόν από όλες τις ταλαιπωρίες, προσωπικά έχασα μόνο τους DEATH ANGEL που ήθελα να (ξανά)δω και ίσως και τη Charlotte Wessels (ex-DELAIN). Κατά τα λοιπά, μικρό το κακό.
Με το που μπαίνω στον χώρο, το πρώτο πράγμα που με τρόμο αντικρίζω είναι οι Καμπανάδες στο North Stage. Κι επειδή έχω έρθει εδώ να περάσω καλά, με βήμα ταχύ και συνοπτικές διαδικασίες, πηγαίνω στην άλλη άκρη, στο υπαίθριο Jupiler Stage και να θυμηθώ ότι είμαι boomer με τους ALIEN ANT FARM. Και ευτυχώς, υπήρχε αρκετός κόσμος τριγύρω μου που ήθελε να ακούσει 90s pop punk. Σίγουρα η εποχή της ακμής τους πέρασε, αλλά ο Dryden Mitchell είναι ένας εξαιρετικός frontman και μπορεί να ξεσηκώνει τον κόσμο. Στο κλασικό “Movies” θυμήθηκα τα νιάτα μου, το “Storms over” το αφιέρωσε στον εαυτό του που πλέον είναι καθαρός, ενώ το φινάλε ήταν αναμενόμενα θριαμβευτικό, με τη διάσημη διασκευή στο “Smooth criminal”, όπου το sing along πήγε γόνα.

Αφού πέρασε η μπόρα των ΒΙΒ και έχοντας ένα μισάωρο να ξοδέψω, είχα να επιλέξω ανάμεσα στους SOEN στο Marquee και στους MOTIONLESS IN WHITE στο South Stage. Με δεδομένο ότι για τους λατρεμένους στη χώρα μας SOEN θα έχω πολλές ακόμη ευκαιρίες στο άμεσο μέλλον, προτίμησα μια κρύα μπύρα και να δω το κλείσιμο των MIW. Τώρα που ο Marilyn Manson έχει τρεξίματα, η version του Chris “Motionless” Cerulli, που ανακατεύει και industrial και metalcore κάνει θραύση. To κοινό το είχαν ήδη κερδίσει και το επιδόρπιο με “Soft” και “Eternally yours” ήταν τουλάχιστον εντυπωσιακό.

Ο τίτλος για το επόμενο act στο North Stage θα μπορούσε να είχε τίτλο “Τα παπάκια στη σειρά”. Τρία τεράστια, ολοκίτρινα από δαύτα συνόδευαν τους ALESTORM κατά τη διάρκεια της εμφάνισής τους και ομολογώ ότι μέχρι και εμένα με κέρδισαν. Ναι, συμφωνούμε, πειρατικό metal γίνεται αποδεκτό ΜΟΝΟ από τους RUNNING WILD. Όμως οι Σκωτσέζοι ALESTORM είναι χαβαλέδες και αυτό βγαίνει εύκολα παραέξω. Με το κοινό είτε να χορεύει έξαλλα, είτε να κάνει ατελείωτο crowdsurfing. Το “Pirate metal drinking crew” είναι ΕΠΟΣ.

Έχω χάσει το μέτρημα από το πόσες φορές έχω δει τους PARADISE LOST. Το συναίσθημα όμως ήταν δυνατό και έστω και για μισή ώρα, επιβάλλονταν να πεταχτώ μέχρι το Marquee. Και δεν βγήκα χαμένος Αναμενόμενο άνοιγμα με “Enchantment”, Ο Greg Mackintosh φανερά γηρασμένος (έως και καταβεβλημένος), ο Nick Holmes κλασικός φλεγματικός και ο ήχος με μικροπροβλήματα. Το setlist το έλεγες και greatest hits, το άτιμο το “Pity the sadness” κάθε φορά μου προκαλεί τρελή πώρωση, ενώ στο “The last time” έπρεπε να επιστρέψω στο South Stage.

Το κακό με τα festivals τέτοιου βεληνεκούς, είναι ότι βρίσκεσαι μπροστά σε ευχάριστους πονοκέφαλους. ΛΑΤΡΕΥΩ Julie Christmas, αλλά το συναίσθημα σχεδόν επέβαλλε DREAM THEATER για πολλοστή φορά. Από τότε που επέστρεψε ο Portnoy στη φυσική του θέση, ξύπνησε το θηρίο μέσα μου και μόλις λίγους μήνες μετά, ξανά πάλι σε απόσταση αναπνοής από εμένα. Για τις συνθέσεις των DT, τα ογδόντα λεπτά φαντάζουν ψίχουλα, όμως η δόση ήταν γενναία. Και “Night terror” υπήρχε στην εισαγωγή και combo αποτελούμενο από “Strange deja vu” και “Fatal tragedy” ήρθε στα καπάκια για να με διαλύσει. Το “Peruvian skies” είχε άρωμα 90s, όπου ανακατεύτηκε με τα “Wherever I may roam” και κάτι ψιλά από “Where eagles dare” και ο θρίαμβος ολοκληρώθηκε με “As I am” και εννοείται “Pull me under”. Η περί LaBrie κουβέντα είναι πλέον βαρετή, οπότε η μόνη μου ένσταση στην κατά τα άλλα εξαιρετική εμφάνιση των DT είναι τον ήχο, ο οποίος ήταν αρκετά λασπώδης για τους άρχοντες του prog.

Καταβεβλημένος από τους DREAM THEATER, προτίμησα τις απαραίτητες δόσεις καφείνης και να ακούω στο background τους EPICA, πηγαίνοντας με βήμα αργό προς το Metal Dome για να απολαύσω πάλι τον Perturbator. Με το νέο του album να βρίσκεται προ των πυλών, αιφνιδίασε τους τολμηρούς που πήγαν στο Metal Dome, παίζοντας τρία ολοκαίνουργια κομμάτια, μεταξύ των οποίων το εναρκτήριο “The art of war”. Αν δε με ξεγέλασαν τα αυτιά μου, άκουσα και τη γνώριμη φωνή του Garm σε μία από τις νέες συνθέσεις και γενικά πιστεύω ότι θα γίνει χαμός με το νέο του album. Το light show αναβαθμίστηκε με διάφορα proj;ections, αλλά και το stage show δεν πήγε πίσω όπου η εξέδρα στην οποία συνυπήρχαν frontman και drummer, μια τους έφερνε δίπλα και την επόμενη τους πήγαινε στις δύο άκρες της σκηνής. Ως προς τα υπόλοιπα , το “Venger” ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη, τα “Neo Tokyo” και “Future club” μετέτρεψαν το Metal Dome σε “σκοτεινό” club και δυστυχώς, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, το show τελείωσε δέκα λεπτά νωρίτερα.
Στον δρόμο της επιστροφής προς τις μεγάλες σκηνές, διαπίστωσα ότι μόλις είχαν ξεκινήσει οι CARCASS. Με το που μπαίνω μέσα, ακούω “Buried dreams” αγαλλίασε η ψυχή μου, οπότε δικαιωματικά έπρεπε να τους αφιερώσω αυστηρά ένα τέταρτο της ώρας. O Bill Steer μοιάζει σαν συνταξιούχος κυριούλης, αλλά όταν ανοίγει το στόμα του, προκαλούνται μποφόρ. Δυστυχώς, μετά το “No love lost” έπρεπέ να τρέξω προς το κατάμεστο South Stage, αφού στα ήχεία ξεκίνησε να παίζει το “Doctor, doctor”.

Ο αριθμός που έχω δει τους IRON MAIDEN on stage είναι διψήφιος. Αυτή η εμφάνιση θα ήταν ξεχωριστή από την αρχή, αφού ξεκίνησαν με τον ήλιο δυνατό και τελείωσαν με το που νύχτωσε. Επιπρόσθετα, ήταν η πρώτη φορά που οι γνωστές MAIDEN κουρτίνες εξαφανίστηκαν και αντικαταστάθηκαν από υψηλής τεχνολογίας γιγαντοοθόνες, οι οποίες έδειχναν τρισδιάστατα γραφικά (με τη χρήσιμη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης), με αποτέλεσμα η όλη συναυλιακή εμπειρία να είναι εντελώς διαδραστική.
Συνειδητά, απείχα από τα setlist spoilers και δικαιώθηκα πλήρως. Οι ύμνοι έσκαγαν ο ένας πίσω από τον άλλο, με το DiAnno mini tribute της εισαγωγής να τιμά τον πρόσφατα εκλιπόντα προκάτοχο του Bruce, o “νέος” Simon Dawson μπήκε στα παπούτσια του Nicko σα να είναι χρόνια στην οικογένεια της Σιδηράς Παρθένου και όλα πήγαν κατ’ ευχήν. Το απόλυτο οπτικοακουστικό highlight ήταν χωρίς δεύτερη κουβέντα το “Rime of the ancient mariner”, με τα “Seventh son of a seventh son” (και τους καπνούς) και “Hallowed be thy name” (Με τον Bruce να αποδρά από το κελί του και να γίνεται μέρος της γιγαντοοθόνης) να έπονται από μικρή απόσταση.
Η φωνή του Bruce “έσπασε” σε όλο το encore, όμως με όλα αυτά που έχει τραβήξει, καταλαβαίνεις ότι όλο αυτό το κάνει με την ψυχή του και χωρίς να θέλει να αποδείξει κάτι. Δεν θέλω να λέω μεγάλα λόγια, αλλά είχα είκοσι χρόνια να δω τέτοια ΣΥΓKΛΟΝΙΣΤΙΚΗ εμφάνιση από τους IRON MAIDEN κι από εκείνο το έπος της Μαλακάσας. Όσοι δηλώνετε οπαδοί των MAIDEN, βρείτε κάποιον τρόπο να τους δείτε οπωσδήποτε σε αυτήν εδώ την περιοδεία. Speechless…
Μετά τον όλεθρο των IRON MAIDEN, δεν υπήρχε κουράγιο ούτε για το γνήσιο punk rock των LAGWAGON, ούτε για το hardcore των HATEBREED, Οπότε έκανα την κακή επιλογή να δω από μακριά τους POWERWOLF και το θέαμα ήταν εξίσου αστείο, όσο και το cheesy power metal τους. Σε αυτό το είδος οι SABATON παίζουν μπάλα μόνοι τους και να το πασαλείβεις τη μάπα σου με make up για να το παίξεις βαμπίρ, στο τέλος μόνο ως γελοίος μπορείς να ονομαστείς. Και αφού τα είπα και ξεθύμανα, παίρνουμε μια μπύρα για τον δρόμο και επιστρέφουμε στη βάση μας, γιατί μας περιμένουν ακόμη τρεις, πολύ έντονες ημέρες, γεμάτες μουσική.
ΥΓ: Up the Irons!
DAY 2, 20/06/2025
Εξουθενωμένοι σωματικά από την πρώτη ημέρα, την αμέσως επόμενη επιβάλλονταν να τη βγάλουμε λίγο πιο χαλαρά. Η εγκατάσταση του GMM έχει μεγαλώσει σημαντικά, ώστε να κάνερις πολλά και δημιουργικά πράγματα. Από το να πιεις πολλές και ποιοτικές μπύρες και κρασιά, να επιλέξεις μέσα από μία μεγάλη ποικιλία φαγητών και εδεσμάτων, να χαλαρώσεις στα metal cafe, μέχρι και να διασκεδάσεις στο luna park του. Η χωρητικότητά του όμως έχει παραμείνει της τάξεως των 55.000 με 60.000 θεατών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, ακόμη και στα headlining acts, είτε να χωθείς με σχετική ευκολία στο κάγκελο, είτε να απολαύσεις το αγαπημένο σου act από κοντινή απόσταση, έχοντας τον προσωπικό σου χώρο.

Ξεκίνημα για τη δεύτερη ημέρα λοιπόν και στην άλλη άκρη της εγκατάστασης, στο Metal Dome. Παράπλευρες απώλειες η διπλοβάρδια των Harris και Dawson με τους BRITISH LION και PRO-PAIN που έπαιζαν πιο πριν με τον ήλιο ντάλα. Τους δικούς μας VIC δεν έπρεπε να τους χάσω, καθώς τους είχα αδικήσει όταν είχαν σκάσει μύτη. Από το “Age of Aquarius” μου βούλωσαν το στόμα κι αναίρεσα. Τα παιδιά έχουν μεγαλώσει πάρα πολύ το status τους, έχουν ξεφύγει από τα ελληνικά δεδομένα και το διαπίστωνες με βεβαιότητα και από τις αντιδράσεις του κοινού. Τα projections από πίσω έδωσαν ένα επιπλέον boost στην εμφάνισή τους, ενώ και ο ήχος τους ήταν μεστός. Μια βαθιά υπόκλιση και ένα τεράστιο respect.

Βγαίνοντας από το Metal Dome, είδα ότι στο Jupiter Stage έπαιζαν οι EMPLOYED TO SERVE και η τραγουδίστριά τους τσίριζε δίχως αύριο. Στο μεταξύ, ο Myles Kennedy χρειάζονταν αρκετό ποδαρόδρομο μέχρι να τον φτάσουμε στο North Stage, πρόσθεσε στην εξίσωση την κούραση της πρώτης ημέρας και τη διάθεση για χαβαλέ. Οπότε ήταν ότι έπρεπε μια πανοραμική βόλτα με το τεράστιο spinning wheel και ανάλογα με το σημείο που βρισκόσουν, έπαιρνες δείγματα και από τους ETS και από τον Myles. Δίκαιο;
Με το που τελείωσε ο Myles, θεώρησα σωστό να προσεγγίσω το South Stage για τους KNOCKED LOOSE. Μέχρι να τους δούμε και στα δικά μας μέρη ως support των METALLICA, μιλώντας πάντα προσωπικά, το metalcore τους με άφησε παγερά αδιάφορο, οπότε προσπέρασα γρήγορα στη μέση του set τους και ασχολήθηκα με την ενυδάτωσή μου, με την αρωγή ποιοτικών, βελγικών μπυρών.
Στο δρόμο για το Marquee, που βρίσκεται λίγο μετά τη μέση της εγκατάστασης, πήραμε και τη τζούρα μας από την αρχή της εμφάνισης των GLORYHAMMER. Η σχέση μου με το power metal είναι αγάπης και μίσους, αλλά το μεγαλύτερο κίνητρο ήταν όταν έμαθα ότι είναι το δεύτερο παιδί του Christopher Bowes των ALESTORM και ότι έχει και αυτό τον χαβαλέ του, με όλο αυτό το science fiction παραμύθι. Ντυμένοι σαν ιππότες και με fake castles για σκηνικό, δεν μου έκαναν καθόλου κλικ, εν αντιθέσει με τα χτεσινά παπάκια, όσο και αν ο κουμπάρος Michael Sozos είναι και φωνάρα και χαρισματικός frontman.
Στο Marquee όμως έπρεπε να πάω από την αρχή. Το “This heathen land” ήταν μέσα στη λίστα μου με τα καλύτερα albums του 2023 και έτσι ήταν σχεδόν επιβεβλημένο να δω τους GREEN LUNG. O Tom Templar πλέον είναι πολύ άπλας στη σκηνή, ο συνοδοιπόρος του Scott Black είναι ωραίος τύπος γενικότερα και σύσσωμο το συγκρότημα είναι έτοιμοι για πολύ μεγάλα πράγματα. Το setlist ήταν ισόποσα μοιρασμένο μεταξύ του “This heathen land” και του “Woodland rites” συν το “Old Gods”. Αν τους βοηθούσε και ο ήχος, θα μιλούσαμε για τεράστια εμφάνιση. Τι έπος είναι ρε παιδιά το “Maxine”;

Λίγη σκιά και ενυδάτωση ήταν απαραίτητη, οπότε το metalcore των THE GHOST INSIDE δεν ήταν τόσο επιβεβλημένο. Την ώρα που αποχαιρετούσαν το South Stage, είχα ήδη πάρει θέση ακριβώς δίπλα στο North Stage για την ψυχή των ALICE IN CHAINS. Ο Jerry Cantrell είναι legend και στα παπούτσια του Layne είχε μαζί του τον Greg Puciato (DEP rules). Ένα τεράστιο “I want blood” δέσποζε στη γιγαντοοθόνη παραπέμποντας στο περσινό, εξαιρετικό του album και τα πάντα ήταν όπως τα περίμενα. Rock n’ roll attitude, λασπώδης ήχος όπως ακούγεται και στο μετερίζι του Cantrell και στα “Them bones”, “Would?” και “Rooster” ένιωσα τις μοναδικές ανατριχίλες της ημέρας. ΦΩΝΑΡΑ αυτός ο Greg…

Είμαι σίγουρος ότι όσοι επέλεξαν να χωθούν στο Marquee θα πέρασαν υπέροχα με τους EAGLES OF DEATH METAL του Josh Homme. Οι FALLING IN REVERSE στο South Stage είναι όμως ένα act που είναι εντελώς χλωμό να έρθει κάποτε στα μέρη μας. Είναι πραγματικά αξιοπερίεργο πως η ένδοξη Epitaph των BAD RELIGION και THE OFFSPRING, έχει για σημαία την παρέα του Ronnie Radke. Ο ναρκισσισμός αυτού του τύπου έχει περάσει σε άλλο level και οι υπόλοιποι FIR είναι οι υποτακτικοί του. Από την είσοδό υπό τις νότες του “Highway to hell” μια κάμερα τον ακολουθούσε παντού και από κάτω το κοινό βρίσκονταν σε παραλήρημα. Όλες αυτές οι φωτιές στο “Zombified” ή το karaoke στο “I am the one” ήταν μέρος του παπά που πουλάει ο Radke και για να είμαι ειλικρινής, μέχρι κι εγώ κατάπια αυτόν τον παπά αμάσητο. Βέβαια, αυτή η μίξη μεταξύ DISTURBED και Marilyn Manson από ένα σημείο καταντά σούπερ κουραστική, το ίδιο και η κάμερα που ακολουθά τον Radke, όπως και οι δηλώσεις ότι προτιμά να πάει να κάνει την ανάγκη του από το να έχει από κάτω τέτοιο ξενέρωτο κοινό. Μπορεί να ψάρωσε κι εμένα όλο αυτό το larger-than-life ροκσταριλίκι του, αλλά ακριβώς την ίδια στιγμή ήθελα να του ανοίξω το κεφάλι στα δύο κι έτσι, αποφάσισα να απομακρυνθώ από αυτό το τσίρκο, παρά να κάνω κάποιο έγκλημα.
Η Jupiler Stage με προφύλαξε από το να κάνω έγκλημα. Χτες τους LAGWAGON τους έχασα ελέω κούρασης και POWERWOLF. Την έτερη διπλοβάρδια της ημέρας, με τον Joey Cape στις κιθάρες είπα να την τιμήσω. Οι χαβαλέδες ME FIRST AND THE GIMME GIMMES είναι ένα punk rock supergroup, με τον εμφανώς γηρασμένο CJ Ramone (τι σημαίνει ποιων;) στο μπάσο, τον Andrew Piching (THE DAMNED) στην τυμπανοκρουσία και τον Spike Slawson (SWINGIN’ UTTERS) στη φωνή και στην πρόζα. Αυτοί οι θρύλοι εδώ και τριάντα χρόνια κάνουν το κέφι τους, φορώντας λευκά παντελόνια και παπούτσια, χαβανέζικα πουκάμισα και τον Slawson κε κυριλέ κοστουμιά, σχηματίζοντας μια cover band που μεταλλάσσει σε punk rock σφηνάκια κάποια κλασικά pop/rock standards. Το να ακούς punk rock versions τα “Straight up” (Paula Abdul), “Rocket man” (Elton John), “Sloop John B’ (THE BEACH BOYS) και το… “End of the road” (BOYZ II MEN), ενώ από κάτω ο κόσμος να παίζει ξύλο, είναι ένα one of a kind θέαμα.
Στην πλάτη του Jupiler Stage, στεγάζεται το δροσερό Marquee. Από πρακτικής άποψης, έκανα υπομονή όλη την ημέρα, μόνο και μόνο για την εμφάνιση των BLOOD INCANTATION. Η διαγαλαξιακή αναζήτηση του “Absolute elsewhere” σάρωσε τα πάντα στο πέρασμά της το 2024. Παρά το όλο hype, το Marquee δεν γέμισε, αυτό όμως δεν εμπόδισε σε τίποτα τον τρελό επιστήμονα Paul Riedl και τη λοιπή παρέα από το Colorado να αποδώσει στην ολότητά του το περσινό τους masterpiece. Την εμφάνισή τους διάνθιζαν διάφοροι ψυχεδελικοί και laser φωτισμοί, όπως και δύο φωτιζόμενοι τύμβοι που λειτουργούσαν ως ενδείξεις εξωγήινης ζωής. Κανονικά θα ακούγαμε στο τέλος και το “Obliquity of the ecliptic”, όμως κάποια θέματα στο soundcheck πήγαν πίσω την εμφάνισή τους κατά ένα τέταρτο. Το οποίο soundcheck να σημειωθεί ότι το έκαναν οι ίδιοι οι ΒΙ, με τη βοήθεια του ηχολήπτη τους Νίκου Γιαγκουδάκη (ex SUN OF NOTHING). Όλα καλά!

Βγαίνοντας από το Marquee, τα φώτα στο πάνω μέρος των δύο main stages έγιναν κόκκινα και ξεκίνησαν να πηγαίνουν δεξιά και αριστερά, στα ηχεία ακούγονταν το “Knight Rider theme” και όλο αυτό σήμαινε ότι οι headliners SLIPKNOT ήταν έτοιμοι να καταστρέψουν το South Stage. Και ούτε η παρέα του Mikael Akerfeldt στο Marquee δεν αποτέλεσε δέλεαρ για να αποσπαστεί η προσοχή σου από τον Corey Taylor και τη λοιπή συμμορία. Η εισαγωγή με τα (sic) και “People=shit” δημιούργησε κανονικό παροξυσμό στο κοινό, του οποίου το χοροπήδημα σε έκανε να πιστεύεις ότι συνέβαινε σεισμός στο Dessel.
Ο Tortilla Man που αντικατέστησε τον Clown στα backing vocals και στο percussion ήταν ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΣ στον ρόλο του και πάρα πολύ κινητικός, τον Eloy Cassagrande στα drums τον ξέραμε κι από πιο πριν τι παιχτρόνι είναι, ενώ για τον Corey δε χρειάζονται να πει κάποιος κάτι. Με κάθε του κίνηση και ανάσα έκανε ότι ήθελε το κοινό και εκείνο του ανταπέδιδε την λατρεία με ασταμάτητο moshing και αμέτρητο crowdsurfing. Σε τρεις δεκαετίες ύπαρξης, οι SLIPKNOT αποδεικνύουν κάθε φορά γιατί είναι leaders στον χώρο τους και για ποιους λόγους τα τραγούδια τους είναι σεμινάρια για συναυλιακό ξύλο.
Όταν λοιπόν έχεις μαζέψει τόσο ξύλο, χρειάζεσαι κάποιο χρόνο για να επουλώσεις τις μελανιές σου. Και μπορεί το πνεύμα να ήταν πρόθυμο, αλλά η σάρκα ασθενέστατη για να είναι σε θέση να δει έστω και ένα λεπτό τον μπαρμπέρη της καρδιάς μας και την ανίερη παρέα των ΒΕΗΕΜΟΤΗ. Άσε που η τρίτη ημέρα θα είναι μεγάλη σε διάρκεια και η πιο ενδιαφέρουσα για εμένα προσωπικά. Sorry Nergal!
ΥΓ: Μην σας κάνει εντύπωση αν του χρόνου θα είναι παντού headliners οι FALLING IN REVERSE.
DAY 3, 21/06/2025
Η πιο μακροσκελής σε διάρκεια μέρα και μακράν η πιο ενδιαφέρουσα για τον υποφαινόμενο ήταν η προτελευταία του Graspop Metal Meeting 2025. Ταυτόχρονα όμως ήταν και η πιο ζεστή μέρα του τετραημέρου και αυτή με την περισσότερη υγρασία. Η διοργάνωση, δίνοντας έμφαση στις λεπτομέρειες, είχε μεριμνήσει και σε αυτούς τους τομείς για τους επισκέπτες, ώστε να είναι η εμπειρία όσο γίνεται πιο άνετη. Αμέτρητα σημεία με καθαρό, πόσιμο νερό, καθαρές τουαλέτες ακόμη και για μικρά παιδιά, δωρεάν ψεκασμοί με αντιηλιακό για να μην καεί η κούτρα σου και τέσσερα μεγάλα κανόνια στα main stages που εκτόξευαν κρύα σταγονίδια για να κάνεις απρόσκοπτα το headbanging σου.
Καθώς η ημέρα θα τελείωνε αρκετά τα μεσάνυχτα, η παρέα αποφάσισε τις πρωινές και μεσημβρινές ώρες να επενδύσει σε ένα πολύ γενναίο brunch και απλόχερες ποσότητες καφεΐνης, ώστε να ανταπεξέλθει. Η τέχνη απαιτεί θυσίες και παράπλευρες απώλειες υπήρξαν, όπως οι εξαιρετικοί post punk rockers VOWWS από την Αυστραλία, οι συνυφασμένοι με τον Neue Deutsche Harte ήχο OOMPH! (έστω και χωρίς τον Dero Goi), όπως επίσης και ο μουσικός αχτρμάς των SKINDRED και της μορφής που ονομάζεται Benji Webb.

Μπαίνοντας στην εγκατάσταση του GMM για μια ακόμη φορά, η εμφάνιση των Γερμανών EISBRECHER βρίσκονταν στα τελευταία της, όπως και αυτή των UNTO OTHERS στο Metal Dome. Με γνώμονα την εξοικονόμηση δυνάμεων και ότι τους UNTO OTHERS θα έχω ξανά τη δυνατότητα να τους απολαύσω στο άμεσο μέλλον, προτίμησα την άπλα του South Stage. Τελευταία φορά που πέτυχα τους EISBRECHER ήταν στο Amphi Festival του 2017 ως headliners και τα γοτθικά παιδιά της Γερμανίας ήξεραν απέξω όλους τους στίχους τους. Οκτώ χρόνια μετά, σε ένα πιο generic κοινό κατάφεραν να κερδίσουν τις εντυπώσεις με τον NDH ήχο τους. Η γοτθική αρμάδα του Alexx Wesselsky με κάθε κυκλοφορία της χτυπάει κορυφές στα γερμανόφωνα charts, αλλά έχει μείνει πίσω στην εκτός συνόρων καριέρα της, εξού και αυτό το timeslot κάτω από τον καυτό ήλιο. Επίσης, το “FAKK” είναι σπουδαίος κομμάταρος.

Όντας αρκετά δυνατός και φρέσκος, πήγα όσο γίνονταν πιο μπροστά στο North Stage. Η Poppy έχει τόσο hype τριγύρω της, που δε μπορείς να της αντισταθείς. Η περιγραφή ως μίξη των BRING ME THE HORIZON με τη Lady Gaga παίζει και να την αδικεί. Δεν κρύβω ότι ανέμενα την σαραντάλεπτη εμφάνισή της με την ίδια ανυπομονησία με τους headliners της τρίτης ημέρας, αφού είχα τύψεις που το περσινό της “Negative spaces” μου ξέφυγε εντελώς. Αλλιώς θα ήταν άνετα στις κορυφαίες θέσεις στη λίστα μου.
Αυτή η αθώα φατσούλα μέσα στα λευκά, χαριτωμένα ρούχα της, μπορεί να μετατραπεί την αμέσως επόμενη στιγμή στον μεγαλύτερο ΚΑΦΡΟ. Και αυτή η εναλλαγή ζεστού με κρύο, είναι όλη η γοητεία της. Ήταν εμφανές ότι και η ίδια η Poppy, όπως και οι μασκοφόροι μουσικοί που τη συνόδευαν, υπέφεραν από τη ζέστη γι’ αυτό και μετά από κάθε τραγούδι αποσύρονταν στα παρασκήνια. Ακόμη κι αν θυσιάστηκε ένα τραγούδι από την εμφάνισή της, η σκηνική παρουσία, σε συνδυασμό με το ταλέντο και την περσόνα της, καθήλωσε τους παρευρισκόμενους, που ακολουθούσαν πιστά της οδηγίες της είτε για sing along, είτε για walls of death. Το δε κλείσιμο με το “new way out” ήταν ΧΑΟΤΙΚΟ. Δηλώνω ερωτευμένος με την Poppy και δεν ντρέπομαι να το πω.
Με κεκτημένη ταχύτητα από τον όλεθρο που προκάλεσε η Poppy και λόγω της περικοπής στο setlist της, δεν έχασα την ευκαιρία για να χωθώ στο Marquee, για να πάρω μια μικρή τζούρα από τον σπαραγμό των PRIMORDIAL. O Alan είναι μεγάλη μορφή, όμως αυτό το ξέρουμε ήδη. Σαν μεσαιωνικός αγύρτης μοιράζονταν τον πόνο του με το κοινό και αυτό με τη σειρά του καθηλώνονταν. Η κρεμάλα που περιφέρονταν από τη μια άκρη της σκηνής στην άλλη υπό τους ήχους του “To hell or the hangman” ήταν το αδιαμφισβήτητο highlight τους.
Πίσω στον καύσωνα του South Stage, ο Max Cavalera και οι SOULFLY βρίσκονταν στο ένα τρίτο του setlist τους. Οι μέρες των SEPULTURA έχουν μείνει πίσω για τα καλά (άλλωστε υπάρχουν οι CAVALERA CONSPIRACY για τον σκοπό αυτό) και η εμφάνισή τους περιορίστηκε σε μια περίληψη της σχεδόν εικοσαετούς καριέρας τους. Έχουν πάψει προ πολλού να με συγκινούν τα “τζαμπνταφακ” του Max, οπότε προτίμησα να προσπεράσω και να απολαύσω μια ακόμη μπύρα κάτω από ένα ίσκιο παχυλό.

Τη δροσιά του ίσκιου αναγκάστηκα να την εγκαταλείψω για χάρη των LORNA SHORE. Δηλώνω πλήρη άγνοια για το μέχρι σήμερα υλικό τους, αλλά βλέποντας το κοινό να βρίσκεται σε παροξυσμό και σε ασταμάτητο moshpit και crowdsurfing, τράβηξαν την προσοχή μου. Οι τύποι έχουν βρει την τέλεια ισορροπία μεταξύ του post hardcore και του black metal και είναι εντελώς πειστικοί σε αυτό που κάνουν. Ο δε Will Ramos είναι ένας frontman να τον πιεις στο ποτήρι.
Καλό το ξύλο στους LORNA SHORE, αλλά δίπλα στο South Stage τα πράγματα θα σοβάρευαν με τους local heroes BRUTUS. Όσοι ήταν μάρτυρες σε εκείνη την αριστουργηματική εμφάνιση στο Gagarin 205, θα καταλάβουν απόλυτα το τι πρόκειται να περιγράψω. Η φωνή της Stefanie Mannaerts σου παίρνει την ψυχή και την κάνει θρύψαλα και σε συνδυασμό με την ακρίβεια που χτυπάει τα τύμπανά της, είναι ένα αξιοθέατο από μόνη της. Από την ατμοσφαιρική εισαγωγή του “War” μέχρι το ανεπιτήδευτο κλάμα της στο outro του “Sugar dragon”, η Stefanie και οι δύο συνοδοιπόροι της απέδειξαν ότι απαιτείται μόνο ψυχή για να παίξεις rock n’ roll. Χωρίς ψηφιακές ευκολίες και μόνο με τους ενισχυτές τους επί σκηνής, η εμφάνιση των BRUTUS ήταν αψεγάδιαστη και breathtaking. Για εξήντα λεπτά της ώρας, ο χρόνος σταμάτησε στο Dessel.
Καλές οι προθέσεις των BULLET FOR MY VALENTINE να ερμηνεύσουν on stage ολόκληρο το “The poison”, όμως και οι προθέσεις του καιρού ήταν πολύ κακές. Νέος γύρος ενυδάτωσης και ξεκούρασης και υπομονή μέχρι τους Καναδούς SPIRITBOX. Ή μήπως όχι;

Κάποιες φορές, οι ενστικτώδεις αποφάσεις σε δικαιώνουν πλήρως. Η Courtney LaPlante είχε κλέψει τις εντυπώσεις παρέα με τους SPIRITBOX, πέρυσι στο αίθριο του ΟΑΚΑ. Αλλά στο Marquee επρόκειτο να ανέβουν οι Μογγόλοι THE HU και με την περιέργεια στα ύψη, είπα να πάω στο Marquee, το οποίο προς μεγάλη μου έκπληξη, ήταν ΑΣΦΥΚΤΙΚΑ γεμάτο. Και η επταμελής κομπανία από τη Μογγολία μετέτρεψε το Marquee σε ένα ατελείωτο folk metal party, με τα throat singing και αυτά τα περίεργα έγχορδά της, ονόματι monn khuur και tovshuur. Επίσης και η διασκευή στο “The trooper” (ΜΟΝΟ MAIDEN λέμε) είχε τον χαβαλέ της, με τους THE HU να κάνουν τα δικά τους και το κοινό να το τραγουδά με τα original lyrics. Μοναδική εμπειρία και με τον υποφαινόμενο να κάνει statement ότι θα τους δώσει από εδώ και στο εξής τη δέουσα σημασία.

Τσεκάροντας επιτόπου το ημερήσιο πρόγραμμα, επέλεξα να πάω στην άλλη άκρη της εγκατάστασης και στο Metal Dome (sorry Courtney). Το βήμα επιταχύνθηκε όταν διαπίστωσα ότι στο Jupiler Stage ήταν η παιδική χαρά των DRAGONFORCE και ευτυχώς, οι APOCALYPTICA έδωσαν μια εμφάνιση αντάξια του ονόματός τους. Η εισαγωγή του “The ecstasy of gold” μας έδωσε να καταλάβουμε αμέσως ότι θα ακολουθούσε ένα METALLICA-only setlist και δε μας χάλασε καθόλου! Ο Perttu Kivilaasko έχει πλέον αναλάβει τον ρόλο του frontman και παρότρυνε συνεχώς το κοινό να συνοδεύσει με τη φωνή του τα standards των METALLICA. Ειδικά στο “nothing else matters” το Metal Dome σείστηκε κανονικότατα. Μεστή εμφάνιση από τους APOCALYPTICA, οι οποίοι με τον τρόπο που κρατούσαν τα cellos τους και τον όγκο στον ήχο τους, σε έπειθαν ότι έβλεπες μια τυπική metal συναυλία. Η κορύφωση ήρθε στο τέλος με ένα medley από “Seek & destroy”, “One” και τον εθνικό ύμνο του Βελγίου, για να κερδίσουν με το σπαθί τους ένα πολύ ζεστό χειροκρότημα.

Στο Jupiler Stage προετοίμαζαν το πάρτι τους οι AIRBOURNE, αλλά στο βάθος ακούγονταν πάλι το “one”, αυτή τη φορά ως μέρος του “Shoots and ladders”. Εμπιστεύτηκα πάλι το ένστικτό μου και κατευθύνθηκα προς τα main stages, αφενός για να παρακολουθήσω το δεύτερο μισό της εμφάνισης των KORN και αφετέρου για να πιάσω την καλύτερη δυνατή θέση για την κορύφωση της ημέρας. Από την παρέα του Jonathan Davis δεν πρόκειται να εισπράξεις ποτέ κάτι λιγότερο από αρτιότητα. Κρυστάλλινος ήχος, υψηλής ποιότητας performance και με ένα κοινό από κάτω να μη σταματά το moshing. Το tracklisting ήταν σχεδόν πανομοιότυπο με αυτό της περσινής επίσκεψης των KORN, συνεπώς δεν χρειάζεται να προστεθεί κάτι άλλο.

Φέτος δεν ήταν μόνο δεκαέξι χρόνια μακριά από το Graspop Metal Meeting. Σε λίγες ημέρες συμπληρώνονται άλλα τόσα από την καλύτερη συναυλία των 00s που έγινε επί ελληνικού εδάφους. Λίγα λεπτά πριν τα μεσάνυχτα, θα βρίσκονταν επί σκηνής ο βασικότερος λόγος για τον οποίο έκανα όλο αυτό ταξίδι. Οι NINE INCH NAILS από την εισαγωγή του “Somewhat damaged” και για ενενήντα λεπτά της ώρας απέσπασαν την προσοχή και του πλέον μεθυσμένου.
Εδώ δε χωρούν headbangings και moshpits. Μία συναυλία των NINE INCH NAILS είναι μια εμπειρία που επιβάλλεται να τη ζήσεις με όλες σου τις αισθήσεις. Ο Άγιος Trent Reznor, όντας τέρμα ψυχαναγκαστικός, μαθαίνει στους υπόλοιπους τι σημαίνει Τέχνη. Από την άλλη, το απρόβλεπτο και μεταβαλλόμενο setlist, εκτοξεύει το surprise factor σε άλλο level. Τα φώτα και ο πλούσιος ήχος δεν θα μπορούσαν να είναι κάτι λιγότερο από το πάνω ράφι. Όπως και η τσαχπινιά με τον cameraman να γράφει ολόκληρα και ασταμάτητα χιλιόμετρα στη σκηνή, καταγράφοντας κάθε λεπτομέρεια της εμφάνισης και αποδεικνύοντας ότι όλο αυτό που ζούσες ήταν 100% live.
Τα λόγια στερεύουν για να περιγράψεις τι σημαίνει ένα ΝΙΝ concert. Απλώς, θα μείνουν ανεξίτηλα στη μνήμη ο παροξυσμός μου στο “Heresy”, το πεσμένο μου σαγόνι στο “Burn”, η λύτρωση στο “The hand that feeds” και η ανατριχίλα στον επίλογο του “Hurt”. Αν έχεις δει έστω και μία φορά στη ζωή σου τους NINE INCH NAILS live, είναι κάτι που θα διηγείσαι στους φίλους σου και θα σε ζηλεύουν. Έχει όντως νόημα να παρακολουθήσω και την τέταρτη και τελευταία ημέρα;
ΥΓ: Κάντε μια χάρη στον εαυτό σας: Κλείστε ξενοδοχεία, αεροπλάνα και ότι άλλο βρείτε μπροστά σας και πάτε να βιώσετε κι εσείς τους NINE INCH NAILS.
DAY 4, 22/06/2025
Τέταρτη και τελευταία ημέρα στα ιερά χώματα του Dessel, οι ήχοι και οι εικόνες ακόμη στριφογυρίζουν στο μυαλό μου από τον μουσικό μαραθώνιο της προηγουμένης, αλλά δεν πρέπει να κιοτέψουμε πριν το photo finish. Όταν είχα καλύψει το Graspop Metal Meeting στις έντυπες ημέρες του Rock Hard, αυτό είχε μόνο ένα main stage, το Marquee βρίσκονταν αριστερά και δίπλα της κυρίας σκηνής, το Jupiler Stage ήταν σε κλειστό χώρο και ακριβώς δίπλα του ήταν το μικρότερο Metal Dome, που λειτουργούσε και ως δείγμα δωρεάν για τους περαστικούς. Εδώ και πολλά χρόνια, το τζάμπα πέθανε για το Metal Dome, ο χώρος μεγάλωσε αλλά με τον αριθμό των επισκεπτών να παραμένει ίδιος, έχει προστεθεί δεύτερο main stage και έτσι προέκυψαν τα North/South Stages και το Jupiler Stage μετατράπηκε σε open air.
Η κούραση των προηγουμένων ημερών, σε συνδυασμό με την ακύρωση τελευταίας στιγμής του country χαβαλέ Hardy, τροποποίησε το πρόγραμμα στο “λίγα και καλά”. Αν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως απώλειες, θα ενέτασσα το EVANESCENCE tribute της Amira Elfeky, το nostalgia act των UGLY KID JOE, τους “μονδέρνους” DAYSEEKER και τους υπερεκτιμημένους BEYOND THE BLACK. Απειροελάχιστο το κακό.

Η μέρα ξεκινάει από το North Stage με το σχήμα-φόρο τιμής στους mighty SLAYER. Οι POWER TRIP προσπαθούν να μαζέψουν τα κομμάτια τους μετά την τραγική απώλεια του frontman Riley Gale, παίρνοντας σβάρνα τις μουσικές σκηνές της Ευρώπης. Έχοντας πλέον πίσω από το μικρόφωνο τον Seth Gilmone, για περίπου τρία τέταρτα της ώρας τίμησαν τα δύο full length τους, συν το “Divine apprehension” από το παρθενικό EP τους. Το κοινό (εκ)τίμησε αυτή τη νέα αρχή για την παρέα του Blake Ibanez, με άφθονο moshpit, παρ’ όλη την υπερβολική υγρασία που υπήρχε στις εγκαταστάσεις του GMM. Extra credit καλού γούστου στον drummer τους Chris Ush και στο S.A. SLAYER shirt του.
Μετακίνηση στην ακριβώς δίπλα σκηνή για τους AC/DC των φτωχών. Οι Ελβετοί KROKUS γιορτάζουν φέτος τα πενήντα χρόνια οντότητας μαζί με το κοινό τους και η διάθεση για πάρτι ξεκίνησε με το καλησπέρα και το ομώνυμο από το “Headhunter” και στα καπάκια το μερακλίδικο “Long stick goes boom”. Η φωνή του Marc Storace έχει μείνει αναλλοίωτη από το πέρασμα του χρόνου, ενώ και το δίδυμο των vons ήταν αλάνθαστο. Με δεδομένο ότι είχαν στη διάθεσή τους μόνο μία ώρα, η εκτέλεση της διασκευής στο “Stayed awake all night” ήταν ανησυχητικό σημάδι και, όσο περνούσε η ώρα, η μη εμφάνιση των “Screaming in the night” και “Tokyo nights” μας άφηνε σε αναμμένα κάρβουνα. Ταφόπλακα στις ελπίδες μας αποτέλεσε η διασκευή στο “Rockin’ in the free world” και ενώ περνούσαμε υπέροχα, τελικά πέσαμε ολόσωμοι στον κουβά. Ξενέρωμα.

Η διάθεση έπεσε ελαφρώς, οπότε στους HEAVEN SHALL BURN των αδερφών Bischoff δεν δόθηκε η προσήλωση που έπρεπε, αφού τη δεδομένη στιγμή προτεραιότητα είχαν ο παχύς ίσκιος και οι τελευταίοι γύροι σε γευσιγνωσία βελγικών μπυρών. Επιπρόσθετα, έπρεπε να πάρουμε την καλύτερη δυνατή θέση ξανά στο South Stage και να εφοδιαστούμε με χαρτομάντιλα.

Προσπάθησα να δείξω ψυχραιμία για τους πολυαγαπημένους μου SAVATAGE και τις προηγούμενες ημέρες φρόντισα να προετοιμαστώ όσο γίνεται καλύτερα. Μιλάμε για διαχρονική αγάπη και για τραγούδια που έχουν λιώσει στο παίξιμο και έχουν συνδυαστεί με σημαντικές στιγμές της ζωής μου. Έστω και χωρίς τον Mountain King, μπροστά μου και μετά από είκοσι plus χρόνια, στους παιδικούς ήρωες την μπαγκέτα του ενορχηστρωτή την έχει αναλάβει πλέον ο παρεξηγημένος Al Pitrelli, ενώ και η φωνή του Zachary Stevens ήταν σε ΑΨΟΓΗ κατάσταση, απογειώνοντας την οπτικοακουστική εμπειρία στα ύψη.
Το “Taunting cobras” είναι μια πραγματικά κακή σύνθεση, αλλά βρίσκονταν σε στρατηγικό σημείο, καθώς αυτό που θα συνέβαινε στη συνέχεια με έκανε να βγάλω από την τσέπη το πακέτο στο οποίο προαναφέρθηκα και να το τελειώσω ολόκληρο. Στα “Strange wings” και “Handfull of rain” θυμήθηκα τα νιάτα μου, στο “Chance” οι SAVA έδωσαν το δικό τους ηχηρό, αντιπολεμικό μήνυμα και μετά αφήστε τα. Στην τριπλέτα “Sirens”, “Gutter ballet” και “Edge of thorns” ξεκίνησαν τα πρώτα δάκρυα και μετά όλο το κοινό με ακολούθησε. Στη γιγαντοοθόνη εμφανίστηκε ο ίδιος ο Jon Oliva να παίζει το “Believe” και μετά όλοι οι υπόλοιποι να τον συνοδεύουν, σε μια ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ στιγμή, που δεν πρόκειται να ξεχάσω για το υπόλοιπο της ζωής μου. Μέχρι να ανέβουν στη σκηνή της Κατερίνης, θα φροντίσω να έχω πιει αρκετά και να μη νιώθω, για να μη γίνω πάλι ρεζίλι. Σοκαριστική συναυλία και μέσα στις τρεις καλύτερες όλου του τετραημέρου.

Λίγα ugh μπορούν να σε επαναφέρουν στην πραγματικότητα, ειδικά όταν έχεις ξοδέψει ένα σκασμό χαρτομάντιλα. Κατέβασα μια μπύρα μονορούφι, σκούπισα τα τελευταία δάκρυα και στο (σχετικά) άδειο Marquee, o Warrior και οι TRIPTYKON με υποδέχτηκαν με τα “Ground” και “A dying God dying into human flesh”. Ο αγέρωχος Tom εξακολουθεί να είναι ένας θρύλος της ακραίας μουσικής και δεν βλέπει τις επικρίσεις για σφετερισμό της CELTIC FROST παράδοσης. Εξού και ήρθε το highlight της εμφάνισής του, με το πιο-FIELDS-πεθαίνεις “Aurorae”, μια σύνθεση-ωδή στο traditional gothic rock των 80s. Μην έχοντας την τύχη να παρακολουθήσω τους TRIPTYKON στο παρελθόν, οφείλω να ομολογήσω ότι και με συνεπήραν και ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά την μπασίστριά τους τη Vanja. Έλενα Βασιλάκη, ξέρεις.

Εξερχόμενος από το Marquee ερωτευμένος και σε χαμηλή θερμοκρασία σώματος, έπρεπε να πιάσω πάλι μια καλή θέση στο South Stage. Στο μεταξύ οι IN FLAMES ακριβώς δίπλα ήταν στη μέση του set τους και ο κόσμος επιδίδονταν κατά πολλά κύματα σε crowdsurfing. Έχουν πάψει να με ενδιαφέρουν οι IN FLAMES εδώ και τουλάχιστον μια δεκαπενταετία, αλλά πρέπει να τους παραδεχτώ για τον επαγγελματισμό τους, την αρτιότητα στον ήχο τους και στο γενικότερο showmanship τους και τη χαρισματική φυσιογνωμία του Anders. Το “Only for the weak” είναι μακράν το καλύτερο τραγούδι τους και το πιο πορωτικό, το αποχαιρετιστήριο “Take this life” είναι gg για να τα σπάσεις όλα, κατά τα λοιπά αδιαφορία και το βλέμμα στον Priest cross.

Στις συναυλίες των JUDAS PRIEST το μόνο σίγουρο είναι ότι θα περάσεις υπέροχα. Αν απέχεις και από τα setlist spoilers, θα περάσεις φανταστικά. Χωρίς να έχω την παραμικρή ιδέα, η εισαγωγή που έκανε “Painkiller” hints με ενθουσίασε και στο τέλος διαπίστωσα ότι η συγκεκριμένη περιοδεία ήταν εορταστική για τα τριάντα πέντε χρόνια αυτής της αξεπέραστης δισκάρας. Έξι (!!!) ύμνοι παρέλασαν μπροστά από τα μάτια και τα αυτιά μας κατά τη διάρκεια της εμφάνισής της Πριστάρας, με το “You’re possessing me” του “A touch of evil” να σηκώνει ακόμη και τώρα την τρίχα και να την κάνει πέτρα.
Ο Metal God όπως πάντα επιβλητικός και ας σπάει η φωνή του από νωρίς, ο Andy Sneap έχει μπει για τα καλά στο PRIEST spirit και ο “σπασμένος” Scott Travis ήταν ογκόλιθος. Ευχάριστη έκπληξη το “Solar angels” από το παρεξηγημένο “Point of entry”, με τον Lemmy, τον Freddie Mercury, τον Dio και άλλους αποβιώσαντες legends να τους κάνουν παρέα στα videowalls και πάρτι διάθεση στην επιλογική τριάδα των “Electric eye”, “Hell bent for leather” και “Living after midnight”. Έχω ξεπεράσει προ πολλού τον διψήφιο αριθμό που έχω δει τους JUDAS PRIEST on stage και έχω υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι θα βλέπω τις συναυλίες τους για όσο αυτοί αντέχουν. Σκοπεύω να τηρήσω πιστά την υπόσχεση αυτή.

Το τετραήμερο έκλεισε με στυλ και τον frontman των RAMMSTEIN στο North Stage. Το κλίμα είχε ήδη δημιουργηθεί από τις απογευματινές ώρες, όπου οι αιθέριες υπάρξεις που συνοδεύουν τον Till Lindemann επιδόθηκαν σε επιτηδευμένα, τρυφερά ενσταντανέ μεταξύ τους, μπροστά σε έκπληκτα βλέμματα στη διαπιστευμένη ζώνη. Το ίδιο πέτυχαν τα κορίτσια και on stage, όπου κοιτούσες κατά κύριο λόγο αυτά που έκαναν και το πόσο καλές μουσικοί είναι και όχι τόσο τον εργοδότη τους, που ήταν βαμμένος στα κόκκινα από το κεφάλι μέχρι τα νύχια.
Οι συνθέσεις από την προσωπική δισκογραφία του Till κυμαίνονται μεταξύ μετριότητας και αδιαφορίας, όντας όμως χρόνια στο κουρμπέτι και έχοντας το know-how από την κυρίως ασχολία του, ξέρει πάρα πολύ καλά πως να σε κάνει να περάσεις καλά στην εμφάνισή του. Από μουσική λοιπόν μηδέν, από performance δεκάρι ακατέβατο.
Άξιζε και με το παραπάνω το ταξίδι και η φάση στο Graspop Metal Meeting. Πέρασαν από μπροστά μου μουσικοί θρύλοι του παρελθόντος, έμαθα νέες ενδιαφέρουσες τάσεις της σκηνής, γνώρισα αρκετούς ενδιαφέροντες ανθρώπους, είδα μαζεμένους καλλιτέχνες που θα στοίχιζαν πολλά παραπάνω για να κάτσω να τους δω σε μεμονωμένες συναυλίες και έζησα ξέγνοιαστες στιγμές με το παρεάκι (ευχαριστώ πολύ για όλα μάγκες!). Το μόνο που απομένει τώρα, είναι ένας μεταλλικός κουμπαράς, ώστε να ανανεώσω το ραντεβού μου με το GMM26, κατά το τετραήμερο από 18 έως 21 Ιουνίου του 2026.
Γιώργος Κόης
















