
Όσο αδιανόητο κι αν ακούγεται, οι INSOMNIUM μετρούν πλέον 28 χρόνια ζωής. Κι αν στο μυαλό μας εξακολουθούμε να τους έχουμε ως ένα σχετικά νέο συγκρότημα, μάλλον ήρθε η ώρα να αναθεωρήσουμε. Μέσα σε αυτή τη μακρά διαδρομή, οι αγαπημένοι μου Φινλανδοί έχουν δώσει επανειλημμένα τα διαπιστευτήριά τους και εδώ και αρκετά χρόνια, μπορούμε πλέον να πούμε με απόλυτη ασφάλεια και σιγουριά, πως κρατούν τα ηνία ενός ολόκληρου μουσικού ιδιώματος. Ενός ιδιώματος που, δυστυχώς, μοιάζει να έχει αγγίξει το δημιουργικό του ταβάνι, με τις πραγματικά αξιομνημόνευτες κυκλοφορίες να αποτελούν πλέον την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.
Ευτυχώς όμως, υπάρχουν ακόμα οι INSOMNIUM. Ένας φάρος ελπίδας που εξακολουθεί να λάμπει μέσα στο σκοτάδι και τη μελαγχολία της ίδιας τους της μουσικής, φωτίζοντας τον δρόμο για όσους επιθυμούν να βαδίσουν στο ίδιο μονοπάτι. Κάπως έτσι λοιπόν φτάνουμε στο δέκατο άλμπουμ της καριέρας τους, το “Netherworlds”, το οποίο έρχεται να συγκεντρώσει όλα εκείνα τα στοιχεία που μας έκαναν να αγαπήσουμε αυτό το συγκρότημα. Οι INSOMNIUM καταφέρνουν να χωρέσουν στις συνθέσεις του νέου τους πονήματος διαφορετικές πτυχές από ολόκληρη τη μουσική τους παλέτα, την οποία έχουν αξιοποιήσει με αξιοθαύμαστη συνέπεια και δημιουργικότητα στις προηγούμενες δουλειές τους. Σαν να ξεφυλλίζουν το ίδιο τους το παρελθόν, επιλέγοντας τις αποχρώσεις που θα συνθέσουν το επόμενο κεφάλαιο της ιστορίας τους.
Έτσι, συναντάμε τραγούδια όπως το “Shadowlife”, το οποίο κινείται προς τη λιγότερο αγαπημένη μου κατεύθυνση του συγκροτήματος, εκείνη που ακολούθησαν στο “Heart like a grave”, με μια πιο ήπια και μελωδική προσέγγιση. Από την άλλη, έχουμε συνθέσεις όπως το “Gleam in the black”, του οποίου οι μελωδίες παραπέμπουν έντονα στο ρεφρέν του επικού “Ephemeral” από το “Shadows of the dying sun”, κερδίζοντας αυτομάτως μια θέση ανάμεσα στις αγαπημένες μου στιγμές του δίσκου. Βέβαια, ένα άλμπουμ δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποκλειστικά μέσα από τις κορυφαίες ή τις λιγότερο εμπνευσμένες στιγμές του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η συνολική εικόνα. Και στην περίπτωση του “Netherworlds”, αν εξαιρέσουμε το κλείσιμο με το “The journey’s end”, το οποίο προσωπικά βρήκα λιγότερο ενδιαφέρον από όσα είχαν προηγηθεί, το υπόλοιπο υλικό συνθέτει ένα εξαιρετικά δεμένο σύνολο, που αναδεικνύει αναμφίβολα το “Netherworlds” ως το καλύτερο δείγμα melodic death metal που ακούσαμε μέσα στη χρονιά.
Ξεκινώντας από το τρίτο κατά σειρά τραγούδι του άλμπουμ, το “Rememberance”, τα πράγματα αρχίζουν να παίρνουν πραγματικά εξαιρετική τροπή. Η εισαγωγή του φέρνει στο μυαλό συγκροτήματα όπως οι KILLSWITCH ENGAGE και οι BULLET FOR MY VALENTINE, προτού η σύνθεση επιστρέψει στις γνώριμες, χαρακτηριστικές μελωδίες των INSOMNIUM, υπενθυμίζοντάς μας ποιοι βρίσκονται πίσω από τα όργανα. Το “Gleam in the black” που ακολουθεί, όπως ανέφερα και προηγουμένως, είναι από εκείνες τις συνθέσεις που σε κάνουν να ανεβάζεις την ένταση στα ηχεία χωρίς δεύτερη σκέψη, παρασυρόμενος από τις υπέροχες κιθαριστικές μελωδίες του.
Το “The hour grows late” ακολουθεί, σε έναν βαθμό, το συνθετικό μοτίβο του “Pale morning star” από το “Heart like a grave”, εμπλουτισμένο όμως με πανέμορφες εναλλαγές και, φυσικά, με τη συμμετοχή τριών μελών των αγαπημένων μου AMORPHIS, οι οποίοι απογειώνουν το τελικό αποτέλεσμα. Για να μπούμε και στις λεπτομέρειες, ακούμε τον Tomi Joutsen να αναλαμβάνει τα φωνητικά στο ρεφρέν, ενώ σε κάποιο σημείο θεωρώ πως αναγνωρίζω και τα χαρακτηριστικά growls του Tomi Koivusaari. Ο ήχος τους διαφέρει αισθητά από εκείνον του Niilo Sevanen και θυμίζουν έντονα τα φωνητικά του ένδοξου “Tales from a thousand lakes”. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ακολουθεί ένα υπέροχο κρεσέντο με τον χαρακτηριστικό ήχο των πλήκτρων του Santeri Kallio, ολοκληρώνοντας μία από τις πιο ενδιαφέρουσες και πολυδιάστατες συνθέσεις του άλμπουμ.
Το “Arch of the sky” συνεχίζει να ξεδιπλώνει μελωδίες που δύσκολα θα μπορούσαν να έχουν γεννηθεί έξω από τη φινλανδική σχολή του melodic death metal. Μελωδίες γεμάτες συναίσθημα, μελαγχολία και εκείνη τη μοναδική αίσθηση νοσταλγίας που οι INSOMNIUM γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα πώς να μετατρέπουν σε μουσική. Από την άλλη, το riff του “Pathways of the night” μας ταξιδεύει ακόμα πιο πίσω στην ιστορία του συγκροτήματος, κάπου ανάμεσα στο “One for sorrow” και το “Shadows of the dying sun”, θυμίζοντάς μας γιατί εκείνη η περίοδος παραμένει τόσο ξεχωριστή στη δισκογραφία τους.
Και αν το “Ethereal sleep” έρχεται να κατεβάσει τις ταχύτητες, το κάνει με τον πλέον ιδανικό τρόπο, προσφέροντας μια καθηλωτική ατμόσφαιρα και ένα βαθιά συναισθηματικό ρεφρέν. Εδώ αξίζουν ιδιαίτερα εύσημα στα καθαρά φωνητικά του νέου τους κιθαρίστα, Tomy Laisto, τα οποία προσθέτουν μια ακόμα ενδιαφέρουσα διάσταση στη σύνθεση. Πριν προλάβουμε να χαθούμε ολοκληρωτικά στη μελαγχολία, έρχεται το “The banished” για να μας επαναφέρει απότομα στην πραγματικότητα. Ένα τραγούδι ικανό να σε κάνει να ανοίξεις mosh pit στο σαλόνι του σπιτιού σου, με καταιγιστικά riffs, υποδειγματικές εναλλαγές στις υψηλές ταχύτητες και μελωδίες που, πραγματικά, μόνο οι INSOMNIUM μπορούν να γράψουν με τέτοια φυσικότητα. Μια σύνθεση που αποδεικνύει ότι, πίσω από τον μελαγχολικό και ατμοσφαιρικό χαρακτήρα τους, οι Φινλανδοί δεν έχουν χάσει ούτε στο ελάχιστο την επιθετικότητα και τη δυναμική που αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της μουσικής τους ταυτότητας.
Φτάνοντας στο τέλος, δεν μπορώ να κατατάξω το “Netherworlds” ως την κορυφαία δουλειά των INSOMNIUM. Όχι όταν αυτό το συγκρότημα έχει στην πλάτη του ένα αριστούργημα όπως το “Winter’s gate”, αλλά και μια σειρά από δίσκους που έχουν αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στο melodic death metal. Μπορώ όμως με απόλυτη βεβαιότητα να πω ότι πρόκειται για ένα εξαιρετικό άλμπουμ, ανώτερο από τις δύο προηγούμενες κυκλοφορίες τους και, για τα δικά μου αυτιά, το καλύτερο melodic death metal άλμπουμ της χρονιάς.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο επίτευγμα των INSOMNIUM. Έπειτα από σχεδόν τρεις δεκαετίες πορείας, εξακολουθούν να δημιουργούν μουσική που μπορεί να σε συγκινήσει, να σε παρασύρει, να σε ταξιδέψει και, την αμέσως επόμενη στιγμή, να σε κάνει να χτυπιέσαι ανελέητα στον ρυθμό της. Και όσο οι INSOMNIUM συνεχίζουν να κυκλοφορούν άλμπουμ αυτού του επιπέδου, μπορούμε να αισθανόμαστε ασφαλείς πως η φλόγα του melodic death metal, όσο κι αν τρεμοπαίζει γύρω τους, δεν πρόκειται να σβήσει.
8,5 / 10
Δημήτρης Μπούκης













