LEATHERHEAD interview

0
16
Leatherhead
Photo by Dimitris Zampos




>








Leatherhead
Photo by Dimitris Zampos

Darkness falls into the streets…”

Έρχονται από τον θεσσαλικό κάμπο και θαρρείς πως είναι γέννημα-θρέμμα κάποιας αμερικανικής πολιτείας. Ξέρουν πως το ημερολόγιο δείχνει 2026, μα θα ήθελαν να δείχνει 1988 και το καταφέρνουν αβίαστα. Οι LEATHERHEAD, δύο χρόνια μετά το δυνατό ομώνυμό τους ντεμπούτο, χτυπούν ξανά με το εμφανώς ανώτερό του Violent horror stories και αναγκάζουν ξανά κάθε θιασώτη και οπαδό του US metal να ασχοληθεί σοβαρά μαζί τους. Έξοχη ευκαιρία λοιπόν για μια συζήτηση με τον frontman του γκρουπ, Τόλη Μέκρα, υπό τους ήχους ποιοτικότατου speed metal, έτσι δεν είναι;

Τόλη καλησπέρα, χαρά μας να σε φιλοξενούμε στις σελίδες του Rock Hard! Για όσους τώρα σας μαθαίνουν, θα θέλαμε ένα περιεκτικό βιογραφικό της μπάντας. Που, πως, πότε και γιατί ξεκινήσατε οι LEATHERHEAD.
Καλησπέρα Δημήτρη, δική μου η χαρά! Οι LEATHERHEAD δημιουργήθηκαν στη Λάρισα. Πως; Έπειτα από την διάλυση των MURDER ANGELS, από εμένα και τον Μιχάλη (τύμπανα). Πότε; Η ιδέα ενός νέου γκρουπ ξεκίνησε δειλά-δειλά το 2020, με το τελικό project να παίρνει σάρκα και οστά το 2022. Γιατί; Με σκοπό να παίξουμε τίμιο μέταλλο!

Πώς καταλήξατε στο όνομά σας; Οφείλω να ομολογήσω πως σας ταιριάζει απόλυτα και το υποστηρίζετε άψογα, ως προς το image!
«Κλέψαμε» το όνομα από μία αγγλική πόλη, δημιουργώντας παράλληλα μία semi-fictional ιστορία γύρω από την ύπαρξη μιας καταραμένης πόλης με το αντίστοιχο όνομα στην Β. Αμερική. Ναι, το “Leatherhead” είναι αναμφίβολα ένα brand που «ζέχνει» metal, ενώ παράλληλα μας επέτρεψε να αναπτύξουμε μία horror θεματολογία, διαφορετική ωστόσο από τα συνηθισμένα.

Πριν μιλήσουμε για το “Violent horror stories”, ας κάνουμε μια σούμα για το “Leatherhead”. Πώς πήγε γενικά;
Ανέλπιστα καλά, δεδομένου ότι είμαστε ένα γκρουπ από τη Λάρισα! Μας άνοιξε πολλές πόρτες σε μικρά και μεγάλα live σε Ελλάδα και εξωτερικό, ενώ εδραίωσε το όνομά μας ως μία πολλά υποσχόμενη κίνηση στον ευρωπαϊκό metal χάρτη, βάσει των πολύ θετικών κριτικών. Παράλληλα, πέρα από τις κριτικές, το αγκάλιασε κι ο κόσμος, δίνοντας μας ακόμη μεγαλύτερο κίνητρο για την επόμενη δουλειά μας.

Η αλήθεια πάντως είναι πως το «ξεζουμίσατε» το δόλιο, σας είδαμε πολύ δραστήριους όσον αφορά τις συναυλίες για την προώθησή του. Πες μου εντυπώσεις από τον «δρόμο»…
Το heavy metal γεννήθηκε, ζει και αναπνέει στα live! Κατά την προσωπική μου άποψη, δεν υπάρχει λόγος να παίζεις αυτή τη μουσική αν δεν σε ενδιαφέρουν οι ζωντανές εμφανίσεις. Όσο περισσότερες τόσο το καλύτερο, ειδικότερα για μία ανερχόμενη μπάντα όπως εμείς. Οι εντυπώσεις μας είναι μονάχα θετικές, καθώς από αυτές βγήκαμε κυρίως κερδισμένοι.

Μικρά clubs, ή Open Air Festivals;
Όλα έχουν την μαγεία τους. Το club σε δένει με τον κόσμο, το Open Air από την άλλη συνήθως αποτελεί το επόμενο σκαλί για μία μπάντα. Θα ψήφιζα τα ιδρωμένα clubs τον χειμώνα και τα Open Air Fests το καλοκαίρι, για ευνόητους λόγους.

Μιας και μιλάμε για συναυλίες, επάνω στην σκηνή είστε εξαιρετικοί. Είναι το αποτέλεσμα αυτό προϊόν πολλών ωρών πρόβας; Είναι αυτοματοποιημένες, έμφυτες κινήσεις; Συνδυασμός αυτών, ίσως;
Η σκηνική μας παρουσία είναι κάτι που βγαίνει αβίαστα και εξαρτάται και από την ενέργεια του κάθε live ξεχωριστά. Τι καλύτερο από το να ακούς τα κομμάτια σου, που πρωτίστως συνέθεσες σαν οπαδός και ακροατής, σε full ένταση, έτσι δεν είναι; Όσον αφορά το κομμάτι του συγχρονισμού, αυτό φυσικά δουλεύεται μόνο με πρόβες και προσωπική δουλειά.

Πάμε τώρα και στο καινούργιο σας άλμπουμ. Καταρχάς, μπράβο για την ιδέα να κυκλοφορήσει Παρασκευή και 13. Ήρθε κι έδεσε! Μίλησέ μου για τη διαδικασία σύνθεσης και ηχογράφησης, τις αλλαγές στη μπάντα…
Ο Δημήτρης Κομνηνός αντικατέστησε τον Ζάχο Καραμπάση στις κιθάρες, προσδίδοντας έναν πιο βιρτουόζικο και συνάμα horror χαρακτήρα στα lead και solo parts. H σύνθεση είχε πραγματοποιηθεί κατά ένα μεγάλο μέρος μέχρι τον Μάιο, ενώ η ενορχήστρωση ολοκληρώθηκε σε μόλις ένα μήνα. Ο χρόνος πίεζε καθώς η ημερομηνία κυκλοφορίας είχε καπαρωθεί από πολύ πριν, οπότε οι γρήγορες κινήσεις αποτελούσαν μονόδρομο. Όσον αφορά τις ηχογραφήσεις των LEATHERHEAD, ποτέ δεν λείπουν τα μικρο-ευτράπελα, παρ’ όλα αυτά όλοι εργαστήκαμε σκληρά. Αξίζει ιδιαίτερη μνεία για αυτό σε κάθε μέλος ξεχωριστά αλλά και στον Γιώργο Κουγιουμτζόγλου των Coyote Studios, που επιμελήθηκε μαζί μας την παραγωγή.

Η επόμενή μου ερώτηση θα ήταν αυτή. Κατά πόσο εμπλέκεστε στην παραγωγή του δίσκου;
Σε μεγάλο βαθμό! Η τελική μίξη μας βρίσκει όλους μαζί μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες στο studio, προσπαθώντας για το καλύτερο αποτέλεσμα, διορθώνοντας τυχόν λάθη και γενικότερα ρουφώντας την ψυχή του Γιώργου! (γέλια)

Καθένας μπορεί να προτιμά όποιο από τα δύο άλμπουμ θέλει, (σ.σ: btw εγώ τάσσομαι ανοικτά υπέρ του “Violent horror stories”) αλλά όπως και να ’χει, σε σχέση με το ντεμπούτο σας, εδώ νομίζω είστε πιο κατασταλαγμένοι μουσικά. Ήταν μια ειλημμένη απόφαση, ή προέκυψε στην πορεία αυτό το καθαρό, αμερικανικό speed metal που παίζετε;
Οι συνθέσεις μας με κάθε κυκλοφορία γίνονται ολοένα και πιο μεστές, διότι και εμείς ωριμάζουμε σαν άτομα. Επίσης, ναι μεν μία σύνθεση μπορεί να είναι αρκετά παλιά, αλλά ο τρόπος που θα αποδοθεί εξαρτάται από τη δεδομένη στιγμή που η συγκεκριμένη σύνθεση θα χρησιμοποιηθεί. Γεγονός όμως είναι πως στο δεύτερο άλμπουμ η προσπάθεια ήταν περισσότερο ομαδική, μιας και κάθε ιδέα δουλεύτηκε από όλους ξεχωριστά.

Με μόλις δύο δίσκους κι όμως, είστε ήδη απολύτως αναγνωρίσιμοι κι έχετε τη δική σας «ταυτότητα» στην ελληνική και γιατί όχι, στην ευρωπαϊκή σκηνή. Πολλοί το προσπαθούν, ελάχιστοι το πετυχαίνουν στις μέρες μας. Τι υπάρχει πίσω από αυτό;
Σίγουρα τα ακούσματα παίζουν μεγάλο ρόλο! Η όποια τεχνογνωσία, έρχεται με την πάροδο του χρόνου. Το χτίσιμο ενός συγκεκριμένου στυλ από την άλλη, έχει πολλή σκέψη και οργάνωση κρυμμένη από πίσω, όμως κυρίως έχει να κάνει με το τί μας αρέσει εμάς, ως οπαδοί αυτής της μουσικής.

Μέχρι πού βλέπετε να εξελίσσεται το concept σας; Πόσους πρέπει να σκοτώσει ο Ινδιάνος για να ησυχάσει πια;
Είναι κάπως νωρίς για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα. Ακόμα η εκδίκηση δεν έχει λάβει χώρα. Το σίγουρο είναι πως η ιστορία έχει μόλις αρχίσει…

Heavy metal needs closedminded people, λέει ένα ρητό. Κατά πόσο το ασπάζεστε;
Δεν θα συμφωνούσα, καθώς μιλάμε για ένα μουσικό ιδίωμα με πολυάριθμες προεκτάσεις. Στη μουσική γενικότερα δεν υπάρχουν όρια, παίζουμε metal γιατί γουστάρουμε, από κει και πέρα αν θέλουμε να διευρύνουμε τους ηχητικούς μας ορίζοντες, δε θα μας σταματήσει τίποτα!

Στο εξώφυλλο, έγινε και πάλι εξαίσια δουλειά από πλευράς Mario Lopez. Κάποια “Easter eggs” για τους αναγνώστες μας, ίσως; Αν υπάρχουν, βέβαια.
Σίγουρα υπάρχουν στοιχεία από διάφορα κομμάτια του άλμπουμ διασκορπισμένα στο εξώφυλλο… Ίσως να υπάρχουν και κάποια στοιχεία μελλοντικών κυκλοφοριών, ποιος ξέρει; (σ.σ: σφίγγα ο Τόλης, δε μιλάει, εγώ προσπάθησα)

Ποια τα «όπλα» σας; Τι είδους εξοπλισμό χρησιμοποιείτε;
Όσον αφορά τις κιθάρες, προτιμούμε “axes”: Flying V Jackson και Kramer με Seymour Duncan μαγνήτες, που κόβουν λαρύγγια, ενώ στα πετάλια τα κλασικά Tubescreamer και OD3 έχουν την θέση τους. Από ενισχυτές χρησιμοποιούμε ENGL και μια πεταλιέρα της Blackstar. Στο μπάσο, επίσης η ίδια λογική, “the sharper the better”! Jackson, Fender και BC Rich με humbuckers, PJ και double P μαγνήτες, ενώ ένα MXR M80+ βγάζει αυτή την χαρακτηριστική χροιά. Τύμπανα Paiste και πιάτα Zildjian. Όσον αφορά τη φωνή, τα πράγματα είναι πολύ απλά: Ό,τι ακούγεται!

Ποιος ο μεγαλύτερος και όσο γίνεται πιο εφικτός σας στόχος, ως μπάντα;
Θα πω το να παίζουμε σε υψηλό επίπεδο κρατώντας τις ισορροπίες στην προσωπική και επαγγελματική μας ζωή (σ.σ: πολύ ωραία απάντηση)

Λήξις χρόνου. Από μας, συγχαρητήρια και πάλι για τον υπέροχο δίσκο σας. Ο επίλογος δικός σου, Τόλη!
Ευχαριστούμε πολύ για τα θετικότατα σχόλια, Δημήτρη! Τα πολλά λόγια είναι φτώχια, οπότε τα λέμε σύντομα σε ένα venue κοντά σας. Death is rising from beyond

Δημήτρης Τσέλλος

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here