PONTE DEL DIAVOLO – “De venom natura” (Season Of Mist)

0
33




>








Ponte

Δύο χρόνια μετά το φοβερό ντεμπούτο τους, “Fire blades from the tomb”, οι Ιταλοί με το νέο τους δίσκο επιβεβαιώνουν ότι μόνο τυχαίος δεν ήταν ο αντίκτυπος που είχε στην ευρύτερη μαυρομεταλλική σκηνή. Το “De venom natura” δεν είναι απλά μια φυσική συνέχεια του πρώτου τους δίσκου, αλλά ένα ολοκληρωμένο έργο στο οποίο όλα τα στοιχεία που το συνθέτουν είναι ιδιότυπα και σημείο αναφοράς για όλη τη σκηνή του ακραίου και ατμοσφαιρικού ήχου.

Ακολουθώντας την ίδια ιεράρχηση στο tracklisting – 6 δικές τους συνθέσεις και 1 διασκευή στο τέλος – διαμορφώνουν ένα σύνολο κομματιών του οποίου κάθε μέρος έχει μια ξεχωριστή ταυτότητα. Ο διαχωρισμός των οργάνων που έχει πετύχει άψογα στη μίξη ο παραγωγός τους, Danilo Battocchio, διαπλέκει αριστοτεχνικά τα δύο μπάσα των Khrura Abro και Kratom. Η διαπλοκή τους με την κιθάρα του Nerium οδηγούν κάθε σημείο τους, το οποίο κυριαρχείται από την εσωτερική ένταση ανεξαρτήτως ταχύτητας. Στην εξίσωση αυτή το στακάτο παίξιμο του Segale Cornuta στα drums ενδυναμώνει την μαυρομεταλλική τους ταυτότητα, η οποία ταυτίζεται πότε με το, γεμάτο ένταση και ξεσπάσματα, doom του “Silence walk with me”, όσο και με το New Wave του “Lunga vita alla necrosi”. Αυτή τη φορά όλα αυτά τα στοιχεία είναι αλληλένδετα, ακυρώνοντας οποιαδήποτε αναφορά υπήρχε στα 3 EPs και αχνοφαινόταν στους παρατηρητικούς του πρώτου τους full length άλμπουμ. Εδώ πραγματικά κάνουν την υπέρβαση της συνένωσης των ετερόκλητων επιρροών τους σε τέτοιο βαθμό, που άλλες μπάντες το επιτυγχάνουν μετά από σειρά δίσκων μετά από σειρά πειραματισμών.

Η χρήση του theremin που υποκαθιστά τις γραμμές μιας lead κιθάρας στο κλείσιμο του εναρκτήριου “Every tongue has its thorns” αποδεικνύει την ενορχηστρωτική ευφυία τους. Είναι το κομμάτι που έπαιξαν στο encore της περσινής εμφάνισης τους στο Temple, το οποίο ήταν τότε ενδεικτικό του τι να περιμένουμε από το νέο τους δίσκο. Αντίστοιχα το τρομπόνι που παίζει ο Francesco Bucci εμπλουτίζει με τα πολύπλευρα πλήκτρα την ηχητική τους όποτε εμφανίζονται.

Η πραγματική αποκάλυψη, όμως, είναι το ασύλληπτο “Delta-9 (161)”, το οποίο θαρρώ ότι είναι η πιο ολοκληρωμένη σύνθεση της, μέχρι τώρα, πορείας τους. Επαναπροσδιορίζοντας πλήρως την έννοια του τελετουργικού στο πρώτο μέρος της, σχεδόν, 9λεπτης διάρκειας του, η Erba Del Diavolo καθηλώνει με την επαναλαμβανόμενη ερμηνεία των ίδιων στίχων μέχρι να μπει το δεύτερο μέρος του κομματιού. Εκεί η σύνθεση αποκτά άλλη μορφή με μια εσωτερική ένταση που υποβόσκει στην αργόσυρτη doom κατεύθυνση. Πραγματικά σε όλο τον δίσκο η τραγουδίστρια και στιχουργός τους κάνει ένα ερμηνευτικό άλμα, αλλά και μια άψογη εναλλαγή ιταλικών και αγγλικών στίχων, δίνοντας έκταση στη φωνή της που είμαι σίγουρος ότι θα σας καθηλώσει. Αυτή είναι και η βασική διαφορά στην προσέγγιση της, δίνοντας χώρο στη φωνή της να αποκαλύψει το εύρος και το χρώμα της. Ακόμα και όταν τραγουδά «Sono il diavolo» (Είμαι ο διάβολος), δίνοντας μια άλλη διάσταση στην έννοια αγγελική φωνή, απομακρυσμένη από τη νομοτέλεια που θέλει τις frontwomen να «πρέπει» να τραγουδούν με ακραία φωνητικά. Εκείνη ακολουθεί έναν μοναχικό δρόμο επιλέγοντας εξαρχής να τραγουδά με καθαρά φωνητικά, ακροβατώντας ερμηνευτικά. Και αφήνει χώρο στον Gionata Potenti (DERVAZA E NUBIVAGANT) να τραγουδήσει σε πρωταγωνιστικό ρόλο στο “Silence walk with me” και εκείνη να τραγουδά σε δευτερεύοντα ρόλο.

Στις διασκευές ανέκαθεν ανακαλύπταμε τις επιρροές των σχημάτων, με τις πιο ενδιαφέρουσες να είναι εκείνες που το σχήμα τις κάνει να ηχούν σαν δικές του συνθέσεις. Αυτό ακριβώς συνέβη και αυτή τη φορά, αναμορφώνοντας μαεστρικά το “In the flat field” των BAUHAUS. Με τα παραμορφωμένα φωνητικά της Erba Del Diavolo και τα δύο μπάσα να οδηγούν, είναι σαφές πώς όλη αυτή η σκηνή του new wave των early 80s έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην ηχητική τους ταυτότητα.

Η οπτικοποίηση των “Spirit, Blood, Poison, Ferment!” και “Il veleno della natura” σε μορφή ταινίας μικρού μήκους αναδεικνύει τη θεματική του album με έναν τρόπο που θα σας καθηλώσει. Το εξώφυλλο της έκδοσης του βινυλίου από τον Francesco Dossena αντικατοπτρίζει πλήρως την ατμόσφαιρα που διαπνέει όλο τον δίσκο και είναι ένα πραγματικό έργο τέχνης εφάμιλλο των σπουδαίων εξωφύλλων στην ιστορία της μουσικής. Η φωτογράφιση που επέλεξαν έχει σαφή αναφορά στην αλλόκοτη εικόνα των MASTER’S HAMMER, γεγονός που προσωπικά με έκανε να εκστασιαστώ!

Ponte

Η συναυλιακή τους παρουσία σε μεγάλα festival πέρσι όπως το Roadburn και το Inferno θα συνεχιστεί και φέτος με εμφάνιση στο Hellfest την ίδια μέρα με τους THE GATHERING. Και θα είναι ένα γεγονός αξιοσημείωτο για την frontwoman τους, μιας και είναι φανατική οπαδός της Anneke και μια από τις ερμηνευτικές επιρροές της πέρα από την Diamanda Galas και την Siouxsie Sioux.

Όλα τα παραπάνω συνηγορούν στον ισχυρισμό μου ότι ο δίσκος αυτός είναι βασικός υποψήφιος για τον καθ’ όλα τιμητικό τίτλο του “Into the pandemonium of the 20s”. Έχει όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν ένα κολάζ ηχοχρωμάτων και εξωμεταλλικών επιρροών που καμία άλλη μπάντα της εποχής μας δεν έχει καταφέρει να ομογενοποιήσει όπως αυτοί. Αφομοιώνοντας πλήρως τις ετερόκλητες επιρροές τους που ξεκινούν από το New Wave και ολοκληρώνονται στο doom με καθαρόαιμη black metal μεσογειακή τεχνοτροπία, έχοντας εντελώς ιδιότυπη ηχητική. Οι PONTE DEL DIAVOLO ορίζουν με το “De venom natura” έναν μικρόκοσμο που μόνο ελάχιστα σπουδαία σχήματα έχουν καταφέρει να καθορίσουν  από γεννήσεως μαυρομεταλλικού πειραματισμού στο – οριακό και κομβικό για το σύνολο της σκληρής μουσικής – δεύτερο full length άλμπουμ των CELTIC FROST, το οποίο έδειξε τον δρόμο πριν 39 ολόκληρα χρόνια. Όσοι τον διέβησαν, ακολούθησαν μοναχική πορεία, την οποία συνειδητά ακολουθούν οι PONTE DEL DIAVOLO με κάθε τους κυκλοφορία από την εκκίνηση τους το 2020.

9,5 / 10

Λευτέρης Τσουρέας

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here