
Aυτό το live άλμπουμ αποτυπώνει την πιο ωμή και επιθετική μορφή των PRONG, τροφοδοτούμενο αποκλειστικά από την ένταση, την ακρίβεια και την ατίθαση στάση. Από τις πρώτες στιγμές, είναι σαφές ότι δεν πρόκειται για μια χλιδάτη ζωντανή παραγωγή. Ο ήχος είναι σκληρός, μερικές φορές κλειστοφοβικός και δυνατός, κι αυτό είναι υπέρ του άλμπουμ. Η μουσική, βασισμένη σε industrial/groove riffs, τραχιά φωνητικά και μια hardcore-punk ραχοκοκαλιά, ευδοκιμεί σε ένα ζωντανό περιβάλλον χωρίς στουντιακές παρεμβολές και επεμβάσεις.
Ο τόνος της κιθάρας του Tommy Victor είναι κοφτερός, διαπερνώντας το mix σαν μπαλτάς. Τα φωνητικά του είναι τόσο επιθετικά και άμεσα όσο ποτέ, δίνοντας στα κομμάτια μια χλευαστική χροιά που μοιάζει ακόμα πιο έντονη από τις αντίστοιχες στουντιακές εκδοχές τους. Ακούγονται ριζωμένοι τόσο στο hardcore και το thrash, όσο και στην ψυχρή, επαναλαμβανόμενη industrial ακρίβειά τους που τους μετέτρεψε σε μια μπάντα cult αλλά συνάμα και σε μια μουσική πρόταση που επηρέασε πολλά μεγάλα ονόματα των 90’s, από NINE INCH NAILS μέχρι KORN.
Το setlist εξισορροπεί την επιθετικότητα που καθοδηγείται από την ταχύτητα με τα αναβράζοντα mid-tempo crushers, αναδεικνύοντας την ικανότητα του συγκροτήματος να συνδυάζει άριστα το punk με το metal. Η παραγωγή μπορεί να φαίνεται ανεπεξέργαστη κατά καιρούς, αλλά αυτή η τραχύτητα είναι μέρος της γοητείας της μπάντας ζωντανά. Το άλμπουμ καταφέρνει να κάνει τον ακροατή να αισθάνεται σαν να είναι εγκλεισμένος μέσα σε ένα μικρό club, με τα τοιχώματα του να τρίζουν, παρακολουθώντας μια μπάντα που ακούγεται σφιχτή σαν γροθιά, κοντρολάροντας το χάος γύρω της, δικαιολογώντας απολύτως τον τίτλο του δίσκου (κάνοντας αναφορά από την άλλη, στον πιο πετυχημένο, εμπορικά και καλλιτεχνικά, δίσκο τους: “Cleansing” του 1994).
Αυτός ο δίσκος θα μπορούσε να χρησιμέψει και ως εισαγωγή στους αμύητους στον μοναδικό κόσμο των PRONG, μιας που εμπεριέχει όλα τα ηχητικά στοιχεία τους, αν και λείπουν κάμποσα από τα πιο γνωστά τραγούδια τους.
Γιώργος Γκούμας







>



