
Το Up The Hammers festival έχει γίνει πια θεσμός στην χώρα μας, αποτελώντας ένα από τα γνωστά που υπάρχουν παγκοσμίως. Απόδειξη, το γεγονός ότι κάθε χρονιά, ειδικά τις τελευταίες, οι μέρες διεξαγωγής του γίνονται πολύ γρήγορα sold out και υπάρχει μεγάλη προσέλευση οπαδών από το εξωτερικό. Στο εν λόγω festival, έχουμε απολαύσει ανά τα χρόνια, πολλά συγκροτήματα που ειδικά οι κάπως μεγαλύτεροι σε ηλικία είχαμε σε αφίσες ή στο δωμάτιο μας ή στα τετράδια του σχολείου και των ξένων γλωσσών. Κάπως έτσι πέρασαν 20 χρόνια από το πρώτο, και ο διοργανωτής και η ομάδα του επέλεξε φέτος, για άλλη μια φορά, ένα line up για όλα τα γούστα, με γκρουπ από αρκετά ιδιώματα, αλλά με έναν κοινό παρονομαστή, την υπέρμετρη αγάπη όλων για το heavy metal, όχι το καλογυαλισμένο αλλά το πιο ρομαντικό και όπως το αναφέρουν κάποιοι ίσως λίγο υποτιμητικά, για μερικά συγκροτήματα, underground. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με την σειρά.

Με την άφιξή μου στο club, μετά από υπερβολική κίνηση στους Ελληνικούς δρόμους, ο χώρος ήταν «με το μάτι» κατά τα 3/5 γεμάτος από κόσμο, ξένους ως επί το πλείστον, μια άκρως όμορφη εικόνα για μεσημέρι καθημερινής. Το πρώτο συγκρότημα που «ανέβηκε» στην σκηνή, ήταν οι Ιταλοί VULTURES VENGEANCE, ένα γκρουπ γνωστό στους οπαδούς, αλλά προσωπικά δεν είχα ασχοληθεί τόσο πολύ μαζί του, και ότι είχα ακούσει δεν μπορώ να πω ότι ήταν και πρώτης προτεραιότητας στα ακούσματα μου. Ένα σχήμα όμως θεωρώ ότι σε κερδίζει στο σανίδι, γιατί εκεί φαίνεται η όποια αξία του. Σε ένα studio μπορείς να κάνεις τα πάντα, στην σκηνή όμως τσεκάρεσαι. Για όσους δεν τους έχουν ακούσει, αρέσκονται να παίζουν κλασσικό heavy metal με κάποια πιο επικά και λυρικά στοιχεία. Χωρίς οι συνθέσεις τους να σφύζουν από πρωτοπορία, με το όλο στήσιμο τους και τον τρόπο εκτέλεσης των τραγουδιών τους, δεν σε άφηναν αδιάφορο. Παρόλο που ήταν το πρώτο σχήμα, ο ήχος που συνόδευε τα κομμάτια τους ήταν αρκετά καλός και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν ήταν στατικοί αλλά υποστήριζαν ότι έπαιζαν, ειδικά ο τραγουδιστής, έφερνε από σκηνής ένα πολύ όμορφο αποτέλεσμα σε όσους τους παρακολουθούσαν. Το setlist τους είχε τραγούδια και από τις δυο full length δουλειές τους με την μερίδα του λέοντος να κερδίζει η πιο πρόσφατη περσινή, αλλά και ενδεικτικό υλικό από τις προηγούμενες κυκλοφορίες τους. Έτσι τα 45 λεπτά της εμφάνισης τους που συστήθηκαν όσο πιο καλά ήθελαν στο κοινό, «κύλησαν» νεράκι και κέρδισαν επάξια το θερμό χειροκρότημα του. Προσωπικά μου δόθηκε το έναυσμα να ασχοληθώ μαζί τους εντονότερα. Το setlist τους ήταν: “Dust age”/“The exiled”/“The knightlore”/“Pathfinder’s call”/“Those who sold the world”/ “City of a thousand blades”/“A curse from obsidian realm”/“Towards the gates of the unknown”.

Επόμενοι στη σειρά, με ακρίβεια λεπτού στην ώρα έναρξης τους, ήταν οι Ιρλανδοί OLD SEASON, ένα γκρουπ που ήταν για μένα, σαν τους πρώτους, δηλαδή ένα συγκρότημα γνωστό στους οπαδούς, αλλά με το οποίο, πλην του ΕΡ τους του 2004, προσωπικά δεν είχα ασχοληθεί τόσο πολύ μαζί του, και ότι είχα ακούσει γενικότερα δεν μπορώ να πω ότι ήταν και πρώτης προτεραιότητας στα ακούσματά μου. Παρόλα αυτά, και εκείνοι βάση εμφάνισης, με κέρδισαν πολύ περισσότερο ζωντανά από την μέχρι τώρα άποψη που είχα από τις studios δουλειές τους. Ο κόσμος από κάτω ήταν κάπως λιγότερος σχετικά με τους προηγουμένους, αλλά αυτό δεν αποθάρρυνε ή πτόησε το σχήμα από το να κάνει αυτό που πίστευε καλύτερο για να παρουσιάσει την δουλειά του στο κοινό. Ήταν λιγότερο κινητικοί από τους πρωτοεμφανιζόμενους αλλά και εκείνοι με τον τρόπο που έπαιζαν τα τραγούδια τους, που έχουν σαν βάση το λυρικό επικό heavy metal, με αρκετά καλό τρόπο, αλλά και με σύμμαχο τον καλό ήχο, δεν σε άφηναν αδιάφορο. Ο τραγουδιστής ήταν αρκετά επικοινωνιακός με το κοινό, όταν βέβαια καταλάβαινες τι έλεγε λόγω του ιδιαίτερου accent που είχε μιλώντας κάπως γρήγορα (sorry John!). Το setlist τους περιλάμβανε τραγούδια και από τις δυο full length δουλειές του 2009 και 2017 και ένα καινούργιο από την επερχόμενη δουλειά τους που θα κυκλοφορήσει, ευελπιστούν βάση των λεγομένων του τραγουδιστή, το 2027, όντας στο ίδιο ύφος με όλα τα υπόλοιπα τραγούδια τους. Κάπως έτσι τα 45 λεπτά που ήταν στην σκηνή, πέρασαν γρήγορα και κέρδισαν και αυτοί επάξια το θερμό χειροκρότημα του κοινού. Το setlist τους ήταν: “Elegy”/“Scavenger”/“Meet me at the battlefield”/“The heathens dance”/“The endless night”/“Mortals of mettle”/“At the hollow”

Επόμενο συγκρότημα στο billing ήταν το ένα και μοναδικό Ελληνικό της βραδιάς, οι WRATHBLADE. Αν κάποιος δεν τους είχε ξαναδεί, ίσως και να μην αποκόμιζε την καλύτερη άποψη για αυτούς αφού δυστυχώς, συγκριτικά με τα προηγούμενα συγκροτήματα, δεν είχαν τον κατάλληλο ήχο που θα βοηθούσε να αποδοθούν οι συνθέσεις τους με τον τρόπο που εκείνοι ήθελαν. Το γκρουπ είναι από αυτά που αρέσκεται να εκφράζεται με το καθαρά επικό heavy metal στυλ, με συνθέσεις που δεν είναι εύπεπτες και απλοϊκές στο άκουσμα, έχοντας εναλλαγές ρυθμού και μια λυρικότητα στη καθαυτή σύνθεση, κάνοντάς τες να έχουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα. Για να μπορέσει κάποιος να τις αφουγκραστεί, αν δεν έχει ακούσει τα άλμπουμ τους, πρέπει οι ο ήχος που τις συνοδεύει να είναι ο πρέπον, κάτι που εκείνο το βράδυ δεν ήταν στην ολότητά του. Ο πάντα εκφραστικός τραγουδιστής τους δεν ακουγόταν κάποιες φορές από μικροφώνου, ή τα όργανα, έστω και για δευτερόλεπτα, επισκίαζαν τους στίχους. Προς το τέλος η μια από τις δυο κιθάρες τους είχε ένα θέμα και έτσι, ευτυχώς για πολύ μικρό διάστημα, η εμφάνιση τους παρουσίασε μια μικρή «κοιλιά».

Παρόλα αυτά τα μέλη του γκρουπ, από σκηνής, έκαναν ότι καλύτερο μπορούσαν για να αποδοθούν ζωντανά τα τραγούδια τους στο κοινό, που συμμετείχε πολύ πιο ενεργά σχετικά με τα δυο προηγούμενα, σε κάθε σύνθεση, με την ονομαστική αναφορά του συγκροτήματος, επευφημώντας το, να ακούγεται για πρώτη φορά στο χώρο. Οι WRATHBLADE, έχοντας περίπου 20 χρόνια παρουσίας με πολλές ζωντανές εμφανίσεις μέχρι τώρα, έχουν κάνει το όνομα τους γνωστό στο κοινό, οπότε ότι βιώναμε ήταν αρκετά λογικό. Και αυτοί τίμησαν τις δυο full length δουλειές τους του 2012 και 2017, έπαιξαν τραγούδια που έχουν γράψει τα τελευταία χρόνια και «έκλεισαν» το set list τους με το ομώνυμο τραγούδι του ονόματος τους που θα εμπεριέχεται όπως φυσικά και αρκετά άλλα στην επερχόμενη δουλειά τους. Αποχώρησαν δεχόμενοι το θερμό χειροκρότημα του κοινού. Το setlist τους ήταν: “First encounter: The fall of the beasts”/“Sheer vengeance will out upon thee (God of war part II)”/ “Flee to freedom”/“Resolve unremised (God of wrath part III)”/“Gastration of Uranus”/“Submersion”/ “Forcing men to mourn”/ “Dolorous shock”/“Wrathblade”

Το επόμενο συγκρότημα στο billing, το πρώτο «μεγάλο», για όσους αρέσκονται στο επικό heavy metal, δεν θέλει ιδιαίτερες συστάσεις, αφού οι IRONSWORD, οι Πορτογάλοι MANILLA ROAD, αφού είναι ότι πιο κοντινό υπάρχει ηχητικά και συνθετικά στο Αμερικάνικο μεγαθήριο, έκαναν και αυτοί την εμφάνιση τους στη σκηνή, την προκαθορισμένη ώρα έναρξης. Από το “Underground” το τραγούδι που «άνοιξε» το set τους μέχρι και το all time classic “Burning metal” που το «έκλεισε», αυτό που βιώναμε ήταν μια απλή ωδή στο ιδίωμα που αρέσκονται να καταπιάνονται. Με φυσικό ηγέτη τον João Fonseca, ή Tann όπως είναι ευρέως γνωστός, έναν καλλιτέχνη που αφενός όσο μπόι του λείπει τόσο εκτόπισμα από σκηνής έχει, αλλά και αφετέρου έναν τραγουδιστή που θα φέρνει για πάντα στο μυαλό όλων μας τον τεράστιο Mark “The Shark” Shelton των MANILLA ROAD, που έφυγε τόσο νωρίς, αλλά και τα δυο νέα μέλη που αποτελούν το line up του σχήματος από το 2023, πραγματοποίησαν μια εξαιρετική εμφάνιση. Ιδιαίτερη μνεία, προσωπικά, πρέπει να δοθεί στον drummer ο οποίος πέραν του γεγονότος ότι είναι αρκετά επιβλητικός σαν εμφάνιση, ήταν το ίδιο και πίσω από το drum kit.

Ευτυχώς για αυτούς, ενώ ξεκίνησαν στα πρώτα ένα δυο λεπτά με κακό ήχο, έπειτα ήταν πολύ καλός, αποτελώντας έναν άρρηκτο σύμμαχο στην όλη εξαιρετική εμφάνιση τους. Ο κόσμος πια ήταν σαφώς πιο πολύς, συγκριτικά με λίγη ώρα πριν, και συμμετείχε όσο μπορούσε καλύτερα στην εμφάνιση του συγκροτήματος. Μάλιστα μετά το “Forging the sword” ένα μεγάλο μέρος του κοινού τραγουδούσε acapella τους στίχους, απόδειξη ότι χαιρόταν για αυτό που έβλεπε, από ένα συγκρότημα άκρως αναγνωρίσιμο. Το setlist τους ήταν: “Underground”/“Nemedian Chronicles”/“An ending in fire”/“In the coils of set”/“The tree of woe”/“None but the brave”/“Forging the sword”/“Xuthal of the dusk”/“The vale of the lost women”/“Dragons of the sea”/“Burning metal”

Κάπως έτσι η βραδιά είχε περάσει ήδη τα μισά, και προσωπικά το επόμενο συγκρότημα ήταν αυτό που ήμουν πιο πολύ περίεργος να παρακολουθήσω ζωντανά. Παρόλο που έχουν μόνο δυο πολύ καλά άλμπουμ τα τελευταία εφτά χρόνια, οι RIOT CITY έχουν καταφέρει να είναι ένα από τα πιο «καυτά» ονόματα στο χώρο, αποσπώντας μόνο θριαμβευτικά σχόλια, οπότε όντας η πρώτη φορά που θα τους έβλεπα, ήθελα να διαπιστώσω κατά πόσο ανταποκρίνεται ό,τι ακούγεται γι’ αυτούς, και αν όλο αυτό το hype που υπάρχει είναι δικαιολογημένο. Κάθε αμφιβολία έφυγε μετά το πρώτο ένα λεπτό της εμφάνισης τους. Ενώ όλοι οι προηγούμενοι μουσικοί που ήταν με τα γκρουπ τους ήταν κάπως στατικοί ερμηνεύοντας τα τραγούδια τους ζωντανά, τα μέλη των RIOT CITY, εκτός τους drummer που αναγκαστικά ήταν καθιστός, είχαν ένα αόρατο καλώδιο στην πίσω πλευρά κάθε παντελονιού, που ήταν στην μπρίζα σε όλη την διάρκεια της μιας ώρας που διήρκησε το set τους. Αυτό που λάμβανε ο οπαδός από σκηνής ήταν τέσσερις μουσικούς που «αλώνιζαν» την σκηνή, αλλάζοντας συνεχώς θέσεις, με πρωτεργάτη τον τραγουδιστή τους, που πραγματικά θεωρώ πως πρέπει να κάνει ειδικές ασκήσεις φυσικής κατάστασης για να ερμηνεύει σε υψηλές οκτάβες και παράλληλα να τρέχει στην σκηνή από την μια πλευρά στην άλλη ξεσηκώνοντας τον κόσμο με κάθε του κίνηση. Βεβαίως βοηθάνε και τα τραγούδια τους που είναι σε αρκετά υψηλούς ρυθμούς και tempo αλλά οι ίδιοι τα υποστηρίζουν στο 150%.

Είναι από τις πολύ λίγες φορές που βλέπω από σκηνής ένα τέτοιο ωστικό κύμα να κατακλύζει τον συναυλιακό χώρο. Είτε σου αρέσει το speedάτο κλασσικό heavy metal που αρέσκονται να εκφράζονται μουσικά, είτε όχι, δεν γινόταν να μην συμμετείχες με κάποιο τρόπο στην εμφάνισή τους. Αν είχες ακούσει τις δουλειές τους θα τραγουδούσες τους στίχους των τραγουδιών, αν όχι θα κουνούσες μέλη του σώματος σου, αφού ότι «ερχόταν» από σκηνής, σου ανέβαζε την αδρεναλίνη και τους σφυγμούς ταχύτατα, κρατώντας σε, σε μια συνεχή εγρήγορση, σαν να είχες κάνει ξαφνικά ενέσεις ντοπαμίνης.

Το πιο σημαντικό από όλα ήταν ότι έβλεπες μουσικούς που δεν ήταν «στημένοι» ή προβαρισμένοι να δώσουν μια καλή παράσταση, αλλά μέλη ενός συγκροτήματος που «ζούσαν» αυτό που έκαναν και χαιρόντουσαν με ότι προσέφεραν. Τίμησαν και αυτοί τις δυο full length δουλειές τους, μοιράζοντας ισάξια από κάθε δίσκο τα τραγούδια που επέλεξαν να παίξουν ζωντανά, και για το τέλος επεφύλασσαν μια μικρή έκπληξη αφού η διασκευή στο “See you in hell” των GRIM REAPER, «τίναξε» το club στον αέρα, προσφέροντας ένα αποθεωτικό χειροκρότημα από το κοινό, στο τέλος. Μοναδική εμφάνιση από ένα συγκρότημα που δείχνει ότι το μέλλον του ανήκει δικαιωματικά αν συνεχίσει έτσι αλλά και να κυκλοφορεί και κάπως συχνότερα καινούργιες δουλειές. Το setlist τους ήταν: “Warrior of time”/“Livin’ fast”/“The hunter”/“Steel rider”/“Beyond the stars”/Drum solo/“Burn the night”/ “Tyrant”/“Eye of the jaguar”/“Halloween at midnight”/“Severed ties”/“See you in hell (GRIM REAPER διασκευή)”

Επηρεασμένος ακόμα από την απόδοση των RIOT CITY, στο διάλλειμα πριν ανέβουν στην σκηνή οι LIEGE LORD, το προτελευταίο γκρουπ της βραδιάς, σκεφτόμουν πως θα ήταν άραγε η εμφάνισή τους. Όταν όμως είσαι ένα συγκρότημα με μουσικούς που έχουν εμπειρία και ξέρουν να διαχειριστούν κάθε κατάσταση, το αποτέλεσμα δεν μπορεί πάρα να είναι καλό. Έτσι, από τα πρώτα δευτερόλεπτα της εισαγωγής του instrumental “Prodigy” αλλά και του “Wielding iron fists”, που «άνοιξαν» το set list τους, και τα δυο από την παρθενική δουλειά του γκρουπ, κατάφεραν να φέρουν τον κόσμο στα μέτρα τους, αφού όσοι έχουν παρακολουθήσει ζωντανές εμφανίσεις τους, είτε όντας παρόντες είτε από videos στο YouTube, ξέρουν τι να περιμένουν από το συγκρότημα.

Ένα από τα σημαντικότερα και πιο γνωστά σχήματα του Αμερικάνικου heavy metal, για άλλο ένα βράδυ έκανε το αυτονόητο, αποδίδοντας τις συνθέσεις του με τέτοιο τρόπο που να φέρει γρήγορα τον κόσμο σε μια ευμάρεια. Σε αυτό βοήθησαν βεβαίως και τα τραγούδια που επέλεξαν να παίξουν ζωντανά. Λόγω του τραγουδιστή Joe Comeau, την μερίδα του λέοντος είχε, λογικά, το “Master control” αφού εκεί συμμετείχε, οπότε τα τραγούδια είναι «πιο κοντά» σε αυτόν. Παρόλα αυτά, σχετικά με το προηγούμενο καταγεγραμμένο setlist τους πέρισυ, επέλεξαν προς τιμή τους να παίξουν ένα ακόμα τραγούδι από την πρώτη τους δουλειά. Ο Comeau, σε σύγκριση με τον τραγουδιστή των πρώτων δυο άλμπουμ, Andy Michaud, έχει κατά την προσωπική μου άποψη, ένα κλικ μικρότερης εμβέλεια φωνή. Όπως όμως συνηθίζει να κάνει, έφερε τα τραγούδια στο δικό του στυλ έκφρασης και έτσι κανείς δεν νομίζω να είχε παράπονα. Ας μην ξεχνάμε ότι έχει κάποια χρόνια στην πλάτη του, οπότε η γενικότερη απόδοσή του ήταν παραπάνω από ικανοποιητική, σε συνδυασμό με ότι ήταν τόσο όσο επικοινωνιακός χρειαζόταν με τον κόσμο, για να υπάρχει μια ωραία αλληλεπίδραση.

Για ακόμα ένα συγκρότημα, ο ήχος ήταν σύμμαχος, οπότε ευτυχώς ακούγαμε με τον σωστό τρόπο ζωντανά τραγούδια που έχουν ορίσει ένα ιδίωμα. Ευχάριστη έκπληξη αποτέλεσε προσωπικά και το καινούργιο τραγούδι που ακούστηκε, “Hypocrisy”, από την επερχόμενη δουλειά τους, την οποία μακάρι να δούμε στα δισκοπωλεία σύντομα. Ένα κομμάτι που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από την μέχρι στιγμής λαμπρή δισκογραφική τους καριέρα. Τα περίπου 70 λεπτά που ήταν στην σκηνή, φάνηκαν λίγα, αφού σίγουρα λόγω απόδοσης θα θέλαμε να τους βλέπαμε λίγο παραπάνω και προσωπικά θα επιθυμούσα και ένα δυο τραγούδια και από την δεύτερη δουλειά τους. Ίσως την επόμενη φορά. Το setlist τους ήταν: “Prodigy (intro)”/“Wielding iron fists”/“Dark tale”/“Eye of the storm”/“Kill the king (RAINBOW διασκευή)” “Speed of sound”/“Vials of wrath”/“Fear itself”/“Rapture”/“Hypocrisy”/“Feel the blade”/“Rage of angels”/“Master control”

Μετά το διάλειμμα για τις απαραίτητες ετοιμασίες στη σκηνή, η μεγάλη στιγμή για όλους τους παρευρισκόμενους είχε φτάσει, αφού μπροστά μας θα ήταν ένα από τα σημαντικότερα doom metal συγκροτήματα όλων των εποχών, οι Αμερικάνοι SOLITUDE AETURNUS. Ένα γκρουπ, του οποίου ειδικά τα πρώτα δυο άλμπουμ, θεωρώ πως είναι έργα τέχνης του ιδιώματος και δεν πρέπει να λείπουν από κάποιον που αρέσκεται σε αυτό. Τα φώτα στη σάλα έσβησαν και το “Last rose of summer” των JUDAS PRIEST, ξεκίνησε να παίζει από τα ηχεία. Θεώρησα ότι θα το είχαν σαν μια μικρή εισαγωγή εμφάνισης τους στην σκηνή. Αντίθετα το ακούσαμε όλο και έπειτα, μετά και την εισαγωγή του “Dawn of Antiquity (A return to despair)” από την παρθενική δουλειά τους “Into the depths of sorrow”, το “Opaque divinity” από τον ίδιο δίσκο, «άνοιξε» το set list τους εν μέσω μεγάλου ενθουσιασμού από το κοινό, ειδικά στην θέαση των μελών του σχήματος.

Μιλώντας με τον συνάδελφο Δημήτρη Τσέλλο, την ίδια ημέρα, μου ανέφερε ότι έχουν δει το φως της δημοσιότητας κάποια videos από εμφανίσεις του γκρουπ, όπου δυστυχώς ο Robert Lowe, δεν είχε την αναμενομένη απόδοση. Θεωρούσα πως ό,τι και να είχε συμβεί, θα ήταν μεμονωμένο και ατυχές, και θα το είχε προσέξει και διορθώσει, αφού για μένα τραγουδιστές τέτοιου βεληνεκούς καριέρας, πρέπει να είναι άρτιοι, αλλιώς αν νιώθουν «κάπως» να σταματάνε. Δυστυχώς διαψεύστηκα, αφού η εμφάνιση του δεν δικαιολογούσε την φήμη που τον ακολουθεί. Στο “The hourglass”, στην αρχή ξέχασε τους στίχους, στο “Seeds of desolate”, που «έκλεισε» το set, «μπήκε» σε λάθος στιγμή, κατά την διάρκεια της βραδιάς ακούσαμε «κοκοράκια» από μικροφώνου ή κάποια χωρίς λόγο εκείνη την στιγμή τσιριχτά φωνητικά, έστω και ελάχιστα, αντί για έναν ή δυο στίχους, και γενικά δεν νομίζω το κοινό να έβλεπε ό,τι θα περίμενε και θα ήθελε από τον τόσο αγαπητό frontman. Ευτυχώς οι στιγμές ήταν λίγες, συγκριτικά με την διάρκεια της εμφάνισής τους, αλλά έστω και αυτά τα λίγα περιστατικά, θεωρώ πως σπίλωσαν την συνολική παρουσία του γκρουπ στη σκηνή.

Από την άλλη βεβαίως ο ίδιος, στην πλειονότητα των τραγουδιών, ήταν αρκετά εκφραστικός και θεατρικός ανάλογα με την σύνθεση, αλλά τι να το κάνεις. Από την μια είχες στην σκηνή τέσσερεις μουσικούς που απέδιδαν τα τραγούδια «παιχτικά» με εξαιρετικό τρόπο, έχοντας και ήχο «μπετόν» που βοηθούσε στο έπακρο την καλύτερη απόλαυση του κάθε τραγουδιού ζωντανά, και έναν frontman, που αν κάποιος δεν ήξερε το βιογραφικό του και ότι είναι ο μόνος τραγουδιστής του συγκροτήματος από το 1988, θα νόμιζε ότι είχε μόλις πάει στο συγκρότημα και επειδή δεν έχει κάνει πολλές πρόβες ήταν απροετοίμαστος. Πραγματικά ήταν κρίμα γιατί, από τη μία ολοι, και ειδικά ο ένας εκ των δυο κιθαριστών John Perez, είχε «φτιαχτεί» πολύ από την αλληλεπίδραση κοινού και γκρουπ, κάτι που δήλωσε και στα μισά και κάτι της εμφάνισης τους, αναφέροντας το πόσο σημαντικό είναι για ένα μουσικό να έχει ωραία αντιμετώπιση από το κοινό.
Από την άλλη, εκείνο το βράδυ ακούσαμε μερικά από τα πιο ωραία και αντιπροσωπευτικά τραγούδια της δισκογραφίας τους, με τα περισσότερα να είναι βεβαίως από τα πρώτα δυο άλμπουμ, οπότε αν και η απόδοση του Lowe ήταν όπως έπρεπε, θα αναφερόμασταν σε μια από τις καλύτερες εμφανίσεις συγκροτήματος στην Ελλαδα. Ενδεικτικό της κατάστασης ήταν ότι πολλοί οπαδοί εγκατέλειπαν τον χώρο πριν τελειώσει το τελευταίο τους τραγούδι, μάλλον ελαφρώς απογοητευμένοι. Όσοι έμειναν πάντως, ευτυχώς η πλειοψηφία του κοινού, χειροκρότησε το συγκρότημα. Ας πούμε λοιπόν από μέσα μας ότι ήταν απλά μια κακή βραδιά, οπότε το γκρουπ «μας χρωστάει» αυτήν που θα θέλαμε, κάποια στιγμή στο μέλλον. Σύμφωνα και με τα λεγόμενα του Perez, τα μέλη είναι και πάλι μαζί ενεργά, άρα είναι στο «χέρι τους» να επανορθώσουν. Το setlist τους ήταν: “Dawn of Antiquity (A Return to Despair) (intro)”/“Opaque divinity”/“Dream of immortality”/ “Haunting the obscure”/“Days of prayer”/Destiny falls to ruin”/“The hourglass”/“The 9th day: awakening”/“Phantoms”/ “Falling”/“Eternal (dreams part II)”/“Black castle”/“Seeds of desolate”
Υ.Γ 1: Το Up The Hammers είναι ένα festival που υμνεί το heavy metal. Η αγαπημένη μας μουσική όμως δεν είναι μόνο τα συγκροτήματα και τα τραγούδια τους αλλά και οι άνθρωποι/οπαδοί. Θέλω να εκφράσω και δημόσια ένα μεγάλο μπράβο σε όποιον ή όποιους είχε/είχαν την ιδέα να υπάρχει στους πάγκους των πωλητών και ένα τραπέζι με την φωτογραφία του πολύ αγαπητού σε όλους μας Χρήστου Χριστοδούλου (Sirens), που έφυγε πριν από λίγο καιρό από κοντά μας, μαζί με ένα λεύκωμα που ο καθένας έγραφε ότι ένοιωθε/ήθελε για αυτόν. Η μουσική πάντα θα ενώνει και τέτοιες στιγμές νομίζω πως μένουν χαραγμένες μέσα μας.
Υ.Γ 2: Για ακόμα μια χρονιά, η διοργάνωση ήταν άρτια, με τα συγκροτήματα να τηρούν κατά γράμμα το χρονικό περιθώριο που είχαν να συναντηθούν με τους οπαδούς, να υπογράψουν ότι ήθελαν, να «βγουν» φωτογραφίες μαζί τους κλπ., και το κοινό να είναι όσο υπομονετικό χρειαζόταν για να τους δει. Επίσης υπήρχαν, όπως συνηθίζεται, και πάγκοι με πολύ μουσική για αγορά.
Θοδωρής Μηνιάτης
Φωτογραφίες: Χριστίνα Αλώση







>



![A day to remember… 25/2 [MANILLA ROAD] Manilla](https://rockhard.gr/wp-content/uploads/2026/02/The-deluge-sbit-218x150.jpg)